Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΕΡΕΣ ΜΟΝΕΣ AΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΕΡΕΣ ΜΟΝΕΣ AΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 13 Αυγούστου 2011

Προσκύνημα στη Νέα Σκήτη

Από τη Διονυσίου στη Νέα Σκήτη του Αγίου Παύλου με το ταχύπλοο του μεσημεριού. Ο καπετάνιος πρόσφυγας από την Προποντίδα, ο ναύλος κέρασμα σεβασμού. Οι ναυβάτες λίγοι. Μαζί μας ο παπα-Βενέδικτος ο πνευματικός, δόκιμος πατερικός συγγραφέας, πρός επίσκεψιν του οποίου και ξεκινήσαμε. Χαρές, συγκινήσεις, νοσταλγικές αναμνήσεις κοινων ιερών βιωμάτων!… Στον αρσανά της Σκήτης οι αλβανοί ημιονηγοί είν΄ έτοιμοι. Ένα «κριθαροκίνητο της Παναγίας» (κατά παπα-Γρηγόριο Γρηγοριάτη τον Πόντιο) προορίζεται να παραλάβει τον Δεσπότη. Είναι η πρώτη φορά που ιππεύω (ή μήπως ημιονεύω;). Παιδί της πόλεως. Άσφαλτος και τσιμέντο. Στη Σητεία έχει πολλές δεκαετίες ν’ ακουσθή ογκανισμός ή χλιμίντρισμα (τετραπόδων!). Βουτυροπαιδικές καταστάσεις!… Πλησιάζω το …θύμα μου, το ευλογώ, του γλυκομιλώ, το καλοπιάνω. Με ανέχεται στη ράχη του υπό τις θυμήρεις επιφωνήσεις των συμπροσκυνητών και καμαρώνω σαν μαθητευόμενος καουμπόϋ της άγριας Δύσης. Φωτογραφίες του γενναίου ζώου με τον βαρυκόκκαλο αναβάτη, που λέει την «ευχή» και κρατιέται γερά απ’ το σαμάρι διά παν ενδεχόμενον. Ο σατανάς ενθυμίζει ευτράπελες ιστορίες, τη μιά με δυό άσπονδους φίλους, παλιούς καθηγητές του Αριστοτελείου, που όταν ο ένας είδε τον άλλο ιππεύοντα σ’ έναν γάϊδαρο διατύπωσε ριζοσπαστική θεωρία περί των καταχρηστικών κλασμάτων με πρόχειρο παράδειγμα το ενώπιόν του θέαμα, την αλλη μ’ έναν Δεσπότη στην παλιά Λευκάδα, που όταν επέβη στο ήσυχο ως τότε μουλάρι ενός παπα, εκείνο «εμουλάρωσε», τινάζονταν, κλωτσούσε, εφώναζε, ώσπου τον γκρέμισε ελεεινά, κι ο δύστυχος παπάς μέσα στη σαστιμάρα και τον τρόμο του μοιρολογιότανε: «Ίσαμε χθες ήσουνα ήμερο και ποτέ δε με στεναχώρεσες. Σήμερα τί στην οργή έπαθες; Ποιός σε καβάλησε;» Και δόστου πόλεμο κατά των τοιούτων λογισμων με την «ευχή», και παρακάλια μη μου συμβη διά τας άμαρτίας μου κανένα «ίππον και αναβάτην έρριψεν εις θάλασσαν». Μ’ αυτά και μ’ αυτά, μπροστά ο παπα-Βενέδικτος πεζός, πίσω ο αλβανός βορδονάρης να κρατα το χαλινάρι, πιό πίσω το μουλάρι με τον γράφοντα, σε απόσταση ψηλότερα ο Χρόνης να φωτογραφίζει με το κινητό του το θέαμα, και ξοπίσω οι υπόλοιποι συνέκδημοι ενθαρρύνοντας μιά το ζωο μιά τον αναβάτη και σχολιάζοντας την ομορφιά του νεοσκητιώτικου τοπίου, την ανεβήκαμε την τετρακοσιοβάθμια κλίμακα ως την Καλύβα του Αγίου Σπυρίδωνος, όπου και ο προορισμός μας.
Πού είσαι άγιε πνευματικέ παπα-Σπυρίδων να μας καλωσορίσεις, να μας διδάξεις με τα ωραία σου αιτωλοακαρνάνικα, απλά κι εποπτικά, τα μυστικά της κατά Θεόν ζωής;
Πού είσαι, «Κατσαβίδι γιά όλες τις βίδες», να στρίψεις λίγο και να σιγουρέψεις μαστορικά και τη δική μας βίδα στον άγαθό λογισμό της μετανοίας;
Πού είσαι παπα-Ξένε, να μας χαρίσεις άλλο ένα μάθημα χριστιανικής φιλοξενίας ανοιχτόκαρδης; Θα μου πεις:
Και τα καλογέρια μου τί κάνουν;
Μιά χαρά τα κάνουν, Γέροντα, όπως και όταν ζούσες κοντά τους. Με την ίδια στοργή κι αγάπη! Αλλά μας λείπεις εσύ! Με την πατριαρχική μορφή και γενειάδα σου, με το αττικό αλάτι του λόγου σου, με τη γλυκειά αυστηρότητα του βλέμματός σου, με το ρουμελιώτικο βάρος των βημάτων σου. Ξέρουμε βέβαια πώς είσαι εν πνεύματι πάντοτε παρών, εμπνέων, στηρίζων, ευλογών, κι αυτό μας παρηγορεί.
Φιλάμε τη φωτογραφία σου, νάχουμε την ευχή σου…
Εσπερινός σκητιώτικος, απλός, χωρΐς τις μοναστηριακές μεγαλοπρέπειες και με κάποια ευλυγισία στο τυπικό. Όμως πιο «οικογενειακός». Κατόπιν στην πίσω απλωταριά ακούς τους σπίνους, τα χελιδόνια, τα κοτσύφια και τις καρδερίνες να ψάλλουν τα αρχαία τους «Ανοιξαντάρια», καθώς ο ήλιος, μπρούτζινος πολυέλαιος, φωτίζει μελίχρωμα, ολόγλυκα, τις σεβάσμιες Καλύβες πού άπαρτίζουν το ιδιόρρυθμο αυτό χωριό, από τα χαμηλά του πρανούς κάτω στη θάλασσα, με τον Άη Δημήτρη του γερο-Τρύφωνα του λιβανοποιού και νοσοκόμου της Σκήτης και περιβόητου οψοποιού των πανηγύρεων, ίσαμε τα ψηλότερα με τους Αγίους Αναργύρους του γερο-Δημόκλητου του ιατρού, και νυν της συνοδείας του γερο-Δαμασκηνού του ηδύμολπου πρωτοψάλτη.
Θέαμα εξαίσιο!
Απ’ εδώ το ιερό Κυριακό του Γενεσίου της Θεοτόκου με το κομψό Κωδονοστάσιό του πού φέρει την επιγραφή: «Κτητόρισσα η Παναγία», με τα κυπαρίσσιά του και το Αρχονταρίκι.
Απ’ εκεί ο μεγαλόπρεπος Πύργος με τις «ζεματίστρες» του και το παρεκκλήσι της Αγίας Άννας, της Γιαγιάς μας. Στη μέση η πριγκηποπούλα των Αβραμαίων, ο Απόστολος Ανδρέας με τον υπέροχο τρούλλο. Πιό κάτω η ανάλογης κομψότητας και ομορφιάς Κοίμησις της Θεοτόκου των Παπακυριλλαίων με όμορφο επίσης τρούλλο. Πιο ‘κεί ο καλοσυγυρισμένος Άη Γιώργης του παπα-Νικόδημου. Παρέκει οι ιστορικοί Άγιοι Ανάργυροι του Σπετσιέρη και από πάνω ο Πρόδρομος του γερο-Ευσέβιου, του «Τσιάρλυ» (ήγουν Κυπρίου της Αγγλίας!), πού είναι υπόδειγμα φιλεργίας. Απ’ εδώ ο Άγιος Χαράλαμπος όπου εμόνασε ο Άγιος Ιλαρίων ο Ίβηρ. Από πίσω ο Εύαγγελισμός του Οσίου’ Ιωσήφ του Σπηλαιώτη και του παπα-Ελπίδιου του Κυπρίου, αδελφού του Ιερομάρτυρος Φιλουμένου. Πάνω από εμάς η Ζωοδόχος Πηγή του σεμνού γερο-Χερουβείμ πού είναι ο Δικαίος για φέτος. Τέρμα κάτω, στά βράχια της θάλασσας το λεγόμενο «Θυννί», πυργίσκος παρατηρήσεως των κινήσεων των «μαγιάτικων», ώστε να ειδοποιούνται έγκαιρα οι πατέρες να σπεύσουν πρός άγραν των ιχθύων… Από κάποια Καλύβη ακούμε τον Εσπερινό. Κάθε Καλύβη έχει δικό της ωράριο Ακολουθιών κι έτσι άλλοι προηγούνται κι άλλοι έπονται. Και παντού, παντού, παντού πράσινο ολόχλωρο σ’ όλες του τις αποχρώσεις, ενώ ο κατακάθαρος κι ολόστεγνος από κάθε υποψία υγρασίας ουρανός (η Νέα Σκήτη έχει το καλλίτερο κλίμα του Αγίου Όρους!) ολοκληρώνει αριστουργηματικά τον πίνακα πού ο γενεσιάρχης του κάλλους Θεός με τη συνεργασία των μελανόσχημων περιβολάρηδων της Παναγίας Μητέρας Του έχει τεχνουργήσει. Κι ο παπα-Βενέδικτος, με τη σοφία των εξήντα χρόνων της ζωης και των κοντά σαράντα της καλογερικής του, γλυκύς, πράος, ειρηνικός και βλογημένος, σε τρατάρει «λόγον αγαθόν και πάνυ ωφέλιμον», κάνοντας την καρδιά σου να επιδίδεται σε άτέλειωτες κυβισθήσεις και τα μάτια σου να υγραίνωνται. Βαβαί της ευτυχίας μου και της χαράς μου!…
Η τετρακτύς των Σπαταναίων φίλων συμπροσκυνητων συν τω Πολυχρονίω υιώ μου κατεβαίνουν για προσκύνημα στο Κυριακό. Καθυστερούν να επιστρέψουν. Από ακριτομύθειες του μικρού πληροφορούμαι την αιτία.
Στο Αρχονταρίκι βρήκαν στίβα άπλυτα φλιτζάνια του καφέ και νεροπότηρα. Η ζηλεμένη φιλοτιμία του Νεκτάριου δέν του έπέτρεψε να τα παραθεωρήσει. Στο πι και φι τα έπλυνε, τα συγύρισε, σκούπισε τα τραπέζια, έβαλε τα πάντα σε τάξη. Πήγε και στο Κυριακό κι άναψε τα καντήλια κ’ ύστερα επέστρεψαν στη φιλοξενούσα ιερά Καλύβη.
Ο μοναχός Κοσμάς είχ’ ετοιμάσει δείπνο οψαρίου πανηγυρικό. Ξιφίας τετηγανισμένος, σαλάτες, άσπρο τυρί Γιαννιτσιώτικο -ευλογία της αδελφής του Γέροντα, πίτες ωραίες αγρινιώτικες και ρεβανές, κανίσκια μιας σεβάσμιας ομάδας προσκυνητών αρχαίων πνευματικοπαιδιών του μακαρίτη Γέροντα Σπυρίδωνος. Όλα σπουδαία και ο Δεσπότης κατά χρέος επαινεί τον φιλότιμο οψοποιό μοναχό και τις μαγγανείες της στοργής του. Το Απόδειπνο στο Ναό ευθύς μετά, σύντομο. Οι Χαιρετισμοί εν τοις κελλίοις. Ησυχία. Τη διακόπτουν κάπου κάπου τα τσακάλια πού γυρεύουν το φαγί τους από τον Δημιουργό.
Το πρωΐ σύντομος Όρθρος και Θεία Λειτουργία αρχιερατική. Στο νου, στη σκέψη, στο κέντρο της προσευχής, δύο πάσχοντες Μιχάληδες. Ένας στη Μεσευρώπη, σεβαστός και πολυφίλητος, μεγάλος για την Εκκλησία, κι ένας στο ΚΑΤ, νέος, μικροπατέρας, πολυαγαπημένος, σακατεμένος από έναν κρονόληρο ογδονταέξ χειμώνων, πού επικίνδυνα νεανιευόμενος είχε καβαλικέψει μιά μοτοσυκλέτα κι …όποιον πάρει ο Χάρος!
Δώσε, Κύριε, και στους δυο ως τάχιστα τη χάρη της υγείας!…
Ο Δεσπότης, ο Γέροντας, ο παπα-Νικόδημος κι ο διακο-Θεοδόσιος στο Θυσιαστήριο. Λείπει ο παπα-Σπυρίδων, ο δεύτερος παπάς της Συνοδείας. Έχει πάει στον κόσμο για εκκλησιαστική αποστολή. Καλός πνευματικός, γλυκύς, ειρηνικός, χαμογελαστός. Καθώς είναι λίγο χοντρούλης κι έχει ασπρίσει, η πιτσιρικαρία του Λονδίνου προ καιρού, δταν είχε πάει εκεί για εξομολόγηση, άρχισε να φωνάζει μ’ ενθουσιασμό: -Father Christmas! Father Christmas!! Κι εκείνος χαμογελούσε μακάριος στην καλωσύνη του!
Η ατμόσφαιρα είναι απέριττα υποβλητική. Όλα σεμνά και ταπεινά (χωρίς καραμανλήδικες κενοστομίες της πλάκας).
Οι στολές όλων σκητιώτικης απλότητος, χωρίς μίτρες αυτοκρατορικής μεγαλειότητος.
Όλοι φορούν το πρέπον τοις ερημικοίς ταπεινό κουκούλιο. Στο ψαλτήρι ο παπα-Αβράμιος με τη σπασμένη αλλά κατανυκτικώτατη φωνή του και το σεβάσμιο και ιεροπρεπές ύφος του. Αναγνώστης ο Πολυχρόνης μας.
Η περουζένια μπλούζα του είναι χαριτωμένη ανορθογραφία μέσα στο μαύρο των ράσων.
Σοβαρός, γλυκύς, με καλή αρθρωση. Σέ λίγο καταφθάνει το αηδόνι της Σκήτης ο πάτερ-Δαμασκηνός, νέος στην ηλικία και πολιός στη γνώση και στην τέχνη της πατροπαραδότου βυζαντινής μας μουσικης στην αγιορείτικη έκφανσή της. Πάει να προχωρήσει στ’ αριστερά, μα ο παπα-Αβράμιος μόλις τον αντιλαμβάνεται, με μιά κίνηση πνευματικής αρχοντιάς, κατεβαίνει πάραυτα απ’ το δεξί στασίδι και τον καλεί να αναλάβει εκείνος τα πρωτεία. Εκείνος δέχεται και, με τον παπα-Αβράμιο στα δεξιά του και στ’ αριστερά του έναν καλλοφωνάρη ρασοφόρο ιεροσπουδαστή της Αθωνιάδος, αγέλαστο, με μια πρωτόγονη αρρενωπότητα απλωμένη στην αξούριστη μορφή του, αρχίζει τα αντίφωνα της Αναλήψεως.
Οι προσκυνητές, όπως άλλωστε κ’ οι Άγγελοι άνωθεν, επηκροώντο μετ’ ευλαβείας και προσοχής, μην τους ξεφύγει μια λέξη, μια νότα, ένα μελιηδές «γύρισμα».
Ο σεμνός διακο-Θεοδόσιος, καλογέρι του πρωτοψάλτη, πακέτο! Κάνει κι ο Δεσπότης ό,τι μπορεί, κι ο χαρμολυπικός πλάγιος του δευτέρου ντύνει τη Λειτουργία μ’ ένδυμα κατανύξεως υπέροχο.
Ο παπα-Βενέδικτος κι ο παπα-Νικόδημος, ως άγγελοι ένθεν και ένθεν της αγίας τραπέζης, συλλειτουργούν προσευχόμενοι ειρηνικά, κάτω νεύοντες, ταπεινοί, ευσχήμονες, κι εγώ τους κρυφοκαμαρώνω. Μού έρχεται στο νού ο ύμνος: «Δύο αγγέλους βλέψασα ένδοθεν του μνημείου…». Άϊντε παπάδες να δήτε πως λειτουργούν εδώ! Άϊντε να δήτε πως κερδίζονται «τη ταπεινώσει τα υψηλά, τη πτωχεία τα πλούσια»!
Στο τέλος της Λειτουργίας τελείται Κτητορικό Μνημόσυνο. Η μορφή του Γέροντα παπα-Σπυρίδωνος κυριαρχεί νοερά. Ο παπα-Βενέδικτος λέει και ξαναλέει: Πανήγυρη είχαμε σήμερα! Δόξα τω Θεώ! Ακολουθεί πρόγευμα για όλους με ιερή συζήτηση για παλαιούς πατέρες της Σκήτης και για σημερινούς αγωνιστές. Ένας μου μιλάει γιά έναν γέροντα της Ξενοφωντινής Σκήτης, Προικοννησιώτη, σωστό ταμείο γνώσεων για τη μαρτυρική επαρχία μου. Οι μαίες, λέει, στο Μαρμαρονήσι, όταν γεννιόταν αγόρι του εύχονταν: «Άϊντε με το καλό και Προϊστάμενος στο Βατοπέδι»! Τέτοιοι ήταν οι δεσμοί των Προικοννησιωτών με το μεγάλο αγιορείτικο βασιλομονάστηρο! Η γάτα της Καλύβης, ράτσας Ταϋλάνδης, πανέμορφη στο σοκολατί και μπεζ χρώμα της, μας κάνει σωστή παράσταση παιγνιδιάζοντας, μαϊμουδίζοντας, αιωρούμενη. Εύχομαι νάναι έτσι «σπίρτο» και στά αντιοφικά και αντιμυϊκά καθήκοντά της… Αναχωρώντας, ο Γέροντας εφαρμόζει το «σπουδαίως πρόπεμψον» του Αποστόλου των Εθνών, εφοδιάζοντάς μας όχι μόνο με ωραίες εκδόσεις της Καλύβης, πραγματικά πολύτιμες, αλλά και με τα αναγκαία της πορείας όψα, μη μας λείψει τίποτε! Θυμάμαι κάποιον παληό ιεροκήρυκα της επαρχίας, που πριν φύγει από το χωριό έλεγε στην παπαδιά: «Ξεύρεις πρεσβυτέρα τι σημαίνει αυτό το «σπουδαίως πρόπεμψον» που λέει ο Απόστολος Παύλος: Όταν θα φεύγει ο ιεροκήρυξ να του ετοιμάσεις έναν τορβάν με μέλι, με έναν κόκορον, με παξιμάδια και ό,τι άλλο νομίζεις!».
Γελώ επί τη ενθυμήσει και λέω: Θεός σχωρέσει τον!
Καθώς κατεβαίνω τα ατέλειωτα σκαλοπάτια, πεζός πλέον, βλέπω τα προϊόντα της εσωτερικής καύσεως των «κριθαροκινήτων» να πλημμυρίζουν τα σκαλούνια. Κανείς δεν τα μαζεύει, παρά το ότι η καβαλίνα είναι άριστο βιολογικό λίπασμα.
Θυμάμαι το Ιακωβάκι, «διά Χριστόν σαλός» πιστεύω ήταν, ανέστιος, ξυπόλυτος, αμίλητος, με το ρυπαρό ρακώδες και χιλιομπαλωμένο τσουβαλοζωστικό του μιάμιση σπιθαμή πάνω από τους αστραγάλους, να σκουπίζει με μιά χονδροσαρώστρα τα σκαλοπάτια, μαζεύοντας στην άκρη τις πολύτιμες ακαθαρσίες. Έφυγε το Ιακωβάκι, έφυγε η θύμηση της σαλότητος, έφυγε η εικόνα της άκρας πτωχείας, έμειναν οι καβαλίνες. (Και υπάρχουν πολλοί πού, με το συμπάθειο, δυσκολεύονται να τις διακρίνουν από τα νεφρά, με ευδιάκριτους κινδύνους!)
Ο π. Βενέδικτος μας συνοδεύει αρχοντικά ως κάτω στο λιμάνι. Φιλοξενία ως το τέλος με Φ κεφαλαίο!…
Νάρχεστε τακτικά! Όποτε έρχεστε στο Όρος σας περιμένουμε!…
Αξιωθείημεν, δι’ ευχών σας, Γέροντα!
πηγή: Περιοδικό «Πειραίκή Εκκλησία», Μηνιαία Έκδοση Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς
gioritikesmnimes.pblogs.gr

Τρίτη 7 Σεπτεμβρίου 2010

Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας

Ίδρυση: 963 μ.Χ.Ιδρυτής:Όσιος Αθανάσιος Εορτάζει:5 Iουλίου
Bιβλιοθήκη:2000 χειρόγραφα.Συλλογή:2500 Εικόνες
Μονή Μεγίστης Λαύρας (ελληνική Μονή, ιδιόρρυθμη γιορτάζει στις 5 Ιουλίου την Κοίμηση του Οσίου Αθανάσιου του Αθωνίτη).
Βρίσκεται στους ΝΑ πρόποδες του ʼθω σε υψόμετρο 160 και σε απόσταση είκοσι λεπτών από την παραλία. Η Μονή συνδέεται με την αρχή του οργανωμένου μοναχικού βίου στο Αγιον Όρος του οποίου αποτελεί και το αρχαιότερο παράδειγμα. Η σημερινή Μονή βρίσκεται στη θέση όπου παλαιότερα υπήρχε μια από τις αρχαιότερες πόλεις της χερσονήσου του ʼθω, ίσως η πόλη Ακρόθωοι από την οποία κατά πάσα πιθανότητα προέρχονται οι σαρκοφάγοι που βρίσκονται στην αποθήκη λαδιού η οποία υπάρχει στη Μονή. Η ιστορία της Λαύρας είναι η πληρέστερη από κάθε Μονή στο Αγιον Όρος γιατί το ιστορικό αρχείο από τη συγκεκριμένη Μονή διατηρήθηκε σχεδόν ακέραιο και είναι βέβαιο ότι η μελέτη του αρχειακού υλικού της Λαύρας θα συμβάλλει ουσιαστικά και στη γνώση της ιστορίας των άλλων μονών, οι οποίες ταλαιπωρήθηκαν περισσότερο στο πέρασμα των αιώνων και έχασαν τα αρχεία τους ή μέρος από αυτά. Ο όσιος Αθανάσιος, που ίδρυσε τη Μονή της Λαύρας, άρχισε την ανοικοδόμηση των κτηρίων το 963 σύμφωνα με την επιθυμία του φίλου του, αυτοκράτορα Νικηφόρου Φωκά, ο οποίος και χρηματοδοτούσε το έργο. Ο ίδιος είχε υποσχεθεί στον όσιο Αθανάσιο ότι θα γινόταν σύντομα μοναχός στη Μονή Λαύρας, αλλά οι περιστάσεις και ο ξαφνικός θάνατός του ματαίωσαν τα σχέδιά του αυτά. Ωστόσο, μια μόνιμη αυτοκρατορική χορηγία, που διπλασιάστηκε από τον διάδοχο του Νικηφόρου Ιωάννη Τσιμισκή, επέτρεψε τη συνέχιση και ολοκλήρωση των εργασιών. Οι ίδιοι αυτοκράτορες παραχώρησαν στη Μονή της Λαύρας πλούσια μετόχια, μεταξύ των οποίων το νησί του ʼγιου Ευστράτιου (των Νέων ) και τη Μονή του ʼγιου Ανδρέα των Περιστερών στη Θεσσαλονίκη, γεγονός που επέτρεψε την αύξηση των μοναχών από 80 σε 120. Ανάμεσα στις προσωπικότητες που σχετίζονται με τη ζωή στη Μονή Λαύρας είναι και ο Ιωάννης ο Ίβηρας, ο οποίος αργότερα έγινε Ιδρυτής στη Μονή των Ιβήρων. Οι εργασίες της ανοικοδόμησης, σύμφωνα με το βιογράφο του Αγίου Αθανασίου, άρχισαν από τον οχυρωματικό περίβολο και συνεχίστηκαν στο καθολικό και στα κελιά των μοναχών, μια τακτική που φαίνεται αναγκαία, αν υπολογίσει κανείς τους κινδύνους που είχε να αντιμετωπίσει η κάθε Μονή στο ʼγιο Όρος. Μετά το θάνατο του οσίου Αθανασίου (ίσως λίγο μετά το 1000) η Μονή συνέχισε κανονικά την ιστορική της πορεία. Οι αυτοκράτορες ευνοούσαν την ανάπτυξή της και τον 11ο αιώνα αριθμούσε 700 μοναχούς ενώ της είχαν στο μεταξύ παραχωρηθεί μικρότερες μονές, όπως η Μονή Μονοξυλίτου, η Μονή Βουλευτηρίων, η Μονή των Αμαλφινών κλπ. Το 14ο αιώνα η Μονή ακολούθησε τη μοίρα των υπόλοιπων μονών και υπέφερε από τις επιθέσεις των Καταλανών και των άλλων πειρατών. Αποτέλεσμα της παρακμής στην οποία είχε τότε περιπέσει η Μονή, ήταν να εμφανιστεί ο ιδιόρρυθμος βίος παρά τις αντιρρήσεις της επίσημης εκκλησίας και των αυτοκρατόρων. Με ενέργειες του πατριάρχη Αλεξανδρείας Σιλβέστρου, το 1574, η Μονή μετατράπηκε σε κοινόβιο, αλλά η παρακμή έφερε και πάλι τον ιδιόρρυθμο βίο. Το 1655 έγινε μια ακόμη προσπάθεια επιστροφής στο κοινοβιακό σύστημα από τον πατριάρχη Διονύσιο τον Γ΄ ο οποίος μόνασε σε αυτή και βοήθησε με τη διάθεση της προσωπικής του περιουσίας στην οικονομική της ανόρθωση. Σύντομα όμως επανήλθε στον ιδιόρρυθμο βίο και παρέμεινε έτσι μέχρι τις αρχές του αιώνα μας, οπότε έγιναν νέες προσπάθειες για την επαναφορά του κοινοβίου χωρίς αποτέλεσμα. Σήμερα η Μονή εξακολουθεί τον ιδιόρρυθμο βίο, αλλά οι μοναχοί αποφάσισαν να ανακηρύξουν τη Μονή κοινόβιο μέσα στο 1980. Το καθολικό ιδρύθηκε από τον όσιο Αθανάσιο, ο οποίος κατά την παράδοση έχασε τη ζωή του μαζί με άλλους 6 τεχνίτες, όταν ένας από τους τρούλους κατέπεσε κατά την κατασκευή του. Χαρακτηριστικό του αρχιτεκτονικού τύπου που εφάρμοσε ο όσιος στον καθολικό ναό είναι οι δυο ευρύχωροι χοροί των ψαλτών και η λιτή για την ανάλογη ακολουθία. Ο τύπος αυτός καθιερώθηκε από εκεί και ύστερα ως αγιορείτικος και στις γενικές γραμμές του αντιγράφτηκε στα καθολικά των άλλων μονών που ιδρύθηκαν στους επόμενους αιώνες. Ο ναός τοιχογραφήθηκε το 1535 από το μεγάλο ζωγράφο Θεοφάνη και είναι ένα από τα καλύτερα δείγματα ζωγραφικής, τόσο του Θεοφάνη όσο και της εποχής που σημάδεψε η καλλιτεχνική του δημιουργία. Τα έξοδα της τοιχογράφησης ανέλαβε ο τότε μητροπολίτης Βέροιας Νεόφυτος. Ο νάρθηκας ωστόσο ζωγραφίστηκε μόλις το 1854 με έξοδα του αρχιμανδρίτη της μονής Βενιαμίν. Στα βόρεια της λιτής βρίσκεται το παρεκκλήσι των 40 Μαρτύρων, μέρος του οποίου καταλαμβάνει ο τάφος του οσίου Αθανασίου. Στα νότια της λιτής βρίσκεται το παρεκκλήσι του Αγίου Νικολάου, τοιχογραφημένο από το ζωγράφο Φράγκο Κατελάνο το 1560. Η τράπεζα απέναντι από την κεντρική είσοδο του καθολικού έχει σχήμα σταυρού και είναι η μεγαλύτερη σε διαστάσεις μέσα στο Αγιον Όρος. Το εσωτερικό της είναι κατάγραφο με τοιχογραφίες που αποδίδονται στο Θεοφάνη ή στη Σχολή του και έγιναν με έξοδα του μητροπολίτη Σερρών Γενναδίου, ο οποίος χρηματοδότησε και τη στέγασή της, γιατί οι τρούλοι που τη σκέπαζαν ως τότε είχαν πάθει ζημιές από τους σεισμούς. Η φιάλη δίπλα στο κυπαρίσσι, που κατά την παράδοση φύτεψε ο ίδιος ο όσιος Αθανάσιος είναι κτίσμα του 11ου αιώνα. Ο θόλος στηρίζεται σε κίονες και τα διαστήματα μεταξύ των κιόνων και τα διαστήματα μεταξύ των κιόνων κλείνουν θωράκια με γλυπτές παραστάσεις. Οι τοιχογραφίες που καλύπτουν το θόλο έγιναν το 1635. Το οχυρωματικό τείχος του περιβόλου από την είσοδο στη Μονή ως τη μέση περίπου της νότιας πτέρυγας διατηρήθηκε, κατά την παράδοση, όπως ήταν στα χρόνια του κτήτορα. Τη ΝΔ γωνιά του τείχους καταλαμβάνει ο λεγόμενος πύργος του Τσιμισκή, ο οποίος ανακαινίστηκε σύμφωνα με μια επιγραφή το 1688. Αξιοσημείωτο γεγονός είναι η διατήρηση των τάφων τριών πατριαρχών στη Ν. πτέρυγα των κελιών: ʼνθιμου, Διονύσιου και Ιερεμία. Η βιβλιοθήκη και το σκευοφυλάκιο στεγάζονται σε χωριστό κτίριο πίσω από το καθολικό. Η βιβλιοθήκη περιλαμβάνει περισσότερα από 2000 χειρόγραφα και ειλητάρια και είναι μια από τις πλουσιότερες συλλογές του κόσμου. Ανάμεσα στα άλλα, ξεχωρίζουν τα εικονογραφημένα με λαμπρές μικρογραφίες, που καλύπτουν χρονικά την τέχνη της δεύτερης χιλιετίας. Στο σκευοφυλάκιο σώζονται: χειρόγραφο Ευαγγέλιο με χρυσό κάλυμμα, δώρο του αυτοκράτορα Νικηφόρου Φωκά, μίτρες πατριαρχών, μεγάλη συλλογή αμφίων, ο λεγόμενος «σάκος του Νικηφόρου Φωκά», διάφορα εκκλησιαστικά σκεύη, εγκόλπια και ο περίφημος Κουβαράς, χειρόγραφο με τα ονόματα των μοναχών από την εποχή του οσίου Αθανασίου μέχρι σήμερα. Η συλλογή επίσης των εικόνων της μονής είναι από τις σπάνιες και περιλαμβάνει περισσότερες από 2500 φορητές εικόνες που καλύπτουν με πολλά παραδείγματα την τέχνη σχεδόν ολόκληρης της δεύτερης χιλιετίας. Μέσα στη Μονή Λαύρας βρίσκονται ακόμη τα εξής παρεκκλήσια: της Παναγίας της Κουκουζέλισσας, του Αγίου Μιχαήλ Συννάδων, του Αγίου Αθανασίου, του πρωτομάρτυρα Στεφάνου στον πύργο του Τσιμισκή κ.α, συνολικά 17. Έξω από τη μονή υπάρχουν τέλος, 19 παρεκκλήσια, 5 καθίσματα και 10 κελιά στις Καρυές. Εξαρτήματα: α) η Σκήτη του Τιμίου Προδρόμου. Βρίσκεται σε απόσταση 45 λεπτών από τη Μονή και ακολουθεί τον κοινοβιακό τρόπο ζωής. Οικοδομήθηκε και αναγνωρίστηκε ως σκήτη το 1852 στη θέση παλαιότερου κελιού του Τιμίου Προδρόμου. Αρχικά κατοικούνταν από Μολδαβούς, αργότερα από Βλαχομολδαβούς μοναχούς και τέλος από Ρουμάνους και έτσι παραμένει γνωστή μέχρι σήμερα η Ρουμανική Σκήτη. Οι μοναχοί της σκήτης δεν ξεπερνούν τους 10. β) η Σκήτη των Καυσοκαλυβίων. Βρίσκεται σε απόσταση 2 ½ ωρών προς τα νότια στη Μονή και αποτελείται από 40 περίπου καλύβες. Ακολουθεί τον ιδιόρρυθμο βίο και οι πατέρες ασχολούνται με τη μικροτεχνία και την ξυλογλυπτική. Στη θέση της σημερινής σκήτης κατέφευγαν για άσκηση μοναχοί ήδη από τον 14ο αιώνα και σε αυτή την εποχή τοποθετείται η δράση του αγίου Μαξίμου, ο οποίος ονομάσθηκε Καυσοκαλυβίτης γιατί στον αγώνα του κατά της ιδιοκτησίας έκαψε την καλύβα του. Ο κυρίως ναός ιδρύθηκε το 1745 και τοιχογραφήθηκε στο τέλος του 18ου αιώνα. Ο πατριάρχης Ιωακείμ Γ΄ φρόντισε για την ανέγερση του κωδωνοστασίου (1897). Ανάμεσα στα άλλα κειμήλια, ξεχωριστή θέση έχουν οι τρεις μεγάλες βυζαντινές εικόνες που φυλάγονται στον κυριακό (Θεοτόκος Βρεφοκρατούσα, Παντοκράτορας). Στη βιβλιοθήκη φυλάσσονται πενήντα περίπου χειρόγραμα. Γ) η Σκήτη της Αγίας ʼννης. Βρίσκεται κοντά στη Μονή Αγίου Παύλου και κατοικείται από Έλληνες μοναχούς, οι οποίοι ακολουθούν τον ιδιόρρυθμο βίο. Το κυριακό χτίστηκε το 1752 και τοιχογραφήθηκε λίγο αργότερα. Κατά την παράδοση τα υλικά για την ανοικοδόμηση του ναού μετέφεραν οι ίδιοι οι μοναχοί, χωρίς να χρησιμοποιήσουν ζώα ή άλλα μεταφορικά μέσα, σε ένδειξη ιδιαίτερης τιμής στην Αγία ʼννα. Δ) Έρημος. Βρίσκεται ανάμεσα στην Αγία ʼννα και τα Καυσοκαλύβια και αποτελείται από τον ʼγιο Βασίλειο, τη Μικρή Αγία ʼννα, τα Καντουνάκια και τα Καρούλια. Στους απόμερους αυτούς μοναχικούς οικισμού ζουν οι σύγχρονοι ασκητές δοκιμάζοντας στη ζωή τους τη δύναμη της προσευχής.