Ο ρασοφόρος πολέμαρχος Σαμουήλ ήταν εθνεγέρτης του Σουλίου. Τα φλογερά του λόγια, γεμάτα πίστη και πατριωτισμό προκαλούσαν ενθουσιασμό.» Τα παλικάρια του Σουλίου ακούγοντας της φωνής του, άνδρες και γυναίκες, εγίνοντο πολεμισταί…» γράφει ο Πουκεβίλ. Δραστήριος και σώφρων κατασκευάζει χαρακώματα, χτίζει πύργους, διευθύνει συχνά ο ίδιος δύο μικρά τηλεβόλα που αποτελούν το πυροβολικό των Σουλιωτών. Από καιρού εις καιρόν αφανίζεται. Πηγαίνει σε γειτονικούς τόπους για να εξασφαλίσει τρόφιμα στη Σουλιώτικη δημοκρατία με ανταλλαγή κομποσχοινιών και εικόνων… Σε καιρό πολέμου υψώνει και στερεώνει τα λάβαρο στο κωδονοστάσιο της Εκκλησίας της Αγίας Παρασκευής στο Κούγκι «ο δε σταυρός κυματίζων εν τω αέρι αγγέλλει εις το Σούλι την επίσημων της μάχης ημέραν». Μετά την Συνθήκη αποχώρησης των Σουλιωτών, που υπογράφτηκε στις 12 Δεκεμβρίου του 1803, ο Σαμουήλ αρνείται να συμφωνήσει και να συμβιβαστεί. Αρνείται να συνθηκολογήσει. Επί 48 ώρες αντιστέκεται στο «χείμαρρο των βαρβάρων». Περίμενε τους κατακτητές να μπουν στο» οπλοφυλακείον» του και έκοψε το νήμα της ζωής του, όπως γράφει ο Πουκεβίλ, βάζοντας φωτιά στην πυρίτιδα «ήτις μετ΄ αυτού ανετίναξε πολλούς των μωαμεθανών…». Αναφέρεται μάλιστα ότι λίγο πριν, όταν ένας από τους Τούρκους αξιωματούχους της επιτροπής παραλαβής του φρουρίου και του πολεμικού υλικού είχε μιλήσει με χαιρεκακία, για το πώς φαντάζεται ότι θα τον μεταχειριστεί ο Αλής καθώς πέφτει ήδη στα χέρια του, ο Σαμουήλ, κατά τον Π.Α. Σαλαπόντα, απαντά: -«Δεν είναι άξιος ο πασάς να πιάση Σουλιώτη που ξεύρει πολλά μονοπάτια του θανάτου»!
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ 1821. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ 1821. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Παρασκευή 27 Μαρτίου 2009
Ο Καλόγερος Σαμουήλ και το Κούγκι
Ο ρασοφόρος πολέμαρχος Σαμουήλ ήταν εθνεγέρτης του Σουλίου. Τα φλογερά του λόγια, γεμάτα πίστη και πατριωτισμό προκαλούσαν ενθουσιασμό.» Τα παλικάρια του Σουλίου ακούγοντας της φωνής του, άνδρες και γυναίκες, εγίνοντο πολεμισταί…» γράφει ο Πουκεβίλ. Δραστήριος και σώφρων κατασκευάζει χαρακώματα, χτίζει πύργους, διευθύνει συχνά ο ίδιος δύο μικρά τηλεβόλα που αποτελούν το πυροβολικό των Σουλιωτών. Από καιρού εις καιρόν αφανίζεται. Πηγαίνει σε γειτονικούς τόπους για να εξασφαλίσει τρόφιμα στη Σουλιώτικη δημοκρατία με ανταλλαγή κομποσχοινιών και εικόνων… Σε καιρό πολέμου υψώνει και στερεώνει τα λάβαρο στο κωδονοστάσιο της Εκκλησίας της Αγίας Παρασκευής στο Κούγκι «ο δε σταυρός κυματίζων εν τω αέρι αγγέλλει εις το Σούλι την επίσημων της μάχης ημέραν». Μετά την Συνθήκη αποχώρησης των Σουλιωτών, που υπογράφτηκε στις 12 Δεκεμβρίου του 1803, ο Σαμουήλ αρνείται να συμφωνήσει και να συμβιβαστεί. Αρνείται να συνθηκολογήσει. Επί 48 ώρες αντιστέκεται στο «χείμαρρο των βαρβάρων». Περίμενε τους κατακτητές να μπουν στο» οπλοφυλακείον» του και έκοψε το νήμα της ζωής του, όπως γράφει ο Πουκεβίλ, βάζοντας φωτιά στην πυρίτιδα «ήτις μετ΄ αυτού ανετίναξε πολλούς των μωαμεθανών…». Αναφέρεται μάλιστα ότι λίγο πριν, όταν ένας από τους Τούρκους αξιωματούχους της επιτροπής παραλαβής του φρουρίου και του πολεμικού υλικού είχε μιλήσει με χαιρεκακία, για το πώς φαντάζεται ότι θα τον μεταχειριστεί ο Αλής καθώς πέφτει ήδη στα χέρια του, ο Σαμουήλ, κατά τον Π.Α. Σαλαπόντα, απαντά: -«Δεν είναι άξιος ο πασάς να πιάση Σουλιώτη που ξεύρει πολλά μονοπάτια του θανάτου»!
Ο Χορός του Ζαλόγγου
Στις 12 Δεκεμβρίου του 1803, ύστερα από πολυετείς και αιματηρές μάχες, το ηρωικό Σούλι έπεσε στα χέρια του Αλή πασά. Όσοι δεν άντεξαν, εξαντλημένοι από την πείνα και τις κακουχίες, παραδόθηκαν με τον όρο να αποσυρθούν με τα όπλα τους ελεύθεροι εκεί όπου θα επιθυμούσαν. Την ίδια ημέρα, ο καλόγερος Σαμουήλ, αρνούμενος να εγκαταλείψει τον τόπο, του έβαλε φωτιά και ανατίναξε την αποθήκη τροφίμων και πολεμοφοδίων στο Κούγκι. Ο πασάς θεωρώντας από το γεγονός αυτό αποδεσμευμένο τον εαυτό του από τους όρους της συνθήκης, διέταξε να κυκλωθούν τα μέρη απ’ όπου θα περνούσαν οι οικογένειες των Σουλιωτών.Η πρώτη ομάδα που κατευθυνόταν προς την Πάργα υπό τις οδηγίες του Φώτη Τζαβέλα και του Δήμου Δράκου, κάπου 2.000 άτομα, κατάφερε πολεμώντας σκληρά να φθάσει στον προορισμό της. Όμως, οι εκατό και πλέον οικογένειες που είχαν καταφύγει στο Ζάλογγο αντιμετώπισαν και πάλι τη μανία των Αλβανών.
Ένα σώμα 160 ανδρών από τον Κίτσο Μπότσαρη πέτυχε να διασπάσει τις γραμμές των πολιορκητών, οι υπόλοιποι όμως βρήκαν τον θάνατο ή αιχμαλωτίστηκαν.Στις 18 Δεκεμβρίου του 1866, 57 γυναίκες με τα παιδιά τους προτίμησαν να γκρεμιστούν στο βάραθρο από το υψηλότερο μέρος του Ζαλόγγου παρά να χάσουν την ελευθερία τους. Ο Χορός του Ζαλόγγου, παραμονές Χριστουγέννων του 1803, αποτελεί αιώνιο σύμβολο για τη γυναίκα που προτίμησε τον θάνατο από την ατίμωση και τη δυστυχία, δίνοντας νέα ώθηση στους αγώνες των Ελλήνων για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού. Οι εικόνες των γυναικών με τα βρέφη στην αγκαλιά και οι ηρωικές στιγμές τους έχουν χαραχθεί ανεξίτηλα στις μνήμες κάθε Έλληνα κι έχουν εμπνεύσει τη δημοτική μας ποίηση: «Στη στεριά δε ζει το ψάρι / ούτ’ ανθός στην αμμουδιά / κ’ οι Σουλιώτισσες δε ζούνε / μέσ’ τη μαύρη τη σκλαβιά». Προς τιμήν τους, στο σημείο όπου έπεσαν, ανεγέρθηκε μνημείο ύστερα από Πανελλήνιο έρανο
Η έξοδος του Μεσολογγίου
"Τα μάτια μου δεν είδαν τόπον ενδοξότερον από τούτο το αλωνάκι"Δ. ΣΟΛΩΜΟΣ
Με την έκρηξη της επανάστασης, μετά την Πελοπόννησο, ολόκληρη η Στερεά Ελλάδα είχε επαναστατήσει και είχαν απελευθερωθεί πολλές περιοχές. Μάλιστα οργανώθηκε και πολιτικά με τη "Γερουσία" στο Μεσολόγγι και τον "Άρειο Πάγο" στα Σάλωνα.Ο Σουλτάνος όμως αποφάσισε να αντιδράσει οργανωμένα με δυο στρατιές. Η δεύτερη με τους Κιουταχή και Ομέρ Βρυώνη κατέληξε στο Μεσολόγγι, στις 25 Οκτωβρίου 1822, το οποίο οι Τούρκοι πολιόρκησαν. Ύστερα από λίγες μέρες, στις 31 Δεκεμβρίου, οι Τούρκοι αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία και να επιστρέψουν στην Ήπειρο.
Μετά τη συμφωνία του Σουλτάνου και του Μεχμέτ Αλή της Αιγύπτου, η εισβολή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο συνδυάστηκε με επιχειρήσεις από τους Τούρκους στη Στερεά Ελλάδα, με κύριο στόχο το Μεσολόγγι. Της νέας εκστρατείας ηγείται και πάλι ο Κιουταχής που με πανίσχυρη στρατιά 35.000 ανδρών έφτασε στο Μεσολόγγι στα μέσα Απριλίου 1825. Είναι η δεύτερη και καθοριστική πολιορκία της πόλης που κατέληξε στην ηρωική έξοδο.
1η Φάση της πολιορκίας: Από τον Απρίλιο ως το Δεκέμβριο του 1825 κράτησε η πρώτη φάση της πολιορκίας, και στο διάστημα αυτό οι Τούρκοι έφτασαν σε απόσταση μερικών δεκάδων μέτρων από το τείχος. Μια ισχυρή επίθεση του Κιουταχή στις 21 Ιουλίου 1825 απέτυχε και τρεις μέρες αργότερα μια ελληνική νυκτερινή αντεπίθεση προκάλεσε σοβαρότατες απώλειες στο τουρκικό στρατόπεδο. Στο μεταξύ ελληνικά πλοία είχαν διασπάσει το θαλάσσιο αποκλεισμό και είχαν εφοδιάσει τους πολιορκουμένους με τροφές και πολεμοφόδια, ενώ στις αρχές Αυγούστου η άμυνα του Μεσολογγίου ενισχύθηκε με 1500 ακόμα άντρες. Μετά τις άκαρπες επιθέσεις του ο Κιουταχής αποσύρθηκε στις γύρω υπώρειες και κατά διαστήματα βομβάρδιζε την πόλη, χωρίς όμως την ασφυκτική πίεση των πρώτων μηνών.2η Φάση της πολιορκίας: Το Δεκέμβριο του 1825 άρχιζε η δεύτερη φάση της πολιορκίας όταν ο Ιμπραήμ έφτασε στο Μεσολόγγι με ισχυρή δύναμη (10.000 άνδρες), αποφασισμένος να το καταλάβει. Μετά την απόρριψη από τους πολιορκούμενους της πρότασής του για παράδοση, η πολιορκία έγινε στενότερη και από το Φεβρουάριο οι πολιορκούμενοι πιέζονταν από τις επιθέσεις των Αιγυπτίων και από την πείνα. Τα νησάκια της λιμνοθάλασσας, προπύργια του Μεσολογγίου, έπεσαν στα χέρια του εχθρού, εκτός από την Κλείσοβα, που η νίκη των Ελλήνων υπήρξε θριαμβευτική. Οι πολιορκούμενοι μάταια περίμεναν την ενίσχυσή τους από το Ναύπλιο, και η προσπάθεια του ελληνικού στόλου να λύσει την πολιορκία από τη θάλασσα αποδείχτηκε αδύνατη. Μόνη λύση μέσα σε αυτές τις συνθήκες, που διαρκώς χειροτέρευαν, απέμεινε η έξοδος.
Το Μεσολόγγι το 1825 αποτελούσε σε μικρογραφία μια μικρή Ελλάδα, στην καρδιά της Ελλάδος, γιατί μέσα στην πόλη εκείνη δεν ήταν κλεισμένοι μόνο Μεσολογγίτες και Πελοποννήσιοι, αλλά και αντιπρόσωποι όλων των ελληνικών πληθυσμών από τον Ισθμό και επάνω. Κατά την πρώτη φάση της πολιορκίας οι πολιορκούμενοι με συνεχείς αντεπιθέσεις αλλά και με συνεχή ανεφοδιασμό, έστω και δύσκολα, από τον ελληνικό στόλο υπέμειναν την πολιορκία. Η θέση των Ελλήνων χειροτέρεψε κατά την δεύτερη φάση της πολιορκίας. Είχαν κουραστεί από την εννεάμηνη πολιορκία και ιδίως από την έλλειψη τροφίμων. Η κατάσταση βέβαια ήταν περισσότερο τραγική για τους αρρώστους και τους πληγωμένους. Μολαταύτα η μαχητικότητά τους ήταν άκαμπτη και αμετακίνητη η απόφασή τους να νικήσουν ή να πεθάνουν, ιδιαίτερα των ντόπιων που έφθασαν στον ύψιστο βαθμό του ηρωισμού και της αυτοθυσίας. Μετά την κατάληψη του Βασιλαδίου, του Ντολμά και του Πόρου (μόνο η Κλείσοβα έμενε ακόμα στους Έλληνες) οι πολιορκούμενοι απελπισμένοι και εξαντλημένοι από τη φοβερή πείνα και τις άλλες στερήσεις, μόνο από την άφιξη του στόλου περίμεναν σωτηρία.Από τα μέσα κιόλας Φεβρουαρίου η κατάσταση στο Μεσολόγγι είχε αρχίσει να γίνεται τραγική. Πολλές οικογένειες είχαν αρχίσει να στερούνται εντελώς τα τρόφιμα και αναγκάζονταν να σφάζουν άλογα, μουλάρια, γαϊδούρια και κατόπιν σκύλους, γάτες, ποντικούς. Αλλά και αυτά έλειψαν. Από τις 16 Μαρτίου άρχισαν να τρώνε αρμυρίκια, πικρά χόρτα που φύτρωναν κοντά στη θάλασσα. Ο υποσιτισμός και οι αρρώστιες εξασθένιζαν τους ρωμαλέους οργανισμούς των ανδρών της φρουράς και προκαλούσαν πολλούς θανάτους. Από τον Απρίλιο όμως τα ολιγάριθμα ελληνικά πλοία με ναύαρχο το Μιαούλη, απέτυχαν σε επανειλημμένες προσπάθειες να διασπάσουν τον αποκλεισμό του τουρκοαιγυπτιακού στόλου. Στους πολιορκούμενους δεν έμενε άλλη λύση από την έξοδο.Για τους ασθενείς και πληγωμένους, αποφάσισαν να μεταφερθούν στα πιο οχυρωμένα σπίτια και εκεί να πεθάνουν πολεμώντας. Εκείνοι δέχτηκαν. "Τα παράθυρα να μας αφήσετε ανοιχτά μονάχα, και ώρα σας καλή !
Ο Θεός να μας ανταμώσει στον άλλο κόσμο" είπαν και αποχαιρετίστηκαν πολιορκημένοι, απελπισμένοι πια, πήραν την οριστική απόφαση να επιχειρήσουν έξοδο τη νύχτα της 10ης Απριλίου προς την 11η, Κυριακή των Βαΐων, και ειδοποίησαν σχετικά τους Έλληνες του στρατοπέδου της Δερβέκιστας να προσπαθήσουν να φέρουν αντιπερισπασμό στους Τούρκους. Αποφάσισαν να σκοτώσουν όλους τους αιχμαλώτους, καθώς και τα γυναικόπαιδα για να μην πέσουν στα χέρια των Τούρκων. Ενώ η πρώτη απόφαση πραγματοποιήθηκε, τη δεύτερη απέτρεψε ο επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ. Οι ασθενείς και τραυματισμένοι μεταφέρθηκαν στα πιο οχυρά σπίτια και εκεί να πεθάνουν πολεμώντας.Το μεσημέρι της 10ης Απριλίου καταρτίστηκε το σχέδιο και το δειλινό άρχισαν όλοι να μαζεύονται στις προσδιορισμένες θέσεις. Κατά τις 6.30 ακούστηκε επάνω στο Ζυγό η ομοβροντία του ελληνικού επικουρικού σώματος, που είχε φθάσει από τη Δερβέστικα. Όταν νύχτωσε οι περισσότεροι της φρουράς είχαν βγει έξω από την πόλη και περίμεναν το σύνθημα του ξεκινήματος. Το σχέδιό τους όμως προδόθηκε και οι Τουρκοαιγύπτιοι άρχισαν να τους κτυπούν με πυκνά πυρά κανονιών και τουφεκιών. Τελικά οι Έλληνες αποφάσισαν να κινηθούν' όρμησαν οι άνδρες των δύο πρώτων σωμάτων με τα γιαταγάνια και τα σπαθιά τους επάνω στις εχθρικές γραμμές. Καμιά δύναμη δεν ήταν ικανή να αναχαιτήσει το χείμαρρο εκείνο των απελπισμένων. Ο καθένας τους κοίταζε πως να ανατρέψει τα εμπόδια που βρίσκονταν μπροστά του και να περάσει. Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε από το τρίτο σώμα των γυναικοπαίδων η φωνή "οπίσω, οπίσω, μωρέ παιδιά!" και αποχωρίστηκαν μερικοί από τα δύο πρώτα σώματα. Η σύγκρουση ήταν φονικότατη. Οι Έλληνες ανατρέπουν όποιον βρουν μπροστά τους και προχωρούν αφήνοντας πίσω πολλούς νεκρούς. Την πορεία τους συνόδευσαν δύο εκρήξεις από την πόλη. Η πρώτη από την έκρηξη των υπονόμων και η άλλη από την ανατίναξη της πυριτιδαποθήκης με τον ηρωικό Χρήστο Καψάλη. Οι Έλληνες είχαν απώλειες και από τους κρυμμένους στα διάφορα υψώματα και τις χαράδρες Αλβανούς. Μολαταύτα αντιμετώπιζαν με σταθερότητα τον αόρατο εχθρό.Είχε αρχίζει να γλυκοχαράζει η Κυριακή των Βαΐων, όταν η μάχη έπαψε. Εκεί επάνω μόνο, στην κορυφή του Ζυγού, μπόρεσαν να αναπνεύσουν λίγο ελεύθερα. Από τους 3000 στρατιωτικούς που πήραν μέρος στην έξοδο, μόνο 1300 σώθηκαν. οι υπόλοιποι 1700 σκοτώθηκαν στις συμπλοκές της εξόδου. Από τις γυναίκες, 13 μόνο Σουλιώτισσες σώθηκαν και από τα παιδιά τρία ή τέσσερα. Οι απώλειες των Τουρκοαιγυπτίων υπολογίστηκαν σε 5000. Τη ντροπή του ελληνικού εμφυλίου πολέμου εξαγνίζει η θυσία μιας πόλης και των αγωνιστών της.Η θυσία του Μεσολογγίου, που επί 12 ολόκληρους μήνες αντιστάθηκε ηρωικά, προώθησε το ελληνικό ζήτημα, όσο καμιά άλλη ελληνική νίκη: πλημμύρισε τους άλλους Έλληνες και τους Ευρωπαίους με αισθήματα θαυμασμού για τους άνδρες της φρουράς του και τον ηρωικό πληθυσμό του Μεσολογγίου. Πραγματικά σπάνια συναντά κανείς στις σελίδες της ιστορίας παραδείγματα παρόμοιας υπεράνθρωπης ψυχικής αντοχής. Οι φλόγες του Μεσολογγίου θέρμαναν τις καρδιές των πολιτισμένων λαών και τους ξεσήκωσαν σε μια αληθινή σταυροφορία για την απελευθέρωση του ελληνικού έθνους.Τετάρτη 25 Μαρτίου 2009
Το Αθάνατο 1821
Ξημέρωσε και φέτος η Αγια μέρα, που κάνει τα στήθη μας να φουσκώνουν από περηφάνια και τις ψυχές μας να ευγνωμονούν το Θεό που μας έκανε χριστιανούς και Έλληνες. Διπλή γιορτή γιορτάζει σήμερα η πατρίδα μας. Θρησκευτική και Εθνική.
25 Μαρτίου. Γιορτή της θρησκείας μας και γιορτή της πατρίδας μας. Μονάχα στην Ελλάδα ταίριαξε η φωνή του αγγέλου με τη φωνή του σκλαβωμένου και του επαναστατημένου Έλληνα.Σα σήμερα, πριν από πολλά χρόνια, ο αρχάγγελος Γαβριήλ έφερε την ευχάριστη είδηση, στη φτωχή κόρη της Ναζαρέτ, την Παρθένο Μαρία ότι «Θα γεννήσει τον Υιό του Θεού που θα σώσει τους ανθρώπους από τη σκλαβιά της αμαρτίας».
Σα σήμερα ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ύψωσε τη σημαία στην αγία Λαύρα το λάβαρο του αγώνα της λευτεριάς και ακούσθηκε σε όλο το σκλαβωμένο ελληνικό Γένος το σάλπισμα της επανάστασης, ο όρκος ο ιερός «Ελευθερία ή θάνατος»... Στιγμή ιερή. Όλοι οι Έλληνες σαν ένας άνθρωπος με μια ψυχή και πίστη στο Θεό, ορκίζονται να ελευθερώσουν τη σκλαβωμένη τους πατρίδα.Βροντούν τα όπλα των πολεμιστών και αστράφτουν στον ανοιξιάτικο ήλιο. Αρχίζουν ένα σκληρό αγώνα με το βάρβαρο κατακτητή. Όλοι οι Έλληνες πολεμούν σα λιοντάρια, για να διώξουν τους Τούρκους από την ένδοξη πατρίδα τους χαρίζοντάς ελευθερία κι ευτυχία. Κι ένας λαός ξεχύνεται σαν το θολό ποτάμι, σαν το σίφουνα, κι όλα τα παρασέρνει στο πέρασμά του.
Μετά από πολλές θυσίες και πολύχρονους αγώνες ξεπρόβαλε για τους Έλληνες η πολυπόθητη ελευθερία.

Θυσίες αμέτρητες. Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς; το Ζάλογγο, την Αλαμάνα, το, Μεσολόγγι, το Μανιάκι, το Σούλι, τα Δερβενάκια ή το χάνι της Γραβιάς Και ποιον από τους ήρωες να πρωτοαναφέρει; Τον Παπαφλέσσα, τον Κολοκοτρώνη, τον Καραϊσκάκη, το Διάκο, το Μιαούλη, τον Ανδρούτσο, τον Υψηλάντη. Χιλιάδες άλλοι Έλληνες έχυσαν το αίμα τους για να μας χαρίσουν μια πατρίδα ελεύθερη και τιμημένη.
Αυτή τη μεγάλη γιορτή γιορτάζει σήμερα η πατρίδα μας. Στις πόλεις και τα χωριά κυματίζει περήφανη η γαλανόλευκη σημαία μας και γίνονται δοξολογίες και παρελάσεις για να τιμήσουμε τους ηρωικούς μας προγόνους.
Σήμερα νιώθουμε την ψυχή μας πλημμυρισμένη από ευγνωμοσύνη προς τους δοξασμένους προγόνους μας. Νιώθουμε περηφάνια γιατί είμαστε απόγονοι τέτοιων ηρώων. Χρέος όλων μας είναι να φανούμε κι εμείς αντάξιοι αν η πατρίδα μας χρειασθεί.
Αφήστε τις καρδιές σήμερα να πλημμυρίσουν χαρά και ενθουσιασμό. Τραγουδήστε και υμνήστε αυτούς που έκαμαν να φέξει αυτή η ολόλαμπρη μέρα η 25η Μαρτίου. Ας βροντοφωνάξουμε με τον ποιητή Κωστή Παλαμά «Αυτό το λόγο θα σας πω δεν έχω άλλο κανένα. Μεθύστε από το αθάνατο κρασί του 1821 »!

25 Μαρτίου. Γιορτή της θρησκείας μας και γιορτή της πατρίδας μας. Μονάχα στην Ελλάδα ταίριαξε η φωνή του αγγέλου με τη φωνή του σκλαβωμένου και του επαναστατημένου Έλληνα.Σα σήμερα, πριν από πολλά χρόνια, ο αρχάγγελος Γαβριήλ έφερε την ευχάριστη είδηση, στη φτωχή κόρη της Ναζαρέτ, την Παρθένο Μαρία ότι «Θα γεννήσει τον Υιό του Θεού που θα σώσει τους ανθρώπους από τη σκλαβιά της αμαρτίας».

Σα σήμερα ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ύψωσε τη σημαία στην αγία Λαύρα το λάβαρο του αγώνα της λευτεριάς και ακούσθηκε σε όλο το σκλαβωμένο ελληνικό Γένος το σάλπισμα της επανάστασης, ο όρκος ο ιερός «Ελευθερία ή θάνατος»... Στιγμή ιερή. Όλοι οι Έλληνες σαν ένας άνθρωπος με μια ψυχή και πίστη στο Θεό, ορκίζονται να ελευθερώσουν τη σκλαβωμένη τους πατρίδα.Βροντούν τα όπλα των πολεμιστών και αστράφτουν στον ανοιξιάτικο ήλιο. Αρχίζουν ένα σκληρό αγώνα με το βάρβαρο κατακτητή. Όλοι οι Έλληνες πολεμούν σα λιοντάρια, για να διώξουν τους Τούρκους από την ένδοξη πατρίδα τους χαρίζοντάς ελευθερία κι ευτυχία. Κι ένας λαός ξεχύνεται σαν το θολό ποτάμι, σαν το σίφουνα, κι όλα τα παρασέρνει στο πέρασμά του.
Μετά από πολλές θυσίες και πολύχρονους αγώνες ξεπρόβαλε για τους Έλληνες η πολυπόθητη ελευθερία.

Θυσίες αμέτρητες. Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς; το Ζάλογγο, την Αλαμάνα, το, Μεσολόγγι, το Μανιάκι, το Σούλι, τα Δερβενάκια ή το χάνι της Γραβιάς Και ποιον από τους ήρωες να πρωτοαναφέρει; Τον Παπαφλέσσα, τον Κολοκοτρώνη, τον Καραϊσκάκη, το Διάκο, το Μιαούλη, τον Ανδρούτσο, τον Υψηλάντη. Χιλιάδες άλλοι Έλληνες έχυσαν το αίμα τους για να μας χαρίσουν μια πατρίδα ελεύθερη και τιμημένη.
Αυτή τη μεγάλη γιορτή γιορτάζει σήμερα η πατρίδα μας. Στις πόλεις και τα χωριά κυματίζει περήφανη η γαλανόλευκη σημαία μας και γίνονται δοξολογίες και παρελάσεις για να τιμήσουμε τους ηρωικούς μας προγόνους.
Σήμερα νιώθουμε την ψυχή μας πλημμυρισμένη από ευγνωμοσύνη προς τους δοξασμένους προγόνους μας. Νιώθουμε περηφάνια γιατί είμαστε απόγονοι τέτοιων ηρώων. Χρέος όλων μας είναι να φανούμε κι εμείς αντάξιοι αν η πατρίδα μας χρειασθεί.
Αφήστε τις καρδιές σήμερα να πλημμυρίσουν χαρά και ενθουσιασμό. Τραγουδήστε και υμνήστε αυτούς που έκαμαν να φέξει αυτή η ολόλαμπρη μέρα η 25η Μαρτίου. Ας βροντοφωνάξουμε με τον ποιητή Κωστή Παλαμά «Αυτό το λόγο θα σας πω δεν έχω άλλο κανένα. Μεθύστε από το αθάνατο κρασί του 1821 »!

Διονύσιος Σολωμός
"Κλείσε μέσα στην ψυχή σου την Ελλάδα και θα αισθανθής μέσα σου να λαχταρίζη
κάθε είδος μεγαλείου."
Διονύσιος Σολωμός
Διονύσιος Σολωμός
Ο Διονύσιος Σολωμός υπήρξε κορυφαίος Έλληνας ποιητής και σπουδαίος Έλληνας πατριώτης. Ο αγώνας του 1821 τον συγκλόνισε. Τα οράματα του αγωνιζόμενου γένους προσπάθησε να τα εκφράσει μέσα από την ποίηση του. Δύο χρόνια μετά την έναρξη της επανάστασης γράφει τον Υμνο εις την Ελευθερίαν. Το ποίημα όμως που τον απασχόλησε σε όλη τη διάρκεια της ζωής του ήταν Οι Ελευθεροι Πολιορκημένοι, έργο εμπνευσμένο από την έξοδο του Μεσολογγίου.
Ο Εθνικός μας Ποιητής γεννήθηκε το 1798 στη Ζάκυνθο. Ήταν καρπός της παράνομης σχέσης του κόμη Νικόλαου Σολωμού και της υπηρέτριας του Αγγελικής Νίκλη.
Τα πρώτα του γράμματα τα έμαθε στην Ζάκυνθο και στη συνέχεια σπούδασε στην Κρεμόνα και στο Πανεπιστήμιο της Παβίας νομικά.
Στην Ιταλία ήρθε σε επαφή με το κίνημα του ρομαντισμού και άρχισε να γράφει τα πρώτα του ποιήματα. Επιστρέφοντας στην γενέτειρα του την Ζάκυνθο και με την προτροπή του Σπύρου Τρικούπη άρχισε να ασχολείται σοβαρά με την ποίηση.
Στην περίοδο της Επανάστασης του 1821 ο Διονύσιος Σολωμός θέλοντας να συμβάλει στον αγώνα γιά την ελευθερία γράφει μέσα σε ένα μήνα τον Ύμνο προς την Ελευθερία, τον εθνικό μας ύμνο. Ακολούθησαν ένα πλήθος άλλων σημαντικών έργων όπως: Ο Λάμπρος, Η Γυναίκα της Ζάκυθος, Ελεύθεροι πολιορκημένοι, ο Πορφύρας,
Επίγραμμα των Ψαρών, Διάλογος, Εις τον θάνατον του Λόρδου Μπάυρον κ.α.
Από το 1828 και έως τον θάνατο του έζησε στην Κέρκυρα και αφοσιώθηκε με
όλη του την ψυχή στην Τέχνη της Ποίησης.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του μία μακρά δικαστική οικογενειακή διαμάχη
τον ώθησε στο ποτό και το 1857 πέθανε σε ηλικία 59 ετών.
To 1798, όταν θανατωνόταν στη Βιέννη ο Ρήγας Φεραίος γεννιόταν στην Ζάκυνθο
ο Διονύσιος Σολωμός.
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης,ο Γέρος του Μοριά.
Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης (3 Απριλίου 1770 - 15 Φεβρουάριου 1843) ήταν Κλέφτης, πολιτικός στην Ελλάδα και καπετάνιος και στρατηγός της Επανάστασης του 1821. Γνωστός και ως Γέρος του Μοριά.Ο «Γέρος του Μοριά» γεννήθηκε το 1770 στο Ραμαβούνι Μεσσηνίας και μεγάλωσε στο Λιμποβίσι της Αρκαδίας. Ο πατέρας του Κωνσταντής Κολοκοτρώνης πήρε μέρος στην ένοπλη εξέγερση, που υποκινήθηκε από την Αικατερίνη Β' της Ρωσίας το 1770, και σκοτώθηκε σε συγκρούσεις μαζί με δύο αδελφούς του. Εισχώρησε στα σώματα των Κλεφτών της Πελοποννήσου και στα 35 του έγινε καπετάνιος. Έχοντας αποκτήσει πείρα και στη θάλασσα ως κουρσάρος, το 1805 πήρε μέρος στις ναυτικές επιχειρήσεις του ρωσικού στόλου κατά το ρωσοτουρκικό πόλεμο.
Από το 1810 υπηρέτησε στο ελληνικό στρατιωτικό σώμα του αγγλικού στρατού στη Ζάκυνθο, και τιμήθηκε με το βαθμό του ταγματάρχη για τη δράση του εναντίον των Γάλλων. Καταγόταν λοιπόν από οικογένεια κλεφτών και αγωνιστών του 1821. Δεκάδες συγγενείς του είχαν χάσει τη ζωή τους σε μάχες μεταξύ των οποίων και ο πατέρας του.
Το 1818 γίνεται μέλος της Φιλικής Εταιρίας και άρχισε να προετοιμάζει την Επανάσταση στην Πελοπόννησο. Ως απεσταλμένος της στη Μάνη σήκωσε τη σημαία της Επανάστασης στην Καλαμάτα στις 23 Μαρτίου 1821.Επιστρέφει στην Πελοπόννησο την εποχή του διωγμού των κλεφτών και πολεμάει εναντίον των Τούρκων. Με το βαθμό του αντιστράτηγου Πελοποννήσου έδωσε μάχες και πέτυχε μεγάλες νίκες κατά του τουρκικού στρατού.
Λόγω της στρατιωτικής του εμπειρίας είχε καταφέρει να οργανώσει τους Έλληνες πολεμιστές και να αναδειχθεί σε στρατιωτικό ηγέτη. Τον Μάρτιο του 1821 μαζί με τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη απελευθερώνουν την Καλαμάτα. Στη συνέχεια ακολουθεί η σπουδαία μάχη στα Δερβενάκια, όπου συντρίβει το στρατό του Δράμαλη (από τους 30.000 περίπου Τούρκους πολεμιστές γλίτωσαν μόνο 3500).
Πρωταγωνίστησε λοιπόν σε πολλές στρατιωτικές επιχειρήσεις του αγώνα, όπως στη νίκη στο Βαλτέτσι (14 Μαΐου 1821), στην άλωση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821), στην καταστροφή της στρατιάς του Δράμαλη στα Δερβενάκια (26 Ιουλίου 1822) όπου διέσωσε τον Αγώνα στην Πελοπόννησο αφού πρυτάνευσαν η ευφυΐα και η τόλμη του στρατηγικού του νου. Οι επιτυχίες αυτές τον ανέδειξαν σε αρχιστράτηγο της Πελοποννήσου.
Μετά από τη μεγάλη αυτή νίκη του «Γέρου του Μοριά» εμφανίζονται και τα πρώτα προβλήματα στις σχέσεις των Ελλήνων.
Οι στρατιωτικοί με επικεφαλής τον Κολοκοτρώνη συγκρούονται με τους κυβερνητικούς που είχαν αρχηγό τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο. Στη διάρκεια του Εμφυλίου πολέμου πολλές φορές προσπάθησε να αμβλύνει τις αντιθέσεις ανάμεσα στους αντιπάλους, αλλά παρ' όλα αυτά δεν απόφυγε τη ρήξη. Μετά από ένοπλες συγκρούσεις, ο ίδιος και ο γιος του συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν στο Ναύπλιο.Την ίδια ώρα που οι Έλληνες ασχολούνταν με τις εσωτερικές τους διαμάχες ο Ιμπραήμ προχωρούσε προς την Πελοπόννησο. Ο Σουλτάνος ζήτησε τη βοήθεια της Αιγύπτου για να σταματήσει την Επανάσταση, οπότε, ο γιος του Μεχμέτ Αλή και διάδοχος του αιγυπτιακού θρόνου Ιμπραήμ αποβιβάστηκε το 1825 στην Πελοπόννησο. Η Σφακτηρία και το Ναβαρίνο έπεσαν στα χέρια των Αιγυπτίων. Ο μόνος που θα μπορούσε να τον αντιμετωπίσει ήταν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Αποφυλακίζεται και καταφέρνει όχι μόνο να σταματήσει τα σχέδια του Αιγύπτιου στρατηγού αλλά και να τον αναγκάσει να αναγνωρίσει το πρώτο ανεξάρτητο Νεοελληνικό Κράτος.
Χωρίς πολυάριθμο στρατό ξεκίνησε και πάλι τον κλεφτοπόλεμο, που διήρκεσε ως το 1828, όταν στην Ελλάδα έφτασε το στράτευμα του στρατηγού Μεζόν με εντολή του Καρόλου Ι´ της Γαλλίας για να διασώσει την Ελλάδα από τα αιγυπτιακά στρατεύματα.Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης εκτός από σπουδαίος στρατηγός είχε και ενεργή συμμετοχή στις πολιτικές εξελίξεις.Υπήρξε ένθερμος οπαδός της πολιτικής του Καποδίστρια και πρωτοστάτησε στα γεγονότα για την εκλογή του Όθωνα. Το 1833 όμως, οι διαφωνίες του με την αντιβασιλεία τον οδήγησαν, μαζί με άλλους αγωνιστές, πάλι στις φυλακές του Ιτς-Καλέ στο Ναύπλιο με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας, και στις 25 Μαΐου 1834, μαζί με τον Πλαπούτα, καταδικάστηκε σε θάνατο. Έλαβε χάρη μετά την ενηλικίωση του Όθωνα το 1835, οπότε και ονομάστηκε στρατηγός και έλαβε το αξίωμα του Συμβούλου της Επικρατείας. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Κολοκοτρώνης υπαγόρευσε στον Γεώργιο Τερτσέτη τα "Απομνημονεύματά" του που κυκλοφόρησαν το 1851 με τον τίτλο Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836 και τα οποία αποτελούν πολύτιμη πηγή για την Ελληνική Επανάσταση. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης πέθανε μια νύχτα του 1843.Λόγος του Κολοκοτρώνη
«Όταν αποφασίσαμε να κάμομε την επανάσταση την Επανάσταση, δεν συλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα, ούτε πως δεν έχομε άρματα, ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις, ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε «που πάτε εδώ να πολεμήσετε με «σιταροκάραβα βατσέλα»,αλλά ως μια βροχή, έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι οι κληρικοί και οι προεστοί και οι καπεταναίοι, και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις ουτό το σκοπό και κάναμε την επανάσταση.. Να μην έχετε πολυτέλεια, να μην πηγαίνετε εις τους καφενέδες και εις τα μπιλιάρδα. Να δοθήτε εις τα σπουδάς σας και καλύτερα να κοπιάσετε ολίγον δύο και τρεις χρόνους και να ζήσετε ελεύθεροι εις το επίλοιπο της ζωής σας παρά να περάσετε τεσσάρους, πέντε χρόνους τη νεότητα σας και να μείνετε αγράμματοι. Να σκλαβωθητε εις τα γράμματα σας.»Αθανάσιος Διάκος
Αθανάσιος Διάκος
Το πραγματικό του όνομα ήταν Αθανάσιος Νικόλαος Μασσαβέτας.
Γεννήθηκε στο χωριό της Άνω Μουσουνίτσας του νομού Φωκίδας το 1788.
Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1818 και το 1820 έγινε αρματολός στη Λιβαδειά.
Τον Απρίλιο του 1821 σε συνεργασία με άλλους οπλαρχηγούς κατέλαβε το φρούριο της Λιβαδειάς και χρησιμοποιώντας το σαν ορμητήριο, έδωσε πολλές νικηφόρες μάχες. Κατέλαβε την γέφυρα της Αλαμάνας και στις 22 Απριλίου 1821 έδωσε μάχη με τα στρατεύματα του Ομέρ Βρυώνη. Στη μάχη αυτή συνελήφθει και αφού μεταφέρθηκε στη Λαμία αναφέρεται λογοτεχνικά ότι "σουβλίστηκε" από τους Τούρκους και κάηκε στις 23 Απριλίου 1821.
Εγγονός ενός ντόπιου κλέφτη, είχε έφεση στη θρησκεία και σε μικρή ηλικία στάλθηκε από τους γονείς του στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου κοντά στην Αρτοτίνα, για την εκπαίδευσή του. Έγινε μοναχός σε ηλικία δεκαεπτά ετών και, λόγω της αφοσίωσής του στη χριστιανική πίστη και της ιδιοσυγκρασίας του, έγινε πολύ γρήγορα διάκος.Η λαϊκή παράδοση αναφέρει πως όταν ο Α. Διάκος ήταν μοναχός, ένας Τούρκος πασάς πήγε στο μοναστήρι με τα στρατεύματά του και εντυπωσιάστηκε απ' την εμφάνιση του νεαρού μοναχού.
Ο Διάκος προσβλήθηκε απ' τα λεγόμενα του Τούρκου και μετά από καβγά τον σκότωσε. Έτσι αναγκάστηκε να φύγει στα κοντινά βουνά και να γίνει κλέφτης.
Αρχικά κλέφτης υπό την εξουσία διαφόρων καπετάνιων της Ρούμελης, διακρίνεται σε διάφορες συγκρούσεις με τους Τούρκους. Υπήρξε αρματολός για έναν χρόνο στο στρατό του Αλή πασά τον ίδιο καιρό με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο.
Όταν ο Ανδρούτσος έγινε καπετάνιος μιας μονάδας αρματολών στη Λιβαδειά, ο Διάκος ήταν για ένα χρόνο πρωτοπαλίκαρο του. Στα χρόνια που ακολουθούν και που καταλήγουν στην Επανάσταση του 1821, ο Διάκος είχε φτιάξει τη δική του ομάδα κλεφτών και όπως πολλοί άλλοι καπετάνιοι κλεφτών και αρματολών γίνεται μέλος της Φιλικής Εταιρίας.
Μετά από το ξέσπασμα των εχθροτήτων, ο Διάκος κι ένας ντόπιος καπετάνιος και φίλος, ο Βασίλης Μπούσγος, οδήγησαν ένα απόσπασμα μαχητών στη Λιβαδειά με σκοπό την κατάληψη της. Στις 1 Απριλίου του 1821, μετά από τρεις ημέρες άγριας μάχης από σπίτι σε σπίτι, και το κάψιμο του σπιτιού και του χαρεμιού του Μιρ Αγά, η πόλη έπεσε στους Έλληνες. Ο Χουρσίτ έστειλε δύο από τους ικανότερους διοικητές του απ' τη Θεσσαλία, τον Ομέρ Βρυώνη και τον Κιοσέ Μεχμέτ, επικεφαλής 8.000 Τούρκων με διαταγή να καταστείλουν την επανάσταση στη Ρούμελη και μετά να προχωρήσουν στην Πελοπόννησο και να σταματήσουν την πολιορκία της Τριπολιτσάς.Ο Διάκος και το απόσπασμά του, που ενισχύθηκαν από τους μαχητές Πανουργιά και Δυοβουνιώτη, αποφάσισαν να αποκόψουν την τούρκικη προέλαση στη Ρούμελη με την λήψη αμυντικών θέσεων κοντά στις Θερμοπύλες.
Η ελληνική δύναμη των 1,500 ανδρών χωρίστηκε σε τρία τμήματα: ο Δυοβουνιώτης θα υπερασπιζόταν τη γέφυρα του Γοργοποτάμου, ο Πανουργιάς τα ύψη της Χαλκωμάτας, και ο Διάκος τη γέφυρα της Αλαμάνας.
Στρατοπεδεύοντας στο Λιανοκλάδι, κοντά στη Λαμία, οι Τούρκοι διαίρεσαν γρήγορα τη δύναμή τους. Η κύρια τούρκικη δύναμη επιτέθηκε στο Διάκο. Η άλλη επιτέθηκε στο Δυοβουνιώτη, του οποίου το απόσπασμα γρήγορα οδηγήθηκε σε οπισθοχώρηση, και η υπόλοιπη στον Πανουργιά, οι άντρες του οποίου υποχώρησαν όταν πληγώθηκε.
Έχοντας η πλειοψηφία των Ελλήνων υποχωρήσει, οι Τούρκοι συγκέντρωσαν την επιθετική τους ισχύ ενάντια στη θέση του Διάκου στη γέφυρα της Αλαμάνας. Βλέποντας ότι ήταν θέμα χρόνου προτού κατακλυστούν απ' τον εχθρό, ο Μπούσγος, που πολεμούσε παράλληλα με τον Διάκο, του πρότεινε να υποχωρήσουν. Ο Διάκος επέλεξε να μείνει και να παλέψει μαζί με 48 συμπολεμιστές του σε μια απελπισμένη μάχη σώμα με σώμα, λίγες ώρες πριν συντριβούν.Ο σοβαρά πληγωμένος Διάκος σύρθηκε από τους Τούρκους μπροστά στον Ομέρ Βρυώνη, ο οποίος προσφέρθηκε να τον κάνει ανώτερο αξιωματικό στον οθωμανικό στρατό αν αλλαξοπιστούσε και ασπαζόταν το Ισλάμ.
Ο Διάκος αρνήθηκε απαντώντας "Εγώ Ρωμιός γεννήθηκα, Ρωμιός θε να πεθάνω".
Την επόμενη ημέρα ανασκολοπίστηκε.
Ο βάναυσος τρόπος θανάτου του Διάκου στα χέρια των Τούρκων τρομοκράτησε αρχικά το λαό της Ρούμελης, αλλά η γενναία στάση του κοντά στις Θερμοπύλες, που θυμίζει την ηρωική άμυνα του Λεωνίδα απέναντι στους Πέρσες, τον έκανε μάρτυρα για τον απελευθερωτικό σκοπό.
Ένα μνημείο στέκεται τώρα κοντά στη γέφυρα της Αλαμάνας, το σημείο της τελικής μάχης του. Ο τόπος γεννήσεώς του, το χωριό Άνω Μουσουνίτσα, μετονομάστηκε αργότερα Αθανάσιος Διάκος προς τιμήν του.
Γεώργιος Καραϊσκάκης
Σπουδαίος στρατιωτικός ηγέτης της Επανάστασης. Γεννήθηκε στο Μαυρομμάτι Καρδίτσας και ήταν γιος της καλόγριας Ζωής Διμισκή. Αρχικά υπηρέτησε στην αυλή του Αλή Πασά, στη συνέχεια έδρασε ως οπλαρχηγός στην περιοχή των Αγράφων και το 1826 διορίστηκε αρχιστράτηγος της Στερεάς Ελλάδας. Χάρη στη στρατηγική του ιδιοφυΐα πέτυχε σημαντικές νίκες κατά των Τούρκων (Δόμβραινα, Δίστομο, Αράχωβα) και κράτησε τον τουρκικό στρατό καθηλωμένο στην Αθήνα για μεγάλο διάστημα. Διαφώνησε όμως με τους Κόχραν και Τζορτζ ως προς την τακτική που θα ακολουθούσαν κατά του Κιουταχή. Τραυματίστηκε σε αψιμαχία με τους Τούρκους στο Νέο Φάληρο και πέθανε στις 23 Απριλίου 1827, ανήμερα της γιορτής του.Ρήγας Φεραίος
Ήρωας της Ελληνικής επανάστασης του 1821."Όποιος ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται καλά..."
Ρήγας Φεραίος Βελεστινλής(1757-1798)
ήρωας της επανάστασης του 1821
Γεννήθηκε στο Βελεστίνο της Μαγνησίας το 1757. Το πραγματικό του όνομα ήταν Αντώνιος Κυριαζής. Στα νεανικά χρόνια του Ρήγα Φεραίου είναι δύσκολο να ανιχνευθούν τα πραγματικά γεγονότα. Τα πρώτα του γράμματα ο Ρήγας Φεραίος λέγεται ότι τα διδάχθηκε από ιερέα του Βελεστίνου και κατόπιν στη Ζαγορά. Καθώς διψούσε για μάθηση, ο πατέρας του τον έστειλε στα Αμπελάκια για περαιτέρω μόρφωση.
Όταν επέστρεψε, έγινε δάσκαλος στην κοινότητα Κισσού Πηλίου. Στην ηλικία των είκοσι ετών σκότωσε στο Βελεστίνο έναν Τούρκο πρόκριτο, επειδή του είχε συμπεριφερθεί δεσποτικά, και κατέφυγε στο Λιτόχωρο του Ολύμπου, όπου κατατάχθηκε στο σώμα των αρματολού θείου του Σπύρου Ζήρα.
Αργότερα ο Ρήγας Φεραίος βρίσκεται στο Αγιο Ορος, φιλοξενούμενος του ηγουμένου της μονής Βατοπεδίου, Κοσμά με τον οποίο και ανέπτυξε στενή φιλία. Στο Αγιον Ορος έμεινε πολύ λίγο.
Ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη, μετά από πρόσκληση του Πρέσβη της Ρωσίας για σπουδές, στην οικία του οποίου γνώρισε τον Πρίγκιπα Αλέξανδρου Υψηλάντη. Εκεί εργάστηκε ως γραμματικός του Αλέξανδρου Υψηλάντη ο οποίος και φρόντισε για τη μόρφωση του. Εκείνη την περίοδο αρχίζει να υπογράφει με το όνομα Βελεστινλής. Το επίθετο Φεραίος θα του το έδιναν αργότερα σύγχρονοι αλλά και μεταγενέστεροι λόγιοι. Στην Πόλη διεύρυνε τις σπουδές του στη Γαλλική και τη Γερμανική γλώσσα. Όταν ο Υψηλάντης έφυγε για το Ιάσιο, προκειμένου να γίνει ηγεμόνας της Μολδαβίας, ο Ρήγας Φεραίος τον ακολούθησε. Διαφωνώντας με τον Υψηλάντη έγινε γραμματέας του ηγεμόνα της Βλαχίας Νικόλαου Μαυρογένη και ταξίδεψε για το Βουκουρέστι, όντας πλέον στην ηλικία των 30 χρόνων.
Μετά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο και την ήττα της Τουρκίας ο Μαυρογένης αποκεφαλίστηκε ως υπαίτιος της ήττας και ο Ρήγας Φεραίος κατέφυγε στη Βιέννη, την οποία έκανε έδρα της επαναστατικής δράσης του. Το 1790 που φθάνει στη Βιέννη τυπώνει τα δύο πρώτα του βιβλία: Το "Σχολείο των ντελικάτων εραστών" και το "Φυσικής Απάνθισμα" (σε αυτό το βιβλίο περιλαμβάνεται και η φράση : «Όποιος ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται καλά»). Ωστόσο, η επαναστατική του δράση θα ξεκινήσει ουσιαστικά το 1796. Τότε εκδίδει μια σειρά από Χάρτες, μεταξύ των οποίων και η Χάρτα της Ελλάδος. Παράλληλα παίρνει μια σειρά από ηγετικές πρωτοβουλίες, συγκεντρώνει τους έλληνες του εξωτερικού και τους μυεί στον επαναστατικό αγώνα. Στη Βιέννη συνεργάτες του ήσαν κυρίως Έλληνες έμποροι ή σπουδαστές, αλλά οι σημαντικότεροι από αυτούς ήταν οι αδελφοί Πούλιου, από τη Σιάτιστα της Μακεδονίας, τυπογράφοι. Στο τυπογραφείο τους τύπωσε την επαναστατική του προκήρυξη σε χιλιάδες αντίτυπα, προκειμένου να μοιραστούν στους Έλληνες των υπόλοιπων φιλελεύθερων περιοχών των Βαλκανίων. Ο Ρήγας απέβλεπε στην απελευθέρωση και ενοποίηση όλων των Βαλκανικών λαών και φυσικά όλου του ελληνικού στοιχείου που ήταν διασκορπισμένο στην Ανατολή και τα ευρωπαϊκά κέντρα. Επηρεασμένος από τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό, πίστεψε βαθιά στην ανάγκη της επαφής των Ελλήνων με τις νέες ιδέες που σάρωναν την Ευρώπη και αυτό τον ώθησε στη συγγραφή ή μετάφραση βιβλίων σε δημώδη γλώσσα και τη σύνταξη της Χάρτας, ενός μνημειώδους για την εποχή του χάρτη, διαστάσεων 2,07 x 2,07 μ, που αποτελείτο από επί μέρους τμήματα.
Παράλληλα με τις εκδοτικές του δραστηριότητες, ο Ρήγας Φεραίος προετοίμαζε και την αναχώρησή του από την Αυστρία, κυρίως εξαιτίας του επαναστατικού κλίματος που είχε καλλιεργήσει η Γαλλική Επανάσταση και της διάθεσής του να ενισχύσει τις προσπάθειες του Ναπολέοντα. Οι πληροφορίες για τη μυστική επαναστατική δράση του Ρήγα είναι ασαφείς και προέρχονται κυρίως από μαρτυρίες βιογράφων και και πληροφορίες τις οποίες απέσπασε η ανάκριση των Αυστριακών αρχών μετά τη σύλληψη του Ρήγα και των συντρόφων του. Το συμπέρασμα ούτως ή άλλως είναι ότι δεν υπήρχε οργανωμένος επαναστατικός συνομωτικός πυρήνας αλλά διάσπαρτες επαφές με ομοεθνείς, τους οποίους διήγειρε ο επαναστατικός ενθουσιασμός του Ρήγα. Η τελευταία φάση προετοιμασίας του συνδέεται με δύο επαναστατικές προκηρύξεις, το Επαναστατικό Μανιφέστο και την Προκήρυξη, που τυπώθηκε σε μεγάλο αριθμό αντιτύπων. Οι δύο προκηρύξεις στάλθηκαν στον Αντώνη Νιώτη στην Τεργέστη, για να τα παραλάβει ο Ρήγας και να τα προωθήσει στην Ελλάδα.
Η επιστολή, όμως, με την οποία ενημέρωνε ο Ρήγας για την αποστολή των εντύπων του, έπεσε στα χέρια του Δημητρίου Οικονόμου, εμπορικού συνεργάτη του Αντώνιου Κορωνιού, προς τον οποίο απευθυνόταν η επιστολή. Ο Οικονόμου κατέδωσε και τους δύο στην αυστριακή αστυνομία. Ο Ρήγας συνελήφθη στην Τεργέστη την 1η Δεκεμβρίου του 1797. Ο Ρήγας μετά την σύλληψη του θα αποπειραθεί να αυτοκτονήσει χρησιμοποιώντας ένα κοντυλομάχαιρο, όπως ανέφερε η σχετική έκθεση. Κατόπιν οδηγήθηκε στη Βιέννη, όπου ανακρίθηκε μαζί με τους υπόλοιπους συντρόφους του. Κατάληξη των ανακρίσεων, σε συνδυασμό με τις συνεννοήσεις με τον Σουλτάνο, ήταν να εκτοπισθούν από τους συλληφθέντες οι Αυστριακοί και άλλων εθνοτήτων υπήκοοι, εκτός από τους Οθωμανούς, που απελάθηκαν.
Ο Ρήγας και οι επτά σύντροφοί του που ανήκαν στην ίδια κατηγορία, ο Ευστράτιος Αργέντης, ο Δημήτριος Νικολίδης, ο Αντώνιος Κορωνιός, ο Ιωάννης Καρατζάς, ο Θεοχάρης Γεωργίου Τουρούντζιας, ο Ιωάννης Εμμανουήλ και ο Παναγιώτης Εμμανουήλ, με συνοδεία των αυστριακών αρχών παραδόθηκαν στις 10 Μαΐου 1798 στον Τούρκο καϊμακάμη του Βελιγραδίου και φυλακίστηκαν στον πύργο Neboisa, παραποτάμιο φρούριο του Βελιγραδίου. Εκεί, ύστερα από συνεχή βασανιστήρια, στις 24 Ιουνίου του 1798, στραγγαλίστηκαν και τα σώματά τους ρίχτηκαν στον Δούναβη. Ο Ρήγας πεθαίνοντας είπε :
« Λύσσαξε Τούρκε!
Δεν εξαλείφεις μ' ημάς και το σπόρο της Ελευθερίας.
Οι εκδικηταί μας γλήγορα θ' αναβλαστήσωσι
Παπαφλέσσας (Γρηγόριος Δίκαιος)
Κληρικός, αγωνιστής, απόστολος της Φιλικής Εταιρείας. Ευφραδής αλλά συχνά εριστικός, πνεύμα αντιλογίας αλλά και εμπνευστής του πλήθους. Γεννήθηκε στο χωριό Πολιανή της Μεσσηνίας και φοίτησε στη Σχολή Δημητσάνας, όπου όμως, όπως λέγεται, γράμματα δεν έμαθε πολλά. Μετά το τέλος των σπουδών του, πιθανώς το 1816, έγινε μοναχός στη Μονή Βελανιδιάς στην Καλαμάτα. Εκεί ήρθε σε ρήξη με την ιεραρχία και αναγκάστηκε να φύγει για να εγκατασταθεί στη Μονή Ρεκίστας, μεταξύ Λεονταρίου και Μυστρά. Οι προσωπικές του διαμάχες δεν είχαν όμως τέλος. Λόγω κτηματικών διαφορών συγκρούστηκε με έναν ισχυρό Τούρκο της περιοχής και αναγκάστηκε να εκπατρισθεί. Καθώς τον κατεδίωκαν ο Παπαφλέσσας φώναξε στους διώκτες του: «Αϊντε ρε και πού θα μου πάτε; Θα ξαναγυρίσω πάλι ή δεσπότης ή πασάς και τότε θα λογαριαστούμε», υπόσχεση την οποία τήρησε.Στη νέα του προσωρινή πατρίδα, την Κωνσταντινούπολη, φιλοξενήθηκε εγκαρδίως από τους εκεί συμπατριώτες του. Επί πατριαρχίας Γρηγορίου Ε’ (1745-1821) ο Παπαφλέσσας χειροτονήθηκε αρχιμανδρίτης. Στις 21 Ιουνίου 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Παναγιώτη Αναγνώστου (Αναγνωσταρά) και ανέλαβε τη σημαντική αποστολή της κατήχησης των κατοίκων των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών με το συνθηματικό όνομα Αρμόδιος. Το όνομα Παπαφλέσσας οφείλεται σε παρωνύμιο της οικογενείας του που επικράτησε τελικά στον λαό, ενώ σε όλα τα επίσημα έγγραφα της Επανάστασης αναφέρεται πάντοτε ως Γρηγόριος Δικαίος. Στην επιστροφή του στην Ελλάδα, μετά το πέρας της πρώτης του αποστολής, συνελήφθη από τους Τούρκους και εν τέλει φυγαδεύτηκε με τη βοήθεια του πατριάρχη Γρηγορίου. Οταν πλέον επέστρεψε στην Πελοπόννησο κατείχε ήδη το πνεύμα του αγωνιστή. Με δεκάδες έγγραφα της Φιλικής Εταιρείας στα χέρια του ξεκίνησε μια σειρά ομιλίες ευαγγελιζόμενος την απελευθέρωση των Ελλήνων από τον ζυγό των Τούρκων.
Ο ηγετικός του χαρακτήρας και οι πρωτοβουλίες του αυτές ανησύχησαν πολλούς προύχοντες, οι οποίοι δεν ήθελαν να διαταραχθεί η τάξη και οι Τούρκοι να προβούν σε αντίποινα. Πολλοί ήταν εκείνοι οι οποίοι σκέφθηκαν να τον συλλάβουν και να τον παραδώσουν στα χέρια του εχθρού. Ο Παπαφλέσσας όμως διαισθάνθηκε τον κίνδυνο και φρόντισε να περιορίσει τη δράση του στους απλούς χωρικούς, οι οποίοι τον προστάτευαν, γοητευμένοι από τον χαρισματικό ηγέτη τους.
Η εν Μανιακίω της Πυλίας μάχη, «καθ’ ην ο Γρηγόριος Παπαφλέσσας, ηρωικώς μαχόμενος, έπεσε ως νέος Λεωνίδας» Τον Ιανουάριο του 1821 στη Βοστίτσα, στο Αίγιο, ο Παπαφλέσσας κάλεσε συνέλευση, όπου και έθιξε τα μείζονα θέματα της χώρας. Μίλησε περί ελευθερίας και δικαιωμάτων, περί πνεύματος και ελληνικότητας και υποστήριξε την Επανάσταση. Μια επανάσταση την οποία αποδοκίμασαν πολλοί από τους συμμετέχοντες υποστηρίζοντας ότι το έδαφος δεν ήταν έτοιμο ακόμη. Ο Παπαφλέσσας τότε σήκωσε επιδεικτικά την επιστολή που είχε στείλει ο Υψηλάντης τονίζοντας την αναγκαιότητα της άμεσης έναρξης του αγώνα. Χωρίς όμως ανταπόκριση. Οργισμένος αναχώρησε για τη Μάνη, όπου συνάντησε τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και τον Χριστόφορο Περραιβό.Μετά την κήρυξη της Επανάστασης ο Παπαφλέσσας έβγαλε το ράσο του αρχιμανδρίτη και φόρεσε τη στολή του πολεμιστή. Από τον Μάρτιο του 1821 ως και τη μάχη στο Μανιάκι το 1825, όπου σκοτώθηκε, πρωταγωνίστησε σε όλες τις πολεμικές επιχειρήσεις αλλά και σε πολιτικές δραστηριότητες. Στις περιοδείες του στην Αρκαδία, στη Γορτυνία, στην Ολυμπία, στην Αργολίδα και στην Κορινθία κινήθηκε με σκοπό να στρατολογήσει τους εκεί πληθυσμούς. Στην Αργολίδα, κατά την προσπάθειά του να εμποδίσει την προέλαση του Κεχαγιά Μπέη, εγκαταλείφθηκε από τους άοπλους και άπειρους χωρικούς που τον συνόδευαν και αναγκάστηκε να υποχωρήσει στο κάστρο του Αργους, όπου και αντιμετώπισε τους Τούρκους. Στον επόμενο του προορισμό, στην Καρύταινα, ο τουρκικός στρατός ερχόμενος από την Τρίπολη ανάγκασε τον ίδιο και τον Κολοκοτρώνη να καταφύγουν στη Μεσσηνία, ενώ τον Ιούλιο του 1821 στα Μεγάλα Δερβένια της Μεγαρίδας μαζί με άλλους οπλαρχηγούς κατόρθωσε να παρεμποδίσει την είσοδο του τουρκικού στρατού του Ομέρ Βρυώνη στην Πελοπόννησο.Τον Δεκέμβριο του 1821 έγινε μέλος της Πελοποννησιακής Γερουσίας και έλαβε μέρος στην Α’ Γενική Συνέλευση της Επιδαύρου, στη Β’ Εθνική Συνέλευση του Αστρους και την 1η Ιουλίου 1823 ανέλαβε το υπουργείο Εσωτερικών. Στον εμφύλιο πόλεμο βρέθηκε αντίπαλος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, παρ’ ότι στο παρελθόν είχε πολεμήσει μαζί του. Στο πλευρό της κυβέρνησης Γ. Κουντουριώτη κυνήγησε τους Κολοκοτρωναίους, ενώ οι ένοπλες συγκρούσεις μαζί τους καθώς και με άλλους αγωνιστές της Επανάστασης αποτελούν γκρίζες σελίδες στην ιστορία του έθνους κατά την κρίσιμη αυτή περίοδο. Παρ’ όλα αυτά, όταν ο Ιμπραήμ απείλησε σοβαρά την έκβαση της Επανάστασης, ο ίδιος ο Παπαφλέσσας πρότεινε την αποφυλάκιση του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και άλλων αντικυβερνητικών. Η απελευθέρωσή τους όμως δεν έγινε εγκαίρως. Ο Παπαφλέσσας έσπευσε στο Μανιάκι, το οποίο μετά την πτώση του Νεοκάστρου (11 Μαΐου 1825) αποτελούσε στόχο των Αιγυπτίων, όπου συγκέντρωσε αρχικά 1.500 άνδρες, από τους οποίους τελικά έμειναν μόνο 500. Κυκλωμένος από 3.000 ιππείς και πεζούς απέρριψε την πρόταση άλλων οπλαρχηγών να μετακινηθεί σε πιο ασφαλή θέση. Στην οκτάωρη αυτή μάχη ο Παπαφλέσσας έπεσε νεκρός μαζί με τους περισσότερους άνδρες του. Ιμπραήμ Πασάς (1789-1848)
Ο Ιμπραήμ, γιος (θετός, σύμφωνα με κάποιους) του χεβίδη της Αιγύπτου Μωχάμετ Αλη, γεννήθηκε το 1789 στην Καβάλα και υπήρξε ο πρωτότοκος ανάμεσα σε τρεις. Οι ιστορικοί μιλούν για έναν άντρα κοντόσωμο, παράφορο, τολμηρό και αποφασιστικό. Μορφώθηκε κυρίως από ευρωπαίους παιδαγωγούς και στρατιωτικούς δασκάλους. Θεωρήθηκε λοιπόν φυσικό επακόλουθο η προσπάθειά του να εφαρμόσει νέες, «εξευρωπαϊσμένες», μεθόδους τόσο στη διακυβέρνηση της Αιγύπτου όσο και στη δομή και στην οργάνωση του στρατού της.Το 1805 διορίστηκε από τον πατέρα του αντιβασιλέας. Κατά τη διάρκεια της εκστρατείας εναντίον της επαναστατημένης φυλής των Βαχαβιτών, στην Αραβία, το 1818, αλλά και σε μια αντίστοιχη στο Σουδάν, το 1821-22, απέδειξε περίτρανα τη στρατηγική του ιδιοφυΐα, κερδίζοντας ταυτόχρονα την απόλυτη εμπιστοσύνη του πατέρα του.
Από εκείνη τη στιγμή ασχολήθηκε συστηματικά με την αναδιοργάνωση και την εκπαίδευση του αιγυπτιακού στρατού προσλαμβάνοντας για εκπαιδευτές γάλλους αξιωματικούς, αποστράτους του στρατού του Ναπολέοντα.Ετσι το 1823 είχε στη διάθεσή του 100.000 καλά γυμνασμένους και ετοιμοπόλεμους άντρες και έναν αξιόμαχο στόλο. Η ευκαιρία να δοκιμάσει στην πράξη το νέο του στράτευμα του δόθηκε το 1824, όταν ο τούρκος σουλτάνος Μαχμούτ Β’ ζήτησε τη βοήθεια των Αιγυπτίων προκειμένου να καταπνίξει την Ελληνική Επανάσταση, δίνοντας ως αντάλλαγμα την Κρήτη.
Ως τον Νοέμβριο του 1825 εκστράτευσε εναντίον πολλών περιοχών της Πελοποννήσου πυρπολώντας, σφάζοντας και καταστρέφοντας, σε μια επίδειξη μοναδικής θηριωδίας. Τον μήνα αυτόν έφυγε για το Μεσολόγγι με σκοπό να ενισχύσει τα τουρκικά στρατεύματα του Κιουταχή τα οποία πολιορκούσαν την πόλη. Μετά την Εξοδο του Μεσολογγίου (10.4.1826) επέστρεψε στην Πελοπόννησο, όπου είχε αρχίσει να δέχεται σημαντική φθορά από τον κλεφτοπόλεμο των Ελλήνων, των οποίων ηγείτο ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Για περισσότερο από έναν χρόνο ο Ιμπραήμ συνέχισε τις επιδρομές και τις σποραδικές συγκρούσεις του με τους Ελληνες, σχεδιάζοντας παράλληλα μια απόβαση στην Υδρα και στις Σπέτσες. Τα πλοία του όμως - μαζί με τα τουρκικά - καταστράφηκαν από τον συμμαχικό στόλο στη Ναυμαχία του Ναυαρίνου (Οκτώβριος 1827).
Μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Αλεξάνδρειας, τον Αύγουστο του 1828, ο Ιμπραήμ αποχώρησε από την Ελλάδα (Οκτώβριος 1828) μαζί με τους 27.000 άντρες του.Μετά την επιστροφή του στην Αίγυπτο κατάφερε μαζί με τον πατέρα του να επεκτείνουν την επιρροή τους στη Μέση Ανατολή. Στις αρχές του 1832, με πρόφαση τις διαμάχες ανάμεσα στις τοπικές φυλές, κατέλαβε τη Γάζα, τη Χάιφα και πόλεις της Συρίας. Οι προσπάθειες του τούρκου σουλτάνου να περιορίσει τις φιλοδοξίες του Μεχμέτ Αλή κατέληξαν σε ανοιχτή σύγκρουση. Σε μάχη που έγινε στο Ικόνιο ο αιγυπτιακός στρατός επιβλήθηκε των Τούρκων και μόνο μετά από επέμβαση των Ρώσων σταμάτησε η προέλαση του Ιμπραήμ ως την Κωνσταντινούπολη. Το 1839 οι εχθροπραξίες επαναλήφθηκαν βρίσκοντας και πάλι νικητή τον Ιμπραήμ στο Νεζίπ (Ιούνιος 1839). Υστερα όμως από τη νέα επέμβαση των Ευρωπαίων αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Αίγυπτο, όπου και πέθανε από φυματίωση το 1848.Αλέξανδρος Υψηλάντης
Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης (1792-1828) ήταν έλληνας στρατιωτικός, λόγιος και αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας.Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1792 και ήταν γιος του Κωνσταντίνου Υψηλάντη, δραγουμάνου του Τουρκικού στόλου και γόνου εύπορης και ισχυρής Φαναριώτικης οικογένειας. Κατατάχτηκε στο σώμα των εφίππων σωματοφυλάκων του τσάρου. Διακρίθηκε στους πολέμους κατά του Ναπολέοντα και στη μάχη της Δρέσδης έχασε το δεξί του χέρι. Στις 12 Απριλίου 1820 δέχθηκε την αρχηγία της Φιλικής Εταιρείας και άρχισε την οργάνωση του σχεδίου για να αρχίσει η Επανάσταση από την Πελοπόννησο. Πιεσμένος από τις καταστάσεις εκδίδει προκήρυξη ανεξαρτησίας, περνάει τον ποταμό Προύθο στις 22 Φεβρουαρίου 1821 και υψώνει τελικά τη σημαία της Επανάστασης, στις παραδουνάβιες ηγεμονίες και συγκεκριμένα στο Ιάσιο της Μολδοβλαχίας, δύο μέρες αργότερα, στις 24 Φεβρουαρίου εκδίδοντας επαναστατική προκήρυξη με τον τίτλο Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος.
Η επιλογή της Μολδαβίας και της Βλαχίας θα πρέπει μάλλον να αναζητηθεί στο γεγονός ότι στις περιοχές αυτές απαγορευόταν η παραμονή του Τουρκικού στρατού, ενώ από το 1709 οι τοπικοί άρχοντες ήταν Έλληνες Φαναριώτες.Στις 26 Φεβρουαρίου 1821 στον ναό των Τριών Ιεραρχών τελείται δοξολογία, κατά την οποία ο Μητροπολίτης Βενιαμίν ευλογεί πρόχειρη σημαία με έμβλημα τον Σταυρό, και κατά το βυζαντινό τυπικό, παραδίδει το ξίφος στον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Κατόπιν διενεργείται έρανος για τη συλλογή ενός εκατομμυρίου γροσίων και παράλληλα εθελοντές από ολόκληρη την Ευρώπη καταφθάνουν στη Μολδαβία για να καταταχθούν στο στρατιωτικό σώμα που δημιούργησε, οργανώνοντας μάλιστα το πρώτο τμήμα του Πυροβολικού με δύο πυροβόλα υπό τις διαταγές του Γάλλου συνταγματάρχη Ολιβιέ Βουτιέ (Olivier Voutier).
Συγκροτείται ο Ιερός Λόχος, αποτελούμενος από 500 σπουδαστές.
Στις 4 Μαρτίου οι Έλληνες ναυτικοί κυριεύουν και εξοπλίζουν 15 πλοία, ενώ στις 17 Μαρτίου ο Υψηλάντης υψώνει τη σημαία στο Βουκουρέστι, αντιμετωπίζοντας το στρατό τριών πασάδων στο Γαλάτσι, το Δραγατσάνι, τη Σλατίνα, το Σκουλένι και το Σέκο (Γεωργάκης Ολύμπιος και Ιωάννης Φαρμάκης).Ο στρατός του Υψηλάντη καταστράφηκε στη μάχη του Δραγατσανίου στις 7 Ιουνίου 1821 και υποχώρησε προς τα αυστριακά σύνορα. Οι λόγοι της αποτυχίας του θα πρέπει να αναζητηθούν κυρίως στην έλλειψη αξιόμαχων δυνάμεων, στην άρνηση του ηγέτη των Βλάχων Θεόδωρου Βλαδιμιρέσκου να τον συνδράμει οικονομικά και στρατιωτικά και στον αφορισμό του Υψηλάντη από τον Πατριάρχη Γρηγόριο Ε', κατόπιν πιέσεων της Υψηλής Πύλης, για σφαγές των Χριστιανών σε αντίποινα.Ο Υψηλάντης παραδόθηκε στους Αυστριακούς, φυλακίστηκε και απελευθερώθηκε στις 24 Νοεμβρίου 1827. Η κλονισμένη υγεία του δεν του επέτρεψε έκτοτε να βοηθήσει το επαναστατημένο έθνος. Δύο μήνες μετά την αποφυλάκισή του στις 19 Ιανουαρίου 1828 πέθανε στη Βιέννη
Δημήτριος Υψηλάντης
Από τις αγνότερες μορφές του 1821, πολιτικός και στρατάρχης στην επαναστατημένη Ελλάδα. Ο Δημ. Υψηλάντης γεννήθηκε στην Κων/πολη και καταγόταν από τη μεγάλη φαναριώτικη οικογένεια των Υψηλαντών. Έκανε στρατιωτικές σπουδές στη Γαλλία, υπηρέτησε στο Ρωσικό στρατό και έλαβε μέρος στους Ναπολεόντιους πολέμους. Έγινε φιλικός το 1818. Μετά το ξέσπασμα της επανάστασης στη Μολδοβλαχία, κατέβηκε στην Ελλάδα ως εκπρόσωπος του Γενικού Επιτρόπου της Αρχής, δηλαδή του αδελφού του Αλεξάνδρου. Η υποδοχή που του επιφύλαξαν και στην Ύδρα (8 Ιουνίου) και στο Άστρος μετά (19 Ιουνίου) ήταν μεγαλειώδης. Λαός και στρατός έλπιζαν πως αυτός θα οργάνωνε και θα συντόνιζε την επανάσταση και θα έφερνε την ελευθερία του γένους. Από την αρχή όμως διαφώνησε με τους πρόκριτους, οι οποίοι δεν ήθελαν να διαλύσουν την Πελοποννησιακή Γερουσία και να υπακούουν σ’ αυτόν. Έτσι, πικραμένος αποφάσισε να πάει στην Καλαμάτα, για να οργανώσει τον πόλεμο εκεί. Καθ’ οδόν όμως μεταπείστηκε, κυρίως από ένα γράμμα που έλαβε από τους καπεταναίους των Τρικόρφων, οι οποίοι πολιορκούσαν την Τριπολιτσά, κι αποφάσισε να επιστρέψει στα Τρίκορφα. Ο λαός και ο στρατός, βλέποντας τη διαμάχη και με φόβο μήπως φύγει ο πρίγκιπας Υψηλάντης και τους εγκαταλείψει, δύο φορές απείλησαν τους πρόκριτους, μια στα Βέρβαινα και άλλη μια, λίγο μετά, στη Ζαράκοβα και ήταν πολύ πιθανό να τους σκότωναν, αν δεν επενέβαινε ο Θ. Κολοκοτρώνης. Ο Υψηλάντης, ο οποίος ήταν θερμός πατριώτης, ανιδιοτελής, έντιμος αγωνιστής και γενναίος, προκειμένου να ησυχάσουν τα πνεύματα και να προχωρήσει η υπόθεση του Αγώνα, υποχώρησε στις αξιώσεις των προκρίτων, οι οποίοι δεν εννοούσαν να αφήσουν τα παλιά τους προνόμια και να παραδώσουν την εξουσία. Είναι αλήθεια ότι ο αγνός Υψηλάντης δεν είχε πολιτικές ικανότητες για μια τέτοια υπόθεση. Ήταν αδύνατος χαρακτήρας και ευκολόπιστος. Οι πρόκριτοι είχαν πολιτική πείρα από την εποχή της Τουρκοκρατίας και μπορούσαν εύκολα να τον ξεγελούν και να τον παραγκωνίζουν. Οι ιστορικοί εκτιμούν ότι η πολιτική ατολμία του Υψηλάντη και η ανεπάρκειά του στάθηκαν οι αιτίες της ακυβερνησίας για πολύ καιρό.
Αν είχε την πολιτική τόλμη στο βαθμό που είχε την ανδρεία στα πεδία των μαχών, όπου πολλές φορές ανδραγάθησε, θα είχε προσφέρει πολυτιμότερες υπηρεσίες στον αγώνα, αφού όλοι τον ήθελαν – νησιά, Ρούμελη, Μοριάς, στρατός και λαός– πλην των προκρίτων της Πελοποννήσου.Έτσι, ενώ στα Τρίκορφα αναγνωρίστηκε αρχιστράτηγος, την αρχηγία στην πραγματικότητα είχε ο Θ. Κολοκοτρώνης, τον οποίο εμπιστευόταν και συμβουλευόταν πάντοτε. Είναι χαρακτηριστικό ότι δε συμμετείχε στις εργασίες της Α΄ Εθνοσυνέλευσης, που έγιναν στην Επίδαυρο (Δεκ. 1921-Ιανουαρ. 1922)· βρισκόταν με τον Κολοκοτρώνη στην πολιορκία του Ακροκορίνθου.Οι πολιτικοί στην Επίδαυρο ψήφισαν το πρώτο Σύνταγμα της Ελλάδας και εκλέξανε ως πρόεδρο του Εκτελεστικού (ως πρωθυπουργό δηλαδή) τον Αλέξ. Μαυροκορδάτο, ενώ τον Υψηλάντη ως Πρόεδρο του Βουλευτικού, για να δείξουν ότι τάχα τον λογάριαζαν και να μη φανεί η εμπάθειά τους. Έλπιζαν όμως ότι έτσι θα περιόριζαν την πολεμική του δράση, η οποία θα τον έκανε ισχυρό με τις επιτυχίες του. Στο Βουλευτικό σώμα, όπου ήταν πρόεδρος, γνώρισε τις μηχανορραφίες των πολιτικάντηδων και το πολιτικό παρασκήνιο και αηδιασμένος παραιτήθηκε και αφοσιώθηκε στον πόλεμο, τρέχοντας πότε από δω και πότε από εκεί με άλλους καπεταναίους. Κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα έλαβε μέρος στην πολιορκία του Ναυπλίου και του Άργους, στην εκστρατεία εναντίον της Αθήνας, στη μάχη των Δερβενακίων, στη μάχη στους Μύλους της Λέρνας και στην μάχη στη Πέτρα.Κατά τον εμφύλιο αποσύρθηκε στην Τρίπολη κι ύστερα στο Ναύπλιο, μη θέλοντας να έχει καμία ανάμειξη, ενώ αμέσως μετά πολέμησε εναντίον του Ιμπραήμ.
Ο Καποδίστριας αργότερα διόρισε τον Υψηλάντη στρατάρχη της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας και εκεί, στην Πέτρα Βοιωτίας, έδωσε την τελευταία μάχη του Μεγάλου Αγώνα, τον οποίο είχε ξεκινήσει ο αδερφός του στις παραδουνάβιες περιοχές πριν οκτώμισι χρόνια.Οι Υψηλάντηδες προσέφεραν ό,τι είχαν και δεν είχαν για τον ιερό αγώνα. Ήταν αγνοί, τίμιοι, ανιδιοτελείς, γενναίοι. Δεν έμοιαζαν με τους Φαναριώτες, που ήρθαν στην Ελλάδα για τα αξιώματα και τη δόξα (Μαυροκορδάτοι, Νέγρηδες, Καρατζάδες). Η ίδια η μάνα τους Ελισάβετ τους έδωσε όχι μόνο την τεράστια περιουσία της αλλά και τα χρυσαφικά της για τον αγώνα.
Ο Δημ. Υψηλάντης δεν είχε καθόλου εντυπωσιακό παράστημα. Ήταν μάλλον κοντός και φαλακρός και φαινόταν πολύ μεγαλύτερος στην ηλικία. Κουραζόταν εύκολα και κοιμόταν πολύ. Έπασχε από μυοτονική δυστροφία, μια κληρονομική χρόνια εξελικτική πάθηση των σκελετικών μυών και των ενδοκρινών αδένων, η οποία εμφανίζεται συνήθως σε ηλικία 20 μέχρι 30 ετών. Από την ασθένεια αυτή πέθανε το 1832 στ’ Ανάπλι σε ηλικία μόλις 39 ετών, ενώ φαινόταν πολύ μεγαλύτερος. H πόλη του Ypsilanti στο Michigan των ΗΠΑ είναι αφιερωμένη στο όνομά του (υπάρχει και σχετική προτομή-μνημείο).Στο Ναύπλιο είχε συνδεθεί συναισθηματικά με τη μεγάλη ηρωίδα του ’21, την όμορφη Μαντώ Μαυρογένους. Τα σπίτια τους ήταν αντικριστά. Μετά το θάνατο του Υψηλάντη, εκδιώχθηκε από το Ναύπλιο με διαταγή του Ι. Κωλέτη, επειδή συνδεόταν με το στρατηγό, και μετέβη στη Μύκονο, την ιδιαίτερή της πατρίδα, όπου και πέθανε το 1848 πολύ φτωχή.
Παλαιών Πατρών Γερμανός
Ιεράρχης και πρωταγωνιστής της Ελληνικής Επανάστασης. Ονομαζόταν Γεώργιος Γκόζιας και γεννήθηκε στη Δημητσάνα στις 25 Μαρτίου 1771, τη Μεγάλη Παρασκευή. Ήταν η δύσκολη εποχή των Ορλωφικών, που σημαδεύτηκε από τις θηριωδίες των Αλβανών στην Πελοπόννησο. Είχε τη τύχη να φοιτήσει στη Σχολή της Δημητσάνας κοντά στον προικισμένο δάσκαλο Αγάπιο Παπαδόπουλο ή Παπαντωνόπουλο, ο οποίος τη διεύθυνε με επιτυχία επί 32 χρόνια, αναμορφώνοντάς την και δίνοντάς της αίγλη και φήμη.Στη συνέχεια έγινε γραμματέας του μητροπολίτη Αργολίδας Ιάκωβου Πετράκη, οπότε και χειροτονίθηκε ως διάκονος και πήρε το όνομα Γερμανός. Αργότερα μετέβη στην Κωνσταντινούπολη όπου παρακολούθησε ανώτερα μαθήματα στην περίφημη Πατριαρχική Σχολή Κουρούτσεσμε. Το 1804, ο Γερμανός συμμετείχε σε μια ομάδα κληρικών με ανώτερη μόρφωση, μέλών της Πατριαρχικής Σχολής Κουρούτσεσμε, η οποία επιμελήθηκε και εξέδωσε ελληνικό λεξικό, το οποίο αργότερα χαρακτηρίστηκε ως "Κιβωτός της Ελληνικής Γλώσσης". Επικεφαλής της ομάδας ήταν ο μητροπολίτης Κυζίκου Ιωακείμ, από τους αρχαιότερους δασκάλους της Πατριαρχικής Σχολής, μέλος της Πατριαρχικής Συνόδου και ο μεγάλος γνώστης και μελετητής της Ελληνικής Γραμματείας. Ο Γερμανός ανέπτυξε στενές σχέσεις με τον Ιωακείμ, ο οποίος τον περιέλαβε με την εμπιστοσύμη του και την αγάπη του και αργότερα έμελε να τον στηρίξει έμπρακτα.Αργότερα, το λείψανό του Γερμανού μεταφέρθηκε στη γενέτειρά του Δημητσάνα και τοποθετήθηκε σε ορειχάλκινη λάρνακα. Από τότε φυλάσσεται στη μεγάλη αίθουσα της Δημόσιας Βιβλιοθήκης της Σχολής της Δημητσάνας. Αργότερα, το 1930, οι Δημητσανίτες έστησαν προς τιμή του επιβλητικό μνημείο στη γενέτειρά του. Στη θέση Καλλιθέα, στην είσοδο της Δημητσάνας από τη Στεμνίτσα, σε μαρμάρινο βάθρο στήθηκε ο χάλκινος ανδριάντας του, έργο του Ιταλού γλύπτη Caparelo. Στη βάση του τοποθετήθηκαν συμβολικά δυο μαρμάρινα αγάλματα, το ένα με τη μορφή της θλιμμένης Ελλάδας και το άλλο του Έλληνα αγωνιστή.
Νικηταράς ο Τουρκοφάγος
Ο Νικηταράς (Νικήτας Σταματελόπουλος) γεννήθηκε στην Αναστασίτσα Αρκαδίας το 1782, από τον Σταματέλο Τουρκολέκα και την Σοφία Καρούτσου, που ήταν αδερφή της γυναίκας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στο χωριό του πατέρα του, αλλά σε ηλικία ένδεκα χρόνων ακολούθησε τον πατέρα του, που ήταν κλέφτης. Στη συνέχεια εντάχθηκε ως "μπουλουξής" στο σώμα του περιώνυμου κλέφτη Ζαχαριά Μπαρμπιστιώτη, όπου διακρίθηκε για την ανδρεία του και τα σωματικά του χαρίσματα.Το 1805 με τον διωγμό των κλεφταρματολών της Πελοποννήσου πήγε στην Ζάκυνθο, εντάχθηκε στα Ρώσικα τάγματα και πολέμησε στην Ιταλία κατά του Ναπολέοντος. Αργότερα επέστρεψε στα Επτάνησα και υπηρέτησε τους Γάλλους, οι οποίοι τα είχαν καταλάβει με την συνθήκη Τίλσιτ. Στις 18 Οκτωβρίου 1818, ενώ βρίσκονταν στην Καλαμάτα μυήθηκε στη Φιλική Εταιρία από τον Η. Χρυσοσπάθη. Για ένα διάστημα μαζί με τον Αναγνωσταρά και τον Δ. Πλαπούτα περιόδευε την Πελοπόννησο για τους σκοπούς της Εταιρίας. Στις 23 Μαρτίου μπήκε στην Καλαμάτα μαζί με άλλους στρατιωτικούς αρχηγούς. 'Υστερα από αυτό κατευθύνθηκε προς την Τριπολιστά και στις 12-13 Μαΐου πήρε μέρος στη μεγάλη μάχη του Βαλτετσίου Αρκαδίας, επικεφαλής 800 αγωνιστών. Αποφασιστική όμως ήταν η συμβολή του στη νίκη των Ελλήνων στα Δολιανά, όπου, ενώ κατευθυνόταν στον Ναύπλιο, με 150 μόλις αγωνιστές αντιμετώπισε πολλαπλάσιους (περί τους 6000) Τούρκους με επικεφαλή τον Κεχαγιάμπεη. Η φθορά που προκάλεσε στον εχθρό ήταν τόσο εντυπωσιακή ώστε από τότε ονομάστηκε Τουρκοφάγος και προήχθη σε στρατηγό. Λίγο αργότερα στάλθηκε από τον Κολοκοτρώνη να διευθύνει την πολιορκία του Ναυπλίου.
Δεν έμεινε όμως για πολύ έφυγε για την Ανατολική Στερεά, όπου οι επαναστάτες της Αθήνας τον εξέλεξαν αρχηγό τους. επειδή αυτό προκάλεσε την αντίδραση των Μαυρομιχαλαίων, πήγε στην Λιβαδειά και συνεργάστηκε με τον Ο. Ανδρούτσο στις επιχειρήσεις για την ανακατάληψη τις Λιβαδειάς. Επιστρέφοντας στην Πελοπόννησο, πήρε, υπό τις διαταγές του Κολοκοτρώνη, ενεργό μέρος στην πολιορκία της Τριπολιστάς και κατά την άλωση της πόλης ήταν από τους ελάχιστους αρχηγούς που αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στη διανομή των λαφύρων.Στις αρχές Δεκεμβρίου του 1821 συμμετείχε στην άτυχη έφοδο κατά του Ναυπλίου όπου κινδύνευσε να αιχμαλωτιστεί. Τον Απρίλιο του 1822, μαζί με 700 αγωνιστές, πήγε πάλι στην Ανατολική Στερεά και πολέμησε μαζί με τον Ανδρούτσο στη Στυλίδα και την Αγία Μαρίνα. Κατά την εκστρατεία του Δράμαλη συνέβαλε αποφασιστικά στην απόκρουση των Τούρκων στα Μεγάλα Δερβένια, όπου διασκόρπισε την φρουρά που είχε εγκατασταθεί εκεί, άλλα κυρίως στον 'Αγιο Σώστη στις 26 Ιουλίου 1822, όπου οι Τούρκοι έπαθαν μεγάλες καταστροφές. Σημαντική επίσης ήταν η συμβολή του στη μάχη στο Αγιονόρι, δύο ημέρες αργότερα, κατά οι Τούρκοι είχαν πάνω από 600 νεκρούς. Η ανιδιοτέλεια του καταδείχθηκε όταν , όταν από το πλίθος των λαφύρων, πείστηκε να δεχθεί ένα πολύτιμο σπαθί, το οποίο ώμος πρόσφερε αργότερα σε ένα έρανο που από την προσωρινή κυβέρνηση για τον ανεφοδιασμό του Μεσολογγίου.
Το καλοκαίρι του 1823 επέστρεψε την Πελοπόννησο. Κατά τις εμφύλιες διαμάχες που ακολούθησαν στάθηκε στο πλευρό του Θ. Κολοκοτρώνη και έγινε αντίπαλος της κυβέρνησης Κουντουριώτη. Ωστόσο απέφευγε να παίρνει μέρος στις μάχες και προσπαθούσε πάντα να επιτύχει συμβιβασμό. Μετά την οριστική επικράτηση των κυβερνητικών κατέφυγε στο Μεσολόγγι, όπου πέρασε στην υπηρεσία του Δ. Μακρή. Κλείστηκε στην πολιορκημένη πόλη και πολέμησε κατά του Κιουταχή στη δεύτερη πολιορκία.
Μετά την εισβολή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο, δόθηκε αμνηστία. Τότε επέστρεψε στην Πελοπόννησο. Επικεφαλής στρατιωτικού σώματος πήρε μέρος σε πολλές μάχες κατά των Αιγυπτίων, ενώ παράλληλα αρνήθηκε να υπογράψει το "Ψήφισμα της Υποτέλειας" με το οποίο αναγνωριζόταν ως μοναδική "προστάτιδα" δύναμη της Ελλάδας η Μεγάλη Βρετανία. Το 1826, με 800 αγωνιστές, ακολούθησε τον Γ. Καραϊσκάκη στην εκστρατεία του στην Ανατολική Στερεά. Πήρε μέρος στη μεγάλη νίκη των Ελλήνων στην Αράχοβα (Νοέμβριος 1826). Αρρώστησε όμως σοβαρά από πλευρίτιδα και αναγκάστηκε να επιστρέψει στο Ναύπλιο. Μόλις ανάρρωσε, συνέχισε τον αγώνα κατά του Ιμπραήμ υπό τον Κολοκοτρώνη. Κατά την Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας είχε διοριστεί αρχηγός της φρουράς. Στη συνέχεια όμως πήγε πάλι στην αττική και συμμετείχε στην εκστρατεία κατά του Κιουταχή υπό τον Καραϊσκάκη και την πανωλεθρία των Ελλήνων στο Φάληρο (24.4.1827) γύρισε στην Πελοπόννησο και αντιμετώπισε τον Ιμπραήμ στην Μεσσηνία.Επί Καποδίστρια υπήρξε από τους στενότερους συνεργάτες του Κυβερνήτη και στην Δ΄ Εθνοσυνέλευση του 'Αργους το 1829 πήρε μέρος ως πληρεξούσιος του Λεονταριού. Πολιτικά ακολουθούσε την Ρωσόφιλη παράταξη και στο διάστημα της αντιπολίτευσης κατά του Καποδίστρια στάθηκε στο πλευρό του. Μετά την άφιξη του 'Όθωνος έζησε απομονωμένος. Όταν όμως εξερράγη αντικυβερνητικό κίνημα στη Μεσσηνία τον 'Αυγουστο του 1834 φυλακίστηκε για λίγο από την βαβαρική Αντιβασιλεία. Το 1839 τον εμφάνισαν σαν ως στρατιωτικό αρχηγό της "Φιλορθόδοξης Εταιρείας", της οποίας στόχοι ήταν η απελευθέρωση των υπόδουλων περιοχών και η στήριξη της ορθόδοξης πίστης. Δικάστηκε στις 11 Ιουλίου 1840, η ενοχή του όμως δεν αποδείχθηκε και αθωώθηκε.
Η αθωωτική απόφαση προκάλεσε την οργή της κυβέρνησης, η οποία τον κράτησε υπό περιορισμό στην Αίγινα. Τελικά αποφυλακίστηκε σχεδόν τυφλός και με κατεστραμμένη υγεία στις 18 Σεπτεμβρίου 1841. Αποτραβήχτηκε με την οικογένεια του στον Πειραιά, όπου έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Μετά την συνταγματική εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου 1847 διορίστηκε μέλος της Γερουσίας. Από εκεί είχε μία μικρή σύνταξη, που ήταν και ο μοναδικός πόρος της ζωής του. Από την γυναίκα του Αγγελίνα, κόρη του Ζαχαριά, απέκτησε έναν γιο, τον Γιάννη, που έγινε στρατιωτικός, καθώς και δύο κόρες: την Ρεγγίνα και άλλη μία που τρελάθηκε από την λύπη της όταν τον είδε σε κακή κατάσταση μετά την πολύμηνη φυλάκιση του στην 'Αιγινα.
Γρηγόριος Ε΄, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως
Ο Γρηγόριος Ε΄ γεννήθηκε το 1746 στη Δημητσάνα. Το κατά κόσμον όνομά του ήταν Γεώργιος Αγγελόπουλος. Αρχικά , φοίτησε στο σχολείο της γενέτειράς του και στη συνέχεια στην Αθήνα . Από εκεί πήγε στην Σμύρνη κοντά στο θείο του όπου εργαζόταν ενώ φοιτούσε παράλληλα και στην Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης. Στη συνέχεια πήγε στην Πάτμο όπου έγινε μοναχός. Επέστρεψε στη Σμύρνη το 1775 και χειροτονήθηκε διάκονος.Το 1785 διαδέχτηκε στην Σμύρνη το Μητροπολίτη Προκόπιο, επειδή ο τελευταίος είχε εκλεγεί στο μεταξύ Πατριάρχης Κωνταντινούπολης. Όσο ήταν στη Σμύρνη τον εσυνέβησαν τα γεγονότα της πατρίδας του που διαδέχτηκαν την αποτυχία του Ολώφ του 1770 καθώς και η φοβερή σφαγή της Σμύρνης (γνωστή σαν “ρεμπελιό της Σμύρνης”) του 1797. Τον ίδιο χρόνο εκλέχτηκε Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης.
Από τη στιγμή που ανέβηκε στον πατριαρχικό θρόνο ενδιαφέρθηκε για την Παιδεία του Γένους ιδρύοντας σχολεία και τυπογραφεία, και φροντίζοντας για την έκδοση βιβλίων. Πατριάρχευσε τρεις φορές 19 Απριλίου 1797, 17 Δεκεμβρίου 1818 και 10 Απριλίου 1821, ημέρα του μαρτυρικού του θανάτου.Το 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Όμως στις 23 Μαρτίου 1821 αναγκάστηκε να αφορίσει τον Αλέξανδρο Υψηλάντη και το Μιχαήλ Σούτσο, που οργάνωσαν την Επανάσταση στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, για να σώσει το ελληνικό στοιχείο της Πόλης από την εκδικητική μανία των Τούρκων. Μετά την έκρηξη της επανάστασης στην Πελοπόννησο ο Σουλτάνος εξαπόλυσε μεγάλο διωγμό κατά των Ελλήνων. Δεκάδες σπουδαίοι εκπρόσωποι του γένους εδιώχθηκαν, κρεμάστηκαν ή αποκεφαλίστηκαν.
Αναμεσά τους συνελήφθη και ο ίδιος ο πατριάρχης, ο οποίος κακοποίηθηκε και στη συνέχεια απαγχονίστηκε ανήμερα του Πάσχα, στις 10 Απριλίου του 1821, στη μεσαία εξωτερική πύλη του Πατριαρχείου. Μετά τρεις μέρες οι Τούρκοι παρέδωσαν το λείψανό του στους Εβραίους που το έσερναν στους δρόμους του Φαναριού και στο τέλος το έριξαν στη θάλασσα. Μετά από μέρες το περιμάζεψε ο πλοίαρχος Ι. Σκλάβος, ο οποίος το μετέφερε στην Οδησσό, όπου και θάφτηκε με μεγάλες τιμές. Ο Γρηγόριος ανακηρύχθηκε άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα
Η Καπετάνισσα Μπουμπουλίνα ξέφευγε από τα γυναικεία πρότυπα της εποχής της. Μεγαλωμένη στη θάλασσα, από νωρίς εκδήλωσε την αγάπη της για τα πλοία και τα ταξίδια. Η μυθιστορηματική ζωή της, από τη γέννηση της ακόμη, ήταν γεμάτη περιπέτειες που σφυρηλάτησαν το χαρακτήρα της, ένα χαρακτήρα ανεξάρτητο, δυναμικό, αγωνιστικό. Καπετάνισσα, λοιπόν, όχι μόνο στα πλοία, αλλά και στην ίδια της τη ζωή. Γεννήθηκε ορφανή από πατέρα, έμεινε δύο φορές χήρα και με μεγάλη περιουσία την οποία διαχειρίστηκε με πολλή ευστροφία και κατάφερε να την αυξήσει. Γεύτηκε συχνά το φθόνο των συμπατριωτών της και γι’ αυτό αντιμετώπισε πολλές δυσκολίες, τις οποίες πάντα ξεπερνούσε.Σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες προφορικές μαρτυρίες, το 1819 στην Κωνσταντινούπολη μυήθηκε στη Φιλική Εταιρία.
Το Σεπτέμβριο του 1821 βρέθηκε στο στρατόπεδο του Κολοκοτρώνη στην Τρίπολη και μπήκε από τους πρώτους στην πόλη. Η εκεί συμπεριφορά της προξένησε σχόλια για αρπαγή κοσμημάτων από τις γυναίκες του χαρεμιού με υπόσχεση την ασφάλεια της ζωής τους.
Ο πρωταγωνιστικός της ρόλος δεν την άφησε αμέτοχη στις εμφύλιες διαμάχες, κατά τις οποίες υποστήριξε τους στρατιωτικούς και το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, με τον οποίο είχε συγγενέψει, μετά το γάμο της κόρης της Ελένης Μπούμπουλη με τον Πάνο Κολοκοτρώνη.
Η φιλοπατρία υπερισχύει όλων των άλλων συναισθημάτων της, δηλαδή της πικρίας της από τις έριδες των πολιτικών και την έκβαση του αγώνα.
Και ενώ κάνει πάλι προετοιμασίες, για να λάβει μέρος στο αγώνα εναντίον του Ιμπραήμ, έρχεται το αναπάντεχο τέλος της. Η ηλιοκαμένη κόρη της θάλασσας πέφτει νεκρή από σπετσιώτικο βόλι, στις 22 Μαΐου 1825,στο σπίτι του πρώτου της άνδρα, του Γιάννουζα. Αιτία; Μια λογομαχία της με άτομα από την οικογένεια της Κούτση Ευγενίας, αγαπημένης του γιου της Μπουμπουλίνας. Άδοξο και τραγικό λοιπόν το τέλος αυτής της γυναίκας που μέσα της ξεχείλιζε, πιο ισχυρή από όλα τα άλλα, η αγάπη της για την πατρίδα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)