Το εκκλησάκι του Αϊ- Λιά είναι μονόχωρος ξυλόστεγος ναός με καμαρωτή κεραμοσκεπή και ημικυκλική αψίδα στην ανατολική πλευρά.
Είναι της όψιμης μεταβυζαντινής περιόδου. Αξιοπρόσεκτα στοιχεία είναι η λεπτή φωτιστική θυρίδα της αψίδας και η αρχολιθοδομή των τοίχων. Στο εσωτερικό έχει λιτό τέμπλο με διαχωριστικά κυμάτια νεοκλασικού τύπου. Οι παλαιότερες εικόνες του χρονολογούνται στις αρχές του 20ου αιώνα.
Τα τελευταία χρόνια έχει υποστεί αρκετές επεμβάσεις. Προστέθη-κε κεραμωτό στέγαστρο στη νότια και δυτική πλευρά και κτίστηκε χαμηλό στηθαίο. Νεότερο είναι επίσης και το καμπαναριό στη ΝΔ γωνία της στέγης, ενώ το κακότεχνο μεταλλικό καμπαναριό στη νότια πλευρά του στηθαίου, ευτυχώς, αφαιρέθηκε πέρυσι. Μεταγενέστερα είναι και τα επιχρίσματα. Αλλά η πιο κακόγουστη και αισθητικά απαράδεκτη προ-σθήκη είναι η αποθήκη στη βόρεια πλευρά της εκκλησούλας.
Τέλος, θεωρούμε χρήσιμο να μνημονεύσουμε πέντε ακόμα εκκλησίες της πόλης μας, λιγότερο ή καθόλου γνωστές, οι οποίες δεν έχουν κηρυχθεί διατηρητέες και είναι: Του Αγίου Σπυρίδωνος: στην οδό Φλέμινγκ και Τημένου.Το βέβαιο είναι ότι κτίστηκε την εποχή του Καποδίστρια.Του Αγίου Χαραλάμπους: στην οδό Καραϊσκάκη. Είναι ιδιωτική και σήμερα ανήκει στην οικογένεια Πέτρου Φλώρου. Της Αγίας Παρασκευής: στην οδό Καραγιάνννη. Σύμφωνα με κάποια παράδοση, ο ημιυπόγειος ναός, στη θέση του οποίου κτίστηκε ο Αϊ- Γιάννης το 1829, ήταν αφιερωμένος στην Αγία Παρασκευή και για το λόγο αυτό κτίστηκε μετά η εκκλησία αυτή προς τιμή της Αγίας. Της Παναγίτσας: στην οδό Καραγιάννη και Φορονέως. Σύμφωνα με μαρτυρία ηλικιωμένων της γειτονιάς, κτίστηκε εκεί όπου πα-λαιότερα βρισκόταν μικρότερη εκκλησούλα της Παναγίας. Της Αγίας Κυριακής: στην οδό Θεάτρου. Κτίστηκε από τον Επαμεινώνδα και την Καλλιόπη Καλλιάρχη το 1903 και ανακαινίστηκε το 1963.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΕΡΕΣ ΜΟΝΕΣ -NAOI ΑΡΓΟΛΙΔΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΕΡΕΣ ΜΟΝΕΣ -NAOI ΑΡΓΟΛΙΔΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τετάρτη 20 Ιουλίου 2011
Ο Προφήτης Ηλίας στον Άγιο Αδριανό Ναυπλίου
Παίρνοντας τον δρόμο από τον Άγιο Αδριανό με κατεύθυνση προς ανατολικά μετά από 3 χλμ. μέσα από καλλιέργειες φτάνουμε στον οικισμό του Προφήτη Ηλία. Ημιορεινό με τους κατοίκους του, που προέρχονται από την ορεινή Αρκαδία, να ασχολούνται με την καλλιέργεια της ελιάς και των εσπεριδοειδών. Κατά τις ανασκαφές (1962, Δεϊλάκη) βρέθηκε εκεί αποθέτης με ειδώλια και αντικείμενα μυκηναϊκής και ρωμαϊκής εποχής. Κάτω από τα θεμέλια του Προφήτη Ηλία, στην κορυφή, βρέθηκαν θεμέλια αρχαϊκού ιερού πάνω σε μυκηναϊκό κτίριο. Ακόμη υπάρχουν ερείπια μυκηναϊκής ακρόπολης πάνω στο λόφο του Προφήτη Ηλία. Από το χωριό ο δρόμος με κατεύθυνση βόρεια οδηγεί στο μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου Καρακαλά.
Eκκλησάκι Προφήτη Ηλία στη Νέα Τίρυνθα Αργολίδας
Δευτέρα 11 Οκτωβρίου 2010
Εκκλησάκια και Μοναστήρια
Εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής στη Νέα Τίρυνθα Αργολίδας
Eκκλησάκι Προφήτη Ηλία στη Νέα Τίρυνθα Αργολίδας
Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2010
Εκκλησάκια και Μοναστήρια στο Άργος
Εκκλησάκι Προφήτη Ηλία στην κορυφή του λόφου της Ασπίδας
Το εκκλησάκι του Αϊ-Λια είναι μονόχωρος ξυλόστεγος ναός με καμαρωτή κεραμοσκεπή και ημικυκλική αψίδα στην ανατολική πλευρά. Χρονολογικά ανήκει στην όψιμη μεταβυζαντινή περίοδο. Αξιοπρόσεκτα στοιχεία είναι η λεπτή φωτιστική θυρίδα της αψίδας και η αργολιθοδομή των τοίχων. Στο εσωτερικό το διαθέτει ένα λιτό τέμπλο με διαχωριστικά κυμάτια νεοκλασικού τύπου. Στο Ναό φιλοξενούνται πολλές παλιές εικόνες, αξιόλογα δείγματα της Βυζαντινής Τέχνης. Οι παλιότερες εικόνες του χρονολογούνται στις αρχές του 20ου αιώνα.
Οι επισκέπτες μπορούν να ξεκουραστούν και να απολαύσουν τον καφέ τους ή το φαγητό τους, στο Τουριστικό Περίπτερο του Λόφου.
Εκκλησάκι Ο Άγιος Χαράλαμπος της Οικίας Σπυρίδωνος Τρικούπη
Ευρίσκεται στην οδό Δαναού 33 στο βάθος του κήπου ανάμεσα σε δένδρα και πυκνή βλάστηση. Είναι μικρός και λιτός ναός με καμαρωτή στέγη, πετρόκτιστος και εσωτερικά μονόχωρος. Κτίστηκε από το Σπυρίδωνα Τρικούπη και αποτελούσε αναπόσπαστο συμπλήρωμα της αρχοντικής οικίας. Το επίπεδο του ναού είναι χαμηλότερο από εκείνο του κήπου και ο εισερχόμενος κατεβαίνει τρία με τέσσερα σκαλιά. Η τοιχοποιία του είναι γερή και ιδιαιτέρως επιμελημένη.
Η Μονή της Αγίας Μαρίνας
Στη Νότια πλευρά της Λάρισας το ξωκλήσι της Αγίας Μαρίνας, έγινε γυναικείο μοναστήρι το 1972 από μοναχές της γειτονικής μονής, που είναι αφιερωμένη στη Γέννηση του Ιησού Χριστού. Ανάμεσα στα οικήματά του ανήκουν – μαζί με το καθολικό – και ένας ακόμη ναός, στα ανατολικά, αφιερωμένος στην Παναγιά τη Γιάτρισσα, στην Αγία Ειρήνη και στην Αγία Μαρίνα την Αιγυπτία. Σήμερα στη μονή διαμένουν τέσσερις μοναχές.
Η Μονή Γεννήσεως του Ιησού Χριστού
βόρεια κορυφή του βουνού της Λυκώνης, νοτιοδυτικά του κάστρου της Λάρισας.
Ιδρύθηκε από την οικογένεια Σαμιώτη το 1952. Σήμερα στη μονή, η οποία δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί, διαμένουν τέσσερις μοναχές, οι οποίες ακολουθούν το παλαιό ημερολόγιο.
Εκκλησάκι Ο Άγιος Νικόλαος Ζόγκα
Το χωριό Ζόγκα έγινε γνωστό τα τελευταία χρόνια λόγω του οικοδομικού συγκροτήματος του Αγίου Ιγνατίου, που κτίστηκε από τη μητρόπολη Αργολίδος για να εξυπηρετεί κυρίως συνεδριακές ανάγκες. Από τα τελευταία όμως χρόνια της Τουρκοκρατίας το όνομα του οικισμού είναι στενά συνδεδεμένο με τη σκήτη του Αγίου Νικολάου που υπάρχει στα όρια του. Λίγο πριν το χωριό, στο προσκυνητάρι της Αγίας Παρασκευής, αρχίζει χωματόδρομος που μας ανεβάζει στον Άγιο Νικόλαο, αφού πριν αντικρύσουμε στην αριστερή όχθη της ρεματιάς, φωλιασμένο μέσα στα βράχια, το ξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής.
Εκκλησάκι του Αγίου Χαραλάμπους
Βρίσκεται στην οδό 4ης Ιανουαρίου 1833 και Καραϊσκάκη. Είναι ιδιωτική και σήμερα ανήκει στην οικογένεια Πέτρου Φλώρου. Όπως έχει γίνει γνωστό, ο ίδιος ο ιδιοκτήτης έχει ζητήσει με αίτησή του να κηρυχθεί διατηρητέο μνημείο, για να την προστατεύσει.
Εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής
Βρίσκεται στην οδό Καραγιάννη. Σύμφωνα με κάποια παράδοση, ο ημιυπόγειος ναός, που υπήρχε στη θέση του οποίου κτίστηκε ο Αϊ-Γιάννης το 1829, ήταν αφιερωμένος στην Αγία Παρασκευή. Για το λόγο αυτό κτίστηκε μετά η εκκλησία αυτή προς τιμή της Αγίας.
Εκκλησάκι της Παναγίτσας
Βρίσκεται στην οδό Καραγιάννη και Φορωνέως. Σύμφωνα με μαρτυρίες κατοίκων της περιοχής, κτίστηκε προκειμένου να υποκαταστήσει μία μικρότερη εκκλησία της Παναγίας, που βρισκόταν στην ίδια ακριβώς τοποθεσία.
Εκκλησάκι της Αγίας Κυριακής
Βρίσκεται στην οδό θεάτρου 18. Κτίστηκε από τον Επαμεινώνδα και την Καλλιόπη Καλλιάρχη το 1903 και ανακαινίστηκε το 1963.
Σάββατο 9 Οκτωβρίου 2010
Ναός Ζωοδόχου Πηγής στο Κεφαλάρι Άργους
Ένας από τους ομορφότερους ιερούς ναούς της πατρίδας μας είναι αυτός της Ζωοδόχου Πηγής στο Κεφαλάρι Αργολίδας. Δύο είναι τα βασικά στοιχεία που τον κάνουν ξεχωριστό. Το πρώτο είναι ότι βρίσκεται σε μια περιοχή που το πράσινο και τα νερά του ιστορικού ποταμού Ερασίνου την κάνουν μαγευτική. Το δεύτερο είναι ότι ο ναός είναι χτισμένος μέσα σε ένα σπήλαιο του όρους Χάον. Όπως ήδη αναφέραμε, για να επισκεφθούμε τον ναό αυτό, θα πρέπει να ταξιδέψουμε ως το Κεφαλάρι Αργολίδας. Ένα πανέμορφο χωρίο 6 χιλιόμετρα νότια του Άργους.
Στο σημείο που βρίσκεται ο ναός, υπήρχε παλαιότερος ναός ο οποίος καταστράφηκε στις 28 Μαΐου του 1948. Η καταστροφή επήλθε από μια ισχυρότατη έκρηξη σε αποθήκη πυρομαχικών που βρισκόταν κοντά στον ναό. Σε αυτήν την έκρηξη έχασαν την ζωή τους 45 άνθρωποι. Το πόσο ισχυρή ήταν το δείχνει το γεγονός ότι έσπασαν τζάμια σπιτιών και καταστημάτων στο Άργος και στο Ναύπλιο. Ο παλιός ναός είναι γνωστός ως: «Παναγία η Κεφαλαριώτισσα». Είχε μήκος 16, πλάτος 6 και ύψος 4 μέτρα. Τα 9 από τα 16 μέτρα του μήκους του βρίσκονταν μέσα στο σπήλαιο.
Μετά την καταστροφή του παλιού ναού, πολλοί Αργίτες δραστηριοποιήθηκαν με σκοπό την ανέγερση ενός νέου ιερού ναού. Στην προσπάθεια αυτή, προσέφεραν τα μέγιστα οι Αργίτες μετανάστες στην Αμερική, που κατάφεραν να μαζέψουν το ποσό των 15.000 δολαρίων. Με αυτά τα χρήματα και βάση των σχεδίων του αρχιτέκτονα Καραθανασόπουλου, κτίστηκε ο νέος ναός της Ζωοδόχου Πηγής στο Κεφαλάρι. Οι εργασίες ανέγερσης διήρκεσαν δύο χρόνια από το 1922 έως το 1924.
Κατά την διάρκεια της Γερμανικής κατοχής, θέλησαν οι κατακτητές να κτίσουν στην στέγη του ναού αντιαεροπορικό πυροβολείο και να κόψουν τον μεγάλο πλάτανο που υπήρχε δίπλα ώστε να μην εμποδίζει την λειτουργία του πυροβολείου.
Μετά από παρέμβαση, όμως, του ιερέα Κωνσταντίνου Παπαδημητρίου στον Γερμανό διοικητή Ντάσιγγερ, απετράπη τόσο η κατασκευή του πυροβολείου όσο και η κοπή του πλάτανου. Σε αυτόν τον πλάτανο τα χρόνια πριν την επανάσταση του 1821, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, συγκέντρωνε Έλληνες και τους προετοίμαζε για τον αγώνα κατά των Τούρκων. Την σπηλιά δε όπου είναι κτισμένη η εκκλησία, την χρησιμοποιούσαν ως καταφύγιο και κρυφό σχολειό τα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Αυτό που σεβάστηκε, όμως, ο Γερμανός κατακτητής, δεν σεβάστηκαν οι Έλληνες στις μέρες μας και έτσι, δυστυχώς, ο γέρο-πλάτανος δεν υπάρχει πια.
Το 1955 κατασκευάστηκε το υπέροχο κωδωνοστάσιο της εκκλησίας, με δωρεά 1.000 δολαρίων του Κωνσταντίνου Σωτηρόπουλου. Τα σχέδια του κωδωνοστασίου έκανε ο αρχιτέκτονας Γεώργιος Βαλάτας.
Οι εργασίες στον περιβάλλοντα χώρο του ναού συνεχίζονται ακόμα και σήμερα. Μέσα στο σπήλαιο, βάθους 110 μέτρων, έχει κτιστεί ένα προσκύνημα ονομαζόμενο Γολγοθάς. Στο ίδιο σπήλαιο υπάρχει βράχος που κρέμεται από την οροφή και σταματά λίγο πάνω από το έδαφος. Το 1972 έγιναν ανασκαφές στο εν λόγω σπήλαιο, που έφεραν στο φως ευρήματα της παλαιολιθικής εποχής.
Ο θαυμάσιος ναός της Ζωοδόχου Πηγής στο Κεφαλάρι, εορτάζει την Παρασκευή της Διακαινησίμου (την Παρασκευή μετά το Πάσχα). Την ημέρα αυτή γίνεται μεγάλο πανηγύρι και πιστοί επισκέπτονται τον ναό από όλα τα μέρη της Ελλάδας.
Στο σημείο που βρίσκεται ο ναός, υπήρχε παλαιότερος ναός ο οποίος καταστράφηκε στις 28 Μαΐου του 1948. Η καταστροφή επήλθε από μια ισχυρότατη έκρηξη σε αποθήκη πυρομαχικών που βρισκόταν κοντά στον ναό. Σε αυτήν την έκρηξη έχασαν την ζωή τους 45 άνθρωποι. Το πόσο ισχυρή ήταν το δείχνει το γεγονός ότι έσπασαν τζάμια σπιτιών και καταστημάτων στο Άργος και στο Ναύπλιο. Ο παλιός ναός είναι γνωστός ως: «Παναγία η Κεφαλαριώτισσα». Είχε μήκος 16, πλάτος 6 και ύψος 4 μέτρα. Τα 9 από τα 16 μέτρα του μήκους του βρίσκονταν μέσα στο σπήλαιο.
Μετά την καταστροφή του παλιού ναού, πολλοί Αργίτες δραστηριοποιήθηκαν με σκοπό την ανέγερση ενός νέου ιερού ναού. Στην προσπάθεια αυτή, προσέφεραν τα μέγιστα οι Αργίτες μετανάστες στην Αμερική, που κατάφεραν να μαζέψουν το ποσό των 15.000 δολαρίων. Με αυτά τα χρήματα και βάση των σχεδίων του αρχιτέκτονα Καραθανασόπουλου, κτίστηκε ο νέος ναός της Ζωοδόχου Πηγής στο Κεφαλάρι. Οι εργασίες ανέγερσης διήρκεσαν δύο χρόνια από το 1922 έως το 1924.
Κατά την διάρκεια της Γερμανικής κατοχής, θέλησαν οι κατακτητές να κτίσουν στην στέγη του ναού αντιαεροπορικό πυροβολείο και να κόψουν τον μεγάλο πλάτανο που υπήρχε δίπλα ώστε να μην εμποδίζει την λειτουργία του πυροβολείου.
Μετά από παρέμβαση, όμως, του ιερέα Κωνσταντίνου Παπαδημητρίου στον Γερμανό διοικητή Ντάσιγγερ, απετράπη τόσο η κατασκευή του πυροβολείου όσο και η κοπή του πλάτανου. Σε αυτόν τον πλάτανο τα χρόνια πριν την επανάσταση του 1821, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, συγκέντρωνε Έλληνες και τους προετοίμαζε για τον αγώνα κατά των Τούρκων. Την σπηλιά δε όπου είναι κτισμένη η εκκλησία, την χρησιμοποιούσαν ως καταφύγιο και κρυφό σχολειό τα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Αυτό που σεβάστηκε, όμως, ο Γερμανός κατακτητής, δεν σεβάστηκαν οι Έλληνες στις μέρες μας και έτσι, δυστυχώς, ο γέρο-πλάτανος δεν υπάρχει πια.
Το 1955 κατασκευάστηκε το υπέροχο κωδωνοστάσιο της εκκλησίας, με δωρεά 1.000 δολαρίων του Κωνσταντίνου Σωτηρόπουλου. Τα σχέδια του κωδωνοστασίου έκανε ο αρχιτέκτονας Γεώργιος Βαλάτας.
Οι εργασίες στον περιβάλλοντα χώρο του ναού συνεχίζονται ακόμα και σήμερα. Μέσα στο σπήλαιο, βάθους 110 μέτρων, έχει κτιστεί ένα προσκύνημα ονομαζόμενο Γολγοθάς. Στο ίδιο σπήλαιο υπάρχει βράχος που κρέμεται από την οροφή και σταματά λίγο πάνω από το έδαφος. Το 1972 έγιναν ανασκαφές στο εν λόγω σπήλαιο, που έφεραν στο φως ευρήματα της παλαιολιθικής εποχής.
Ο θαυμάσιος ναός της Ζωοδόχου Πηγής στο Κεφαλάρι, εορτάζει την Παρασκευή της Διακαινησίμου (την Παρασκευή μετά το Πάσχα). Την ημέρα αυτή γίνεται μεγάλο πανηγύρι και πιστοί επισκέπτονται τον ναό από όλα τα μέρη της Ελλάδας.
Τετάρτη 29 Σεπτεμβρίου 2010
Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2010
Όσιος Θεοδόσιος ο... παππούς της Αργολίδας
Βίος Οσίου Θεοδοσίου
Ο ένσαρκος Άγγελος και ο άσαρκος άνθρωπος, ο καταφρονητής των τερπνών και των προσκαίρων απολαύσεων και ο ζηλωτής αυτών που διαμένουν στους αιώνες, έζησε τον ένατο αιώνα γεννημένος από ευσεβείς και πλούσιους Αθηναίους. O σπόρος που είχε ρίξει ο Απόστολος Παύλος και είχαν ποτίσει με τους ίδρωτες τους οι Άγιοι των Αθηνών Ιεράρχες, οι Ομολογητές και οι Μάρτυρες, έδωσε καρποφόρο στάχυ και τον όσιο Θεοδόσιο, αυτόν που από μικρό ή χάρη του Θεού πιάνοντας τον από το χέρι τον έφερε στον κήπο της μοναδικής πολιτείας, στον αγρό της σωτηρίας.
Στην Αργολίδα κάποια μέρα του παρουσιάσθηκε ο θείος Πρόδρομος, και μόνη ή όψη του τον γέμισε από θεία αγαλλίαση. Θεώρησε την παρουσία του ευλογία και ταυτόχρονα υπόδειξη για μίμηση των ασκητικών του παλαισμάτων. Παίρνοντας δύναμη συνέχισε τον αγώνα του και έκτισε ναό στο όνομα του Βαπτιστού του Κυρίου, γύρω από τον όποιο αναπτύχθηκε μοναστήρι με την προσέλευση πολλών μοναχών, που ήλθαν να υποταχθούν στο μεγάλο Αθηναίο ασκητή. Με την πάροδο του χρόνου και την ισάγγελη βιωτή του ο Θεοδόσιος έγινε ταμείο θεϊκών χαρισμάτων και ανεδείχθη ιατρός των νοσούντων, έτσι ώστε να επονομάζεται ιαματικός.
Επειδή όμως ή αρετή πολεμάται, βρέθηκαν μερικοί διαβολείς, οι όποιοι παρουσιάσθηκαν στον τότε επίσκοπο του Άργους, τον άγιο Πέτρο, και τον κατηγόρησαν ως μάγο και απατεώνα. Παρουσιάσθηκε τότε ο όσιος Θεοδόσιος στον ύπνο του Αγίου Πέτρου, που σημειωτέον τότε βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη για επίσκεψη του Πατριάρχη, και του συστήθηκε, για να παύσει να έχει άδικη γι’ αυτόν κρίση. Ταυτόχρονα και ο Πατριάρχης τον ρώτησε αν έχει κάποιο μοναχό Θεοδόσιο στην επαρχία του. Στην καταφατική απάντηση του Αγίου Πέτρου και στην εξιστόρηση της εμφανίσεως του στον ύπνο του, ο Πατριάρχης τον παρεκάλεσε να διαβιβάσει στον Όσιο την ευλογία και εκτίμηση του.
Μετά την επανάκαμψη του Αγίου Πέτρου στο Άργος αποφάσισε αυτός να επισκεφθεί τον τόπο ασκήσεως του οσίου Θεοδοσίου στο χωριό Παναρήτι. Η πληροφορία έφθασε στον Όσιο, που έσπευσε να τον προϋπαντήσει σε μικρή απόσταση από το ασκητήριό του. Σε κάποιο σημείο κάθισε ο Ιεράρχης να ξαποστάσει, οπότε βλέπει να τον πλησιάζει ο όσιος Θεοδόσιος βαστάζοντας στα χέρια του το καλογερικό του σκουφί, μέσα στο όποιο είχε βάλει αναμμένα κάρβουνα και έκαιγε λιβανωτό, αντί θυμιατηρίου και να τον θυμιάζει. Και κατά παράδοξο τρόπο ούτε το σκουφί ούτε το χέρι του Οσίου καιγόταν. Τότε βεβαιώθηκε ο άγιος Ιεράρχης περί της οσιότητας του ασκητού και αφού αντάλλαξε μαζί του ασπασμό εγκάρδιο, τον χειροτόνησε διάκονο και ιερέα.
Ο θείος Θεοδόσιος έφθασε σε βαθύ γήρας και έγινε περιβόητος για την αρετή και τα θαύματα του σ’ όλη τη γύρω περιοχή. Μάλιστα, αξιώθηκε να προβλέψει το θάνατο του τρεις ήμερες πριν και να συγκεντρώσει τους φοιτητές του, για να τους δώσει τις τελευταίες νουθεσίες και εντολές του. Ανάμεσα σ’ αυτούς, που θρηνούσαν για τον πρόσκαιρο αποχωρισμό του, έφυγε για την αιώνια μακαριότητα σιγοψελλίζοντας: «Κύριε, εις χείρας Σου παραθήσομαι το πνεύμά μου» (Λουκ. κγ’ 46). Η κηδεία του οσίου Θεοδοσίου έγινε πάνδημη και με την παρουσία του αγίου Πέτρου και πλήθους ιερέων και μοναχών.
Το σκήνος του αποτέθηκε στο ναό του Τιμίου Προδρόμου και ο τάφος του δείχθηκε πηγή ιαμάτων αστείρευτη στους αιώνες. Παράλυτοι σηκώθηκαν, τυφλοί ανέβλεψαν, άτεκνοι έγιναν εύτεκνοι και πολλοί ασθενείς βρήκαν τη θεραπεία τους. Έτσι αντεδόξασε ο Θεός το δούλο του Θεοδόσιο, που Τον αγάπησε ειλικρινά και Του αφιέρωσε κάθε ικμάδα της γήινης ζωής του. Η μνήμη του τελείται στις 7 Αύγουστου.
Ο ένσαρκος Άγγελος και ο άσαρκος άνθρωπος, ο καταφρονητής των τερπνών και των προσκαίρων απολαύσεων και ο ζηλωτής αυτών που διαμένουν στους αιώνες, έζησε τον ένατο αιώνα γεννημένος από ευσεβείς και πλούσιους Αθηναίους. O σπόρος που είχε ρίξει ο Απόστολος Παύλος και είχαν ποτίσει με τους ίδρωτες τους οι Άγιοι των Αθηνών Ιεράρχες, οι Ομολογητές και οι Μάρτυρες, έδωσε καρποφόρο στάχυ και τον όσιο Θεοδόσιο, αυτόν που από μικρό ή χάρη του Θεού πιάνοντας τον από το χέρι τον έφερε στον κήπο της μοναδικής πολιτείας, στον αγρό της σωτηρίας.
Στην Αργολίδα κάποια μέρα του παρουσιάσθηκε ο θείος Πρόδρομος, και μόνη ή όψη του τον γέμισε από θεία αγαλλίαση. Θεώρησε την παρουσία του ευλογία και ταυτόχρονα υπόδειξη για μίμηση των ασκητικών του παλαισμάτων. Παίρνοντας δύναμη συνέχισε τον αγώνα του και έκτισε ναό στο όνομα του Βαπτιστού του Κυρίου, γύρω από τον όποιο αναπτύχθηκε μοναστήρι με την προσέλευση πολλών μοναχών, που ήλθαν να υποταχθούν στο μεγάλο Αθηναίο ασκητή. Με την πάροδο του χρόνου και την ισάγγελη βιωτή του ο Θεοδόσιος έγινε ταμείο θεϊκών χαρισμάτων και ανεδείχθη ιατρός των νοσούντων, έτσι ώστε να επονομάζεται ιαματικός.
Επειδή όμως ή αρετή πολεμάται, βρέθηκαν μερικοί διαβολείς, οι όποιοι παρουσιάσθηκαν στον τότε επίσκοπο του Άργους, τον άγιο Πέτρο, και τον κατηγόρησαν ως μάγο και απατεώνα. Παρουσιάσθηκε τότε ο όσιος Θεοδόσιος στον ύπνο του Αγίου Πέτρου, που σημειωτέον τότε βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη για επίσκεψη του Πατριάρχη, και του συστήθηκε, για να παύσει να έχει άδικη γι’ αυτόν κρίση. Ταυτόχρονα και ο Πατριάρχης τον ρώτησε αν έχει κάποιο μοναχό Θεοδόσιο στην επαρχία του. Στην καταφατική απάντηση του Αγίου Πέτρου και στην εξιστόρηση της εμφανίσεως του στον ύπνο του, ο Πατριάρχης τον παρεκάλεσε να διαβιβάσει στον Όσιο την ευλογία και εκτίμηση του.
Μετά την επανάκαμψη του Αγίου Πέτρου στο Άργος αποφάσισε αυτός να επισκεφθεί τον τόπο ασκήσεως του οσίου Θεοδοσίου στο χωριό Παναρήτι. Η πληροφορία έφθασε στον Όσιο, που έσπευσε να τον προϋπαντήσει σε μικρή απόσταση από το ασκητήριό του. Σε κάποιο σημείο κάθισε ο Ιεράρχης να ξαποστάσει, οπότε βλέπει να τον πλησιάζει ο όσιος Θεοδόσιος βαστάζοντας στα χέρια του το καλογερικό του σκουφί, μέσα στο όποιο είχε βάλει αναμμένα κάρβουνα και έκαιγε λιβανωτό, αντί θυμιατηρίου και να τον θυμιάζει. Και κατά παράδοξο τρόπο ούτε το σκουφί ούτε το χέρι του Οσίου καιγόταν. Τότε βεβαιώθηκε ο άγιος Ιεράρχης περί της οσιότητας του ασκητού και αφού αντάλλαξε μαζί του ασπασμό εγκάρδιο, τον χειροτόνησε διάκονο και ιερέα.
Ο θείος Θεοδόσιος έφθασε σε βαθύ γήρας και έγινε περιβόητος για την αρετή και τα θαύματα του σ’ όλη τη γύρω περιοχή. Μάλιστα, αξιώθηκε να προβλέψει το θάνατο του τρεις ήμερες πριν και να συγκεντρώσει τους φοιτητές του, για να τους δώσει τις τελευταίες νουθεσίες και εντολές του. Ανάμεσα σ’ αυτούς, που θρηνούσαν για τον πρόσκαιρο αποχωρισμό του, έφυγε για την αιώνια μακαριότητα σιγοψελλίζοντας: «Κύριε, εις χείρας Σου παραθήσομαι το πνεύμά μου» (Λουκ. κγ’ 46). Η κηδεία του οσίου Θεοδοσίου έγινε πάνδημη και με την παρουσία του αγίου Πέτρου και πλήθους ιερέων και μοναχών.
Το σκήνος του αποτέθηκε στο ναό του Τιμίου Προδρόμου και ο τάφος του δείχθηκε πηγή ιαμάτων αστείρευτη στους αιώνες. Παράλυτοι σηκώθηκαν, τυφλοί ανέβλεψαν, άτεκνοι έγιναν εύτεκνοι και πολλοί ασθενείς βρήκαν τη θεραπεία τους. Έτσι αντεδόξασε ο Θεός το δούλο του Θεοδόσιο, που Τον αγάπησε ειλικρινά και Του αφιέρωσε κάθε ικμάδα της γήινης ζωής του. Η μνήμη του τελείται στις 7 Αύγουστου.
Η Παναγία του Βούζη στην Aργολίδα
Στο ωραίο και ιστορικό χωριό Μέρμπακα βρίσκει κανείς έναν βυζαντινό ναό, εξαίρετης αρχιτεκτονικής τεχνοτροπίας και μεγάλης ιστορικής αξίας. Είναι ο ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου, ή απλά της Παναγίας. Ο ναός αυτός είναι από τους πιο αξιόλογους βυζαντινούς ναούς της περιόδου των Κομνηνών, και σύμφωνα με την άποψη της ερευνήτριας Ντιάνας Αντωνακάτου «ο ωραιότερος στην Αργολίδα»..
Ο Γεώργιος Σωτηρίου, περιγράφοντας τον ναό, λέει πως είναι «...σύνθετος τετρακιόνιος, με πρισματικό τρούλλο, με νάρθηκα και κομψά προστώα, προ της δυτικής εισόδου και των πλαγίων πυλών. Τους τοίχους του ναού περιθέουν ζωφόροι από κεραμικούς μαιάνδρους».
Η Ντιάνα Αντωνακάτου δε, παρουσιάζει μια ενδιαφέρουσα υπόθεση, λέγοντας πως «ο ναός του Μέρμπακα έχει διαστάσεις 15,67x8,45 και πιθανόν είναι θεμελιωμένος σε χώρο που κατείχε αρχαίο χτίσμα, γιατί έχει εντοιχισμένο στους τοίχους του ένα μεγάλο αριθμό από επιτύμβιες πλάκες, τεμάχια από μαρμάρινες πλάκες και ολόκληρους λίθους από αρχαία ελληνική οικοδομή».

Ο Χαράλαμπος Μπούρας, δηλώνει εμφατικά πως ο ναός της Παναγίας του Βούζη «είναι από τις γνωστότερες και ομορφότερες εκκλησίες της Ελλάδας, σταυροειδούς τύπου, με τρούλο που είναι διατηρημένος σε εξαιρετική κατάσταση». Είναι ενδιαφέρον οτι βρίσκει γοτθικές επιρροές στην αρχιτεκτονική του ναού και στα διακοσμητικά στοιχεία των εξωτερικών τοίχων. Και συνεχίζει λέγοντας πως «ένα χαρακτηριστικό στοιχείο της εκκλησίας είναι η απουσία λευκού μαρμάρου, ενώ έχει χρησιμοποιηθεί σκαλιστός πωρόλιθος για όλα τα γλυπτά αρχιτεκτονικά στοιχεία».
Ένα από τα σπουδαία στοιχεία του ναού είναι και το ηλιακό ρολόϊ του, για το οποίο έχουν πραγματοποιηθεί και δημοσιευθεί αρκετές και ενδιαφέρουσες μελέτες, ελλήνων και ξένων ειδικών. Η Mary Lee Coulson υποστηρίζει χαρακτηριστικά, πως το ηλιακό ρολόϊ του εν λόγω ναού είναι αναμφίβολα σύγχρονο με τον ίδιο τον ναό, κι «έχει τοποθετηθεί πάνω από την είσοδο του νάρθηκα, πράγμα που το συνδέει με την έννοια της εισόδου ή της εξόδου από έναν χώρο (κόσμο) σε έναν άλλο».

Είναι σημαντικό επίσης να τονισθεί οτι, όπως επισημαίνει και ο π. Γεώργιος Παπασταύρου ο ναός δεν είναι απλά ένα βυζαντινό μνημείο, με μεγάλη αξία και σημασία για την Εκκλησία και το θεοφιλές Έθνος μας, αλλά παραμένει μέχρι σήμερα λειτουργικός. Συγκεκριμένα ο π. Γ. Παπασταύρου αναφέρει πως «εκείνο που έχει μεγαλύτερη αξία σήμερα για τον Ιερό αυτό Ναό είναι το οτι εξακολουθεί σαν Άγιο Θυσιαστήριο. Δεν μένει νεκρός και αλειτούργητος. Πέρασε βέβαια και χρόνια που εβεβηλώθηκε από τους αιρετικούς και από άλλους άπιστους κατακτητές. Σήμερα όμως γίνονται μέσα σ’ αυτόν πολλές θείες λειτουργίες και μνημονεύονται μεταξύ των άλλων και οι ψυχές των αειμνήστων κτητόρων και ιδρυτών του».
Αν θέλουμε βέβαια να συνδέσουμε τον εν λόγω ναό με την εκκλησιαστική, αλλά και την πολιτική, ιστορία του τόπου, θα πρέπει να αναφέρουμε πως ο κτήτορας της Αγίας Μονής Άρειας, κοντά στο Ναύπλιο, Επίσκοπος Άργους και Ναυπλίου Λέων (1143-1157), για πολύ σημαντικούς λόγους έγινε κτήτορας κι ενός νέου μοναστηριού, το οποίο είχε ως καθολικό τον ναό Κοίμησης της Θεοτόκου στο Μέρμπακα. Το νέο αυτό μοναστήρι έμεινε στη συνείδηση της τοπικής εκκλησιαστικής ιστορίας με το όνομα «Παναγία του Βούζη». Η επωνυμία «Βούζη» ήταν προφανώς το ειδικό τοπωνύμιο της περιοχής, που πιθανότατα δόθηκε στον τόπο από τον άρχοντα, στην ιδιοκτησία του οποίου ανήκε η περιοχή. Το τοπωνύμιο αυτό όμως λίγο το ενθυμούνται σήμερα οι κάτοικοι της περιοχής. Το συνδέουν δε περισσότερο με τον ναό της Παναγίας.

Ο βασικός λόγος ίδρυσης του μοναστηριού της Παναγίας του Βούζη, ήταν οτι ο Λέων επιθυμούσε η μοναστική αδελφότητα της προαναφερθείσης Αγίας Μονής Άρειας να χρησιμοποιεί το νέο μοναστήρι στο Βούζη ως καταφύγιο, όταν οι πειρατές πραγματοποιούσαν επιδρομές εναντίον της.

Η Αγία Μονή κτίσθηκε το 1149, αλλά για την Παναγία του Βούζη δεν έχουμε συγκεκριμένη χρονολογία. Ένα σημαντικό στοιχείο, που αφορά την χρονολόγηση του ναού του Βούζη είναι ένα «Υπόμνημα», που συνέταξε τον Οκτώβριο του 1144 ο Λέων, και στο οποίο μεταξύ των άλλων αναφέρεται στην σχέση που θα είχαν μεταξύ τους οι Ιερές Μονές που είχε ιδρύσει, και συγκεκριμένα η Αγία Μονή Άρειας και η Παναγία στην τοποθεσία του Βούζη.
Ο Γεώργιος Σωτηρίου και ο Γεώργιος Χώρας, με αφορμή αυτό το Υπόμνημα, δέχονται οτι η Παναγία του Βούζη θα πρέπει μάλλον να κτίσθηκε πριν (ή γύρω από) το 1144, ενώ η Gisèle Hadji-Minaglou και ο A. Struck προτείνουν εποχή ίδρυσης λίγο μετά το 1150. Η Theodora MacKay και η Diana Wright, παρατηρώντας την μορφή των κιόνων, καθώς και τα εντοιχισμένα διακοσμητικά κεραμεικά κύπελλα (ceramic bowls), πιστεύουν οτι ο ναός και το μοναστήρι πρέπει να κτίσθηκαν κατά το δεύτερο μισό του 13ου αι. Την τελευταία άποψη υποστηρίζει (μάλλον για διαφορετικούς λόγους, που θα φανούν παρακάτω) και η Mary Lee Coulson. Πάντως και τα δύο μοναστήρια ήταν γυναικεία στην αρχή, αλλά αυτό στην Άρεια μετατράπηκε αργότερα –από τον Λέοντα- σε ανδρικό.

Η τοπική παράδοση θέλει τα καθολικά και των δύο μονών να έχουν κτισθεί από τον ίδιο πρωτομάστορα. Σύμφωνα, λοιπόν, μ’ αυτή την παράδοση, ο πρωτομάστορας αυτός ήταν κάλφας κοντά σε κάποιον σπουδαίο τεχνίτη, ο οποίος έκτισε τον ναό της Παναγίας στο χωριό Χώνικα. Αργότερα έφυγε από τον δάσκαλό του κι έκτισε μόνος του τους δύο ναούς, στο Μέρμπακα και στην Άρεια. Ο δάσκαλος – τεχνίτης, αφού έμαθε για την πρόοδο του πρώην βοηθού του, πήγε να δει με τα ίδια του τα μάτια και να πεισθεί για το αν οι ναοί ήταν πραγματικά αξιόλογοι. Όταν δε είδε οτι οι ναοί εκείνοι ήταν ομορφότεροι του δικού του, στενοχωρήθηκε τόσο πολύ ώστε πέθανε από το μαράζι του.
Το 1277 έρχεται και κάνει έδρα του το μοναστήρι της Παναγίας του Βούζη ο προαναφερθείς Λατίνος Επίσκοπος Wilhelm von Moerbeke. Ο χρόνος της παραμονής του στο Μέρμπακα παραμένει μέχρι σήμερα ένα μυστήριο..
Σε κατοπινά χρόνια, την εποχή της Β’ Ενετοκρατίας (1686-1715), ίσως το 1691, το μοναστήρι γίνεται κατ’ αρχάς μετόχιο της κοντινής Ιεράς Μονής του Αγ. Θεοδοσίου, διατηρώντας όμως δική του περιουσία. Κατόπιν παραχωρείται από τον Δόγη της Βενετίας Φραγκίσκο Μοροζίνη στον Επίσκοπο Ρεθύμνης Αθανάσιο Χορτάτση, ο οποίος κατοικούσε την εποχή εκείνη στην Πελοπόννησο.
Από το 1715 και μέχρι το 1770 το μοναστήρι της Παναγίας του Βούζη γίνεται έδρα του μητροπολίτη Άργους, ο οποίος αναγκάσθηκε να αφήσει την φυσική του έδρα, λόγω πιέσεων που ασκούσαν σ’ αυτόν οι Τούρκοι κατακτητές. Το γεγονός οτι το μοναστήρι αυτό στο Βούζη έγινε έδρα Μητροπόλεως, αποδεικνύει οτι θα πρέπει να βρίσκονταν σε μεγάλη ακμή, κυρίως όσον αφορά την κτιριακή του υποδομή και την οικονομική του κατάσταση.

Από το 1770 και ύστερα αρχίζει το ξεπούλημα όλης της περιουσίας. Ανεξακρίβωτη πληροφορία λέει πως το μοναστήρι πυρπολήθηκε από τους Τούρκους, ίσως το 1825, κατά την διάρκεια του Μεγάλου Αγώνα. Στα 1833 το μοναστήρι υπάρχει ακόμη, αν και θεωρείται «μονή διαλελυμένη», χωρίς όμως κελλιά, χωρίς μοναχούς και με ελάχιστη περιουσία (20 στρέμματα περιβόλι με 30 διάφορα καρποφόρα δένδρα), την οποία νέμεται ο τότε Πρωτοσύγκελλος Άργους Αθανάσιος.
Σιγά - σιγά η αίγλη του μοναστηριού ξεπέφτει, η περιουσία του περνά αθόρυβα στα χέρια των κατοίκων του Μέρμπακα (το οποίο διευρύνεται συνεχώς), και τα διάφορα κτίσματά του καταρρέουν, χωρίς κανείς να φροντίζει πια γι’ αυτά.

Στην ανατολική και την νότια πλευρά του καθολικού είχε αρχίσει, πριν την Επανάσταση του 1821, ν’ αναπτύσσεται το κοιμητήριο του χωριού. Έτσι, φαίνεται τελικά πως την θέση των μοναστηριακών κτισμάτων κατέλαβε σταδιακά αυτό το κοιμητήριο. Ευτυχώς που μέσα σ’ όλη αυτή την ανακατάταξη σώθηκε τουλάχιστον ο υπέροχος εκείνος ναός της Παναγίας. Το 1855 και το 1912 έγιναν εργασίες συντήρησής του.Οι ανασκαφές που πραγματοποιήθηκαν, μέσα στο ναό, κατά την περίοδο 1989-1990, έφεραν στην επιφάνεια μία κρύπτη, που βρίσκεται κάτω από το Ιερό Βήμα, τον στυλοβάτη του παλαιού εικονοστασίου, αλλά και τάφους, κάτω από τον κυρίως ναό και τον νάρθηκα. Οι τάφοι αυτοί χρονολογούνται από την υστερο-βυζαντινή περίοδο και την εποχή της τουρκοκρατίας.

Η Mary Lee Coulson πιστεύει οτι «ο θολωτός θάλαμος που βρέθηκε κάτω από το Ιερό Βήμα και είναι σύγχρονος με τον ναό, θα μπορούσε να προορίζεται μόνο ως ταφικός. Αυτό αποτελεί σοβαρή ένδειξη οτι ο ναός δεν ήταν ορθόδοξος, αλλά καθολικός». Το τελευταίο αυτό σημείο είναι οπωσδήποτε ακραίο επιστημονικά, ενώ μπορεί να θεωρηθεί οτι έχει κάποια διάσταση αληθείας μόνο στο βαθμό που αναφέρεται στην παρουσία του Λατίνου Επισκόπου της περιοχής (στα χρόνια της Α’ Ενετοκρατίας) Wilhelm von Moerbeke στο μοναστήρι του Βούζη. Γιατί ούτως ή άλλως είναι πασιφανές, από όλα τα αρχιτεκτονικά και ιστορικά στοιχεία, οτι ο ναός της Παναγίας του Βούζη χτίσθηκε ως βυζαντινός και Ορθόδοξος, για χρήση από τους Ορθόδοξους πιστούς.
Αξίζει επίσης ν’ αναφερθεί, οτι παράλληλα με τις ανασκαφές, πραγματοποιήθηκαν τα τελευταία χρόνια και κάποιες εργασίες συντήρησης του ναού και καθαρισμού των τοιχογραφιών.
Κατά την δεκαετία του 1990, και με την δυναμική πρωτοβουλία του Ιερέα του χωριού, Πρωτοπρ. Γεωργίου Μητροσύλη, το ασφυκτικά γεμάτο κοιμητήριο μεταφέρθηκε σε άλλο σημείο του χωριού. Πιστεύεται οτι ο ελεύθερος τώρα τόπος γύρω από το ναό της Παναγίας θα μπορούσε να αξιοποιηθεί κατάλληλα, για να αναδείξει την ιστορία του ναού και της ευρύτερης περιοχής.
Ο Γεώργιος Σωτηρίου, περιγράφοντας τον ναό, λέει πως είναι «...σύνθετος τετρακιόνιος, με πρισματικό τρούλλο, με νάρθηκα και κομψά προστώα, προ της δυτικής εισόδου και των πλαγίων πυλών. Τους τοίχους του ναού περιθέουν ζωφόροι από κεραμικούς μαιάνδρους».
Η Ντιάνα Αντωνακάτου δε, παρουσιάζει μια ενδιαφέρουσα υπόθεση, λέγοντας πως «ο ναός του Μέρμπακα έχει διαστάσεις 15,67x8,45 και πιθανόν είναι θεμελιωμένος σε χώρο που κατείχε αρχαίο χτίσμα, γιατί έχει εντοιχισμένο στους τοίχους του ένα μεγάλο αριθμό από επιτύμβιες πλάκες, τεμάχια από μαρμάρινες πλάκες και ολόκληρους λίθους από αρχαία ελληνική οικοδομή».

Ο Χαράλαμπος Μπούρας, δηλώνει εμφατικά πως ο ναός της Παναγίας του Βούζη «είναι από τις γνωστότερες και ομορφότερες εκκλησίες της Ελλάδας, σταυροειδούς τύπου, με τρούλο που είναι διατηρημένος σε εξαιρετική κατάσταση». Είναι ενδιαφέρον οτι βρίσκει γοτθικές επιρροές στην αρχιτεκτονική του ναού και στα διακοσμητικά στοιχεία των εξωτερικών τοίχων. Και συνεχίζει λέγοντας πως «ένα χαρακτηριστικό στοιχείο της εκκλησίας είναι η απουσία λευκού μαρμάρου, ενώ έχει χρησιμοποιηθεί σκαλιστός πωρόλιθος για όλα τα γλυπτά αρχιτεκτονικά στοιχεία».
Ένα από τα σπουδαία στοιχεία του ναού είναι και το ηλιακό ρολόϊ του, για το οποίο έχουν πραγματοποιηθεί και δημοσιευθεί αρκετές και ενδιαφέρουσες μελέτες, ελλήνων και ξένων ειδικών. Η Mary Lee Coulson υποστηρίζει χαρακτηριστικά, πως το ηλιακό ρολόϊ του εν λόγω ναού είναι αναμφίβολα σύγχρονο με τον ίδιο τον ναό, κι «έχει τοποθετηθεί πάνω από την είσοδο του νάρθηκα, πράγμα που το συνδέει με την έννοια της εισόδου ή της εξόδου από έναν χώρο (κόσμο) σε έναν άλλο».

Είναι σημαντικό επίσης να τονισθεί οτι, όπως επισημαίνει και ο π. Γεώργιος Παπασταύρου ο ναός δεν είναι απλά ένα βυζαντινό μνημείο, με μεγάλη αξία και σημασία για την Εκκλησία και το θεοφιλές Έθνος μας, αλλά παραμένει μέχρι σήμερα λειτουργικός. Συγκεκριμένα ο π. Γ. Παπασταύρου αναφέρει πως «εκείνο που έχει μεγαλύτερη αξία σήμερα για τον Ιερό αυτό Ναό είναι το οτι εξακολουθεί σαν Άγιο Θυσιαστήριο. Δεν μένει νεκρός και αλειτούργητος. Πέρασε βέβαια και χρόνια που εβεβηλώθηκε από τους αιρετικούς και από άλλους άπιστους κατακτητές. Σήμερα όμως γίνονται μέσα σ’ αυτόν πολλές θείες λειτουργίες και μνημονεύονται μεταξύ των άλλων και οι ψυχές των αειμνήστων κτητόρων και ιδρυτών του».
Αν θέλουμε βέβαια να συνδέσουμε τον εν λόγω ναό με την εκκλησιαστική, αλλά και την πολιτική, ιστορία του τόπου, θα πρέπει να αναφέρουμε πως ο κτήτορας της Αγίας Μονής Άρειας, κοντά στο Ναύπλιο, Επίσκοπος Άργους και Ναυπλίου Λέων (1143-1157), για πολύ σημαντικούς λόγους έγινε κτήτορας κι ενός νέου μοναστηριού, το οποίο είχε ως καθολικό τον ναό Κοίμησης της Θεοτόκου στο Μέρμπακα. Το νέο αυτό μοναστήρι έμεινε στη συνείδηση της τοπικής εκκλησιαστικής ιστορίας με το όνομα «Παναγία του Βούζη». Η επωνυμία «Βούζη» ήταν προφανώς το ειδικό τοπωνύμιο της περιοχής, που πιθανότατα δόθηκε στον τόπο από τον άρχοντα, στην ιδιοκτησία του οποίου ανήκε η περιοχή. Το τοπωνύμιο αυτό όμως λίγο το ενθυμούνται σήμερα οι κάτοικοι της περιοχής. Το συνδέουν δε περισσότερο με τον ναό της Παναγίας.
Ο βασικός λόγος ίδρυσης του μοναστηριού της Παναγίας του Βούζη, ήταν οτι ο Λέων επιθυμούσε η μοναστική αδελφότητα της προαναφερθείσης Αγίας Μονής Άρειας να χρησιμοποιεί το νέο μοναστήρι στο Βούζη ως καταφύγιο, όταν οι πειρατές πραγματοποιούσαν επιδρομές εναντίον της.

Η Αγία Μονή κτίσθηκε το 1149, αλλά για την Παναγία του Βούζη δεν έχουμε συγκεκριμένη χρονολογία. Ένα σημαντικό στοιχείο, που αφορά την χρονολόγηση του ναού του Βούζη είναι ένα «Υπόμνημα», που συνέταξε τον Οκτώβριο του 1144 ο Λέων, και στο οποίο μεταξύ των άλλων αναφέρεται στην σχέση που θα είχαν μεταξύ τους οι Ιερές Μονές που είχε ιδρύσει, και συγκεκριμένα η Αγία Μονή Άρειας και η Παναγία στην τοποθεσία του Βούζη.
Ο Γεώργιος Σωτηρίου και ο Γεώργιος Χώρας, με αφορμή αυτό το Υπόμνημα, δέχονται οτι η Παναγία του Βούζη θα πρέπει μάλλον να κτίσθηκε πριν (ή γύρω από) το 1144, ενώ η Gisèle Hadji-Minaglou και ο A. Struck προτείνουν εποχή ίδρυσης λίγο μετά το 1150. Η Theodora MacKay και η Diana Wright, παρατηρώντας την μορφή των κιόνων, καθώς και τα εντοιχισμένα διακοσμητικά κεραμεικά κύπελλα (ceramic bowls), πιστεύουν οτι ο ναός και το μοναστήρι πρέπει να κτίσθηκαν κατά το δεύτερο μισό του 13ου αι. Την τελευταία άποψη υποστηρίζει (μάλλον για διαφορετικούς λόγους, που θα φανούν παρακάτω) και η Mary Lee Coulson. Πάντως και τα δύο μοναστήρια ήταν γυναικεία στην αρχή, αλλά αυτό στην Άρεια μετατράπηκε αργότερα –από τον Λέοντα- σε ανδρικό.

Η τοπική παράδοση θέλει τα καθολικά και των δύο μονών να έχουν κτισθεί από τον ίδιο πρωτομάστορα. Σύμφωνα, λοιπόν, μ’ αυτή την παράδοση, ο πρωτομάστορας αυτός ήταν κάλφας κοντά σε κάποιον σπουδαίο τεχνίτη, ο οποίος έκτισε τον ναό της Παναγίας στο χωριό Χώνικα. Αργότερα έφυγε από τον δάσκαλό του κι έκτισε μόνος του τους δύο ναούς, στο Μέρμπακα και στην Άρεια. Ο δάσκαλος – τεχνίτης, αφού έμαθε για την πρόοδο του πρώην βοηθού του, πήγε να δει με τα ίδια του τα μάτια και να πεισθεί για το αν οι ναοί ήταν πραγματικά αξιόλογοι. Όταν δε είδε οτι οι ναοί εκείνοι ήταν ομορφότεροι του δικού του, στενοχωρήθηκε τόσο πολύ ώστε πέθανε από το μαράζι του.
Το 1277 έρχεται και κάνει έδρα του το μοναστήρι της Παναγίας του Βούζη ο προαναφερθείς Λατίνος Επίσκοπος Wilhelm von Moerbeke. Ο χρόνος της παραμονής του στο Μέρμπακα παραμένει μέχρι σήμερα ένα μυστήριο..
Σε κατοπινά χρόνια, την εποχή της Β’ Ενετοκρατίας (1686-1715), ίσως το 1691, το μοναστήρι γίνεται κατ’ αρχάς μετόχιο της κοντινής Ιεράς Μονής του Αγ. Θεοδοσίου, διατηρώντας όμως δική του περιουσία. Κατόπιν παραχωρείται από τον Δόγη της Βενετίας Φραγκίσκο Μοροζίνη στον Επίσκοπο Ρεθύμνης Αθανάσιο Χορτάτση, ο οποίος κατοικούσε την εποχή εκείνη στην Πελοπόννησο.
Από το 1715 και μέχρι το 1770 το μοναστήρι της Παναγίας του Βούζη γίνεται έδρα του μητροπολίτη Άργους, ο οποίος αναγκάσθηκε να αφήσει την φυσική του έδρα, λόγω πιέσεων που ασκούσαν σ’ αυτόν οι Τούρκοι κατακτητές. Το γεγονός οτι το μοναστήρι αυτό στο Βούζη έγινε έδρα Μητροπόλεως, αποδεικνύει οτι θα πρέπει να βρίσκονταν σε μεγάλη ακμή, κυρίως όσον αφορά την κτιριακή του υποδομή και την οικονομική του κατάσταση.

Από το 1770 και ύστερα αρχίζει το ξεπούλημα όλης της περιουσίας. Ανεξακρίβωτη πληροφορία λέει πως το μοναστήρι πυρπολήθηκε από τους Τούρκους, ίσως το 1825, κατά την διάρκεια του Μεγάλου Αγώνα. Στα 1833 το μοναστήρι υπάρχει ακόμη, αν και θεωρείται «μονή διαλελυμένη», χωρίς όμως κελλιά, χωρίς μοναχούς και με ελάχιστη περιουσία (20 στρέμματα περιβόλι με 30 διάφορα καρποφόρα δένδρα), την οποία νέμεται ο τότε Πρωτοσύγκελλος Άργους Αθανάσιος.
Σιγά - σιγά η αίγλη του μοναστηριού ξεπέφτει, η περιουσία του περνά αθόρυβα στα χέρια των κατοίκων του Μέρμπακα (το οποίο διευρύνεται συνεχώς), και τα διάφορα κτίσματά του καταρρέουν, χωρίς κανείς να φροντίζει πια γι’ αυτά.

Στην ανατολική και την νότια πλευρά του καθολικού είχε αρχίσει, πριν την Επανάσταση του 1821, ν’ αναπτύσσεται το κοιμητήριο του χωριού. Έτσι, φαίνεται τελικά πως την θέση των μοναστηριακών κτισμάτων κατέλαβε σταδιακά αυτό το κοιμητήριο. Ευτυχώς που μέσα σ’ όλη αυτή την ανακατάταξη σώθηκε τουλάχιστον ο υπέροχος εκείνος ναός της Παναγίας. Το 1855 και το 1912 έγιναν εργασίες συντήρησής του.Οι ανασκαφές που πραγματοποιήθηκαν, μέσα στο ναό, κατά την περίοδο 1989-1990, έφεραν στην επιφάνεια μία κρύπτη, που βρίσκεται κάτω από το Ιερό Βήμα, τον στυλοβάτη του παλαιού εικονοστασίου, αλλά και τάφους, κάτω από τον κυρίως ναό και τον νάρθηκα. Οι τάφοι αυτοί χρονολογούνται από την υστερο-βυζαντινή περίοδο και την εποχή της τουρκοκρατίας.

Η Mary Lee Coulson πιστεύει οτι «ο θολωτός θάλαμος που βρέθηκε κάτω από το Ιερό Βήμα και είναι σύγχρονος με τον ναό, θα μπορούσε να προορίζεται μόνο ως ταφικός. Αυτό αποτελεί σοβαρή ένδειξη οτι ο ναός δεν ήταν ορθόδοξος, αλλά καθολικός». Το τελευταίο αυτό σημείο είναι οπωσδήποτε ακραίο επιστημονικά, ενώ μπορεί να θεωρηθεί οτι έχει κάποια διάσταση αληθείας μόνο στο βαθμό που αναφέρεται στην παρουσία του Λατίνου Επισκόπου της περιοχής (στα χρόνια της Α’ Ενετοκρατίας) Wilhelm von Moerbeke στο μοναστήρι του Βούζη. Γιατί ούτως ή άλλως είναι πασιφανές, από όλα τα αρχιτεκτονικά και ιστορικά στοιχεία, οτι ο ναός της Παναγίας του Βούζη χτίσθηκε ως βυζαντινός και Ορθόδοξος, για χρήση από τους Ορθόδοξους πιστούς.
Αξίζει επίσης ν’ αναφερθεί, οτι παράλληλα με τις ανασκαφές, πραγματοποιήθηκαν τα τελευταία χρόνια και κάποιες εργασίες συντήρησης του ναού και καθαρισμού των τοιχογραφιών.
Κατά την δεκαετία του 1990, και με την δυναμική πρωτοβουλία του Ιερέα του χωριού, Πρωτοπρ. Γεωργίου Μητροσύλη, το ασφυκτικά γεμάτο κοιμητήριο μεταφέρθηκε σε άλλο σημείο του χωριού. Πιστεύεται οτι ο ελεύθερος τώρα τόπος γύρω από το ναό της Παναγίας θα μπορούσε να αξιοποιηθεί κατάλληλα, για να αναδείξει την ιστορία του ναού και της ευρύτερης περιοχής.
Τετάρτη 1 Σεπτεμβρίου 2010
Μονή Αρχαγγέλου
Η Μόνη του Αρχάγγελου Μιχαήλ κτίστηκε το 1.080, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα αξιοθέατα της Θάσου και ξεχωρίζει για το κομμάτι του Τίμιου Ηλίου (ένα μέρος από τα καρφιά που χρησιμοποιήθηκαν για τη σταύρωση του Χριστού) που φυλάσσεται στο εσωτερικό της ως «κόρη οφθαλμού». Σήμερα η μονή λειτουργεί ως γυναικείο μοναστήρι και εξαρτάται πνευματικά από την μονή Φιλοθέου (αυτή έκτισε τη Μονή Αρχαγγέλου) του Αγίου Όρους.
Δευτέρα 30 Αυγούστου 2010
Ιστορικοί Ναοί Ναυπλίου
Κοίμηση Θεοτόκου,Μέρμπακα Ναυπλίου
Από την εποχή της ακμής της δυναστείας των Κομνηνών (12ος αι.), έχομε στο Ναύπλιον και την ευρύτερή του περιοχή σπουδαία δείγματα εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής της λεγόμενης Αργειακής Σχολής της βυζαντινής τέχνης, όπως οι σταυροειδείς μετά τρούλλου εκκλησίες του Χώνικκα, του Μέρμπακα, το καθολικό της «Αγίας Μονής» Αρείας, Ναυπλίου, ο κομψός μικρός ναός του Σωτήρος στο Πλατανήτι. Ανάλογες με τις ρωμαιοκαθολικές ή οθωμανικές κυριαρχίες της περιοχής είναι οι τύχες των εκκλησιών του Ναυπλίου, που έγιναν άλλοτε τόποι λατρείας του καθολικού δόγματος, άλλοτε τζαμιά και αποθήκες.
Κοίμηση Θεοτόκου, Μέρμπακα Ναυπλίου
Από το 1715 έδρα της μητροπόλεως γίνεται το Μέρμπακα (Αγία Τριάδα).πατήστε εδώ
Πιθανώς εκεί που βρίσκεται ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου του 12ου αιώνος. Όταν το 1989 είχε ξεκινήσει η επισκευή του δαπέδου του ναού, ανακαλύφθηκε κρύπτη κάτω από το Ιερό Βήμα. Η είσοδος της κρύπτης είναι ένα άνοιγμα θολωτό στο μπροστά μέρος της Ωραίας Πύλης, δομημένο με κεραμιδάκι, ενώ στο πίσω μέρος της αγίας Τράπεζας υπάρχει κι άλλο ένα μικρό άνοιγμα που οδηγεί στην κρύπτη. Πιθανώς η κρύπτη ήταν χώρος όπου αναπαύονταν τα λείψανα κεκοιμημένων κληρικών. Επίσης έγινε και απόξεση της μεταγενέστερης αγιογραφίας και βγήκαν στην επιφάνεια οι πρώτες εικόνες του ναού, έργα του 16ου αιώνα, εξαιρετικής τέχνης, αλλά με φθορές οι οποίες δυστυχώς χρησίμευσαν προκειμένου να κολλήσουν επάνω οι μεταγενέστερες αγιογραφίες.
Στην κόγχη της προθέσεως εικονίζεται ο Άγιος Πέτρος, επίσκοπος Άργους, αριστερά της προθέσεως ο Χριστοφόρος, επίσκοπος Άργους, και μεταξύ προθέσεως και Αγίας Τράπεζας ο Κωνσταντίνος, επίσης επίσκοπος Άργους (920 μ.Χ.).
Το αξιόλογο είναι ότι εικονίζονται ως άγιοι με φωτοστέφανο οι επίσκοποι Άργους, ενώ εμείς τιμάμε ως άγιο μόνο τον Πέτρο.
Ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου Μέρμπακα εχρησιμοποιείτο ως κοιμητηριακός μέχρι το 2000, οπότε ολοκληρώθηκε η μεταφορά των μνημείων στο κοιμητήριο του νεοανεγερθέντος ναού του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, έξω από το χωριό, προς το Παναρίτι.
Η έδρα λοιπόν της μητροπόλεως παρέμεινε στο Μέρμπακα μέχρι το 1770, οπότε έχουμε επιδρομή Αλβανών και καταστροφές που επιβάλλουν τη μεταφορά της στο Άργος. Το Άργος θα είναι η έδρα της μητροπόλεως έως τις ημέρες της ελληνικής επαναστάσεως του 1821. Μετά την επανάσταση, μέχρι σήμερα έδρα της μητροπόλεως είναι το Ναύπλιο.
Αγία Σοφία, Ψαρομαχαλάς Ναυπλίου
Η παλαιότερη από τις σωζόμενες σήμερα εκκλησίες του Ναυπλίου είναι της Αγίας Σοφίας στον Ψαρομαχαλά του Ναυπλίου. Η εκκλησία αυτή ήταν η μόνη, που επετράπη το 1780, μετά από παρέμβαση του δραγουμάνου του Στόλου Ν. Μαυρογένους, να λειτουργεί υπέρ των 300 περίπου Ελλήνων Ορθοδόξων της πόλεως. Τότε την πλειοψηφία των κατοίκων αποτελούσαν οι Οθωμανοί, οι άλλες εκκλησίες ήσαν, όπως είπαμε υπό κατάληψη και ο εκκλησιασμός των Ορθοδόξων γίνονταν μόνον εκτός των τειχών, στην εκκλησία των Αγίων Πάντων και στην Ευαγγελίστρια της Πρόνοιας. Την εκκλησία της Αγ. Σοφίας ανακαίνισε το 1825 ο τότε φρούραρχος Ναυπλίου, ο στρατηγός Νάσος Φωτομάρας. Οι υπόλοιπες σωζόμενες παραδοσιακές εκκλησίες του Ναυπλίου είναι: της Παναγίας, της Παναγίτσας, του Αγίου Νικολάου, του Αγίου Σπυρίδωνος και έξω των τειχών: Αγ. Τριάδος, Αγ. Πάντων στην πανέμορφη και γραφικότατη γειτονιά της Πρόνοιας τις οποίες θα συναντήσουμε και πιο κάτω συνεχίζοντας αυτό το αγιασμένο απο τους αιώνες οδοιπορικό μας ....
Ι.Ν. Αγίων Πάντων, Πρόνοια Ναυπλίου
Οι εκκλησίες αυτές με την απελευθέρωση ευρέθηκαν σε πολύ κακή κατάσταση, όπως ερειπωμένες ήσαν οι περισσότερες κατοικίες των Ναυπλιωτών. Την δεύτερη δεκαετία του ελεύθερου βίου στο Ναύπλιο έγιναν σύντονες προσπάθειες στήριξης, ανακαίνισης, καλλωπισμού των ναών της πόλεως και η σημερινή τους μορφή και, κατά μεγάλο μέρος, οι αγιογραφίες τους οφείλονται στην εποχή αυτή, όπως την έλεγαν της αναγεννημένης Ελλάδος», της «Παλιγγενεσίας».
I.N. Αγίας Τριάδος, Πρόνοια
Αναγεννησιακής τέχνης είναι επίσης οι τοιχογραφίες των εκκλησιών του Ναυπλίου έργα των ζωγράφων: Βυζαντίου, Πολίτη και Γεωργαντά της σχολής του Μονάχου.
Ο Άγιος Νικόλαος
Το σημερινό τρίτο κατά σειρά κτίσμα του Αγίου Νικολάου είναι τετράπλευρη παραλληλόγραμμη βασιλική με στέγη επίπεδη κεραμοσκέπαστη, ζωγραφισμένη με καλές αγιογραφίες και με τέμπλο ξυλόγλυπτο, ανάλαφρο, που τονίζει την σε ύψος ανάταση.
Από την εσωτερική διακόσμηση του φωτεινού αυτού ναού διακρίνονται για την καλλιτεχνική τους αξία ο δεσποτικός θρόνος, ο κεντρικός – ρωσικής τέχνης – πολυέλαιος και οι μεγάλες δεσποτικές εικόνες του τέμπλου των ετών 1848-1849 έργα του γνωστού ταλαντούχου αγιογράφου των χρόνων της Εθνικής Παλιγγενεσίας Ιωάννου Δημάδη.
Η εκκλησία της Παναγίας
Η εκκλησία της Παναγίας έχει μία αξιόλογη ιστορία, που όμως δεν χωράει στα περιορισμένα όρια του παρόντος δημοσιεύματος. Είναι ρυθμού βασιλικής, χωρίζεται με έξι πανύψηλες κολόνες σε τρία κλίτη, αφιερωμένη στο Γενέσιον της Θεοτόκου, τον Άγιο Δημήτριο και τον νεομάρτυρα Άγιο Αναστάσιο του Ναυπλίου (+1656).
Το σημερινό υψηλό επιβλητικό του τέμπλο είναι έξοχο δείγμα επτανησιακής τέχνης, τύπου ροκοκό, με εμφανή επίδραση δυτικού τύπου. Της ίδιας εποχής είναι προφανώς και ο Άμβωνας και ο αρχιερατικός θρόνος, που αποτελούν με το Τέμπλο καλλιτεχνική οντότητα και με τη συμμετρία των άλλων επίπλων, με τα κανονικά ανοίγματα των παραθύρων, τις μελετημένες διαστάσεις των χώρων τονίζεται η εσωτερικότητα και η κατάνυξη, που επιβάλλει η αρχοντική αυτή εκκλησία.
Ο εγκαινιασθείς εν έτη 1995, προσκυνηματικός Ι.Ν. Αγίου Αναστασίου Ναυπλιέως, Πολιούχου του Ναυπλίου.
Εδώ γιορτάζεται η μνήμη του νεομάρτυρα Αγίου Αναστασίου του Ναυπλιέως (1ης Φεβρουαρίου) με καθολική στο Ναύπλιο αργία, ενώ πρόσφατα τελέστηκαν τα εγκαίνια του νέου ναού, που κτίστηκε την τελευταία διετία με πρωτοβουλία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αργολίδος κ. Ιακώβου προς τιμήν του Αγίου Αναστασίου στη νέα πόλη του Ναυπλίου που αποτελεί εκπλήρωση οφειλομένου χρέους των Ναυπλιωτών προς τον Τοπικό του Άγιο.
Ο Άγιος Γεώργιος
Είναι ο ιστορικότερος ναός του Ναυπλίου, αφού συνεμμερίσθη την τύχη της χιλιόχρονης πόλης και είδε να περνούν εδώ οι επισημότερες στιγμές της Ναυπλιακής ιστορίας. Κτίσμα των Βενετών από τον ΙΣΤ΄ αιώνα έγινε τζαμί επί Τουρκοκρατίας, μετά χριστιανικός ναός και μετά πάλι τζαμί, έως την απελευθέρωση της πόλης. Στο ναό αυτό έγινε η επίσημη υποδοχή του Morosini, που με την κατάληψη του Ναυπλίου (1686) ονομάσθη «Πελοποννησιακός». Εδώ έγινε η κηδεία των Παλαιών Πατρών Γερμανού (1824), Δημ. Υψηλάντη (1832) που ετάφη στον πρόναο, εδώ η κηδεία του Καποδίστρια (1831), εδώ ακουστήκανε οι ωραιότεροι λόγοι των διδασκάλων του Γένους, που έζησαν και αυτοί στο Ναύπλιο, τα πρώτα χρόνια της Παλιγγενεσίας. Ο καθεδρικός αυτός ναός κοσμείται με ωραίες αγιογραφίες του Δημ. Γεωργαντά και του Δ. Κ. Βυζαντίου, που είναι και συγγραφέας της πάντοτε επίκαιρης ηθογραφίας με τίτλο «Βαβυλωνία», με μεγάλο αντίγραφο του Μυστικού Δείπνου του Λεονάρντο ντα Βίντσι, με θρόνο του βασιλιά Όθωνα, με πολλές παλιές φορητές εικόνες.
I.N. Αγίου Γεωργίου
Η εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνος
Χτίστηκε το 1702 επί Βενετοκρατίας με έξοδα των ορθοδόξων κατοίκων Ναυπλίου, όπως ομολογείται στη σωζόμενη κτιτορική επιγραφή. Η εκκλησία είναι γνωστή από τη δολοφονία, στην είσοδό της, του πρώτου κυβερνήτη της νεότερης Ελλάδος Ιωάννη Καποδίστρια, την 27η Σεπτεμβρίου 1831. Στο προαύλιο της εκεί μικρής πλατείας, βλέπομε την προτομή του Ναυπλιώτη ακαδημαϊκού Άγγελου Τερζάκη.
Ι.Ν. Αγίου Σπυρίδωνος
Παλιές εκκλησίες είναι εκείνες του προαστείου του Ναυπλίου «Πρόνοια», δηλαδή των Αγίων Πάντων, που ήταν κοιμητηριακός ναός και εκεί έχουν ενταφιασθεί πολλές προσωπικότητες της Παλιγγενεσίας και η Ευαγγελίστρια που αποτελεί το μεγάλο παναργολικό προσκύνημα, ιδιαίτερα τη μεγάλη ημέρα της 25ης Μαρτίου.
Ι.Ν. Ευαγγελιστρίας
Υπάρχει ακόμη η εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου με ενθύμια των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης στον αγαπημένο για τους Ναυπλιώτες Συνοικισμό του "Νέου Βυζαντίου". Κτίσμα των χρόνων της Παλιγγενεσίας είναι και η βασιλική της Αγίας Τριάδος στην Πρόνοια, που άρχισε να κτίζεται επί Καποδίστρια, εκεί όπου παλαιότερα υπήρχε μικρότερη εκκλησία της Αγίας Τριάδος. Οι αγιογραφίες της είναι του ζωγράφου Αδαμαντίου Πολίτη.
Αγίου Κωνσταντίνου
Η Μόνη Αρείας
Το «Ιερόν Παλλάδιον» του Ναυπλίου είναι η Μονή Αρείας, ευρύτερα εδώ γνωστή μόνο με την ονομασία «Αγία Μονή». Χτίστηκε από τον επίσκοπο Άργους και Ναυπλίου Λέοντα Ατζά, το 1143 και είναι σπουδαίο καλοδιατηρημένο δείγμα βυζαντινού ναού, τόπος συνεχούς προσκυνήματος και αντικείμενο ζωηρών περιγραφών εκ μέρους των κατά καιρούς περιηγητών της Αργοναυπλίας, είναι σε οπτική επαφή με το Ναύπλιον, στις ανατολικές υπώρειες του φρουρίου «Παλαμήδι».
Η Μονή επί Φραγκοκρατίας (1212-1389) έλαβε ειδικά προνόμια από το Λατίνο επίσκοπο Άργους Σεκούνδο Νάνι, παρέμεινε σε χέρια Ελλήνων Ορθοδόξων μοναχών και επί Ενετοκρατίας (1835-1540), κατά δε την επόμενη Τουρκοκρατία παρεχωρήθη με πράξη του νοταρίου (συμβολαιογράφου) Ναυπλίου (1679) στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, ως μετόχιο του Πανάγιου Τάφου.
Παρέμεινε πνευματικό κέντρο της περιοχής και προσφιλής τόπος διαμονής λογίων ανδρών – αντιγραφέων χειρογράφων. Κλείνοντας εδώ τη σύντομη αυτή επίσκεψη στις εκκλησίες του Ναυπλίου, επισημαίνουμε τη μεγάλη ηθική αξία και σημασία που είχαν για το ντόπιο πληθυσμό οι νησίδες αυτές της ελληνικότητας και της ορθοδοξίας και της συνεπακόλουθης ψυχικής ανάτασης, μέσα στις αντιξοότητες της πολυκύμαντης Ναυπλιακής ιστορίας.
Η Αγία Μονή Ναυπλίου
Υπάρχει ακόμα το αρχαιότερο βενετικό κτίσμα στο Ναύπλιο, ο ναός της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, αρχικά μονή καθολική και μετά τζαμί, η καθολική εκκλησία που παρεχωρήθη στους καθολικούς υπό του βασιλέως Όθωνος (1839) και στεγάζει τα ενθυμήματα του παρελθόντος, τάφοι παλαιών Ναυπλιωτών και την περίφημη αψίδα του Γάλλου αξιωματικού Touret, όπου διαβάζουμε τα ονόματα των Φιλελλήνων, που έπεσαν βοηθώντας τον απελευθερωτικό αγώνα. Εδώ φυλάσσεται και αξιόλογο αντίγραφο της «Sacra Famillia» του Ραφαήλ, δώρο του Φιλίππου της Γαλλίας προς τους καθολικούς του Ναυπλίου.
Από την εποχή της ακμής της δυναστείας των Κομνηνών (12ος αι.), έχομε στο Ναύπλιον και την ευρύτερή του περιοχή σπουδαία δείγματα εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής της λεγόμενης Αργειακής Σχολής της βυζαντινής τέχνης, όπως οι σταυροειδείς μετά τρούλλου εκκλησίες του Χώνικκα, του Μέρμπακα, το καθολικό της «Αγίας Μονής» Αρείας, Ναυπλίου, ο κομψός μικρός ναός του Σωτήρος στο Πλατανήτι. Ανάλογες με τις ρωμαιοκαθολικές ή οθωμανικές κυριαρχίες της περιοχής είναι οι τύχες των εκκλησιών του Ναυπλίου, που έγιναν άλλοτε τόποι λατρείας του καθολικού δόγματος, άλλοτε τζαμιά και αποθήκες.
Κοίμηση Θεοτόκου, Μέρμπακα Ναυπλίου
Από το 1715 έδρα της μητροπόλεως γίνεται το Μέρμπακα (Αγία Τριάδα).πατήστε εδώ
Πιθανώς εκεί που βρίσκεται ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου του 12ου αιώνος. Όταν το 1989 είχε ξεκινήσει η επισκευή του δαπέδου του ναού, ανακαλύφθηκε κρύπτη κάτω από το Ιερό Βήμα. Η είσοδος της κρύπτης είναι ένα άνοιγμα θολωτό στο μπροστά μέρος της Ωραίας Πύλης, δομημένο με κεραμιδάκι, ενώ στο πίσω μέρος της αγίας Τράπεζας υπάρχει κι άλλο ένα μικρό άνοιγμα που οδηγεί στην κρύπτη. Πιθανώς η κρύπτη ήταν χώρος όπου αναπαύονταν τα λείψανα κεκοιμημένων κληρικών. Επίσης έγινε και απόξεση της μεταγενέστερης αγιογραφίας και βγήκαν στην επιφάνεια οι πρώτες εικόνες του ναού, έργα του 16ου αιώνα, εξαιρετικής τέχνης, αλλά με φθορές οι οποίες δυστυχώς χρησίμευσαν προκειμένου να κολλήσουν επάνω οι μεταγενέστερες αγιογραφίες.
Στην κόγχη της προθέσεως εικονίζεται ο Άγιος Πέτρος, επίσκοπος Άργους, αριστερά της προθέσεως ο Χριστοφόρος, επίσκοπος Άργους, και μεταξύ προθέσεως και Αγίας Τράπεζας ο Κωνσταντίνος, επίσης επίσκοπος Άργους (920 μ.Χ.).
Το αξιόλογο είναι ότι εικονίζονται ως άγιοι με φωτοστέφανο οι επίσκοποι Άργους, ενώ εμείς τιμάμε ως άγιο μόνο τον Πέτρο.
Ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου Μέρμπακα εχρησιμοποιείτο ως κοιμητηριακός μέχρι το 2000, οπότε ολοκληρώθηκε η μεταφορά των μνημείων στο κοιμητήριο του νεοανεγερθέντος ναού του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, έξω από το χωριό, προς το Παναρίτι.
Η έδρα λοιπόν της μητροπόλεως παρέμεινε στο Μέρμπακα μέχρι το 1770, οπότε έχουμε επιδρομή Αλβανών και καταστροφές που επιβάλλουν τη μεταφορά της στο Άργος. Το Άργος θα είναι η έδρα της μητροπόλεως έως τις ημέρες της ελληνικής επαναστάσεως του 1821. Μετά την επανάσταση, μέχρι σήμερα έδρα της μητροπόλεως είναι το Ναύπλιο.
Αγία Σοφία, Ψαρομαχαλάς Ναυπλίου
Η παλαιότερη από τις σωζόμενες σήμερα εκκλησίες του Ναυπλίου είναι της Αγίας Σοφίας στον Ψαρομαχαλά του Ναυπλίου. Η εκκλησία αυτή ήταν η μόνη, που επετράπη το 1780, μετά από παρέμβαση του δραγουμάνου του Στόλου Ν. Μαυρογένους, να λειτουργεί υπέρ των 300 περίπου Ελλήνων Ορθοδόξων της πόλεως. Τότε την πλειοψηφία των κατοίκων αποτελούσαν οι Οθωμανοί, οι άλλες εκκλησίες ήσαν, όπως είπαμε υπό κατάληψη και ο εκκλησιασμός των Ορθοδόξων γίνονταν μόνον εκτός των τειχών, στην εκκλησία των Αγίων Πάντων και στην Ευαγγελίστρια της Πρόνοιας. Την εκκλησία της Αγ. Σοφίας ανακαίνισε το 1825 ο τότε φρούραρχος Ναυπλίου, ο στρατηγός Νάσος Φωτομάρας. Οι υπόλοιπες σωζόμενες παραδοσιακές εκκλησίες του Ναυπλίου είναι: της Παναγίας, της Παναγίτσας, του Αγίου Νικολάου, του Αγίου Σπυρίδωνος και έξω των τειχών: Αγ. Τριάδος, Αγ. Πάντων στην πανέμορφη και γραφικότατη γειτονιά της Πρόνοιας τις οποίες θα συναντήσουμε και πιο κάτω συνεχίζοντας αυτό το αγιασμένο απο τους αιώνες οδοιπορικό μας ....
Ι.Ν. Αγίων Πάντων, Πρόνοια Ναυπλίου
Οι εκκλησίες αυτές με την απελευθέρωση ευρέθηκαν σε πολύ κακή κατάσταση, όπως ερειπωμένες ήσαν οι περισσότερες κατοικίες των Ναυπλιωτών. Την δεύτερη δεκαετία του ελεύθερου βίου στο Ναύπλιο έγιναν σύντονες προσπάθειες στήριξης, ανακαίνισης, καλλωπισμού των ναών της πόλεως και η σημερινή τους μορφή και, κατά μεγάλο μέρος, οι αγιογραφίες τους οφείλονται στην εποχή αυτή, όπως την έλεγαν της αναγεννημένης Ελλάδος», της «Παλιγγενεσίας».
I.N. Αγίας Τριάδος, Πρόνοια
Αναγεννησιακής τέχνης είναι επίσης οι τοιχογραφίες των εκκλησιών του Ναυπλίου έργα των ζωγράφων: Βυζαντίου, Πολίτη και Γεωργαντά της σχολής του Μονάχου.
Ο Άγιος Νικόλαος
Το σημερινό τρίτο κατά σειρά κτίσμα του Αγίου Νικολάου είναι τετράπλευρη παραλληλόγραμμη βασιλική με στέγη επίπεδη κεραμοσκέπαστη, ζωγραφισμένη με καλές αγιογραφίες και με τέμπλο ξυλόγλυπτο, ανάλαφρο, που τονίζει την σε ύψος ανάταση.
Από την εσωτερική διακόσμηση του φωτεινού αυτού ναού διακρίνονται για την καλλιτεχνική τους αξία ο δεσποτικός θρόνος, ο κεντρικός – ρωσικής τέχνης – πολυέλαιος και οι μεγάλες δεσποτικές εικόνες του τέμπλου των ετών 1848-1849 έργα του γνωστού ταλαντούχου αγιογράφου των χρόνων της Εθνικής Παλιγγενεσίας Ιωάννου Δημάδη.
Η εκκλησία της Παναγίας
Η εκκλησία της Παναγίας έχει μία αξιόλογη ιστορία, που όμως δεν χωράει στα περιορισμένα όρια του παρόντος δημοσιεύματος. Είναι ρυθμού βασιλικής, χωρίζεται με έξι πανύψηλες κολόνες σε τρία κλίτη, αφιερωμένη στο Γενέσιον της Θεοτόκου, τον Άγιο Δημήτριο και τον νεομάρτυρα Άγιο Αναστάσιο του Ναυπλίου (+1656).
Το σημερινό υψηλό επιβλητικό του τέμπλο είναι έξοχο δείγμα επτανησιακής τέχνης, τύπου ροκοκό, με εμφανή επίδραση δυτικού τύπου. Της ίδιας εποχής είναι προφανώς και ο Άμβωνας και ο αρχιερατικός θρόνος, που αποτελούν με το Τέμπλο καλλιτεχνική οντότητα και με τη συμμετρία των άλλων επίπλων, με τα κανονικά ανοίγματα των παραθύρων, τις μελετημένες διαστάσεις των χώρων τονίζεται η εσωτερικότητα και η κατάνυξη, που επιβάλλει η αρχοντική αυτή εκκλησία.
Ο εγκαινιασθείς εν έτη 1995, προσκυνηματικός Ι.Ν. Αγίου Αναστασίου Ναυπλιέως, Πολιούχου του Ναυπλίου.
Εδώ γιορτάζεται η μνήμη του νεομάρτυρα Αγίου Αναστασίου του Ναυπλιέως (1ης Φεβρουαρίου) με καθολική στο Ναύπλιο αργία, ενώ πρόσφατα τελέστηκαν τα εγκαίνια του νέου ναού, που κτίστηκε την τελευταία διετία με πρωτοβουλία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αργολίδος κ. Ιακώβου προς τιμήν του Αγίου Αναστασίου στη νέα πόλη του Ναυπλίου που αποτελεί εκπλήρωση οφειλομένου χρέους των Ναυπλιωτών προς τον Τοπικό του Άγιο.
Ο Άγιος Γεώργιος
Είναι ο ιστορικότερος ναός του Ναυπλίου, αφού συνεμμερίσθη την τύχη της χιλιόχρονης πόλης και είδε να περνούν εδώ οι επισημότερες στιγμές της Ναυπλιακής ιστορίας. Κτίσμα των Βενετών από τον ΙΣΤ΄ αιώνα έγινε τζαμί επί Τουρκοκρατίας, μετά χριστιανικός ναός και μετά πάλι τζαμί, έως την απελευθέρωση της πόλης. Στο ναό αυτό έγινε η επίσημη υποδοχή του Morosini, που με την κατάληψη του Ναυπλίου (1686) ονομάσθη «Πελοποννησιακός». Εδώ έγινε η κηδεία των Παλαιών Πατρών Γερμανού (1824), Δημ. Υψηλάντη (1832) που ετάφη στον πρόναο, εδώ η κηδεία του Καποδίστρια (1831), εδώ ακουστήκανε οι ωραιότεροι λόγοι των διδασκάλων του Γένους, που έζησαν και αυτοί στο Ναύπλιο, τα πρώτα χρόνια της Παλιγγενεσίας. Ο καθεδρικός αυτός ναός κοσμείται με ωραίες αγιογραφίες του Δημ. Γεωργαντά και του Δ. Κ. Βυζαντίου, που είναι και συγγραφέας της πάντοτε επίκαιρης ηθογραφίας με τίτλο «Βαβυλωνία», με μεγάλο αντίγραφο του Μυστικού Δείπνου του Λεονάρντο ντα Βίντσι, με θρόνο του βασιλιά Όθωνα, με πολλές παλιές φορητές εικόνες.
I.N. Αγίου Γεωργίου
Η εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνος
Χτίστηκε το 1702 επί Βενετοκρατίας με έξοδα των ορθοδόξων κατοίκων Ναυπλίου, όπως ομολογείται στη σωζόμενη κτιτορική επιγραφή. Η εκκλησία είναι γνωστή από τη δολοφονία, στην είσοδό της, του πρώτου κυβερνήτη της νεότερης Ελλάδος Ιωάννη Καποδίστρια, την 27η Σεπτεμβρίου 1831. Στο προαύλιο της εκεί μικρής πλατείας, βλέπομε την προτομή του Ναυπλιώτη ακαδημαϊκού Άγγελου Τερζάκη.
Ι.Ν. Αγίου Σπυρίδωνος
Παλιές εκκλησίες είναι εκείνες του προαστείου του Ναυπλίου «Πρόνοια», δηλαδή των Αγίων Πάντων, που ήταν κοιμητηριακός ναός και εκεί έχουν ενταφιασθεί πολλές προσωπικότητες της Παλιγγενεσίας και η Ευαγγελίστρια που αποτελεί το μεγάλο παναργολικό προσκύνημα, ιδιαίτερα τη μεγάλη ημέρα της 25ης Μαρτίου.
Ι.Ν. Ευαγγελιστρίας
Υπάρχει ακόμη η εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου με ενθύμια των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης στον αγαπημένο για τους Ναυπλιώτες Συνοικισμό του "Νέου Βυζαντίου". Κτίσμα των χρόνων της Παλιγγενεσίας είναι και η βασιλική της Αγίας Τριάδος στην Πρόνοια, που άρχισε να κτίζεται επί Καποδίστρια, εκεί όπου παλαιότερα υπήρχε μικρότερη εκκλησία της Αγίας Τριάδος. Οι αγιογραφίες της είναι του ζωγράφου Αδαμαντίου Πολίτη.
Αγίου Κωνσταντίνου
Η Μόνη Αρείας
Το «Ιερόν Παλλάδιον» του Ναυπλίου είναι η Μονή Αρείας, ευρύτερα εδώ γνωστή μόνο με την ονομασία «Αγία Μονή». Χτίστηκε από τον επίσκοπο Άργους και Ναυπλίου Λέοντα Ατζά, το 1143 και είναι σπουδαίο καλοδιατηρημένο δείγμα βυζαντινού ναού, τόπος συνεχούς προσκυνήματος και αντικείμενο ζωηρών περιγραφών εκ μέρους των κατά καιρούς περιηγητών της Αργοναυπλίας, είναι σε οπτική επαφή με το Ναύπλιον, στις ανατολικές υπώρειες του φρουρίου «Παλαμήδι».
Η Μονή επί Φραγκοκρατίας (1212-1389) έλαβε ειδικά προνόμια από το Λατίνο επίσκοπο Άργους Σεκούνδο Νάνι, παρέμεινε σε χέρια Ελλήνων Ορθοδόξων μοναχών και επί Ενετοκρατίας (1835-1540), κατά δε την επόμενη Τουρκοκρατία παρεχωρήθη με πράξη του νοταρίου (συμβολαιογράφου) Ναυπλίου (1679) στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, ως μετόχιο του Πανάγιου Τάφου.
Παρέμεινε πνευματικό κέντρο της περιοχής και προσφιλής τόπος διαμονής λογίων ανδρών – αντιγραφέων χειρογράφων. Κλείνοντας εδώ τη σύντομη αυτή επίσκεψη στις εκκλησίες του Ναυπλίου, επισημαίνουμε τη μεγάλη ηθική αξία και σημασία που είχαν για το ντόπιο πληθυσμό οι νησίδες αυτές της ελληνικότητας και της ορθοδοξίας και της συνεπακόλουθης ψυχικής ανάτασης, μέσα στις αντιξοότητες της πολυκύμαντης Ναυπλιακής ιστορίας.
Η Αγία Μονή Ναυπλίου
Υπάρχει ακόμα το αρχαιότερο βενετικό κτίσμα στο Ναύπλιο, ο ναός της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, αρχικά μονή καθολική και μετά τζαμί, η καθολική εκκλησία που παρεχωρήθη στους καθολικούς υπό του βασιλέως Όθωνος (1839) και στεγάζει τα ενθυμήματα του παρελθόντος, τάφοι παλαιών Ναυπλιωτών και την περίφημη αψίδα του Γάλλου αξιωματικού Touret, όπου διαβάζουμε τα ονόματα των Φιλελλήνων, που έπεσαν βοηθώντας τον απελευθερωτικό αγώνα. Εδώ φυλάσσεται και αξιόλογο αντίγραφο της «Sacra Famillia» του Ραφαήλ, δώρο του Φιλίππου της Γαλλίας προς τους καθολικούς του Ναυπλίου.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



































