Ο πανεύφημος γέροντας Αβραάμιος είχε γονείς που λέγονταν Παύλος και Θέκλα, οι όποιοι είχαν πατρίδα την Έμισα, την περίλαμπρη μητρόπολη στα μέρη της Συρίας, όπου και κατοικούσαν. Εγεννήθηκε από αυτούς στην αρχή της βασιλείας του Ζήνωνος και απαρνήθηκε τον κόσμο από νεαρή ηλικία σε μοναστήρι γύρω από αυτήν την πόλη, αφού εκπαιδεύτηκε καλά στη μοναχική αγωγή. Όταν ήταν ηλικίας δεκαοκτώ ετών, γύρω στο 491, επειδή Σαρακηνοί έκαμαν εισβολή σ' αυτό το μοναστήρι, ανέβηκε μαζί με τον αββά του στην Κωνσταντινούπολη. Έπειτα από λίγο καιρό συνέβη ο αββάς του να γίνει ηγούμενος ενός από τα γύρω από την Κωνσταντινούπολη μοναστήρια και να έχει αυτόν τον φωστήρα γνήσιο συναγωνιστή και υπήκοο μαθητή και πιστότατο αποκρισσάριο. Καθώς προχωρούσε ο χρόνος διέπρεπε σε διάφορες αρετές ο Αβραάμιος, όπως επίσης και στις μέσα στο μοναστήρι διακονίες και στις εξωτερικές αποστολές, κι έτσι έγινε σε όλους προσφιλής τόσο για την ικανότητα του σε όλα, όσο και για τη γλυκύτητα της συζητήσεως, την καθαρότητα και σεμνότητα του τρόπου και την ιεροπρέπεια της παραστάσεως του.
Καθώς λοιπόν αυτός έλαμπε σ' αυτά και τα παρόμοια κατορθώματα, ένας ένδοξος άνδρας, που πολλές φορές ευδοκίμησε σε πολιτικά αξιώματα, κόμης των θησαυρών τότε, καταγόμενος από την πόλη Κρατεία της Ονωριάδας και ονομαζόμενος Ιωάννης, συνετέλεσε ώστε ο αδελφός του Πλάτων να γίνει επίσκοπος αυτής της πόλεως. Θέλησε λοιπόν να κτίσει μοναστήρι στον τάφο των γονέων του και όταν επληροφορήθηκε για την καθαρή διαγωγή και τον ανεπίληπτο βίο του Αβρααμίου, παρακάλεσε τον ηγούμενο του να τον απολύσει, για να φροντίσει για το κτιζόμενο αυτό μοναστήρι. Ο Αβραάμιος, αφού απολύθησε μ' ευχή από τον αββά του, πηγαίνει στην Κρατεία, οικοδομεί το μοναστήρι και γίνεται πρεσβύτερος και ηγούμενος του μοναστηρίου τούτου από τον Πλάτωνα τον επίσκοπο Κρατείας, κατά το εικοστό έβδομο έτος τής ηλικίας του. Κι αφού έκαμε δέκα χρόνια στην ηγουμενία, συγκρότησε εκεί λαμπρότατο μοναστήρι και συνάθροισε όχι λίγους αδελφούς, και οδηγώντας αυτούς κατά το θέλημα του Θεού, τους εκπαίδευσε στην πολιτεία των μοναχών.
Επειδή η φήμη του περιέτρεξε παντού, έρχονται πολλοί προς αυτόν λαϊκοί και μοναχοί, και όχι μόνο αυτοί, αλλά εσύχναζαν σ' αυτόν και επίσκοποι, διότι ευχαριστούνταν με τη συντροφιά του. Αυτός όμως, σαν φιλήσυχος που ήταν από παιδί, ελυπούνταν για την ενόχληση που του εγινόταν. Από την πολλή στενοχώρια εβγήκε από την πόλη κρυφά και έφυγε γρήγορα προς την αγία πόλη, χωρίς να φέρει μαζί του τίποτε από τα κοσμικά και με πολλή ανέχεια και δυσκολία ήλθε στα Ιεροσόλυμα στην αρχή της πέμπτης ινδικτιώνος (η πέμπτη ινδιώνα άρχιζε την 1 Σεπτεμβρίου του 511), αφού συμπλήρωσε το τριακοστό έβδομο έτος της ηλικίας του. Καθώς επροσκυνούσε την Αγία Ανάσταση του συνέβηκε να συναντήσει τον Άγιο Ιωάννη, που από αξιωματικός έγινε μαθητής του αγίου πατέρα μας Σάββα κι αυτές τις ήμερες παρελάμβανε από αυτόν τον πύργο που είχε οικοδομηθεί παλαιά από τη μακαρία Ευδοκία.
Ο μακαριστός Ιωάννης λοιπόν, παρατηρώντας την κατάσταση του ήθους του Αβρααμίου, το εύτακτο βλέμμα και την ακρίβεια του λόγου, αντιλήφθηκε ότι είναι δούλος Θεού. Τον επήρε λοιπόν στο ξενοδοχείο της Μεγίστης Λαύρας (διότι δεν είχε αποκτήσει ακόμη δικό του ξενοδοχείο) και τον οδηγεί στον μακαριστό Σάββα τον Μάιο του 512 και με άδεια του τον κατέβασε στον παραπάνω πύργο. Ο Αβραάμιος ευρήκε εκεί δύο θεοφόρους γέροντες, στολισμένους με θεία σύνεση, τους οποίους είχε εγκαταστήσει εκεί ο μακάριος Σάββας μαζί με τον Σχολάριο, ονομαζόμενους Ιωάννη και Γρηγόριο, Ποντίους την καταγωγή. Προσκολήθηκε με αυτούς πνευματικά, δείχνοντας σ' αυτούς κάθε υπακοή διότι τους ευρήκε ικανούς να οδηγήσουν ψυχές στη σωτηρία.
Την ίδια εποχή το Άγιο Πνεύμα έφερε στα Ιεροσόλυμα έναν άνδρα ένδοξο, που καταγόταν από την Κλαυδιούπολη της Ονωριάδας και ονομαζόταν Ολύμπιος. Αυτός, αναζητώντας τον Αβραάμιο, (διότι πολλές φορές είχε την πνευματική του διδαχή στην Κρατεία που είναι κοντά στην Κλαυδιούπολη) και μαθαίνοντας που κατοικεί, ήλθε προς αυτόν στον πύργο, για να τον πείσει να επιστρέψει στην Κρατεία, διότι ο επίσκοπος Πλάτων τον έστειλε με πολλές παρακλήσεις σε αναζήτηση και επιστροφή. Ο Αβραάμιος δέχθηκε τον Ολύμπιο με μεγάλη χαρά, τον νουθέτησε με τον λόγο του Θεού και τον παρακαλούσε ν' απομακρυνθεί από τα πράγματα του βίου και να προσκολληθεί στον φόβο του Θεοί. Ο Ολύμπιος, αφού δέχθηκε τη νουθεσία του Αβρααμίου και παρετήρησε την αρετή και διαγωγή του Ιωάννη και του Γρηγορίου, των γερόντων και του Ιωάννη του Σχολαρίου και αποφάσισε με την ψυχή του, έκλινε ν' αποταχθεί τον πρόσκαιρο βίο· εφωτίσθηκε σ' αυτό ιδιαίτερα από την αστραφτερή χάρη του Αγίου πατέρα μας Σάββα, που τότε μετέτρεπε τον πύργο σε κοινόβιο και εφρόντιζε πολύ γι' αυτούς. Ο Ολύμπιος λοιπόν παρέδωσε τον εαυτό του ολοψύχως στο Θεό και σε λίγον καιρό σε τόσο Ύψος αρετής ανέβηκε, ώστε και διάκονος και πρεσβύτερος να χειροτονηθεί εκβιαστικά και να γίνει δεύτερος στη διοίκηση του μοναστηρίου.
Ο τίμιος Αβραάμιος, αφού συμπλήρωσε τέσσερα χρόνια στη μονή του Σχολαρίου, αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Κρατεία κατά τον εξής τρόπο. Ο επίσκοπος Κρατείας Πλάτων, που μνημονεύθηκε, πολλές φορές τον προσκάλεσε, κι επειδή δεν πέτυχε, χρησιμοποίησε τους εκκλησιαστικούς κανόνες. Πρώτα τον διέταξε σε αργία, έπειτα, επειδή επέμενε, του έστειλε αφορισμό. Τότε ο μακάριος Ιωάννης ο Σχολάριος τον απήγαγε στη Μεγίστη Λαύρα και αναθέτει τη φροντίδα του στον μεγάλο πατέρα μας Σάββα. Ο μεγάλος πατέρας μας τους επήρε στην Αγία Πόλη και τους παρουσίασε στον αρχιεπίσκοπο Ηλία και τον παρακαλούσε, αν είναι δυνατό, να λύσει τον αφορισμό. Ο μεγάλος ιεράρχης όμως έλεγε ότι είναι αντικανονικό να λύσει άλλος τον αφορισμό άλλου και μάλιστα ζωντανού ακόμη, χωρίς αυτός που τον εχειροτόνησε και αφόρισε να τον προσκαλεί.
Καθώς άκουσαν αυτά οι μακάριοι πατέρες Σάββας και Ιωάννης, του παρήγγειλαν ν' ανεβεί προς τον Επίσκοπο του, για ν' απολυθεί απ' αυτόν. Ο αββάς Αβραάμιος, υποχωρώντας στις παραινέσεις των πατέρων αναχώρησε στην Κρατεία, όταν συμπληρωνόταν το τεσσαρακοστό πρώτο έτος της ηλικίας του (ήταν το έτος 515). Αφού λοιπόν ήλθε στην Κρατεία κι έγινε δεκτός ευμενώς από τον επίσκοπό του, αποκαταστάθηκε στην ηγουμενία του, επειδή ελύθηκαν οι αφορισμοί. Μετά τη λύση τους ο επίσκοπος Πλάτων έζησε λίγες μόνο ημέρες κι έπειτα πέθανε. Τότε όλος ο λαός της Κρατείας με κοινή ψήφο και παράκληση προς τον μητροπολίτη της χώρας αυτής ζητούν ως επίσκοπο τον Αβραάμιο. Ο μητροπολίτης λοιπόν αφού τον προσκάλεσε για κάποια άλλη τάχα αιτία τον εχειροτόνησε επίσκοπο Κρατείας.
Εδώ, χάριν συντομίας, παρασιωπούνται οι θεάρεστες πράξεις που έγιναν από τον Άγιο λεπτομερώς στην επισκοπή του, οι ορφανοτροφίες, οι ξενοδοχίες, οι νοσοκομίες, οι εκδιώξεις των δαιμόνων, οι βοήθειες σ' αυτούς που έχουν ανάγκη, οι οικοδομήσεις των εκκλησιών και οι διάφορες θαυματουργίες και φθάνομε στο τέλος του περί της επισκοπής λόγου.
Αφού λοιπόν ο Άγιος διέπρεψε επί δεκαπέντε χρόνια στην επισκοπή και εφωταγώγησε την πόλη του με το βίο και το λόγο, συνέβηκε να έχει η Εκκλησία του προβλήματα με κάποια πρόσωπα, ώστε και μη θέλοντας ν' αναγκάζεται να χάνει τον καιρό του σε διοικητήρια και ν' ανεβαίνει στην πρωτεύουσα. Ενθυμούμενος τη μοναχική ησυχία που είχε, όταν ασκούνταν στη μονή του Σχολαρίου, ελυπούνταν πολύ και εδυσφορούσε, διότι έβλεπε τον εαυτό του να είναι σε περισπασμό και σύγχυση από τις βιωτικές μέριμνες και παρακαλούσε τον Θεό εκτενώς λέγοντας: «Κύριε ο Θεός, αν σου είναι ευάρεστο ν' αναχωρήσω στην έρημο κατευόδωσε να γίνει το θέλημα σου».
Όταν κάποτε έφθασε στην Κωνσταντινούπολη και έμαθε ότι ο πατέρας μας Σάββας είναι εκεί (είναι η δεύτερη παρουσία του Σάββα στην Κώνσταντινούπολη, το 531), τον αναζήτησε αμέσως με ζήλο. επειδή όμως δεν ευρήκε τον αγαπητό άγιο γέροντα, ερώτησε γι' αυτόν κι έμαθε ότι έφυγε για την Ιερουσαλήμ τρεις ημέρες πριν από τη δική του είσοδο στην Κωνσταντινούπολη. Τότε εστενοχωρήθηκε πολύ που δεν τον ευρήκε. Εκείνη τη νύκτα τον είδε στον ύπνο του να του λέγει: «Μη στενοχωρείσαι που δεν με ευρήκες στην Κωνσταντινούπολη, αν επιθυμείς να ευρείς ανάπαυση από τις φροντίδες του κόσμου, γύρισε πάλι στο μοναστήρι σου κι εκεί θα κοιμηθείς».
Τότε σηκώθηκε από τον ύπνο του, δεν είπε σε κανένα τίποτε, αλλά προσκάλεσε αμέσως τους διακόνους, στους οποίους παρέδωσε όσα περιουσιακά στοιχεία είχε από την Εκκλησία, ανέβηκε σ ένα πλοίο μη παίρνοντας τίποτε από τα πράγματα του κόσμου μαζί του. Ήλθε στην Ιερουσαλήμ κι' επήγε αμέσως στη μονή του Σχολαρίου. Κατά την άφιξη του ο Ιωάννης ο Σχολάριος και ο ενάρετος Αλβάνιος εγέμισαν μεγάλη χαρά κι' οι τρεις, ήταν σαν μιά ψυχή. Είχαν την ίδια στέγη, τροφή και αρετή. Ο καθένας παρακινούσε τον άλλο σε έργα αγαθά και καθετί που έκαναν, ήταν κατά την ευδοκία του Θεού. Κρατιώνταν μακριά από τα έργα του κόσμου και προσέγγιζαν στο Θεό.
Όταν επέρασε ένας μήνας από τον ερχομό του Αβρααμίου, πέθανε ο Άγιος πατέρας μας Σάββας, στις 5 του πρώτου μηνός, του Δεκεμβρίου. Ο Άγιος Αβραάμιος έπρεπε κατά τις ημέρες της νηστείας να βγει στην έρημο του Ρουβά μαζί με τον Ιωάννη το Σχολάριο και τον Αλβάνιο. Εκεί τότε οι άνθρωποι ζήτησαν εκείνες τις ημέρες τη σιωπή σ' αυτή την έρημο, διότι ποθούσαν την ησυχία. Εκεί έμειναν οι τρεις πρόθυμα με την ίδια άσκηση οκτώ χρόνια, έπειτα πέθανε ο Αλβάνιος και όλοι οι μοναχοί κατάλαβαν ότι είχε αποκτήσει το χάρισμα της προφητείας.
Ο μεγάλος όμως Αβραάμιος ήταν ένας ιατρός των ψυχών και των σωμάτων και πολλοί έρχονταν προς τα εκεί, για να ζητήσουν θεραπεία από τις αρρώστιες τους. Έπειτα από λίγον καιρό αρρώστησε ο Ιωάννης ο Σχολάριος με μιά σύντομη ασθένεια και πληροφορήθηκε από το Άγιο Πνεύμα την αποχώρησή του από αυτόν τον κόσμο και ετακτοποίησε ό,τι ήθελε. Μετά παρέλευση τεσσάρων ήμερων από την αρρώστια του ανεχώρησε για τον Χριστό, τον δεύτερο μήνα, δηλαδή τον Ιανουάριο. Τότε, αφού ο Αβραάμιος συμπλήρωσε τα 68 χρόνια της ζωής του, ανέλαβε την ηγουμενία της Μονής μετά από τον Σχολάριο ο Κυριάκος, που έπειτα άφησε την ηγουμενία (*).
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΟΣ ΑΓΙΩΝ - ΑΓΙΟΙ ΤΟΠΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΟΣ ΑΓΙΩΝ - ΑΓΙΟΙ ΤΟΠΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Κυριακή 26 Σεπτεμβρίου 2010
Βίοι Αγίων στους Αγίους Τόπους - O Άγιος Φιλούμενος ο Aγιοταφίτης
Σε όλη τη διάρκεια της υπηρεσίας του ως μέλους της Aγιοταφικής αδελφότητας o π. Φιλούμενος έζησε αθόρυβα και ταπεινά. H ασκητική ζωή και η ακρίβεια της τήρησης των μοναχικών ιδεωδών ήταν τα κυριότερα χαρακτηριστικά που τον διέκριναν. Έχοντας μυηθεί στην πνευματική παράδοση της Εκκλησίας μας από τα πρώτα χρόνια της ζωής του, όπου μόναζε στο Σταυροβούνι, φρόντιζε πάντοτε να μη δημιουργεί εντυπώσεις γύρω από το όνομά του. Κύριο και βασικό μέλημά του ήταν να ζει απερίσπαστα, αθόρυβα και ταπεινά την εν Χριστώ ζωή και να προοδεύει πνευματικά. Αυτοί που δεν τον γνώριζαν καλά, έμεναν ανυποψίαστοι από το ορθόδοξό του ήθος και την πνευματική του ζωή. Πολλές φορές μάλιστα έκανε και το σαλό για να κρύβεται από τον κόσμο. Αναφέρεται ανάμεσα στα άλλα πως για οκτώ χρόνια που ασκήτευε μαζί με τον Αρχιεπίσκοπο Λύδδης Υμέναιο δεν κάθισαν ποτέ σε τραπέζι για να φάνε, αλλά έτρωγαν όρθιοι και μέσα σε κατσαρόλα για άσκηση και απλότητα.
Στο τελευταίο του διακόνημα, στο Φρέαρ του Ιακώβ, τον επισκέπτονταν τακτικά φανατικοί Εβραίοι, οι όποιοι απαιτούσαν να βγάλει το Σταυρό και τις εικόνες από την εκκλησία, αφού το θεωρούσαν προσκύνημα της Ιουδαϊκής θρησκείας. Μάλιστα ένας από αυτούς το επισκεπτόταν καθημερινά και προσευχόταν σ' αυτό. Ο π. Φιλούμενος, πιστός θεματοφύλακας των παραδοσιακών θεσμίων του Παναγίου Τάφου στο χώρο της Παλαιστίνης, εξηγούσε με το ταπεινό και πράο του ύφος πως το Φρέαρ του Ιακώβ ανήκε στους χριστιανούς από πολλούς αιώνες. Θέλοντας μάλιστα να αποφεύγει εντελώς τις προκλήσεις, όταν ο Εβραίος αυτός εισερχόταν στην εκκλησία για να προσευχηθεί, σταματούσε τις ακολουθίες και τις συνέχιζε αργότερα. Στόχος του Εβραίου αυτού, όπως και των άλλων φανατικών, ήταν να μετατραπεί το Φρέαρ του Ιακώβ σε Ιουδαϊκό προσκύνημα με κάθε τρόπο. Έτσι, στις 29 Νοεμβρίου 1979, μέρα που η Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη του Αγίου Φιλουμένου, του επιτέθηκαν με τσεκούρι και τον δολοφόνησαν, ενώ τελούσε τον εσπερινό. Στη συνέχεια λεηλάτησαν την εκκλησιά και φεύγοντας έριξαν χειροβομβίδα, ολοκληρώνοντας το βέβηλο έργο τους. Ανακοίνωση της αστυνομίας έλεγε πως η δολοφονία έγινε με τσεκούρι και χειροβομβίδα «από αγνώστους». Και βέβαια ουδέποτε εξιχνιάστηκε.
Η κηδεία του νεομάρτυρα αρχιμανδρίτη Φιλουμένου του Κυπρίου έγινε στις 4 Δεκεμβρίου 1979, από το ναό της Αγίας Θέκλας. Τάφηκε στο κοιμητήριο της αγιοταφικής αδελφότητας στην Αγία Σιών μέσα σε συνθήκες βαρύτατου πένθους. Τέσσερα χρόνια αργότερα, κατά την κηδεία θανούντος μέλους της αδελφότητας, ανοίχθηκε ο τάφος του π. Φιλουμένου, για να γίνει ανακομιδή των οστών. Όλοι τότε οι παρευρισκόμενοι αντίκρυσαν ένα εξαίρετο και θαυμαστό θέαμα. Το σώμα του νεκρού Αρχιμανδρίτη ήταν ανέπαφο και ευωδίαζε, όπως συμβαίνει και με πάρα πολλά λείψανα Αγίων, όπως του αγίου Σπυρίδωνα, του αγίου Ιωάννου του Ρώσσου και άλλων. Ξανακλείσανε τον τάφο μέχρι τα Χριστούγεννα του 1984, οπότε κατά την κηδεία του αρχιεπισκόπου Πέλλης Κλαυδίου ανοίχθηκε και πάλι. Το σώμα συνέχισε να είναι αναλλοίωτο και να ευωδιάζει, ένδειξη ότι ο ταπεινός δούλος του Θεού Φιλούμενος είχε καταταγεί «εν χώρα ζώντων» ως ένας από τους Αγίους Του. Το λείψανο τοποθετήθηκε με κάθε ευλάβεια σε γυάλινη λειψανοθήκη στο βόρειο τμήμα του Αγίου Βήματος στον ιερό ναό της Αγίας Σιών, όπου και γίνεται αντικείμενο προσκύνησης από χιλιάδες πιστούς.
Παρά το γεγονός ότι μέχρι σήμερα δεν υπάρχει επίσημη πράξη αναγνώρισης της αγιότητάς του, ο πιστός λαός θεωρεί τον π. Φιλούμενο ως άγιο και ως τέτοιον τον τιμά. Η αγία του ζωή, ο μαρτυρικός του θάνατος, το άφθαρτό του σώμα, τα ομολογούμενα θαύματα που έγιναν σε πιστούς μετά το θάνατό του αποτελούν αναντίρρητες μαρτυρίες για την αγιοσύνη του. Η μνήμη του ας είναι αιώνια.
Στο τελευταίο του διακόνημα, στο Φρέαρ του Ιακώβ, τον επισκέπτονταν τακτικά φανατικοί Εβραίοι, οι όποιοι απαιτούσαν να βγάλει το Σταυρό και τις εικόνες από την εκκλησία, αφού το θεωρούσαν προσκύνημα της Ιουδαϊκής θρησκείας. Μάλιστα ένας από αυτούς το επισκεπτόταν καθημερινά και προσευχόταν σ' αυτό. Ο π. Φιλούμενος, πιστός θεματοφύλακας των παραδοσιακών θεσμίων του Παναγίου Τάφου στο χώρο της Παλαιστίνης, εξηγούσε με το ταπεινό και πράο του ύφος πως το Φρέαρ του Ιακώβ ανήκε στους χριστιανούς από πολλούς αιώνες. Θέλοντας μάλιστα να αποφεύγει εντελώς τις προκλήσεις, όταν ο Εβραίος αυτός εισερχόταν στην εκκλησία για να προσευχηθεί, σταματούσε τις ακολουθίες και τις συνέχιζε αργότερα. Στόχος του Εβραίου αυτού, όπως και των άλλων φανατικών, ήταν να μετατραπεί το Φρέαρ του Ιακώβ σε Ιουδαϊκό προσκύνημα με κάθε τρόπο. Έτσι, στις 29 Νοεμβρίου 1979, μέρα που η Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη του Αγίου Φιλουμένου, του επιτέθηκαν με τσεκούρι και τον δολοφόνησαν, ενώ τελούσε τον εσπερινό. Στη συνέχεια λεηλάτησαν την εκκλησιά και φεύγοντας έριξαν χειροβομβίδα, ολοκληρώνοντας το βέβηλο έργο τους. Ανακοίνωση της αστυνομίας έλεγε πως η δολοφονία έγινε με τσεκούρι και χειροβομβίδα «από αγνώστους». Και βέβαια ουδέποτε εξιχνιάστηκε.
Η κηδεία του νεομάρτυρα αρχιμανδρίτη Φιλουμένου του Κυπρίου έγινε στις 4 Δεκεμβρίου 1979, από το ναό της Αγίας Θέκλας. Τάφηκε στο κοιμητήριο της αγιοταφικής αδελφότητας στην Αγία Σιών μέσα σε συνθήκες βαρύτατου πένθους. Τέσσερα χρόνια αργότερα, κατά την κηδεία θανούντος μέλους της αδελφότητας, ανοίχθηκε ο τάφος του π. Φιλουμένου, για να γίνει ανακομιδή των οστών. Όλοι τότε οι παρευρισκόμενοι αντίκρυσαν ένα εξαίρετο και θαυμαστό θέαμα. Το σώμα του νεκρού Αρχιμανδρίτη ήταν ανέπαφο και ευωδίαζε, όπως συμβαίνει και με πάρα πολλά λείψανα Αγίων, όπως του αγίου Σπυρίδωνα, του αγίου Ιωάννου του Ρώσσου και άλλων. Ξανακλείσανε τον τάφο μέχρι τα Χριστούγεννα του 1984, οπότε κατά την κηδεία του αρχιεπισκόπου Πέλλης Κλαυδίου ανοίχθηκε και πάλι. Το σώμα συνέχισε να είναι αναλλοίωτο και να ευωδιάζει, ένδειξη ότι ο ταπεινός δούλος του Θεού Φιλούμενος είχε καταταγεί «εν χώρα ζώντων» ως ένας από τους Αγίους Του. Το λείψανο τοποθετήθηκε με κάθε ευλάβεια σε γυάλινη λειψανοθήκη στο βόρειο τμήμα του Αγίου Βήματος στον ιερό ναό της Αγίας Σιών, όπου και γίνεται αντικείμενο προσκύνησης από χιλιάδες πιστούς.
Παρά το γεγονός ότι μέχρι σήμερα δεν υπάρχει επίσημη πράξη αναγνώρισης της αγιότητάς του, ο πιστός λαός θεωρεί τον π. Φιλούμενο ως άγιο και ως τέτοιον τον τιμά. Η αγία του ζωή, ο μαρτυρικός του θάνατος, το άφθαρτό του σώμα, τα ομολογούμενα θαύματα που έγιναν σε πιστούς μετά το θάνατό του αποτελούν αναντίρρητες μαρτυρίες για την αγιοσύνη του. Η μνήμη του ας είναι αιώνια.
Βίοι Αγίων στους Αγίους Τόπους - Οι φονευθέντες Αββάδες της Ιεράς Λαύρας Αγίου Σάββα
Την εποχή αυτή πέθαναν στη Λαύρα του Αγίου Σάββα Πατέρες, με μαρτυρικό θάνατο, τον οποίο περιέγραψε σαν αυτόπτης μάρτυρας ο Άγιος Στέφανος ο Μελωδός, που υπήρξε Αγιοπολίτης και Σαββαϊτης ( + 807), με προτροπή του Ηγουμένου της Λαύρας Βασιλείου, ο οποίος απουσίαζε τον καιρό της επιδρομής των βαρβάρων. Και είναι αλήθεια ότι το έργο του δεν γράφει όνομα, αλλά στη βιογραφία του Αγίου Στεφάνου του Θαυματουργού ο συγγραφέας της Λεόντιος, μιλώντας για κάποιον ευσεβή άνθρωπο, συμμαθητή του αββά Θεοκτίστου, λέει ότι αυτός εντάχθηκε στο σύνολο των Πατέρων που θανατώθηκαν από τους βαρβάρους στην Μεγίστη Λαύρα, «των οποίων τη διήγηση συνέγραψε ο πανάρετος αββάς Στέφανος, το καύχημα της Λαύρας μας». Το έργο αυτό έχει την εξής επιγραφή: «Εξήγησις, ήτοι μαρτύριον των Αγίων Πατέρων, των αναιρεθέντων υπό των βαρβάρων, ήγουν Σαρακηνών, εν τη Μεγίστη Λαύρα του Αγίου πατρός ημών Σάββα». Ο Στέφανος έκανε πολλούς κανόνες για τους φονευθέντες στη Λαύρα την 20η Μαρτίου.
Ο Στέφανος έγινε αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων στη Λαύρα, «όντας ένας από τους μοναχούς στην ευαγή αυτή Λαύρα, αν και ανάξιος, και ένας από αυτούς που βρέθηκαν εκεί την ώρα της ολέθριας εφόδου και επιθέσεως των βαρβάρων». Η ληστρική αυτή έφοδος και επίθεση των Σαρακηνών κατά της Λαύρας, πρέπει να αποδοθεί στις τάσεις που είχαν αυτοί για λεηλασία, καθώς πίστευαν ότι στα κελλιά των πατέρων θα βρουν θαμμένους άπειρους θησαυρούς. Το 788, όταν ήταν Πατριάρχης ο Ηλίας και ηγούμενος ο Βασίλειος, έγινε μεγάλος εμφύλιος πόλεμος μεταξύ των Σαρακηνών στην Παλαιστίνη. Και αφού διαιρέθηκαν σε δύο στρατόπεδα, διέπραξαν πολλές αναταραχές χρησιμοποιώντας αθέμιτα μέσα? πόσες αρπαγές, αιματοχυσίες και άδικους φόνους έκαναν, πόσα χωριά τα άφησαν ερείπια παραδίδοντάς τα στις φλόγες, αφού πρώτα λεηλάτησαν τους κατοίκους τους και τους έδιωξαν ή τους σκότωσαν, «δεν έχω τη δυνατότητα, ούτε είναι του παρόντος καιρού και του θέματος που ασχολούμαστε να τα διηγηθούμε κατά σειρά», λέει ο Στέφανος. Παντού τα τερατοειδή αυτά όντα επέφεραν φρικτή ερήμωση. Πολυάριθμες και πολυάνθρωπες πόλεις ερημώθηκαν. Την Ελευθερούπολη (πετ τζιπριν) την εκπόρθησαν και την κατάντησαν ακατοίκητη? αλλά και την Ασκαλώνα και τη Γάζα και την Σαριφαία και άλλες πόλεις τις εκπόρθησαν, τις κατέστρεψαν και τις άφησαν βοσκοτόπια. Και έστηναν ενέδρες και απογύμνωναν τους περαστικούς και τους τραυμάτιζαν? κι αυτοί το θεωρούσαν τύχη, γιατί διέφυγαν το θάνατο. Και ο καθένας φρόντιζε πώς να αρπάζει πράγματα που δεν του ανήκαν, και να συγκεντρώνει πλούτο από ξένα χρήματα και πράγματα. Και αν κάποιος από αυτούς τύχαινε να είναι θυμωμένος με κάποιον ή περισσότερο εναντίον των Χριστιανών, άρπαζε την ευκαιρία και προσπαθούσε με βίαιο τρόπο να τον σκοτώσει και να σφετεριστεί τα υπάρχοντά του.
Κι ενώ επικρατούσε αυτή η ακαταστασία, και σαν φλόγα που εξαπλώνεται παντού, πολλοί από αυτούς που κατοικούσαν στους αγρούς και τις κωμοπόλεις, εγκαταλείποντας τα υπάρχοντά τους και επιθυμώντας τη σωτηρία τους, κατέφευγαν στις πολυπληθείς πόλεις, σαν σε καταφύγιο. Και οι κάτοικοι των πόλεων και ιδίως της Αγίας Πόλης, παρατώντας τις δουλειές τους, έσκαβαν τάφρους γύρω από την πόλη και προσπαθούσαν να ανοικοδομήσουν τα τείχη και να σφραγίσουν τις πύλες, και νυχθημερόν τοποθετούσαν φύλακες και σκοπούς, καθώς τους διακατείχε μεγάλος φόβος για τις μαζικές και ξαφνικές ληστρικές εφόδους των επιτιθεμένων. Γιατί ήδη απειλούσαν ότι θα επιτεθούν και κατά της Ιερουσαλήμ, για να τη λεηλατήσουν. Και πραγματικά, προσπάθησαν να την καταλάβουν.
Αλλά οι υπερασπιστές της, αν και ήταν ολιγάριθμοι, κατόρθωσαν να αποκρούσουν τις επιθέσεις τους. Ο ηγούμενος της Λαύρας επέτρεψε σε όσους ήθελαν να φύγουν και να σωθούν στις πόλεις. Αλλά κανείς δεν έφυγε από το ασκητήριο αυτό, ούτε εγκατέλειψε τη Λαύρα. Όλοι με προσευχές και δεήσεις, νύχτα και μέρα παρακαλούσαν το Θεό να πράξει το συμφέρον και το ευάρεστο για τις ψυχές τους. Και παρότρυνε ο ένας τον άλλον λέγοντας: « Αν θελήσει ο Χριστός, τον οποίο νυμφευτήκαμε και για αυτόν κατοικούμε αυτήν την έρημο εγκαταλείποντας ο καθένας την πατρίδα του, να μας σώσει από παράνομα και βαρβαρικά χέρια, μπορεί να το κάνει, καθώς μπορεί εύκολα να κάνει τα πάντα. Αν όμως προστάζει να παραδοθούμε και να πεθάνουμε στα χέρια εκείνων, επειδή ολωσδιόλου γνωρίζει καλά ότι αυτό είναι το καλύτερο, μακάρι να μας παραχωρήσει και κάτι υψηλότερο. Ας δεχτούμε λοιπόν αυτά που παραχωρεί ο Θεός σαν τα πιο συμφέροντα και ας μη γυρίσουμε πίσω στους κοσμικούς θορύβους από φόβο για τους αμαρτωλούς βαρβάρους, δίνοντας έτσι υπόνοια δειλίας, πολύ αισχρό πάθος να το έχει κανείς. Γιατί ο δεσπότης και Σωτήρας μας Ιησούς Χριστός, μας πρόσταξε να μη φοβόμαστε αυτούς που θα μας θανατώσουν το σώμα, αλλά δε μπορούν να μας θανατώσουν την ψυχή.
Πόσο ωραίο είναι να βλέπεις ανθρώπους να αναχωρούν από τον κόσμο και να ακολουθούν τον Χριστό και να πορεύονται στην έρημο, και πόσο αισχρό και αποτρόπαιο και επονείδιστο από την άλλη, να βλέπεις αυτούς που αποξενώθηκαν κάποτε από τον κόσμο και έζησαν πολλά χρόνια στην έρημο, να επιστρέφουν πάλι πίσω στον κόσμο από φόβο ανθρώπινο...Δεν έχουμε πόλεις με τείχη και πύργους για να προστατευτούμε, αλλά έχουμε ακατάλυτο τείχος τον Χριστό... Δεν έχουμε αλυσιδωτό θώρακα και περικεφαλαία και δερμάτινη ασπίδα..., αλλά έχουμε την πανοπλία του πνεύματος, αγάπης και ελπίδας θώρακα και θυρεό πίστεως και σωτήρια περικεφαλαία... Δεν έχουμε στρατιωτική φάλαγγα να μας υπερασπίσει, αλλά «παρεμβαλεί άγγελος Κυρίου κύκλω των φοβουμένων αυτών και ρύσεται αυτούς». Για εμάς είτε ζήσουμε είτε πεθάνουμε, κέρδος μας είναι ο Χριστός? ούτε ήρθαμε να μείνουμε σε αυτή την έρημο επειδή αγαπούσαμε τη ζωή μας. Για χάρη Τίνος επιλέξαμε να κατοικούμε σε αυτή την ακατοίκητη γη; Δεν είναι ξεκάθαρο, ότι για τον Χριστό; Αν λοιπόν θανατωθούμε σε αυτή, θα θανατωθούμε για τον Χριστό, για τον οποίο δείξαμε σύνεση να κατοικήσουμε σε αυτή? τι είναι λοιπόν πιο ευχάριστο και πιο ευτυχές από το να πεθάνουμε για τον Χριστό, ο οποίος πέθανε για την αγάπη του προς εμάς».
Παίρνοντας θάρρος με τέτοια λόγια αποφάσισαν να παραμείνουν στη Λαύρα, καθώς αναλογίζονταν ιδιαίτερα ότι, αν έφευγαν, οι εχθροί θα την κατέστρεφαν, θα κατέκαιγαν την εκκλησία, θα κατεδάφιζαν τα κελλιά και θα καταντούσαν για πάντα ακατοίκητο τον τόπο εκείνο. Οι βάρβαροι συγκεντρώθηκαν στα μέρη γύρω από την παλιά Λαύρα του αββά Χαρίτωνα και σαν ακρίδες και θεόσταλτη οργή, αφού κατέστρεψαν τις γύρω κωμοπόλεις και λεηλάτησαν την ευαγή εκείνη Λαύρα, χωρίς να αφήσουν τίποτα στους εκεί πατέρες και έκαναν τα πάνδεινα εναντίον τους και πολλούς από αυτούς τους υπέβαλαν σε διάφορα βασανιστήρια, έμειναν σε αυτή για αρκετές ημέρες. Και απειλούσαν με οργή και ακόνιζαν τα δόντια τους, σαν αγριόχοιροι και βρυχώνταν σαν λιοντάρια κατά της Μεγίστης Λαύρας, επειδή εκτός από αυτήν, τίποτα δεν είχε μείνει απόρθητο στα περίχωρα, «ως ραξ εν αμπελώνι μετά τρυγητόν».
Και εχθροί της Λαύρας, που ήταν από παλιά γείτονές της και από παλιά διψούσαν να την καταλάβουν και καιροφυλακτούσαν για μια τέτοια ευκαιρία, παρότρυναν και ερέθιζαν τι πλήθος εναντίον της. Οι στρατιώτες που είχαν παραταγμένοι για τη φρούρηση της πόλης, βλέποντάς τους και νομίζοντας ότι θα επιτεθούν κατά της πόλης, τους προϋπάντησαν στα μέρη κοντά στη Βηθλεέμ και αφού έγινε συμπλοκή, σκότωσαν πολλούς από αυτούς και τους καταδίωξαν μέχρι την έρημο. Άλλη φορά τα πλήθη των βαρβάρων συμφώνησαν να επιτεθούν πολύ πρωί στη Λαύρα και να τη λεηλατήσουν.
Αλλά σε κάποια κωμόπολη βρήκαν αρκετές στάμνες γεμάτες κρασί κρυμμένες κάτω από φρύγανα και ήπιαν από αυτό με τόση απληστία και χωρίς μέτρο , ώστε χωρίς να ξεχωρίζει ο ένας τον άλλον συγκρούστηκαν και έτσι ματαιώθηκε ο σκοπός τους.
Κι ενώ αυτά συνέβαιναν για αρκετούς μήνες και οι δρόμοι για την Άγια Πόλη έκλεισαν, μέσα στη Λαύρα διακατέχονταν από φόβο, τρόμο, αγωνία και θλίψη. Τα τρόφιμα μεταφέρονταν, όπως και τώρα, από την Ιερουσαλήμ, και πολλές φορές τα άρπαζαν οι εχθροί. Ακόμα, έμεναν σε ψηλά μέρη, και έτσι καίγονταν από τον καύσωνα τη μέρα και πάγωναν από τον παγετό τη νύχτα και περίμεναν την αιφνιδιαστική ορμή και έφοδο των βαρβάρων? και τοποθέτησαν φύλακες σε ψηλό όρος, για να αναγγείλουν με σινιάλο την παρουσία τους. Και πολλές φορές φάνηκαν πλήθη βαρβάρων και οι εντός της Λαύρας το μάθαιναν και με καμπάνες και σήμαντρα προσκαλούσαν για να συγκεντρωθούν όσοι βρίσκονταν στα κελλιά. Οι Πατέρες βρίσκονταν σε μεγάλη αγωνία και φόβο.
Οι εχθροί της Λαύρας αφού πήραν μαζί τους και άλλους και έγιναν πάνω από εξήντα, αποφάσισαν να επιτεθούν εναντίον της. Οι εντός της Λαύρας έμαθαν για αυτή την επίθεση. Ήταν η 13η μηνός Μαρτίου κατά την ανατολή του ήλιου. Οι Πατέρες συγκεντρώθηκαν τρέχοντας στο συνηθισμένο λόφο. Αλλά μόλις τους είδαν να έρχονται από μακριά, τους κατέλαβε μεγάλος φόβος και διαλύθηκαν.
Οι βάρβαροι, αφού διαιρέθηκαν σε δύο τμήματα, συσκέπτονταν. Και ενώ πλησίαζαν αυτοί, κάποιοι πατέρες πήγαν να τους προϋπαντήσουν με την ελπίδα να τους τιθασεύσουν με τέτοια περίπου παρακλητικά λόγια: «Γιατί έχετε έρθει με τέτοιο τρόπο προς εμάς, σαν να είμαστε εχθροί και να έχουμε κάνει τις μεγαλύτερες αδικίες και τα χειρότερα πράγματα και σαν να σας προσβάλαμε πολύ και να σας κακοποιήσαμε; Εμείς, κύριοι, είμαστε ειρηνικοί απέναντι σε όλους? ούτε εσάς ούτε άλλους λυπήσαμε ή βλάψαμε ποτέ. Και τόσο πολύ μένουμε μακριά από έριδες και μάχες, επειδή εγκαταλείψαμε τις περιουσίες μας και όλο τον κόσμο και κατοικούμε σε αυτή την έρημο, όπως βλέπετε, για να μπορέσουμε απερίφραστα, αφού απομακρυνθήκαμε από κάθε θόρυβο της ζωής και ταραχή και διαφωνία και συναναστροφή, να κλαύσουμε τις αμαρτίες μας και να ευαρεστήσουμε τον Θεό.
Και όχι μόνο δε σας βλάψαμε καθόλου, αλλά και δεν παραλείπουμε να σας ευεργετούμε, όσο μπορούμε? γιατί συνεχώς, όσους από σας τυχαίνει να είναι περαστικοί από εδώ, τους παρέχουμε φιλοξενία και τροφή και ανάπαυση. Μη λοιπόν μας ανταμείψετε με πονηριές αντί για αγαθά, ενώ οφείλετε να μας συγχαίρετε με όση δύναμη έχετε για όσες ευεργεσίες σας προσφέραμε? αλλά και τώρα είμαστε πρόθυμοι να σας δεξιωθούμε με τρόφιμα από αυτά που έχουμε σε αφθονία και όπως συνήθως να σας προσφέρουμε ανάπαυση».
Αλλά αυτοί απάντησαν με ύβρεις και απειλές: «Δεν έχουμε έρθει εδώ για τρόφιμα, αλλά για χρήματα. Έχετε λοιπόν να διαλέξετε ένα από τα δύο, ή να μας δώσετε χρήματα, ή να πεθάνετε από τα βέλη μας».
Οι της Λαύρας απάντησαν: «Πιστέψτε, άνδρες, πιστέψτε ότι είμαστε ταπεινοί και φτωχοί και εντελώς άποροι και δεν έχουμε αφθονία ούτε σε ψωμί για να χορτάσουμε? αλλά δεν έχουμε ούτε περιουσία ούτε πολυτέλεια σε άμφια και ρούχα, κι αν πείτε πάλι για ποσότητα χρυσού, ούτε στο όνειρό μας δε τη φανταστήκαμε ποτέ? περνάμε τη ζωή μας εδώ με στενότητα και αυτάρκεια, έχοντας μόνο τα αναγκαία, και αυτά με ελλείψεις». Αλλά εκείνοι οργισμένοι άδειασαν τις φαρέτρες του κατά των Πατέρων και τραυμάτισαν περίπου τριάντα, άλλους σοβαρά, άλλους ελαφρά? και άρχισαν να γκρεμίζουν τις πόρτες των κελλιών και να αρπάζουν ό,τι έβρισκαν μέσα σε αυτά. Οι Πατέρες φρόντιζαν τους τραυματίες μεταφέροντάς τους σε κοντινό κελλί, «τους οποίους περιποιήθηκε ο άριστος γιατρός και ευλαβέστατος αββάς Θωμάς, ο οποίος μετά από αυτά χειροτονήθηκε ηγούμενος της Παλαιάς Λαύρας (πιθανόν το 796), και, στις αρχές του ενάτου αιώνα, οπότε και έγραφε ο Λεόντιος τη βιογραφία του Στεφάνου του Θαυματουργού, ήταν πατριάρχης Ιεροσολύμων. Προσπαθούσε λοιπόν να τους θεραπεύσει, δίχως να διστάζει να προσφύγει και σε χειρουργικές εγχειρήσεις. Οι βάρβαροι δεν αρκέστηκαν να λεηλατήσουν τα κελλιά αλλά επιχείρησαν να τα πυρπολήσουν. Οι Πατέρες θλίβονταν βαθύτατα, βλέποντας τα οικήματά τους να καίγονται και τους βαρβάρους να αποφασίζουν να εγκαταλείψουν την εκκλησία στις φλόγες. Σήκωναν λοιπόν τα μάτια στον ουρανό και ζητούσαν την εξ ύψους βοήθεια και επικαλούνταν τις πρεσβείες του Αγίου Σάββα.
Οι βάρβαροι, μόλις είδαν κάποιους να έρχονται και υποπτεύθηκαν ότι έρχονται για βοήθεια, αποχώρησαν παίρνοντας μαζί τους τα λάφυρα. Αλλά ακόμα και αν έφυγαν, μεγάλος φόβος τους διακατείχε όλους, διότι φοβούνταν την επιστροφή τους? και μέχρι τη δύση του ήλιου έμειναν αμετακίνητοι. Και την επόμενη συγκεντρώθηκαν και έκαναν λιτανείες και προσευχές, από το πρωί μέχρι αργά το βράδυ? και αυτό το έκαναν συνέχεια όλη εκείνη την εβδομάδα. Και για παρηγοριά όλοι έμεναν σταθεροί στα ίδια, ευχόμενοι να ζήσουν ή να πεθάνουν όλοι μαζί. Και όταν πέρασε η βδομάδα, την εσπέρα του Σαββάτου, την ώρα που επιτελούσαν τη συνηθισμένη αγρυπνία της Κυριακής στην Εκκλησία, δύο μοναχοί «ευλαβείς και σταθεροί στο φρόνημα» έφτασαν τρέχοντας και λουσμένοι στον ιδρώτα. Αυτούς, οι Πατέρες της Παλαιάς Λαύρας, τηρώντας το νόμο της αγάπης και σπρωγμένοι από τη φλόγα της αδελφικής συμπάθειας, τους έστειλαν, για να αναγγείλουν ότι αυτοί που πριν έξι μέρες επιτέθηκαν εναντίον της Λαύρας, οι ασεβείς και βρωμερότατοι, αφού συγκέντρωσαν πολλούς άλλους ομοίους τους όλη τη βδομάδα, προτίθενται να επιτεθούν την επόμενη νύχτα κατά της Λαύρας για να την ερημώσουν και ότι ήδη κατευθύνονται σε αυτήν από τη δύση του ήλιου και ότι έφτασαν μέσα στο φόβο και την αγωνία μήπως τους συναντήσουν καθ' οδόν. Και οι μοναχοί της Λαύρας, μόλις άκουσαν την οδυνηρή είδηση, «σαν να δέχτηκε ο καθένας ρομφαία στην καρδιά, σαν να ζαλίστηκαν από την αμηχανία, σαν να τους ήρθε σκοτοδίνη από τη συμφορά, διαλύθηκε η δύναμη και η οργάνωσή τους». Και μέσα σε θόρυβο και ταραχή άφησαν μερικούς να ψάλλουν στην Εκκλησία και οι περισσότεροι συγκεντρώθηκαν στο συνηθισμένο ύψωμα και διανυκτέρευσαν εκεί ως το πρωί, παγωμένοι από το κρύο της νύχτας και ενώ εσωτερικά ο φόβος πάγωνε το αίμα, εξωτερικά το κρύο πάλι τους συνωθούσε και τους έφερνε κοντά τον έναν στον άλλον. Και δεν σταμάτησαν να παρακαλούν τον Ύψιστο, αν και δε βρίσκονταν στην Εκκλησία, και έριχναν το βλέμμα τους παντού και έτειναν το αυτί τους, μήπως ακούσουν και δουν τους εχθρούς να εμφανίζονται.
Ενώ λοιπόν βρίσκονταν σε τέτοια κατάσταση, φάνηκαν δύο άνθρωποι να βαδίζουν εσπευσμένα, και όταν πλησίασαν, ο ένας ήταν γέροντας μοναχός με ολόλευκα μαλλιά και γένια, και ο άλλος φύλακας και οδηγός. Κατάκοπος από το δρόμο και από τη θλίψη, μόλις που μπορούσε να μιλά και κρατώντας μια μικρή επιστολή στο χέρι του έλεγε ότι από αυτή θα μάθουν το λόγο της παρουσίας του. Άνοιξαν λοιπόν την επιστολή και τη διάβασαν κάτω από το φως της σελήνης και είδαν ότι προερχόταν από τους Πατέρες της Μονής του Αγίου Ευθυμίου. Και είχε το εξής περιεχόμενο: «Θέλουμε να ξέρετε, πατέρες, ότι γνωρίζουμε από ανθρώπους που το ξέρουν καλά, ότι συγκέντρωση πονηρών από τα βόρεια της Αγίας Πόλης συναθροίστηκε με κακό σκοπό και σκέφτεται τη νύχτα αυτή να σας επιτεθεί και να ταλαιπωρήσει και να ερημώσει τη Λαύρα? ασφαλίστε λοιπόν τους εαυτούς σας και να προσεύχεσθε για σας».
Μόλις πήραν στα χέρια τους την επιστολή αυτή οι Πατέρες, κατάλαβαν ότι υπήρχαν δύο συμμορίες, δηλαδή αυτή και εκείνη που ανήγγειλαν οι Παλαιολαυρίτες, οι οποίες ενωμένες επρόκειτο να επιχειρήσουν την έφοδο. Βρισκόμενοι λοιπόν σε αυτή τη δεινή κατάσταση και χωρίς να ελπίζουν σε καμία επίγεια βοήθεια, παρακαλούσαν ασταμάτητα τον Θεό. Ο Στέφανος λέει, «Όμως, αλίμονο, πώς να αντέξω χωρίς δάκρυα την ανάμνηση της φρικτής και ελεεινής εκείνης ώρας; Πώς θα μπορέσω να αναπαραστήσω με το λόγο όσα είδαν τα μάτια μας; Ακόμα κι αν είχα δέκα γλώσσες και άλλα τόσα στόματα (γιατί πραγματικά, τα λόγια για τα πράγματα είναι κατά πολύ κατώτερα και υποδεέστερα), αλλά ούτε ακόμα μπορούν να φανταστούν όσα δέχονται με την ακοή, όπως αυτά που βλέπουν με τα μάτια. Γιατί η εμπειρία και η αίσθηση και των δύο είναι πιο δύσκολη? λοιπόν, ούτε ξυλοκόποι που βρέθηκαν σε πυκνό δάσος, δεν το κατακόβουν τόσο ανελέητα, όπως αυτοί οι ωμοί, θηριώδεις και απάνθρωποι βάρβαροι, σαν σε μακελειό, έκοβαν με τα χτυπήματά τους τα σώματα των πατέρων ανελέητα και χωρίς οίκτο, με αποτέλεσμα όχι να τους εκφοβίσουν ή να προκαλέσουν μέτριο πόνο, αλλά ήδη να τους παραδώσουν σε πικρό θάνατο».
Οι βάρβαροι επιτέθηκαν με μανία. Άλλους τους χτυπούσαν στα νώτα με τα ξίφη, άλλους τους συνέτριβαν τα κεφάλια με μεγάλες και βαριές πέτρες, άλλους τις κνήμες, άλλους με ξύλα και πέτρες τους χτυπούσαν στα πρόσωπα, και δεν υπήρχε ούτε ένας που να μην έχει βαφτεί με αίμα. Και αφού «σαν σε σιδηρουργείο σφυροκόπησαν τους όσιους» αρκετά, τους οδηγούσαν όλους μαζί από παντού, με λιθοβολισμούς και άγριες φωνές, από ψηλά μέσα από το χείμαρρο στην Εκκλησία. Κάποιοι Πατέρες προσπαθούσαν να κρυφτούν σε σπηλιές και σε σχισμές βράχων, καθώς δε μπορούσαν να υπομείνουν τους βασανισμούς αυτούς. Λίγοι όμως τα κατάφεραν να μείνουν κρυμμένοι. Τον «Ηγουμενειάρχη», δηλαδή αυτόν που είχε διακονία να υποδέχεται τους ξένους που θα έμεναν στη Λαύρα, ο οποίος ονομάζονταν Ιωάννης «ευλαβής και επιεικής στο χαρακτήρα και νέος στην ηλικία», αφού τον αναγνώρισαν, του επιτέθηκαν με χιλιάδες χτυπήματα και λιθοβολισμούς και τον μαστίγωσαν, αφήνοντάς τον σχεδόν ημιθανή, και έπειτα, σέρνοντάς τον από τα πόδια μέσα από κακοτράχαλα, γεμάτα πέτρες μέρη, από πάνω, από την κορφή του όρους, τον κατέβασαν ως την Εκκλησία γδέρνοντας όλο το δέρμα της πλάτης και του πίσω μέρους του σώματός του και τον άφησαν ξέπνοο στην αυλή της Εκκλησίας. Αυτός, αφού βασανίστηκε πάλι με καπνό, πέθανε. Οι βάρβαροι, αφού τοποθέτησαν φρουρούς σε ψηλά σημεία, επανέφεραν στη Λαύρα με τη βία όσους προσπαθούσαν να διαφύγουν.
Κάποιος Σέργιος Δαμασκηνός, βλέποντας τους Πατέρες να τους συνωστίζουν στην Εκκλησία, επειδή γνώριζε, σαν μαθητής του ηγουμένου, τον τόπο, όπου βρίσκονταν άμφια ιερά κρυμμένα και πράγματα της Εκκλησίας, επειδή φοβήθηκε μήπως τον βασανίσουν και αναγκαστεί να αποκαλύψει το μέρος, σκέφτηκε να δραπετεύσει. Αυτόν οι παραταγμένοι φρουροί τον κατάλαβαν που έφυγε και απομακρύνθηκε κάπως από τη Λαύρα, και κατέβηκαν, τον συνέλαβαν και τρυπώντας τον με τα ξίφη, τον ανάγκαζαν να επιστρέψει στη Λαύρα. Και επειδή δεν ήθελε, ένας από τους βαρβάρους τον χτύπησε τρεις φορές με το μαχαίρι του στον τράχηλο και αφού τον έσπρωξαν στον χείμαρρο, έριξαν από πάνω του μεγάλες πέτρες, και έτσι συνέτριψαν όλο του το σώμα. Το λείψανό του, όταν αναχώρησαν οι βάρβαροι, το πήραν οι Πατέρες και το τοποθέτησαν σε όσιες θήκες μαζί με τους υπόλοιπους που φονεύθηκαν αυτή τη μέρα. Οι βάρβαροι έστειλαν κάποιους ανατολικά του χειμάρρου, από όπου φαίνονται καλά τα δυτικά μέρη, για να επιβλέπουν αυτούς που φεύγουν ή κρύβονται σε σπηλιές ή κάτω από βράχους και να το αναγγέλλουν με φωνή και χειρονομία. Κι έτσι κανείς δεν μπόρεσε να διαφύγει από το θανατηφόρο αυτό δίχτυ, καθώς όλοι παντού αναζητούνταν και καταμαρτυρούνταν.
Κάποιοι από τους αδελφούς κατέφυγαν σε μια πολύ στενή σπηλιά, όπου έλπιζαν ότι θα διαφύγουν τη μανία των διωκτών τους. Κάποιος όμως από τους φρουρούς προς τα ανατολικά, τους είδε να μπαίνουν σε αυτή και τους υπέδειξε δείχνοντας με το δάκτυλο και φωνάζοντας δυνατά. Ήρθε λοιπόν κάποιος από αυτούς με ξίφος και από την είσοδο της σπηλιάς πρόσταζε με κραυγές και απειλές να βγουν έξω. Αυτοί όμως, που ήταν πέντε στον αριθμό, βλέποντας ότι έγιναν αντιληπτοί και ότι θα παραδίνονταν σε πικρά βάσανα, διακατέχονταν από φόβο και τρόμο. Τότε ένας από αυτούς, που ονομάζονταν Πατρίκιος, γεμάτος από θείο ζήλο, αγάπη και φιλαδελφία, είπε στους υπόλοιπους αδελφούς: « Δείξτε θάρρος, αδελφοί μου αγαπητοί και ομόψυχοι ? εγώ αποδέχομαι σήμερα τον κίνδυνο για μας και τον θάνατο? εγώ για χάρη της δικιάς σας σωτηρίας πρόθυμα παραδίδω τον εαυτό μου στα χέρια των ανελέητων βαρβάρων? εσείς καθίστε εδώ σιωπηλά και χωρίς φωνές και θα μείνετε απλησίαστοι στο σπήλαιο». Όρμησε τότε θαρραλέα έξω από το σπήλαιο και είπε στον βάρβαρο ότι είναι έτοιμος να τον ακολουθήσει. Αλλά αυτός επέμενε να βγουν έξω και οι υπόλοιποι. Ο γενναίος στρατιώτης του Χριστού Πατρίκιος ισχυρίζονταν και έλεγε ότι ήταν ολομόναχος στο σπήλαιο και έτσι τους έσωσε. Αυτοί οι φονικοί και εκδικητικοί συγκέντρωσαν τους Πατέρες, κάποιους στην Εκκλησία, κάποιους στο ηγουμενείο, και αφού συνέλαβαν αυτούς που φαίνονταν να είναι ξεχωριστοί και πρώτοι ανάμεσα στους μοναχούς, τους είπαν: « Εξαγοράστε τους εαυτούς σας και την Εκκλησία σας για τέσσερις χιλιάδες νομίσματα, αλλιώς αμέσως διατάζουμε να σας αποκεφαλίσουν και βάζουμε φωτιά στο ναό σας».
Οι Πατέρες παρακαλούσαν λέγοντας: «Λυπηθείτε μας, για το Θεό, και μη χύνετε τα αίματά μας σήμερα? κι αυτή την ποσότητα χρυσού που λέτε, ούτε την έχουμε, ούτε την είχαμε ποτέ. Και αν θέλετε, κοιτάξτε στα ιμάτια που φοράμε και στα προσωπικά μας κελλιά θα σας οδηγήσουμε και όλα τα υπάρχοντά μας θα σας δείξουμε χωρίς να σας κρύψουμε τίποτα και πρόθυμα θα σας τα δώσουμε? σας παρακαλούμε μόνο να μας αφήσετε να ζήσουμε, έστω και γυμνούς».
Αλλά αυτοί αγρίευαν και αφού τους έβγαλαν από το ηγουμενείο, προσκαλούσαν τους Αιθίοπες που ήταν μαζί τους, να φέρουν τα ξίφη και να γδάρουν τους Πατέρες. Και κουνούσαν απειλητικά τα γυμνά τους ξίφη μουγκρίζοντας και τον Οικονόμο τον έστησαν στον τοίχο τεντώνοντας τα χέρια του σταυροειδώς και επρόκειτο να τον τοξεύσουν. Και απειλούσαν ότι όλους θα τους σκοτώσουν αν δε φέρουν αυτά που τους ζητούσαν και αν δε φανερώσουν τα κρυμμένα χρυσά και αργυρά σκεύη της Εκκλησίας και κειμήλια. Οι Πατέρες αγωνίζονταν να τους πείσουν ότι δεν έχουν ούτε χρυσό , ούτε θησαυρό. Τότε εκείνοι είπαν: « Φανερώστε μας τους εκλεκτούς και τους προύχοντες ανάμεσά σας, τους ταμίες και τους διοικητές και φύλακες της Λαύρας και των πραγμάτων της Εκκλησίας, ή αμέσως σας αφαιρούμε τη ζωή».
Και οι Πατέρες απάντησαν: «Σας είπαμε ήδη ότι δεν έχουμε τίποτα από αυτά που ζητάτε? και αν ψάχνετε τον ηγούμενό μας, μάθετε ότι δεν βρίσκεται εδώ? όλοι οι υπόλοιποι είμαστε ίσοι και ομότιμοι». Και πράγματι ο ηγούμενος ήταν απών για ανάγκες της Λαύρας.
Και ενώ τους εκφόβιζαν για πολλές ώρες, βλέποντας ότι δεν πετυχαίνουν τίποτα και ότι είναι έτοιμοι να φονευθούν, τους κατέβασαν στην Εκκλησία. Οι βάρβαροι απαιτούσαν να παρουσιαστεί σε αυτούς ο γιατρός αββάς Θωμάς, που διατελούσε ηγούμενος της Παλαιάς Λαύρας, όταν έγραφε ο Στέφανος, νομίζοντας ότι θα βρουν χρήματα πάνω του. Κι επειδή δεν τον γνώριζαν κατά πρόσωπο, απαιτούσαν να τους τον υποδείξουν. Αλλά οι Πατέρες, «ως αληθώς ευγενείς και θεοσεβείς και φιλάδελφοι», αν και τον είχαν ανάμεσά τους, δεν τον φανέρωσαν ούτε με υπόδειξη, ούτε με λόγια , ούτε με νεύμα. Οι βάρβαροι εξαγριώθηκαν περισσότερο από αυτό, και αν και ένιωσαν θαυμασμό και έκπληξη για την αγάπη, τη φιλάδελφη σχέση και την αντίσταση των Πατέρων, τους χτυπούσαν με ραβδιά και τους λόγχιζαν με μαχαίρια και βέλη, για να τους υποδείξουν αυτόν που ζητούσαν. Κι επειδή δεν κατόρθωσαν τίποτα, τους συγκέντρωσαν όλους στο βάθος του σπηλαίου και στο στόμιό του άναψαν φωτιά. Το σπήλαιο αυτό είναι η Θεόκτιστος Εκκλησία, την οποία ο Στέφανος περιγράφει ως εξής: «η Θεόκτιστος αυτή Εκκλησία είναι ευρύχωρο σπήλαιο, που από την πρόνοια βρέθηκε σε τέτοια θέση, που να μοιάζει με εκκλησία και για αυτό πήρε αυτή την ονομασία, καθώς έχει κόγχη προς την ανατολή. Και κατά το βόρειο μέρος υπάρχει μία κάθοδος με βαθουλωτό σχήμα, το οποίο το λάξευσαν οι πρώην Πατέρες και το έκαναν διακονικό, και πιο μέσα από το διακονικό κειμηλιαρχείο, δηλαδή σκευοφυλάκιο? και ακόμα πιο μέσα από αυτό, μια σχισμή βαθιά, σαν δρόμος σκοτεινός και στενός, που οδηγεί σπειροειδώς πάνω στο ηγουμενείο, μέσα από την οποία ο μακάριος πατέρας μας Σάββας κάποτε κατέβαινε στην Εκκλησία, υπάρχει όπως ακριβώς όταν ζούσε εκείνος. Και μετά από αυτά οι κατά καιρούς ηγούμενοι έφραξαν από πάνω αυτή τη δίοδο και έμεινε αυτή η σχισμή χωρίς έκβαση και διέξοδο και γεμάτη βαθύτατο σκοτάδι, ώστε και χωρίς καπνό να είναι βασανιστικό το κλείσιμο εκεί μέσα».
Αφού λοιπόν τους έριξαν μέσα σε αυτό το σπήλαιο, άναψαν φωτιά στο στόμιό του. Κι επειδή τα καλάμια ήταν υγρά, σχηματίζονταν πολύς πυκνός καπνός, ο οποίος περιελίσσονταν στο στενό αυτό χώρο, και μη βρίσκοντας διέξοδο παραπάνω βασάνιζε και έπνιγε τους Πατέρες προκαλώντας φοβερή δυσφορία. Και αφού τους άφησαν για αρκετή ώρα να πνίγονται, ύστερα φώναξαν: «Βγείτε έξω, μοναχοί, βγείτε έξω». Και αυτοί βγαίνοντας αναγκάζονταν να περάσουν μέσα από τις φλόγες? αλλά όλα τους φαίνονταν προτιμότερα από αυτή την ασφυκτική κατάσταση και τον πνιγμό. Και πολλών τα πόδια και οι τρίχες του κεφαλιού ,των γενιών, των φρυδιών και των βλεφάρων κάηκαν. Και αφού βγήκαν έξω, έπεφταν στο έδαφος και αχόρταγα ανέπνεαν τον καθαρό αέρα. Κι έπειτα πάλι οι δήμιοι τους εξέταζαν, πιστεύοντας ότι με τους βασανισμούς θα τα ομολογήσουν όλα με ευκολία? και τους έλεγαν: «Δείξτε μας τους πρώτους και τους ηγέτες, και τις κρύπτες της Εκκλησίας, ή θα σας σκοτώσουμε με χειρότερο τρόπο».
Αλλά αυτοί, σταθεροί και καρτερικοί στα δεινά και τους φοβερούς κινδύνους, περισσότερο είχαν στραμμένο το νου τους στις προσευχές, παρά σε εκείνους, και ένας έλεγε το «Κύριε, δέξαι την ψυχήν μου εν ειρήνη», άλλος το «Κύριε, εις χείρας σου παρατίθημι το πνεύμα μου», άλλος «Κύριε, μνήσθητί μου, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου», και άλλος προσκόμιζε άλλη ικεσία στο Θεό.
Και στους βαρβάρους έλεγαν, όπως και προηγουμένως: «Αν θέλετε τα ιμάτιά μας και τα πράγματα στα κελλιά μας, μπορείτε να τα πάρετε όλα με αφθονία και χωρίς εμπόδιο? αν πάλι επιθυμείτε να μας σκοτώσετε, κάντε το σύντομα? γιατί δεν θα ακούσετε τίποτα άλλο από μας».
Βλέποντας λοιπόν ότι δεν κατορθώνουν τίποτα, και ενώ εξεπλάγησαν από τη σχέση, τη στοργή, την καρτερία και τη φιλαδελφία μεταξύ τους, έβαλαν και πάλι τους Πατέρες μέσα στο σπήλαιο με σπρωξιές και χτυπήματα, αν και παρακαλούσαν να θανατωθούν καλύτερα έξω, παρά να δοκιμάσουν και πάλι τον πνιγηρό καπνό. Και έβαλαν πιο ζωηρή φωτιά και ο καπνός έβγαινε πυκνότερος και αφού τους άφησαν για πολλή ώρα και νόμισαν ότι πολλοί πέθαναν, τους πρόσταζαν να βγουν έξω. Και αυτοί, αφού πέρασαν πάλι, όπως και πριν, μέσα από τις φλόγες, μόλις βγήκαν έξω στον καθαρό αέρα ημιθανείς, ανέπνεαν με όλες τις δυνάμεις των πνευμόνων τους, και παρ' ολίγον όλοι να πέθαιναν. Αλλά αυτοί που βρέθηκαν στο βάθος του σπηλαίου, μη μπορώντας να υποφέρουν τη σφοδρότητα του καπνού, πέθαναν? και ήταν δεκαοκτώ στον αριθμό. Και αυτούς που ίσα - ίσα διασώθηκαν από τη φωτιά και τον καπνό, ενώ ήταν ακόμη λιπόθυμοι, τους βασάνιζαν, τους χτυπούσαν και τους ποδοπατούσαν.
Και βλέποντας ότι δεν κατορθώνουν τίποτα από αυτά που ήλπιζαν, διασκορπίστηκαν στα κελλιά και αφού συνέτριψαν τις πόρτες με μεγάλες πέτρες, όλα όσα βρήκαν εκεί, στο ηγουμενείο και στην εκκλησία, τα πήραν ως λάφυρα και αφού τα φόρτωσαν στις καμήλες της Λαύρας, έφυγαν. Και μετά από πολλές ώρες οι Πατέρες που αισθάνονταν κάπως καλύτερα σηκώθηκαν και άρχισαν να φροντίζουν τους βαριά τραυματισμένους. Και κατά τη δύση του ήλιου, αφού κόπασε ο καπνός, άναψαν κεριά και μπήκαν στο σπήλαιο. Αυτοί που βρισκόταν μέσα σε αυτό ήταν πεσμένοι με το πρόσωπο και τα ρουθούνια τους μέσα στο χώμα, ενώ άλλοι είχαν το πρόσωπο καλυμμένο με τα ρούχα τους, για να αποφύγουν λίγο τη σφοδρότητα του καπνού, και όλοι ήταν νεκροί πεσμένοι μπρούμυτα. Κι αφού τους έβγαλαν έξω με δάκρυα και θρήνους, τους τοποθέτησαν στην αυλή της Εκκλησίας μαζί με τον αββά Σέργιο, που καρατομήθηκε? και έτσι τα θύματα της βαρβαρικής επιδρομής των Αγαρηνών έφτασαν τα δεκαεννιά. Και με μεγάλο θρήνο και οδυρμό τέλεσαν το συνηθισμένο κανόνα κηδεύοντας όλους μαζί σε μία θήκη και θάβοντάς τους μέσα στα ίδια ματωμένα ιμάτια. Μετά από τη δεύτερη έξοδο των Πατέρων από το άντρο εκείνο των βασανιστηρίων, και ενώ έμειναν μέσα σε αυτό νεκροί οι μακάριοι μάρτυρες, είδε κάποιος αδελφός έναν από τους νεκρούς, που ονομάζονταν Κοσμάς, να στέκεται μόνος του μπροστά στο ιερό, με το κεφάλι του αλειμμένο λάδι και το πρόσωπό του χαρούμενο και κοκκινωπό, και απορούσε αναλογιζόμενος πρώτον τη φαιδρότητα και τη χαρά της όψης του, και δεύτερον πώς τον άφησαν αυτόν μόνο του ανενόχλητο, αγνοώντας ότι είναι ένας από τους νεκρούς.
Και όταν αναχώρησαν οι βάρβαροι, κάποιος γέροντας ησυχαστής, που πέρασε πολλά χρόνια στις ερήμους, ονομαζόμενος Σέργιος, πενθώντας και θρηνώντας για όλα αυτά τα θλιβερά συμβάντα, αφού άναψε μια λαμπάδα, μπήκε στη Θεόκτιστη Εκκλησία και θέλοντας να προχωρήσει ακόμα βαθύτερα και να δει ποιοι και πόσοι πέθαναν, είδε και αυτός τον αββά Κοσμά να βγαίνει από το άντρο με τέτοια λαμπρότητα. Και αφού έβαλαν μετάνοια ο ένας στον άλλον, όπως συνηθίζεται, ο Κοσμάς μπήκε στο ιερό λέγοντας: «Προσευχήσου για μένα». Ο Σέργιος μπήκε μέσα βιαστικά και εξέταζε και ψηλαφούσε τα πρόσωπα των νεκρών, ανάμεσα στους οποίους είδε και αυτόν τον αββά Κοσμά να κείτεται νεκρός χωρίς πνοή και έντρομος βγήκε έξω γρήγορα επιθυμώντας να τον προφτάσει. Όμως, ενώ τον αναζήτησε παντού, δεν μπόρεσε να τον βρει. Κατάλαβε λοιπόν ότι αυτό που είδε ήταν θεϊκή οπτασία, για να φανερωθεί η οσία τελείωση και η αθανασία και μακαριότητα που τους περίμενε. Οι περισσότεροι Πατέρες ήταν τραυματισμένοι, άλλοι στα χέρια, άλλοι στα πόδια ή σε κάποιο άλλο μέρος του σώματος? και οι περισσότεροι είχαν συντριμμένα τα κεφάλια τους.
Και σε αυτή την περίσταση αποδείχτηκε η ιατρική ικανότητα του αββά Θωμά, ο οποίος καθαρίζοντας τις πληγές και απογυμνώνοντας το κρανίο, με τρυπάνι, σμίλη και σφυρί αφαιρούσε τα σπασμένα και κομματιασμένα μικρά οστά, ώστε να φαίνεται και ο ίδιος ο υμένας που περιέχει τον εγκέφαλο και να αναβλύζει συχνά αίμα και πύον. Κάποιος γέροντας, «ακέραιος τω τρόπω», που τραυματίστηκε σοβαρά από ξίφος στο χέρι, και ενώ ο Θωμάς ήθελε να του κόψει το χέρι από τον ώμο με πριόνι, γιατί δεν υπήρχε ελπίδα θεραπείας, , βλέποντας τις οδύνες που υπέφεραν οι Πατέρες την ώρα που θεραπεύονταν, δεν τόλμησε να υποστεί την αποκοπή του χεριού. Και όταν αυτό σάπισε και έγινε σκωληκόβρωτο, μετά από λίγες μέρες, πέθανε και προστέθηκε στον αριθμό των αγίων μαρτύρων, και έτσι ο αριθμός των θυμάτων ανήλθε στους είκοσι.
«Αλλ' είπερ και αυτικ' Ολύμπιος ουκ ετέλεσεν, εκ τε και οψέ τελεί». «Η δίκη, η πάνθ' ορώσα» τους βρήκε. Ο Θεός τιμώρησε τους βαρβάρους που επιτέθηκαν κατά της Λαύρας και υπέβαλαν τους μοναχούς της σε φοβερό και ανήκουστο μαρτύριο, διότι, αφού έπεσε λοιμός, πέθαιναν από αρρώστια, λιμό και αξιολύπητο θάνατο, τόσο μαζικά και ο ένας μετά τον άλλον, ώστε δεν επαρκούσαν για να θάβουν τους νεκρούς και τους κάλυπταν πρόχειρα με λίγο χώμα ή τους έριχναν σε σπηλιές ή σχισμές, έτσι που τα σκυλιά τους ξέθαβαν και τους κατασπάραζαν. Και όλοι απορούσαν με τον αιφνίδιο αυτό όλεθρο και αφανισμό και τον απέδιδαν σε θεία τιμωρία, καθώς ήξεραν και τα λόγια του Προφητάνακτα: «Πώς έφτασαν στην ερήμωση; Ξάφνου χάθηκαν, καταστράφηκαν για την ανομία τους, όπως το όνειρο όταν ξυπνάμε».
Ο Στέφανος ο Μελωδός μνημονεύει και τον Χριστόφορο, του Νικηφόρου στρατιώτη και μάρτυρα του Χριστού, που έχει και το όνομά Του, ο οποίος πριν λίγα χρόνια πέρασε από την απιστία στην ευσεβή πίστη «από Περσική και άκαρπη αγριελιά, εμβολιάστηκε και έγινε καρποφόρα ελιά». Και αφού βαπτίστηκε και πήρε το μοναχικό σχήμα και καταγράφηκε στην ιερή ποίμνη του Χριστού, φονεύθηκε με ξίφος, αφού συκοφαντήθηκε από αρνησίθεο άνθρωπο στον πρωτοσύμβουλο των Σαρακηνών, τη 14η του Απριλίου, τρεις μέρες πριν από τη Σταύρωση του Κυρίου. Η δεύτερη αυτή καταστροφή έγινε την Τετάρτη της Μεγάλης Εβδομάδας, την 20η Μαρτίου, τη μέρα που γιορτάζει η Εκκλησία τη μνήμη αυτών.
Ο Στέφανος έγινε αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων στη Λαύρα, «όντας ένας από τους μοναχούς στην ευαγή αυτή Λαύρα, αν και ανάξιος, και ένας από αυτούς που βρέθηκαν εκεί την ώρα της ολέθριας εφόδου και επιθέσεως των βαρβάρων». Η ληστρική αυτή έφοδος και επίθεση των Σαρακηνών κατά της Λαύρας, πρέπει να αποδοθεί στις τάσεις που είχαν αυτοί για λεηλασία, καθώς πίστευαν ότι στα κελλιά των πατέρων θα βρουν θαμμένους άπειρους θησαυρούς. Το 788, όταν ήταν Πατριάρχης ο Ηλίας και ηγούμενος ο Βασίλειος, έγινε μεγάλος εμφύλιος πόλεμος μεταξύ των Σαρακηνών στην Παλαιστίνη. Και αφού διαιρέθηκαν σε δύο στρατόπεδα, διέπραξαν πολλές αναταραχές χρησιμοποιώντας αθέμιτα μέσα? πόσες αρπαγές, αιματοχυσίες και άδικους φόνους έκαναν, πόσα χωριά τα άφησαν ερείπια παραδίδοντάς τα στις φλόγες, αφού πρώτα λεηλάτησαν τους κατοίκους τους και τους έδιωξαν ή τους σκότωσαν, «δεν έχω τη δυνατότητα, ούτε είναι του παρόντος καιρού και του θέματος που ασχολούμαστε να τα διηγηθούμε κατά σειρά», λέει ο Στέφανος. Παντού τα τερατοειδή αυτά όντα επέφεραν φρικτή ερήμωση. Πολυάριθμες και πολυάνθρωπες πόλεις ερημώθηκαν. Την Ελευθερούπολη (πετ τζιπριν) την εκπόρθησαν και την κατάντησαν ακατοίκητη? αλλά και την Ασκαλώνα και τη Γάζα και την Σαριφαία και άλλες πόλεις τις εκπόρθησαν, τις κατέστρεψαν και τις άφησαν βοσκοτόπια. Και έστηναν ενέδρες και απογύμνωναν τους περαστικούς και τους τραυμάτιζαν? κι αυτοί το θεωρούσαν τύχη, γιατί διέφυγαν το θάνατο. Και ο καθένας φρόντιζε πώς να αρπάζει πράγματα που δεν του ανήκαν, και να συγκεντρώνει πλούτο από ξένα χρήματα και πράγματα. Και αν κάποιος από αυτούς τύχαινε να είναι θυμωμένος με κάποιον ή περισσότερο εναντίον των Χριστιανών, άρπαζε την ευκαιρία και προσπαθούσε με βίαιο τρόπο να τον σκοτώσει και να σφετεριστεί τα υπάρχοντά του.
Κι ενώ επικρατούσε αυτή η ακαταστασία, και σαν φλόγα που εξαπλώνεται παντού, πολλοί από αυτούς που κατοικούσαν στους αγρούς και τις κωμοπόλεις, εγκαταλείποντας τα υπάρχοντά τους και επιθυμώντας τη σωτηρία τους, κατέφευγαν στις πολυπληθείς πόλεις, σαν σε καταφύγιο. Και οι κάτοικοι των πόλεων και ιδίως της Αγίας Πόλης, παρατώντας τις δουλειές τους, έσκαβαν τάφρους γύρω από την πόλη και προσπαθούσαν να ανοικοδομήσουν τα τείχη και να σφραγίσουν τις πύλες, και νυχθημερόν τοποθετούσαν φύλακες και σκοπούς, καθώς τους διακατείχε μεγάλος φόβος για τις μαζικές και ξαφνικές ληστρικές εφόδους των επιτιθεμένων. Γιατί ήδη απειλούσαν ότι θα επιτεθούν και κατά της Ιερουσαλήμ, για να τη λεηλατήσουν. Και πραγματικά, προσπάθησαν να την καταλάβουν.
Αλλά οι υπερασπιστές της, αν και ήταν ολιγάριθμοι, κατόρθωσαν να αποκρούσουν τις επιθέσεις τους. Ο ηγούμενος της Λαύρας επέτρεψε σε όσους ήθελαν να φύγουν και να σωθούν στις πόλεις. Αλλά κανείς δεν έφυγε από το ασκητήριο αυτό, ούτε εγκατέλειψε τη Λαύρα. Όλοι με προσευχές και δεήσεις, νύχτα και μέρα παρακαλούσαν το Θεό να πράξει το συμφέρον και το ευάρεστο για τις ψυχές τους. Και παρότρυνε ο ένας τον άλλον λέγοντας: « Αν θελήσει ο Χριστός, τον οποίο νυμφευτήκαμε και για αυτόν κατοικούμε αυτήν την έρημο εγκαταλείποντας ο καθένας την πατρίδα του, να μας σώσει από παράνομα και βαρβαρικά χέρια, μπορεί να το κάνει, καθώς μπορεί εύκολα να κάνει τα πάντα. Αν όμως προστάζει να παραδοθούμε και να πεθάνουμε στα χέρια εκείνων, επειδή ολωσδιόλου γνωρίζει καλά ότι αυτό είναι το καλύτερο, μακάρι να μας παραχωρήσει και κάτι υψηλότερο. Ας δεχτούμε λοιπόν αυτά που παραχωρεί ο Θεός σαν τα πιο συμφέροντα και ας μη γυρίσουμε πίσω στους κοσμικούς θορύβους από φόβο για τους αμαρτωλούς βαρβάρους, δίνοντας έτσι υπόνοια δειλίας, πολύ αισχρό πάθος να το έχει κανείς. Γιατί ο δεσπότης και Σωτήρας μας Ιησούς Χριστός, μας πρόσταξε να μη φοβόμαστε αυτούς που θα μας θανατώσουν το σώμα, αλλά δε μπορούν να μας θανατώσουν την ψυχή.
Πόσο ωραίο είναι να βλέπεις ανθρώπους να αναχωρούν από τον κόσμο και να ακολουθούν τον Χριστό και να πορεύονται στην έρημο, και πόσο αισχρό και αποτρόπαιο και επονείδιστο από την άλλη, να βλέπεις αυτούς που αποξενώθηκαν κάποτε από τον κόσμο και έζησαν πολλά χρόνια στην έρημο, να επιστρέφουν πάλι πίσω στον κόσμο από φόβο ανθρώπινο...Δεν έχουμε πόλεις με τείχη και πύργους για να προστατευτούμε, αλλά έχουμε ακατάλυτο τείχος τον Χριστό... Δεν έχουμε αλυσιδωτό θώρακα και περικεφαλαία και δερμάτινη ασπίδα..., αλλά έχουμε την πανοπλία του πνεύματος, αγάπης και ελπίδας θώρακα και θυρεό πίστεως και σωτήρια περικεφαλαία... Δεν έχουμε στρατιωτική φάλαγγα να μας υπερασπίσει, αλλά «παρεμβαλεί άγγελος Κυρίου κύκλω των φοβουμένων αυτών και ρύσεται αυτούς». Για εμάς είτε ζήσουμε είτε πεθάνουμε, κέρδος μας είναι ο Χριστός? ούτε ήρθαμε να μείνουμε σε αυτή την έρημο επειδή αγαπούσαμε τη ζωή μας. Για χάρη Τίνος επιλέξαμε να κατοικούμε σε αυτή την ακατοίκητη γη; Δεν είναι ξεκάθαρο, ότι για τον Χριστό; Αν λοιπόν θανατωθούμε σε αυτή, θα θανατωθούμε για τον Χριστό, για τον οποίο δείξαμε σύνεση να κατοικήσουμε σε αυτή? τι είναι λοιπόν πιο ευχάριστο και πιο ευτυχές από το να πεθάνουμε για τον Χριστό, ο οποίος πέθανε για την αγάπη του προς εμάς».
Παίρνοντας θάρρος με τέτοια λόγια αποφάσισαν να παραμείνουν στη Λαύρα, καθώς αναλογίζονταν ιδιαίτερα ότι, αν έφευγαν, οι εχθροί θα την κατέστρεφαν, θα κατέκαιγαν την εκκλησία, θα κατεδάφιζαν τα κελλιά και θα καταντούσαν για πάντα ακατοίκητο τον τόπο εκείνο. Οι βάρβαροι συγκεντρώθηκαν στα μέρη γύρω από την παλιά Λαύρα του αββά Χαρίτωνα και σαν ακρίδες και θεόσταλτη οργή, αφού κατέστρεψαν τις γύρω κωμοπόλεις και λεηλάτησαν την ευαγή εκείνη Λαύρα, χωρίς να αφήσουν τίποτα στους εκεί πατέρες και έκαναν τα πάνδεινα εναντίον τους και πολλούς από αυτούς τους υπέβαλαν σε διάφορα βασανιστήρια, έμειναν σε αυτή για αρκετές ημέρες. Και απειλούσαν με οργή και ακόνιζαν τα δόντια τους, σαν αγριόχοιροι και βρυχώνταν σαν λιοντάρια κατά της Μεγίστης Λαύρας, επειδή εκτός από αυτήν, τίποτα δεν είχε μείνει απόρθητο στα περίχωρα, «ως ραξ εν αμπελώνι μετά τρυγητόν».
Και εχθροί της Λαύρας, που ήταν από παλιά γείτονές της και από παλιά διψούσαν να την καταλάβουν και καιροφυλακτούσαν για μια τέτοια ευκαιρία, παρότρυναν και ερέθιζαν τι πλήθος εναντίον της. Οι στρατιώτες που είχαν παραταγμένοι για τη φρούρηση της πόλης, βλέποντάς τους και νομίζοντας ότι θα επιτεθούν κατά της πόλης, τους προϋπάντησαν στα μέρη κοντά στη Βηθλεέμ και αφού έγινε συμπλοκή, σκότωσαν πολλούς από αυτούς και τους καταδίωξαν μέχρι την έρημο. Άλλη φορά τα πλήθη των βαρβάρων συμφώνησαν να επιτεθούν πολύ πρωί στη Λαύρα και να τη λεηλατήσουν.
Αλλά σε κάποια κωμόπολη βρήκαν αρκετές στάμνες γεμάτες κρασί κρυμμένες κάτω από φρύγανα και ήπιαν από αυτό με τόση απληστία και χωρίς μέτρο , ώστε χωρίς να ξεχωρίζει ο ένας τον άλλον συγκρούστηκαν και έτσι ματαιώθηκε ο σκοπός τους.
Κι ενώ αυτά συνέβαιναν για αρκετούς μήνες και οι δρόμοι για την Άγια Πόλη έκλεισαν, μέσα στη Λαύρα διακατέχονταν από φόβο, τρόμο, αγωνία και θλίψη. Τα τρόφιμα μεταφέρονταν, όπως και τώρα, από την Ιερουσαλήμ, και πολλές φορές τα άρπαζαν οι εχθροί. Ακόμα, έμεναν σε ψηλά μέρη, και έτσι καίγονταν από τον καύσωνα τη μέρα και πάγωναν από τον παγετό τη νύχτα και περίμεναν την αιφνιδιαστική ορμή και έφοδο των βαρβάρων? και τοποθέτησαν φύλακες σε ψηλό όρος, για να αναγγείλουν με σινιάλο την παρουσία τους. Και πολλές φορές φάνηκαν πλήθη βαρβάρων και οι εντός της Λαύρας το μάθαιναν και με καμπάνες και σήμαντρα προσκαλούσαν για να συγκεντρωθούν όσοι βρίσκονταν στα κελλιά. Οι Πατέρες βρίσκονταν σε μεγάλη αγωνία και φόβο.
Οι εχθροί της Λαύρας αφού πήραν μαζί τους και άλλους και έγιναν πάνω από εξήντα, αποφάσισαν να επιτεθούν εναντίον της. Οι εντός της Λαύρας έμαθαν για αυτή την επίθεση. Ήταν η 13η μηνός Μαρτίου κατά την ανατολή του ήλιου. Οι Πατέρες συγκεντρώθηκαν τρέχοντας στο συνηθισμένο λόφο. Αλλά μόλις τους είδαν να έρχονται από μακριά, τους κατέλαβε μεγάλος φόβος και διαλύθηκαν.
Οι βάρβαροι, αφού διαιρέθηκαν σε δύο τμήματα, συσκέπτονταν. Και ενώ πλησίαζαν αυτοί, κάποιοι πατέρες πήγαν να τους προϋπαντήσουν με την ελπίδα να τους τιθασεύσουν με τέτοια περίπου παρακλητικά λόγια: «Γιατί έχετε έρθει με τέτοιο τρόπο προς εμάς, σαν να είμαστε εχθροί και να έχουμε κάνει τις μεγαλύτερες αδικίες και τα χειρότερα πράγματα και σαν να σας προσβάλαμε πολύ και να σας κακοποιήσαμε; Εμείς, κύριοι, είμαστε ειρηνικοί απέναντι σε όλους? ούτε εσάς ούτε άλλους λυπήσαμε ή βλάψαμε ποτέ. Και τόσο πολύ μένουμε μακριά από έριδες και μάχες, επειδή εγκαταλείψαμε τις περιουσίες μας και όλο τον κόσμο και κατοικούμε σε αυτή την έρημο, όπως βλέπετε, για να μπορέσουμε απερίφραστα, αφού απομακρυνθήκαμε από κάθε θόρυβο της ζωής και ταραχή και διαφωνία και συναναστροφή, να κλαύσουμε τις αμαρτίες μας και να ευαρεστήσουμε τον Θεό.
Και όχι μόνο δε σας βλάψαμε καθόλου, αλλά και δεν παραλείπουμε να σας ευεργετούμε, όσο μπορούμε? γιατί συνεχώς, όσους από σας τυχαίνει να είναι περαστικοί από εδώ, τους παρέχουμε φιλοξενία και τροφή και ανάπαυση. Μη λοιπόν μας ανταμείψετε με πονηριές αντί για αγαθά, ενώ οφείλετε να μας συγχαίρετε με όση δύναμη έχετε για όσες ευεργεσίες σας προσφέραμε? αλλά και τώρα είμαστε πρόθυμοι να σας δεξιωθούμε με τρόφιμα από αυτά που έχουμε σε αφθονία και όπως συνήθως να σας προσφέρουμε ανάπαυση».
Αλλά αυτοί απάντησαν με ύβρεις και απειλές: «Δεν έχουμε έρθει εδώ για τρόφιμα, αλλά για χρήματα. Έχετε λοιπόν να διαλέξετε ένα από τα δύο, ή να μας δώσετε χρήματα, ή να πεθάνετε από τα βέλη μας».
Οι της Λαύρας απάντησαν: «Πιστέψτε, άνδρες, πιστέψτε ότι είμαστε ταπεινοί και φτωχοί και εντελώς άποροι και δεν έχουμε αφθονία ούτε σε ψωμί για να χορτάσουμε? αλλά δεν έχουμε ούτε περιουσία ούτε πολυτέλεια σε άμφια και ρούχα, κι αν πείτε πάλι για ποσότητα χρυσού, ούτε στο όνειρό μας δε τη φανταστήκαμε ποτέ? περνάμε τη ζωή μας εδώ με στενότητα και αυτάρκεια, έχοντας μόνο τα αναγκαία, και αυτά με ελλείψεις». Αλλά εκείνοι οργισμένοι άδειασαν τις φαρέτρες του κατά των Πατέρων και τραυμάτισαν περίπου τριάντα, άλλους σοβαρά, άλλους ελαφρά? και άρχισαν να γκρεμίζουν τις πόρτες των κελλιών και να αρπάζουν ό,τι έβρισκαν μέσα σε αυτά. Οι Πατέρες φρόντιζαν τους τραυματίες μεταφέροντάς τους σε κοντινό κελλί, «τους οποίους περιποιήθηκε ο άριστος γιατρός και ευλαβέστατος αββάς Θωμάς, ο οποίος μετά από αυτά χειροτονήθηκε ηγούμενος της Παλαιάς Λαύρας (πιθανόν το 796), και, στις αρχές του ενάτου αιώνα, οπότε και έγραφε ο Λεόντιος τη βιογραφία του Στεφάνου του Θαυματουργού, ήταν πατριάρχης Ιεροσολύμων. Προσπαθούσε λοιπόν να τους θεραπεύσει, δίχως να διστάζει να προσφύγει και σε χειρουργικές εγχειρήσεις. Οι βάρβαροι δεν αρκέστηκαν να λεηλατήσουν τα κελλιά αλλά επιχείρησαν να τα πυρπολήσουν. Οι Πατέρες θλίβονταν βαθύτατα, βλέποντας τα οικήματά τους να καίγονται και τους βαρβάρους να αποφασίζουν να εγκαταλείψουν την εκκλησία στις φλόγες. Σήκωναν λοιπόν τα μάτια στον ουρανό και ζητούσαν την εξ ύψους βοήθεια και επικαλούνταν τις πρεσβείες του Αγίου Σάββα.
Οι βάρβαροι, μόλις είδαν κάποιους να έρχονται και υποπτεύθηκαν ότι έρχονται για βοήθεια, αποχώρησαν παίρνοντας μαζί τους τα λάφυρα. Αλλά ακόμα και αν έφυγαν, μεγάλος φόβος τους διακατείχε όλους, διότι φοβούνταν την επιστροφή τους? και μέχρι τη δύση του ήλιου έμειναν αμετακίνητοι. Και την επόμενη συγκεντρώθηκαν και έκαναν λιτανείες και προσευχές, από το πρωί μέχρι αργά το βράδυ? και αυτό το έκαναν συνέχεια όλη εκείνη την εβδομάδα. Και για παρηγοριά όλοι έμεναν σταθεροί στα ίδια, ευχόμενοι να ζήσουν ή να πεθάνουν όλοι μαζί. Και όταν πέρασε η βδομάδα, την εσπέρα του Σαββάτου, την ώρα που επιτελούσαν τη συνηθισμένη αγρυπνία της Κυριακής στην Εκκλησία, δύο μοναχοί «ευλαβείς και σταθεροί στο φρόνημα» έφτασαν τρέχοντας και λουσμένοι στον ιδρώτα. Αυτούς, οι Πατέρες της Παλαιάς Λαύρας, τηρώντας το νόμο της αγάπης και σπρωγμένοι από τη φλόγα της αδελφικής συμπάθειας, τους έστειλαν, για να αναγγείλουν ότι αυτοί που πριν έξι μέρες επιτέθηκαν εναντίον της Λαύρας, οι ασεβείς και βρωμερότατοι, αφού συγκέντρωσαν πολλούς άλλους ομοίους τους όλη τη βδομάδα, προτίθενται να επιτεθούν την επόμενη νύχτα κατά της Λαύρας για να την ερημώσουν και ότι ήδη κατευθύνονται σε αυτήν από τη δύση του ήλιου και ότι έφτασαν μέσα στο φόβο και την αγωνία μήπως τους συναντήσουν καθ' οδόν. Και οι μοναχοί της Λαύρας, μόλις άκουσαν την οδυνηρή είδηση, «σαν να δέχτηκε ο καθένας ρομφαία στην καρδιά, σαν να ζαλίστηκαν από την αμηχανία, σαν να τους ήρθε σκοτοδίνη από τη συμφορά, διαλύθηκε η δύναμη και η οργάνωσή τους». Και μέσα σε θόρυβο και ταραχή άφησαν μερικούς να ψάλλουν στην Εκκλησία και οι περισσότεροι συγκεντρώθηκαν στο συνηθισμένο ύψωμα και διανυκτέρευσαν εκεί ως το πρωί, παγωμένοι από το κρύο της νύχτας και ενώ εσωτερικά ο φόβος πάγωνε το αίμα, εξωτερικά το κρύο πάλι τους συνωθούσε και τους έφερνε κοντά τον έναν στον άλλον. Και δεν σταμάτησαν να παρακαλούν τον Ύψιστο, αν και δε βρίσκονταν στην Εκκλησία, και έριχναν το βλέμμα τους παντού και έτειναν το αυτί τους, μήπως ακούσουν και δουν τους εχθρούς να εμφανίζονται.
Ενώ λοιπόν βρίσκονταν σε τέτοια κατάσταση, φάνηκαν δύο άνθρωποι να βαδίζουν εσπευσμένα, και όταν πλησίασαν, ο ένας ήταν γέροντας μοναχός με ολόλευκα μαλλιά και γένια, και ο άλλος φύλακας και οδηγός. Κατάκοπος από το δρόμο και από τη θλίψη, μόλις που μπορούσε να μιλά και κρατώντας μια μικρή επιστολή στο χέρι του έλεγε ότι από αυτή θα μάθουν το λόγο της παρουσίας του. Άνοιξαν λοιπόν την επιστολή και τη διάβασαν κάτω από το φως της σελήνης και είδαν ότι προερχόταν από τους Πατέρες της Μονής του Αγίου Ευθυμίου. Και είχε το εξής περιεχόμενο: «Θέλουμε να ξέρετε, πατέρες, ότι γνωρίζουμε από ανθρώπους που το ξέρουν καλά, ότι συγκέντρωση πονηρών από τα βόρεια της Αγίας Πόλης συναθροίστηκε με κακό σκοπό και σκέφτεται τη νύχτα αυτή να σας επιτεθεί και να ταλαιπωρήσει και να ερημώσει τη Λαύρα? ασφαλίστε λοιπόν τους εαυτούς σας και να προσεύχεσθε για σας».
Μόλις πήραν στα χέρια τους την επιστολή αυτή οι Πατέρες, κατάλαβαν ότι υπήρχαν δύο συμμορίες, δηλαδή αυτή και εκείνη που ανήγγειλαν οι Παλαιολαυρίτες, οι οποίες ενωμένες επρόκειτο να επιχειρήσουν την έφοδο. Βρισκόμενοι λοιπόν σε αυτή τη δεινή κατάσταση και χωρίς να ελπίζουν σε καμία επίγεια βοήθεια, παρακαλούσαν ασταμάτητα τον Θεό. Ο Στέφανος λέει, «Όμως, αλίμονο, πώς να αντέξω χωρίς δάκρυα την ανάμνηση της φρικτής και ελεεινής εκείνης ώρας; Πώς θα μπορέσω να αναπαραστήσω με το λόγο όσα είδαν τα μάτια μας; Ακόμα κι αν είχα δέκα γλώσσες και άλλα τόσα στόματα (γιατί πραγματικά, τα λόγια για τα πράγματα είναι κατά πολύ κατώτερα και υποδεέστερα), αλλά ούτε ακόμα μπορούν να φανταστούν όσα δέχονται με την ακοή, όπως αυτά που βλέπουν με τα μάτια. Γιατί η εμπειρία και η αίσθηση και των δύο είναι πιο δύσκολη? λοιπόν, ούτε ξυλοκόποι που βρέθηκαν σε πυκνό δάσος, δεν το κατακόβουν τόσο ανελέητα, όπως αυτοί οι ωμοί, θηριώδεις και απάνθρωποι βάρβαροι, σαν σε μακελειό, έκοβαν με τα χτυπήματά τους τα σώματα των πατέρων ανελέητα και χωρίς οίκτο, με αποτέλεσμα όχι να τους εκφοβίσουν ή να προκαλέσουν μέτριο πόνο, αλλά ήδη να τους παραδώσουν σε πικρό θάνατο».
Οι βάρβαροι επιτέθηκαν με μανία. Άλλους τους χτυπούσαν στα νώτα με τα ξίφη, άλλους τους συνέτριβαν τα κεφάλια με μεγάλες και βαριές πέτρες, άλλους τις κνήμες, άλλους με ξύλα και πέτρες τους χτυπούσαν στα πρόσωπα, και δεν υπήρχε ούτε ένας που να μην έχει βαφτεί με αίμα. Και αφού «σαν σε σιδηρουργείο σφυροκόπησαν τους όσιους» αρκετά, τους οδηγούσαν όλους μαζί από παντού, με λιθοβολισμούς και άγριες φωνές, από ψηλά μέσα από το χείμαρρο στην Εκκλησία. Κάποιοι Πατέρες προσπαθούσαν να κρυφτούν σε σπηλιές και σε σχισμές βράχων, καθώς δε μπορούσαν να υπομείνουν τους βασανισμούς αυτούς. Λίγοι όμως τα κατάφεραν να μείνουν κρυμμένοι. Τον «Ηγουμενειάρχη», δηλαδή αυτόν που είχε διακονία να υποδέχεται τους ξένους που θα έμεναν στη Λαύρα, ο οποίος ονομάζονταν Ιωάννης «ευλαβής και επιεικής στο χαρακτήρα και νέος στην ηλικία», αφού τον αναγνώρισαν, του επιτέθηκαν με χιλιάδες χτυπήματα και λιθοβολισμούς και τον μαστίγωσαν, αφήνοντάς τον σχεδόν ημιθανή, και έπειτα, σέρνοντάς τον από τα πόδια μέσα από κακοτράχαλα, γεμάτα πέτρες μέρη, από πάνω, από την κορφή του όρους, τον κατέβασαν ως την Εκκλησία γδέρνοντας όλο το δέρμα της πλάτης και του πίσω μέρους του σώματός του και τον άφησαν ξέπνοο στην αυλή της Εκκλησίας. Αυτός, αφού βασανίστηκε πάλι με καπνό, πέθανε. Οι βάρβαροι, αφού τοποθέτησαν φρουρούς σε ψηλά σημεία, επανέφεραν στη Λαύρα με τη βία όσους προσπαθούσαν να διαφύγουν.
Κάποιος Σέργιος Δαμασκηνός, βλέποντας τους Πατέρες να τους συνωστίζουν στην Εκκλησία, επειδή γνώριζε, σαν μαθητής του ηγουμένου, τον τόπο, όπου βρίσκονταν άμφια ιερά κρυμμένα και πράγματα της Εκκλησίας, επειδή φοβήθηκε μήπως τον βασανίσουν και αναγκαστεί να αποκαλύψει το μέρος, σκέφτηκε να δραπετεύσει. Αυτόν οι παραταγμένοι φρουροί τον κατάλαβαν που έφυγε και απομακρύνθηκε κάπως από τη Λαύρα, και κατέβηκαν, τον συνέλαβαν και τρυπώντας τον με τα ξίφη, τον ανάγκαζαν να επιστρέψει στη Λαύρα. Και επειδή δεν ήθελε, ένας από τους βαρβάρους τον χτύπησε τρεις φορές με το μαχαίρι του στον τράχηλο και αφού τον έσπρωξαν στον χείμαρρο, έριξαν από πάνω του μεγάλες πέτρες, και έτσι συνέτριψαν όλο του το σώμα. Το λείψανό του, όταν αναχώρησαν οι βάρβαροι, το πήραν οι Πατέρες και το τοποθέτησαν σε όσιες θήκες μαζί με τους υπόλοιπους που φονεύθηκαν αυτή τη μέρα. Οι βάρβαροι έστειλαν κάποιους ανατολικά του χειμάρρου, από όπου φαίνονται καλά τα δυτικά μέρη, για να επιβλέπουν αυτούς που φεύγουν ή κρύβονται σε σπηλιές ή κάτω από βράχους και να το αναγγέλλουν με φωνή και χειρονομία. Κι έτσι κανείς δεν μπόρεσε να διαφύγει από το θανατηφόρο αυτό δίχτυ, καθώς όλοι παντού αναζητούνταν και καταμαρτυρούνταν.
Κάποιοι από τους αδελφούς κατέφυγαν σε μια πολύ στενή σπηλιά, όπου έλπιζαν ότι θα διαφύγουν τη μανία των διωκτών τους. Κάποιος όμως από τους φρουρούς προς τα ανατολικά, τους είδε να μπαίνουν σε αυτή και τους υπέδειξε δείχνοντας με το δάκτυλο και φωνάζοντας δυνατά. Ήρθε λοιπόν κάποιος από αυτούς με ξίφος και από την είσοδο της σπηλιάς πρόσταζε με κραυγές και απειλές να βγουν έξω. Αυτοί όμως, που ήταν πέντε στον αριθμό, βλέποντας ότι έγιναν αντιληπτοί και ότι θα παραδίνονταν σε πικρά βάσανα, διακατέχονταν από φόβο και τρόμο. Τότε ένας από αυτούς, που ονομάζονταν Πατρίκιος, γεμάτος από θείο ζήλο, αγάπη και φιλαδελφία, είπε στους υπόλοιπους αδελφούς: « Δείξτε θάρρος, αδελφοί μου αγαπητοί και ομόψυχοι ? εγώ αποδέχομαι σήμερα τον κίνδυνο για μας και τον θάνατο? εγώ για χάρη της δικιάς σας σωτηρίας πρόθυμα παραδίδω τον εαυτό μου στα χέρια των ανελέητων βαρβάρων? εσείς καθίστε εδώ σιωπηλά και χωρίς φωνές και θα μείνετε απλησίαστοι στο σπήλαιο». Όρμησε τότε θαρραλέα έξω από το σπήλαιο και είπε στον βάρβαρο ότι είναι έτοιμος να τον ακολουθήσει. Αλλά αυτός επέμενε να βγουν έξω και οι υπόλοιποι. Ο γενναίος στρατιώτης του Χριστού Πατρίκιος ισχυρίζονταν και έλεγε ότι ήταν ολομόναχος στο σπήλαιο και έτσι τους έσωσε. Αυτοί οι φονικοί και εκδικητικοί συγκέντρωσαν τους Πατέρες, κάποιους στην Εκκλησία, κάποιους στο ηγουμενείο, και αφού συνέλαβαν αυτούς που φαίνονταν να είναι ξεχωριστοί και πρώτοι ανάμεσα στους μοναχούς, τους είπαν: « Εξαγοράστε τους εαυτούς σας και την Εκκλησία σας για τέσσερις χιλιάδες νομίσματα, αλλιώς αμέσως διατάζουμε να σας αποκεφαλίσουν και βάζουμε φωτιά στο ναό σας».
Οι Πατέρες παρακαλούσαν λέγοντας: «Λυπηθείτε μας, για το Θεό, και μη χύνετε τα αίματά μας σήμερα? κι αυτή την ποσότητα χρυσού που λέτε, ούτε την έχουμε, ούτε την είχαμε ποτέ. Και αν θέλετε, κοιτάξτε στα ιμάτια που φοράμε και στα προσωπικά μας κελλιά θα σας οδηγήσουμε και όλα τα υπάρχοντά μας θα σας δείξουμε χωρίς να σας κρύψουμε τίποτα και πρόθυμα θα σας τα δώσουμε? σας παρακαλούμε μόνο να μας αφήσετε να ζήσουμε, έστω και γυμνούς».
Αλλά αυτοί αγρίευαν και αφού τους έβγαλαν από το ηγουμενείο, προσκαλούσαν τους Αιθίοπες που ήταν μαζί τους, να φέρουν τα ξίφη και να γδάρουν τους Πατέρες. Και κουνούσαν απειλητικά τα γυμνά τους ξίφη μουγκρίζοντας και τον Οικονόμο τον έστησαν στον τοίχο τεντώνοντας τα χέρια του σταυροειδώς και επρόκειτο να τον τοξεύσουν. Και απειλούσαν ότι όλους θα τους σκοτώσουν αν δε φέρουν αυτά που τους ζητούσαν και αν δε φανερώσουν τα κρυμμένα χρυσά και αργυρά σκεύη της Εκκλησίας και κειμήλια. Οι Πατέρες αγωνίζονταν να τους πείσουν ότι δεν έχουν ούτε χρυσό , ούτε θησαυρό. Τότε εκείνοι είπαν: « Φανερώστε μας τους εκλεκτούς και τους προύχοντες ανάμεσά σας, τους ταμίες και τους διοικητές και φύλακες της Λαύρας και των πραγμάτων της Εκκλησίας, ή αμέσως σας αφαιρούμε τη ζωή».
Και οι Πατέρες απάντησαν: «Σας είπαμε ήδη ότι δεν έχουμε τίποτα από αυτά που ζητάτε? και αν ψάχνετε τον ηγούμενό μας, μάθετε ότι δεν βρίσκεται εδώ? όλοι οι υπόλοιποι είμαστε ίσοι και ομότιμοι». Και πράγματι ο ηγούμενος ήταν απών για ανάγκες της Λαύρας.
Και ενώ τους εκφόβιζαν για πολλές ώρες, βλέποντας ότι δεν πετυχαίνουν τίποτα και ότι είναι έτοιμοι να φονευθούν, τους κατέβασαν στην Εκκλησία. Οι βάρβαροι απαιτούσαν να παρουσιαστεί σε αυτούς ο γιατρός αββάς Θωμάς, που διατελούσε ηγούμενος της Παλαιάς Λαύρας, όταν έγραφε ο Στέφανος, νομίζοντας ότι θα βρουν χρήματα πάνω του. Κι επειδή δεν τον γνώριζαν κατά πρόσωπο, απαιτούσαν να τους τον υποδείξουν. Αλλά οι Πατέρες, «ως αληθώς ευγενείς και θεοσεβείς και φιλάδελφοι», αν και τον είχαν ανάμεσά τους, δεν τον φανέρωσαν ούτε με υπόδειξη, ούτε με λόγια , ούτε με νεύμα. Οι βάρβαροι εξαγριώθηκαν περισσότερο από αυτό, και αν και ένιωσαν θαυμασμό και έκπληξη για την αγάπη, τη φιλάδελφη σχέση και την αντίσταση των Πατέρων, τους χτυπούσαν με ραβδιά και τους λόγχιζαν με μαχαίρια και βέλη, για να τους υποδείξουν αυτόν που ζητούσαν. Κι επειδή δεν κατόρθωσαν τίποτα, τους συγκέντρωσαν όλους στο βάθος του σπηλαίου και στο στόμιό του άναψαν φωτιά. Το σπήλαιο αυτό είναι η Θεόκτιστος Εκκλησία, την οποία ο Στέφανος περιγράφει ως εξής: «η Θεόκτιστος αυτή Εκκλησία είναι ευρύχωρο σπήλαιο, που από την πρόνοια βρέθηκε σε τέτοια θέση, που να μοιάζει με εκκλησία και για αυτό πήρε αυτή την ονομασία, καθώς έχει κόγχη προς την ανατολή. Και κατά το βόρειο μέρος υπάρχει μία κάθοδος με βαθουλωτό σχήμα, το οποίο το λάξευσαν οι πρώην Πατέρες και το έκαναν διακονικό, και πιο μέσα από το διακονικό κειμηλιαρχείο, δηλαδή σκευοφυλάκιο? και ακόμα πιο μέσα από αυτό, μια σχισμή βαθιά, σαν δρόμος σκοτεινός και στενός, που οδηγεί σπειροειδώς πάνω στο ηγουμενείο, μέσα από την οποία ο μακάριος πατέρας μας Σάββας κάποτε κατέβαινε στην Εκκλησία, υπάρχει όπως ακριβώς όταν ζούσε εκείνος. Και μετά από αυτά οι κατά καιρούς ηγούμενοι έφραξαν από πάνω αυτή τη δίοδο και έμεινε αυτή η σχισμή χωρίς έκβαση και διέξοδο και γεμάτη βαθύτατο σκοτάδι, ώστε και χωρίς καπνό να είναι βασανιστικό το κλείσιμο εκεί μέσα».
Αφού λοιπόν τους έριξαν μέσα σε αυτό το σπήλαιο, άναψαν φωτιά στο στόμιό του. Κι επειδή τα καλάμια ήταν υγρά, σχηματίζονταν πολύς πυκνός καπνός, ο οποίος περιελίσσονταν στο στενό αυτό χώρο, και μη βρίσκοντας διέξοδο παραπάνω βασάνιζε και έπνιγε τους Πατέρες προκαλώντας φοβερή δυσφορία. Και αφού τους άφησαν για αρκετή ώρα να πνίγονται, ύστερα φώναξαν: «Βγείτε έξω, μοναχοί, βγείτε έξω». Και αυτοί βγαίνοντας αναγκάζονταν να περάσουν μέσα από τις φλόγες? αλλά όλα τους φαίνονταν προτιμότερα από αυτή την ασφυκτική κατάσταση και τον πνιγμό. Και πολλών τα πόδια και οι τρίχες του κεφαλιού ,των γενιών, των φρυδιών και των βλεφάρων κάηκαν. Και αφού βγήκαν έξω, έπεφταν στο έδαφος και αχόρταγα ανέπνεαν τον καθαρό αέρα. Κι έπειτα πάλι οι δήμιοι τους εξέταζαν, πιστεύοντας ότι με τους βασανισμούς θα τα ομολογήσουν όλα με ευκολία? και τους έλεγαν: «Δείξτε μας τους πρώτους και τους ηγέτες, και τις κρύπτες της Εκκλησίας, ή θα σας σκοτώσουμε με χειρότερο τρόπο».
Αλλά αυτοί, σταθεροί και καρτερικοί στα δεινά και τους φοβερούς κινδύνους, περισσότερο είχαν στραμμένο το νου τους στις προσευχές, παρά σε εκείνους, και ένας έλεγε το «Κύριε, δέξαι την ψυχήν μου εν ειρήνη», άλλος το «Κύριε, εις χείρας σου παρατίθημι το πνεύμα μου», άλλος «Κύριε, μνήσθητί μου, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου», και άλλος προσκόμιζε άλλη ικεσία στο Θεό.
Και στους βαρβάρους έλεγαν, όπως και προηγουμένως: «Αν θέλετε τα ιμάτιά μας και τα πράγματα στα κελλιά μας, μπορείτε να τα πάρετε όλα με αφθονία και χωρίς εμπόδιο? αν πάλι επιθυμείτε να μας σκοτώσετε, κάντε το σύντομα? γιατί δεν θα ακούσετε τίποτα άλλο από μας».
Βλέποντας λοιπόν ότι δεν κατορθώνουν τίποτα, και ενώ εξεπλάγησαν από τη σχέση, τη στοργή, την καρτερία και τη φιλαδελφία μεταξύ τους, έβαλαν και πάλι τους Πατέρες μέσα στο σπήλαιο με σπρωξιές και χτυπήματα, αν και παρακαλούσαν να θανατωθούν καλύτερα έξω, παρά να δοκιμάσουν και πάλι τον πνιγηρό καπνό. Και έβαλαν πιο ζωηρή φωτιά και ο καπνός έβγαινε πυκνότερος και αφού τους άφησαν για πολλή ώρα και νόμισαν ότι πολλοί πέθαναν, τους πρόσταζαν να βγουν έξω. Και αυτοί, αφού πέρασαν πάλι, όπως και πριν, μέσα από τις φλόγες, μόλις βγήκαν έξω στον καθαρό αέρα ημιθανείς, ανέπνεαν με όλες τις δυνάμεις των πνευμόνων τους, και παρ' ολίγον όλοι να πέθαιναν. Αλλά αυτοί που βρέθηκαν στο βάθος του σπηλαίου, μη μπορώντας να υποφέρουν τη σφοδρότητα του καπνού, πέθαναν? και ήταν δεκαοκτώ στον αριθμό. Και αυτούς που ίσα - ίσα διασώθηκαν από τη φωτιά και τον καπνό, ενώ ήταν ακόμη λιπόθυμοι, τους βασάνιζαν, τους χτυπούσαν και τους ποδοπατούσαν.
Και βλέποντας ότι δεν κατορθώνουν τίποτα από αυτά που ήλπιζαν, διασκορπίστηκαν στα κελλιά και αφού συνέτριψαν τις πόρτες με μεγάλες πέτρες, όλα όσα βρήκαν εκεί, στο ηγουμενείο και στην εκκλησία, τα πήραν ως λάφυρα και αφού τα φόρτωσαν στις καμήλες της Λαύρας, έφυγαν. Και μετά από πολλές ώρες οι Πατέρες που αισθάνονταν κάπως καλύτερα σηκώθηκαν και άρχισαν να φροντίζουν τους βαριά τραυματισμένους. Και κατά τη δύση του ήλιου, αφού κόπασε ο καπνός, άναψαν κεριά και μπήκαν στο σπήλαιο. Αυτοί που βρισκόταν μέσα σε αυτό ήταν πεσμένοι με το πρόσωπο και τα ρουθούνια τους μέσα στο χώμα, ενώ άλλοι είχαν το πρόσωπο καλυμμένο με τα ρούχα τους, για να αποφύγουν λίγο τη σφοδρότητα του καπνού, και όλοι ήταν νεκροί πεσμένοι μπρούμυτα. Κι αφού τους έβγαλαν έξω με δάκρυα και θρήνους, τους τοποθέτησαν στην αυλή της Εκκλησίας μαζί με τον αββά Σέργιο, που καρατομήθηκε? και έτσι τα θύματα της βαρβαρικής επιδρομής των Αγαρηνών έφτασαν τα δεκαεννιά. Και με μεγάλο θρήνο και οδυρμό τέλεσαν το συνηθισμένο κανόνα κηδεύοντας όλους μαζί σε μία θήκη και θάβοντάς τους μέσα στα ίδια ματωμένα ιμάτια. Μετά από τη δεύτερη έξοδο των Πατέρων από το άντρο εκείνο των βασανιστηρίων, και ενώ έμειναν μέσα σε αυτό νεκροί οι μακάριοι μάρτυρες, είδε κάποιος αδελφός έναν από τους νεκρούς, που ονομάζονταν Κοσμάς, να στέκεται μόνος του μπροστά στο ιερό, με το κεφάλι του αλειμμένο λάδι και το πρόσωπό του χαρούμενο και κοκκινωπό, και απορούσε αναλογιζόμενος πρώτον τη φαιδρότητα και τη χαρά της όψης του, και δεύτερον πώς τον άφησαν αυτόν μόνο του ανενόχλητο, αγνοώντας ότι είναι ένας από τους νεκρούς.
Και όταν αναχώρησαν οι βάρβαροι, κάποιος γέροντας ησυχαστής, που πέρασε πολλά χρόνια στις ερήμους, ονομαζόμενος Σέργιος, πενθώντας και θρηνώντας για όλα αυτά τα θλιβερά συμβάντα, αφού άναψε μια λαμπάδα, μπήκε στη Θεόκτιστη Εκκλησία και θέλοντας να προχωρήσει ακόμα βαθύτερα και να δει ποιοι και πόσοι πέθαναν, είδε και αυτός τον αββά Κοσμά να βγαίνει από το άντρο με τέτοια λαμπρότητα. Και αφού έβαλαν μετάνοια ο ένας στον άλλον, όπως συνηθίζεται, ο Κοσμάς μπήκε στο ιερό λέγοντας: «Προσευχήσου για μένα». Ο Σέργιος μπήκε μέσα βιαστικά και εξέταζε και ψηλαφούσε τα πρόσωπα των νεκρών, ανάμεσα στους οποίους είδε και αυτόν τον αββά Κοσμά να κείτεται νεκρός χωρίς πνοή και έντρομος βγήκε έξω γρήγορα επιθυμώντας να τον προφτάσει. Όμως, ενώ τον αναζήτησε παντού, δεν μπόρεσε να τον βρει. Κατάλαβε λοιπόν ότι αυτό που είδε ήταν θεϊκή οπτασία, για να φανερωθεί η οσία τελείωση και η αθανασία και μακαριότητα που τους περίμενε. Οι περισσότεροι Πατέρες ήταν τραυματισμένοι, άλλοι στα χέρια, άλλοι στα πόδια ή σε κάποιο άλλο μέρος του σώματος? και οι περισσότεροι είχαν συντριμμένα τα κεφάλια τους.
Και σε αυτή την περίσταση αποδείχτηκε η ιατρική ικανότητα του αββά Θωμά, ο οποίος καθαρίζοντας τις πληγές και απογυμνώνοντας το κρανίο, με τρυπάνι, σμίλη και σφυρί αφαιρούσε τα σπασμένα και κομματιασμένα μικρά οστά, ώστε να φαίνεται και ο ίδιος ο υμένας που περιέχει τον εγκέφαλο και να αναβλύζει συχνά αίμα και πύον. Κάποιος γέροντας, «ακέραιος τω τρόπω», που τραυματίστηκε σοβαρά από ξίφος στο χέρι, και ενώ ο Θωμάς ήθελε να του κόψει το χέρι από τον ώμο με πριόνι, γιατί δεν υπήρχε ελπίδα θεραπείας, , βλέποντας τις οδύνες που υπέφεραν οι Πατέρες την ώρα που θεραπεύονταν, δεν τόλμησε να υποστεί την αποκοπή του χεριού. Και όταν αυτό σάπισε και έγινε σκωληκόβρωτο, μετά από λίγες μέρες, πέθανε και προστέθηκε στον αριθμό των αγίων μαρτύρων, και έτσι ο αριθμός των θυμάτων ανήλθε στους είκοσι.
«Αλλ' είπερ και αυτικ' Ολύμπιος ουκ ετέλεσεν, εκ τε και οψέ τελεί». «Η δίκη, η πάνθ' ορώσα» τους βρήκε. Ο Θεός τιμώρησε τους βαρβάρους που επιτέθηκαν κατά της Λαύρας και υπέβαλαν τους μοναχούς της σε φοβερό και ανήκουστο μαρτύριο, διότι, αφού έπεσε λοιμός, πέθαιναν από αρρώστια, λιμό και αξιολύπητο θάνατο, τόσο μαζικά και ο ένας μετά τον άλλον, ώστε δεν επαρκούσαν για να θάβουν τους νεκρούς και τους κάλυπταν πρόχειρα με λίγο χώμα ή τους έριχναν σε σπηλιές ή σχισμές, έτσι που τα σκυλιά τους ξέθαβαν και τους κατασπάραζαν. Και όλοι απορούσαν με τον αιφνίδιο αυτό όλεθρο και αφανισμό και τον απέδιδαν σε θεία τιμωρία, καθώς ήξεραν και τα λόγια του Προφητάνακτα: «Πώς έφτασαν στην ερήμωση; Ξάφνου χάθηκαν, καταστράφηκαν για την ανομία τους, όπως το όνειρο όταν ξυπνάμε».
Ο Στέφανος ο Μελωδός μνημονεύει και τον Χριστόφορο, του Νικηφόρου στρατιώτη και μάρτυρα του Χριστού, που έχει και το όνομά Του, ο οποίος πριν λίγα χρόνια πέρασε από την απιστία στην ευσεβή πίστη «από Περσική και άκαρπη αγριελιά, εμβολιάστηκε και έγινε καρποφόρα ελιά». Και αφού βαπτίστηκε και πήρε το μοναχικό σχήμα και καταγράφηκε στην ιερή ποίμνη του Χριστού, φονεύθηκε με ξίφος, αφού συκοφαντήθηκε από αρνησίθεο άνθρωπο στον πρωτοσύμβουλο των Σαρακηνών, τη 14η του Απριλίου, τρεις μέρες πριν από τη Σταύρωση του Κυρίου. Η δεύτερη αυτή καταστροφή έγινε την Τετάρτη της Μεγάλης Εβδομάδας, την 20η Μαρτίου, τη μέρα που γιορτάζει η Εκκλησία τη μνήμη αυτών.
Βίοι Αγίων στους Αγίους Τόπους - Άγιος Νεομάρτυς Παναγιώτης
Άγιος Παναγιώτης ο εν Ιερουσαλήμ μαρτυρήσας
Ο νέος μάρτυρας της πίστεώς μας μαρτύρησε στην Ιερουσαλήμ ομολογώντας τον Χριστό, κάτω από τις ακόλουθες συνθήκες, σύμφωνα με τη διήγηση του Άγγλου ιεραποστόλου Ιωσήφ Wolf που διασώθηκε σε επιστολή του, η οποία γράφτηκε στην Ιερουσαλήμ στις 2 Απριλίου 1839. Λίγα χρόνια πριν, ένας νεαρός Έλληνας, που ονομαζόταν Παναγιώτης, υπηρετούσε κοντά σε κάποιον ευγενή Τούρκο που λεγόταν Οσμάν εφέντης. Όταν κάποτε μετέβη ο ευγενής αυτός Τούρκος στο τέμενος του Ομάρ που βρίσκεται στα Ιεροσόλυμα, τον ακολούθησε ο Παναγιώτης και εισήλθε στο τέμενος αυτό. Η είσοδος αυτή του Παναγιώτη στο τέμενος προκάλεσε την κατηγορία εναντίον του μερικών φανατικών Τούρκων προς τον Πασά της Δαμασκού και ο νέος θεωρήθηκε ότι μόλυνε, καθώς ήταν «άπιστος», το τουρκικό τέμενος. Ο Πασάς ζήτησε από τον νέο να δεχτεί τον μουσουλμανισμό, για να αποφύγει τον θάνατο. Όταν άκουσε την απόφαση αυτή ο Παναγιώτης με θάρρος και αποφασιστικότητα φώναξε μπροστά στον άρχοντα αυτόν: «ο Χριστός είναι ο Υιός του Θεού του ζώντος, θανάτωσέ με, δεν φοβάμαι. Χριστός ανέστη.». Αφού λοιπόν δεν υπέκυπτε στις απειλές και τις κολακείες, οδηγήθηκε ο μάρτυρας από τους στρατιώτες μπροστά στην πύλη του Δαυίδ για να θανατωθεί. Εκεί έπεσε στα γόνατα και προσευχήθηκε και φωνάζοντας το «Χριστός ανέστη» μπροστά σε πλήθος Μουσουλμάνων, δέχτηκε τον στέφανο του μαρτυρίου με αποκεφαλισμό. Το ελληνικό Μοναστήρι της Ιερουσαλήμ αγόρασε με 5000 γρόσια από τους Τούρκους το τίμιο λείψανο του μάρτυρα και το ενταφίασε με πολλές τιμές.
Ο νέος μάρτυρας της πίστεώς μας μαρτύρησε στην Ιερουσαλήμ ομολογώντας τον Χριστό, κάτω από τις ακόλουθες συνθήκες, σύμφωνα με τη διήγηση του Άγγλου ιεραποστόλου Ιωσήφ Wolf που διασώθηκε σε επιστολή του, η οποία γράφτηκε στην Ιερουσαλήμ στις 2 Απριλίου 1839. Λίγα χρόνια πριν, ένας νεαρός Έλληνας, που ονομαζόταν Παναγιώτης, υπηρετούσε κοντά σε κάποιον ευγενή Τούρκο που λεγόταν Οσμάν εφέντης. Όταν κάποτε μετέβη ο ευγενής αυτός Τούρκος στο τέμενος του Ομάρ που βρίσκεται στα Ιεροσόλυμα, τον ακολούθησε ο Παναγιώτης και εισήλθε στο τέμενος αυτό. Η είσοδος αυτή του Παναγιώτη στο τέμενος προκάλεσε την κατηγορία εναντίον του μερικών φανατικών Τούρκων προς τον Πασά της Δαμασκού και ο νέος θεωρήθηκε ότι μόλυνε, καθώς ήταν «άπιστος», το τουρκικό τέμενος. Ο Πασάς ζήτησε από τον νέο να δεχτεί τον μουσουλμανισμό, για να αποφύγει τον θάνατο. Όταν άκουσε την απόφαση αυτή ο Παναγιώτης με θάρρος και αποφασιστικότητα φώναξε μπροστά στον άρχοντα αυτόν: «ο Χριστός είναι ο Υιός του Θεού του ζώντος, θανάτωσέ με, δεν φοβάμαι. Χριστός ανέστη.». Αφού λοιπόν δεν υπέκυπτε στις απειλές και τις κολακείες, οδηγήθηκε ο μάρτυρας από τους στρατιώτες μπροστά στην πύλη του Δαυίδ για να θανατωθεί. Εκεί έπεσε στα γόνατα και προσευχήθηκε και φωνάζοντας το «Χριστός ανέστη» μπροστά σε πλήθος Μουσουλμάνων, δέχτηκε τον στέφανο του μαρτυρίου με αποκεφαλισμό. Το ελληνικό Μοναστήρι της Ιερουσαλήμ αγόρασε με 5000 γρόσια από τους Τούρκους το τίμιο λείψανο του μάρτυρα και το ενταφίασε με πολλές τιμές.
Βίοι Αγίων στους Αγίους Τόπους - Ο Όσιος Θεοδόσιος ο Κοινοβιάρχης
Αυτός ο άγιος ζούσε στα χρόνια του Λέοντος του μεγάλου το 450, και έζησε και ως τα χρόνια του Αναστασίου του Δικόρου, που βασίλευσε το 491. καταγόταν από ένα χωριό της Καππαδοκίας που ονομαζόταν Μωγαρισού. Ήταν υιός γονέων ευσεβών και πιστών, τον πατέρα του τον έλεγαν Προαιρέσιο και τη μητέρα του Ευλογία. Αυτός λοιπόν αφού έγινε μοναχός, πήγε στα Ιεροσόλυμα και από εκεί ήρθε στην Αντιόχεια, και αντάμωσε τον άγιο Συμεών τον στυλίτη από τον οποίο έμαθε και την πρόοδο που επρόκειτο να έχει στην αρετή, και ότι θα γίνει και ποιμένας πολλών λογικών προβάτων. Έπειτα ησύχασε κοντά σε έναν ησυχαστή , που λεγόταν Λογγίνος, και παρουσιάστηκε τόσο υπερβολικά εγκρατής, που όλη την εβδομάδα έτρωγε μόνο μία φορά, ο αοίδιμος, και στο διάστημα τριάντα ολόκληρων χρόνων δεν έφαγε καθόλου ψωμί.
Άσκησε λοιπόν κάθε είδος αρετής και έφθασε σε τέτοιο ύψος αναβάσεως ο τρισόλβιος, ώστε αξιώθηκε να εκτελεί παράδοξα θαύματα, γιατί μόνο αυτός έβλεπε μαζί με έναν άλλο αδελφό τον μαθητή του Βασίλειο, ο οποίος αφού πέθανε και ενταφιάστηκε στον τάφο, τον οποίο ο άγιος έκτισε για αυτόν προς ενθύμηση του θανάτου, στεκόταν μετά το θάνατο στην Εκκλησία μαζί με τους άλλους αδελφούς και έψαλλε μαζί τους. Και ήταν αόρατος για όλους τους άλλους. Αυτός άναψε και τα σβησμένα κάρβουνα χωρίς φωτιά στον τόπο εκείνο, όπου επρόκειτο να θεμελιωθεί το μοναστήρι. Αυτός ελευθέρωσε από την αιμορραγία μια γυναίκα, η οποία προσήλθε με πίστη.. αυτός από ένα σπυρί σιτάρι, το οποίο ευλόγησε, έκανε να υπερχειλίσουν οι σιταποθήκες.
Αυτός, που εμφανίστηκε χωρίς να τον βλέπουν, έβγαλε από το βυθό του πηγαδιού το παιδί που έπεσε εκεί μέσα. Αυτός έπαυσε και το θάνατο των παιδιών μιας γυναίκας, τα οποία πριν ακόμα γεννηθούν στην ζωή, αρπάζονταν από το θάνατο. Έτσι και τη μητέρα τους, η οποία δεν είχε καλύτερη τύχη και από μια εντελώς στείρα, εξαιτίας των θανάτων των παιδιών, ο άγιος με την προσευχή του την έκανε πολύτεκνη. Αλλά και το νέφος ακρίδων έδιωξε ο άγιος με μια μόνον παρατήρηση. Αυτός και τον Κόμη της Ανατολής Κήρυκο φύλαξε άτρωτο στον πόλεμο, διότι εκείνος φορούσε για προστατευτικό θώρακα το τρίχινο ιμάτιο του αγίου. Αλλά και τη γη που αδικούνταν από την ξηρασία και δεν έδινε καρπό την ελευθέρωσε από την ανυδρία, προκαλώντας βροχή με την προσευχή του.
Προείπε ακόμα ο όσιος και την κατεδάφιση που επρόκειτο να πάθει η πόλη Αντιόχεια από τον σεισμό. Και πολλούς ανθρώπους γλύτωσε από την τρικυμία της θάλασσας με την εμφάνισή του όταν κινδύνευαν. Και στάθηκε και δάσκαλος της αρετής σε πολλούς μαθητές, και περισσότερους παρακίνησε προς τον ίδιο ζήλο και μίμηση της δικής του αρετής με τα λόγια και τα έργα του και στη συνέχεια τους έφερε κοντά στον Κύριο. Έτσι λοιπόν αφού έζησε και δοξάστηκε στη γη, αναπαύθηκε εν ειρήνη, παραδίδοντας το πνεύμα του στα χέρια του Θεού και τελείτια η σύναξή του στον Αποστολικό ναό του κορυφαίου Πέτρου.
Απόσπασμα από τον κατά πλάτος Βίο του Αγίου
Και ήταν σε όλα όσα γίνονταν πραότατος, ταπεινός και ήμερος, όταν όμως κινδύνευε η ευσέβεια, τότε φαινόταν φιλόνικος και ισχυρογνώμων ο Άγιος Θεοδόσιος. Και ήταν, σύμφωνα με τη Γραφή, «πυρ φλέγον» και «μάχαιρα κόπτουσα», που αφανίζει τα κακά ζιζάνια. Έτσι φιλονίκησε με τον παράνομο βασιλιά Αναστάσιο, τον μεγάλο και άσπονδο εχθρό της Δ' οικουμενικής αγίας Συνόδου, ο οποίος ακολουθούσε την αίρεση του δυσσεβούς Ευτυχούς και Διοσκόρου και Σεβήρου, οι οποίοι πίστευαν ότι ο Χριστός έχει μία φύση, οι άχρηστοι, ο οποίος βασιλιάς άλλους πατέρες κολάκευε και συμμορφώνονταν με την αίρεση και άλλους τους τυραννούσε ο άμυαλος. Κι έτσι δοκίμασε να παρασύρει και τον σοφό Θεοδόσιο με αργύρια, ο φιλάργυρος. Του έστειλε λοιπόν δωρεά τριάντα λίτρες χρυσού και για να μην το καταλάβει ότι το έστειλε με πονηριά και το γυρίσει πίσω, κάλυψε με πονηριά το δόλωμα και του μήνυσε να το δεχτεί για να το ξοδέψει για τους αρρώστους και τους φτωχούς. Και ο Άγιος δέχτηκε το χρυσό για να μη δώσει αφορμή για σκάνδαλο, τη μιαρή όμως γνώμη του τη μίσησε και την απέκρουσε, ανατρέποντάς την με αληθινές αποδείξεις και παραδείγματα, και νικήθηκε ο βασιλιάς, σαν να πολεμούσε το ελάφι με το λιοντάρι, όπως θα φανεί παρακάτω.
Αφού πέρασε λίγος καιρός, αφότου φιλοδώρησε τον Άγιο με τον χρυσό ο βασιλιάς, έστειλε ανθρώπους στον Όσιο να υπογράψει την προαναφερθείσα αίρεση. Τότε συγκεντρώνει όλους τους Πατέρες της ερήμου και με τη σύμφωνη γνώμη και τη θέληση όλων γράφει στον βασιλιά την εξής απάντηση: «επειδή μας έστειλες μήνυμα να κάνουμε ένα από τα δύο, δηλαδή ή να συμφωνήσουμε με την άποψη των Ακέφαλων ή να θανατωθούμε βίαια αν μείνουμε πιστοί στα ορθά Δόγματα των Πατέρων, μάθε ότι προτιμούμε τον θάνατο και όχι μόνο εμείς δεν παρεκκλίνουμε καθόλου από την αλήθεια, αλλά και όσους άλλους παρασύρετε και δεχτούν τα φρονήματά σας, εμείς τους αναθεματίζουμε, και αν χειροτονήσετε κάποιον από τους Άκέφαλους, εμείς δεν τον δεχόμαστε. Μακάρι, Χριστέ Βασιλιά, να μη συμβεί να παραιτηθούμε ούτε λίγο από την Ορθοδοξία, αλλά ακόμα και αν δούμε τους Άγιους αυτούς Τόπους να έχουν παραδοθεί στη φωτιά, ακόμα και αν πάθουμε οτιδήποτε άλλο, δεν αλλάζουμε γνώμη, ακόμα και αν ελεεινά τεμαχίσουν τα σώματά μας σε μικρά τεμάχια, αλλά πιστεύουμε στις τέσσερις Άγιες Συνόδους, από τις οποίες η πρώτη των 318 Πατέρων έγινε κατά του Άρειου στη Νίκαια, τον οποίο και αναθεμάτισαν, επειδή το δόγμα του δυσσεβούς θεωρούσε τον Υιό του Θεού ξένο από την ουσία του Πατρός. Η δεύτερη κατά του Μακεδόνιου, ο οποίος βλασφημούσε προς το Άγιο Πνεύμα. Η Τρίτη πραγματοποιήθηκε στην Έφεσο κατά του Νεστορίου, ο οποίος φλυαρούσε με μιαρό και παράλογο τρόπο κατά της οικονομίας του Χριστού, και η τέταρτη των 630 θεοφόρων Πατέρων στη Χαλκηδόνα, οι οποίοι έχοντας ίδιο φρόνημα με τους άλλους, αφόρισαν τον Ευτυχή και τον Νεστόριο, και τους έδιωξαν μακριά από την Εκκλησία και δυνάμωσαν την Ανατολική Πίστη, χαρακτηρίζοντας αυτούς που έχουν διαφορετικό φρόνημα ξένους από την Εκκλησία του Χριστού. Από αυτή λοιπόν την Ορθόδοξη Πίστη δεν παρεκκλίνουμε ούτε προδίδουμε (μακριά από εμάς!) την ευσέβεια, έστω και αν πρόκειται να μας δώσετε χιλιάδες θανάτους. Η ειρήνη του Θεού που καθοδηγεί κάθε νου, μακάρι να είναι φύλακας και οδηγός του κράτους σου».
Μόλις δέχτηκε αυτή την επιστολή ο βασιλιάς, ευλαβήθηκε τον Άγιο και του έστειλε απάντηση προφασιζόμενος ότι δεν έφταιγε ο ίδιος σε αυτό το θέμα, αλλά οι κακοί Αρχιερείς και κληρικοί, οι οποίοι θέλοντας να φανούν σοφοί, προκαλούσαν τα σκάνδαλα. Αυτά και άλλα αφού έγραψε ο βασιλιάς στον Άγιο, σταμάτησε και δεν εκβίαζε κανένα να ακολουθήσει την αίρεση. Αλλά μετά από καιρό άλλαξε γνώμη και έστειλε πάλι γράμματα κατά της ευσέβειας, ο απερίσκεπτος. Ο γενναίος όμως και ζηλωτής της ορθής πίστης Άγιος Θεοδόσιος, δεν αποδέχτηκε τα γράμματα, αλλά σαν λιοντάρι όρμησε κατά των απεσταλμένων και αφού συγκέντρωσε το πλήθος, ανέβηκε στον άμβωνα και είπε μεγαλόφωνα: «όποιος εναντιωθεί στις τέσσερις Άγιες Οικουμενικές Συνόδους και δεν τις τιμά όπως τα τέσσερα Ευαγγέλια, να έχει το ανάθεμα.». αυτά είπε και έτρεξε σαν Άγγελος στις κοντινές χώρες και πόλεις σαν στρατηγός, με πολλούς Μοναχούς να τον ακολουθούν, και στήριζε τους πιστούς, ξεσήκωνε τους νωθρούς και όσους είχαν αμφιβολία για την Ορθόδοξη πίστη τους βεβαίωνε και τους έκανε πρόθυμους να μη φοβηθούν τις απειλές του τυράννου, αλλά να πεθάνουν, αν χρειαστεί, για την ευσέβεια.
Και τους δίδασκε ο Όσιος να γνωρίζουν ότι ο Υιός και Λόγος του Θεού είναι ταυτόχρονα Θεός και άνθρωπος σε μια υπόσταση, δηλαδή πρόσωπο, έχοντας από τη φύση του τη θεότητα και την ανθρωπότητα. Έφερε και για απόδειξη την Αγία εκείνη και Οικουμενική Τετάρτη Σύνοδο, η οποία σαφέστατα ανατρέπει αυτές τις δύο αιρέσεις, του δυσσεβούς Νεστόριου, ο οποίος χώριζε τον ένα Χριστό σε δύο υιούς και δύο υποστάσεις ο ανόητος, και του Ευτυχούς και Διοσκόρου και Σεβήρου, οι οποίοι συγχέουν σε μία φύση του ενός Χριστού τη θεότητα και την ανθρωπότητα. Γιατί ο Νεστόριος πίστευε δύο φύσεις και υποστάσεις στο Χριστό και δύο υιούς, έναν Θεό που γεννήθηκε από τον Πατέρα, και άλλον από την Αγία Παρθένο. Ο Ευτυχής πάλι και ο Διόσκορος και ο Σεβήρος, που πίστευε τα ίδια με αυτούς, θέλοντας δήθεν να πολεμήσουν αυτή τη σφαλερή διαίρεση του Νεστόριου, έπεσαν πάλι και οι ίδιοι τόσο ανόητα σε άλλη αίρεση, δίνοντας στο Χριστό μία φύση θεότητος και ανθρωπότητος, και πιστεύοντας οι άμυαλοι ότι η θεότητα μπορεί να πάσχει. Γιατί , αν έχει ο Χριστός μία φύση, όπως φλυάρησαν αυτοί, άρα και η θεότητα γνώρισε το θάνατο.
Αλλά ας σφραγισθούν τα μιαρά τους στόματα, γιατί η Αγία Τετάρτη Οικουμενική Σύνοδος απόφάσισε να τιμούμε δύο φύσεις θεότητος και ανθρωπότητος σε μία υπόσταση χωρίς να τις συγχέουμε, χωρίς να τις μεταβάλλουμε και δίχως να τις χωρίζουμε, έναν Υιό εκ του Πατρός προαιώνιο σύμφωνα με τη θεότητα, μεταγενέστερο και πάλι γεννηθέντα από την Αγία Παρθένο με νεότερο νόμο σύμφωνα με την ανθρωπότητα, ομοούσιο με τον Πατέρα, αμήτορα και απάτορα. Με αυτά και άλλα παρόμοια δίδασκε με θάρρος το ποίμνιό του ο σοφός Θεοδόσιος. Και για αυτό ο βασιλιάς θύμωνε μαζί του και τον εξόρισε άδικα. Ο δίκαιος κριτής όμως Θεός, αφαίρεσε τη ζωή εκείνου του παράφρονα και όταν επέστρεψε πάλι ο Όσιος έπαυσε ο διωγμός της Εκκλησίας και σταμάτησαν τα σκάνδαλα. Και οι αιρετικοί κακοί αρχιερείς διώχτηκαν από τους θρόνους τους, και οι ευσεβείς πήραν πίσω τους δικούς τους θρόνους ,όπως και πριν, και πολλοί από αυτούς επαίνεσαν τον μέγα Θεοδόσιο για το θάρρος που έδειξε και δεν δέχτηκε τα βασιλικά προστάγματα. Ιδιαίτερα οι Αρχιεπίσκοποι, της Ρώμης Αγάπιος και ο Εφραίμ της Αλεξάνδρειας του έγραψαν εγκωμιαστικά γράμματα και πολύ τον εγκωμίασαν.
Άσκησε λοιπόν κάθε είδος αρετής και έφθασε σε τέτοιο ύψος αναβάσεως ο τρισόλβιος, ώστε αξιώθηκε να εκτελεί παράδοξα θαύματα, γιατί μόνο αυτός έβλεπε μαζί με έναν άλλο αδελφό τον μαθητή του Βασίλειο, ο οποίος αφού πέθανε και ενταφιάστηκε στον τάφο, τον οποίο ο άγιος έκτισε για αυτόν προς ενθύμηση του θανάτου, στεκόταν μετά το θάνατο στην Εκκλησία μαζί με τους άλλους αδελφούς και έψαλλε μαζί τους. Και ήταν αόρατος για όλους τους άλλους. Αυτός άναψε και τα σβησμένα κάρβουνα χωρίς φωτιά στον τόπο εκείνο, όπου επρόκειτο να θεμελιωθεί το μοναστήρι. Αυτός ελευθέρωσε από την αιμορραγία μια γυναίκα, η οποία προσήλθε με πίστη.. αυτός από ένα σπυρί σιτάρι, το οποίο ευλόγησε, έκανε να υπερχειλίσουν οι σιταποθήκες.
Αυτός, που εμφανίστηκε χωρίς να τον βλέπουν, έβγαλε από το βυθό του πηγαδιού το παιδί που έπεσε εκεί μέσα. Αυτός έπαυσε και το θάνατο των παιδιών μιας γυναίκας, τα οποία πριν ακόμα γεννηθούν στην ζωή, αρπάζονταν από το θάνατο. Έτσι και τη μητέρα τους, η οποία δεν είχε καλύτερη τύχη και από μια εντελώς στείρα, εξαιτίας των θανάτων των παιδιών, ο άγιος με την προσευχή του την έκανε πολύτεκνη. Αλλά και το νέφος ακρίδων έδιωξε ο άγιος με μια μόνον παρατήρηση. Αυτός και τον Κόμη της Ανατολής Κήρυκο φύλαξε άτρωτο στον πόλεμο, διότι εκείνος φορούσε για προστατευτικό θώρακα το τρίχινο ιμάτιο του αγίου. Αλλά και τη γη που αδικούνταν από την ξηρασία και δεν έδινε καρπό την ελευθέρωσε από την ανυδρία, προκαλώντας βροχή με την προσευχή του.
Προείπε ακόμα ο όσιος και την κατεδάφιση που επρόκειτο να πάθει η πόλη Αντιόχεια από τον σεισμό. Και πολλούς ανθρώπους γλύτωσε από την τρικυμία της θάλασσας με την εμφάνισή του όταν κινδύνευαν. Και στάθηκε και δάσκαλος της αρετής σε πολλούς μαθητές, και περισσότερους παρακίνησε προς τον ίδιο ζήλο και μίμηση της δικής του αρετής με τα λόγια και τα έργα του και στη συνέχεια τους έφερε κοντά στον Κύριο. Έτσι λοιπόν αφού έζησε και δοξάστηκε στη γη, αναπαύθηκε εν ειρήνη, παραδίδοντας το πνεύμα του στα χέρια του Θεού και τελείτια η σύναξή του στον Αποστολικό ναό του κορυφαίου Πέτρου.
Απόσπασμα από τον κατά πλάτος Βίο του Αγίου
Και ήταν σε όλα όσα γίνονταν πραότατος, ταπεινός και ήμερος, όταν όμως κινδύνευε η ευσέβεια, τότε φαινόταν φιλόνικος και ισχυρογνώμων ο Άγιος Θεοδόσιος. Και ήταν, σύμφωνα με τη Γραφή, «πυρ φλέγον» και «μάχαιρα κόπτουσα», που αφανίζει τα κακά ζιζάνια. Έτσι φιλονίκησε με τον παράνομο βασιλιά Αναστάσιο, τον μεγάλο και άσπονδο εχθρό της Δ' οικουμενικής αγίας Συνόδου, ο οποίος ακολουθούσε την αίρεση του δυσσεβούς Ευτυχούς και Διοσκόρου και Σεβήρου, οι οποίοι πίστευαν ότι ο Χριστός έχει μία φύση, οι άχρηστοι, ο οποίος βασιλιάς άλλους πατέρες κολάκευε και συμμορφώνονταν με την αίρεση και άλλους τους τυραννούσε ο άμυαλος. Κι έτσι δοκίμασε να παρασύρει και τον σοφό Θεοδόσιο με αργύρια, ο φιλάργυρος. Του έστειλε λοιπόν δωρεά τριάντα λίτρες χρυσού και για να μην το καταλάβει ότι το έστειλε με πονηριά και το γυρίσει πίσω, κάλυψε με πονηριά το δόλωμα και του μήνυσε να το δεχτεί για να το ξοδέψει για τους αρρώστους και τους φτωχούς. Και ο Άγιος δέχτηκε το χρυσό για να μη δώσει αφορμή για σκάνδαλο, τη μιαρή όμως γνώμη του τη μίσησε και την απέκρουσε, ανατρέποντάς την με αληθινές αποδείξεις και παραδείγματα, και νικήθηκε ο βασιλιάς, σαν να πολεμούσε το ελάφι με το λιοντάρι, όπως θα φανεί παρακάτω.
Αφού πέρασε λίγος καιρός, αφότου φιλοδώρησε τον Άγιο με τον χρυσό ο βασιλιάς, έστειλε ανθρώπους στον Όσιο να υπογράψει την προαναφερθείσα αίρεση. Τότε συγκεντρώνει όλους τους Πατέρες της ερήμου και με τη σύμφωνη γνώμη και τη θέληση όλων γράφει στον βασιλιά την εξής απάντηση: «επειδή μας έστειλες μήνυμα να κάνουμε ένα από τα δύο, δηλαδή ή να συμφωνήσουμε με την άποψη των Ακέφαλων ή να θανατωθούμε βίαια αν μείνουμε πιστοί στα ορθά Δόγματα των Πατέρων, μάθε ότι προτιμούμε τον θάνατο και όχι μόνο εμείς δεν παρεκκλίνουμε καθόλου από την αλήθεια, αλλά και όσους άλλους παρασύρετε και δεχτούν τα φρονήματά σας, εμείς τους αναθεματίζουμε, και αν χειροτονήσετε κάποιον από τους Άκέφαλους, εμείς δεν τον δεχόμαστε. Μακάρι, Χριστέ Βασιλιά, να μη συμβεί να παραιτηθούμε ούτε λίγο από την Ορθοδοξία, αλλά ακόμα και αν δούμε τους Άγιους αυτούς Τόπους να έχουν παραδοθεί στη φωτιά, ακόμα και αν πάθουμε οτιδήποτε άλλο, δεν αλλάζουμε γνώμη, ακόμα και αν ελεεινά τεμαχίσουν τα σώματά μας σε μικρά τεμάχια, αλλά πιστεύουμε στις τέσσερις Άγιες Συνόδους, από τις οποίες η πρώτη των 318 Πατέρων έγινε κατά του Άρειου στη Νίκαια, τον οποίο και αναθεμάτισαν, επειδή το δόγμα του δυσσεβούς θεωρούσε τον Υιό του Θεού ξένο από την ουσία του Πατρός. Η δεύτερη κατά του Μακεδόνιου, ο οποίος βλασφημούσε προς το Άγιο Πνεύμα. Η Τρίτη πραγματοποιήθηκε στην Έφεσο κατά του Νεστορίου, ο οποίος φλυαρούσε με μιαρό και παράλογο τρόπο κατά της οικονομίας του Χριστού, και η τέταρτη των 630 θεοφόρων Πατέρων στη Χαλκηδόνα, οι οποίοι έχοντας ίδιο φρόνημα με τους άλλους, αφόρισαν τον Ευτυχή και τον Νεστόριο, και τους έδιωξαν μακριά από την Εκκλησία και δυνάμωσαν την Ανατολική Πίστη, χαρακτηρίζοντας αυτούς που έχουν διαφορετικό φρόνημα ξένους από την Εκκλησία του Χριστού. Από αυτή λοιπόν την Ορθόδοξη Πίστη δεν παρεκκλίνουμε ούτε προδίδουμε (μακριά από εμάς!) την ευσέβεια, έστω και αν πρόκειται να μας δώσετε χιλιάδες θανάτους. Η ειρήνη του Θεού που καθοδηγεί κάθε νου, μακάρι να είναι φύλακας και οδηγός του κράτους σου».
Μόλις δέχτηκε αυτή την επιστολή ο βασιλιάς, ευλαβήθηκε τον Άγιο και του έστειλε απάντηση προφασιζόμενος ότι δεν έφταιγε ο ίδιος σε αυτό το θέμα, αλλά οι κακοί Αρχιερείς και κληρικοί, οι οποίοι θέλοντας να φανούν σοφοί, προκαλούσαν τα σκάνδαλα. Αυτά και άλλα αφού έγραψε ο βασιλιάς στον Άγιο, σταμάτησε και δεν εκβίαζε κανένα να ακολουθήσει την αίρεση. Αλλά μετά από καιρό άλλαξε γνώμη και έστειλε πάλι γράμματα κατά της ευσέβειας, ο απερίσκεπτος. Ο γενναίος όμως και ζηλωτής της ορθής πίστης Άγιος Θεοδόσιος, δεν αποδέχτηκε τα γράμματα, αλλά σαν λιοντάρι όρμησε κατά των απεσταλμένων και αφού συγκέντρωσε το πλήθος, ανέβηκε στον άμβωνα και είπε μεγαλόφωνα: «όποιος εναντιωθεί στις τέσσερις Άγιες Οικουμενικές Συνόδους και δεν τις τιμά όπως τα τέσσερα Ευαγγέλια, να έχει το ανάθεμα.». αυτά είπε και έτρεξε σαν Άγγελος στις κοντινές χώρες και πόλεις σαν στρατηγός, με πολλούς Μοναχούς να τον ακολουθούν, και στήριζε τους πιστούς, ξεσήκωνε τους νωθρούς και όσους είχαν αμφιβολία για την Ορθόδοξη πίστη τους βεβαίωνε και τους έκανε πρόθυμους να μη φοβηθούν τις απειλές του τυράννου, αλλά να πεθάνουν, αν χρειαστεί, για την ευσέβεια.
Και τους δίδασκε ο Όσιος να γνωρίζουν ότι ο Υιός και Λόγος του Θεού είναι ταυτόχρονα Θεός και άνθρωπος σε μια υπόσταση, δηλαδή πρόσωπο, έχοντας από τη φύση του τη θεότητα και την ανθρωπότητα. Έφερε και για απόδειξη την Αγία εκείνη και Οικουμενική Τετάρτη Σύνοδο, η οποία σαφέστατα ανατρέπει αυτές τις δύο αιρέσεις, του δυσσεβούς Νεστόριου, ο οποίος χώριζε τον ένα Χριστό σε δύο υιούς και δύο υποστάσεις ο ανόητος, και του Ευτυχούς και Διοσκόρου και Σεβήρου, οι οποίοι συγχέουν σε μία φύση του ενός Χριστού τη θεότητα και την ανθρωπότητα. Γιατί ο Νεστόριος πίστευε δύο φύσεις και υποστάσεις στο Χριστό και δύο υιούς, έναν Θεό που γεννήθηκε από τον Πατέρα, και άλλον από την Αγία Παρθένο. Ο Ευτυχής πάλι και ο Διόσκορος και ο Σεβήρος, που πίστευε τα ίδια με αυτούς, θέλοντας δήθεν να πολεμήσουν αυτή τη σφαλερή διαίρεση του Νεστόριου, έπεσαν πάλι και οι ίδιοι τόσο ανόητα σε άλλη αίρεση, δίνοντας στο Χριστό μία φύση θεότητος και ανθρωπότητος, και πιστεύοντας οι άμυαλοι ότι η θεότητα μπορεί να πάσχει. Γιατί , αν έχει ο Χριστός μία φύση, όπως φλυάρησαν αυτοί, άρα και η θεότητα γνώρισε το θάνατο.
Αλλά ας σφραγισθούν τα μιαρά τους στόματα, γιατί η Αγία Τετάρτη Οικουμενική Σύνοδος απόφάσισε να τιμούμε δύο φύσεις θεότητος και ανθρωπότητος σε μία υπόσταση χωρίς να τις συγχέουμε, χωρίς να τις μεταβάλλουμε και δίχως να τις χωρίζουμε, έναν Υιό εκ του Πατρός προαιώνιο σύμφωνα με τη θεότητα, μεταγενέστερο και πάλι γεννηθέντα από την Αγία Παρθένο με νεότερο νόμο σύμφωνα με την ανθρωπότητα, ομοούσιο με τον Πατέρα, αμήτορα και απάτορα. Με αυτά και άλλα παρόμοια δίδασκε με θάρρος το ποίμνιό του ο σοφός Θεοδόσιος. Και για αυτό ο βασιλιάς θύμωνε μαζί του και τον εξόρισε άδικα. Ο δίκαιος κριτής όμως Θεός, αφαίρεσε τη ζωή εκείνου του παράφρονα και όταν επέστρεψε πάλι ο Όσιος έπαυσε ο διωγμός της Εκκλησίας και σταμάτησαν τα σκάνδαλα. Και οι αιρετικοί κακοί αρχιερείς διώχτηκαν από τους θρόνους τους, και οι ευσεβείς πήραν πίσω τους δικούς τους θρόνους ,όπως και πριν, και πολλοί από αυτούς επαίνεσαν τον μέγα Θεοδόσιο για το θάρρος που έδειξε και δεν δέχτηκε τα βασιλικά προστάγματα. Ιδιαίτερα οι Αρχιεπίσκοποι, της Ρώμης Αγάπιος και ο Εφραίμ της Αλεξάνδρειας του έγραψαν εγκωμιαστικά γράμματα και πολύ τον εγκωμίασαν.
Σάββατο 25 Σεπτεμβρίου 2010
Βίοι Αγίων στους Αγίους Τόπους - Άγιοι Θεόδωρος και Θεοφάνης οι Γραπτοί
Οι Όσιοι Πατέρες ημών Θεόδωρος και Θεοφάνης, οι επικαλούμενοι Γραπτοί, εγεννήθησαν εις την Μωαβίτιδα γήν; ανατολικά της Νεκράς Θαλάσσης, κατά τα έτη 775 και 778 αντιστοίχως. Εξ αρχής οι μακάριοι έλαβαν την μεγίστην ευλογίαν παρά Θεού να έχωσι γονείς ενάρετους και ευλαβείς σφόδρα, επιμελουμένους μετά σπουδής πάσας τας αρετάς, εξαιρέτως δε αυτήν της φιλοξενίας. Ο πατήρ των Ιωάννης, απαρνησάμενος τα του κόσμου εκάρη Μοναχός εις την του Αγίου Σάββα Λαύραν μετονομασθείς Ιωνάς.
Ούτος ο τρισόλβιος δια συντόνου εγκρατείας, υπακοής και ταπεινοφροσύνης έφθασεν εις ύψος αρετής και ηξιώθη της των Οσίων και θεοφόρων Πατέρων χορείας εν τοις ουρανοίς.(Η ετήσιος μνήμη του εορτάζεται την 21ην του μηνός Σεπτεμβρίου μετά του ομωνύμου Προφήτου Ιωνά).
Οι δύο νεαροί αδελφοί, όντες εις ακμάζουσαν νεότητα και δίχως να υπολείπονται εις την πλήρη γνώσιν της ιεράς και θύραθεν σοφίας, εφλέχθησαν υπό του Θείου έρωτος και του πόθου της αγγελικής πολιτείας. Όθεν σπεύσαντες κατέφθασαν εις την περιώνυμον Λαύραν του Αγίου Σάββα περί το έτος 800· παρέμειναν δε πλησίον της Μονής εις τι κελλίον, εις το οποίον ηγωνίζετο ο Θείος Μιχαήλ ο Σύγκελλος, ανήρ έμπλεος των χαρίτων του Πνεύματος. Ένδεκα χρόνους έκαμαν οι Άγιοι εις την υπακοήν της Μονής, και υπερέβησαν άπαντας κατά την ένθεον πολιτείαν. Όθεν με θείαν νεύσιν εκλήθησαν εις την Αγίαν Πόλιν και ηξιώθησαν του υπέρτατου λειτουργήματος της Ιερωσύνης. Δύο χρόνους αργότερον (813) οι θεόπνευστοι άνδρες μετά και του σοφωτάτου διδασκάλου των Μιχαήλ, αναλαμβάνουσι κατόπιν εντολής του Πατριάρχου την εκπλήρωσιν ιερωτάτης και υπευθύνου αποστολής δια θέματα πίστεως (αντίκρουσιν της αιρετικής προσθήκης του filioque υπό Λατίνων Μοναχών) και δια την οικονομικήν ενίσχυσιν του χειμαζόμενου Πατριαρχείου υπό των Αράβων.
Το ταξίδιον προς την Ρώμην σταματά εις την Βασιλεύουσαν. Η παραμονή των Αγίων στην Κων/πολιν συμπίπτει με την αναζωπύρωσιν της εικονομαχικής έριδος (815) επί Λέοντος Ε' του Αρμενίου. Οι ομολογηταί αδελφοί ξεκινούν πλέον την μαρτυρικήν οδόν, η οποία θα τους αναδείξει μεγίστους φωστήρας και Μάρτυρας της Αληθείας. Κατά το διάστημα είκοσι ολοκλήρων ετών οι Άγιοι υφίστανται δεινότατα βασανιστήρια και φυλακίσεις. Εξορίζονται δύο φοράς, σύρονται εις δημοσίους δίκας, μαστιγώνονται απηνώς... Τις δύναται να περιγράψη τας ταλαιπωρίας και τα μαρτύρια, που υπέμειναν οι όσιοι, τας φυλακάς, τα ναυάγια, τους λιμούς, τας ηλιακάς εκκαύσεις, το ψύχος, τους ραβδισμούς, τας πληγάς, τα ραπίσματα, τους καθ' ημέραν θανάτους. Ιδιαιτέρως κατά την τελευταίαν εξορίαν επί του ασεβέστατου και θεομάχου Θεοφίλου (834-836), οι μακάριοι εκόσμησαν έτι περισσότερον τα πολύαθλα σώματά των δια των στιγμάτων του μαρτυρίου και εκάλλυναν τας αγίας των ψυχάς με την υπομονήν και καρτερίαν.
Τον Ιούλιον του 836 διατάσσονται να παρουσιασθώσι ενώπιον του αυτοκράτορος Θεοφίλου εις το Χρυσοτρίκλινον. Οι Άγιοι ίστανται σιωπηλώς και εξοργίζουσι τον αυτοκράτορα, ο οποίος προστάζει την κακοποίησιν και τον στιγματισμόν των.
Κατόπιν τετραημέρου και άσπλαχνου βασανισμού εις την δημοσίαν φυλακήν του Πραιτωρίου υποβάλλονται εις εν πρωτοφανές και απάνθρωπον κολαστήριον: επί πολλάς ώρας εκκεντούνται εις τα μέτωπα με πυρακτωμένας βελόνας και πολλήν βαρβαρότητα.
Το χάραγμα αυτό των Αγίων όπως μας παραδίδεται από τα Συναξάρια και τους Χρονογράφους έγινε σε δώδεκα ιαμβικούς στίχους. Και καθώς εστάλαζεν ακόμη το μαρτυρικόν αίμα από τα τίμια πρόσωπα των απήντησαν περιχαρείς προς τον έπαρχον:
«Γίνωσκε, ότι όταν υπάγωμεν εις τον Παράδεισον και μας ίδωσι τα Χερουβίμ, θέλουσιν ευλαβηθεί τας όψεις ημών, και θα μας κάμουσιν τόπον να εισέλθωμεν ευφραινόμενοι, επειδή άλλος τις ποτέ δεν ηξιώθη ως ημείς να χαράξωσι δια τον Δεσπότην Χριστόν την όψιν αυτού».
Ο ανήμερος Βασιλεύς ευθύς μετά την κακοποίησιν των ομολογητών αδελφών τους εξώρισεν δια τρίτην φοράν εις την Αμάσειαν της Βιθυνίας προστάσσων να μη τους θάψωσι μετά θάνατον, αλλά να μείνωσιν ούτως εις καταφρόνησιν. Εβασανίσθησαν οι μακάριοι πολύν καιρόν εις την δεινήν εκείνην εξορίαν πολιτευόμενοι εναρέτως και ορθοδόξως και τόσην αρετήν και εγκράτειαν είχον, ώστε διήγον ως ασώματοι Άγγελοι.
Ο Άγιος Θεόδωρος από την μεγάλην κακοπάθειαν και το γήρας ησθένησεν· και την ημέραν της τελειώσεως του Πρωτομάρτυρος και Αρχιδιακόνου Στεφάνου, ο τούτου ζηλωτής και των δωρεών του Θεού επώνυμος, παρέδωκε την αγίαν αυτού ψυχήν εις τας αχράντους χείρας του Θεού, ον επόθησεν, εν έτει 841.
Ο δε μακάριος αυτάδελφος και ομόζηλος αυτού Θεοφάνης ετίμησε με εγκώμια και Ιερά άσματα το σεπτόν αυτού λείψανον, συνέθεσε δε και τον γνωστόν Κανόνα, που μέχρι σήμερον ψάλλεται εις τας Εκκλησίας, κατά την 27ην του Δεκεμβρίου.
Δεν ετόλμησε δε να ενταφίαση το άγιον λείψανον, κατά το βασιλικόν πρόσταγμα, αλλά το ετοποθέτησεν εις ξυλίνην λάρνακα προσφέρων εις τον θανόντα αντί θρηνωδίας την υμνωδίαν.
Λέγεται ότι το σώμα του μακαρίου Θεοδώρου παρέμεινεν άφθορον, ευωδιάζον και θεραπεύον πάσαν ασθένειαν και δαιμονικήν προσβολήν. Συνέβη μάλιστα, εις Γέρων κατά πολύ ενάρετος και ευλαβής την ώραν της εκδημίας του οσίου να ακούση άνωθεν ψαλμωδίαν γλυκυτάτην και θαυμάσιον, την οποίαν ανέμελπον χοροί Αγίων Αγγέλων μακαρίζοντας και υμνώντας τον αύλως και αγγελικώς πολιτευσάμενον Άγιον Θεόδωρον. Μετά δε την τελευτήν του αυτοκράτορος Θεοφίλου (842) ιερά λάρναξ μετεφέρθη υπό τινος φιλόθεου ανδρός εις την Χαλκηδόνα μετά θυμιαμάτων και ασμάτων ιερών και κατετέθη εις νεόδμητον ναόν προς αγιασμόν πάντων των μετ' ευλάβειας και πίστεως προσερχόμενων.
Με την οριστικήν καθαίρεσιν των εικονομάχων και την άνοδον εις τον θρόνον της Κων/πόλεως του Αγιωτάτου Πατριάρχου Μεθοδίου (842), ο μέγας Θεοφάνης ανακαλείται από την εξορίαν και μετά εν έτος χειροτονείται Μητροπολίτης Νικαίας εις ηλικίαν εξήκοντα πέντε (65) ετών. Ούτως εναρέτως πολιτευσάμενος και πλείστους Κανόνας συνθέσας, προσέτι δε θεοφιλώς κυβερνήσας το λογικόν αυτού ποίμνιον, απήλθεν εκ της παρούσης επικήρου ζωής εις την αίδιον και ατελεύτητον.
Η κοίμησις του μακαρίου Θεοφάνους έγινεν εις την Μονήν της Χώρας εν Κωνοταντινουπόλει την 11ην Οκτωβρίου του 845, κατόπιν βαρύτατης ασθενείας. Η ταφή του πανσόφου Ιεράρχου, Ομολογητού και Μάρτυρος του Χριστού ετελέσθη παρουσία της ευσεβέστατης και Αγίας Βασιλίσσης Θεοδώρας, της Συγκλήτου, πλήθους Αρχιερέων και παντός του πιστού λαού.
Ούτος ο τρισόλβιος δια συντόνου εγκρατείας, υπακοής και ταπεινοφροσύνης έφθασεν εις ύψος αρετής και ηξιώθη της των Οσίων και θεοφόρων Πατέρων χορείας εν τοις ουρανοίς.(Η ετήσιος μνήμη του εορτάζεται την 21ην του μηνός Σεπτεμβρίου μετά του ομωνύμου Προφήτου Ιωνά).
Οι δύο νεαροί αδελφοί, όντες εις ακμάζουσαν νεότητα και δίχως να υπολείπονται εις την πλήρη γνώσιν της ιεράς και θύραθεν σοφίας, εφλέχθησαν υπό του Θείου έρωτος και του πόθου της αγγελικής πολιτείας. Όθεν σπεύσαντες κατέφθασαν εις την περιώνυμον Λαύραν του Αγίου Σάββα περί το έτος 800· παρέμειναν δε πλησίον της Μονής εις τι κελλίον, εις το οποίον ηγωνίζετο ο Θείος Μιχαήλ ο Σύγκελλος, ανήρ έμπλεος των χαρίτων του Πνεύματος. Ένδεκα χρόνους έκαμαν οι Άγιοι εις την υπακοήν της Μονής, και υπερέβησαν άπαντας κατά την ένθεον πολιτείαν. Όθεν με θείαν νεύσιν εκλήθησαν εις την Αγίαν Πόλιν και ηξιώθησαν του υπέρτατου λειτουργήματος της Ιερωσύνης. Δύο χρόνους αργότερον (813) οι θεόπνευστοι άνδρες μετά και του σοφωτάτου διδασκάλου των Μιχαήλ, αναλαμβάνουσι κατόπιν εντολής του Πατριάρχου την εκπλήρωσιν ιερωτάτης και υπευθύνου αποστολής δια θέματα πίστεως (αντίκρουσιν της αιρετικής προσθήκης του filioque υπό Λατίνων Μοναχών) και δια την οικονομικήν ενίσχυσιν του χειμαζόμενου Πατριαρχείου υπό των Αράβων.
Το ταξίδιον προς την Ρώμην σταματά εις την Βασιλεύουσαν. Η παραμονή των Αγίων στην Κων/πολιν συμπίπτει με την αναζωπύρωσιν της εικονομαχικής έριδος (815) επί Λέοντος Ε' του Αρμενίου. Οι ομολογηταί αδελφοί ξεκινούν πλέον την μαρτυρικήν οδόν, η οποία θα τους αναδείξει μεγίστους φωστήρας και Μάρτυρας της Αληθείας. Κατά το διάστημα είκοσι ολοκλήρων ετών οι Άγιοι υφίστανται δεινότατα βασανιστήρια και φυλακίσεις. Εξορίζονται δύο φοράς, σύρονται εις δημοσίους δίκας, μαστιγώνονται απηνώς... Τις δύναται να περιγράψη τας ταλαιπωρίας και τα μαρτύρια, που υπέμειναν οι όσιοι, τας φυλακάς, τα ναυάγια, τους λιμούς, τας ηλιακάς εκκαύσεις, το ψύχος, τους ραβδισμούς, τας πληγάς, τα ραπίσματα, τους καθ' ημέραν θανάτους. Ιδιαιτέρως κατά την τελευταίαν εξορίαν επί του ασεβέστατου και θεομάχου Θεοφίλου (834-836), οι μακάριοι εκόσμησαν έτι περισσότερον τα πολύαθλα σώματά των δια των στιγμάτων του μαρτυρίου και εκάλλυναν τας αγίας των ψυχάς με την υπομονήν και καρτερίαν.
Τον Ιούλιον του 836 διατάσσονται να παρουσιασθώσι ενώπιον του αυτοκράτορος Θεοφίλου εις το Χρυσοτρίκλινον. Οι Άγιοι ίστανται σιωπηλώς και εξοργίζουσι τον αυτοκράτορα, ο οποίος προστάζει την κακοποίησιν και τον στιγματισμόν των.
Κατόπιν τετραημέρου και άσπλαχνου βασανισμού εις την δημοσίαν φυλακήν του Πραιτωρίου υποβάλλονται εις εν πρωτοφανές και απάνθρωπον κολαστήριον: επί πολλάς ώρας εκκεντούνται εις τα μέτωπα με πυρακτωμένας βελόνας και πολλήν βαρβαρότητα.
Το χάραγμα αυτό των Αγίων όπως μας παραδίδεται από τα Συναξάρια και τους Χρονογράφους έγινε σε δώδεκα ιαμβικούς στίχους. Και καθώς εστάλαζεν ακόμη το μαρτυρικόν αίμα από τα τίμια πρόσωπα των απήντησαν περιχαρείς προς τον έπαρχον:
«Γίνωσκε, ότι όταν υπάγωμεν εις τον Παράδεισον και μας ίδωσι τα Χερουβίμ, θέλουσιν ευλαβηθεί τας όψεις ημών, και θα μας κάμουσιν τόπον να εισέλθωμεν ευφραινόμενοι, επειδή άλλος τις ποτέ δεν ηξιώθη ως ημείς να χαράξωσι δια τον Δεσπότην Χριστόν την όψιν αυτού».
Ο ανήμερος Βασιλεύς ευθύς μετά την κακοποίησιν των ομολογητών αδελφών τους εξώρισεν δια τρίτην φοράν εις την Αμάσειαν της Βιθυνίας προστάσσων να μη τους θάψωσι μετά θάνατον, αλλά να μείνωσιν ούτως εις καταφρόνησιν. Εβασανίσθησαν οι μακάριοι πολύν καιρόν εις την δεινήν εκείνην εξορίαν πολιτευόμενοι εναρέτως και ορθοδόξως και τόσην αρετήν και εγκράτειαν είχον, ώστε διήγον ως ασώματοι Άγγελοι.
Ο Άγιος Θεόδωρος από την μεγάλην κακοπάθειαν και το γήρας ησθένησεν· και την ημέραν της τελειώσεως του Πρωτομάρτυρος και Αρχιδιακόνου Στεφάνου, ο τούτου ζηλωτής και των δωρεών του Θεού επώνυμος, παρέδωκε την αγίαν αυτού ψυχήν εις τας αχράντους χείρας του Θεού, ον επόθησεν, εν έτει 841.
Ο δε μακάριος αυτάδελφος και ομόζηλος αυτού Θεοφάνης ετίμησε με εγκώμια και Ιερά άσματα το σεπτόν αυτού λείψανον, συνέθεσε δε και τον γνωστόν Κανόνα, που μέχρι σήμερον ψάλλεται εις τας Εκκλησίας, κατά την 27ην του Δεκεμβρίου.
Δεν ετόλμησε δε να ενταφίαση το άγιον λείψανον, κατά το βασιλικόν πρόσταγμα, αλλά το ετοποθέτησεν εις ξυλίνην λάρνακα προσφέρων εις τον θανόντα αντί θρηνωδίας την υμνωδίαν.
Λέγεται ότι το σώμα του μακαρίου Θεοδώρου παρέμεινεν άφθορον, ευωδιάζον και θεραπεύον πάσαν ασθένειαν και δαιμονικήν προσβολήν. Συνέβη μάλιστα, εις Γέρων κατά πολύ ενάρετος και ευλαβής την ώραν της εκδημίας του οσίου να ακούση άνωθεν ψαλμωδίαν γλυκυτάτην και θαυμάσιον, την οποίαν ανέμελπον χοροί Αγίων Αγγέλων μακαρίζοντας και υμνώντας τον αύλως και αγγελικώς πολιτευσάμενον Άγιον Θεόδωρον. Μετά δε την τελευτήν του αυτοκράτορος Θεοφίλου (842) ιερά λάρναξ μετεφέρθη υπό τινος φιλόθεου ανδρός εις την Χαλκηδόνα μετά θυμιαμάτων και ασμάτων ιερών και κατετέθη εις νεόδμητον ναόν προς αγιασμόν πάντων των μετ' ευλάβειας και πίστεως προσερχόμενων.
Με την οριστικήν καθαίρεσιν των εικονομάχων και την άνοδον εις τον θρόνον της Κων/πόλεως του Αγιωτάτου Πατριάρχου Μεθοδίου (842), ο μέγας Θεοφάνης ανακαλείται από την εξορίαν και μετά εν έτος χειροτονείται Μητροπολίτης Νικαίας εις ηλικίαν εξήκοντα πέντε (65) ετών. Ούτως εναρέτως πολιτευσάμενος και πλείστους Κανόνας συνθέσας, προσέτι δε θεοφιλώς κυβερνήσας το λογικόν αυτού ποίμνιον, απήλθεν εκ της παρούσης επικήρου ζωής εις την αίδιον και ατελεύτητον.
Η κοίμησις του μακαρίου Θεοφάνους έγινεν εις την Μονήν της Χώρας εν Κωνοταντινουπόλει την 11ην Οκτωβρίου του 845, κατόπιν βαρύτατης ασθενείας. Η ταφή του πανσόφου Ιεράρχου, Ομολογητού και Μάρτυρος του Χριστού ετελέσθη παρουσία της ευσεβέστατης και Αγίας Βασιλίσσης Θεοδώρας, της Συγκλήτου, πλήθους Αρχιερέων και παντός του πιστού λαού.
Βίοι Αγίων στους Αγίους Τόπους - Άγιος Στέφανος ο Σαββαΐτης
Ο Άγιος Στέφανος ο Σαββαΐτης και θαυματουργός γεννήθηκε σ' ένα μικρό χωριό της Παλαιστίνης το Αλ-Τζίλς, κατά το έτος 725 από Χριστού. Αξιώθηκε στα πρώτα χρόνια της ζωής του να λάβη την πρέπουσα χριστιανική ανατροφή από τους δύο ευλαβείς γονείς του, τον Κήρυκο και την Σεργία. Μόλις στα εννέα του χρόνια ο μικρός Στέφανος έμεινε ορφανός. Τότε ανέλαβαν την προστασία του κάποιοι ευσεβείς και καλοί συγγενείς του.
Εκείνην ακριβώς την εποχή ζούσε και ένας θείος του, Ζαχαρίας ονόματι, ο οποίος είχε φήμη ενάρετου μοναχού στη Λαύρα του Οσίου Σάββα του Ηγιασμένου. Αυτός όταν έμαθε τα σχετικά με τον ανεψιό του έσπευσε στην πατρίδα του, ζήτησε και παρέλαβε τον Στέφανο μαζί με όλα τα υλικά αγαθά, που του είχαν αφήσει οι γονείς του.
Φθάνοντας ο Άγιος στο ασκητήριο του θείου του, με κάθε προθυμία και υπακοή έζησε δεκαπέντε χρόνια έγκλειστος καλλιεργώντας τον ένθεον έρωτα και εξασκούμενος στην αδιάλειπτο προσευχή. Είχε δοθεί στον πνευματικό στίβο εκουσίως με όλην του την καρδιά και διακαώς επιθυμούσε να μιμηθεί την αγγελική βιοτή του θείου του και των παλαιών οσίων ασκητών της ερήμου. Τότε ήταν που ο θείος του ανέλαβε την ηγουμενεία των Καστελλίων και της Μονής του Σπηλαίου, τα οποία έκτισε ο Άγιος Σάββας λίγα χιλιόμετρα μακρύτερα από την Μεγάλη Λαύρα του.
Ο Στέφανος είχε μείνει μόνος του στο κελλί του θείου του, ο οποίος εντός ολίγου καιρού εκοιμήθη εν Κυρίω. Τότε ο μακάριος διεμοίρασε όλον τον υλικό πλούτο, που κατείχε και ελεύθερος πλέον από κάθε επίγειο φροντίδα ανεπτερώθη ολικώς προς τον ποθούμενον Χριστόν, μάλιστα αφ' ότου αξιώθηκε να ενδυθή το Μέγα και Αγγελικόν Σχήμα. Θα ήταν τότε σε ηλικία 24 με 25 ετών.
Ως μοναχός ο θείος Στέφανος υπηρέτησε υποδειγματικά για οκτώ χρόνια σε διάφορα διακονήματα της Λαύρας. Εξασκώντας τελεία υπακοή και ταπεινοφροσύνη εργάστηκε κατά σειράν ως αρτοποιός, ξενοδόχος και ηγουμενιάρης (φροντιστής της κατοικίας του Ηγουμένου). Διακονούσε πάντοτε σιωπηλός, πρόθυμος και αδιαλείπτως προσευχόμενος. Στα 29 του χρόνια χειροτονήθηκε Διάκονος. Υπηρέτησε τέσσερα χρόνια στο ναό ως κανονάρχης επιβλέποντας ταυτόχρονα και την βιβλιοθήκη της Μονής.
Πληγωμένος ο όσιος από τον πόθο της ησυχίας δεν άργησε να αποσυρθή στο κελλί του προσερχόμενος στην Εκκλησία μόνον τα Σάββατα και τις Κυριακές. Αργότερα με ευλογία του Πατριάρχου απήλθε σ' ένα μικρό ησυχαστήριο λίγο μακρύτερα της Λαύρας.
Είχε συνήθεια ο Άγιος να χωρίζη το έτος σε έξι τμήματα. Κατά τη διάρκεια των τριών πρώτων εξερχόμενος από το κελλί του βάδιζε τριγύρω από την Νεκρά Θάλασσα. Ζούσε με μεγάλη εγκράτεια τρεφόμενος μόνο με χλωρά άκρα καλαμιών, καρδιές φοινίκων και σπανιώτερα με λίγα βρεγμένα κουκιά, όταν ένιωθε τελείως εξαντλημένος. Τα υπόλοιπα τρία χρονικά διαστήματα τα περνούσε μέσα στο κελλί του δεχόμενος και ωφελώντας πνευματικά όσους έρχονταν να ζητήσουν την συμβουλή του. Τότε και μόνον άνοιγε.
Όταν ο Άγιος έφθασε σε ηλικία πενήντα τριών ετών συναντήθηκε με ένα άλλον εξίσου μεγάλο ασκητή, τον αββά Μαρτύριο από τα Γέρασα, πέραν του Ιορδανού. Προσευχήθηκαν μαζί και συνομίλησαν πνευματικά μάλιστα ο Άγιος Στέφανος υπάκουσε στη συμβουλή του αββά Μαρτυρίου να μην ζη εντελώς ησυχαστικά, αλλά να δέχεται όσους έρχονταν να γίνουν μαθητές του.
Στην ώριμη αυτή του ηλικία και για την μεγάλη καθαρότητα της ζωής του αξιώθηκε να γίνει ιερεύς και λειτουργός του Υψίστου.
Ο Άγιος Στέφανος έλαβε και την προσωνυμία «θαυματουργός». Η Θεία Χάρις τον εκόσμησε με πολλά και έξοχα χαρίσματα. Ένα απ' αυτά ήταν το της διδασκαλίας. Είχε προικισθεί επιπλέον με δύναμη κατά των πονηρών και ακαθάρτων πνευμάτων, προέλεγε τα μέλλοντα, φανέρωνε τα απόκρυφα, βάδιζε ακόμη και πάνω στα νερά της Νεκράς Θαλάσσης και του Ιορδανού. Άλλοτε πάλι, όποτε ο ίδιος είχε ανάγκη μα κρυφθή γινόταν αόρατος εν μέσω ανθρώπων που τον επιβουλεύονταν. Και του ιαματικού χαρίσματος δεν στερήθηκε ο μακάριος, αλλά πλήθος ασθενούντων ψυχή τε και σώματι θεράπευσε με την επίκληση και μόνο του ονόματος του Κυρίου. Αξίζει τέλος να αναφερθή η θαυμαστή οικειότητα του Όσίου με τα άγρια ζώα της ερήμου, των οποίων συχνά υπήρξε φίλος και τροφέας και σύνοικος.
Ή μακαρία κοίμηση του Αγίου Στεφάνου του Σαββαΐτου και θαυματουργού ήταν οσιακή και ειρηνική μέσα στο απέριττο ησυχαστήριο του. Ενώπιον πολλών Πατέρων και μαθητών του παρέδωσε στον Κύριο την αγγελική ψυχή του την νύκτα της Κυριακής του Θωμά προς την Δευτέρα του έτους 794 μ.Χ. Αυτή είναι και η ημέρα της ετήσιας μνήμης του.
Εκείνην ακριβώς την εποχή ζούσε και ένας θείος του, Ζαχαρίας ονόματι, ο οποίος είχε φήμη ενάρετου μοναχού στη Λαύρα του Οσίου Σάββα του Ηγιασμένου. Αυτός όταν έμαθε τα σχετικά με τον ανεψιό του έσπευσε στην πατρίδα του, ζήτησε και παρέλαβε τον Στέφανο μαζί με όλα τα υλικά αγαθά, που του είχαν αφήσει οι γονείς του.
Φθάνοντας ο Άγιος στο ασκητήριο του θείου του, με κάθε προθυμία και υπακοή έζησε δεκαπέντε χρόνια έγκλειστος καλλιεργώντας τον ένθεον έρωτα και εξασκούμενος στην αδιάλειπτο προσευχή. Είχε δοθεί στον πνευματικό στίβο εκουσίως με όλην του την καρδιά και διακαώς επιθυμούσε να μιμηθεί την αγγελική βιοτή του θείου του και των παλαιών οσίων ασκητών της ερήμου. Τότε ήταν που ο θείος του ανέλαβε την ηγουμενεία των Καστελλίων και της Μονής του Σπηλαίου, τα οποία έκτισε ο Άγιος Σάββας λίγα χιλιόμετρα μακρύτερα από την Μεγάλη Λαύρα του.
Ο Στέφανος είχε μείνει μόνος του στο κελλί του θείου του, ο οποίος εντός ολίγου καιρού εκοιμήθη εν Κυρίω. Τότε ο μακάριος διεμοίρασε όλον τον υλικό πλούτο, που κατείχε και ελεύθερος πλέον από κάθε επίγειο φροντίδα ανεπτερώθη ολικώς προς τον ποθούμενον Χριστόν, μάλιστα αφ' ότου αξιώθηκε να ενδυθή το Μέγα και Αγγελικόν Σχήμα. Θα ήταν τότε σε ηλικία 24 με 25 ετών.
Ως μοναχός ο θείος Στέφανος υπηρέτησε υποδειγματικά για οκτώ χρόνια σε διάφορα διακονήματα της Λαύρας. Εξασκώντας τελεία υπακοή και ταπεινοφροσύνη εργάστηκε κατά σειράν ως αρτοποιός, ξενοδόχος και ηγουμενιάρης (φροντιστής της κατοικίας του Ηγουμένου). Διακονούσε πάντοτε σιωπηλός, πρόθυμος και αδιαλείπτως προσευχόμενος. Στα 29 του χρόνια χειροτονήθηκε Διάκονος. Υπηρέτησε τέσσερα χρόνια στο ναό ως κανονάρχης επιβλέποντας ταυτόχρονα και την βιβλιοθήκη της Μονής.
Πληγωμένος ο όσιος από τον πόθο της ησυχίας δεν άργησε να αποσυρθή στο κελλί του προσερχόμενος στην Εκκλησία μόνον τα Σάββατα και τις Κυριακές. Αργότερα με ευλογία του Πατριάρχου απήλθε σ' ένα μικρό ησυχαστήριο λίγο μακρύτερα της Λαύρας.
Είχε συνήθεια ο Άγιος να χωρίζη το έτος σε έξι τμήματα. Κατά τη διάρκεια των τριών πρώτων εξερχόμενος από το κελλί του βάδιζε τριγύρω από την Νεκρά Θάλασσα. Ζούσε με μεγάλη εγκράτεια τρεφόμενος μόνο με χλωρά άκρα καλαμιών, καρδιές φοινίκων και σπανιώτερα με λίγα βρεγμένα κουκιά, όταν ένιωθε τελείως εξαντλημένος. Τα υπόλοιπα τρία χρονικά διαστήματα τα περνούσε μέσα στο κελλί του δεχόμενος και ωφελώντας πνευματικά όσους έρχονταν να ζητήσουν την συμβουλή του. Τότε και μόνον άνοιγε.
Όταν ο Άγιος έφθασε σε ηλικία πενήντα τριών ετών συναντήθηκε με ένα άλλον εξίσου μεγάλο ασκητή, τον αββά Μαρτύριο από τα Γέρασα, πέραν του Ιορδανού. Προσευχήθηκαν μαζί και συνομίλησαν πνευματικά μάλιστα ο Άγιος Στέφανος υπάκουσε στη συμβουλή του αββά Μαρτυρίου να μην ζη εντελώς ησυχαστικά, αλλά να δέχεται όσους έρχονταν να γίνουν μαθητές του.
Στην ώριμη αυτή του ηλικία και για την μεγάλη καθαρότητα της ζωής του αξιώθηκε να γίνει ιερεύς και λειτουργός του Υψίστου.
Ο Άγιος Στέφανος έλαβε και την προσωνυμία «θαυματουργός». Η Θεία Χάρις τον εκόσμησε με πολλά και έξοχα χαρίσματα. Ένα απ' αυτά ήταν το της διδασκαλίας. Είχε προικισθεί επιπλέον με δύναμη κατά των πονηρών και ακαθάρτων πνευμάτων, προέλεγε τα μέλλοντα, φανέρωνε τα απόκρυφα, βάδιζε ακόμη και πάνω στα νερά της Νεκράς Θαλάσσης και του Ιορδανού. Άλλοτε πάλι, όποτε ο ίδιος είχε ανάγκη μα κρυφθή γινόταν αόρατος εν μέσω ανθρώπων που τον επιβουλεύονταν. Και του ιαματικού χαρίσματος δεν στερήθηκε ο μακάριος, αλλά πλήθος ασθενούντων ψυχή τε και σώματι θεράπευσε με την επίκληση και μόνο του ονόματος του Κυρίου. Αξίζει τέλος να αναφερθή η θαυμαστή οικειότητα του Όσίου με τα άγρια ζώα της ερήμου, των οποίων συχνά υπήρξε φίλος και τροφέας και σύνοικος.
Ή μακαρία κοίμηση του Αγίου Στεφάνου του Σαββαΐτου και θαυματουργού ήταν οσιακή και ειρηνική μέσα στο απέριττο ησυχαστήριο του. Ενώπιον πολλών Πατέρων και μαθητών του παρέδωσε στον Κύριο την αγγελική ψυχή του την νύκτα της Κυριακής του Θωμά προς την Δευτέρα του έτους 794 μ.Χ. Αυτή είναι και η ημέρα της ετήσιας μνήμης του.
Βίοι Αγίων στους Αγίους Τόπους - Άγιος Σωφρόνιος Πατριάρχης Ιεροσολύμων
Έσπευδε τηρείν και κεραίαν του νόμου,
Ο Σωφρόνιος, ου παρ' ουρανοίς κέρας.
Ενδεκάτη σαόφρων έδυ Σωφρόνιος παρά τύμβον.
Αυτός ο άγιος γεννήθηκε στην επαρχία της Δαμασκού που κοινώς ονομάζεται Σιάμ, και στην τοποθεσία της Φοινίκης που ονομάζεται Λιβανοστέφανος, από γονείς ευσεβείς και σώφρονες, τον πατέρα του Πλινθά και τη μητέρα του Μυρώ το έτος 600, εξαιτίας της ευφυΐας και της σπουδής του, απέκτησε τον έλεγχο και τη δύναμη όλων των επιστημών. Και όχι μόνο αυτά, αλλά και επιπλέον αυτός, αν και κατοικούσε στην πόλη, ζούσε με την αρετή και την άσκηση που επιδεικνύουν στις ερήμους οι ασκητές? έπειτα πηγαίνει στο μοναστήρι του μεγάλου Θεοδοσίου του Κοινοβιάρχου ? από εκεί αναχώρησε και πήγε στην Αίγυπτο επιθυμώντας να αποκτήσει περισσότερη μάθηση της σοφίας. Εκεί λοιπόν βρίσκει έναν άνδρα ονόματι Ιωάννη, γεμάτο από κάθε σοφία εσωτερική και εξωτερική? έτσι, αφού πέτυχε αυτό που ποθούσε, συγκατοίκησε μαζί του, παίρνοντας από εκείνον όσα μαθήματα ήξερε περισσότερα από αυτόν, δίνοντας όμως και ο ίδιος αντίστροφα τα δικά του. Και ενώ βρισκόταν εκεί, έπαθε καταρράκτη στα μάτια του και θεραπεύεται από τους αγίους Αναργύρους Κύρο και Ιωάννη, οι οποίοι του ζήτησαν για μισθό να συγγράψει τα θαύματα, όσα τελούσαν κάθε μέρα, τα οποία και συνέγραψε σύμφωνα με την αίτηση των αγίων, και έτσι επέστρεψε στα Ιεροσόλυμα.
Έπειτα, για την υπερβολική αρετή του χειροτονήθηκε Επίσκοπος Ιεροσολύμων? και όταν αλώθηκαν τα Ιεροσόλυμα από τους Πέρσες, πήγε ο άγιος στην Αλεξάνδρεια, στον μέγα Ιωάννη τον ελεήμονα, ο οποίος τότε ήταν Επίσκοπος της Αλεξάνδρειας και όταν ο θεϊκός Ιωάννης απήλθε προς τον Κύριο, τότε αυτός ο ιερός Σωφρόνιος σύνθεσε για αυτόν εγκωμιαστικό επιτάφιο λόγο, με τον οποίο φανέρωσε τον αμέτρητο θησαυρό της ελεημοσύνης και της ευσπλαχνίας, τον οποίο είχε στην ψυχή του ο τρισμακάριστος εκείνος άνθρωπος, και θρήνησε πολύ για τη στέρησή του. Και αφού ύστερα επανήλθε στα Ιεροσόλυμα, ποιος μπορεί να διηγηθεί με πόση φροντίδα και με ποιους κόπους ποίμανε την ποίμνη που του δόθηκε? γιατί δεν είχε μόνο νοητή πάλη κατά των δαιμόνων, αλλά είχε και πόλεμο λογικής κατά των αιρετικών Μονοθελητών, τους οποίους, άλλοτε ανέτρεπε με τις θείες Γραφές και με τις Αποστολικές και Πατερικές παραδόσεις, και άλλοτε τους νικούσε και με τις δικές του διδασκαλίες.
Και πολλά συγγράμματα άξια λόγου και μνήμης άφησε στην Εκκλησία του Χριστού ο αοίδιμος αυτός πατέρας, ένα από τα οποία είναι και ο θαυμαστός βίος της Ισαγγέλου Μαρίας της Αιγυπτίας, η οποία αγωνίστηκε τους αγώνες στην έρημο ξεπερνώντας τα μέτρα της ανθρώπινης φύσης. Με τέτοιο λοιπόν σωστό και θεοφιλή τρόπο έζησε ο μακάριος, και αφού δίδαξε και άλλους και προφήτευε σαν στόμα Θεού, όπως ο Ιερεμίας, και ποίμανε για τρία χρόνια το ποίμνιο του Χριστού, εξεδήμησε εν ειρήνη προς τον Κύριο.
Απόσπασμα από τον κατά πλάτος Βίον του Αγίου
Μετά από αυτά, βλέποντας ο Άγιος την Εκκλησία να ταράζεται από τις επιβουλές των Μονοφυσιτών και των διαφόρων άλλων αιρετικών, μετέβη στην Αλεξάνδρεια, όπου προσπάθησε να πείσει τον τότε Πατριάρχη Κύρο, ο οποίος εργαζόταν για την ένωση με τους Μονοφυσίτες, να παραμείνει πιστός σε όσα θεσπίστηκαν από την Αγία Δ' Οικουμενική Σύνοδο, που συνήλθε στη Χαλκηδόνα. Επειδή όμως εκείνος παρέμενε αμετάπειστος, μετέβη και στην Κωνσταντινούπολη προς τον Πατριάρχη Σέργιο και τον αυτοκράτορα Ηράκλειο. Αφού όμως τους βρήκε και αυτούς να φρονούν τα ίδια, διδάσκοντας μία θέληση για το Χριστό, και αφού τους κατέκρινε δριμύτατα μπροστά σε όλους, επέστρεψε περίλυπος στα Ιεροσόλυμα. Όμως οι αγώνες του θεϊκού Σωφρονίου δεν πήγαν χαμένοι. Όσο και αν οι αιρετικοί ήταν οι ισχυροί της εποχής, η Ορθοδοξία θριάμβευσε. Η Αγία ΣΤ' Οικουμενική Σύνοδος που συνήλθε μετά από αυτά το έτος 680, τους αιρετικούς Σέργιο και Πύρρο και Παύλο και Πέτρο τους Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως και τον Ονώριο της Ρώμης και τον Κύρο της Αλεξάνδρειας και τους αιρετικούς που τους ακολουθούσαν τους αναθεμάτισε, ενώ τον θεϊκό Σωφρόνιο, όπως και τον αγιότατο Μάξιμο τον Ομολογητή και τους άλλους Ορθόδοξους αγωνιστές τους δικαίωσε.
Τόσο γενναία αγωνίζονταν για την Ορθοδοξία ο Άγιος και πριν ακόμα χειροτονηθεί Επίσκοπος, γυρνώντας στην Ανατολή και τη Δύση, κατά το υπόδειγμα των Αγίων Αποστόλων, στηρίζοντας τους Ορθόδοξους στην αλήθεια της Πίστεως, ενώ καυτηριάζοντας τους αιρετικούς, οι οποίοι τότε ήταν οι Μονοφυσίτες, οι Μονοθελητές και πολλοί άλλοι. Κατά την εποχή εκείνη απήλθε προς Κύριον ο μέγας στην αρετή Πατριάρχης Ιεροσολύμων Άγιος Μόδεστος (632-634), όταν με επίνευση του Αγίου Πνεύματος κλήθηκε να ανέβει στον ενδοξότατο θρόνο των Ιεροσολύμων ο διαπρύσιος αυτός κήρυκας της Ορθοδοξίας, ο θεϊκός Σωφρόνιος.
Ο Σωφρόνιος, ου παρ' ουρανοίς κέρας.
Ενδεκάτη σαόφρων έδυ Σωφρόνιος παρά τύμβον.
Αυτός ο άγιος γεννήθηκε στην επαρχία της Δαμασκού που κοινώς ονομάζεται Σιάμ, και στην τοποθεσία της Φοινίκης που ονομάζεται Λιβανοστέφανος, από γονείς ευσεβείς και σώφρονες, τον πατέρα του Πλινθά και τη μητέρα του Μυρώ το έτος 600, εξαιτίας της ευφυΐας και της σπουδής του, απέκτησε τον έλεγχο και τη δύναμη όλων των επιστημών. Και όχι μόνο αυτά, αλλά και επιπλέον αυτός, αν και κατοικούσε στην πόλη, ζούσε με την αρετή και την άσκηση που επιδεικνύουν στις ερήμους οι ασκητές? έπειτα πηγαίνει στο μοναστήρι του μεγάλου Θεοδοσίου του Κοινοβιάρχου ? από εκεί αναχώρησε και πήγε στην Αίγυπτο επιθυμώντας να αποκτήσει περισσότερη μάθηση της σοφίας. Εκεί λοιπόν βρίσκει έναν άνδρα ονόματι Ιωάννη, γεμάτο από κάθε σοφία εσωτερική και εξωτερική? έτσι, αφού πέτυχε αυτό που ποθούσε, συγκατοίκησε μαζί του, παίρνοντας από εκείνον όσα μαθήματα ήξερε περισσότερα από αυτόν, δίνοντας όμως και ο ίδιος αντίστροφα τα δικά του. Και ενώ βρισκόταν εκεί, έπαθε καταρράκτη στα μάτια του και θεραπεύεται από τους αγίους Αναργύρους Κύρο και Ιωάννη, οι οποίοι του ζήτησαν για μισθό να συγγράψει τα θαύματα, όσα τελούσαν κάθε μέρα, τα οποία και συνέγραψε σύμφωνα με την αίτηση των αγίων, και έτσι επέστρεψε στα Ιεροσόλυμα.
Έπειτα, για την υπερβολική αρετή του χειροτονήθηκε Επίσκοπος Ιεροσολύμων? και όταν αλώθηκαν τα Ιεροσόλυμα από τους Πέρσες, πήγε ο άγιος στην Αλεξάνδρεια, στον μέγα Ιωάννη τον ελεήμονα, ο οποίος τότε ήταν Επίσκοπος της Αλεξάνδρειας και όταν ο θεϊκός Ιωάννης απήλθε προς τον Κύριο, τότε αυτός ο ιερός Σωφρόνιος σύνθεσε για αυτόν εγκωμιαστικό επιτάφιο λόγο, με τον οποίο φανέρωσε τον αμέτρητο θησαυρό της ελεημοσύνης και της ευσπλαχνίας, τον οποίο είχε στην ψυχή του ο τρισμακάριστος εκείνος άνθρωπος, και θρήνησε πολύ για τη στέρησή του. Και αφού ύστερα επανήλθε στα Ιεροσόλυμα, ποιος μπορεί να διηγηθεί με πόση φροντίδα και με ποιους κόπους ποίμανε την ποίμνη που του δόθηκε? γιατί δεν είχε μόνο νοητή πάλη κατά των δαιμόνων, αλλά είχε και πόλεμο λογικής κατά των αιρετικών Μονοθελητών, τους οποίους, άλλοτε ανέτρεπε με τις θείες Γραφές και με τις Αποστολικές και Πατερικές παραδόσεις, και άλλοτε τους νικούσε και με τις δικές του διδασκαλίες.
Και πολλά συγγράμματα άξια λόγου και μνήμης άφησε στην Εκκλησία του Χριστού ο αοίδιμος αυτός πατέρας, ένα από τα οποία είναι και ο θαυμαστός βίος της Ισαγγέλου Μαρίας της Αιγυπτίας, η οποία αγωνίστηκε τους αγώνες στην έρημο ξεπερνώντας τα μέτρα της ανθρώπινης φύσης. Με τέτοιο λοιπόν σωστό και θεοφιλή τρόπο έζησε ο μακάριος, και αφού δίδαξε και άλλους και προφήτευε σαν στόμα Θεού, όπως ο Ιερεμίας, και ποίμανε για τρία χρόνια το ποίμνιο του Χριστού, εξεδήμησε εν ειρήνη προς τον Κύριο.
Απόσπασμα από τον κατά πλάτος Βίον του Αγίου
Μετά από αυτά, βλέποντας ο Άγιος την Εκκλησία να ταράζεται από τις επιβουλές των Μονοφυσιτών και των διαφόρων άλλων αιρετικών, μετέβη στην Αλεξάνδρεια, όπου προσπάθησε να πείσει τον τότε Πατριάρχη Κύρο, ο οποίος εργαζόταν για την ένωση με τους Μονοφυσίτες, να παραμείνει πιστός σε όσα θεσπίστηκαν από την Αγία Δ' Οικουμενική Σύνοδο, που συνήλθε στη Χαλκηδόνα. Επειδή όμως εκείνος παρέμενε αμετάπειστος, μετέβη και στην Κωνσταντινούπολη προς τον Πατριάρχη Σέργιο και τον αυτοκράτορα Ηράκλειο. Αφού όμως τους βρήκε και αυτούς να φρονούν τα ίδια, διδάσκοντας μία θέληση για το Χριστό, και αφού τους κατέκρινε δριμύτατα μπροστά σε όλους, επέστρεψε περίλυπος στα Ιεροσόλυμα. Όμως οι αγώνες του θεϊκού Σωφρονίου δεν πήγαν χαμένοι. Όσο και αν οι αιρετικοί ήταν οι ισχυροί της εποχής, η Ορθοδοξία θριάμβευσε. Η Αγία ΣΤ' Οικουμενική Σύνοδος που συνήλθε μετά από αυτά το έτος 680, τους αιρετικούς Σέργιο και Πύρρο και Παύλο και Πέτρο τους Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως και τον Ονώριο της Ρώμης και τον Κύρο της Αλεξάνδρειας και τους αιρετικούς που τους ακολουθούσαν τους αναθεμάτισε, ενώ τον θεϊκό Σωφρόνιο, όπως και τον αγιότατο Μάξιμο τον Ομολογητή και τους άλλους Ορθόδοξους αγωνιστές τους δικαίωσε.
Τόσο γενναία αγωνίζονταν για την Ορθοδοξία ο Άγιος και πριν ακόμα χειροτονηθεί Επίσκοπος, γυρνώντας στην Ανατολή και τη Δύση, κατά το υπόδειγμα των Αγίων Αποστόλων, στηρίζοντας τους Ορθόδοξους στην αλήθεια της Πίστεως, ενώ καυτηριάζοντας τους αιρετικούς, οι οποίοι τότε ήταν οι Μονοφυσίτες, οι Μονοθελητές και πολλοί άλλοι. Κατά την εποχή εκείνη απήλθε προς Κύριον ο μέγας στην αρετή Πατριάρχης Ιεροσολύμων Άγιος Μόδεστος (632-634), όταν με επίνευση του Αγίου Πνεύματος κλήθηκε να ανέβει στον ενδοξότατο θρόνο των Ιεροσολύμων ο διαπρύσιος αυτός κήρυκας της Ορθοδοξίας, ο θεϊκός Σωφρόνιος.
Βίοι Αγίων στους Αγίους Τόπους - Άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος
Οι Ιουδαίοι, επειδή απελπίστηκαν για το σχέδιό που κατέστρωσαν εναντίον του Αποστόλου Παύλου, γιατί αυτός επικαλέστηκε τον Καίσαρα και στάλθηκε στη Ρώμη από τον Φήστο, στρέφονται ενάντια στον Άγιο Ιάκωβο, τον αδελφόθεο, στον οποίο είχε ανατεθεί από τους αποστόλους ο θρόνος της επισκοπής των Ιεροσολύμων. Και εναντίον του, τολμούν το εξής.
Αφού τον οδήγησαν στη μέση, του ζητούσαν να αρνηθεί την πίστη στο Χριστό μπροστά σε όλο το λαό. Επειδή όμως αυτός, αντίθετα με τη γνώμη όλων, μίλησε μπροστά στο πλήθος με ελευθερία και παρρησία, την οποία δεν περίμεναν, και ομολόγησε ότι ο Σωτήρας και Κύριός μας Ιησούς Χριστός είναι Υιός του Θεού, αυτοί δε μπορούσαν πλέον να ανεχτούν τη μαρτυρία του, καθώς άλλωστε πιστεύονταν από όλους τους ανθρώπους ότι ήταν πάρα πολύ δίκαιος εξ' αιτίας της ανωτερότητας της φιλοσοφίας και της θεοσέβειας που έδειχνε στη ζωή του, τον σκοτώνουν, παίρνοντας ως ευκαιρία την έλλειψη εξουσίας, καθώς λόγω του θανάτου του Φήστου αυτή την εποχή στην Ιουδαία, η τοπική διοίκηση είχε μείνει χωρίς άρχοντα και επίτροπο.
Και τον τρόπο του θανάτου του Ιακώβου έχουν ήδη φανερώσει και οι λόγοι του Κλήμεντος που παρατέθηκαν προηγουμένως, ο οποίος ιστορεί ότι τον έριξαν από το αέτωμα του ναού και τον ξυλοκόπησαν μέχρι θανάτου. Και με μεγάλη ακρίβεια ιστορεί τα σχετικά μ' αυτόν ο Ηγήσιππος, ο οποίος ανήκει στην πρώτη διαδοχή των αποστόλων, αναφέροντας στο πέμπτο του Υπόμνημα τα εξής.
«Αναλαμβάνει τη διοίκηση της Εκκλησίας μαζί με τους αποστόλους ο αδελφόθεος Ιάκωβος, ο οποίος ονομάστηκε από όλους δίκαιος, από τα χρόνια του Κυρίου ως τις μέρες μας, επειδή πολλοί είχαν το όνομα Ιάκωβος, αυτός από την κοιλιά της μητέρας του ήταν άγιος? Κρασί και οινόπνευμα δεν ήπιε, ούτε κρέας έφαγε, ξυράφι στο κεφάλι του δε χρησιμοποίησε, με λάδι δεν αλείφθηκε και στα δημόσια λουτρά δε λούστηκε.
Μόνο σ' αυτόν επιτρεπόταν να μπει στα άγια? γιατί δε φορούσε μάλλινα άλλα λινά. Και έμπαινε στο ναό μόνος και βρίσκονταν γονατισμένος να ζητά συγχώρεση για το λαό, μέχρι το σημείο να έχουν σκληρύνει τα γόνατά του σαν της καμήλας, επειδή πάντοτε γονάτιζε προσκυνώντας τον Θεό και ζητώντας συγχώρεση για το λαό.
Και για την υπεροχή του στη δικαιοσύνη ονομαζόταν ο δίκαιος και «ωβλίας», το οποίο στα ελληνικά σημαίνει «περιοχή του λαού» και «δικαιοσύνη», όπως και οι προφήτες μαρτυρούν για αυτόν.
Κάποιοι λοιπόν από τις επτά μερίδες του λαού, όπως τις έχω προαναφέρει στα Υπομνήματα, τον ρωτούσαν ποια είναι η θύρα του Ιησού, και απαντούσε ότι είναι ο ίδιος ο σωτήρας. Από αυτά κάποιοι πίστεψαν ότι ο Ιησούς ήταν ο Χριστός.
Και οι μερίδες που προαναφέρθηκαν δεν πίστευαν ούτε στην ανάσταση, ούτε ότι θα έρθει και θα αποδώσει στον καθένα ανάλογα με τα έργα του. Και όσοι πίστεψαν, το έκαναν εξαιτίας του Αγίου Ιακώβου.
«Κι επειδή λοιπόν πίστευαν και πολλοί άρχοντες, θορυβήθηκαν οι Ιουδαίοι και οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι λέγοντας ότι υπάρχει κίνδυνος όλος ο λαός να προσδοκά τον Ιησού. Αφού λοιπόν συγκεντρώθηκαν, έλεγαν στον Ιάκωβο ? σε παρακαλούμε, συγκράτησε το λαό, γιατί πλανήθηκε για τον Ιησού, νομίζοντας ότι αυτός είναι ο Χριστός. Σε παρακαλούμε, πείσε όλους, όσοι ήρθαν για την ημέρα του Πάσχα, για τον Ιησού? γιατί όλοι πειθόμαστε σε σένα. Πράγματι, εμείς και όλος ο λαός αναγνωρίζουμε ότι είσαι δίκαιος και δεν προσωποληπτείς.
Πείσε κι εσύ λοιπόν τον όχλο να μην πλανάται για τον Ιησού. Και βέβαια όλος ο λαός και όλοι πειθόμαστε σε σένα. Στάσου λοιπόν πάνω στο αέτωμα του ναού, για να φαίνεσαι καλύτερα από ψηλά και να ακούει όλος ο λαός καλύτερα τα λόγια σου. Γιατί για το Πάσχα είχαν συγκεντρωθεί όλες οι φυλές μαζί με τους εθνικούς.
Έστησαν λοιπόν οι προαναφερθέντες γραμματείς και Φαρισαίοι τον Ιάκωβο πάνω στο αέτωμα του ναού και του φώναξαν και είπαν? «δίκαιε, που όλοι οφείλουμε να πειθόμαστε σε σένα, επειδή ο λαός πλανάται ακολουθώντας τον σταυρωμένο Ιησού, πες μας, ποια είναι η θύρα του Ιησού».
Και απάντησε με δυνατή φωνή? «Τι με ρωτάτε για τον υιό του ανθρώπου, κι αυτός κάθεται στον ουρανό, στα δεξιά της μεγάλης δύναμης, και πρόκειται να έρθει πάνω στα σύννεφα του ουρανού;».
Κι επειδή πολλοί πείσθηκαν και δόξαζαν για τη μαρτυρία του Αγίου Ιακώβου και έλεγαν, «ωσαννά στον υιό του Δαυίδ», τότε πάλι οι ίδιοι γραμματείς και Φαρισαίοι έλεγαν μεταξύ τους? «λάθος κάναμε και προσφέραμε τέτοια μαρτυρία στον Ιησού? αλλά ας ανεβούμε και ας τον πετάξουμε κάτω για να φοβηθούν και να μην τον πιστέψουν».
Και φώναξαν λέγοντας, «ω, ω, πλανήθηκε και ο δίκαιος», και εκπλήρωσαν τη γραφή που βρίσκεται στον Ησαϊα, «ας σκοτώσουμε τον δίκαιο, γιατί δεν τον χρειαζόμαστε? λοιπόν, θα γευτούν τους καρπούς των πράξεών τους».
Αφού ανέβηκαν λοιπόν, έριξαν κάτω τον δίκαιο. Και έλεγαν μεταξύ τους? «ας λιθοβολήσουμε τον Ιάκωβο τον δίκαιο», και άρχισαν να τον λιθοβολούν, γιατί παρά την πτώση δεν πέθανε? αλλά γύρισε και γονάτισε λέγοντας? «Σε παρακαλώ, Κύριε Θεέ Πατέρα, συγχώρεσέ τους? γιατί δεν ξέρουν τι κάνουν».
Κι ενώ λοιπόν έτσι τον λιθοβολούσαν, ένας από τους ιερείς, τους γιους του Ρηχάβ, του γιου του Ραχαβείμ, που αναφέρονται από τον Ιερεμία τον προφήτη, φώναζε λέγοντας? «σταματήστε? τι κάνετε; για σας προσεύχεται ο δίκαιος».
Και κάποιος απ' αυτούς, ένας που κατεργαζόταν υφάσματα, πήρε το ξύλο με το οποίο χτυπά τα υφάσματα και κατάφερε ένα χτύπημα στο κεφάλι του δίκαιου, και έτσι μαρτύρησε. Και τον έθαψαν στον τόπο δίπλα στο ναό, και η στήλη του ακόμα βρίσκεται δίπλα στο ναό. Αυτός έχει γίνει αληθινός μάρτυρας για τους Ιουδαίους και τους Έλληνες, ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός. Και αμέσως ο Βεσπασιανός αρχίζει να τους πολιορκεί».
Αυτά εκτεταμένα τα αφηγείται και ο Ηγήσιππος συμφωνώντας με τον Κλήμεντα. Τόσο λοιπόν θαυμαστός ήταν ο Ιάκωβος και τόσο φημίζονταν για τη δικαιοσύνη του απ' τους άλλους όλους, ώστε και οι σώφρονες Ιουδαίοι να νομίζουν ότι αυτή είναι η αιτία που αμέσως μετά το μαρτύριό του πολιορκήθηκε η Ιερουσαλήμ, πράγμα το οποίο δεν τους συνέβη για κανέναν άλλο λόγο, παρά για το ανοσιούργημα που τόλμησαν εναντίον του.
Και φυσικά ο Ιώσηπος δεν δίστασε να το επιβεβαιώσει εγγράφως με τα εξής λόγια? «Αυτά λοιπόν συνέβησαν στους Ιουδαίους σαν εκδίκηση για τον Ιάκωβο τον δίκαιο, επειδή ακριβώς τον σκότωσαν οι Ιουδαίοι, αν και ήταν πάρα πολύ δίκαιος».
Και ο ίδιος συγγραφέας, στο εικοστό βιβλίο της Αρχαιολογίας, περιγράφει το θάνατό του, ως εξής? «και ο Καίσαρας, όταν έμαθε το θάνατο του Φήστου, στέλνει για έπαρχο της Ιουδαίας τον Αλβίνο. Και ο νεότερος Άνανος, ο οποίος αναφέραμε ότι είχε παραλάβει την αρχιεροσύνη, ήταν θρασύς στο χαρακτήρα και ιδιαίτερα τολμηρός, και ανήκε στην αίρεση των Σαδδουκαίων, οι οποίοι είναι οι πιο σκληροί στις αποφάσεις από όλους τους Ιουδαίους, όπως ήδη το έχουμε αναφέρει.
Καθώς λοιπόν ήταν τέτοιος ο Άνανος, θεώρησε ότι βρήκε την κατάλληλη ευκαιρία λόγω του θανάτου του Φήστου κι επειδή ο Αλβίνος ήταν ακόμη στο δρόμο, και συγκαλεί συνέδριο των κριτών και οδηγεί σε αυτό τον Ιάκωβο τον αδελφόθεο, και μερικούς άλλους, και κατηγορώντας τους ότι δήθεν παρανόμησαν, τους παρέδωσε για λιθοβολισμό.
Όσοι όμως θεωρούνταν ότι ήταν οι πιο επιεικείς στην πόλη και τηρούσαν τους νόμους με ακρίβεια, το έφεραν βαρέως, και στέλνουν κρυφά απεσταλμένο στο βασιλιά, παρακαλώντας τον να στείλει επιστολή στον Άνανο να μην κάνει πλέον τέτοιες πράξεις? γιατί ούτε προηγουμένως αυτός δεν είχε πράξει σωστά. Και κάποιοι απ' αυτούς προϋπαντούν τον Αλβίνο καθώς οδοιπορούσε από την Αλεξάνδρεια, και του εξηγούν ότι ο Άνανος δεν είχε δικαίωμα να συγκαλέσει συνέδριο χωρίς τη σύμφωνη γνώμη τη δική του.
Κι ο Αλβίνος πείσθηκε στα λόγια τους και γράφει οργισμένος στον Άνανο απειλώντας τον ότι θα τον τιμωρήσει, και ο βασιλιάς Αγρίππας για αυτό το λόγο του αφαίρεσε την αρχιεροσύνη, που την κατείχε για τρεις μήνες, και τον αντικατέστησε με τον Ιησού, το γιο του Δαμμαίου».
Αφού τον οδήγησαν στη μέση, του ζητούσαν να αρνηθεί την πίστη στο Χριστό μπροστά σε όλο το λαό. Επειδή όμως αυτός, αντίθετα με τη γνώμη όλων, μίλησε μπροστά στο πλήθος με ελευθερία και παρρησία, την οποία δεν περίμεναν, και ομολόγησε ότι ο Σωτήρας και Κύριός μας Ιησούς Χριστός είναι Υιός του Θεού, αυτοί δε μπορούσαν πλέον να ανεχτούν τη μαρτυρία του, καθώς άλλωστε πιστεύονταν από όλους τους ανθρώπους ότι ήταν πάρα πολύ δίκαιος εξ' αιτίας της ανωτερότητας της φιλοσοφίας και της θεοσέβειας που έδειχνε στη ζωή του, τον σκοτώνουν, παίρνοντας ως ευκαιρία την έλλειψη εξουσίας, καθώς λόγω του θανάτου του Φήστου αυτή την εποχή στην Ιουδαία, η τοπική διοίκηση είχε μείνει χωρίς άρχοντα και επίτροπο.
Και τον τρόπο του θανάτου του Ιακώβου έχουν ήδη φανερώσει και οι λόγοι του Κλήμεντος που παρατέθηκαν προηγουμένως, ο οποίος ιστορεί ότι τον έριξαν από το αέτωμα του ναού και τον ξυλοκόπησαν μέχρι θανάτου. Και με μεγάλη ακρίβεια ιστορεί τα σχετικά μ' αυτόν ο Ηγήσιππος, ο οποίος ανήκει στην πρώτη διαδοχή των αποστόλων, αναφέροντας στο πέμπτο του Υπόμνημα τα εξής.
«Αναλαμβάνει τη διοίκηση της Εκκλησίας μαζί με τους αποστόλους ο αδελφόθεος Ιάκωβος, ο οποίος ονομάστηκε από όλους δίκαιος, από τα χρόνια του Κυρίου ως τις μέρες μας, επειδή πολλοί είχαν το όνομα Ιάκωβος, αυτός από την κοιλιά της μητέρας του ήταν άγιος? Κρασί και οινόπνευμα δεν ήπιε, ούτε κρέας έφαγε, ξυράφι στο κεφάλι του δε χρησιμοποίησε, με λάδι δεν αλείφθηκε και στα δημόσια λουτρά δε λούστηκε.
Μόνο σ' αυτόν επιτρεπόταν να μπει στα άγια? γιατί δε φορούσε μάλλινα άλλα λινά. Και έμπαινε στο ναό μόνος και βρίσκονταν γονατισμένος να ζητά συγχώρεση για το λαό, μέχρι το σημείο να έχουν σκληρύνει τα γόνατά του σαν της καμήλας, επειδή πάντοτε γονάτιζε προσκυνώντας τον Θεό και ζητώντας συγχώρεση για το λαό.
Και για την υπεροχή του στη δικαιοσύνη ονομαζόταν ο δίκαιος και «ωβλίας», το οποίο στα ελληνικά σημαίνει «περιοχή του λαού» και «δικαιοσύνη», όπως και οι προφήτες μαρτυρούν για αυτόν.
Κάποιοι λοιπόν από τις επτά μερίδες του λαού, όπως τις έχω προαναφέρει στα Υπομνήματα, τον ρωτούσαν ποια είναι η θύρα του Ιησού, και απαντούσε ότι είναι ο ίδιος ο σωτήρας. Από αυτά κάποιοι πίστεψαν ότι ο Ιησούς ήταν ο Χριστός.
Και οι μερίδες που προαναφέρθηκαν δεν πίστευαν ούτε στην ανάσταση, ούτε ότι θα έρθει και θα αποδώσει στον καθένα ανάλογα με τα έργα του. Και όσοι πίστεψαν, το έκαναν εξαιτίας του Αγίου Ιακώβου.
«Κι επειδή λοιπόν πίστευαν και πολλοί άρχοντες, θορυβήθηκαν οι Ιουδαίοι και οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι λέγοντας ότι υπάρχει κίνδυνος όλος ο λαός να προσδοκά τον Ιησού. Αφού λοιπόν συγκεντρώθηκαν, έλεγαν στον Ιάκωβο ? σε παρακαλούμε, συγκράτησε το λαό, γιατί πλανήθηκε για τον Ιησού, νομίζοντας ότι αυτός είναι ο Χριστός. Σε παρακαλούμε, πείσε όλους, όσοι ήρθαν για την ημέρα του Πάσχα, για τον Ιησού? γιατί όλοι πειθόμαστε σε σένα. Πράγματι, εμείς και όλος ο λαός αναγνωρίζουμε ότι είσαι δίκαιος και δεν προσωποληπτείς.
Πείσε κι εσύ λοιπόν τον όχλο να μην πλανάται για τον Ιησού. Και βέβαια όλος ο λαός και όλοι πειθόμαστε σε σένα. Στάσου λοιπόν πάνω στο αέτωμα του ναού, για να φαίνεσαι καλύτερα από ψηλά και να ακούει όλος ο λαός καλύτερα τα λόγια σου. Γιατί για το Πάσχα είχαν συγκεντρωθεί όλες οι φυλές μαζί με τους εθνικούς.
Έστησαν λοιπόν οι προαναφερθέντες γραμματείς και Φαρισαίοι τον Ιάκωβο πάνω στο αέτωμα του ναού και του φώναξαν και είπαν? «δίκαιε, που όλοι οφείλουμε να πειθόμαστε σε σένα, επειδή ο λαός πλανάται ακολουθώντας τον σταυρωμένο Ιησού, πες μας, ποια είναι η θύρα του Ιησού».
Και απάντησε με δυνατή φωνή? «Τι με ρωτάτε για τον υιό του ανθρώπου, κι αυτός κάθεται στον ουρανό, στα δεξιά της μεγάλης δύναμης, και πρόκειται να έρθει πάνω στα σύννεφα του ουρανού;».
Κι επειδή πολλοί πείσθηκαν και δόξαζαν για τη μαρτυρία του Αγίου Ιακώβου και έλεγαν, «ωσαννά στον υιό του Δαυίδ», τότε πάλι οι ίδιοι γραμματείς και Φαρισαίοι έλεγαν μεταξύ τους? «λάθος κάναμε και προσφέραμε τέτοια μαρτυρία στον Ιησού? αλλά ας ανεβούμε και ας τον πετάξουμε κάτω για να φοβηθούν και να μην τον πιστέψουν».
Και φώναξαν λέγοντας, «ω, ω, πλανήθηκε και ο δίκαιος», και εκπλήρωσαν τη γραφή που βρίσκεται στον Ησαϊα, «ας σκοτώσουμε τον δίκαιο, γιατί δεν τον χρειαζόμαστε? λοιπόν, θα γευτούν τους καρπούς των πράξεών τους».
Αφού ανέβηκαν λοιπόν, έριξαν κάτω τον δίκαιο. Και έλεγαν μεταξύ τους? «ας λιθοβολήσουμε τον Ιάκωβο τον δίκαιο», και άρχισαν να τον λιθοβολούν, γιατί παρά την πτώση δεν πέθανε? αλλά γύρισε και γονάτισε λέγοντας? «Σε παρακαλώ, Κύριε Θεέ Πατέρα, συγχώρεσέ τους? γιατί δεν ξέρουν τι κάνουν».
Κι ενώ λοιπόν έτσι τον λιθοβολούσαν, ένας από τους ιερείς, τους γιους του Ρηχάβ, του γιου του Ραχαβείμ, που αναφέρονται από τον Ιερεμία τον προφήτη, φώναζε λέγοντας? «σταματήστε? τι κάνετε; για σας προσεύχεται ο δίκαιος».
Και κάποιος απ' αυτούς, ένας που κατεργαζόταν υφάσματα, πήρε το ξύλο με το οποίο χτυπά τα υφάσματα και κατάφερε ένα χτύπημα στο κεφάλι του δίκαιου, και έτσι μαρτύρησε. Και τον έθαψαν στον τόπο δίπλα στο ναό, και η στήλη του ακόμα βρίσκεται δίπλα στο ναό. Αυτός έχει γίνει αληθινός μάρτυρας για τους Ιουδαίους και τους Έλληνες, ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός. Και αμέσως ο Βεσπασιανός αρχίζει να τους πολιορκεί».
Αυτά εκτεταμένα τα αφηγείται και ο Ηγήσιππος συμφωνώντας με τον Κλήμεντα. Τόσο λοιπόν θαυμαστός ήταν ο Ιάκωβος και τόσο φημίζονταν για τη δικαιοσύνη του απ' τους άλλους όλους, ώστε και οι σώφρονες Ιουδαίοι να νομίζουν ότι αυτή είναι η αιτία που αμέσως μετά το μαρτύριό του πολιορκήθηκε η Ιερουσαλήμ, πράγμα το οποίο δεν τους συνέβη για κανέναν άλλο λόγο, παρά για το ανοσιούργημα που τόλμησαν εναντίον του.
Και φυσικά ο Ιώσηπος δεν δίστασε να το επιβεβαιώσει εγγράφως με τα εξής λόγια? «Αυτά λοιπόν συνέβησαν στους Ιουδαίους σαν εκδίκηση για τον Ιάκωβο τον δίκαιο, επειδή ακριβώς τον σκότωσαν οι Ιουδαίοι, αν και ήταν πάρα πολύ δίκαιος».
Και ο ίδιος συγγραφέας, στο εικοστό βιβλίο της Αρχαιολογίας, περιγράφει το θάνατό του, ως εξής? «και ο Καίσαρας, όταν έμαθε το θάνατο του Φήστου, στέλνει για έπαρχο της Ιουδαίας τον Αλβίνο. Και ο νεότερος Άνανος, ο οποίος αναφέραμε ότι είχε παραλάβει την αρχιεροσύνη, ήταν θρασύς στο χαρακτήρα και ιδιαίτερα τολμηρός, και ανήκε στην αίρεση των Σαδδουκαίων, οι οποίοι είναι οι πιο σκληροί στις αποφάσεις από όλους τους Ιουδαίους, όπως ήδη το έχουμε αναφέρει.
Καθώς λοιπόν ήταν τέτοιος ο Άνανος, θεώρησε ότι βρήκε την κατάλληλη ευκαιρία λόγω του θανάτου του Φήστου κι επειδή ο Αλβίνος ήταν ακόμη στο δρόμο, και συγκαλεί συνέδριο των κριτών και οδηγεί σε αυτό τον Ιάκωβο τον αδελφόθεο, και μερικούς άλλους, και κατηγορώντας τους ότι δήθεν παρανόμησαν, τους παρέδωσε για λιθοβολισμό.
Όσοι όμως θεωρούνταν ότι ήταν οι πιο επιεικείς στην πόλη και τηρούσαν τους νόμους με ακρίβεια, το έφεραν βαρέως, και στέλνουν κρυφά απεσταλμένο στο βασιλιά, παρακαλώντας τον να στείλει επιστολή στον Άνανο να μην κάνει πλέον τέτοιες πράξεις? γιατί ούτε προηγουμένως αυτός δεν είχε πράξει σωστά. Και κάποιοι απ' αυτούς προϋπαντούν τον Αλβίνο καθώς οδοιπορούσε από την Αλεξάνδρεια, και του εξηγούν ότι ο Άνανος δεν είχε δικαίωμα να συγκαλέσει συνέδριο χωρίς τη σύμφωνη γνώμη τη δική του.
Κι ο Αλβίνος πείσθηκε στα λόγια τους και γράφει οργισμένος στον Άνανο απειλώντας τον ότι θα τον τιμωρήσει, και ο βασιλιάς Αγρίππας για αυτό το λόγο του αφαίρεσε την αρχιεροσύνη, που την κατείχε για τρεις μήνες, και τον αντικατέστησε με τον Ιησού, το γιο του Δαμμαίου».
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)









