Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα BIOI ΑΓΙΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα BIOI ΑΓΙΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 28 Ιουλίου 2010

Η Αγία Ειρήνη η ηγουμένη της Μονής Χρυσοβαλάντου

Γέννηση και καταγωγή

Στα μέσα του 9ου αιώνα μ.Χ., όταν αυτοκράτορας του Βυζαντίου ήταν ο εικονομάχος Θεόφιλος και σύζυγός του η εικονολάτρισσα Θεοδώρα, όταν η περίοδος της Εικονομαχίας, που για περισσότερο από 100 χρόνια ταλάνισε την αυτοκρατορία, βρισκόταν στην τελευταία φάση της, στην Καππαδοκία της Μικράς Ασίας, γεννήθηκε και έζησε την πρώτη της νεότητα η οσία Ειρήνη η Χρυσοβαλάντου. Πατέρας της οσίας ήταν ο πατρίκιος Φιλάρετος ο Καππαδόκης. Ήταν από την Καισαρεία της Καππαδοκίας, ευνοούμενος του αυτοκράτορα Θεόφιλου και έμπιστος της συζύγου του Θεοδώρας. Ήταν ο στρατιωτικός διοικητής του εξαιρετικής σημασίας θέματος της Καππαδοκίας. Μητέρα της η πατρικία Ζωή, γυναίκα όμορφη και σεβαστή σε όλη την Καισαρεία για τον ενάρετο βίο της. Το ανδρόγυνο είχε αποκτήσει δυο κόρες, την Καλλινίκη και την Ειρήνη. Η Καλλινίκη γεννήθηκε το 825 μ.Χ. Οφείλει το όμορφο όνομά της στις θριαμβευτικές νίκες που πέτυχε ο πατέρας της εναντίον των Σαρακηνών τη χρονιά που γεννήθηκε. Τρία χρόνια αργότερα, το 828, γεννήθηκε η Ειρήνη. Ο Φιλάρετος όμως έχασε τη γυναίκα του, όταν εκείνη ήταν ακόμη πολύ νέα. Έτσι, η ανατροφή των δύο κορών τους ανατέθηκε στην πατρικία Σοφία, τη μεγαλύτερη αδερφή του στρατηγού.

Η Ειρήνη υποψήφια σύζυγος του αυτοκράτορα

Την άνοιξη του 839 μ.Χ., ο Φιλάρετος φιλοξένησε στο ανάκτορό του το νεαρό καίσαρα Βάρδα, αδερφό της Αυγούστας Θεοδώρας, ο οποίος είχε μεταβεί στην Καισαρεία για κρατική υπόθεση, απεσταλμένος του αυτοκράτορα Θεόφιλου. Εκεί γνώρισε τη δεκατετράχρονη Καλλινίκη, γοητεύτηκε από την καλλονή της και τη ζήτησε σε γάμο. Λίγους μήνες αργότερα, ολόκληρη η Καππαδοκία παρέστη στους υπέρλαμπρους γάμους της Καλλινίκης και του Βάρδα, όπου ο ίδιος ο αυτοκράτορας Θεόφιλος συμμετείχε ως παραγαμπρός του γυναικαδερφού του.
Το χειμώνα του 843, η αυτοκράτειρα Θεοδώρα, χήρα πια και επίτροπος του γιου της Μιχαήλ Γ΄, κάλεσε τον πατρίκιο Φιλάρετο στην Κωνσταντινούπολη. Είχε αποφασίσει να θέσει οριστικό τέλος στην Εικονομαχία και γι’αυτό το εγχείρημα χρειαζόταν τη βοήθεια και του στρατού και των ιερέων. Εμπιστεύτηκε λοιπόν το Φιλάρετο και τον Ομολογητή Μάξιμο (μετέπειτα Πατριάρχη). Όταν επιτεύχθηκε ο σκοπός της και οι ιερές εικόνες αναστηλώθηκαν (19 Φεβρουαρίου 843 μ.Χ.), ζήτησε από το Φιλάρετο να φέρει στην Κωνσταντινούπολη την όμορφη θυγατέρα του, προκειμένου να την παντρέψει με το γιο της Μιχαήλ. Έψαχνε κατάλληλη νύφη, η οποία θα συνέτιζε το νεαρό αυτοκράτορα από τα ξέφρενα γλέντια και θεωρούσε ότι η φημισμένη για την ενάρετη ζωή της καλλονή θα εξυπηρετούσε το σκοπό της. Ο Φιλάρετος μήνυσε αμέσως στην αδερφή του να στείλει την Ειρήνη, που τότε ήταν 15 χρονών, στη Βασιλεύουσα με τη συνοδεία του πατρικίου στρατηγού Νικηφόρου, αδερφού της μακαρίτισσας συζύγου του. Τα νέα ότι η Ειρήνη θα παντρευόταν τον αυτοκράτορα και θα φορούσε το στέμμα της αυτοκρατορίας διαδόθηκαν σαν αστραπή σε όλη την Καππαδοκία.
Η μόνη που έμεινε παγερά αδιάφορη σε όλη αυτήν την αναστάτωση ήταν και η άμεσα ενδιαφερόμενη: η Ειρήνη. Από πολύ νωρίς είχε ποθήσει το μοναχικό βίο και οι λόγοι που δέχτηκε με χαρά αυτό το ταξίδι προς τη Βασιλεύουσα απείχαν πολύ από αυτό που όλοι νόμιζαν: Ταξίδευε στην Πόλη για να αποχαιρετήσει την πολυαγαπημένη της αδερφή, την οποία δεν είχε ξαναδεί από την ημέρα των λαμπρών γάμων της (είχαν περάσει τέσσερα χρόνια από τότε) και για να αποσπάσει την ευχή του πατέρα της, ώστε να αποσυρθεί στη μονή που τόσο διακαώς ποθούσε.
Η Ειρήνη και οι συνοδοί της έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη ένα ανοιξιάτικο πρωινό, για να πληροφορηθούν εκεί ότι μόλις πριν λίγες μέρες είχαν τελεστεί οι γάμοι του αυτοκράτορα με την Ευδοκία τη Δεκαπολίτισσα. Ο πατέρας της, η αδερφή της, ο θείος της με δυσκολία έκρυβαν την απογοήτευσή τους. Η Ειρήνη αντίθετα αισθανόταν αγαλλίαση για την τροπή των γεγονότων και περίμενε την κατάλληλη ευκαιρία να μιλήσει του πατέρα της και να πάρει την ευχή του, καθώς δεν ήθελε να τον λυπήσει με κρυφή της αναχώρηση.
Η ευκαιρία δεν άργησε να παρουσιαστεί. Ο Φιλάρετος γνώρισε σε μια αποστολή του στην Αδριανούπολη το γιο του Έπαρχου της πόλης Νικήτα, πατρίκιο Φωτεινό. Ο Φιλάρετος θεώρησε ότι ήταν ο πιο κατάλληλος για να ευτυχίσει στο πλευρό του η Ειρήνη και αμέσως μίλησε στον πατέρα του νέου. Οι δύο πατεράδες έδωσαν λόγο να αρραβωνιάσουν τα παιδιά τους. Η Ειρήνη όμως, όταν ο πατέρας της ανακοίνωσε τους προαποφασισμένους αρραβώνες της, τον πληροφόρησε για την αμετάκλητη απόφασή της να λάβει το μοναχικό σχήμα. Ακολούθησε έντονη συναισθηματική σύγκρουση πατέρα και κόρης, έπειτα από την οποία η ευαίσθητη Ειρήνη ασθένησε σοβαρά και κινδύνεψε ακόμη και η ζωή της. Όταν η υγεία της αποκαταστάθηκε, ο πατρίκιος Φιλάρετος, συνειδητοποιώντας ότι η Ειρήνη είχε λάβει μια απόφαση ζωής, την οδήγησε ο ίδιος στη γυναικεία κοινοβιακή μονή των Παμμεγίστων Ταξιαρχών Μιχαήλ & Γαβριήλ του Χρυσοβαλάντου, η οποία βρισκόταν στα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης.

Μοναχή και Ηγουμένη της μονής Χρυσοβαλάντου

Στη μονή αυτή, σε ηλικία περίπου 15 ετών, η Ειρήνη εκάρη μοναχή και έξι χρόνια αργότερα Ηγουμένη της μονής Χρυσοβαλάντου. Οι συναξαριστές αναφέρουν πολλά θαύματα τα οποία επιτέλεσε η Ειρήνη ως Ηγουμένη, τρία όμως από αυτά θεωρήθηκαν ιδιαίτερα σημαντικά, ώστε επηρέασαν άμεσα την ορθόδοξη αγιογραφία.

Ο άγγελος-οδηγός

Η Ειρήνη έδινε πολλή μεγάλη σημασία στην εξομολόγηση. Κάθε πρωί προσκαλούσε τις αδελφές στον ιερό ναό των Αρχαγγέλων και τις εξομολογούσε, ενώ πολλές φορές πήγαιναν και λαϊκοί να την επισκεφθούν και να ζητήσουν την καθοδήγησή της. Η Ειρήνη ζήτησε στην προσευχή της το διορατικό χάρισμα, για να γνωρίζει τι κρύβει ο εξομολογούμενος στην καρδιά του.
Ένα πρωί λοιπόν, όταν η Ειρήνη έμπαινε στο ναό για να προσκυνήσει και να αρχίσει το ποιμαντικό έργο της, βλέπει μπροστά της έναν άγγελο και τον ακούει να της απευθύνει τον εξής χαιρετισμό: «Χαίρε δούλη του Υψίστου, Ειρήνη. Εκείνος μ’ έστειλε να σε διακονώ χάρις εκείνων που μέλλουν δια μέσου εσού να σωθούν. Έχω διαταγή, σύμφωνα με την αίτησή σου, να βρίσκομαι πάντα πλησίον σου και να σου αποκαλύπτω τα μυστικά που κρύβουν οι ανθρώπινες καρδιές».
Από εκείνη τη στιγμή ο άγγελος ήταν πάντα πλάι της και της φανέρωνε μύχιες σκέψεις των ανθρώπων που κατέφευγαν στη συμβουλή της. Μάλιστα, με τόση λεπτότητα διόρθωνε τα σφάλματα και συμβούλευε, που όλοι, μοναχές και λαϊκοί, από όλες τις κοινωνικές τάξεις της Πόλης, την αποζητούσαν συνεχώς, ώστε να διδαχθούν και να διορθωθούν. Για τον Άγγελο τούτο που την καθοδηγούσε (σύμφωνα με μαρτυρίες του τότε, και τους βιογράφους της), λέγεται ότι είναι ο ‘Αρχων Φιλάρετος ένας Αρχάγγελος από τις τάξεις των Σεραφείμ.

Τα λυγισμένα κυπαρίσσια και η αιώρηση της αγίας

Το δεύτερο θαύμα, η συναξαριστική παράδοση μας το μεταφέρει ως εξής: Τις έναστρες νύχτες, η οσία Ειρήνη στεκόταν έξω από το κελί της και προσευχόταν. Μία από τις βραδιές αυτές, κάποια αδελφή αγρυπνούσε έξω από το κελί της και είδε το εξής παράδοξο: Τα δύο πανύψηλα κυπαρίσσια, τα οποία ορθώνονταν αριστερά και δεξιά στην είσοδο του Καθολικού, λύγιζαν μπροστά στην προσευχόμενη αγία σαν να την προσκυνούσαν και η ίδια η Ειρήνη δεν πάταγε στη γη αλλά αιωρούνταν περίπου ένα μέτρο πάνω από το έδαφος. Όταν η οσία ολοκλήρωσε την προσευχή της, σταύρωσε τα δυο κυπαρίσσια και εκείνα επανήλθαν στη φυσιολογική τους θέση. Η μοναχή κατάπληκτη, με ανάμειχτα συναισθήματα φόβου και θαυμασμού, συγκρατήθηκε και δεν είπε τίποτα στην υπόλοιπη αδελφότητα. Το επόμενο βράδυ παραφύλαξε πάλι έξω από το κελί της και το ίδιο παράδοξο γεγονός επαναλήφθηκε και ξανά το ίδιο, το τρίτο κατά σειρά βράδυ. Την επόμενη νύχτα, η μοναχή, χωρίς να την αντιληφθεί η Ηγουμένη της, έτρεξε στα λυγισμένα κυπαρίσσια, έδεσε από ένα λευκό μαντήλι στις κορυφές τους και επέστρεψε στο κελί της.
Το επόμενο πρωί, η ήρεμη ατμόσφαιρα του κοινοβίου αναστατώθηκε, όταν οι μοναχές είδαν τα δεμένα μαντήλια και κατάπληκτες ρωτούσαν η μια την άλλη ποιος ήταν αυτός που έδεσε τόσο ψηλά δέντρα, για ποιο λόγο το έπραξε και προπάντων με ποιο τρόπο. Η αδελφή που υπήρξε μάρτυρας στα θαυμάσια αυτά περιστατικά αποκάλυψε όλη την αλήθεια και τότε όλες έκλαιγαν από χαρά και συγκίνηση και παραπονιόντουσαν γιατί δεν τις ξύπνησε να δουν και εκείνες το θαύμα της Ηγουμένης τους. Πάνω στην ώρα κατέφθασε και η Ειρήνη. Όταν κατάλαβε τι συνέβη και πώς μαθεύτηκε ένα μυστικό που εκείνη κρατούσε επτασφράγιστο για χρόνια ολόκληρα, επέπληξε αυστηρά την αδελφή που το μαρτύρησε με τα παρακάτω λόγια: «Αν με έβλεπες να αμαρτάνω σαν άνθρωπος, θα εφανέρωνες την αμαρτία μου»; Έθεσε λοιπόν βαρύ επιτίμιο για όποια τολμούσε να φανερώσει οτιδήποτε παράδοξο έβλεπε, όσο ήταν η ίδια εν ζωή. Έτσι, πολλά από τα θαύματα της αγίας εξαφανίστηκαν στη σιωπή της συνοδείας της.

Τα θεόσταλτα μήλα

Κάποια χρονιά, ξημερώνοντας η γιορτή του μεγάλου Βασιλείου και μετά την τέλεση του εσπερινού, η αγία ξαγρυπνούσε προσευχόμενη. Πλησίαζε η ώρα του όρθρου και τότε η Ειρήνη ακούει κάποια φωνή να της λέει: «Υποδέξου το ναυτικό που σου φέρνει τα εσπεριδοειδή και φάε να ευφρανθεί η ψυχή σου». Μετά το πέρας της θείας λειτουργίας, η αγία λέει στην πορτάρισσα να ανοίξει την πόρτα της μονής και να οδηγήσει τον άνθρωπο που περιμένει εκεί στον ξενώνα, όπου θα πήγαινε και η ίδια να τον συναντήσει.
Πράγματι, η οσία Ειρήνη του Χρυσοβαλάντου συνάντησε τον άνθρωπο και τον ακούει να της εξιστορεί την εξής θαυμάσια ιστορία: Ήταν ναυτικός, πλοιοκτήτης ενός καραβιού, από την Πάτμο. Απέπλευσε με το πλοίο του από το βόρειο τμήμα του νησιού για την Πόλη και βρισκόταν λίγα μέτρα από τη στεριά, όταν βλέπει εκείνος και οι ναύτες κάποιον σεβάσμιο γέροντα να τους φωνάζει να σταματήσουν. Αυτό όμως ήταν αδύνατο, καθώς ο ισχυρός άνεμος έσπρωχνε το πλοίο στο ανοιχτό πέλαγος. Τότε ο γέροντας φωνάζει με όλη τη δύναμή του και προστάζει το πλοίο να σταματήσει. Το καράβι ακινητοποιείται και ο ίδιος αρχίζει να βαδίζει πάνω στα ύδατα. Μπροστά στους κατάπληκτους ναύτες, επιβιβάζεται στο πλοίο και δίνει στον καπετάνιο τρία μήλα και του λέει: «Όταν πας στη Βασιλεύουσα, δώσε τα στον Πατριάρχη και πες του πως του τα στέλνει ο Πανάγαθος Θεός με τον δούλο Του Ιωάννη, από τον Παράδεισο». Έπειτα δίνει στο ναύκληρο άλλα τρία μήλα προσθέτοντας: «Αυτά να τα πας της Ειρήνης, της Ηγουμένης του Χρυσοβαλάντου και να της πεις: φάγε από τους καρπούς του Παραδείσου που η αγνή ψυχή σου επεθύμησε». Λέγοντας αυτά, ο γέροντας ευλόγησε το πλήρωμα και το πλοίο ξεκίνησε και πάλι το ταξίδι του, ενώ ο ίδιος εξαφανίστηκε.
Ολοκληρώνοντας τη διήγησή του, ο ναυτικός προσκύνησε την Ειρήνη και της πρόσφερε τα μήλα. Η αγία τα δέχτηκε με δάκρυα ευλάβειας και ευγνωμοσύνης ευχαριστώντας τον άγιο ευαγγελιστή και απόστολο Ιωάννη. Στο κελί της γονάτισε και ευχαρίστησε τον Χριστό για αυτό το δείγμα της εύνοιάς Του προς τη δούλη Του.
Η αγία Ειρήνη, με την έμφυτη ευφυΐα της και τη χάρη του αγίου Πνεύματος, εννόησε ότι το θείο αυτό δώρο ήταν ουράνια πρόσκληση. Όταν έφτασε η μεγάλη Τεσσαρακοστή, έκοψε το ένα μήλο σε λεπτά κομματάκια και έτρωγε ένα κομμάτι κάθε μέρα, απέχοντας από οποιαδήποτε άλλη τροφή, ακόμη και από το νερό. Τη Μεγάλη Πέμπτη, ύστερα από τη θεία λειτουργία και αφού όλες οι μοναχές κοινώνησαν των Αχράντων Μυστηρίων, η Ειρήνη έκοψε και το δεύτερο μήλο και έδωσε σε κάθε αδελφή από ένα κομμάτι. Τότε τους αποκάλυψε και την ιστορία του θείου δώρου. Το τρίτο μήλο η Ειρήνη το φύλαξε για τις τελευταίες μέρες της επίγειας ζωής της.
Τη Μεγάλη Παρασκευή, οι αδελφές έψαλαν τα άγια Πάθη και η Ειρήνη, μόνη της μέσα στο ιερό βήμα, γονατισμένη, είχε παραδοθεί σε προσευχή. Δίπλα της βρισκόταν μόνο ο άγγελος-οδηγός της, που τόσες φορές την είχε διακονήσει: «Γίνου έτοιμη» της είπε απλά και εκείνη κατάλαβε ότι πλησίαζε η ώρα να εγκαταλείψει τα επίγεια.

Η οσιακή της κοίμηση

Το σύντομο διάστημα από το ουράνιο αυτό μήνυμα μέχρι και την οσιακή της κοίμηση, η αγία προετοίμαζε την ακολουθία της για το μεγάλο γεγονός. Στον ιερό ναό τον Αρχαγγέλων τις δίδασκε για το μυστήριο του θανάτου, τη μελλοντική κρίση και την αιωνιότητα. Ο θάνατος είναι δύσκολο για κάθε ανθρώπινο πλάσμα και όσο πλησίαζε η ώρα, τόσο η ψυχή της αγίας ένιωθε την επιθανάτια αγωνία.
Τακτοποίησε τις υποθέσεις του μοναστηριού και υπέδειξε την άξια διάδοχό της. Μια εβδομάδα πριν τη μεγάλη ημέρα, νήστεψε τρώγοντας μόνο από το παραδεισένιο μήλο και καθημερινά κοινωνούσε των Αχράντων Μυστηρίων. Ξημέρωσε τέλος η Κυριακή, όπου για τελευταία φορά η Ειρήνη παρακολούθησε τη θεία λειτουργία, απάγγειλε το σύμβολο της πίστης (το πιστεύω), κοινώνησε, αγκάλιασε τις αδελφές και τους ζήτησε συγγνώμη και τέλος γονάτισε μπροστά στην Ωραία Πύλη, ύψωσε τα χέρια της και προσευχήθηκε για τελευταία φορά με αυτά τα λόγια: «Δέσποτα, Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού του Ζώντος. Συ ο Ποιμήν ο Καλός που με το Πανάγιο και Πολύτιμο Αίμα Σου μας ελύτρωσες από τα δεσμά της αμαρτίας, άκουσε την τελυταία δέησι της ταπεινής Σου δούλης. Στην κραταιά Σου χείρα παραδίδω σήμερα το μικρό τούτο ποίμνιο. Σκέπασε το με τη θεία σκέπη Σου και διαφύλαξέ το από τις επιθέσεις του αοράτου εχθρού. Διότι Σύ είσαι ο αγιασμός μας και η απολύτρωσις και Σέ θα δοξάζουμε αιωνίως. Αμήν».
Στη συνέχεια, σιωπηλά και ήρεμα, αποσύρθηκε στο κελί της και πλάγιασε στην ασκητική της κλίνη. Οι μοναχές της, με ευλαβική σιωπή, την περικύκλωσαν και την έβλεπαν να χαμογελά. Με αυτό το ουράνιο χαμόγελο, το οποίο αποδείκνυε την απόλυτη μακαριότητα και γαλήνη της ψυχής της, παρέδωσε το πνεύμα της η οσία Ειρήνη, Ηγουμένη της μονής Χρυσοβαλάντου, σε ηλικία 104 χρόνων.
Η οσιακή της κοίμηση διαδώθηκε σε όλη τη Βασιλεύουσα αστραπιαία και χιλιάδες κόσμου συνέρευσαν στο μοναστήρι, για να προλάβουν να προσκυνήσουν το ιερό σκήνωμα της πνευματικής τους μητέρας. Επικεφαλής ήταν ο πατριάρχης, ο οποίος με το πλήθος του λαού από όλες τις κοινωνικές τάξεις και των αρχιερέων και λοιπών κληρικών συνόδευσαν τη μακαριστή Ηγουμένη στην τελευταία της κατοικία, στο παρεκκλήσι του μεγαλομάρτυρος αγίου Θεοδώρου.

Δευτέρα 3 Μαΐου 2010

Εορτή του Αγίου Πέτρου Πολιούχου Αργολίδας

Με λαμπρότητα και μεγαλοπρέπεια και με τη συμμετοχή πλήθους πιστών, εορτάστηκε ο πολιούχος του Άργους Επίσκοπος Πέτρος.
Να αναφερθεί, ότι στον πανηγυρικό εσπερινό χοροστάτησε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πατρών κ. Χρυσόστομος παρουσία των Μητροπολιτών Αργολίδας Ιακώβου, Μαντινείας και Κυνουρίας Αλεξάνδρου, Άρτης Ιγνατίου, Περιστερίου Χρυσοστόμου.
Επίσης, παρέστησαν και οι Θεοφιλέστατοι Επίσκοποι Ανδρούσης Θεόκτιστος και Επιδαύρου Καλλίνικος.
Μετά το πέρας του πανηγυρικού Εσπερινού, ακολούθησε λιτάνευση της ιεράς εικόνας του αγίου Πέτρου, καθώς και η κάρα και η λειψανοθήκη του σε όλο το Άργος.
Σήμερα, Κυριακή 2 Μαΐου 2010, τελέσθηκε πανηγυρική πολυαρχιερατική Θεια Λειτουργία παρουσία των Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτών Μονεμβασίας και Σπάρτης κ. Ευσταθίου και Κορίνθου κ. Διονυσίου.

ΒΙΟΣ ΑΓΙΟΥ ΠΕΤΡΟΥ

Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη από εύπορη οικογένεια, η οποία διακρινόταν για την ευσέβεια και φιλανθρωπία της.
Ελεούσαν τους πτωχούς και δέχονταν στο τραπέζι τους πεινασμένους. Τα παιδιά της οικογένειας, τέσσερα αγόρια και ένα κορίτσι, μεγάλωσαν με το λόγο του Ευαγγελίου και έγιναν καλοί χριστιανοί. Αξίζει να μνημονεύσουμε το γεγονός ότι και οι πέντε ασπάστηκαν το μοναστικό βίο, καθώς επίσης και οι ίδιοι οι γονείς τους.
Ο Άγιος Πέτρος είχε αδαμάντινο χαρακτήρα και διακρινόταν για τη μόρφωση και την ευγλωττία του, καθώς και για τα φιλάνθρωπα αισθήματά του.
Γι΄ αυτό, ο τότε πατριάρχης Νικόλαος Μυστικός, εκτιμώντας τα προσόντα και την αρετή του μοναχού Πέτρου, θέλησε να τον χειροτονήσει επίσκοπο Κορίνθου.
Ο Πέτρος από ταπεινότητα αρνήθηκε και ο θρόνος δόθηκε στον αδελφό του Παύλο. Μόνασε στην επαρχία του αδελφού του, και όταν χήρεψε ο επισκοπικός θρόνος Άργους, οι Αργείοι τον θερμοπαρακάλεσαν και μπροστά στη επιμονή τους ο Πέτρος υποχώρησε και δέχτηκε να υπηρετήσει τον επισκοπικό θρόνο.
Έκτοτε αφοσιώθηκε στο λειτούργημά του και τίμησε τον επισκοπικό θρόνο υποδειγματικά. Η ποιμαντορία του ήταν πλήρης αγαθοεργιών και χριστιανικών πράξεων.
Το 920 μ.χ. μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, για να λάβει μέρος σε σύνοδο που είχε συγκαλέσει ο Νικόλαος Μυστικός επί αυτοκράτορος Κωνσταντίνου Πορφυρογεννήτου.
Ο βιογράφος του Αγίου μας πληροφορεί ότι όσο ποίμαινε στο Άργος, έκανε πολλά θαύματα - διάσωση του λαού από λιμό, λύτρωση αιχμαλώτων από τους πειρατές, διάσωση κόρης διωκόμενης από κάποιο στρατηγό, θεραπεία δαιμονιζόμενης γυναίκας κ.α. - και γι’ αυτό έλαβε την προσωνυμία του θαυματουργού.
Κοιμήθηκε στο Άργος 70 ετών και τάφηκε στο Ιερό Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Όμως, ο Λατίνος Επίσκοπος Σιγούντο Νάνι πήρε το ιερό λείψανο του Αγίου το 1421 και το μετέφερε αρχικά στο Ναύπλιο και αργότερα στο εξωτερικό.
Μετά από άοκνες προσπάθειες όλων των Αρχιερέων της Μητροπόλεως Αργολίδος, o Θεός αξίωσε επί Αρχιερατείας του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου κ. Ιακώβου Β’ τα Άγια Λείψανα του Αγίου, να επιστρέψουν στην πόλη του Άργους.
Η μνήμη του Αγίου γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 3 Μαΐου με ιδιαίτερη λαμπρότητα.

Κυριακή 4 Απριλίου 2010

ΑΓΙΟ ΠΑΣΧΑ

Οι γυναίκες οι οποίες παραβρέθηκαν το απόγευμα της Παρασκευής, στον ενταφιασμό του Κυρίου, δηλαδή η Μαρία η Μαγδαληνή και οι υπόλοιπες, όταν επέστρεψαν από το Γολγοθά στην πόλη, ετοίμασαν αρώματα και μύρα για να αλείψουν το σώμα του Ιησού· και την επομένη μέρα απείχαν από κάθε δραστηριότητα λόγω της αργίας του Σαββάτου. Κατά το βαθύ όρθρο, όμως, της Κυριακής, η οποία ονομάζεται από τους Ευαγγελιστές «πρώτη Σαββάτου» και «μια Σαββάτων», δηλαδή πρώτη μέρα της εβδομάδος, μετά από τριάντα έξι σχεδόν ώρες από τη νέκρωση του ζωοδότη Λυτρωτή, έρχονται με νεκρώσιμα αρώματα στον τάφο. Και ενώ σκέπτονταν τη δυσκολία της αποκυλίσεως του λίθου από την είσοδο του τάφου γίνεται σεισμός φοβερός· και Άγγελος με αστραπηφόρα όψη και χιονόφωτη στολή, αφού αποκύλισε το λίθο και κάθισε πάνω σ’ αυτόν, έκανε τους φύλακες να τρομάξουν και τους έτρεψε σε φυγή. Οι γυναίκες, στο μεταξύ, αφού μπήκαν στον τάφο και δε βρήκαν το σώμα του Ιησού, βλέπουν δυο Αγγέλους λευκοφορεμένους, με αντρική μορφή, οι οποίοι αφού τους φανέρωσαν την ανάσταση του Σωτήρα, τις στέλνουν για να αναγγείλουν στους μαθητές την χαρούμενη είδηση. Σε μικρό χρονικό διάστημα φθάνουν στον τάφο ο Πέτρος με τον Ιωάννη, αφού έμαθαν τι έγινε από τη Μαρία τη Μαγδαληνή, όπως ήδη ειπώθηκε, αλλά μπαίνοντας μέσα βρίσκουν μόνο τα σάβανα. Γι’ αυτό ανέρχονται όλοι στη πόλη με χαρά, κήρυκες της ανάστασης του Χριστού, τον οποίον και είδαν πραγματικά ζωντανό πέντε φορές κατά τη σημερινή γιορτή.
Αυτή την χαρμόσυνο Ανάσταση γιορτάζοντας σήμερα ασπαζόμαστε μεταξύ μας τον εν Χριστώ ασπασμό, δείχνοντας με τον τρόπο αυτό τη διακοπή της πρώτης έχθρας ανάμεσα σ’ εμάς και το Θεό και τη διαλλαγή του Θεού προς εμάς για άλλη μια φορά, διαλλαγή που έγινε φανερή με το πάθος του Σωτήρος. Και η εορτή ονομάζεται Πάσχα, έχοντας έτσι το ίδιο όνομα με το Πάσχα των Εβραίων, το οποίο, στη γλώσσα τους σημαίνει διάβαση• διότι ο παθών και αναστάς Ιησούς μας διεβίβασε από την κατάρα του Αδάμ και τη δουλεία του διαβόλου στην ελευθερία και μακαριότητα. Και αυτή η μέρα της εβδομάδος, κατά την οποία έγινε η Ανάσταση του Χριστού, η οποία είναι η πρώτη από τις υπόλοιπες μέρες, επειδή, αφιερώθηκε στην τιμή του Κυρίου ονομάστηκε από το όνομα Του Κυριακή, και σ’ αυτή μετατέθηκε από τους Αποστόλους η αργία και η ανάπαυση της εορτής του Σαββάτου του παλαιού νόμου.

Ἀπολυτίκιον
Ήχος πλ. α'
Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος.

Ο Όσιος Γεώργιος ο εν Μαλεώ

Από νεαρή ηλικία αγάπησε ολόψυχα τον Κύριο. Επειδή όμως οι γονείς του, παρά τη θέληση του, θέλησαν να τον παντρέψουν, ο Γεώργιος έγινε μοναχός και επιδόθηκε με όλη του τη δύναμη σε κάθε είδους άσκηση, δηλαδή νηστεία, σκληραγωγία, προσευχή, μελέτη των θείων Γραφών και άλλα. Πολλοί που προσέτρεχαν στον Όσιο, φωτίζονταν και επέστρεφαν δια της μετανοίας στον Χριστό. Αλλά επειδή ήταν πολλοί αυτοί πού τον επισκέπτονταν, δεν τον άφηναν ήσυχο να προσευχηθεί και ο Όσιος αποσύρθηκε στο όρος Μαλαιό όπου ησύχαζε. Αλλά και εκεί μαζεύτηκε πλήθος Μοναχών, τους οποίους ο όσιος καθοδηγούσε με προσευχή και άσκηση. Τόσο δε πρόκοψε στην αρετή, ώστε έγινε ξακουστός και θαυμαστός και στους άρχοντες, ακόμα και στους βασιλείς, στους οποίους είχε γράψει πολλές και αξιόλογες συμβουλευτικές επιστολές για διάφορα ζητήματα. Το τέλος της επίγειας ζωής του, προείπε ο Όσιος πρίν τρία χρόνια. Έτσι αφού ασθένησε για λίγο, μάζεψε τους μοναχούς του όρους Μαλαιό και αφού τους έδωσε θείες συμβουλές παρέδωσε τη δίκαια ψυχή του στον Θεό, πού τόσο αγάπησε από βρέφος.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ'. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς θεῖον Γεώργιον, δικαιοσύνης καρπούς, πλουσίως ἐξήνεγκας, δι’ ἐνάρετου ζωῆς, Γεώργιε Ὅσιε, σὺ γὰρ καθάπερ φοῖνιξ, ἐν ἀσκήσει βλαστήσας, τρέφεις τὴ δωρεά σου, τὴν Χριστοῦ Ἐκκλησίαν ὅθεν ἀεὶ εὐχαρίστως, τιμᾷ τὴν μνήμη σου.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ’.
Ταῖς τῶν δακρύων σου ῥοαῖς, τῆς ἐρήμου τό ἄγονον ἐγεώργησας· καί τοῖς ἐκ βάθους στεναγμοῖς, εἰς ἑκατόν τούς πόνους ἐκαρποφόρησας· καί γέγονας φωστήρ τῇ οἰκουμένῃ, λάμπων τοῖς θαύμασιν, Γεώργιε Πατήρ ἡμῶν ὅσιε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τάς ψυχάς ἡμῶν.

Κοντάκιον
Ἦχος γ'. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Γεωργός πανάριστος, τῆς ἐγκρατείας ἐγένου, τὸ δοθέν σοι τάλαντον, ἀσκητικῶς ἐπαυξήσας· ὅθεν σοι, ἡ ἐπουράνιος κληρουχία, δίδοται

Ο Όσιος Ζωσιμάς

Έζησε στους χρόνους του αυτοκράτορος Ιουστινιανού (527 - 565 μ.Χ.). Σύμφωνα με τον βιογράφο του Αγιο Σωφρόνιο, Αρχιεπίσκοπο Ιεροσολύμων, αφιερώθηκε στον Θεό από παιδί και ασκήθηκε σε όλα τα είδη των αρετών. Περιήλθε περί τους χίλιους διακρινόμενους για την αρετή τους ασκητές, για να διδαχτεί από την αρετή και την σοφία τους και εγκαταβίωσε σε μοναστήρι της Παλαιστίνης. Πόθος του ήταν να υποτάξει τη σάρκα στο πνεύμα. Έκανε υπακοή στους γέροντες της μονής και με μεγάλη χαρά εφάρμοζε όσους κανόνες και είδη ασκήσεως του έδιναν. Η τροφή του ήταν λιτή και την εξοικονομούσε κάνοντας εργόχειρο. Η μεγαλύτερη ασχολία του ήταν η ψαλμωδία και η μελέτη των Θείων Γραφών. Πολλές φορές ο Όσιος είχε αξιωθεί να δει οράματα, σύμφωνα και με τον λόγο του Κυρίου «Μακάριοι οἱ καθαροὶ τὴ καρδία, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται». Με τους πνευματικούς του αγώνες έφθασε σε ύψη αρετής, σοφίας εγκράτειας και αγιότητος . Έτσι σιγά σιγά η φήμη της αγιότητός του έφθασε παντού και πολλοί μοναχοί από γειτονικά και μακρινά μοναστήρια τον επισκέπτονταν, για να τον συμβουλευτούν και να ωφεληθούν πνευματικά από τις διδαχές του.
Σε αυτό το μοναστήρι ο Αγιος Ζωσιμάς διήλθε με όλες του τις δυνάμεις τον ασκητικό βίο μέχρι τον πεντηκοστό τρίτο χρόνο της ηλικίας του. Αγαπούσε όμως την ερημική και ησυχαστική ζωή. Θέλοντας να αγωνιστεί περισσότερο πνευματικά, απεφάσισε να εγκατασταθεί στη Μονή του Τιμίου Προδρόμου στον Ιορδάνη ποταμό. Εκεί αφιερώθηκε στην αυστηρή άσκηση και νηστεία. Η πύλη του μοναστηριού έμενε πάντα κλειστή, για να μπορούν οι μοναχοί να προσεύχονται και να ασκούνται απερίσπαστοι. Ανοιγε μόνο όταν κάποιος μοναχός είχε μεγάλη ανάγκη να εξέλθει της μονής, αλλά αυτό ήταν σπάνιο γιατί το μοναστήρι ήταν έρημο και η περιοχή άγνωστη και δύσκολη στο πέρασμά της.
Κατά την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής ο Όσιος Ζωσιμάς αναχωρούσε για την έρημο, όπου κατ' ευδοκίαν του Θεού συνάντησε την Οσία Μαρία την Αιγυπτία (1 Απριλίου), στην οποία μετέδωσε τα άχραντα μυστήρια και εκήδευσε.
Ο Όσιος Ζωσιμάς κοιμήθηκε με ειρήνη σε βαθύ γήρας.

Ο Όσιος Ιωσήφ ο Πολύαθλος






Ο Όσιος Ιωσήφ ο Πολύτλας ήταν Ρώσος και έζησε τον 14ο αιώνα.

Ο Όσιος Θεωνάς

Ο Άγιος Θεωνάς Α', μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, μαθητής του Αγίου Ιακώβου του Νεομάρτυρα, «τίνα μὲν εἶχε πατρίδα ἐπὶ τὴ γῆ, ἢ τίνας γονεῖς, ἢ μὲ ποὶον τρόπον ἐγένετο ἀρχιερεὺς τῆς Θεσσαλονίκης, ἀπὸ ἱστορίαν ἔγγραφον ἢ παραδοσὶν τινά, δὲν ἐμάθομεν» μαρτυρεί ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, συγγραφέας του Βίου του Αγίου. Μια παράδοση θέλει τον Άγιο Θεωνά Μυτιληναίο και γι' αυτό πολλοί νεότεροι ερευνητές τον αποκαλούν Λέσβιο, είτε γιατί καταγόταν από την Λέσβο, είτε γιατί παρέμεινε εκεί ως πνευματικός, στο Πλωμάρι.
Ο Άγιος Θωνάς ίσως να γεννήθηκε κατά το δεύτερο ήμισυ του 15ου αιώνα μ.Χ. Αγνοούνται όλα τα σχετικά με την ζωή του πριν από την μετάβασή του στο Άγιον Όρος. Κατ' αρχήν ασκήτεψε στη Μονή Παντοκράτορος, ως Πρεσβύτερος. Αργότερα όμως εγκατέλειψε, για να συγκαταριθμηθεί στη συνοδεία του Αγίου Ιακώβου του Νεομάρτυρα (τιμάται 1 Νοεμβρίου), ο οποίος μόναζε σε μία τοποθεσία πάνω από τη Μονή Ιβήρων, στο μονύδριο του Τιμίου Προδρόμου. Κατά το έτος 1518 μ.Χ. ο Άγιος Ιάκωβος με την συνοδεία έξι μαθητών του, μεταξύ αυτών και του Θεωνά, εγκατέλειψε την Σκήτη του Προδρόμου και κατέφυγε στα ενδότερα του Άθωνος, αλλά μετά από μία οπτασία ο Γέροντας αποφάσισε να εξέλθουν από το Άγιον Όρος. Έτσι την Παρασκευή της Διακαινησίμου του έτους 1518 μ.Χ., ο Άγιος Ιάκωβος και η συνοδεία του εγκατέλειψαν το Άγιον Όρος. Αφού διήλθαν από την περιοχή της Θεσσαλονίκης και ακολούθησαν την οδό προς την Θεσσαλία, πέρασαν από το κάστρο της Πέτρας (Πλαταμώνος) και τα Μετέωρα και εγκαταστάθηκαν στη μονή του Τιμίου Προδρόμου, στη Δερβεκίστα (Ανάληψη) της Αιτωλίας, όπου και διέμειναν επί ένα έτος.
Ο Άγιος Θεωνάς ήταν ο πιστότερος και καλύτερος μαθητής του Ιακώβου. Για τον λόγο αυτό εστάλη προς τον Επίσκοπο Άρτας, Ακάκιο, προκειμένου να εξασφαλίσει ενταλτήριο γράμμα για την απρόσκοπτη πνευματική εργασία στους Χριστιανούς της περιοχής. Επειδή όμως ο Άγιο Ιάκωβος σύντομα κατέστη λαοφιλής και σημειοφόρος, ο Επίσκοπος Άρτας Ακάκιος τον φθόνησε. Έτσι αποδέχθηκε τις συκοφαντίες κάποιων ψευδομοναχών και διέβαλε τον Άγιο Ιάκωβο στους Τούρκους ως επαναστάτη. Ο μπέης των Τρικάλων απέστειλε στρατιώτες, οι οποίοι συνέλαβαν τον Ιάκωβο και δύο μαθητές του, τον διάκονο Ιάκωβο και τον μοναχό Διονύσιο και τους μετέφεραν στα Τρίκαλα, όπου παρέμειναν στη φυλακή για σαράντα ημέρες. Εκεί επισκέφθηκαν τον Ιάκωβο και δύο άλλοι μαθητές του, ο Θεωνάς και ο Μαρκιανός και τον ρώτησαν για την τύχη της μονής και των αδελφών μετά τον θάνατό του. Τότε ο Ιάκωβος προφήτευσε ότι αυτοί θα εγκαταλείψουν τη μονή και θα συγκεντρωθούν σε κάποιο μοναστήρι κοντά στην Θεσσαλονίκη. Απέστειλε μάλιστα και επιστολή στους μαθητές του, με την οποία όριζε τον Άγιο Θεωνά ως διάδοχο και ηγούμενο της μονής Προδρόμου.
Την 1η Νοεμβρίου του έτους 1519 μ.Χ. ο Άγιος Ιάκωβος και οι δύο μαθητές του, Ιάκωβος και Διονύσιος, αφού βασανίσθηκαν φρικτά στο Διδυμότειχο και στην Αδριανούπολη αντίστοιχα, απαγχονίστηκαν. Τα ιερά σκηνώματα των τριών Νεομαρτύρων αγοράσθηκαν από τους Χριστιανούς και ενταφιάσθηκαν στο χωριό Αρβανιτοχώρι, πέντε χιλιόμετρα έξω από την Αδριανούπολη.
Σύμφωνα με την προφητεία του Αγίου Ιακώβου, μετά τον θάνατό του, ο Άγιος Θεωνάς και η συνοδεία της Δερβεκίστας εγκατέλειψαν το επόμενο έτος τη μονή και μετέβησαν στο Άγιον Όρος, στη μονή της Σιμωνόπετρας. Από κάποιο Αρτινό ιερέα πληροφορήθηκαν για τους τάφους των Αγίων και φρόντισαν για την ανακομιδή των ιερών λειψάνων τους. Μετά από λίγο, το έτος 1522 μ.Χ., «οἱ μαθηταὶ τοῦ Ἁγίου καὶ διὰ τὴν ἔνδειαν τῶν ἀναγκαίων, καὶ μᾶλλον διὰ τὴν προφητείαν τοῦ Ἁγίου ἀνεχώρησαν ἀπὸ τὴν Σιμωνόπετραν», μαζί με τα άγια λείψανα των τριών Νεομαρτύρων και ήλθαν στα περίχωρα της Θεσσαλονίκης. Εγκαταστάθηκαν στο μοναστήρι της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολυτρίας, «τὸ ὁποῖον ἦτο τότε, μονύδριον μικρότατον, παλαιότατον καὶ σεσαθρωμένον, ἀνοικοδόμησαν ἐκ βάθρων καὶ ἱκανὰ κελλία ἔκτισαν διὰ τοὺς ἀδελφούς, χάριτι Θεοῦ συνήχθησαν ἕως ἑκατὸν πεντήκοντα ἀδελφοί, οἵτινες διῆγον κοινοβιακὴν ζωήν».
Ως ηγούμενος της μονής της Αγίας Αναστασίας μαρτυρείται ο Άγιος Θεωνάς σε διάφορες πηγές, μέχρι το 1535 μ.Χ. Η ανάρρηση του Αγίου στο μητροπολιτικό θρόνο της Θεσσαλονίκης θα πρέπει να συνέβη μετά το έτος αυτό, διότι μέχρι το 1535 μ.Χ. Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης ήταν ο Ιωάσαφ και σε έγγραφο του έτους 1538 μ.Χ. αναφέρεται ο Άγιος Θεωνάς ως Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης.
Η παρουσία του Αγίου στο θρόνο της Θεσσαλονίκης δεν ήταν πολύχρονη, διότι μαρτυρείται ως Μητροπολίτης το Μάιο του 1541 μ.Χ., ενώ τον Απρίλιο του 1542 μ.Χ. αναφέρεται ως κεκοιμημένος πλέον. Συνεπώς θα πρέπει αν κοιμήθηκε περί τα μέσα του έτους 1541 μ.Χ.
Το ιερό λείψανο του Αγίου Θεωνά, αμέσως μετά την κοίμησή του, μεταφέρθηκε με τρόπο θαυμαστό και ενταφιάσθηκε στη μονή της Αγίας Αναστασίας. Το έτος 1821 μ.Χ. μεταφέρθηκε στη Σκόπελο και από εκεί στη μονή Εσφιγμένου του Αγίου Όρους και εκ νέου στη μονή της Αγίας Αναστασίας, όπου φυλάσσεται με ευλάβεια μέχρι σήμερα. Η μνήμη του στη μονή της Αγίας Αναστασίας εορτάζεται την Δ' Κυριακή των Νηστειών.

Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου της Γεροντίσσης

Η ιερά εικόνα της Παναγίας της «Γεροντίσσης» φυλάσσεται με ευλάβεια στη μονή Παντοκράτορος του Αγίου Όρους. Είναι αντίγραφο της ψηφιδωτής εικόνος της Παναγίας Γοργοεπηκόου, που βρισκόταν στη μονή Παντοκράτορος της Κωνσταντινουπόλεως.
Η επωνυμία «Γερόντισσα» αποδόθηκε ύστερα από ένα θαύμα της Παναγίας. Την εποχή κατά την οποία επιτελέσθηκε το θαύμα, ο ηλικιωμένος ηγούμενος που μετρούσε τις τελευταίες ώρες της ζωής του, ζήτησε να κοινωνήσει των Αχράντων Μυστηρίων. Γι' αυτό παρακάλεσε τον ιερέα που λειτουργούσε εκείνη την ημέρα να συντομεύσει την Θεία Λειτουργία, ώστε να προλάβει να κοινωνήσει. Ο εφημέριος όμως της μονής δεν υπάκουσε. Τότε ακούσθηκε η φωνή της Παναγίας, που τον πρόσταξε να τελειώσει γρήγορα την Θεία Λειτουργία για να προλάβει να κοινωνήσει ο γέροντας ηγούμενος. Έτσι κι έγινε. Μόλις ο γέροντας κοινώνησε, κοιμήθηκε με ειρήνη και από τότε η εικόνα έλαβε την προσωνυμία «Γερόντισσα».
Σε αυτήν την εικόνα, που βρίσκεται στον κίονα του αριστερού χορού του Καθολικού της μονής Παντοκράτορος, η Παναγία παριστάνεται σε όρθια στάση δέησης χωρίς τον Χριστό. Στην ασημένια επένδυση της εικόνας φαίνεται και ένα πιθάρι που ξεχειλίζει θυμίζοντας μας ένα θαύμα της Παναγίας, η οποία εισακούοντας τις προσευχές του Γέροντος γέμισε με λάδι τα άδεια πιθάρια της μονής (κατά μία άλλη εκδοχή από αυτό το γεγονός έλαβε την προσωνυμία «Γερόντισσα»).
Σε μία επιδρομή Σαρακηνών στη μονή ένας απ' αυτούς προσπάθησε να σχίσει την εικόνα σε κομμάτια, για να ανάψει μ' αυτά το τσιμπούκι του, αλλά έχασε αμέσως τον όρασή του και οι σύντροφοί του πέταξαν την εικόνα σε ένα κοντινό πηγάδι. Ο τυφλός ιερόσυλος παιδεύτηκε τόσο κατά την ώρα του θανάτου του, ώστε παράγγειλε στους δικούς του ακόμα και μετά το θάνατο του να πάνε στο Άγιον Όρος και να βγάλουν την εικόνα από το πηγάδι, πράγμα το οποίο και έγινε, αφού η εικόνα είχε παραμείνει εκεί ογδόντα χρόνια.
Στη σημερινή της μορφή η εικονα είναι μάλλον επιζωγραφισμένη.

Ο Άγιος Ισίδωρος Επίσκοπος Σεβίλλης

Ο Άγιος Ισίδωρος γεννήθηκε μεταξύ των ετών 565 - 570 μ.Χ. στην Καρθαγένη της Ισπανίας, στην οποία η οικογένειά του είχε καταφύγει εξαιτίας του διωγμού του αρειανού Γότθου βασιλέως Αγίλα (549 - 554 μ.Χ.). Από την παιδική του ηλικία έμεινε ορφανός από πατέρα και ανατράφηκε από τους μεγαλύτερους αδελφούς του Λέανδρο (βλέπε 27 Φεβρουαρίου) και Φουλγέντιο και την αδελφή του Φλωρεντίνη. Ο αδελφός του, Λέανδρος, που ήταν Επίσκοπος Σεβίλλης, φρόντισε με περισσή φροντίδα για την μόρφωση του Αγίου.
Όταν ενηλικιώθηκε, εργάσθηκε κοντά στον δάσκαλο και αδελφό του Λέανδρο βοηθώντας το θεολογικό και ποιμαντικό του έργο. Κυρίως ασχολήθηκε με την μεταστροφή των Βησιγότθων από τον αρειανισμό και αντιστάθηκε και αυτός σθεναρά στον κακόδοξο τότε βασιλέα Λέβεγκιλντ. Κατά την διάρκεια της εξορίας του Αγίου Λεάνδρου ο Ισίδωρος σήκωσε στους ώμους του, μόνο αυτός, το βάρος του αντιαιρετικού αγώνα και υπεράσπισε με θάρρος την ορθόδοξη πίστη και τα αληθινά συμφέροντα της Ισπανικής Εκκλησίας. Όταν αργότερα στο θρόνο ανέβηκε ο ορθόδοξος υιός του Λεβιγκίλντ, ο Ρεκαρέντ, ο λαός επέστρεψε στην Ορθοδοξία.
Ο Άγιος Ισίδωρος αναχώρησε σε ένα μοναστήρι, για να επιδοθεί ολόψυχα στην ησυχία, την μελέτη και την προσευχή. Αυτό όμως δεν κράτησε για πολύ. Ο θάνατος του Αγίου Λεάνδρου ανάγκασε τον Ισίδωρο να υπακούσει στον κλήρο και τον λαό και να αναλάβει το έτος 600 μ.Χ., ως Επίσκοπος τον θρόνο της Σεβίλλης.
Στην Β’ Τοπική Σύνοδο της Σεβίλλης, το έτος 619 μ.Χ., στην οποία προήδρευε, κατατροπώθηκε ένας αιρετικός μονοφυσίτης μαθητής του Σεβήρου, ενώ ο Άγιος θεράπευσε έναν τυφλό με το απλό άγγιγμά του. Το έτος 633 μ.Χ. ο Άγιος προήδρευσε και της Συνόδου του Τολέδο.
Ο Άγιος Ισίδωρος υπήρξε έξοχος διδάσκαλος της Εκκλησίας και κόσμημα αυτής. Λίγοι δύνανται να παραβληθούν με τον Άγιο ως προς την πολυμάθεια και τη γνώση.
Η εκκλησιαστική τάξη βρήκε στο πρόσωπο του Αγίου Ισιδώρου τον μεγάλο διαμορφωτή. Πίστευε ότι οι ιερές τελετές και οι Ακολουθίες πρέπει να αντικατοπτρίζουν όσο πιο πολύ γίνεται την μεγαλοπρέπεια της ουράνιας ιεραρχίας. Θεωρείται ο θεμελιωτής του λειτουργικού τυπικού που επιζεί μέχρι σήμερα, την μοζαραβικής λειτουργίας. Πλήθη συνέρρεαν στη Σεβίλλη για να ακούσουν τον λόγο του. Λεγόταν ότι η σοφία του υπερέβαινε τη σοφία και αυτού του βασιλέως Σολομώντος. Τα θεία κηρύγματά του συνοδεύονταν συχνά από θαύματα που πιστοποιούσαν του λόγου το αληθές.
Ο μοναχικός βίος βρήκε στο πρόσωπο του Αγίου Ισιδώρου τον θερμό υποστηρικτή και βοηθό του. Ίδρυσε και οργάνωσε πολλά μοναστήρια και έχτισε θεολογική σχολή για την μόρφωση των κληρικών, στην οποία σχολή και ο ίδιος συχνά δίδασκε. Η εκπαίδευση και όχι μόνο η εκκλησιαστική, αποτέλεσε μέλημα και φροντίδα του καλού ποιμένα. Καμία πτυχή της γνώσεως δεν του ήταν αδιάφορη ή ξένη, γι αυτό και δίδαξε και έγραψε εντυπωσιακά κείμενα όλων των τότε γνωστών επιστημών, όπως το έργο «Ετυμολογίες ή περί της αρχής των πραγμάτων».
Ο Άγιος Ισίδωρος, όταν ήταν πλέον πλήρης ημερών και έργων ευσεβείας, ασθένησε. Αισθάνθηκε ότι η πορεία του εδώ στη γη έφθασε στο τέλος της. μοίρασε όλα τα υπάρχοντά του στους φτωχούς και προετοίμασε την έξοδό του με προσευχή και μετάνοια. Προφήτεψε ακόμη την θλιβερή ιστορική πορεία της Ισπανικής Εκκλησίας και τα δεινά που την περίμεναν. Τέσσερις ημέρες πριν από την κοίμησή του ζήτησε να τον μεταφέρουν στο κέντρο του καθεδρικού ναού και να τον τοποθετήσουν, ενδεδυμένο με ένα απλό στιχάριο, επάνω σε στάχτη. Τότε προσευχήθηκε στον Θεό και Τον παρακάλεσε να τον συγχωρέσει.
Ο Άγιος Ισίδωρος κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 636 μ.Χ. Το ιερό λείψανό του εναποτέθηκε μεταξύ των λειψάνων του Αγίου Λεάνδρου και της αδελφής του Φλωρεντίνης στον μητροπολιτικό ναό της Σεβίλλης. Αργότερα μετά το σχίσμα της Δυτικής Εκκλησίας από τον κορμό της Μίας, Αγίας και Αποστολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, το τίμιο σκήνωμά του Αγίου Ισιδώρου μεταφέρθηκε στην πόλη Λεόν.

Ο Όσιος Ιωσήφ



Ο Όσιος Ιωσήφ έζησε κατά τον 14ο αιώνα μ.Χ. και ασκήτεψε στη Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου, όπου διήλθε τον βίο του με νηστεία και προσευχή. Κοιμήθηκε με ειρήνη και ενταφιάσθηκε στη Λαύρα των Σπηλαίων.






Ο Όσιος Ζωσιμάς εκ Ρωσίας

Ο Όσιος Ζωσιμάς του Βορμποζόμ γεννήθηκε περί τα τέλη του 15ου αιώνα μ.Χ. στη Ρωσία. Ασκήτεψε θεοφιλώς στη μονή του Κομέλ και στη νήσο Βορμποζόμ, κοντά στη Λευκή λίμνη, όπου ίδρυσε μοναστική αδελφότητα και ανήγειρε ναό αφιερωμένο στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 1550 μ.Χ.





Οι Όσιοι Θεωνάς. Συμεών και Φερβίνος





Οι Όσιοι Θεωνάς. Συμεών και Φερβίνος απεβίωσαν ειρηνικά.





Ο Όσιος Πλάτων ηγούμενος της Μονής Στουδίου

Ο γνωστός για την αυστηρότητα της ζωής του και καθηγητής του ασκητισμού όσιος Πλάτων, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 732 από γονείς ευγενείς και πλούσιους, του Στεργίου και της Ευφημίας. Στην αρχή ήταν βασιλικός Νοτάριος στ' ανάκτορα, άλλ' απαρνήθηκε την κοσμική ζωή και πήγε στον 'Όλυμπο (Μ. Ασίας), όπου έγινε μοναχός στη Μονή των Συμβόλων. Κατόπιν επανήλθε στην Κωνσταντινούπολη και παρέλαβε τους ανιψιούς του Θεόδωρο και Ιωσήφ (τον μετέπειτα μητροπολίτη Θεσσαλονίκης), καθώς και τα λοιπά μέλη της οικογενείας του και αποσύρθηκε στα μέρη της Προύσας, όπου σε ιδιόκτητο κτήμα του έκτισε τη λεγόμενη Μονή του Σακκουδίωνος, της οποίας έγινε και ηγούμενος. Λόγω όμως ασθενείας του, παρέδωσε την ηγουμενία στον ανιψιό του Θεόδωρο. Αλλά οι βαρβαρικές επιδρομές, τον ανάγκασαν μαζί με το πνευματικό του ποίμνιο να επιστρέψει στη βασιλεύουσα, όταν του δόθηκε η Μονή Στουδίου, ερημωμένη τότε, για να την κατοικήσει, της οποίας μετά την ανακαινιση έγινε ηγούμενος. Ατυχώς, από την αυστηρότητα του χαρακτήρα του, ήλθε σε σύγκρουση με τον βασιλιά Κωνσταντίνο τον ΣΤ', για τον γάμο του με τη Θεοδότη και εξορίστηκε. Κατόπιν ανακλήθηκε και πήρε ενεργό μέρος κατά της εικονομαχίας και υπέστη μαζί με τους ανιψιούς του Θεόδωρο και Ιωσήφ, συνεχείς εξορίες και κακουχίες μέχρι πού πέθανε στις 4 Απριλίου του 814.


Ο Όσιος Πόπλιος





Ο Όσιος Πόπλιος απεβίωσε ειρηνικά






Η Αγία Φερφούθη μετά της αδελφής και ανιψιάς της

Έζησαν τον 4ο αιώνα, στα χρόνια του βασιλιά Κωνσταντίνου, και όταν βασιλιάς στην Περσία ήταν ο Σαπώρ ο Β'. Όταν κάποτε η περσίδα βασίλισσα αρρώστησε, μερικές γυναίκες απέδωσαν την αρρώστεια της στις μαγικές ενέργειες της Περσίδας Φερφούθης και της αδελφής της. Συνελήφθήσαν λοιπόν και υποβλήθηκαν σε ανάκριση. Απολογήθηκαν ότι ήταν εντελώς αθώες από τέτοιο έγκλημα, διότι ασπάζονταν τη χριστιανική πίστη, που καταδικάζει τις μαγείες. Η ενοχή τους βέβαια δεν αποδείχτηκε, αλλα η δήλωση, ότι ήταν χριστιανές, κίνησε τη δυσμένεια του κριτή εναντίον τους. Έτσι, σαν δήθεν μάγισσες και σαν χριστιανές, καταδικάστηκαν σε θάνατο. Και μαζί μ' αυτές, καταδικάστηκε και η κόρη της αδελφής της Φερφούθης - η ανιψιά της δηλαδή - απαλό ακόμη και νεαρότατο κοριτσάκι. Η τερατώδης αυτή καταδίκη, μάλλον ευχαρίστησε τις άγιες γυναίκες, διότι έπασχαν για το Χριστό. Ο τρόπος του θανάτου τους υπήρξε ωμότατος. Τις πριόνισαν κάθετα από το λαιμό μέχρι τα πόδια, και έτσι όπως ήταν διχοτομημένα τα σώματα τους τα κάρφωσαν πάνω σε ξύλα.


Οι Άγιοι Θεόδουλος και Αγαθάπους

Οι Άγιοι Θεόδουλος και Αγαθάπους κατάγονταν από τη Θεσσαλονίκη και έζησαν στα πρώτα χρόνια των διωγμών. Ο Άγαθάποδας ήταν γέροντας και νεώτερος ο Θεόδουλος. Αλλά η χριστιανική αγάπη τους ένωνε αδελφικότατα. Μελετούσαν μαζί τις Γραφές, εργάζονταν για την εξάπλωση του Ευαγγελίου και μοχθούσαν υπηρετώντας τους πάσχοντες και στερημένους αδελφούς τους. Κάποια νύχτα, όμως, συνέβη κάτι παράδοξο. Είδαν και οι δύο το ίδιο όνειρο. Ότι, δηλαδή, ταξίδευαν με πλοίο και ξαφνικά έγινε τρικυμία, και το πλοίο έσπασε στα δύο. Αυτοί, όμως, σώθηκαν και ανέβηκαν σ' ένα βουνό, που η κορυφή του έφθανε στον ουρανό. Την επομένη μέρα, το όνειρο έγινε πραγματικότητα. Τους συλλαμβάνουν και κατάλαβαν ότι τους περίμεναν κύματα θανάτου. Ο άρχοντας Φουστίνος ζήτα να αρνηθούν το Χριστό. Αυτοί, και οι δύο, Τον ομολογούν με θάρρος. Τότε, τους ρίχνουν στη θάλασσα. Στο βυθό της, βέβαια, πήγαν τα φθαρτά τους σώματα. Οι ψυχές τους, όμως, ανέβηκαν στο θρόνο του Θεού. Και αξιώθηκαν να φέρουν «επί τας κεφάλας αυτών στεφάνους χρυσούς» (Αποκάλυψη Ιωάννου, δ' 4). Να έχουν, δηλαδή, στα κεφάλια τους στεφάνια χρυσά, σύμβολα της νίκης και του ένδοξου θριάμβου τους.

Σάββατο 3 Απριλίου 2010

Μεγάλο Σάββατο - Η ταφή του Κυρίου


Το Σάββατο, αφού συγκεντρώθηκαν οι αρχιερείς και οι φαρισαίοι στο Πόντιο Πιλάτο, τον παρακάλεσαν να ασφαλίσει τον τάφο του Ιησού για τρεις ημέρες διότι, καθώς έλεγαν, «έχουμε υποψία μήπως οι μαθητές Του, αφού κλέψουν την νύχτα το ενταφιασμένο Του σώμα κηρύξουν έπειτα στο λαό ως αληθινή την ανάσταση την οποία προείπε ο πλάνος εκείνος, όταν ακόμη ζούσε· και τότε θα είναι η τελευταία πλάνη χειρότερη της πρώτης». Αυτά αφού είπαν στον Πόντιο Πιλάτο και αφού πήραν την άδεια του, έφυγαν και σφράγισαν τον τάφο τοποθετώντας εκεί για ασφάλεια του κουστωδία, δηλαδή στρατιωτική φρουρά.

Ο Όσιος Νικήτας ο Ομολογητής Ηγούμενος Μονής Μηδικίου

Ο Όσιος Νικήτας καταγόταν από την Καισάρεια της Βιθυνίας και έζησε τον 8ο αιώνα μ.Χ. Σε βρεφική ηλικία έμεινε ορφανός από μητέρα και την ανατροφή του την ανέλαβαν η ενάρετη γιαγιά του και ο ευσεβής Φιλάρετος, ο πατέρας του, ο οποίος ανέθεσε από πολύ νωρίς την εκπαίδευσή του σε κάποιο κληρικό φημισμένο για τις παιδαγωγικές και πνευματικές του αρετές. Έτσι ο νεαρός Νικήτας απόκτησε αξιόλογη κοσμική και πνευματική παιδεία.
Αφού εγκατέλειψε πατέρα, μητέρα, αδελφούς, αδελφές, συγγενείς, σπίτι, πατρίδα πλούτη και σήκωσε τον σταυρό του με προθυμία, ακολούθησε τον Χριστό και έγινε άξιος μαθητής αυτού.
Σε νεαρή ηλικία κατέφυγε στην περίφημη μονή του Μηδικίου της Τριγλίας, όπου γρήγορα, για τις πολλές του αρετές, κατάκτησε την αγάπη και την εκτίμηση όλων των αδελφών της μονής, οι οποίοι μετά τον θάνατο του ηγουμένου Νικηφόρου, τον εξέλεξαν ηγούμενο της μονής, επί Πατριάρχου Ταρασίου (784 - 806 μ.Χ.).
Λόγω της σταθερής πίστεώς του στην διδασκαλία και παράδοση της Εκκλησίας μας για τις ιερές εικόνες ο Όσιος εξορίσθηκε, επί αυτοκράτορα Λέοντος του Ε' (813 - 820 μ.Χ.), στην κωμόπολη Μασαλεών της Μικράς Ασίας. Από εκεί ανακλήθηκε για να εξορισθεί εκ νέου, το 815 μ.Χ., στη νήσο της Αγίας Γλυκερίας κοντά στον Ακρίτα. Επανέκαμψε στην Κωνσταντινούπολη επί βασιλέως Μιχαήλ του Τραυλού (820 - 829 μ.Χ.) και εγκαταστάθηκε σε κάποιο μετόχι στο βόρειο τμήμα της πόλεως, το οποίο πιθανώς ανήκε στη μονή Πελεκητής. Προς τον Όσιο έγραφε συνεχώς ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης (βλέπε 11 Νοεμβρίου). Ο Όσιος Νικήτας ο Ομολογητής κοιμήθηκε με ειρήνη στον τόπο που είχε εγκατασταθεί.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ’.
Ὀρθοδοξίας ὁδηγέ, εὐσεβείας Διδάσκαλε καί σεμνότητος, τῆς Οἰκουμένης ὁ φωστήρ, τῶν Μοναζόντων θεόπνευστον ἐγκαλλώπισμα, Νικήτα σοφέ, ταῖς διδαχαῖς σου πάντας ἐφώτισας, λύρα τοῦ Πνεύματος. Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τάς ψυχάς ἡμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς νίκης ἐπώνυμος τῶν θεοσδώτων θεσμῶν φρουρὸς ἀπερίτρεπτος καὶ στῦλος ὤφθης στερρός, Νικήτα μακάριε· σὺ γὰρ τῆς ἀπαθείας κοσμηθεὶς ταῖς ἀκτῖσιν αἴγλης ὁμολογίας τὸν σὸν βίον φαιδρύνεις. καὶ νῦν τῶν σοὶ προσιόντων δέχου τὴν αἴνεσιν.

Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Ὡς ἡσυχίας ὑποφήτης, πρακτικώτατος, τῆς ποιμανσίας ὀφθαλμός ὤφθης ἀκοίμητος τῆς Μονῆς καθηγησάμενος Μηδικίου· Ἀλλ᾽ὡς φύλαξ τῶν ἐνθέων παραδόσεων διαρρύθμισον Νικήτα θείῳ Πνεύματι τοὺς βοῶντάς σοι, χαίροις Πάτερ τρισόλβιε.

Κάθισμα
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ηὐλίσθης ἐν ὄρεσι, τῆς ἡσυχίας σοφέ, ἐτράφης ἐν πόλεσι, τῆς ἐγκρατείας σαφῶς, ὑψώθης ἀμφοτέρωθεν, ἔλιπες χαμαιζήλου, ἡδονῆς πολιτείαν, ἔφθασας οὐρανίου, τὴν μονὴν κατοικίας, ἐν ᾗ καθικετεύεις ὑπὲρ ἡμῶν τὸν Θεόν.

Ο Όσιος Ιωσήφ ο Υμνογράφος

Ο Όσιος Ιωσήφ γεννήθηκε στη Σικελία, το έτος 816 μ.Χ., από ενάρετους και ευσεβείς γονείς, τον Πλουτίνο και την Αγάθη. Τα περί της ζωής και της δράσεώς του τα γνωρίζουμε από τον βίο που συνέταξε ο μαθητής και διάδοχός του στη μονή του, Θεοφάνης, συμπληρωματικά δε από τα εγκώμια που του αφιέρωσαν ο Ιωάννης Διάκονος και ο Θεόδωρος Πεδιάσιμος.
Ο Όσιος αναγκάσθηκε να φύγει από την γενέτειρά του οικογενειακώς, λόγω της εντάσεως των Αραβικών επιδρομών που έπειτα από λίγο καιρό επρόκειτο να καταλήξουν στην κατάληψη της νήσου και να μεταναστεύσει στην Πελοπόννησο. Σε ηλικία δεκαπέντε ετών αποχωρίσθηκε τους γονείς του και μετέβη στην Θεσσαλονίκη και συγκεκριμένα στην περίφημη μονή Λατόμου, όπου επιδόθηκε στη μοναχική άσκηση υπό την καθοδήγηση του Αγίου Γρηγορίου του Δεκαπολίτου (τιμάται 20 Νοεμβρίου), ασκώντας το έργο του οξυγράφου.
Μετά από εννέα χρόνια παραμονής στην Θεσσαλονίκη, το έτος 840 μ.Χ., μετέβη στην Κωνσταντινούπολη μαζί με τον Άγιο Γρηγόριο και εγκαταστάθηκε στη μονή του Αγίου Ιερομάρτυρα Αντίπα. Δεν παρέμεινε όμως για πολύ εκεί απερίσπαστος, διότι το επόμενο έτος απεστάλη από τους Ορθοδόξους της Βασιλεύουσας στη Ρώμη για διαβουλεύσεις επί του θέματος του διωγμού από τους εικονομάχους. Δεν κατόρθωσε να φέρει εις πέρας την αποστολή, διότι το πλοίο του έπεσε στα χέρια Αράβων πειρατών και αυτός οδηγήθηκε αιχμάλωτος στην αραβοκρατούμενη τότε Κρήτη, από όπου ελευθερώθηκε με τις φροντίδες φιλάνθρωπων πιστών και με θαύμα του Αγίου Νικολάου.
Κατά το βραχύ χρόνο αυτής της περιπέτειάς του συνέβησαν δύο σημαντικά γεγονότα. Το ένα, που σχετιζόταν ιδιαίτερα με αυτόν, ήταν ο θάνατος του πνευματικού του οδηγού Αγίου Γρηγορίου του Δεκαπολίτου και το άλλο, που αφορούσε την Εκκλησία ολόκληρη, ήταν η αναστήλωση των ιερών εικόνων.
Όταν διά της Θεσσαλονίκης επανήλθε πάλι στην Κωνσταντινούπολη, το έτος 843 μ.Χ., έζησε επί δύο χρόνια ως έγκλειστος στη μονή του Αγίου Αντίπα. Έπειτα έζησε στα κτήρια του ναού του ιερού Χρυσοστόμου επί πενταετία, έως ότου ίδρυσε δική του μονή, το έτος 850 μ.Χ., αφιερωμένη στον Απόστολο Βαρθολομαίο. Εκεί απέθεσε και τα ιερά λείψανα του Αποστόλου που είχε φέρει από την Θεσσαλονίκη, καθώς επίσης και τα σκηνώματα του πνευματικού του οδηγού Αγίου Γρηγορίου και του συνασκητού του Ιωάννου. Ο Όσιος Ιωσήφ παρακαλούσε με δάκρυα και στεναγμούς τον Απόστολο Βαρθολομαίο να τον βοηθήσει στην σύνθεση ύμνων.Και, πράγματι, πέτυχε εκείνο που ποθούσε η ψυχή του. Είδε σε οπτασία έναν άνδρα με εμφάνιση Αποστόλου, που προκαλούσε το δέος και ο οποίος πήρε από την Αγία Τράπεζα το ιερό Ευαγγέλιο, του το έβαλε πάνω στο στήθος και τον ευλόγησε. Τούτο υπήρξε και η απαρχή του θείου χαρίσματος που ο Όσιος επιθυμούσε.
Μετά την έκπτωση του Πατριάρχου Ιγνατίου και την άνοδο του ιερού Φωτίου, το έτος 858 μ.Χ., ο Όσιος Ιωσήφ εξορίστηκε από τον Βάρδα στην Κριμαία, προφανώς ως οπαδός του πρώτου και ίσως ως λατινόφιλος κατά κάποιο τρόπο, αφού προ ετών είχε σταλεί για να ζητήσει την βοήθεια της Ρώμης. Δεν έμεινε όμως στην εξορία για πολύ καιρό, καθώς, όπως αποδείχθηκε και από την μετέπειτα στάση του, ο ιερός Φώτιος τον εκτιμούσε ιδιαίτερα.
Όταν το έτος 867 μ.Χ. ο Πατριάρχης Ιγνάτιος ανέβηκε για δεύτερη φορά στο θρόνο, ο Όσιος Ιωσήφ έγινε σκευοφύλαξ της Αγίας Σοφίας και διατήρησε αυτήν την θέση κατά την διάρκεια της Δευτέρας πατριαρχίας του Αγίου Φωτίου. Κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 886 μ.Χ.
Ο κύριος όγκος του υμνογραφικού έργου του Οσίου συνίσταται σε Κανόνες, που αφθονούν στα έντυπα βιβλία και τα χειρόγραφα. Η συμβολή του Οσίου Ιωσήφ στην υμνογραφική ολοκλήρωση της Οκτωήχου είναι καθοριστική, δεδομένο ότι κάλυψε το μεγαλύτερο μέρος της εβδομάδας, πλην της Κυριακής της οποίας τους Κανόνες είχαν συντάξει ο Κοσμάς ο Μελωδός και ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός.
Στα Μηναία ο Όσιος Ιωσήφ είναι ο πλουσιότερα εκπροσωπούμενος υμνογράφος, αφού διατηρούνται σε αυτά 165 Κανόνες του με ομοιόμορφη δομή, που εξυμνούν Αγίους δευτέρας συνήθως εορταστικής τάξεως, δεδομένου ότι οι εξέχουσες εορτές είχαν ήδη καλυφθεί υμνογραφικά.
Ιδιαίτερα βέβαια συγκινεί ο Κανών στον Ακάθιστο Ύμνο, στον οποίο ακολουθεί Ειρμούς του Οσίου Ιωάννου του Δαμασκηνού και υμνεί την Θεοτόκο με ατελείωτη σειρά επιθέτων και εικόνων, ως άφλεκτη βάτο, νεφέλη ολόφωτη, ρόδο αμάραντο, μήλο εύοσμο, περιστερά και τα παρόμοια.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Τὸ δωδεκάχορδον τοῦ Λόγου ὄργανον, τὴν παναρμόνιον λύραν τῆς χάριτος, τὸ Ὑμνογράφον Ἰωσὴφ τιμήσωμεν ἐπαξίως• οὗτος γὰρ ἀνύμνησε, μελιχροὶς μελωδήμασι, Πνεύματι κινούμενος, τῶν Ἁγίων πᾶν σύστημα. Μεθ' ὧν καὶ ἱκετεύει ἀπαύστως, δοῦναι ἠμὶν πταισμάτων λύσιν.

Ο Άγιος Ελπιδηφόρος



Ξίφους ἀληθὴς μάρτυς Ἐλπιδηφόρος,
Θεὸν φέρει ἄψευστον εὐελπιστίαν.

Ο Άγιος Ελπιδηφόρος (ή Ελπιδοφόρος) μαρτύρησε δια ξίφους.

Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου του Αμαράντου Ρόδου




Η ιερά εικόνα της Παναγίας του Αμαράντου Ρόδου τιμάται στη Μόσχα, στο Βορονέζ και σε άλλες πόλεις της Ρωσίας, όπου φυλάσσονται αντίγραφα αυτής. Στην εικόνα η Υπεραγία Θεοτόκος κρατά το Θείο Βρέφος στο δεξί της χέρι και στο αριστερό της χέρι υπάρχει ένα μπουκέτο από κρίνους. Αυτό το μπουκέτο συμβολικά δηλώνει το αμάραντο άνθος της παρθενίας της Αειπαρθένου.

Ανάμνηση Θαύματος Αγίου Σπυρίδωνα



Στην Κέρκυρα, το σκήνωμα του Αγίου Σπυρίδωνος λιτανεύεται το Μεγάλο Σάββατο σε ανάμνηση της απαλλαγής του νησιού από την μεγάλη καταστροφή της σοδιάς των σιτηρών το 1533 μ.Χ.






H Αγία Αγάπη η παρθενομάρτυς





Δεν έχουμε λεπτομέρειες για τον βίο της Αγίας.






Ο Όσιος Νεκτάριος του Μπεζέτσκ

Ο Όσιος Νεκτάριος του Μπεζέτσκ έζησε στη Ρωσία και ήταν μοναχός στο μοναστήρι της Αγίας Τριάδος του Σεργίου. Στα μέσα του 15ου αιώνος μ.Χ. εγκαταστάθηκε σε ένα πυκνό δάσος, στο υψηλότερο μέρος της περιοχής του Μπεζέτσκ, όπου ασκήτεψε θεοφιλώς.
Εκεί συγκεντρώθηκε πλήθος μοναχών, οι οποίοι σε σύντομο χρονικό διάστημα έχτισαν μια Εκκλησία αφιερωμένη στα Εισόδια της Θεοτόκου. Το νέο μοναστήρι ήταν ένα από τα φτωχότερα και σύμφωνα με το Χρονικό της μονής κτίσθηκε με δάκρυα, νηστεία και αγρυπνία. Με ομόφωνη απόφαση όλων των αδελφών της μονής, ο Όσιος Νεκτάριος επιλέχθηκε ως ηγούμενος.
Ο Όσιος Νεκτάριος κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 1492 μ.Χ.


Ο Άγιος Παύλος ο Ρώσος ο Απελεύθερος

Ο Άγιος Νεομάρτυς Παύλος καταγόταν από τη Ρωσία. Αιχμαλωτίσθηκε σε παιδική ηλικία από τους Τάταρους, από τους οποίους τον αγόρασε κάποιος Χριστιανός της Κωνσταντινουπόλεως και τον άφησε ελεύθερο. Στη Βασιλεύουσα ο Άγιος νυμφεύθηκε Ρωσίδα γυναίκα, που ήταν πρώτα αιχμάλωτη, μετά της οποίας ζούσε βίο ευσεβή και φιλόθεο.
Όμως ο Άγιος, που έπασχε από τη νόσο της επιληψίας, κάποια στιγμή σε ώρα κρίσεως, ενώ οι γείτονές του τον οδηγούσαν στο ναό της Θεομήτορος της επιλεγομένης του Μογλουνίου, όταν συνάντησε στον δρόμο κάποιους Τούρκους, άρχισε να ζητά βοήθεια από αυτούς και να φωνάζει «Είμαι Αγαρηνός».
Οι Τούρκοι ανέφεραν τα συμβάντα στον βεζίρη, ο οποίος διέταξε την σύλληψη του Αγίου Παύλου και τον ιερέων του ναού. Όταν ο Άγιος συνήλθε από την κρίση της ασθένειάς του, οδηγήθηκε ενώπιον του άρχοντος, ο οποίος του ζήτησε να ομολογήσει επίσημα το Μουσουλμανισμό, υποσχόμενος πλούτο και τιμές και απειλώντας με βασανιστήρια και θάνατο. Ο Παύλος, ενδυναμούμενος και από την σύζυγό του, ομολόγησε με παρρησία το Όνομα του Χριστού. Έτσι τον έριξαν στη φυλακή και τον βασάνισαν. Αφού κήρυξε και πάλι την πίστη του στον Χριστό μπροστά στο βεζίρη, τη Μεγάλη Παρασκευή του έτους 1683 μ.Χ., οδηγήθηκε δέσμιος στον ιππόδρομο Ατμεϊντάν, όπου του απέκοψαν την τίμια κεφαλή του.


Ο Όσιος Ιλλυριός




Ο Όσιος Ιλλυριός ασκήτεψε στο όρος του Μυρσινώνος και απεβίωσε ειρηνικά.






Οι Άγιοι Δίος, Βυθόνιος και Γάλυκος

Τα βιογραφικά στοιχεία των Αγίων είναι συγκεχυμένα. Στό Λαυρεωτικό Κώδικα Ι 70 η μνήμη τους συνοδεύεται με αυτή του Μάρτυρα Ίλαρίωνα, ο όποιος άλλου δεν μνημονεύεται. Σύμφωνα λοιπόν με τον Κώδικα αυτό, οι Άγιοι αυτοί, αυθόρμητα παρουσιάστηκαν στον άρχοντα της πόλης τους και του έκαναν δριμύτατη παρατήρηση, διότι θα θυσίαζε στα είδωλα. και συγχρόνως ομολόγησαν ότι είναι χριστιανοί. Ο δε πονηρός άρχοντας τους είπε να έλθουν στη γιορτή των ειδώλων και αφού θυσιάσουν σ' αυτά, θα έκανε ό,τι αυτοί του έλεγαν. Οι Άγιοι προσποιήθηκαν ότι θα πήγαιναν.
Όταν όμως άρχισε η γιορτή και ήλθε η ώρα να θυσιάσουν, οι Άγιοι έριξαν κάτω τα είδωλόθυτα και συνέτριψαν τους ειδωλολατρικούς βωμούς. Τότε οι φτωχοί της πόλης, έτρεξαν και άρπαξαν το χρυσάφι από τους κατεστραμμένους βωμούς και έφαγαν όλα τα είδωλόθυτα.
Όταν το είδε αυτό ο άρχοντας και οι ειδωλολάτρες, το θεώρησαν μεγάλη προσβολή. Τους έδεσαν λοιπόν με σχοινιά και για τρεις ημέρες τους έσερναν μέσα στους δρόμους της πόλης, και τους χτυπούσαν αλύπητα με πέτρες, ξύλα, και τους έκοβαν με τα δόντια τις σάρκες τους. Στο τέλος, αφού τους έδεσαν με ογκόλιθους, τους έριξαν μέσα στη θάλασσα. Αλλά άγγελος Κυρίου τους ανέσυρε σώους και αβλαβείς. Μπροστά σ' αυτό το θαύμα, πολλοί ειδωλολάτρες έγιναν χριστιανοί. Κατόπιν όμως, οι πιο πωρωμένοι άπ' αυτούς, τους αποκεφάλισαν και έτσι έλαβαν τα στεφάνια του μαρτυρίου.
Άλλοι Συναξαριστές όμως γράφουν, ότι ο μεν Βιθόνιος μαρτύρησε αφού τον έριξαν στη θάλασσα, ο δε Γάλυκος αφού τον έριξαν στα θηρία, και ο Δίος μαρτύρησε αφού δέχτηκε μια κεραμίδα στο κεφάλι.

Παρασκευή 2 Απριλίου 2010

Μεγάλη Παρασκευή - Τα άγια πάθη του Κυρίου

Την Παρασκευή, στέλνεται ο Ιησούς δέσμιος από τον Καϊάφα στον τότε ηγεμόνα της Ιουδαίας Πόντιο Πιλάτο. Αυτός, αφού Τον ανέκρινε με πολλούς τρόπους και αφού ομολόγησε δυο φορές ότι ο Ιησούς είναι αθώος, έπειτα, για να ευχαριστηθούν οι Ιουδαίοι, τον καταδικάζει σε θάνατο• και αφού τον μαστίγωσε σαν δραπέτη δούλο τον Δεσπότη των όλων, Τον παρέδωσε για να σταυρωθεί. Από ’κει και πέρα ο Ιησούς, αφού παραδόθηκε στους στρατιώτες, γυμνώνεται, φοράει κόκκινη χλαμύδα, στεφανώνεται με ακάνθινο στεφάνι, κρατάει κάλαμο σα σκήπτρο, προσκυνείται χλευαστικά, φτύνεται και χτυπιέται στο πρόσωπο και στο κεφάλι. Μετά, φορώντας πάλι τα ρούχα του και βαστάζοντας το Σταυρό, πηγαίνει προς τον Γολγοθά, τον τόπο της καταδίκης και εκεί, γύρω στην Τρίτη ώρα της ημέρας, σταυρώνεται μεταξύ δυο ληστών, βλασφημείται από αυτούς που είχαν πάει στον Γολγοθά μαζί του, μυκτηρίζεται από τους αρχιερείς, ποτίζεται από τους στρατιώτες με ξύδι ανακατεμένο με χολή. Γύρω στην ενάτη ώρα, αφού βγάζει πρώτα φωνή μεγάλη, και λέει: «Τετέλεσται», εκπνέει «ο αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου», την ώρα κατά την οποία σφάζονταν, σύμφωνα με τον νόμο, ο πασχαλινός αμνός, ο οποίος καθιερώθηκε ως έθιμο στους Ιουδαίους, προτυπώνοντας τον Εσταυρωμένο Χριστό, πρίν από 1043 χρόνια.
Το δεσποτικό αυτό θάνατο και η άψυχη κτίση, πενθώντας, τον τρέμει και αλλοιώνεται από το φόβο αλλά ο Δημιουργός της κτίσεως ακόμα και όταν είναι νεκρός, λογχίζεται την ακήρατη πλευρά Του και ρέει απ’ αυτή αίμα και νερό. Τέλος, κατά τη δύση του ηλίου, έρχεται ο Ιωσήφ από Αριμαθείας και ο Νικόδημος μαζί με αυτόν, και οι δυο κρυφοί μαθητές του Ιησού, αποκαθηλώνουν από το Σταυρό το πανάγιο του διδασκάλου σώμα, το αρωματίζουν, το τυλίγουν με καθαρό σεντόνι και αφού το έθαψαν σε καινούργιο τάφο, κυλούν στο στόμιο του μεγάλο λίθο.
Αυτά τα φρικτά και σωτήρια πάθη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού επιτελούμε σήμερα και εις ανάμνηση αυτών παραλάβαμε από αποστολική διαταγή, τη νηστεία της Παρασκευής.

Ο Όσιος Τίτος ο Θαυματουργός

Ο Όσιος Τίτος είχε ψυχή με θερμή αγάπη στο Θεό και τον πλησίον. Όπως ο Κύριος είχε πει στους μαθητές του, «ἐμὸν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με» ( Ιωάν., δ' 34), δικό μου, δηλαδή, φαγητό είναι να πράττω το θέλημα Εκείνου (του Πατέρα Θεού) που με απέστειλε, έτσι συνέβαινε και στον όσιο Τίτο. Τροφή του ήταν να πράττει με κάθε τρόπο το θέλημα του ουρανίου Πατέρα και να χρησιμοποιεί τη ζωή του για την ηθική και πνευματική οικοδομή των αδελφών του.
Όταν έγινε μοναχός, έλαμψε με την φιλάδελφη συμπεριφορά του, την πραότητα και την επιείκεια. Ήταν χαρακτήρας που γνώριζε να παραβλέπει, να μακροθυμεί, να ανέχεται, να συνδιαλέγεται, να διαλύει τις παρεξηγήσεις, να κερδίζει γρήγορα την εμπιστοσύνη και να κατακτά τις καρδιές των άλλων. "Ετσι, έγινε πνευματικός ηγέτης μεγάλης αποδοχής και πλήθος λαϊκών και μοναχών ζητούσαν να ωφεληθούν από την συντροφιά του. Μάλιστα, ο Θεός αντάμειψε την καθαρότητα της ψυχής και της ζωής του με το χάρισμα να θαυματουργεί.
Αφού έμεινε σταθερός στην πίστη μέχρι τέλους της ζωής του, αποδήμησε στον Κύριο, αφήνοντας πίσω του πολλούς μιμητές.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ’.
Ἐν σοί Πάτερ ἀκριβῶς διεσώθη τό κατ᾽ εἰκόνα· λαβών γάρ τόν σταυρόν, ἠκολούθησας τῷ Χριστῷ, καί πράττων ἐδίδασκες, ὑπερορᾷν μέν σαρκός, παρέρχεται γάρ· ἐπιμελεῖσθαι δέ ψυχῆς, πράγματος ἀθανάτoυ· διό καί μετά Ἀγγέλων συναγάλλεται, Ὅσιε Τίτε τό πνεῦμά σου.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ἀνατεθεῖς ἀπὸ παιδὸς τῷ Κυρίῳ, ἀγγελικῶς ἐπολιτεύσω ἐν κόσμῳ, καὶ τῶν θαυμάτων εἴληφας τὴν χάριν ἐκ Θεοῦ, ὅθεν ἐχρημάτισας, Μοναζόντων ἀλείπτης, Τίτε παμμακάριστε, καὶ σοφὸς οἰκονόμος. Ἄλλα μὴ παύση Πάτερ ἐκτενῶς, ὑπὲρ τοῦ κόσμου, Θεὸν ἰλεούμενος.

Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐγκρατείας ἄνθραξι, σαυτόν καθάρας, ἀρετῶν ἐξήστραψας, φωτοειδεῖς μαρμαρυγάς, καταφαιδρύνων τούς ψάλλοντας· Χαίροις ὦ Τίτε, Πατέρων ἀγλάϊσμα.

Κάθισμα
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Δακρύων τοῖς ῥεύμασι, καθάπερ δένδρον σοφέ, ἀεί πιαινόμενος, δικαιοσύνης καρπούς, πλουσίως ἐξήνθησας· ὅθεν σε συνελθόντες, ἐπαξίως τιμῶμεν, Τίτε θαυματοφόρε, ἀσκητῶν ὡραιότης, ἀλλὰ ταῖς ἱκεσίαις ταῖς σαῖς, πάντας περίσῳζε.

Ἕτερον Κάθισμα
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Τὸν τοῦ βίου τάραχον, ἐγκαταλείψας, καὶ ἡσύχως ἅπαντα, ζήσας τὸν βίον σου σοφέ, πρὸς τὸν Θεὸν μεταβέβηκας, θαυματοφόρε Πατὴρ ἡμῶν ὅσιε.

Οι Άγιοι Αιδέσιος και Αμφιανός οι αυτάδελφοι

Ευλογημένα παραδείγματα πνευματικού αγώνος μέσα στον κόσμο με τις ποικίλες σειρήνες του, αποτελούν και οι δύο φοιτητές Άγιοι Μάρτυρες Aμφιανός και Aιδέσιος. Πηγή πληροφοριών των δύο αδελφών μαρτύρων είναι ο Ευσέβιος Καισαρείας.
Κατάγονται από επιφανείς γονείς που διαμένουν στην Γάζα, σημαντική πόλη της Λυκίας. O μάρτυς Aμφιανός πηγαίνει για σπουδές στα εκπαιδευτήρια της Bηρυττού, πανεπιστημιακής κυψέλης της εποχής, που μάλιστα φημιζόταν για τις νομικές κυρίως σπουδές. Επιστρέφει στην πατρική εστία αλώβητος από τις παγίδες του εχθρού που παραμόνευαν σε μια μεγάλη και κοσμοπολίτικη πόλη, όπως η Bηρυττός.
Μη μπορώντας να υποφέρει τη συμβίωση με την οικογένειά του και τους συγγενείς του λόγω της διαφορετικότητας του πνεύματος που τους διακατείχε, καταφεύγει στην Kαισάρεια της Παλαιστίνης, συγκατοικεί εκεί με τον κατοπινό μάρτυρα Πάμφιλο (βλέπε 5 Νοεμβρίου) και τους μαθητές του και ασκείται μαζί τους.
Το τρίτο έτος του δεύτερου διωγμού κατά των Χριστιανών, γύρω στο 305 μ.X., αποστέλλονται γράμματα από τον αυτοκράτορα Mαξιμίνο τον B’ να θυσιάσουν όλοι οι κάτοικοι ανεξαιρέτως σε ειδωλολατρικούς ναούς. Καθώς ο άρχων της Kαισάρειας της Παλαιστίνης Oυρβανός ετοιμάζεται να θυσιάσει στα είδωλα, τον πλησιάζει ο Aμφιανός προσπερνώντας με τόλμη τη στρατιωτική παράταξη, του πιάνει το χέρι και τον εμποδίζει να τελέσει τη θυσία. Ελέγχει τον άρχοντα λέγοντας του ότι δεν μπορεί να θυσιάζει στους δαίμονες και στα είδωλα και να εγκαταλείπει τον ένα και αληθινό Θεό. Oι στρατιώτες του ηγεμόνα τον αρπάζουν, τον χτυπούν, τον κλωτσούν, του σπάζουν το στόμα, τον οδηγούν στο δεσμωτήριο και τον υποβάλλουν στη φάλαγγα. Tην επόμενη, του ξεσκίζουν τα πλευρά, τα σπλάχνα, το πρόσωπο και τον αυχένα ώστε παραμορφώνεται το νεανικό του κάλλος. Του περιτυλίσσουν τα πόδια με λινά υφάσματα ποτισμένα με λάδι και τα ανάβουν με φωτιά. O Aμφιανός αντιστέκεται με ανδρεία χωρίς να υποχωρήσει κατ’ ελάχιστον από την πίστη του. Oδηγείται στο δεσμωτήριο και μετά από τρεις ημέρες ρίχνεται στη θάλασσα. Τότε, γίνεται ισχυρός σεισμός και η πόλη ταράσσεται ολόκληρη, ενώ συγχρόνως το σώμα του αγίου εκβράζεται από τη θάλασσα.
Παρόμοια η πίστη και η δυναμικότητα του ομοπάτριου αδελφού του, Aιδέσιου. O Aιδέσιος ήταν περισσότερο μορφωμένος από τον αδελφό του Aμφιανό και είχε μείνει περισσότερο χρόνο κοντά στον Παμφίλο. Συνελήφθη την εποχή του ίδιου διωγμού και είχε παραδοθεί στα μεταλλεία χαλκού της Παλαιστίνης. Μεταβαίνει στη συνέχεια στην Αλεξάνδρεια όπου εκεί τον περιμένει ο θρίαμβος του μαρτυρίου. O δικαστής Ιεροκλής (και άρχοντας της Αιγύπτου) δεν περιορίζεται στην εκτέλεση της αυτοκρατορικής διαταγής (θυσία των κατοίκων στα είδωλα), αλλά παραδίδει χριστιανές παρθένους σε πορνοτρόφους να τις ρίξουν στην ασέλγεια. O Aιδέσιος ελέγχει τον Ιεροκλή με τα λόγια του, αλλά και τον γρονθοκοπά με τα ίδια του τα χέρια, τον πληγώνει και τον ρίχνει κάτω, θέλοντας έτσι να τον αποτρέψει από το να προσβάλλει τις δούλες του Θεού. Οι στρατιώτες του ηγεμόνα τον συλλαμβάνουν, τον βασανίζουν και τέλος τον καταβυθίζουν στη θάλασσα, όπως τον αδελφό του Aμφιανό.

Ο Άγιος Γεώργιος Επίσκοπος Αζκουρίας





Ο Άγιος Γεώργιος (Μαζκουερέλι) έζησε μεταξύ του 9ου και του 10ου αιώνα μ.Χ. στη Γεωργία και ήταν Επίσκοπος Αζκουρίας. Κοιμήθηκε οσίως με ειρήνη.