Κυριακή, 8 Αυγούστου 2010

Ορθοδοξία-Ρωμαιοκαθολικισμός: Από το σχίσμα μέχρι σήμερα

Ήταν Σάββατο απόγευμα της 16ης Ιουλίου του 1054. Οι χρονικογράφοι της εποχής περιγράφουν με ιδιαίτερα γλαφυρό ύφος τα γεγονότα εκείνης της ημέρας που σήμανε το Σχίσμα ανάμεσα στην Ορθόδοξη και την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Στο ναό της Αγίας Σοφίας ιερουργούσε ο Πατριάρχης Μιχαήλ Κηρουλάριος τελώντας τη λειτουργία του εσπερινού.
Η μυσταγωγία και η κατάνυξη της λειτουργίας διακόπτονται από την είσοδο ενός ευγενούς και της συνοδείας του, στο ναό. Ο Πατριάρχης Μιχαήλ και οι παρευρισκόμενοι σαστίζουν και μέχρι να συνέλθουν από την έκπληξη, ο απεσταλμένος του Πάπα της Ρώμης Λέοντα Θ’, καρδινάλιος Ουμβέρτος θέτει στην Αγία Τράπεζα μια περγαμηνή με την παπική σφραγίδα. Ο πατριάρχης ξετυλίγει το ρολό και διαβάζει το κείμενο.

Λέων ΙΧ

«Όστις αν τη πίστει και τη θυσία της Ρωμαϊκής και Αποστολικής Καθέδρας αντιλέγη ανάθεμα έστω και μήτε λεγέσθω Ορθόδοξος αλλά λεγέσθω προζυμίτης και νέος Αντίχριστος». Ο Πάπας Λέων Θ΄ χρησιμοποιώντας ιδιαίτερα βαριές εκφράσεις αναθεματίζει το Πατριάρχη Μιχαήλ και όσους τον ακολουθούν αποκαλώντας τους αιρετικούς με τον χαρακτηρισμό του «προζυμίτη», που έδιναν οι Ρωμαιοκαθολικοί στους Ορθοδόξους λόγω της χρήσης προζυμιού στον άρτο της Θείας Ευχαριστίας.
Λίγες ημέρες αργότερα ο Πατριάρχης Μιχαήλ έχει ήδη έτοιμη την απάντησή του σε όσους τον αφόρισαν. Ανταποδίδει το αφορισμό στους συντάκτες του σημειώματος. Το μεγάλο σχίσμα είναι πλέον γεγονός και οι συνέπειές του θεολογικές, εκκλησιαστικές, πολιτικές και διπλωματικές ταλάνισαν μέχρι πολύ πρόσφατα τις σχέσεις Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας.

Η άρση των αναθεμάτων

Έπρεπε να περάσουν 910 χρόνια πριν ξεκινήσουν να εξομαλύνονται και πάλι οι σχέσεις της Ανατολικής και της Δυτικής Εκκλησίας. Η ελπίδα για την αποκατάσταση των σχέσεων της Ορθόδοξης και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας αναθερμαίνεται.
Ήταν το 1964. Οικουμενικός Πατριάρχης ήταν ο Αθηναγόρας Α’ και Πάπας ο Παύλος ο Στ’. Οι δυο προκαθήμενοι συνατώνται στο όρος των Ελαιών στην Ιερουσαλήμ, τον τόπο της τελευταίας προσευχής του Ιησού Χριστού πριν συλληφθεί και σταυρωθεί. Κάτω από τις υπεραιωνόβιες ελιές – στη ρίζα κάποιας από αυτές μπορεί και να είχε σταθεί ο Χριστός – Αθηναγόρας και Παύλος δίνουν τον ασπασμό της ειρήνης.
Ο πάγος ανάμεσα σε Ορθοδόξους και Ρωμαιοκαθολικούς αρχίζει προοδευτικά να σπάει. Τον επόμενο χρόνο η Σύνοδος του Βατικανού υιοθετεί κοινή δήλωση Πατριάρχη και Πάπα για την άρση των αναθεμάτων του 1054. Αθηναγόρας Α’ και πάπας Παύλος Στ’ θεωρούνται μέχρι και σήμερα οι θεμελιωτές του διμερούς θεολογικού διαλόγου Ορθόδοξων και Καθολικών.
Το έργο τους συνέχισαν διάδοχοί τους μέχρι σήμερα. Σαράντα χρόνια μετά τη συνάντηση Αθηναγόρα Α’ και Παύλου Στ’ στην Ιερουσαλήμ, τον Ιανουάριο του 2004 ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος αποστέλλει στον γηραιό και ασθενή αλλά πνευματικά ακόμα και τότε ακμαίο πάπα Ιωάννη Παύλο Β’ επιστολή. «Τας ημέρας ταύτας» αναφέρει μεταξύ άλλων ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος «στρέφομεν την σκέψιν ημών εν ευγνωμοσύνη προς την ιεράν μνήμην των (σ.σ του Αθηναγόρα Α’ και του Παύλου Στ΄) και προς το όραμα της πλήρους εν τη κοινή πίστει και τοις μυστηρίοις ενώσεως των αδελφών Εκκλησιών ημών».
Τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος μεταβαίνει στη Ρώμη και συνεορτάζει με τον Πάπα Ιωάννη Παύλο Β’ την εορτή των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου. Φανάρι και Βατικανό κάνουν μικρά και σταθερά βήματα επαναπροσέγγισης. Το επόμενο βήμα καλής θέλησης είναι η επίσκεψη του ποντίφικα στην Κωνσταντινούπολη. Η εύθραυστη υγεία του Πάπα Ιωάννη Παύλου Β’ τον καθηλώνει ουσιαστικά και η επικοινωνία μεταξύ Φαναρίου και Βατικανού πραγματοποιείται δι’ αλληλογραφίας.
Ο θάνατος του γηραιού ποντίφικα τον Απρίλιο του 2005 σηματοδοτεί το τέλος μιας σημαντικής περιόδου για τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Η ταφή όμως του Πάπα Ιωάννη Παύλου Β’ δίπλα στους προκατόχους του στην κρύπτη της εκκλησίας του Αγίου Πέτρου δεν ενταφιάζει και το διμερή διάλογο Ορθοδόξων και Καθολικών. Ο διάδοχος του Ιωάννη Παύλου Β’, Βενέδικτος 16ος φαίνεται αποφασισμένος να συνεχίσει την επαναπροσέγγιση Ρωμαιοκαθολικών και Ορθοδόξων πραγματοποιώντας ένα γενναίο βήμα, να επισκεφθεί το Φανάρι και το Οικουμενικό Πατριαρχείο υπογράφοντας με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο κοινή δήλωση υπέρ της συνέχισης της προσπάθειας για διάλογο και προσέγγιση των δυο μερών.

Το Σχίσμα

Τα γεγονότα του Ιουλίου του 1054 η ανταλλαγή αναθεμάτων μεταξύ του Πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριου και του Πάπα Λέοντα Θ’ και το μεγάλο Σχίσμα της Ανατολικής και της Δυτικής Εκκλησίας υπήρξε το αποκορύφωμα της διαίρεσης του χριστιανικού κόσμου που είχε ξεκινήσει από τον 9ο αιώνα.
Τα Χριστούγεννα του 8οο μ.Χ στην εκκλησία του Αγίου Πέτρου στο λόφο του Βατικανού ο Καρλομάγνος στέφθηκε από τον Πάπα Λέοντα Γ’ ως Ρωμαίος αυτοκράτορας, τίτλος που φερόταν από τον άνακτα της Κωνσταντινούπολης, όπου είχε μεταφερθεί η διοικητική έδρα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από το 330 μ.Χ.
Η πολιτική αυτή κίνηση ερμηνεύθηκε από την Κωνσταντινούπολη ως πρόκληση, ενώ για τον Πάπα ως κίνηση απεξάρτησης από τον πολιτικό έλεγχο της Κωνσταντινούπολης. Σταδιακά, τα επόμενα χρόνια οι διαφορές που ποτέ δεν έπαψαν να υφίστανται οδηγούσαν στην απομάκρυνση της Ανατολής και της Δύσης σε θεολογικό επίπεδο, όπως είχε συντελεστεί και η διοικητική απομάκρυνση των δυο μερών της άλλοτε Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Σε ιδεολογικά (πολιτιστικά), πολιτικά, θεολογικά (δογματικά) και εκκλησιαστικά (λειτουργικά και διοικητικά) διακρίνονται σήμερα τα αίτια που οδήγησαν την Ανατολική και τη Δυτική Εκκλησία στην οριστική ρήξη το 1054. Οι πολιτικές συνέπειες του Σχίσματος ήταν ολέθριες για την πολιτική ζωή και την ιστορική πορεία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Η απομάκρυνση των δυο Εκκλησιών οδήγησε στην αποξένωση του χριστιανικού ποιμνίου και καλλιέργησε το μίσος ανάμεσα στους πιστούς του Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης και του Πάπα. Σε διπλωματικό επίπεδο οι σχέσεις των φραγκικών κρατών της Ιταλίας και της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μετά το οριστικό Σχίσμα δεν αποκαταστάθηκαν ποτέ. Τετρακόσια χρόνια μετά το Σχίσμα οι Βυζαντινοί υπό τη σκιά της Οθωμανικής απειλής και προσπαθώντας να αποσπάσουν την στρατιωτική βοήθεια Φράγκων και Ενετών δέχονται να προσέλθουν υπό τεράστια πίεση στο τραπέζι του θεολογικού διαλόγου για την επανένωση των δυο Εκκλησιών.

Προσπάθειες για την Ένωση

Στη Σύνοδο της Φερράρα το 1438 ο αυτοκράτορας Ιωάννης Η’ Παλαιολόγος προσέρχεται αποφασισμένος να συμφωνήσει την ένωση της Παπικής και της Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης επιθυμώντας με τον τρόπο αυτό να αποσπάσει στρατό και στόλο από τον Πάπα Ευγένιο Δ’. Στη Σύνοδο η βυζαντινή αντιπροσωπεία εμφανίζεται διαιρεμένη.
Από τη μια πλευρά ο γηραιός Πατριάρχης Ιωσήφ πιεζόμενος από τον αυτοκράτορα συναίνεσε και από την άλλη πλευρά θεολόγοι, όπως ο μετέπειτα πρώτος Πατριάρχης μετά την Άλωση Γεώργιος Σχολάριος –Γεννάδιος και ο επίσκοπος Εφέσου Μάρκος Ευγενικός ηγήθηκαν του στρατοπέδου των ανθενωτικών. Τα αποτελέσματα της Συνόδου της Φερράρα ακυρώθηκαν μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453, όταν στον πατριαρχικό θρόνο, που έλαβε και πολιτικά προνόμια πάνω στους ορθόδοξους πιστούς, ανέβηκε ο Γεώργιος Γεννάδιος.
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο ακύρωσε την Ένωση επειδή η «εξαναγκαστική» υπογραφή της από τον αυτοκράτορα και η αναγνώριση της πρωτοκαθεδρίας της Ρώμης ήταν το αντάλλαγμα που ζήτησε η Δύση, για την βοήθεια και την στήριξη που θα του παρείχε, στην αντιμετώπιση των Τούρκων.
Με πάσα επιφύλαξη η Ορθόδοξη και η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία περίπου είκοσι χρόνια μετά τον ασπασμό της ειρήνης μεταξύ του Αθηναγόρα Α’ και του Παύλου Στ’, το 1980 ξεκίνησαν τις συζητήσεις και το διάλογο για την ένωση. Πριν από 6 χρόνια όμως οι διαβουλεύσεις πάγωσαν οριστικά, μετά την έκδοση της εγκυκλίου του – τότε καρδιναλίου Ράτσιγκερ και σήμερα ποντίφικα- Ντόμινους Γιέζους. Δειλά δειλά αυτή την περίοδο οι συζητήσεις για το διάλογο επανέρχονται στο προσκήνιο.

Τα «αγκάθια»

Ανατολική και Δυτική Εκκλησία εδώ και 955 χρόνια, μετά το οριστικό Σχίσμα ακολουθούν διαφορετικούς θεολογικούς και εκκλησιαστικούς δρόμους. Δογματικές και λατρευτικές διαφορές είναι πλέον παγιωμένες. Έξι «αγκάθια» συνεχίσουν να χωρίζουν τα ποίμνια του Ορθόδοξου και του Ρωμαιοκαθολικού Χριστιανισμού. Filioque (φιλιόκβε), παπικό πρωτείο και αλάθητο, αγαμία των κληρικών, λατρευτικές διαφορές αλλά και η δράση της Ουνίας θέτουν προσκόμματα στο διάλογο για την Ένωση.

Filioque

Στο Σύμβολο της Πίστεως και το αυθεντικό του κείμενο, έτσι όπως διατυπώθηκε από την 1η και τη 2η Οικουμενική Σύνοδο αναφέρεται «Και εις το Πνεύμα το Άγιον, το Κύριον, το Ζωοποιόν, το εκ του Πατρός Εκπορευόμενον…». Στη φράση αυτή η Δυτική Εκκλησία προσέθεσε τη λατινική λέξη filioque που μεταφράζεται «και εκ του Υιού», δηλώνοντας ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται όχι μόνο εκ του Πατρός αλλά και εκ του Υιού. Η πρόσθεση αυτής της φράσης έγινε αρχικά στην Ισπανία τον 4ο και 5ο αιώνα.
Σταδιακά η χρήση της πέρασε στη Γερμανία και την υπόλοιπη Δυτική Ευρώπη. Ο Πατριάρχης Φώτιος όταν πληροφορήθηκε αυτό το νεωτερισμό διαμαρτυρήθηκε στον Πάπα Ιωάννη Η’, ο οποίος απάντησε ότι από δογματικής άποψης δεν αποτελούσε αμάρτημα η προσθήκη του filioque. Μέχρι το Σχίσμα του 1054 το filioque παρέμεινε «θεολογούμενο ζήτημα», δηλαδή θέμα που θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο θεολογικού διαλόγου.

Παπικό Πρωτείο

Σύμφωνα με τη Δυτική Εκκλησία και με βάση τη φράση του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου που λέει «Εσύ είσαι ο Πέτρος και πάνω σε αυτή την πέτρα θα κτίσω την Εκκλησία μου», ο Πέτρος ήταν το θεμέλιο της Εκκλησίας.
Ορθόδοξοι θεολόγοι επισημαίνουν ότι αυτό δεν είναι ορθό. Εξάλλου, σύμφωνα με ιστορικά στοιχεία, στην πρώτη αποστολική Σύνοδο το 49 μ.Χ στην Ιερουσαλήμ όλοι οι Απόστολοι ήταν ίσοι μεταξύ τους. Για τους Ρωμαιοκαθολικούς όμως, ο εκάστοτε επίσκοπος Ρώμης είναι και ο διάδοχος του Αποστόλου Πέτρου, επομένως ο ποντίφικας θα πρέπει να χαίρει του Πρωτείου.
Ιστορικοί και Θεολόγοι τονίζουν ότι πρωτείο υπάρχει αλλά είναι μόνο Τιμής, καθώς χρονολογικά και μόνο η Εκκλησία της Ρώμης θεωρείται αρχαιότερη από αυτή της Κωνσταντινούπολης. Παράλληλα ο 28ος Κανονας της τετάρτης Οικουμενικής Συνόδου του 451 μ.Χ αναφέρει ότι ο Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινούπολης αναγνωρίζεται ως έχων ίσα πρεσβεία τιμής με τον Επίσκοπο Ρώμης.

Αλάθητο

Οι Ρωμαιοκαθολικοί επιμένουν ότι το αλάθητο του Πάπα ισχύει για τις αποφάσεις που λαμβάνει επί δογματικών και μόνο θεμάτων. Η Ορθόδοξη Εκκλησία από τη δική της πλευρά δεν αναγνωρίζει το Αλάθητο του Πάπα αλλά μόνο το Αλάθητο των αποφάσεων των 7 Οικουμενικών Συνόδων.
Οι Δυτικοί υποστηρίζουν ότι ο Πάπας ως Ποιμένας της Εκκλησίας έχει το δικαίωμα να αποφασίζει επί δογματικών ζητημάτων χωρίς να χρειάζεται προς τούτο αποφάσεις Οικουμενικών Συνόδων. Αντίθετα, οι Ορθόδοξοι πιστεύουν στην δογματική ορθότητα των αποφάσεων μόνο των Οικουμενικών Συνόδων.

Ουνία

Αποτελεί το μεγαλύτερο αγκάθι στις σχέσεις της Ορθόδοξης με την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Οι ρίζες της Ουνίας, που στα λατινικά σημαίνει ένωση, φθάνουν στην περίοδο που ακολούθησε την ανεπιτυχή Σύνοδο της Φερράρας για την ένωση των δυο Εκκλησιών.
Όσοι Ορθόδοξοι επίσκοποι αναγνώρισαν την αυθεντικότητα του κειμένου της Συνθήκης μνημονεύουν έκτοτε τον Πάπα ως τον προκαθήμενο της μίας Εκκλησίας που αναγνωρίζουν. Οι ουνίτες θεωρούνται Ρωμαιοκαθολικοί πιστοί στο δόγμα, διατηρούν ωστόσο το ορθόδοξο τυπικό στη λατρεία, χρησιμοποιώντας το βυζαντινό ρυθμό στα άμφια των ιερέων και στην αρχιτεκτονική των ιερών ναών τους.
Οι Ρωμαιοκαθολικοί αναγνωρίζουν την Ουνία ως ένα ιστορικό και εκκλησιολογικό πρόβλημα. Μέχρι και σήμερα η Ουνία δεν έχει καταδικαστεί επίσημα από τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και η μόνη κίνηση «καλής θέλησης» στην οποία προέβη η Δυτική Εκκλησία ήταν η επίσημη ανακοίνωση στο Μπαλαμούντ του Λιβάνου το 1993-1994 πως «στη σύγχρονη εποχή η ενωτική κίνηση δεν εκφράζεται από την Ουνία».

Θεολογικές – Εκκλησιαστικές διαφορές

Μερικές ακόμα εκκλησιαστικές και λειτουργικές διαφορές συμπληρώνουν το ψηφιδωτό των προσκομμάτων ανάμεσα στην Ορθόδοξη και την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.
Η χρήση άζυμου άρτου και η μετάληψη μόνο του Σώματος του Χριστού από τους πιστούς είναι η ευχαριστιακή διαφορά Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας. Σύμφωνα με τις αφηγήσεις των τριών Ευαγγελιστών, του Μάρκου του Λουκά και του Ματθαίου, ο Μυστικός Δείπνος πραγματοποιήθηκε την ημέρα του Εβραϊκού Πάσχα, άρα ο άρτος που προσέφερε ο Χριστός ήταν άζυμος.
Ο Ιωάννης όμως λέει ότι ο Δείπνος πραγματοποιήθηκε την επομένη του Πάσχα, άρα ο άρτος ήταν κανονικός. Επίσης διαφορά παρατηρείται και στον τρόπο της Βάπτισης. Το Μυστήριο στην Ορθόδοξη Εκκλησία πραγματοποιείται δια της καταδύσεως στο νερό του βαπτιζομένου, ενώ στην Ρωμαιοκαθολική δια της ρίψεως νερού. Τέλος η αγαμία των κληρικών, την οποία υποστηρίζουν οι Ρωμαιοκαθολικοί σε όλες τις βαθμίδες του κλήρου, ενώ οι Ορθόδοξοι ευλογούν το γάμο μόνο των απλών κληρικών και όχι των αρχιερέων.