Σάββατο, 9 Οκτωβρίου 2010

Αγία Σοφία στην Κωνσταντινούπολη

Ο Κωνσταντίνος ο Μέγας είχε θέσει τα θεμέλια στην Κωνσταντινούπολη για ιερό ναό αφιερωμένο στην Σοφία του Θεού. Η εκκλησία αυτή κτίστηκε από τον γιο του Κωνστάντιο σε ρυθμό βασιλικής και καταστράφηκε από φωτιά το 532 μΧ κατά τη στάση του Νίκα. Τότε ο αυτοκράτωρ Ιουστινιανός αποφάσισε να ανοικοδομήσει την εκκλησία και ανέθεσε το έργο στον Ανθέμιο τον Τραλλιανό και στον Ισίδωρο τον Μιλήσιο, τους καλύτερους αρχιτέκτονες της εποχής σύμφωνα με τον Προκόπιο.
Οι εργασίες ξεκίνησαν στις 23 Φεβρουαρίου του 532 μΧ. Η εκκλησία οικοδομήθηκε χωρίς να υπολογιστεί το οικονομικό κόστος και με υλικά από διάφορες περιοχές της Αυτοκρατορίας. Το έργο περατώθηκε υπό την επίβλεψη του Αυτοκράτορα Ιουστινιανού σε πέντε μόλις χρόνια και τα εγκαίνια τελέστηκαν στις 23 Δεκεμβρίου του 537 μΧ. Λέγεται μάλιστα ότι ο Ιουστινιανός ενθουσιασμένος από το αποτέλεσμα, δόξασε τον Θεό και είπε την γνωστή φράση "Νενίκηκά σε Σολομών" (σε έχω νικήσει Σολομώντα), αναφερόμενος στον Ναό του Σολομώντα και συγκρίνοντάς τον με την Αγία Σοφία. Η Εκκλησία μας τιμά την μνήμη των εγκαινίων της αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας στις 23 Δεκεμβρίου.
Η Αγία Σοφία είναι ο πρώτος ναός σε ρυθμό βασιλικής με τρούλλο. Ο συνδυασμός της κατά μήκος εκτεινόμενης βασιλικής με τον τρουλλωτό ναό απασχολούσε για πολλά χρόνια τους αρχιτέκτονες. Η Αγία Σοφία θεωρείται ως η τελειότερη βασιλική με τρούλλο και έχει κάποια στοιχεία από ναούς οκταγωνικούς με κόγχες. Οι θόλοι στους ναούς ήταν ένα στοιχείο πολύ συνηθισμένο στην ιουστινιανική αρχιτεκτονική. Οι οπτόπλινθοι (τούβλα) χρησιμοποιήθηκαν ως υλικό για την κατασκευή των τρούλλων, αλλά οι Βυζαντινοί, σε αντίθεση με τους Ρωμαίους, δεν χρησιμοποίησαν ξυλότυπα (καλούπια). Το πρόβλημα της στήριξης του βάρους του τρούλλου, που είχε παρατηρηθεί και σε ειδωλολατρικούς ναούς όπως το Πάνθεον στη Ρώμη, αντιμετωπίστηκε πολύ έξυπνα.
Η εκκλησία έχει μήκος 75 μέτρα και πλάτος 70 μέτρα. Ο τρούλλος έχει περίμετρο 32 μέτρα και φωτίζεται από 40 παράθυρα. Το υψηλότερο σημείο του τρούλλου έχει ύψος 56 μέτρα. Εκατό κολόνες από πολυτελές μάρμαρο υποστηρίζουν τα τόξα και τους θόλους. Τέλος το ιερό της Αγίας Σοφίας δεν κοιτάζει ακριβώς προς την ανατολή αλλά αποκλίνει λίγο προς τον νότο. Επί Ιουστινιανού η Αγία Σοφία είχε 1000 κληρικούς, επί Ηρακλείου 600 κληρικούς απ' τους οποίους οι 80 ήταν πρεσβύτεροι, οι 150 διάκονοι, οι 25 ψάλτες και οι 75 θυρωροί.
Ο σεισμός που χτύπησε την Κωνσταντινούπολη τον Μάιο του 558 προκάλεσε βλάβες στην Αγία Σοφία και ο αρχιτέκτονας Ισίδωρος κατέρριψε τον τρούλλο και κατασκεύασε νέο μεγαλύτερο. Ο τρούλλος επισκευάστηκε ξανά το 987 επί Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου και το 1317 επί Ανδρονίκου Β του Παλαιολόγου.
Η Αγία Σοφία λεηλατήθηκε πρώτη φορά απ' τους Λατίνους Σταυροφόρους και πολλά πολυτελή σκεύη και άγια λείψανα μεταφέρθηκαν από τους Σταυροφόρους στη Δύση. Ο επικεφαλής των Βενετών Σταυροφόρων, δόγης Ερρίκος Δάνδολος, τάφηκε στην Αγία Σοφία το 1205. Το 1453, κατά την Άλωση της Πόλης, πλήθος αμάχων που είχαν καταφύγει μέσα στην εκκλησία σφαγιάσθηκε από τους Οθωμανούς. Η Αγία Σοφία μετατράπηκε σε τζαμί και προστέθηκαν γύρω της μιναρέδες. Οι Οθωμανοί εκγύμνωσαν το εσωτερικό της Αγίας Σοφίας από οποιοδήποτε στολίδι μπορούσε να έχει υλική αξία και καλύψαν με ασβέστη τις άγιες εικόνες.
Από το 1847 ως το 1849 έγιναν επισκευές στην Αγία Σοφία από τους Ιταλούς Fossati, επί σουλτάνου Αβδούλ Μετζίτ (Abdul Medjid). Κατά τις επισκευές ξεσκεπάστηκαν, προσωρινά, τα μωσαϊκά από τους τοίχους και τους θόλους και απεικονίστηκαν στο έργο του Γερμανού Salzenberg το 1854.
Η Αγία Σοφία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη στη συνείδηση του λαού με την Κωνσταντινούπολη και με τις χαμένες πατρίδες. Μπορείτε να διαβάσετε και το δημοτικό τραγούδι ο θρήνος της Αγιά-Σοφιάς, όπου περιγράφεται και η ελπίδα ότι η Αγία Σοφία και η Κωνσταντινούπολη θα ξαναγίνουν κάποτε ελληνικές.

Της Αγιά-Σοφιάς

Σημαίνει ο Θεός, σημαίνει η γη, σημαίνουν τα επουράνια,
σημαίνει κι η Αγιά Σοφιά, το Μέγα Μοναστήρι,
με τετρακόσια σήμαντρα, κι εξηνταδυό καμπάνες.
Κάθε καμπάνα και Παπάς, κάθε Παπάς και Διάκος.
Ψάλλει ζερβά ο βασιλιάς, δεξιά ο πατριάρχης,
κι απ' την πολλή την ψαλμουδιά εσειόντανε οι κολόνες.
Nα μπούνε στο Χερουβικό και να βγει ο Βασιλέας.
φωνή τους ήρθε εξ ουρανού κι απ' αρχαγγέλου στόμα:
"Πάψετε το Χερουβικό, κι ας χαμηλώσουν τ' Άγια,
παπάδες πάρτε τα ιερά, και σεις κεριά σβηστείτε,
γιατί είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψει.
Μον' στείλτε λόγο στη Φραγκιά να 'ρθουνε τρία καράβια,
τό 'να να πάρει το Σταυρό, και τ' άλλο το Ευαγγέλιο,
το τρίτο το καλύτερο την Άγια Τράπεζά μας,
μη μας την πάρουν τα σκυλιά και μας τη μαγαρίσουν".
H Δέσποινα εταράχτηκε, και δάκρυσαν οι εικόνες.
-Σώπασε Κυρά Δέσποινα, και μην πολυδακρύζεις,
πάλι με χρόνους, με καιρούς, πάλι δικά μας θα 'ναι.

Ανακάλημα της Κωνσταντινούπολης

Θρήνος, κλαυθμός και οδυρμός και στεναγμός και λύπη,
θλίψις απαραμύθητος έπεσεν τοις Ρωμαίοις.
Εχάσασιν το σπίτιν τους, την Πόλην την αγία,
το θάρρος και το καύχημα και την απαντοχήν τους.

Τις το 'πε, τος το μίλησε, πότ' έρθεν το μαντάτο;
Καράβιν εκατέβαινε στα μέρη της Τενέδου
και κάτεργον το ηπάντησε, στέκει κι αναρωτά το:

-Καράβιν πόθεν έρχεσαι και πόθεν κατεβαίνεις;
-Έρχομαι ακ τ' ανάθεμα κι εκ το βαρύν το σκότος,
ακ την αστραποχάλαζην, ακ την ανεμοζάλην·
απέ την Πόλην έρχομαι, την αστραποκαμένην.

Εγώ γομάριν δε βαστώ, αμέ μαντάτα φέρνω·
κακά διά τους χριστιανούς, πικρά και δολωμένα·
οι Τούρκοι ότε ήρθασιν, επήρασιν την Πόλην,
απώλεσαν τους χριστιανούς, εκεί και πανταχόθε.

-Στάσου, καράβι, να χαρής, πάλι να σε ρωτήσω:
Εκεί 'λαχε ο βασιλεύς, ο κύρης Κωνσταντίνος,
ο φρένιμος, ο δυνατός, ο περισσά ανδρειωμένος,
ο πράγος, ο καλόλογος, η φήμη των Ρωμαίων;
-Εκεί 'λαχεν ο Δράγασης ο κακομοιριασμένος.

Της Αγια-Σοφιάς

Σημαίνει ο Θιός, σημαίνει η γης, σημαίνουν τα επουράνια,
σημαίνει κι η Αγια Σοφιά, το μέγα μοναστήρι,
με τετρακόσια σήμαντρα κι εξηνταδυό καμπάνες,
κάθε καμπάνα και παπάς, κάθε παπάς και διάκος.
Ψάλλει ζερβά ο βασιλιάς, δεξιά ο πατριάρχης,
κι απ΄την πολλήν την ψαλμουδιά εσειόντανε οι κολόνες.
Να μπούνε στο χερουβικό και να 'βγει ο βασιλέας,
φωνή τους ήρθε εξ ουρανού κι απ' αρχαγγέλου στόμα:
"Πάψετε το χερουβικό κι ας χαμηλώσουν τα 'αγια,
παπάδες πάρτε τα γιερά και σεις κεριά σβηστήτε,
γιατί είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψει.
Μόν' στείλτε λόγο στη Φραγκιά, να 'ρτουνε τρία καράβια°
το 'να να πάρει το σταυρό και τ' άλλο το βαγγέλιο,
το τρίτο το καλύτερο, την άγια τράπεζά μας,
μη μας την πάρουν τα σκυλιά και μας τη μαγαρίσουν".
Η Δέσποινα ταράχτηκε και δάκρυσαν οι εικόνες.
"Σώπασε κυρά Δέσποινα, και μη πολυδακρύζεις,
πάλι με χρόνους, με καιρούς, πάλι δικά μας είναι".

Πάρθεν η Ρωμανία

Έναν πουλίν, καλόν πουλίν εβγαίν' από την Πόλην°
ουδέ στ' αμπέλια κόνεψεν ουδέ στα περιβόλια,
επήγεν και-ν εκόνεψεν α σου Ηλί' τον κάστρον.
Εσείξεν τ' έναν το φτερόν σο αίμα βουτεμένον,
εσείξεν τ' άλλο το φτερόν, χαρτίν έχει γραμμένον,
Ατό κανείς κι ανέγνωσεν, ουδ' ο μητροπολίτης°
έναν παιδίν, καλόν παιδίν, έρχεται κι αναγνώθει.
Σίτ' αναγνώθ' σίτε κλαίγει, σίτε κρούει την καρδίαν.
"Αλί εμάς και βάι εμάς, πάρθεν η Ρωμανία!"
Μοιρολογούν τα εκκλησιάς, κλαίγνε τα μοναστήρια
κι ο Γιάννες ο Χρυσόστομον κλαίει, δερνοκοπιέται,
-Μη κλαίς, μη κλαίς Αϊ-Γιάννε μου, και δερνοκοπισκάσαι
-Η Ρωμανία πέρασε, η Ρωμανία 'πάρθεν.
-Η Ρωμανία κι αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο.
(Δημοτικό τραγούδι του Πόντου)

Το ανακάλημα της Κωνσταντινούπολης

Θρήνος κλαυθμός και οδυρμός και στεναγμός και λύπη,
Θλίψις απαραμύθητος έπεσεν τοις Ρωμαίοις.
Εχάσασιν το σπίτιν τους, την Πόλιν την αγία,
το θάρρος και το καύχημα και την απαντοχήν τους.
Τις το 'πεν; Τις το μήνυσε; Πότε 'λθεν το μαντάτο;
Καράβιν εκατέβαινε στα μέρη της Τενέδου
και κάτεργον το υπάντησε, στέκει και αναρωτά το:
-"Καράβιν, πόθεν έρκεσαι και πόθεν κατεβαίνεις;"
-"Ερκομαι ακ τα' ανάθεμα κι εκ το βαρύν το σκότος,
ακ την αστραποχάλαζην, ακ την ανεμοζάλην°
απέ την Πόλην έρχομαι την αστραποκαμένην.
Εγώ γομάριν Δε βαστώ, αμέ μαντάτα φέρνω
κακά δια τους χριστιανούς, πικρά και δολωμένα.