Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ ΘΕΟΦΑΝΕΙΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ ΘΕΟΦΑΝΕΙΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2009

Έθιμα των Θεοφανείων

Φώτα και εικόνες

Μετά την ρίψη του σταυρού, ανήμερα των Φώτων, υπάρχει ένα έθιμο όπου οι Χριστιανοί παίρνουν τις εικόνες που έχουν στα σπίτια τους και τις πλένουν στα ποτάμια (στις λίμνες ή στη θάλασσα). Το όμορφο αυτό έθιμο ονομάζεται πλύσιμο των εικόνων.



Φώτα και περιστέρια
Σε μερικά μέρη της Ελλάδας, ανήμερα των Φώτων, αφήνουν τρία άσπρα περιστέρια ελεύθερα να πετάξουν μόλις ρίξουν το σταυρό, που συμβολίζουν την Αγία Τριάδα (τρία περιστέρια), και το Άγιο Πνεύμα που φανερώθηκε "εν είδη περιστεράς" όταν ο Ιησούς βαφτιζόταν στον Ιορδάνη Ποταμό.


Φώτα και σταυρός

Ανήμερα των Φώτων, μετά την λειτουργία των Μεγάλων Ωρών, γίνεται η Κατάδυση του Σταυρού στη θάλασσα, (ή λίμνη, ή ποτάμι). Ο ιερέας πετάει ένα σταυρό μέσα στο νερό, (συνήθως ο σταυρός είναι δεμένος πάνω σε σκοινί για να μη χαθεί), και πολλοί νέοι βουτούν για να πιάσουν τον σταυρό. Είναι εξαιρετική τιμή για όποιον βρει και πιάσει τον σταυρό.


Φώτα και φωτίτσα

Ένα έθιμο που επικρατεί μέχρι και σήμερα, είναι ότι ανήμερα των Φώτων σε κάθε σπίτι οι νοικοκυρές ζυμώνουν ψωμί το οποίο ονομάζεται φωτίτσα.




Ξεροτήγανα και Φώτα
,
Το γλύκισμα της ημέρας των Φώτων που ετοιμάζουν οι νοικοκυρές είναι τα ξεροτήγανα (τύπος λουκουμάδων). Κατά το έθιμο, τα παιδιά όχι μόνο τρώνε αλλά ρίχνουν και στη στέγη του σπιτιού ξεροτήγανα για να τα βρει ο Καλικάντζαρος να φάει και να φύγει.


Φώτα και ουράνια

Υπάρχει μια δοξασία του λαού μας που αναφέρει ότι το βράδυ της παραμονής των Φώτων στις 12 τα μεσάνυκτα, ανοίγουν τα ουράνια και πραγματοποιούνται όλες οι ευχές των ανθρώπων.
Βράδυ παραμονής Φώτων και προσευχή
Το βράδυ της παραμονής των Φώτων στρώνεται το νηστίσιμο τραπέζι, όπως την παραμονή της Πρωτοχρονιάς και την παραμονή των Χριστουγέννων. Στο τραπέζι κάθονται όλοι με τη σειρά από τον πιο μικρό της οικογένειας έως τον πιο μεγάλο. Ο πατέρας της οικογένειας έχει θυμίαμα πάνω σε ένα υνί και με αυτό θυμιατίζει το σπίτι για να φύγουν τα δαιμόνια. Ο μικρότερος της οικογένειας λέει την προσευχή και μετά όλοι κάθονται για το φαγητό στο τραπέζι.



Αγιασμός και στάχτη
Την παραμονή των Φώτων, αφού περάσει ο παπάς από το σπίτι και το αγιάσει, έρχεται η ώρα να μαζευτεί η στάχτη από την φωτιά που έκαιγε στο τζάκι το Δωδεκαήμερο, η φωτιά δηλαδή που ξεκίνησε με το Χριστόξυλο. Η στάχτη αυτή θα σκορπιστεί γύρω από το σπίτι, στους στάβλους, ακόμα και στα χωράφια, αφού πιστεύεται ότι διώχνει το κακό.

Παραμονή Φώτων και παπάς


Την Παραμονή των Φώτων, ο παπάς επισκέπτεται όλα τα σπίτια, με τον σταυρό και με αγιασμό μέσα στο σικλί, ένα χάλκινο συνήθως δοχείο, που κουβαλάει ο βοηθός του. Έπειτα αρχίζει να ραντίζει με το άγιασμα όλους τους χώρους του σπιτιού ή του καταστήματος, για να φύγουν τα δαιμόνια από το σπίτι.

Παραμονή των Φώτων και κάλαντα

Έπειτα τον εκκλησιασμό της παραμονής των Φώτων τα παιδιά θα ξεχυθούν στους δρόμους, πηγαίνοντας σε όλα τα σπίτια και τα καταστήματα, γνωστά και μη, για να ψάλλουν τα κάλαντα των Θεοφανείων.
Παραμονή των Φώτων και εκκλησιασμός
Το τριήμερο των φώτων ξεκινά με τον εκκλησιασμό των Χριστιανών το πρωί της παραμονής των Θεοφανίων. Στους ιερούς ναούς ψάλλετε η ακολουθία των Μεγάλων Ωρών και κατόπιν λαμβάνεται ο Μεγάλος Αγιασμός που την ημέρα αυτή τελείται μέσα στο ναό. Οι πιστοί αφού πάρουν τον αγιασμό και λάβουν το αντίδωρο θα γυρίσουν στα σπίτια τους.

Ο εορτασμός των Θεοφανείων


Η γιορτή των Θεοφανίων είναι μία από τις λαμπρότερες του έτους, καθώς γιορτάζεται στην αρχή της νέας χρονιάς. Τη μέρα αυτή ολοκληρώνεται το Δωδεκαήμερο.
Στα Θεοφάνεια ή Φώτα, που εορτάζονται στις 6 Ιανουαρίου, τιμούμε και θυμόμαστε την Βάπτιση του Ιησού Χριστού. Η λέξη Θεοφάνεια σημαίνει φανέρωση/αποκάλυψη του Θεού και αναφέρεται στην φανέρωση της Αγίας Τριάδας, που έγινε κατά τη Βάπτιση του Χριστού.
Η αρχαιότερη αναφορά στη γιορτή των Θεοφανείων που έχει διασωθεί είναι από τον Κλήμη Αλεξάνδρειας στις αρχές των μεταχριστιανικών χρόνων. Στην αρχαία Ελλάδα γιορτάζονται τα "Θεοφάνια" στην αρχή της άνοιξης, στους Δελφούς. Στην Πρωτοχριστιανική Εκκλησία και μέχρι τον 4ο αιώνα μ.Χ. οι Χριστιανοί γιόρταζαν την ίδια μέρα τα Χριστούγεννα και τα Θεοφάνεια, τιμώντας επίσης την ίδια μέρα την προσκύνηση του Χριστού από τους Ποιμένες και τους Τρεις Μάγους. Μετά τον 4ο αιώνα μ.Χ. καθιερώθηκε ξεχωριστή γιορτή για την γέννηση του Χριστού στις 25 Δεκεμβρίου, ενώ τα Θεοφάνεια εορτάζονταν στις 6 Ιανουαρίου.
Ο λαός ονομάζει τα Θεοφάνια και "φώτα ολόφωτα", "ξέφωτα", και "φωτόγεννα", επειδή τότε φωτίζεται ο κόσμος και αγιάζονται τα νερά. Στις εκκλησίες ψάλλεται το "Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου ...". Κατόπιν οι πιστοί παρακολουθούν τη ρίψη του σταυρού στη θάλασσα, στον ποταμό ή σε δεξαμενή, όταν δεν βρίσκονται κοντά σε παραθαλάσσιο ή παραποτάμιο μέρος. Έπειτα οι κολυμβητές πέφτουν στα νερά για να πιάσουν τον σταυρό, τον οποίο παλαιότερα περιέφεραν στα σπίτια.
Λίγο καιρό πριν ξεκινήσει ο Ιησούς Χριστός τη διδασκαλία του, ο Ιωάννης ο Πρόδρομος εγκαταλείπει την έρημο και εγκαθίσταται στις όχθες του Ιορδάνη Ποταμού. Εκεί συνεχίζει το κήρυγμα για την έλευση του Σωτήρα, καλεί τους ανθρώπους προς μετάνοια και συγχρόνως βαφτίζει πολλούς από αυτούς που έρχονταν να τον ακούσουν. Στον Ιορδάνη πήγε και τον συνάντησε ο Χριστός και τότε είπε ο Ιωάννης ο Βαπτιστής «Ιδέ ο αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου». Ο Ιησούς Χριστός ζήτησε από τον Ιωάννη να Τον βαφτίσει, αλλά εκείνος, γνωρίζοντας ποιον είχε απέναντί του, αρνήθηκε λέγοντας ότι ο ίδιος έχει ανάγκη να τον βαφτίσει ο Ιησούς Χριστός και ότι δεν τολμά αυτόν να Τον βαφτίσει. Τότε, ο Ιησούς Χριστός του λέει ότι έτσι πρέπει να γίνει για να εκπληρώσει κάθε εντολή του Θεού για τη σωτηρία του ανθρώπου.
Έτσι, ο Ιωάννης ο Πρόδρομος βάφτισε τον Ιησού Χριστό στα νερά του Ιορδάνη Ποταμού. Όσους βάφτιζε ο Ιωάννης ο Πρόδρομος στα νερά του Ιορδάνη, τους έβαζε όσο βρισκόντουσαν μέσα στο νερό να εξομολογούνται τις αμαρτίες τους. Ο Ευαγγελιστής Ματθαίος γράφει ότι ο Ιησούς Χριστός, όταν βαφτίστηκε, βγήκε αμέσως από το νερό του Ιορδάνη, για να μας θυμίσει ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο μόνος αναμάρτητος και, σε αντίθεση με τους άλλους που βάφτιζε ο Ιωάννης ο Πρόδρομος, ο Χριστός δεν είχε καμία αμαρτία να εξομολογηθεί και έτσι βγήκε κατευθείαν.
Άνοιξαν οι ουρανοί και κατέβηκε το Άγιο Πνεύμα με μορφή περιστεράς και ακούστηκε φωνή από τους ουρανούς να λέει «Αυτός είναι ο Υιός μου ο αγαπητός» με τον οποίο θα πραγματοποιηθεί η σωτηρία των ανθρώπων. Και έτσι ο Πατήρ δίνει μαρτυρία για τον Υιό του.
Φανερώνονται, λοιπόν, τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος και με την εμφάνιση του Αγίου Πνεύματος πάνω από τον Ιησού δεν αφήνονται περιθώρια σε κάποιον από τους παρευρισκόμενους να θεωρήσει λανθασμένα ότι ο Μεσσίας είναι ο Ιωάννης ο Πρόδρομος και όχι ο Ιησούς Χριστός.
Ακόμα, ο Άγιος Δαμασκηνός αναφέρει ότι το Άγιο Πνεύμα εμφανίστηκε με μορφή περιστεράς επειδή όπως ένα περιστέρι είχε δείξει στον Νώε το τέλος του κατακλυσμού, έτσι τώρα με τη Βάπτιση του Χριστού και την εμφάνιση του Αγίου Πνεύματος «εν είδει Περιστεράς» μπαίνει τέλος στον κατακλυσμό των αμαρτιών.
Για τα Φώτα ο λαός πιστεύει πως είναι ο καιρός, η γιορτή που φεύγουν οι καλικάντζαροι γιατί φοβούνται την αγιαστούρα του παπά. Ο τρόμος τους αρχίζει από την παραμονή των Φώτων που γίνεται ο μικρός αγιασμός των παπάδων. Γι αυτό και το έθιμο του λαού λέει:
Στις πέντε του Γενάρη
Φεύγουν οι καλικαντζάροι
Αλλά ο μεγάλος τους τρόμος είναι τα Φώτα. Εκείνα τους αποδιώχνουν ολότελα.
Φεύγουν τότε λέγοντας:
Φεύγετε να φεύγουμε
κι έφτασε ο τουρλόπαπας
με την αγιαστούρα του
και με τη βρεχτούρα του

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2009

Καλικάντζαροι και ονομασία

Ο καθένας από τους καλικάντζαρους έχει και κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που τον κάνει να ξεχωρίζει . Από αυτό το χαρακτηριστικό ο λαός μας τους έδωσε και τα ονόματά τους . Είναι ως επί το πλείστον λέξεις σύνθετες και αστείες .
ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΜΑΛΑΓΑΝΑΣ






Ο Μαλαγάνας θέλει πολύ προσοχή γιατί ξεγελάει τα παιδιά με γλυκόλογα και έτσι καταφέρνει να τους παίρνει τα γλυκά .


ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΤΡΙΚΛΟΠΟΔΗΣ

Ο Τρικλοπόδης έχει χταποδίσιο χέρι που το χώνει παντού και σκουντουφλάνε πάνω του οι άνθρωποι . Του αρέσει πολύ να μπερδεύει τις κλωστές από το πλεχτό της γιαγιάς .







ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΠΛΑΝΗΤΑΡΟΣ

Ο Πλανήταρος πλανεύει τους ανθρώπους γιατί μπορεί να μεταμορφώνεται σε ζώο ή σε κουβάρι .








ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΜΑΛΑΠΕΡΔΑΣ
Του Μαλαπέρδα του αρέσει να κατουράει και στα φαγητά την ώρα που μαγειρεύονται . Γι’ αυτό όσες νοικοκυρές τον ξέρουν φροντίζουν να κλείνουν καλά το καπάκι της κατσαρόλας τους.








ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΜΑΓΑΡΑΣ
Ο Μαγάρας έχει μια κοιλιά σαν τούμπανο και αφήνει βρομερά αέρια πάνω στα φαγητά των ανθρώπων .









ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΒΑΤΡΑΚΟΥΚΟΣ

Ο Βατρακούκος είναι θεόρατος και ολόιδιος βάτραχος .









ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΚΑΤΑΧΑΝΑΣ - ΠΕΡΙΔΡΟΜΟΣ

Ο Καταχανάς τρώει διαρκώς και τα πάντα . Ρεύεται και βρομάει απαίσια .
Ο Περίδρομος είναι ο άλλος φαταούλας της παρέας .


ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΚΟΥΛΟΧΕΡΗΣ

Ο Κουλοχέρης είναι σαραβαλιασμένος , μ’ ένα χέρι κοντό κι ένα μακρύ , κι όλο μπερδεύεται και πέφτει κάτω.








ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΠΑΡΩΡΙΤΗΣ

Ο Παρωρίτης έχει μύτη σαν προβοσκίδα και πολύ μαλακή . Εμφανίζεται λίγη ώρα πριν λαλήσει ο πετεινός , αξημέρωτα , κι έχει μανία να παίρνει τις φωνές των ανθρώπων .







ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΓΟΥΡΛΟΣ

Ο Γουρλός έχει τα μάτια του τεράστια σαν αυγά και πεταμένα έξω . Φυσικά δεν του ξεφεύγει τίποτα .







ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΚΟΨΟΜΕΣΙΤΗΣ

Ο Κοψομεσίτης είναι κουτσός κα καμπούρης και πιο πολύ απ’ όλους τους άλλους καλικάντζαρους του αρέσουν οι τηγανίτες με το μέλι .







ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΣΤΑΒΟΛΑΙΜΗΣ
Το χαρακτηριστικό του Στραβολαίμη είναι ότι στριφογυρνάει διαρκώς σα σβούρα το κεφάλι του .




ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΚΟΨΑΧΕΙΛΗΣ

Του Κοψαχείλη τα δόντια είναι τεράστια και κρέμονται έξω από τα χείλη του . Του αρέσει να κοροϊδεύει τους παπάδες και γι αυτό φορά συνήθως ένα ψεύτικο καλυμμαύκι .




ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΚΩΛΟΒΕΛΟΝΗΣ

Ο Κωλοβελόνης είναι μακρύς σαν μακαρόνι κι έτσι μπορεί εύκολα να περνάει από τις κλειδαρότρυπες κι από τις τρύπες του κόσκινου . Είναι ιδιαίτερα σβέλτος και γρήγορος στις κινήσεις του . Λένε πως ίσως ο Κωλοβελόνης να έχει ουρά που καταλήγει σε βέλος .



ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΜΑΝΤΡΑΚΟΥΚΟΣ

Μαντρακούκος ή Πρώτος ή Κουτσός .
Αυτός ο αρχικαλικάντζαρος την ημέρα κρύβεται στις μάντρες και τη νύχτα βγαίνει και πειράζει τις γυναίκες που περπατούν στο δρόμο . Είναι κοντόχοντρος , τραγοπόδαρος , καραφλός , ασχημομούρης , πιο πολύ απ’ τους άλλους και πολύ επικίνδυνος .




ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΠΑΓΑΝΟΣ

Παγανός ή Πρώτος ή Μεγάλος .
Η αφεντιά του είναι κουτσός . Λένε μάλιστα πως τον κούτσανε μια κλωτσιά από το γαϊδούρι της Μάρως , μιας χωριατοπούλας που την κυνηγούσε κάποτε ο Παγανός για να την κάνει γυναίκα του , αλλά αυτή κρύφτηκε στα σακιά με το αλεύρι που είχε φορτωμένα στο γαϊδούρι της και κατάφερε να του ξεφύγει . Ο Παγανός έτρεξε μανιασμένος κοντά στο γαϊδούρι και την έψαχνε . Το ζωντανό τότε τρόμαξε τόσο πολύ που άρχισε να κλωτσάει . Μια δυνατή φαίνεται πως έφαγε ο Παγανός και σακατεύτηκε . Ο Παγανός λατρεύει τη στάχτη και γι’ αυτό τρυπώνει από τις καμινάδες . Φοβάται όμως πιο πολύ απ’ όλους τους Καλικάντζαρους τη φωτιά και γι’ αυτό οι νοικοκύρηδες φροντίζουν να μη σβήσει κατά τη διάρκεια του δωδεκαήμερου . Ρίχνουν μάλιστα και αλάτι που κάνει θόρυβο όταν πέσει στη φωτιά , για να τον τρομάξουν ακόμα περισσότερο.


ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΔΑΡΟΣ

Κατσικοπόδαρος ή Κατσιποδιάρης ή Μέγας Καλικάντζαρος .
Η μεγαλειότητά του είναι φαλακρός και κασιδιάρης κι έχει ένα κατσικίσιο ποδάρι . Είναι κακορίζικος , ελεεινός και γρουσούζης. Όπου βάλει το κατσικίσιο του ποδάρι φέρνει καταστροφή .





ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΙ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ
Λένε πως η αρχή των μύθων που είναι σχετικοί με τους καλικάντζαρους βρίσκεται στα πολύ παλιά χρόνια. Οι Αρχαίοι πίστευαν πως οι ψυχές σαν έβρισκαν την πόρτα του Άδη ανοιχτή, ανέβαιναν στον απάνω κόσμο και τριγύριζαν παντού χωρίς έλεγχο και περιορισμούς.
Οι Βυζαντινοί, γιόρταζαν το Δωδεκαήμερο με μουσικές, τραγούδια και μασκαρέματα. Οι άνθρωποι, έχοντας κρυμμένα τα πρόσωπά τους, έκαναν με πολύ θάρρος και χωρίς ντροπή ό,τι ήθελαν. Πείραζαν τους ανθρώπους στους δρόμους, έμπαιναν απρόσκλητοι σε ξένα σπίτια κι αναστάτωναν τους νοικοκύρηδες: ζητούσαν λουκάνικα και γλυκά για να γλιτώσουν απ' αυτούς έκλειναν πόρτες και παράθυρα. Οι μασκαρεμένοι όμως έβρισκαν πάντα κάποιους τρόπους να εισβάλλουν στα ξένα σπίτια, ακόμα κι από τις καμινάδες. Κι όλα αυτά για δώδεκα μέρες, ως την παραμονή των Φώτων, οπότε με το Μεγάλο Αγιασμό όλα σταματούσαν κι οι άνθρωποι ησύχαζαν.
Με το πέρασμα του χρόνου όλα αυτά τα παράξενα φερσίματα, τα μασκαρέματα και οι φόβοι των ανθρώπων έμειναν ζωντανά στη μνήμη του λαού μας κι η πλούσια φαντασία του γέννησε σιγά σιγά τα μικρά, αλαφροΐσκιωτα πλάσματα που τα ονόμασε καλικάντζαρους ή παγανά ή καλιοντζήδες ή τσιλικρωτά...

Καλικάντζαροι

ΙΣΤΟΡΙΕΣ - ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ

Οι καλικάντζαροι είναι μια παλιά παράδοση στην πατρίδα μας. Και σε κάθε τόπο, και πιο πολύ στα χωριά, υπάρχουν χίλιοι θρύλοι και έθιμα γύρο από αυτούς. Εμφανίζονται κάθε Χριστούγεννα. Μερικοί λένε ότι είναι πνεύματα, άλλα καλά και άλλα κακά. Άλλοι πάλι πιστεύουν ότι είναι παράξενα όντα, μαλλιαρά και ότι τρυπώνουν στα σπίτια από τις καμινάδες. Τις νύκτες πηγαίνουν και κλέβουν τα φαγητά που βρίσκουν και πιο πολύ τα σύκα γιατί τους αρέσουν πολύ. Όταν τελειώσουν το φαγητό τους αρχίζουν να χορεύουν.
Όλοι οι χωρικοί, όταν πλησιάζει βράδυ, φοβούνται να ξεμυτίσουν από το σπίτι τους, προπάντων τα μικρά παιδιά, ως ότου έρθει η γιορτή των Φώτων, που ρίχνουν το σταυρό και οι καλικάντζαροι εξαφανίζονται. Τότε πάνε και ζούνε κάτω από τη γη. Και εμφανίζονται πάλι τα άλλα Χριστούγεννα.
Σε πολλά χωριά ρίχνουνε αναμμένα κάρβουνα στα πηγάδια, για να μην μαγαρίσουν οι καλικάντζαροι.Δεν μπορώ να σας εξηγήσω καλύτερα, τι είναι ένας Καλικάντζαρος. Νομίζω πως μπόρεσα να σας δώσω να καταλάβετε περίπου τι είναι.
Σε άλλους είναι συμπαθητικοί και σε άλλους αντιπαθητικοί. Θα ήθελα πολύ να έβλεπα ένα Καλικάντζαρο, αλλά νομίζω πως δεν θα το κατορθώσω. Απλούστατα : γιατί δεν υπάρχουνΟι καλικάντζαροι είναι μαυριδεροί, τριχωτοί, με ουρά και μακριά χέρια. Ζουν στα έγκατα της γης και με ένα μεγάλο πριόνι αγωνίζονται να κόψουν τον τεράστιο ξύλινο στύλο που κρατά στη θέση της τη γη. Ο στύλος όμως είναι πολύ χοντρός και γι αυτό χρειάζεται μεγάλη και μακρόχρονη προσπάθεια.Τις παραμονές των Χριστουγέννων τα έχουν σχεδόν καταφέρει και το στήριγμα της γης είναι έτοιμο να κοπεί και να πέσει. Χαρούμενοι που τα κατάφεραν επιτέλους, οι καλικάντζαροι βγαίνουν επάνω τη γη για να πειράξουν τους ανθρώπους και για να μην σωριαστεί η γη στα κεφάλια τους.Οι καλικάντζαροι είναι χιλιάδες και ξετρυπώνουν στην επιφάνειά της από κάθε τρύπα. Φοβούνται πολύ το φως και γι' αυτό τη μέρα κρύβονται. Βγαίνουν όμως από τους κρυψώνες τους τη νύχτα και πειράζουν τους ανθρώπους. Μικρά και ευκίνητα, καθώς είναι, μπαίνουν στα σπίτια απ' όπου βρουν. Από τις καμινάδες, τις κλειδαρότρυπες, τις χαραμάδες των πορτών και των παραθυριών.
Τους αρέσει να πλατσουρίζουν μέσα στα δοχεία που έχουν οι νοικοκυρές το λάδι, στα τηγάνια, στα τσουκάλια, στα πιάτα. Λερώνουν τα φαγητά με τα ακάθαρτα νύχια τους και αφήνουν τις ακαθαρσίες τους όπου βρουν. Τίποτε βέβαια δεν κλέβουν, αλλά αναστατώνουν τόσο πολύ το σπίτι που το κάνουν αγνώριστο.
Η ονομασία Καλικάντζαροι προέρχεται από το επίθετο «καλός» και από το «κάνθαρος». Η αρχή των μύθων που είναι σχετικοί με τους καλικάντζαρους βρίσκεται στην αρχαιότητα.
Οι Αρχαίοι πίστευαν πως οι ψυχές σαν έβρισκαν την πόρτα του ‘Aδη ανοιχτή, ανέβαιναν στον απάνω κόσμο και τριγύριζαν παντού χωρίς έλεγχο και περιορισμούς.
Πολύ αργότερα οι Βυζαντινοί, γιόρταζαν το Δωδεκαήμερο με μουσικές, τραγούδια και μασκαρέματα. Οι άνθρωποι, έχοντας κρυμμένα τα πρόσωπά τους, έκαναν με πολύ θάρρος και χωρίς ντροπή ό,τι ήθελαν. Πείραζαν τους ανθρώπους στους δρόμους, έμπαιναν απρόσκλητοι σε ξένα σπίτια κι αναστάτωναν τους νοικοκύρηδες: ζητούσαν λουκάνικα και γλυκά για να γλιτώσουν απ' αυτούς έκλειναν πόρτες και παράθυρα. Οι μασκαρεμένοι όμως έβρισκαν πάντα κάποιους τρόπους να εισβάλλουν στα ξένα σπίτια, ακόμα κι από τις καμινάδες. Κι όλα αυτά για δώδεκα μέρες, ως την παραμονή των Φώτων, οπότε με το Μεγάλο Αγιασμό όλα σταματούσαν κι οι άνθρωποι ησύχαζαν.

Ετσι και σήμερα, οι καλικάντζαροι εξαφανίζονται τα Φώτα με τον αγιασμό των νερών. Φεύγουν τότε λέγοντας: «Φεύγετε να φεύγουμε κι έφτασε ο τουρλόπαπας με την αγιαστούρα του και με τη βρεχτούρα του...»
Τα «αβάφτιστα» νερά και οι καλικάντζαροι

Επειδή από τα Χριστούγεννα μέχρι τα Φώτα ο Χριστός είναι ακόμη αβάφτιστος, είναι και «τα νερά αβάφτιστα». Έτσι βρίσκουν ευκαιρία οι καλικάντζαροι ν' αλωνίζουν τον κόσμο. Ας δούμε όμως πρώτα πώς τους φαντάζεται και τι πιστεύει γι' αυτούς ο ελληνικός λαός. Οργιάζει κυριολεκτικά η λαϊκή φαντασία σχετικά με την εμφάνισή τους: «είναι σαν τους ανθρώπους, όμως μαύροι κι άσκημοι και πολύ ψηλοί και φορούν σιδεροπάπουτσα», πιστεύουν μερικοί. Για άλλους είναι «μαυριδεροί με κόκκινα μάτια, τράγινα πόδια, με χέρια σαν της μαϊμούς και με τριχωτό όλο το σώμα». Άλλοι πάλι τους θέλουν «κουτσούς, στραβούς, μονόμματους, μονοπόδαρους και πολύ κουτούς... Η θροφή τους είναι σκουλήκια, βαθράκια, φίδια κ.ά. Μπαίνουν στα σπίτια απ' την καπνοδόχο και κατουρούν τη φωτιά, καβαλικεύουν στους ώμους τους διαβάτες, τους πιάνουν στο χορό».
Τα ονόματά τους
Τα ονόματα που τους έχουν δώσει είναι ποικίλα, ανάλογα με τον τόπο: λυκοκάντζαροι, καρκαντζόλοι, καψιούρηδες, καλιοντζήδες, μνημοράτοι, (π)αρωρίτες, κολοβελόνηδες, πλανητάροι, τσιλικρωτά, παγανά, είναι μερικά απ' αυτά.
Το δέντρο της γης
Όλο το χρόνο οι καλικάντζαροι ζουν κάτω απ' τη γη και προσπαθούν να κόψουν το δέντρο που τη βαστάει, είτε πελεκώντας το με τσεκούρια είτε ροκανίζοντάς το με τα μακριά και σουβλερά τους δόντια. Μα εκεί που λίγο θέλει να πέσει το δέντρο, να γκρεμιστεί μαζί του κι η γη, να σου και φτάνουν τα Χριστούγεννα. Τότε οι καλικάντζαροι ξεχύνονται στον Απάνω Κόσμο μέχρι τα Φώτα. Όταν ξαναγυρίζουν στα σπλάχνα της γης, βρίσκουν το δέντρο ακέραιο πάλι και ξαναρχίζουν το ροκάνισμα μέχρι τα επόμενα Χριστούγεννα.
Τα καμώματα των καλικαντζάρων

Και τι δεν κάνουν οι καλικάντζαροι, σαν ξεπροβάλουν ένας ένας απ' τις τρύπες τους πάνω στη γη• έτσι και νυχτώσει, αρχίζουν να τριγυρίζουν στην εξοχή και στους μύλους, κατεβαίνουν στο χωριό μήπως και μπουν στα σπίτια. Αλίμονο σ'όποιον συναντήσουν νυχτιάτικα! Δεν τον αφήνουν σε χλωρό κλαρί, που λέμε. Τον τραβολογούν, τον πειράζουν, καβαλικεύουν στους ώμους του, χορεύουν ολόγυρά του κι άλλα πολλά. Μανία τους να πειράζουν προπάντων τις κακόμοιρες τις γριές. Στα σπίτια μπαίνουν απ' την καπνοδόχο και σαν πατήσουν το πόδι τους, αρχίζουν ν' ανακατεύουν και να μπερδεύουν ό,τι βρουν μπροστά τους, μα το πιο πολύ που θέλουν είναι να μαγαρίσουν τα φαγητά των ανθρώπων.
Πώς να τους διώξεις

Ωστόσο κανένα κακό δε στάθηκε στον κόσμο, που ο άνθρωπος να μην προσπάθησε να βρει την γιατρειά του. Έτσι και δώ. Η καλή νοικοκυρά θα συμμαζέψει πρώτα μέσα στο σπίτι ό,τι αγγεία βρίσκονται έξω. Θα βάλει στο άνοιγμα της καπνοδόχου ή πίσω από την πόρτα του σπιτιού ένα κόσκινο. Ο καλικάντζαρος και περίεργος είναι και «μπιτ για μπιτ κουτός». Μόλις το δει, στέκεται κι αρχίζει να μετράει τις τρύπες του• ένα δύο! Ένα δύο! Ένα δύο! Παρακάτω δεν ξέρει να μετρήσει, γιατί μπερδεύεται ή δεν τολμάει να πει το «τρία». Έτσι χάνει την ώρα του, γιατί έχει πια ξημερώσει και σαν λαλήσει ο πρώτος πετεινός πρέπει να εξαφανιστεί. Δεν είναι ο μόνος τρόπος το κόσκινο• μπορούν να κρεμάσουν το κατωσάγωνο ενός χοίρου στην καπνοδόχο, να κάψουν αλάτι ή ένα παλιοπάπουτσο στη φωτιά κι ο καπνός κι οι κρότοι απ' το αλάτι θα διώξουν μακριά τους καλικάντζαρους. Άλλοι δένουν στο χερούλι της πόρτας ένα σκουλί (τούφα) λινάρι. Ώσπου να μετρήσει ο καλικάντζαρος τις ίνες του λιναριού, έφτασε το ξημέρωμα κι όπου φύγει φύγει.Τους πιάνουν και με το καλό προσφέροντάς τους γλυκά και τηγανίτες, που τα πετάνε στην καπνοδόχο. Στην Κύπρο τους ρίχνουν ξεροτήγανα την τελευταία μέρα του Δωδεκάμερου.
Ο φόβος τους για τη φωτιά
Όμως εκείνο που τρέμουν και φοβούνται περισσότερο -το πιο σίγουρο μέσο για να γλιτώσεις απ' τους καλικάντζαρους- είναι η φωτιά. Αυτή τους διώχνει μακριά. Μέρα και νύχτα λοιπόν όλο το Δωδεκάμερο η φωτιά δε σβήνει στην οικογενειακή εστία. Ο νοικοκύρης του σπιτιού έχει ξεδιαλέξει ένα χοντρό ξύλο από αγκαθερό δέντρο, γιατί τ' αγκάθια διώχνουν τα δαιμόνια.
Οι Αράπηδες στη Δράμα
Η λαϊκή φαντασία έχει αφιερώσει πολλές ιστορίες σχετικές με τους Καλικάντζαρους, οι οποίοι πιστεύεται ότι κατέβαιναν από τις καμινάδες και δημιουργούσαν ζημιές στα σπίτια. Οι κάτοικοι των χωριών τους περίμεναν την περίοδο από την ημέρα των Χριστουγέννων, μέχρι την ημέρα των Θεοφανίων, όταν δηλαδή τα νερά είναι "αβάπτιστα". Η όψη τους τρομακτική, οι σκανδαλιές τους απερίγραπτες και ο μεγάλος φόβος τους η φωτιά.
Θέλοντας να φοβίσουν και να διώξουν τα κακά αυτά πνεύματα, οι κάτοικοι των χωριών Μοναστηράκι και Βόλακας της Δράμας, αναπαριστούν τις ημέρες των Θεοφανίων και του Αη-Γιάννη, στις 6 και 7 Ιανουαρίου αντίστοιχα, το έθιμο των αράπηδων.Οι αράπηδες είναι πρόσωπα που έχουν βάψει τα χέρια και το πρόσωπό τους με στάχτη, ενώ στην πλάτη τους φέρουν καμπούρα από άχυρα. Στη μέση φορούν μια ζώνη με κουδούνια και κρατούν ξύλινο μπαστούνι. Με το σώμα σκυφτό και κάνοντας πλάγιες κινήσεις στηριζόμενοι στο μπαστούνι τους, κινούνται αυτοσχεδιαστικά και δημιουργούν δυνατό ήχο με τα κουδούνια τους, διώχνοντας έτσι τους καλικάντζαρους και μαζί τους και την κακοτυχία.
Καλικάντζαροι στην Αντίπαρο
Οι καλικάντζαροι είναι μικρά πλάσματα (σαν διαβολάκια), που τρώνε όλα τα γλυκά των Χριστουγέννων. Έτσι, λένε και στην Αντίπαρο πως... Στο κάστρο έβγαιναν καλικάντζαροι και χόρευαν όλο το βράδυ. Κατόπιν περνούσαν στο Σιφνέικο μέσα σε μια σπηλιά και έμεναν εκεί. Κατά διαστήματα μεταμορφώνονταν σε γουρούνες μαζί με τα μικρά τους και πήγαιναν στη βρύση του χωριού. Εκεί στη βρύση ήταν μια συκιά, που έκανε πολλά σύκα. Κάτω από τη συκιά έμεναν οι γουρούνες με τα γουρουνάκια. Οι καλικάντζαροι ήταν ο φόβος και ο τρόμος των παιδιών της Αντιπάρου. Μια φορά ήταν ένας και πήγαινε στο μύλο. Εκεί λοιπόν, σε ένα αλώνι είδε κάτι καλικάντζαρους. Είχε συνεννοηθεί με το μυλωνά να έχει το στάρι έξω απ' το μύλο. Μόλις αντίκρισε τους καλικάντζαρους, από το φόβο του έριζε κάτω το στάρι κι άρχισε το χορό. Καθώς χόρευε, έκραξε ένας κόκορας και οι καλικάντζαροι είπαν: «Έκραζε κόκορας, ξημέρωσε, να φύγουμε.» Ένας άλλος όμως καλικάντζαρος είπε: «Όχι, αυτός ο κόκορας είναι άσπρος.» Μετά κράζει άλλος κόκορας, λέει ένας άλλος καλικάντζαρος: «Αυτός ο κόκορας είναι κόκκινος» Αργότερα έκραξε ένας μαύρος κόκορας και είπαν όλοι οι καλικάντζαροι: «Τώρα πια είναι μέρα. Θα φύγουμε, ξημερώνει.» Κάνουν ένα «φρου» και ο άνθρωπος έμεινε μόνος του στο αλώνι, τρόμαξε και έπεσε κάτω.