Παρασκευή, 13 Αυγούστου 2010

ΓΕΝΕΣΙΣ 31

ΓΕΝΕΣΙΣ 31

Γεν. 31,1 Ἤκουσε δὲ Ἰακὼβ τὰ ῥήματα τῶν υἱῶν Λάβαν λεγόντων· εἴληφεν Ἰακὼβ πάντα τὰ τοῦ πατρὸς ἡμῶν καὶ ἐκ τῶν τοῦ πατρὸς ἡμῶν πεποίηκε πᾶσαν τὴν δόξαν ταύτην.
Γεν. 31,1 Εφθασαν εις τα αυτιά του Ιακώβ πληροφορίαι, ότι τα παιδιά του Λαβαν έλεγαν· “ο Ιακώβ επήρε όλα τα υπάρχοντα του πατρός μας και από αυτά έκαμε όλην αυτού την μεγάλην περιουσίαν”.

Γεν. 31,2 καὶ εἶδεν Ἰακὼβ τὸ πρόσωπον τοῦ Λάβαν, καὶ ἰδοὺ οὐκ ἦν πρὸς αὐτὸν ὡσεὶ ἐχθὲς καὶ τρίτην ἡμέραν.
Γεν. 31,2 Είδε δε και ο Ιακώβ σκυθρωπόν το πρόσωπον του Λαβαν και αντελήφθη ότι η διάθεσίς του απέναντι αυτού δεν ήτο όπως προηγουμένως φιλική, αλλ' είχε γίνει δυσμενής και εχθρική εξ αιτίας του φθόνου του.

Γεν. 31,3 εἶπε δὲ Κύριος πρὸς Ἰακώβ· ἀποστρέφου εἰς τὴν γῆν τοῦ πατρός σου καὶ εἰς τὴν γενεάν σου, καὶ ἔσομαι μετὰ σοῦ.
Γεν. 31,3 Τοτε είπεν ο Κυριος προς τον Ιακώβ· “να επιστρέψης εις την γην του πατρός σου, εις την γενεάν σου, και εγώ θα είμαι μαζή σου υπερασπιστής και βοηθός”.

Γεν. 31,4 ἀποστείλας δὲ Ἰακὼβ ἐκάλεσε Λείαν καὶ Ῥαχὴλ εἰς τὸ πεδίον, οὗ ἦν τὰ ποίμνια.
Γεν. 31,4 Εστειλεν ο Ιακώβ άνθρωπον και εκάλεσε την Λείαν και την Ραχήλ να έλθουν εις την πεδιάδα, όπου αυτός έβοσκε τα πρόβατα.

Γεν. 31,5 καὶ εἶπεν αὐταῖς· ὁρῶ ἐγὼ τὸ πρόσωπον τοῦ πατρὸς ὑμῶν, ὅτι οὐκ ἔστι πρὸς ἐμοῦ ὡς ἐχθὲς καὶ τρίτην ἡμέραν· ὁ δὲ Θεὸς τοῦ πατρός μου ἦν μετ᾿ ἐμοῦ.
Γεν. 31,5 Είπε δε εις τας γυναίκας του· “εγώ βλέπω το πρόσωπον του πατρός σας σκυθρωπόν· η διάθεσίς του απέναντί μου δεν είναι πλέον φιλική, όπως προηγουμένως. Ο Θεός όμως του πατρός μου ήτο και είναι μαζή μου.

Γεν. 31,6 καὶ αὐταὶ δὲ οἴδατε, ὅτι ἐν πάσῃ τῇ ἰσχύϊ μου δεδούλευκα τῷ πατρὶ ὑμῶν.
Γεν. 31,6 Και σεις αι ίδιαι γνωρίζετε καλά ότι, με όλην, μου την δύναμιν, με ευσυνειδησίαν και τιμιότητα, εδούλευσα στον πατέρα σας.

Γεν. 31,7 ὁ δὲ πατὴρ ὑμῶν παρεκρούσατό με καὶ ἤλλαξε τὸν μισθόν μου τῶν δέκα ἀμνῶν, καὶ οὐκ ἔδωκεν αὐτῷ ὁ Θεὸς κακοποιῆσαί με.
Γεν. 31,7 Ο πατήρ σας όμως με ηπάτησε και τον ευτελή μισθόν των δέκα προβάτων τον ήλλαξε· αλλά ο Θεός δεν του επέτρεψε να μου κάμη κάτι κακόν.

Γεν. 31,8 ἐὰν οὕτως εἴπῃ, τὰ ποικίλα ἔσται σου μισθός, καὶ τέξεται πάντα τὰ πρόβατα ποικίλα· ἐὰν δὲ εἴπῃ, τὰ λευκὰ ἔσται σου μισθός, καὶ τέξεται πάντα τὰ πρόβατα λευκά·
Γεν. 31,8 Ο Θεός ήτο μαζή μου· εάν δε ο Λαβαν έλεγε τα ποικιλόχρωμα πρόβατα θα είναι ο μισθός σου, όλα τα πρόβατα θα εγεννούσαν ποικιλόχρωμα. Εάν δε έλεγεν ότι τα λευκά πρόβατα θα είναι ο μισθός σου, όλα τα πρόβατα θα εγεννούσαν λευκά αρνιά.

Γεν. 31,9 καὶ ἀφείλετο ὁ Θεὸς πάντα τὰ κτήνη τοῦ πατρὸς ὑμῶν καὶ ἔδωκέ μοι αὐτά.
Γεν. 31,9 Ο δίκαιος Θεός αφήρεσεν όλα τα ζώα του πατρός σας και τα έδωσεν εις εμέ·

Γεν. 31,10 καὶ ἐγένετο ἡνίκα ἐνεκίσσων τὰ πρόβατα ἐν γαστρὶ λαμβάνοντα, καὶ εἶδον τοῖς ὀφθαλμοῖς μου ἐν τῷ ὕπνῳ, καὶ ἰδοὺ οἱ τράγοι καὶ οἱ κριοὶ ἀναβαίνοντες ἐπὶ τὰ πρόβατα καὶ τὰς αἶγας διάλευκοι καὶ ποικίλοι καὶ σποδοειδεῖς ῥαντοί.
Γεν. 31,10 και συνέβη, ώστε, όταν τα πρόβατα συζευγνύμενα έμεναν έγκυα, είδον στον ύπνον μου με τα ίδια μου τα μάτια, ότι οι τράγοι και οι κριοι αναβαίνοντες επάνω εις τα πρόβατα και τας αίγας ήσαν όλοι λευκοί, παρδαλοί, άτακτοι, διάστικτοι.

Γεν. 31,11 καὶ εἶπέ μοι ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ καθ᾿ ὕπνον· Ἰακώβ· ἐγὼ δὲ εἶπα· τί ἐστι;
Γεν. 31,11 Και μου είπεν ο άγγελος του Θεού στον ύπνον μου· “Ιακώβ” ! Εγώ δε απήντησα· “τι είναι;”

Γεν. 31,12 καὶ εἶπεν· ἀνάβλεψον τοῖς ὀφθαλμοῖς σου, καὶ ἰδὲ τοὺς τράγους καὶ τοὺς κριοὺς ἀναβαίνοντας ἐπὶ τὰ πρόβατα καὶ τὰς αἶγας διαλεύκους καὶ ποικίλους καὶ σποδοειδεῖς ῥαντούς· ἑώρακα γάρ ὅσα σοι Λάβαν ποιεῖ·
Γεν. 31,12 “Σηκωσε τα βλέματά σου, μου απήντησιν ο άγγελος. και κύτταξε ότι οι τράγοι και οι κριοι αναβαίνοντες εις τα πρόβατα και τας αίγας είναι λευκοί και ποικιλόχρωμοι και στακτοί και διάστικτοι. Αυτό είναι σημειον ότι θα πολλαπλασιάσω τα ιδικά σου πρόβατα, διότι είδα τας αδικίας, τας οποίας εν συνεχεία σου έχει κάμει ο Λαβαν.

Γεν. 31,13 ἐγώ εἰμι ὁ Θεὸς ὁ ὀφθείς σοι ἐν τόπῳ Θεοῦ, οὗ ἤλειψάς μοι ἐκεῖ στήλην καὶ ηὔξω μοι ἐκεῖ εὐχήν· νῦν οὖν ἀνάστηθι καὶ ἔξελθε ἐκ τῆς γῆς ταύτης καὶ ἄπελθε εἰς τὴν γῆν τῆς γενέσεώς σου, καὶ ἔσομαι μετὰ σοῦ.
Γεν. 31,13 Εγώ είμαι ο Θεός, ο οποίος εφανερώθην εις σε στον ιερόν εκείνον τόπον, τον οποίον ωνόμασες συ “Οίκον Θεού”, εις την Βαιθήλ, όπου συ μου έστησες στήλην, την οποίαν έχρισες με έλαιον και μου έκαμες ένα τάμα. Σηκω, λοιπόν, τώρα και φύγε από την γην αυτήν και πήγαινε στον τόπον, όπου εγεννήθης, και εγώ θα είμαι μαζή σου”.

Γεν. 31,14 καὶ ἀποκριθεῖσαι Ῥαχὴλ καὶ Λεία εἶπαν αὐτῷ· μή ἐστιν ἡμῖν ἔτι μερὶς ἢ κληρονομία ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ πατρὸς ἡμῶν;
Γεν. 31,14 Η Ραχήλ και η Λεία απεκρίθησαν εις αυτόν· “μήπως και έχομεν τάχα ημείς μερίδιον η κληρονομίαν εις τα υπάρχοντα του πατρός μας;

Γεν. 31,15 οὐχ ὡς αἱ ἀλλότριαι λελογίσμεθα αὐτῷ; πέπρακε γὰρ ἡμᾶς καὶ καταβρώσει κατέφαγε τὸ ἀργύριον ἡμῶν.
Γεν. 31,15 Δεν μας εθεώρησεν ως ξένας πλέον απέναντί του; Διότι μας επώλησε και κατέφαγεν αδίκως και παρανόμως το αργύριόν μας.

Γεν. 31,16 πάντα τὸν πλοῦτον καὶ τὴν δόξαν, ἣν ἀφείλετο ὁ Θεὸς τοῦ πατρὸς ἡμῶν, ἡμῖν ἔσται καὶ τοῖς τέκνοις ἡμῶν. νῦν οὖν ὅσα σοι εἴρηκεν ὁ Θεός, ποίει.
Γεν. 31,16 Ολος ο πλούτος και η δόξα, που αφήρεσεν ο Θεός από τον πατέρα μας, ανήκει πλέον κατά λόγον δικαιοσύνης εις ημάς και εις τα παιδιά μας. Πράξε λοιπόν τώρα, όπως σου είπεν ο Θεός”.

Γεν. 31,17 Ἀναστὰς δὲ Ἰακὼβ ἔλαβε τὰς γυναῖκας αὐτοῦ καὶ τὰ παιδία αὐτοῦ ἐπὶ τὰς καμήλους.
Γεν. 31,17 Ηγέρθη ο Ιακώβ, επήρε τας γυναίκας του, εφόρτωσε τα παιδιά του εις τας καμήλους,

Γεν. 31,18 καὶ ἀπήγαγε πάντα τὰ ὑπάρχοντα αὐτῷ, καὶ πᾶσαν τὴν ἀποσκευὴν αὐτοῦ, ἣν περιεποιήσατο ἐν τῇ Μεσοποταμίᾳ, καὶ πάντα τὰ αὐτοῦ ἀπελθεῖν πρὸς Ἰσαὰκ τὸν πατέρα αὐτοῦ εἰς γῆν Χαναάν.
Γεν. 31,18 επήρεν όλα τα υπάρχοντά του και τα παιδιά του, που απέκτησεν εις Μεσοποταμίαν, και όλα τα πράγματά του, δια να επιστρέψη προς τον Ισαάκ, τον πατέρα του, εις την γην Χαναάν.

Γεν. 31,19 Λάβαν δὲ ᾤχετο κεῖραι τὰ πρόβατα αὐτοῦ· ἔκλεψε δὲ Ῥαχὴλ τὰ εἴδωλα τοῦ πατρὸς αὐτῆς.
Γεν. 31,19 Τοτε ακριβώς ο Λαβαν είχε μεταβή, δια να κουρεύση τα πρόβατά του. Η δε Ραχήλ έκλεψε τα ειδωλολατρικά αγαλμάτια του πατρός της.

Γεν. 31,20 ἔκρυψε δὲ Ἰακὼβ Λάβαν τὸν Σύρον τοῦ μὴ ἀναγγεῖλαι αὐτῷ, ὅτι ἀποδιδράσκει.
Γεν. 31,20 Ο Ιακώβ απέκρυψε την αναχώρησίν του και απέφυγε να αναγγείλη στον Λαβαν τον Συρον, ότι φεύγει από εκεί δια την πατρίδα του.

Γεν. 31,21 καὶ ἀπέδρα αὐτὸς καὶ τὰ αὐτοῦ πάντα καὶ διέβη τὸν ποταμὸν καὶ ὥρμησεν εἰς τὸ ὄρος Γαλαάδ.
Γεν. 31,21 Εφυγε κρυφίως αυτός και όλα τα μετ' αυτού, διέβη τον Ευφράτην ποταμόν και κατηυθύνθη ταχέως στο όρος Γαλαάδ.

Γεν. 31,22 ἀνηγγέλη δὲ Λάβαν τῷ Σύρῳ τῇ ἡμέρᾳ τῇ τρίτῃ, ὅτι ἀπέδρα Ἰακώβ,
Γεν. 31,22 Αλλά την τρίτην ημέραν από της αναχωρήσεώς του ανήγγειλαν στον Λαβαν, ότι ο Ιακώβ έφυγε.

Γεν. 31,23 καὶ παραλαβὼν τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ μεθ᾿ ἑαυτοῦ, ἐδίωξεν ὀπίσω αὐτοῦ ὁδὸν ἡμερῶν ἑπτὰ καὶ κατέλαβεν αὐτὸν ἐν τῷ ὄρει Γαλαάδ.
Γεν. 31,23 Ωργισμένος ο Λαβαν επήρε μαζή του τους συγγενείς του, κατεδίωξε τον Ιακώβ επί επτά ημέρας και τον επρόφθασεν στο όρος Γαλαάδ.

Γεν. 31,24 ἦλθε δὲ ὁ Θεὸς πρὸς Λάβαν τὸν Σύρον καθ᾿ ὕπνον τὴν νύκτα καὶ εἶπεν αὐτῷ· φύλαξε σεαυτόν, μήποτε λαλήσῃς μετὰ Ἰακὼβ πονηρά.
Γεν. 31,24 Ο Θεός όμως παρουσιάσθη στον ύπνον κατά την νύκτα προς τον Λαβαν και του είπε· “φυλάξου, μήπως τυχόν και είπης απειλητικά και εχθρικά λόγια προς τον Ιακώβ”.

Γεν. 31,25 καὶ κατέλαβε Λάβαν τὸν Ἰακώβ· Ἰακὼβ δὲ ἔπηξε τὴν σκηνὴν αὐτοῦ ἐν τῷ ὄρει· Λάβαν δὲ ἔστησε τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ ἐν τῷ ὄρει Γαλαάδ.
Γεν. 31,25 Κατέφθασεν ο Λαβαν τον Ιακώβ. Ο Ιακώβ είχε στήσει την σκηνήν του στο όρος Γαλαάδ, και ο Λαβαν κατεσκήνωσε τους συγγενείς του στο ίδιον όρος.

Γεν. 31,26 εἶπε δὲ Λάβαν τῷ Ἰακώβ· τί ἐποίησας; ἱνατί κρυφῇ ἀπέδρας καὶ ἐκλοποφόρησάς με καὶ ἀπήγαγες τὰς θυγατέρας μου ὡς αἰχμαλώτιδας μαχαίρᾳ;
Γεν. 31,26 Είπε δε ο Λαβαν στον Ιακώβ· “τι είναι αυτό που έκαμες; Διατί εδραπέτευσες κρυφίως και με έκλεψες και απήγαγες μαζή σου τας θυγατέρας μου, ως εάν συνέλαβες αυτάς αιχμαλώτους εις πόλεμον;

Γεν. 31,27 καὶ εἰ ἀνήγγειλάς μοι, ἐξαπέστειλα ἄν σε μετ᾿ εὐφροσύνης καὶ μετὰ μουσικῶν καὶ τυμπάνων καὶ κιθάρας,
Γεν. 31,27 Εάν μου έλεγες ότι είχες αποφασίσει να φύγης, θα σε προέπεμπα με χαράν, με μουσικά όργανα, με τύμπανα και με κιθάρας.

Γεν. 31,28 καὶ οὐκ ἠξιώθην καταφιλῆσαι τὰ παιδία μου καὶ τὰς θυγατέρας μου. νῦν δὲ ἀφρόνως ἔπραξας.
Γεν. 31,28 Ετσι όμως που έφυγες, δεν αξιώθηκα να φιλήσω τα εγγόνια μου και τας θυγατέρας μου. Ενήργησες λοιπόν κατά ένα τρόπον απερίσκεπτον και προσβλητικόν δι' εμέ.

Γεν. 31,29 καὶ νῦν ἰσχύει ἡ χείρ μου κακοποιῆσαί σε· ὁ δὲ Θεὸς τοῦ πατρός σου ἐχθὲς εἶπε πρός με λέγων· φύλαξε σεαυτόν, μή ποτε λαλήσῃς μετὰ Ἰακὼβ πονηρά.
Γεν. 31,29 Και τώρα έως την δύναμιν να σε τιμωρήσω. Δεν σου κάμνω όμως κανένα κακόν, διότι ο Θεός του πατρός σου μου ώμιλησε χθες λέγων· Φυλάξου μήπως τυχόν είπης λόγια εχθρικά και απειλητικά εναντίον του Ιακώβ.

Γεν. 31,30 νῦν οὖν πεπόρευσαι· ἐπιθυμίᾳ γὰρ ἐπεθύμησας ἀπελθεῖν εἰς τὸν οἶκον τοῦ πατρός σου· ἱνατί ἔκλεψας τοὺς θεούς μου;
Γεν. 31,30 Αλλά πολύ καλά· τώρα έχεις πλέον αναχωρήσει, διότι σφοδρώς επεθύμησες να επιστρέψης στον οίκον του πατρός σου. Διατί όμως έκλεψες τα αγαλμάτια των θεών μου;”

Γεν. 31,31 ἀποκριθεὶς δὲ Ἰακὼβ εἶπε τῷ Λάβαν· ὅτι ἐφοβήθην· εἶπα γάρ· μή ποτε ἀφέλῃς τὰς θυγατέρας σου ἀπ᾿ ἐμοῦ καὶ πάντα τὰ ἐμά.
Γεν. 31,31 Απεκρίθη ο Ιακώβ και είπεν στον Λαβαν· “ανεχώρησα κρυφίως, διότι εφοβήθηκα. Εσκέφθηκα ότι, εάν σου ανεκοίνωνα την αναχώρησίν μου, ίσως συ θα μου κρατούσες τας θυγατέρας σου και όλα τα υπάρχοντά μου.

Γεν. 31,32 καὶ εἶπεν Ἰακώβ· παρ᾿ ᾧ ἂν εὕρῃς τοὺς θεούς σου, οὐ ζήσεται ἐναντίον τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν· ἐπίγνωθι τί ἐστι παρ᾿ ἐμοὶ τῶν σῶν καὶ λαβέ. καὶ οὐκ ἐπέγνω παρ᾿ αὐτῷ οὐδέν. οὐκ ᾔδει δὲ Ἰακώβ, ὅτι Ῥαχὴλ ἡ γυνὴ αὐτοῦ ἔκλεψεν αὐτούς.
Γεν. 31,32 Ως προς δε την κλοπήν των αγαλματίων σου, είπεν ο Ιακώβ, σου λέγω τούτο ότι δεν θα ζήση αλλά θα φονευθή ενώπιον όλων ημών εκείνος, στον οποίον θα εύρης τους θεούς σου. Ερεύνησε λοιπόν, τι από τα ιδικά σου πράγματα υπάρχει μεταξύ εκείνων, που μου ανήκουν, και πάρε τα”. Ελεγε δε αυτά ο Ιακώβ, διότι δεν εγνώριζεν ότι η σύζυγός του η Ραχήλ είχε κλέψει τα ειδωλολατρικά αγαλματάκια.

Γεν. 31,33 εἰσελθὼν δὲ Λάβαν ἠρεύνησεν εἰς τὸν οἶκον Λείας καὶ οὐχ εὗρεν· καὶ ἐξῆλθεν ἐκ τοῦ οἴκου Λείας καὶ ἠρεύνησε τὸν οἶκον Ἰακὼβ καὶ ἐν τῷ οἴκῳ τῶν δύο παιδισκῶν καὶ οὐχ εὗρεν. εἰσῆλθε δὲ καὶ εἰς τὸν οἶκον Ῥαχήλ.
Γεν. 31,33 Εισήλθεν ο Λαβαν εις την σκηνήν της Λείας, ηρεύνησε και δεν ευρήκε τίποτε. Εξήλθεν από την σκηνήν της Λείας, ηρεύνησε την σκηνήν του Ιακώβ, όπως επίσης και την σκηνήν των δυό θεραπαινίδων, και σκηνήν της Ραχήλ, όπου επίσης δεν ευρήκε τίποτε,

Γεν. 31,34 Ῥαχὴλ δὲ ἔλαβε τὰ εἴδωλα καὶ ἐνέβαλεν αὐτὰ εἰς τὰ σάγματα τῆς καμήλου καὶ ἐπεκάθισεν αὐτοῖς.
Γεν. 31,34 διότι η Ραχήλ επήρε τα ειδωλολατρικά αγαλμάτια, τα ετοποθέτησεν στο σάγμα της καμήλου, εκάθισεν επάνω εις αυτό,

Γεν. 31,35 καὶ εἶπε τῷ πατρὶ αὐτῆς· μὴ βαρέως φέρε, κύριε· οὐ δύναμαι ἀναστῆναι ἐνώπιόν σου, ὅτι τὰ κατ᾿ ἐθισμὸν τῶν γυναικῶν μοι ἐστίν· ἠρεύνησε δὲ Λάβαν ἐν ὅλῳ τῷ οἴκῳ καὶ οὐχ εὗρε τὰ εἴδωλα.
Γεν. 31,35 και είπεν στον πατέρα της· “μη οργισθής εναντίον μου, κύριε, που κάθομαι. Δεν ημπορώ να σηκωθώ ενώπιόν σου, διότι μου συμβαίνουν τα συνήθη εις τας γυναίκας φαινόμενα”. Ο Λαβαν έφυγεν από αυτήν, ηρεύνησεν όλην την σκηνήν και δεν ευρήκε τα είδωλα.

Γεν. 31,36 ὠργίσθη δὲ Ἰακὼβ καὶ ἐμαχέσατο τῷ Λάβαν· ἀποκριθεὶς δὲ Ἰακὼβ εἶπε τῷ Λάβαν· τί τὸ ἀδίκημά μου καὶ τί τὸ ἁμάρτημά μου, ὅτι κατεδίωξας ὀπίσω μου
Γεν. 31,36 Ωργίσθη τότε ο Ιακώβ και απηύθυνε δριμείας φράσεις εναντίον του Λαβαν. Του είπεν· “ποιό είναι λοιπόν το αδίκημά μου και ποιό είναι το αμάρτημά μου, ένεκα του οποίου με εκυνήγησες έως εδώ;

Γεν. 31,37 καὶ ὅτι ἠρεύνησας πάντα τὰ σκεύη τοῦ οἴκου μου; τί εὗρες ἀπὸ πάντων τῶν σκευῶν τοῦ οἴκου σου; θές ὧδε ἐνώπιον τῶν ἀδελφῶν σου καὶ τῶν ἀδελφῶν μου, καὶ ἐλεγξάτωσαν ἀνὰ μέσον τῶν δύο ἡμῶν.
Γεν. 31,37 Ηρεύνησες όλα τα πράγματα των σκηνών μου, τι από τα ιδικά σου σκεύη ευρήκες εις τα πράγματά μου; Ειπέ εδώ ενώπιον των ιδικών σου και των ιδικών μου ανθρώπων τα παράπονά σου. Ας κρίνουν και ας δικάσουν αυτοί μεταξύ μας.

Γεν. 31,38 ταῦτά μοι εἴκοσιν ἔτη ἐγώ εἰμι μετὰ σοῦ· τὰ πρόβατά σου καὶ αἱ αἶγές σου οὐκ ἠτεκνώθησαν· κριοὺς τῶν προβάτων σου οὐ κατέφαγον·
Γεν. 31,38 Εγώ είκοσιν ολόκληρα έτη έμεινα και ειργάσθην μαζή σου. Τα πρόβατά σου και τα γίδια σου δεν έμειναν στείρα, αλλά επολλαπλασιάσθησαν. Τους κριους και τα πρόβατά σου δεν έφαγον.

Γεν. 31,39 θηριάλωτον οὐκ ἐνήνοχά σοι, ἐγὼ ἀπετίννυον παρ᾿ ἐμαυτοῦ κλέμματα ἡμέρας καὶ κλέμματα νυκτός·
Γεν. 31,39 Δεν σου έφερα ποτέ πρόβατον κατασπαραχθέν από τα θηρία, διότι εφύλαττα άγρυπνος τα κοπάδια σου. Επλήρωνα από τα ιδικά μου κάθε τι, που συνέβαινε να κλαπή είτε ημέραν είτε νύκτα.

Γεν. 31,40 ἐγενόμην τῆς ἡμέρας συγκαιόμενος τῷ καύματι καὶ τῷ παγετῷ τῆς νυκτός, καὶ ἀφίστατο ὁ ὕπνος μου ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν μου.
Γεν. 31,40 Δια να φυλάσσω τα πρόβατά σου, εφλογιζόμουν κατά το διάστημα της ημέρας από το καύμα του ηλίου και κατά την νύκτα εξεπάγιαζα από το ψύχος και έφευγεν ο ύπνος από τα μάτια μου.

Γεν. 31,41 ταῦτά μοι εἴκοσιν ἔτη ἐγώ εἰμι ἐν τῇ οἰκίᾳ σου· ἐδούλευσά σοι δεκατέσσαρα ἔτη ἀντὶ τῶν δύο θυγατέρων σου καὶ ἓξ ἔτη ἐν τοῖς προβάτοις σου, καὶ παρελογίσω τὸν μισθόν μου δέκα ἀμνάσιν.
Γεν. 31,41 Ολα αυτά τα είκοσιν έτη με τέτοιαν πίστιν και αφοσίωσιν έμεινα και εδούλευσα εις σέ. Δέκα τέσσαρα έτη σε εδούλευσα δια τας δύο θυγατέρας σου και εξ έτη δια τα πρόβατά σου. Και παρ' όλα αυτά συ δια τον μισθόν της ποιμάνσεως των προβάτων σου με ηπάτησες και μου έδωσες δέκα, ελάχιστα δηλαδή, πρόβατα.

Γεν. 31,42 εἰ μὴ ὁ Θεὸς τοῦ πατρός μου Ἁβραὰμ καὶ ὁ φόβος Ἰσαὰκ ἦν μοι, νῦν ἂν κενόν με ἐξαπέστειλας· τὴν ταπείνωσίν μου καὶ τὸν κόπον τῶν χειρῶν μου εἶδεν ὁ Θεὸς καὶ ἤλεγξέ σε ἐχθές.
Γεν. 31,42 Εάν δε δεν ήτο μαζή μου ο Θεός του πάππου μου Αβραάμ, ο Θεός τον οποίον εφοβείτο ο πατήρ μου Ισαάκ, θα με έδιωχνες με αδειανά τα χέρια. Την αδικίαν σου όμως αυτήν και τον κόπον των χειρών μου είδεν ο Θεός. Δι' αυτό και σε ήλεγξε χθές”.

Γεν. 31,43 ἀποκριθεὶς δὲ Λάβαν εἶπε τῷ Ἰακώβ· αἱ θυγατέρες θυγατέρες μου, καὶ οἱ υἱοὶ υἱοί μου, καὶ τὰ κτήνη κτήνη μου, καὶ πάντα, ὅσα σὺ ὁρᾷς, ἐμά ἐστι καὶ τῶν θυγατέρων μου· τί ποιήσω ταύταις σήμερον ἢ τοῖς τέκνοις αὐτῶν, οἷς ἔτεκον;
Γεν. 31,43 Εντροπιασμένος ο Λαβαν, και θέλων να δικαιολογηθή είπεν στον Ιακώβ· “αι θυγατέρες σου είναι θυγατέρες μου, τα παιδιά σου παιδιά μου, τα κτήνη σου κτήνη μου και όλα όσα συ βλέπεις είναι ιδικά μου και των θυγατέρων μου. Τι λοιπόν κακόν ημπορώ να κάμω εγώ σήμερον εις αυτάς, και εις τα εγγόνια μου, τα οποία αυταί εγέννησαν;

Γεν. 31,44 νῦν οὖν δεῦρο διαθώμεθα διαθήκην ἐγώ τε καὶ σύ, καὶ ἔσται εἰς μαρτύριον ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ σοῦ, εἶπε δὲ αὐτῷ· ἰδοὺ οὐδεὶς μεθ᾿ ἡμῶν ἐστιν, ἰδέ, ὁ Θεὸς μάρτυς ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ σοῦ.
Γεν. 31,44 Ελα λοιπόν και ας κάμωμεν μίαν επίσημον συμφωνίαν εγώ και συ, η οποία θα μένη ως τρανή μαρτυρία φιλίας μεταξύ εμού και σου”. Προσέθεσεν ακόμη ο Λαβαν· “ιδού κανένας μάρτυς δεν υπάρχει μεταξύ μας, αλλά ως μάρτυς υπάρχει μεταξύ εμού και σου ο Θεός”.

Γεν. 31,45 λαβὼν δὲ Ἰακὼβ λίθον ἔστησεν αὐτὸν στήλην.
Γεν. 31,45 Επήρεν λοιπόν ο Ιακώβ ένα λίθον τον έστησεν ως αναμνηστικήν στήλην της συμφωνίας,

Γεν. 31,46 εἶπε δὲ Ἰακὼβ τοῖς ἀδελφοῖς αὐτοῦ· συλλέγετε λίθους. καὶ συνέλεξαν λίθους καὶ ἐποίησαν βουνόν, καὶ ἔφαγον ἐκεῖ ἐπὶ τοῦ βουνοῦ.
Γεν. 31,46 και είπεν στους ανθρώπους του· “συλλέξατε λίθους”. Εκείνοι συνέλεξαν λίθους και έκαμαν σωρόν. Πλησίον δε αυτού του σωρού έφαγον ο Ιακώβ και ο Λαβαν και οι άνθρωποί των εις πίστωσιν της φιλίας των.

Γεν. 31,47 καὶ εἶπεν αὐτῷ Λάβαν· ὁ βουνὸς οὗτος μαρτυρεῖ ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ σοῦ σήμερον.
Γεν. 31,47 Είπε δε ο Λαβαν προς τον Ιακώβ· “ο σωρός αυτός των λίθων είναι μάρτυς της συμφωνίας, η οποία συνήφθη σήμερον μεταξύ εμού και σου”.

Γεν. 31,48 καὶ ἐκάλεσεν αὐτὸν Λάβαν Βουνὸς τῆς μαρτυρίας. Ἰακὼβ δὲ ἐκάλεσεν αὐτὸν Βουνὸς μάρτυς. εἶπε δὲ Λάβαν τῷ Ἰακώβ· ἰδοὺ ὁ βουνὸς οὗτος καὶ ἡ στήλη, ἣν ἔστησα ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ σοῦ, μαρτυρεῖ ὁ βουνὸς οὗτος, καὶ μαρτυρεῖ ἡ στήλη αὕτη· διὰ τοῦτο ἐκλήθη τὸ ὄνομα αὐτοῦ, Βουνὸς μαρτυρεῖ.
Γεν. 31,48 Ωνόμασε δε ο Λαβαν τον σωρόν αυτόν “Βουνόν της μαρτυρίας”, ο δε Ιακώβ τον ωνόμαοε “Βουνός μάρτυς”. Είπε δε Λαβαν στον Ιακώβ· “ιδού, ο σωρός αυτός και η στήλη, την οποίαν έστησα μεταξύ εμού και σου, είναι μάρτυς της συμφωνίας, την οποίαν εκλείσαμεν εδώ”. Δια τούτο ωνομάσθη ο τόπος εκείνος “Βουνός μαρτυρεί” (Γαλαάδ).

Γεν. 31,49 καὶ ἡ Ὅρασις, ἣν εἶπεν· ἐπίδοι ὁ Θεὸς ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ σοῦ, ὅτι ἀποστησόμεθα ἕτερος ἀφ᾿ ἑτέρου.
Γεν. 31,49 “Το βλέμμα του Θεού είναι επάνω μας”. Και είπεν ο Λαβαν στον Ιακώβ· “είθε να ίδη και να κρίνη ο Θεός την διαγωγήν, που θα δείξωμεν ο ένας απέναντι του αλλού, διότι μετ' ολίγον θα χωρίσωμεν ο ένας από τον άλλον.

Γεν. 31,50 εἰ ταπεινώσεις τὰς θυγατέρας μου, εἰ λήψῃ γυναῖκας πρὸς ταῖς θυγατράσι μου, ὅρα, οὐδεὶς μεθ᾿ ἡμῶν ἐστιν ὁρῶν· Θεὸς μάρτυς μεταξὺ ἐμοῦ καὶ μεταξὺ σοῦ.
Γεν. 31,50 Πρόσεξε, μήπως κακομεταχειρισθής τας θυγατέρας μου, μήπως τυχόν και λάβης άλλας συζύγους κοντά εις αυτάς. Πρόσεξε ! Κανείς δεν υπάρχει μεταξύ μας ως μάρτυς, ο οποίος μας βλέπει. Ο Θεός μόνον είναι μάρτυς μεταξύ εμού και σου και Εκείνος θα σε τιμωρήση, εάν παραβής την συμφωνίαν μας

Γεν. 31,51 καὶ εἶπε Λάβαν τῷ Ἰακώβ· ἰδοὺ ὁ βουνὸς οὗτος καὶ μάρτυς ἡ στήλη αὕτη.
Γεν. 31,51 Είπεν ακόμη ο Λαβαν στον Ιακώβ· “ιδού ο σωρός αυτός των λίθων και η στήλη αυτή είναι μάρτυρες της συμφωνίας μας,

Γεν. 31,52 ἐὰν τε γὰρ ἐγὼ μὴ διαβῶ πρὸς σὲ μηδὲ σὺ διαβῇς πρός με τὸν βουνὸν τοῦτον καὶ τὴν στήλην ταύτην ἐπὶ κακίᾳ,
Γεν. 31,52 ότι ούτε εγώ θα διαβώ πρυς το μέρος σου εναντίον σου ούτε και συ θα περάσης τον σωρόν αυτόν και την στήλην αυτήν με εχθρικάς διαθέσεις εναντίον μου.

Γεν. 31,53 ὁ Θεὸς Ἁβραὰμ καὶ ὁ Θεὸς Ναχὼρ κρινεῖ ἀνὰ μέσον ἡμῶν.
Γεν. 31,53 Ο Θεός του Αβραάμ και ο Θεός του Ναχώρ θα είναι κριτής μεταξύ μας”.

Γεν. 31,54 καὶ ὤμοσεν Ἰακὼβ κατὰ τοῦ φόβου τοῦ πατρὸς αὐτοῦ Ἰσαάκ, καὶ ἔθυσε θυσίαν ἐν τῷ ὄρει καὶ ἐκάλεσε τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ, καὶ ἔφαγον καὶ ἔπιον καὶ ἐκοιμήθησαν ἐν τῷ ὄρει.
Γεν. 31,54 Και ωρκίσθη ο Ιακώβ ενώπιον του Θεού, τον οποίον επίστευε και εσέβετο ο πατήρ του Ισαάκ, προσέφερε θυσίαν στο όρος εκείνο, προσεκάλεσε τους ιδικούς του και έφαγον και έπιον και εκοιμήθησαν στο όρος εκείνο.

Γεν. 31,55 ἀναστὰς δὲ Λάβαν τὸ πρωΐ κατεφίλησε τοὺς υἱοὺς καὶ τὰς θυγατέρας αὐτοῦ καὶ εὐλόγησεν αὐτούς, καὶ ἀποστραφεὶς Λάβαν ἀπῆλθεν εἰς τὸν τόπον αὐτοῦ.
Γεν. 31,55 Το πρωϊ ήγερθη ο Λαβαν, κατεφίλησε τα εγγόνια του και τας θυγατέρας του, τους ηυχήθη και επιστρέψας επανήλθεν στον τόπον του.


ΓΕΝΕΣΙΣ 32

Γεν. 32,1 Καὶ Ἰακὼβ ἀπῆλθεν εἰς τὴν ὁδὸν ἑαυτοῦ. καὶ ἀναβλέψας εἶδε παρεμβολὴν Θεοῦ παρεμβεβληκυῖαν, καὶ συνήντησαν αὐτῷ οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ.
Γεν. 32,1 Επειτα από τα γεγονότα αυτά συνέχισεν ο Ιακώβ την πορείαν του δια την Χαναάν. Εις κάποιαν στιγμήν εσήκωσε τα βλέμματά του και είδε παρατεταγμένον ένα θείον στράτευμα, που απετελείτο από αγγέλους Θεού, και οι οποίοι τον συνήντησαν.

Γεν. 32,2 εἶπε δὲ Ἰακώβ, ἡνίκα εἶδεν αὐτούς· παρεμβολὴ Θεοῦ αὕτη· καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα τοῦ τόπου ἐκείνου Παρεμβολαί.
Γεν. 32,2 Οταν τους είδεν ο Ιακώβ είπε· “τούτο το στράτευμα είναι στράτευμα Θεού”. Δια τούτο ωνόμασε τον τόπον εκείνον “Παρεμβολαί”, δηλαδή στρατόπεδα.

Γεν. 32,3 Ἀπέστειλε δὲ Ἰακὼβ ἀγγέλους ἔμπροσθεν αὐτοῦ πρὸς Ἡσαῦ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ εἰς γῆν Σηείρ, εἰς χώραν Ἐδώμ.
Γεν. 32,3 Οταν δε επλησίαζε προς τα μέρη της Χαναάν, έστειλε προς τον αδελφόν του Ησαύ εις την περιοχήν Σηείρ- η οποία αργότερα ωνομάσθη Εδώμ- αγγελιαφόρους,

Γεν. 32,4 καὶ ἐνετείλατο αὐτοῖς λέγων· οὕτως ἐρεῖτε τῷ κυρίῳ μου Ἡσαῦ· οὕτως λέγει ὁ παῖς σου Ἰακώβ· μετὰ Λάβαν παρῴκησα, καὶ ἐχρόνισα ἕως τοῦ νῦν,
Γεν. 32,4 στους οποίους έδωσεν εντολήν· “έτσι θα ομιλήσετε προς τον κύριόν μου τον Ησαύ· Ο δούλός σου ο Ιακώβ σου ανακοινώνει· παρέμεινα ως ξένος και πάροικος μαζή με τον Λαβαν και εβράδυνα πλησίον του έως τώρα.

Γεν. 32,5 καὶ ἐγένοντό μοι βόες καὶ ὄνοι καὶ πρόβατα καὶ παῖδες καὶ παιδίσκαι, καὶ ἀπέστειλα ἀναγγεῖλαι τῷ κυρίῳ μου Ἡσαῦ, ἵνα εὕρῃ ὁ παῖς σου χάριν ἐναντίον σου.
Γεν. 32,5 Απέκτησα βόδια και όνους και πρόβατα και δούλους και δούλας· έστειλα δε αγγελιαφόρους να αναγγείλουν τούτο στον κύριόν μου τον Ησαύ, δια να εύρω εγώ, ο δούλος σου, χάριν ενώπιόν σου και γίνω ευμενώς δεκτός από σέ”.

Γεν. 32,6 καὶ ἀνέστρεψαν οἱ ἄγγελοι πρὸς Ἰακὼβ λέγοντες· ἤλθομεν πρὸς τὸν ἀδελφόν σου Ἡσαῦ, καὶ ἰδοὺ αὐτὸς ἔρχεται εἰς συνάντησίν σοι καὶ τετρακόσιοι ἄνδρες μετ᾿ αὐτοῦ.
Γεν. 32,6 Οι αγγελιαφόροι εξετελεσαν την παραγγελίαν και επέστρεψαν προς τον Ιακώβ λέγοντες· “μετέβημεν προς τον αδελφόν σου τον Ησαύ, του ανηγγείλαμεν όσα μας είπες και ιδού αυτός έρχεται εις συνάντησίν σου μαζή με τετρακοσίους άνδρας”.

Γεν. 32,7 ἐφοβήθη δὲ Ἰακὼβ σφόδρα, καὶ ἠπορεῖτο. καὶ διεῖλε τὸν λαὸν τὸν μεθ᾿ ἑαυτοῦ καὶ τοὺς βόας καὶ τὰς καμήλους καὶ τὰ πρόβατα εἰς δύο παρεμβολάς,
Γεν. 32,7 Ο Ιακώβ εφοβήθη πολύ και περιέπεσεν εις μεγάλην απορίαν. Διεχώρισε τους ανθρώπους του και τα βόδια και τας καμήλους και τα πρόβατα εις δύο μεγάλας ομάδας.

Γεν. 32,8 καὶ εἶπεν Ἰακώβ· ἐὰν ἔλθῃ Ἡσαῦ εἰς παρεμβολὴν μίαν καὶ κόψῃ αὐτήν, ἔσται ἡ παρεμβολὴ ἡ δευτέρα εἰς τὸ σώζεσθαι.
Γεν. 32,8 Φοβούμενος δε εκδίκησιν εκ μέρους του αδελφού του είπεν· “εάν επιτεθή ο Ησαύ εναντίον της πρώτης ομάδος και την κατακόψη, θα είναι δυνατόν να διασωθή η δευτέρα ομάς”.

Γεν. 32,9 εἶπε δὲ Ἰακώβ· ὁ Θεὸς τοῦ πατρός μου Ἁβραὰμ καὶ ὁ Θεὸς τοῦ πατρός μου Ἰσαάκ, Κύριε σὺ ὁ εἰπών μοι, ἀπότρεχε εἰς τὴν γῆν τῆς γενέσεώς σου καὶ εὖ σε ποιήσω,
Γεν. 32,9 Προσηυχήθη δε προς τον Θεόν και είπεν· “ω Θεέ του πάππου μου Αβραάμ και του πατρός μου του Ισαάκ, συ Κυριε, ο οποίος μου είπες γύρισε ταχέως στον τόπον της γεννήσεώς σου και εγώ θα σε προστατεύσω και θα σε ευλογήσω,

Γεν. 32,10 ἱκανούσθω μοι ἀπὸ πάσης δικαιοσύνης καὶ ἀπὸ πάσης ἀληθείας, ἧς ἐποίησας τῷ παιδί σου· ἐν γὰρ τῇ ῥάβδῳ μου ταύτῃ διέβην τὸν Ἰορδάνην τοῦτον, νυνὶ δὲ γέγονα εἰς δύο παρεμβολάς.
Γεν. 32,10 όπως προηγουμένως με ηυλόγησες και έμεινα ευχαριστημένος από όλας τας ευεργεσίας που μου έκαμες, έτσι δείξε και τώρα εις εμέ το έλεός σου. Τοτε με μόνην περιουσίαν το ραβδί μου αυτό επέρασα τον ποταμόν τούτον τον Ιορδάνην. Τωρα δε επιστρέφω κύριος δύο στρατοπέδων.

Γεν. 32,11 ἐξελοῦ με ἐκ χειρὸς τοῦ ἀδελφοῦ μου, ἐκ χειρὸς Ἡσαῦ, ὅτι φοβοῦμαι ἐγὼ αὐτόν, μή ποτε ἐλθὼν πατάξῃ με καὶ μητέρα ἐπὶ τέκνοις.
Γεν. 32,11 Γλύτωσέ με και τώρα, Κυριε, από τα χέρια του αδελφού μου Ησαύ, διότι εγώ τον φοβούμαι, μήπως και επέλθη εναντίον μας και φονεύση εμέ και μητέρας και τέκνα.

Γεν. 32,12 σὺ δὲ εἶπας· εὖ σε ποιήσω καὶ θήσω τὸ σπέρμα σου ὡς τὴν ἄμμον τῆς θαλάσσης, ἣ οὐκ ἀριθμηθήσεται ἀπὸ τοῦ πλήθους.
Γεν. 32,12 Συ μου έχεις υποσχεθή· Εγώ θα σε ευλογήσω και θα αυξήσω τους απογόνους σου ωσάν την άμμον της θαλάσσης, η οποία δια το πλήθος αυτής δεν είναι δυνατόν να αριθμηθή” !

Γεν. 32,13 καὶ ἐκοιμήθη ἐκεῖ τὴν νύκτα ἐκείνην. καὶ ἔλαβεν ὧν ἔφερε δῶρα καὶ ἐξαπέστειλεν Ἡσαῦ τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ,
Γεν. 32,13 Εκοιμήθη ο Ιακώβ εκεί την νύκτα εκείνην. Από τα δώρα δέ, τα οποία έφερε μαζή του, επήρε και έστειλε προς τον αδελφόν του τον Ησαύ, δια να τον εξευμενίση,

Γεν. 32,14 αἶγας διακοσίας, τράγους εἴκοσι, πρόβατα διακόσια, κριοὺς εἴκοσι,
Γεν. 32,14 διακοσίας αίγας, είκοσι τράγους, διακόσια πρόβατα, είκοσι κριούς,

Γεν. 32,15 καμήλους θηλαζούσας, καὶ τὰ παιδία αὐτῶν τριάκοντα, βόας τεσσαράκοντα, ταύρους δέκα, ὄνους εἴκοσι καὶ πώλους δέκα.
Γεν. 32,15 τριάκοντα καμήλους με τα νεογέννητα παιδιά των, τα οποία και εθήλαζον, τεσσαράκοντα βόδια, δέκα ταύρους, είκοσιν όνους και δέκα πωλάρια.

Γεν. 32,16 καὶ ἔδωκεν αὐτὰ τοῖς παισὶν αὐτοῦ ποίμνιον κατὰ μόνας. εἶπε δὲ τοῖς παισὶν αὐτοῦ· προπορεύεσθε ἔμπροσθέν μου, καὶ διάστημα ποιεῖτε ἀνὰ μέσον ποίμνης καὶ ποίμνης.
Γεν. 32,16 Εδωκεν εις ένα έκαστον από τους δούλους του ωρισμένον αριθμόν από αυτά και τους είπεν· “προχωρείτε εμπρός από εμέ· αφήνετε διαστήματα μεταξύ της μιας αγέλης των ζώων και της άλλης.

Γεν. 32,17 καὶ ἐνετείλατο τῷ πρώτῳ, λέγων· ἐάν σοι συναντήσῃ Ἡσαῦ ὁ ἀδελφός μου καὶ ἐρωτᾷ σε, λέγων· τίνος εἶ καὶ ποῦ πορεύῃ, καὶ τίνος ταῦτα τὰ προπορευόμενά σου;
Γεν. 32,17 Εδωσε δε εντολήν στον δούλον, ο οποίος θα επροχωρούσε πρώτος λέγων· “εάν σε συναντήση ο αδελφός μου ο Ησαύ και σε ερωτήση, τίνος είσαι και που πηγαίνεις και εις ποίον ανήκουν αυτά τα ζώα, που οδηγείς εμπρός σου;

Γεν. 32,18 ἐρεῖς· τοῦ παιδός σου Ἰακώβ· δῶρα ἀπέσταλκε τῷ κυρίῳ μου Ἡσαῦ, καὶ ἰδοὺ αὐτὸς ὀπίσω ἡμῶν.
Γεν. 32,18 Θα απαντήσης· Ανήκουν στον δούλον σου τον Ιακώβ· είναι δώρα, τα οποία αποστέλλει στον κύριόν του, τον Ησαύ. Αυτός δε ο ίδιος έρχεται πίσω από ημάς”.

Γεν. 32,19 καὶ ἐνετείλατο τῷ πρώτῳ καὶ τῷ δευτέρῳ καὶ τῷ τρίτῳ καὶ πᾶσι τοῖς προπορευομένοις ὀπίσω τῶν ποιμνίων τούτων, λέγων· κατὰ τὸ ῥῆμα τοῦτο λαλήσατε Ἡσαῦ ἐν τῷ εὑρεῖν ὑμᾶς αὐτὸν
Γεν. 32,19 Εδωσεν εντολήν στον πρώτον και στον δεύτερον και στον τρίτον και εις όλους εκείνους, οι οποίοι επορεύοντο εμπρός από αυτόν, πίσω από τα κοπάδια τούτων των ζώων λέγων· “έτσι θα ομιλήσετε όλοι σας προς τον Ησαύ, όταν αυτός σας συναντήση.

Γεν. 32,20 καὶ ἐρεῖτε· ἰδοὺ ὁ παῖς σου Ἰακὼβ παραγίνεται ὀπίσω ἡμῶν. εἶπε γάρ· ἐξιλάσομαι τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἐν τοῖς δώροις τοῖς προπορευομένοις αὐτοῦ, καὶ μετὰ τοῦτο ὄψομαι τὸ πρόσωπον αὐτοῦ· ἴσως γὰρ προσδέξεται τὸ πρόσωπόν μου.
Γεν. 32,20 Θα του είπετε· Ιδού ο δούλος σου. Ο Ιακώβ, έρχεται έπειτα από ημάς”. Επραξε δε τοιουτοτρόπως ο Ιακώβ, διότι εσκέφθη· Θα εξευμενίσω τον αδελφόν μου με τα δώρα, που θα προηγηθούν και κατόπιν θα ίδω αυτόν προσωπικώς. Διότι ίσως συγκινημένος από τα δώρα της αγάπης μου με υποδεχθή με ευμένειαν.

Γεν. 32,21 καὶ προεπορεύετο τὰ δῶρα κατὰ πρόσωπον αὐτοῦ, αὐτὸς δὲ ἐκοιμήθη τὴν νύκτα ἐκείνην ἐν τῇ παρεμβολῇ.
Γεν. 32,21 Οι φέροντες τα κοπάδια ως δώρα επροπορεύοντο από τον Ιακώβ. Αυτός δέ, κατά την εσπέραν εκείνην, εκοιμήθη εις την κατασκήνωσιν.

Γεν. 32,22 Ἀναστὰς δὲ τὴν νύκτα ἐκείνην ἔλαβε τὰς δύο γυναῖκας καὶ τὰς δύο παιδίσκας καὶ τὰ ἕνδεκα παιδία αὐτοῦ καὶ διέβη τὴν διάβασιν τοῦ Ἰαβώκ·
Γεν. 32,22 Κατά την νύκτα όμως εσηκώθη, επήρε τας δύο γυναίκας του, τας δύο θεραπαινίδας και τα ένδεκα παιδιά του και επέρασε μαζή με αυτά εις βατόν σημείον τον παραπόταμον του Ιορδάνου, τον Ιαβώκ.

Γεν. 32,23 καὶ ἔλαβεν αὐτοὺς καὶ διέβη τὸν χειμάῤῥουν καὶ διεβίβασε πάντα τὰ αὐτοῦ.
Γεν. 32,23 Μαζή δε με τους ανθρώπους του αυτούς διεβίβασε εις την αντίπεραν όχθην του Ιαβώκ και όλα τα υπάρχοντά του

Γεν. 32,24 ὑπελείφθη δὲ Ἰακὼβ μόνος, καὶ ἐπάλαιεν ἄνθρωπος μετ᾿ αὐτοῦ ἕως πρωΐ.
Γεν. 32,24 Αυτός δε ο ίδιος έμεινε μόνος του εδώθε από τον Ιαβώκ. Εκεί δε ένας άνθρωπος επάλαιεν εναντίον του καθ' όλην την νύκτα, έως το πρωϊ.

Γεν. 32,25 εἶδε δέ, ὅτι οὐ δύναται πρὸς αὐτόν, καὶ ἥψατο τοῦ πλάτους τοῦ μηροῦ αὐτοῦ, καὶ ἐνάρκησε τὸ πλάτος τοῦ μηροῦ Ἰακὼβ ἐν τῷ παλαίειν αὐτὸν μετ᾿ αὐτοῦ.
Γεν. 32,25 Είδε δε ο αντίπαλος αυτός ότι δεν δύναται να νικήση τον Ιακώβ. Ηγγισε τότε το πλατύ άνω μέρος του μηρού του Ιακώβ και καθώς συνέχιζε την πάλην κατά του Ιακώβ ενάρκωσε το μέρος αυτό του μηρού.

Γεν. 32,26 καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἀπόστειλόν με· ἀνέβη γὰρ ὁ ὄρθρος. ὁ δὲ εἶπεν· οὐ μή σε ἀποστείλω, ἐὰν μή με εὐλογήσῃς.
Γεν. 32,26 Ο άνθρωπος εκείνος είπε τότε στον Ιακώβ· “άφησέ με να φύγω, διότι εξημέρωσε”. Ο δε Ιακώβ του απήντησε· “δεν θα σε αφήσω να φύγης, εάν πρώτον δεν με ευλογήσης”.

Γεν. 32,27 εἶπε δὲ αὐτῷ· τί τὸ ὄνομά σου ἐστίν, ὁ δὲ εἶπεν· Ἰακώβ.
Γεν. 32,27 Ο άνθρωπος εκείνος του είπε· “ποίον είναι το όνομά σου;” Εκείνος του απήντησεν· “Ιακώβ”.

Γεν. 32,28 καὶ εἶπεν αὐτῷ· οὐ κληθήσεται ἔτι τὸ ὄνομά σου Ἰακώβ, ἀλλ᾿ Ἰσραὴλ ἔσται τὸ ὄνομά σου, ὅτι ἐνίσχυσας μετὰ Θεοῦ, καὶ μετ᾿ ἀνθρώπων δυνατὸς ἔσῃ.
Γεν. 32,28 Είπε δε εις αυτόν ο άγνωστος εκείνος άνθρωπος· “δεν θα ονομάζεσαι πλέον Ιακώβ, αλλά θα λέγεσαι Ισραήλ, διότι εφάνης ισχυρός απέναντι του Θεού. Επομένως μη φοβήσαι θα είσαι ισχυρός και απέναντι των ανθρώπων”.

Γεν. 32,29 ἠρώτησε δὲ Ἰακὼβ καὶ εἶπεν· ἀνάγγειλόν μοι τὸ ὄνομά σου. καὶ εἶπεν· ἱνατί τοῦτο ἐρωτᾶς σὺ τὸ ὄνομά μου; καὶ εὐλόγησεν αὐτὸν ἐκεῖ.
Γεν. 32,29 Τοτε ηρώτησεν αυτόν ο Ιακώβ και του είπε· “πές μου το όνομά σου”. Εκείνος του είπε· “διατί συ ερωτάς και έχεις την περιέργειαν να μάθης το όνομά μου;” Ο άγνωστος εκείνος άνθρωπος, άγγελος Θεού, ηυλόγησε τον Ιακώβ στον τόπον εκείνον.

Γεν. 32,30 καὶ ἐκάλεσεν Ἰακὼβ τὸ ὄνομα τοῦ τόπου ἐκείνου, Εἶδος Θεοῦ· εἶδον γὰρ Θεὸν πρόσωπον πρὸς πρόσωπον, καὶ ἐσώθη μου ἡ ψυχή.
Γεν. 32,30 Και εκάλεσεν ο Ιακώβ τον τόπον εκείνον· “εμφάνισιν Θεού” (Φανουήλ), διότι είπεν· “είδον τον Θεόν πρόσωπον προς πρόσωπον και παρ' όλον τούτο εσώθη η ζωη μου και δεν απέθανον”.

Γεν. 32,31 ἀνέτειλε δὲ αὐτῷ ὁ ἥλιος, ἡνίκα παρῆλθε τὸ εἶδος τοῦ Θεοῦ· αὐτὸς δέ ἐπέσκαζε τῷ μηρῷ αὐτοῦ·
Γεν. 32,31 Οταν δε απήλθεν η θεία εμφάνισις, ανέτειλεν ο ήλιος. Ο δε Ιακώβ εχώλαινεν στον μηρόν του.

Γεν. 32,32 ἕνεκεν τούτου οὐ μὴ φάγωσιν υἱοὶ Ἰσραὴλ τὸ νεῦρον, ὃ ἐνάρκησεν, ὅ ἐστιν ἐπὶ τοῦ πλάτους τοῦ μηροῦ, ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης, ὅτι ἥψατο τοῦ πλάτους τοῦ μηροῦ Ἰακὼβ τοῦ νεύρου, ὃ ἐνάρκησεν.
Γεν. 32,32 Δια τούτο οι Ιουδαίοι δεν τρώγουν το νεύρον μέχρι σήμερον από τον μηρόν των ζώων εις εκείνο το σημείον, το οποίον εναρκώθη κατά την πάλην, διότι ο Θεός ήγγισε το νεύρον στο πλάτος τούτο του μηρού, το οποίον και εναρκώθη.


ΓΕΝΕΣΙΣ 33

Γεν. 33,1 Ἀναβλέψας δὲ Ἰακὼβ τοῖς ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ εἶδε καὶ ἰδοὺ Ἡσαῦ ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ ἐρχόμενος καὶ τετρακόσιοι ἄνδρες μετ᾿ αὐτοῦ. καὶ διεῖλεν Ἰακὼβ τὰ παιδία ἐπὶ Λείαν καὶ ἐπί Ῥαχὴλ καὶ τὰς δύος παιδίσκας.
Γεν. 33,1 Επειτα από το γεγονός αυτό και αφού πλέον είχεν ανατείλει ο ήλιος, εσήκωσε τα μάτια του ο Ιακώβ και είδε· και ιδού ο Ησαύ ο αδελφός του ήρχετο και μαζή με αυτόν τετρακόσιοι άνδρες, Ο Ιακώβ εμοίρασε τα παιδιά του εις τρεις ομάδας, την μίαν με την Λείαν, την άλλην με την Ραχήλ και την τρίτην με τας δύο δούλας.

Γεν. 33,2 καὶ ἔθετο τὰς δύο παιδίσκας καὶ τοὺς υἱοὺς αὐτῶν ἐν πρώτοις καὶ Λείαν καὶ τὰ παιδία αὐτῆς ὀπίσω καὶ Ῥαχὴλ καὶ Ἰωσὴφ ἐσχάτους.
Γεν. 33,2 Εβαλε τας δύο δούλας μαζή με τα παιδιά, που είχεν αποκτήσει από αυτάς, εις την πρώτην σειράν, την Λείαν και τα παιδιά της πίσω από αυτήν, την δε Ραχήλ με τον Ιωσήφ έθεσε τελευταία.

Γεν. 33,3 αὐτὸς δὲ προῆλθεν ἔμπροσθεν αὐτῶν καὶ προσεκύνησεν ἐπὶ τὴν γῆν ἑπτάκις ἕως τοῦ ἐγγίσαι τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ.
Γεν. 33,3 Ο ίδιος δε ο Ιακώβ επροχώρησεν εμπρός από αυτούς. Επτά φορές επρασκύνησε μέχρις εδάφους, έως ότου πλησιάση τον αδελφόν του.

Γεν. 33,4 καὶ προσέδραμεν Ἡσαῦ εἰς συνάντησιν αὐτῷ καὶ περιλαβὼν αὐτὸν προσέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτὸν καὶ ἔκλαυσαν ἀμφότεροι.
Γεν. 33,4 Ο δε Ησαύ έτρεξεν εις συνάντησιν του αδελφού του, τον ενηγκαλίσθη, έπεσεν στον τράχηλον αυτού και τον κατεφίλησε. Και οι δύο με βαθείαν συγκίνησιν έκλαυσαν.

Γεν. 33,5 καὶ ἀναβλέψας Ἡσαῦ εἶδε τὰς γυναῖκας καὶ τὰ παιδία καὶ εἶπε· τί ταῦτά σοι ἐστίν; ὁ δὲ εἶπε· τὰ παιδία, οἷς ἠλέησεν ὁ Θεὸς τὸν παῖδά σου.
Γεν. 33,5 Εσήκωσε τα μάτια του τότε ο Ησαύ, είδε τας γυναίκας και τα παιδιά και τον ηρώτησε· “τι σου είναι αυτά;” Και ο Ιακώβ απήντησεν· “είναι τα παιδιά, τα οποία ο Θεός ηλέησε τον δούλον σου να αποκτήση”.

Γεν. 33,6 καὶ προσήγγισαν αἱ παιδίσκαι καὶ τὰ τέκνα αὐτῶν καὶ προσεκύνησαν,
Γεν. 33,6 Επλησίασαν τον Ησαύ αι δούλαι και τα τέκνα των, και τον προσεκύνησαν.

Γεν. 33,7 καὶ προσήγγισε Λεία καὶ τὰ τέκνα αὐτῆς καὶ προσεκύνησαν. καὶ μετὰ ταῦτα προσήγγισε Ῥαχὴλ καὶ Ἰωσὴφ καὶ προσεκύνησαν.
Γεν. 33,7 Επλησίασεν η Λεία και τα τέκνα της και τον προσεκύνηοαν. Επειτα δε επλησίασεν η Ραχήλ και ο Ιωσήφ και τον προσεκύνησαν.

Γεν. 33,8 καὶ εἶπε· τί ταῦτά σοι ἐστί, πᾶσαι αἱ παρεμβολαί αὗται, αἷς ἀπήντηκα; ὁ δὲ εἶπεν· ἵνα εὕρῃ ὁ παῖς σου χάριν ἐναντίον σου, κύριε.
Γεν. 33,8 Ηρώτησεν έπειτα ο Ησαύ· “τι είναι όλα αυτά τα κοπάδια των ζώων, τα οποία καθώς ηρχόμην συνήντησα;” Ο δε Ιακώβ απήντησε· “σου τα προσέφερα, κύριε, εγώ ο δούλος σου, δια να εύρω χάριν ενώπιόν σου και γίνω ευμενώς δεκτός”.

Γεν. 33,9 εἶπε δὲ Ἡσαῦ· ἔστι μοι πολλά, ἀδελφέ· ἔστω σοι τὰ σά.
Γεν. 33,9 “Αδελφέ, είπεν ο Ησαύ, έχω και εγώ πολλά. Κράτησε τα ιδικά σου.

Γεν. 33,10 εἶπε δὲ Ἰακώβ· εἰ εὗρον χάριν ἐναντίον σου, δέξαι τὰ δῶρα διὰ τῶν ἐμῶν χειρῶν· ἕνεκεν τούτου εἶδον τὸ πρόσωπόν σου, ὡς ἄν τις ἴδοι πρόσωπον Θεοῦ, καὶ εὐδοκήσεις με.
Γεν. 33,10 Είπεν ο Ιακώβ· “επειδή ευρήκα καλωσύνην και ευμένειαν ενώπιόν σου, δέξου σε παρακαλώ τα δώρα, που με τα ίδια μου τα χέρια σου προσφέρω. Δια την ευμενή αυτήν υποδοχήν, που μου έκαμες, είδα το πρόσωπόν σου, όπως βλέπει κανείς το πρόσωπον του Θεού.

Γεν. 33,11 λαβὲ τὰς εὐλογίας μου, ἃς ἤνεγκά σοι, ὅτι ἠλέησέ με ὁ Θεὸς καὶ ἔστι μοι πάντα. καὶ ἐβιάσατο αὐτὸν καὶ ἔλαβε·
Γεν. 33,11 Παρε λοιπόν τα δώρα αυτά της αγάπης και του σεβασμού μου, τα οποία σου προσφέρω, διότι ο Θεός με ηλέησε και έχω πλούσια τα πάντα”. Επέμεινε πολύ ο Ιακώβ, ώστε ο Ησαύ υπεχώρησε και τα έλαβε.

Γεν. 33,12 καὶ εἶπεν· ἀπάραντες πορευσώμεθα ἐπ᾿ εὐθεῖαν.
Γεν. 33,12 Ο Ησαύ είπε· “λοιπόν, ας σηκωθώμεν τώρα και ας βαδίσωμεν μαζή επί της ευθείας αυτής οδού”.

Γεν. 33,13 εἶπε δὲ αὐτῷ· ὁ κύριός μου γινώσκει, ὅτι τὰ παιδία ἁπαλώτερα καὶ τὰ πρόβατα καὶ αἱ βόες λοχεύονται ἐπ᾿ ἐμέ· ἐὰν οὖν καταδιώξω αὐτὰ ἡμέραν μίαν, ἀποθανοῦνται πάντα τὰ κτήνη.
Γεν. 33,13 Ο δε Ιακώβ απήντησεν· “Ο Ησαύ, ο κύριός μου, βλέπει ότι τα παιδιά μου είναι μικρά και τρυφερά, τα πρόβατα και τα βόδια μου μόλις έχουν γεννήσει· εάν λοιπόν τα εξαναγκάσω να βαδίσουν, έστω και μίαν ημέραν, θα αποθάνουν όλα τα ζώα μου από την κόπωσιν.

Γεν. 33,14 προελθέτω ὁ κύριός μου ἔμπροσθεν τοῦ παιδὸς αὐτοῦ, ἐγὼ δὲ ἐνισχύσω ἐν τῇ ὁδῷ κατὰ σχολὴν τῆς πορεύσεως τῆς ἐναντίον μου καὶ κατὰ πόδα τῶν παιδαρίων, ἕως τοῦ ἐλθεῖν με πρὸς τὸν κύριόν μου εἰς Σηείρ.
Γεν. 33,14 Ας προχωρήση ο κύριός μου εμπρός από τον δούλον του και εγώ θα καταβάλω προσπάθειαν να τον ακολουθήσω στον δρόμον, ανάλογα με την πορείαν των ζώων, που θα προπορεύωνται από εμέ και ανάλογα της αντοχής, που θα έχουν τα παιδιά μου στο βάδισμα, έως ότου καταφθάσω και συναντήσω τον κύριόν μου στο όρος Σηείρ.

Γεν. 33,15 εἶπε δὲ Ἡσαῦ· καταλείψω μετὰ σοῦ ἀπὸ τοῦ λαοῦ τοῦ μετ᾿ ἐμοῦ. ὁ δὲ εἶπεν· ἱνατί τοῦτο; ἱκανόν, ὅτι εὗρον χάριν ἐναντίον σου, κύριε.
Γεν. 33,15 Ο Ησαύ είπεν στον Ιακώβ· “θα αφήσω τότε μαζή σου μερικούς από τους ανθρώπους μου, δια να σε συνοδεύσουν”. Ο δε Ιακώβ είπε· “διατί να κάμης τούτο; Είναι αρκετόν, κύριε, ότι έγινα ευμενώς δεκτός από σέ”.

Γεν. 33,16 ἀπέστρεψε δὲ Ἡσαῦ ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ εἰς τὴν ὁδὸν αὐτοῦ εἰς Σηείρ.
Γεν. 33,16 Επέστρεψεν ο Ησαύ κατά την ιδίαν εκείνην ημέραν εις Σηείρ δια της αυτής οδού, από την οποίαν είχεν έλθει.

Γεν. 33,17 Καὶ Ἰακὼβ ἀπαίρει εἰς σκηνάς· καὶ ἐποίησεν ἑαυτῷ ἐκεῖ οἰκίας καὶ τοῖς κτήνεσιν αὐτοῦ ἐποίησε σκηνάς· διὰ τοῦτο ἐκάλεσε τὸ ὄνομα τοῦ τόπου ἐκείνου, Σκηναί.
Γεν. 33,17 Ο Ιακώβ επορεύθη τότε στοποθεσίαν, την οποίαν ωνόμασε “Σκηναί”. Εκεί δε ανοικοδόμησε οικίας δια τον εαυτόν του, δια δε τα κτήνη του κατεσκεύασε στάνες. Δια τούτο εκάλεσε το όνομα του τόπου εκείνου “Σκηναί”.

Γεν. 33,18 καὶ ἦλθεν Ἰακὼβ εἰς Σαλὴμ πόλιν Σικίμων, ἥ ἐστιν ἐν γῇ Χαναάν, ὅτε ἐπανῆλθεν ἐκ τῆς Μεσοποταμίας Συρίας, καὶ παρενέβαλε κατὰ πρόσωπον τῆς πόλεως.
Γεν. 33,18 Μετέβη κατόπιν ο Ιακώβ από εκεί εις την Σαλήμ, πλησίον της πόλεως των Σικίμων (Συχεμιτών), η οποία ευρίσκεται εις την χώραν Χαναάν. Αυτά δε έγιναν, όταν επέστρεψεν από την Μεσοποταμίαν της Συρίας και εγκοττεστάθη πλησίον αυτής της πόλεως.

Γεν. 33,19 καὶ ἐκτήσατο τὴν μερίδα τοῦ ἀγροῦ, οὗ ἔστησεν ἐκεῖ τὴν σκηνὴν αὐτοῦ, παρὰ Ἐμὼρ πατρὸς Συχὲμ ἑκατὸν ἀμνῶν.
Γεν. 33,19 Ηγόρασε δε το τμήμα του αγρού, όπου εγκατεστάθη, από τον Εμμώρ τον πατέρα του Συχέμ, αντί εκατόν αμνών.

Γεν. 33,20 καὶ ἔστησεν ἐκεῖ θυσιαστήριον καὶ ἐπεκαλέσατο τὸν Θεὸν Ἰσραήλ.
Γεν. 33,20 Εκεί δε έκτισε και αφιέρωσε θυσιαστήριον και προσηυχήθη στον Θεόν του Ισραήλ.

ΓΕΝΕΣΙΣ 34

Γεν. 34,1 Ἐξῆλθε δὲ Δείνα ἡ θυγάτηρ Λείας, ἣν ἔτεκε τῷ Ἰακώβ, καταμαθεῖν τὰς θυγατέρας τῶν ἐγχωρίων.
Γεν. 34,1 Η Δείνα, η θυγάτηρ του Ιακώβ και της Λείας, εβγήκεν από την περιοχήν, όπου είχεν εγκατασταθή ο πατήρ της, δια να γνωρίση τας γυναίκας της πόλεως Συχέμ.

Γεν. 34,2 καὶ εἶδεν αὐτὴν Συχὲμ ὁ υἱὸς Ἐμμὼρ ὁ Εὐαῖος, ὁ ἄρχων τῆς γῆς καὶ λαβὼν αὐτήν, ἐκοιμήθη μετ᾿ αὐτῆς καὶ ἐταπείνωσεν αὐτήν.
Γεν. 34,2 Ο Συχέμ, ο υιός του Εμμώρ, ο ανήκων εις την φυλήν των Ευαίων, άρχων της χώρας εκείνης, ήρπασε την Δείναν, εκοιμήθη μετ' αυτής και την διέφθειρε.

Γεν. 34,3 καὶ προσέσχε τῇ ψυχῇ Δείνας τῆς θυγατρὸς Ἰακὼβ καὶ ἠγάπησε τὴν παρθένον καὶ ἐλάλησε κατὰ τὴν διάνοιαν τῆς παρθένου αὐτῇ.
Γεν. 34,3 Και προσεκολλήθη με όλην του την ψυχήν εις την Δείναν, την θυγατέρα του Ιακώβ, ωμίλησε προς αυτήν κατά την καρδίαν της, ώστε την κατέκτησε.

Γεν. 34,4 εἶπε Συχὲμ πρὸς Ἐμμὼρ τὸν πατέρα αὐτοῦ λέγων· λαβέ μοι τὴν παῖδα ταύτην εἰς γυναῖκα.
Γεν. 34,4 Είπε δε ο Συχέμ προς τον πατέρα του τον Εμμώρ· “φρόντισε με κάθε τρόπον, να πάρω σύζυγόν μου την κόρην αυτήν”.

Γεν. 34,5 Ἰακὼβ δὲ ἤκουσεν, ὅτι ἐμίανεν ὁ υἱὸς Ἐμμὼρ Δείναν τὴν θυγατέρα αὐτοῦ· οἱ δὲ υἱοὶ αὐτοῦ ἦσαν μετὰ τῶν κτηνῶν αὐτοῦ ἐν τῷ πεδίῳ. παρεσιώπησε δὲ Ἰακὼβ ἕως τοῦ ἐλθεῖν αὐτούς.
Γεν. 34,5 Ο Ιακώβ επληροφορήθη ότι ο υιός του Εμμώρ διέφθειρε την θυγατέρα του, την Δείναν. Τα παιδιά του ευρίσκοντο με τα κοπάδια εις την πεδιάδα. Δεν είπε δε τίποτε, έως ότου επέστρεψαν τα παιδιά του.

Γεν. 34,6 ἐξῆλθε δὲ Ἐμμὼρ ὁ πατὴρ Συχὲμ πρὸς Ἰακὼβ λαλῆσαι αὐτῷ.
Γεν. 34,6 Εν τω μεταξύ ο Εμμώρ, ο πατήρ του Συχέμ, μετέβη προς τον Ιακώβ, δια να συνομιλήση μαζή του σχετικά με την υπόθεσιν αυτήν.

Γεν. 34,7 οἱ δὲ υἱοὶ Ἰακὼβ ἦλθον ἐκ τοῦ πεδίου· ὡς δὲ ἤκουσαν, κατενύγησαν οἱ ἄνδρες, καὶ λυπηρὸν ἦν αὐτοῖς σφόδρα, ὅτι ἄσχημον ἐποίησεν ἐν Ἰσραὴλ κοιμηθεὶς μετὰ τῆς θυγατρός Ἰακώβ, καὶ οὐχ οὕτως ἔσται.
Γεν. 34,7 Τοτε δε τα παιδιά του Ιακώβ επέστρεψαν από την πεδιάδα. Οταν δε ήκουσαν το γεγονός, επληγώθησαν και ηγανάκτησαν, διότι τους εφάνη πάρα πολύ οδυνηρόν το κακόν, το οποίον ο Συχέμ έκαμεν εναντίον της οικογενείας Ισραήλ κοιμηθείς με την θυγατέρα του Ιακώβ. Κατ ουδένα λόγον δεν έπρεπε να έχη γίνει τούτο.

Γεν. 34,8 καὶ ἐλάλησεν Ἐμμὼρ αὐτοῖς λέγων· Συχὲμ ὁ υἱός μου προείλετο τῇ ψυχῇ τὴν θυγατέρα ὑμῶν· δότε οὖν αὐτὴν αὐτῷ γυναῖκα
Γεν. 34,8 Ο Εμμώρ ωμίλησε τότε προς τον πατέρα και τους αδελφούς της Δείνας και είπεν· “η καρδιά του παιδιού μου, του Συχέμ, έχει ισχυρότατα προσκολληθή εις την θυγατέρα αας. Δώστε λοιπόν, σας παρακαλώ, αυτήν ως σύζυγόν του.

Γεν. 34,9 καὶ ἐπιγαμβρεύσασθε ἡμῖν· τὰς θυγατέρας ὑμῶν δότε ἡμῖν καὶ τὰς θυγατέρας ἡμῶν λάβετε τοῖς υἱοῖς ὑμῶν.
Γεν. 34,9 Από εδώ δε και στο εξής ας γίνωνται αμοιβαίοι γάμοι μεταξύ των λαών μας. Δώστε μας τας θυγατέρας σας ως συζύγους και πάρετε τας θυγατέρας μας ως συζύγους των υιών σας.

Γεν. 34,10 καὶ ἐν ἡμῖν κατοικεῖτε, καὶ ἡ γῆ ἰδοὺ πλατεῖα ἐναντίον ὑμῶν· κατοικεῖτε καὶ ἐμπορεύεσθε ἐπ᾿ αὐτῆς καὶ ἐγκτᾶσθε ἐν αὐτῇ.
Γεν. 34,10 Να κατοικήτε δε ελευθέρως μαζή μας. Η ιδική μας χώρα είναι μεγάλη και ευρύχωρος ενώπιόν σας. Κατοικείτε εις αυτήν και κινείσθε με ελευθερίαν όπου θέλετε, και αποκτήσατε ιδιοκτησίας εις αυτήν”.

Γεν. 34,11 εἶπε δὲ Συχὲμ πρὸς τὸν πατέρα αὐτῆς καὶ πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς αὐτῆς· εὕροιμι χάριν ἐναντίον ὑμῶν, καὶ ὃ ἐὰν εἴπητε, δώσομεν.
Γεν. 34,11 Ο ίδιος δε ο Συχέμ παρεκάλεσε τον πατέρα της Δείνας και τους αδελφούς της λέγων· “ας εύρω χάριν ενώπιόν σας και ας γίνη δεκτή η αίτησίς μας, και ο,τι μας ζητήσετε θα σας το δώσωμεν.

Γεν. 34,12 πληθύνατε τὴν φερνὴν σφόδρα, καὶ δώσω καθότι ἂν εἴπητέ μοι, καὶ δώσατέ μοι τὴν παῖδα ταύτην εἰς γυναῖκα.
Γεν. 34,12 Αυξήσατε πολύ την προίκα και θα σας δώσω ο,τι μου είπετε, αρκεί να μου δώσετε την κόρην αυτήν ως σύζυγον”.

Γεν. 34,13 ἀπεκρίθησαν δὲ οἱ υἱοὶ Ἰακὼβ τῷ Συχὲμ καὶ Ἐμμὼρ τῷ πατρὶ αὐτοῦ μετὰ δόλου καὶ ἐλάλησαν αὐτοῖς, ὅτι ἐμίαναν Δείνα τὴν ἀδελφὴν αὐτῶν,
Γεν. 34,13 Τα παιδιά του Ιακώβ απεκρίθησαν με δολιότητα στον Συχέμ και τον Εμμώρ, διότι ήθελαν να τους εκδικηθούν, επειδή διέφθειραν την αδελφήν των την Δείναν,

Γεν. 34,14 καὶ εἶπαν αὐτοῖς Συμεὼν καὶ Λευὶ οἱ ἀδελφοὶ Δείνας· οὐ δυνησόμεθα ποιῆσαι τὸ ῥῆμα τοῦτο, δοῦναι τὴν ἀδελφὴν ἡμῶν ἀνθρώπῳ, ὃς ἔχει ἀκροβυστίαν· ἔστι γὰρ ὄνειδος ἡμῖν.
Γεν. 34,14 και είπαν προς αυτούς οι αδελφοί της Δείνας, ο Συμεών και ο Λευϊ· “δεν θα ημπορέσωμεν να εκπληρώσωμεν το αίτημά σας, να δώσωμεν την αδελφήν μας εις άνθρωπον απερίτμητον, διότι τούτο αποτελεί μεγάλην εντροπήν δι' ημάς.

Γεν. 34,15 μόνον ἐν τούτῳ ὁμοιωθησόμεθα ὑμῖν καὶ κατοικήσομεν ἐν ὑμῖν, ἐὰν γένησθε ὡς ἡμεῖς καὶ ὑμεῖς ἐν τῷ περιτμηθῆναι ὑμῶν πᾶν ἀρσενικόν.
Γεν. 34,15 Μονον δια της πράξεως αυτής θα γίνωμεν όμοιοί σας και θα κατοικήσωμεν μαζή σας, εάν δηλαδή σεις γίνετε όπως ημείς, εάν περιτμηθή κάθε αρσενικόν τέκνον σας.

Γεν. 34,16 καὶ δώσομεν τὰς θυγατέρας ἡμῶν ὑμῖν καὶ ἀπό τῶν θυγατέρων ὑμῶν ληψόμεθα ἡμῖν γυναῖκας καὶ οἰκήσομεν παρ᾿ ὑμῖν καὶ ἐσόμεθα ὡς γένος ἕν.
Γεν. 34,16 Τοτε θα δώσωμεν τας θυγατέρας μας εις σας ως συζύγους, και ημείς θα πάρωμεν από τας θυγατέρας σας ως συζύγους, θα κατοικήσωμεν κοντά σας και θα γίνωμεν ως εάν είμεθα μία φυλή.

Γεν. 34,17 ἐὰν δὲ μὴ εἰσακούσητε ἡμῶν τοῦ περιτεμέσθαι, λαβόντες τὴν θυγατέρα ἡμῶν ἀπελευσόμεθα.
Γεν. 34,17 Εάν όμως δεν δεχθήτε την πρότασίν μας και δεν θελήσετε να περιτμηθήτε, ημείς θα πάρωμεν την κόρην μας την Δείναν και θα φύγωμεν”.

Γεν. 34,18 καὶ ἤρεσαν οἱ λόγοι ἐναντίον Ἐμμὼρ καὶ ἐναντίον Συχὲμ τοῦ υἱοῦ Ἐμμώρ.
Γεν. 34,18 Ηρεσαν οι λόγοι αυτοί στον Εμμώρ και τον υιόν του Συχέμ.

Γεν. 34,19 καὶ οὐκ ἐχρόνισεν ὁ νεανίσκος τοῦ ποιῆσαι τὸ ῥῆμα τοῦτο· ἐνέκειτο γὰρ τῇ θυγατρὶ Ἰακώβ· αὐτὸς δὲ ἦν ἐνδοξότατος πάντων τῶν ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ.
Γεν. 34,19 Δεν εβράδυνε δε ο νεαρός Συχέμ να περιτμηθή, διότι είχε δώσει πλέον την καρδιά του εις την θυγατέρα του Ιακώβ. Αυτός δε ήτο ενδοξότατος μεταξύ όλων εις την οικογένειαν του πατρός του.

Γεν. 34,20 ἦλθε δὲ Ἐμμὼρ καὶ Συχὲμ ὁ υἱὸς αὐτοῦ πρὸς τὴν πύλην τῆς πόλεως αὐτῶν καὶ ἐλάλησαν πρὸς τοὺς ἄνδρας τῆς πόλεως αὐτῶν λέγοντες·
Γεν. 34,20 Ο Εμμώρ και ο Συχέμ, ο υιός του, ήλθον εις την πύλην της πόλεως, στον τόπον της συγκεντρώσεως των ανδρών, ελάλησαν προς τους άνδρας της πόλεως και είπαν προς αυτούς·

Γεν. 34,21 οἱ ἄνθρωποι οὗτοι εἰρηνικοί εἰσι, μεθ᾿ ἡμῶν οἰκείτωσαν ἐπὶ τῆς γῆς καὶ ἐμπορευέσθωσαν αὐτήν, ἡ δὲ γῆ ἰδοὺ πλατεῖα ἐναντίον αὐτῶν. τὰς θυγατέρας αὐτῶν ληψόμεθα ἡμῖν γυναῖκας καὶ τὰς θυγατέρας ἡμῶν δώσομεν αὐτοῖς.
Γεν. 34,21 “Αυτοί οι άνθρωποι είναι ειρηνικοί, ας κατοικήσουν μαζή με ημάς εις την χώραν αυτήν, ας κινούνται ελευθέρως εις αυτήν και ας την εκμεταλλεύωνται. Η χώρα μας άλλωστε είναι ευρύχωρος ενώπιον αυτών και έχει ανάγκην από την εργασίαν των. Τας θυγατέρας των θα τας λάβωμεν ημείς ως συζύγους και θα δώσωμεν εις αυτούς ως συζύγους τας θυγατέρας μας.

Γεν. 34,22 ἐν τούτῳ μόνον ὁμοιωθήσονται ἡμῖν οἱ ἄνθρωποι τοῦ κατοικεῖν μεθ᾿ ἡμῶν, ὥστε εἶναι λαὸν ἕνα, ἐν τῷ περιτεμέσθαι ἡμῶν πᾶν ἀρσενικόν, καθὰ καὶ αὐτοὶ περιτέτμηνται.
Γεν. 34,22 Κατά τούτο μόνον θα γίνουν οι άνθρωποι αυτοί όμοιοι με ημάς, δια να κατοικούν μαζή μας, ώστε να γίνωμεν ένας λαός, εάν περιτμηθή κάθε αρσενικόν τέκνον μας, όπως και αυτοί έχουν περιτμηθή.

Γεν. 34,23 καὶ τὰ κτήνη αὐτῶν καὶ τὰ τετράποδα καὶ τὰ ὑπάρχοντα αὐτῶν οὐχ ἡμῶν ἔσται· μόνον ἐν τούτῳ ὁμοιωθῶμεν αὐτοῖς, καὶ οἰκήσουσι μεθ᾿ ἡμῶν.
Γεν. 34,23 Ετσι δε και τα ζώα των, γενικώς δε τα τετράποδά των και όλα τα υπάρχοντά των, δεν θα είναι ιδικά μας; Μονον ως προς τούτο, ως προς την περιτομήν, ας γίνωμεν ομοιοι με αυτούς και εκείνοι θα κατοικούν μαζή μας”.

Γεν. 34,24 καὶ εἰσήκουσαν Ἐμμὼρ καὶ Συχὲμ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ πάντες οἱ ἐμπορευόμενοι τὴν πύλην τῆς πόλεως αὐτῶν καὶ περιετέμοντο τὴν σάρκα τῆς ἀκροβυστίας αὐτῶν πᾶς ἄρσην.
Γεν. 34,24 Ολοι οι ευρισκόμενοι τότε εις την πύλην της πόλεως και οι διερχόμενοι εδέχθησαν την πρότασιν του Εμμώρ και του υιού του Συχέμ και έτσι κάθε αρσενικόν των Συχεμιτών περιετμήθη.

Γεν. 34,25 ἐγένετο δὲ ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ τρίτῃ, ὅτε ἦσαν ἐν τῷ πόνῳ, ἔλαβον οἱ δύο υἱοὶ Ἰακὼβ Συμεὼν καὶ Λευὶ ἀδελφοὶ Δείνας ἕκαστος τὴν μάχαιραν αὐτοῦ καὶ εἰσῆλθον εἰς τὴν πόλιν ἀσφαλῶς καὶ ἀπέκτειναν πᾶν ἀρσενικόν·
Γεν. 34,25 Κατά την τρίτην ημέραν, όταν ευρίσκοντο στον παροξυσμόν του πόνου των, οι δύο υιοί του Ιακώβ, ο Συμεών και ο Λευϊ, οι αδελφοί της Δείνας επήραν ο καθένας την μάχαιράν του, εισώρμησαν εις την πόλιν, χωρίς να συναντήσουν δυσκολίαν, και εφόνευσαν κάθε αρσενικόν.

Γεν. 34,26 τόν τε Ἐμμὼρ καὶ Συχὲμ τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἀπέκτειναν ἐν στόματι μαχαίρας. καὶ ἔλαβον τὴν Δείναν ἐκ τοῦ οἴκου τοῦ Συχὲμ καὶ ἐξῆλθον.
Γεν. 34,26 Εφόνευσαν δια της μαχαίρας των και αυτόν ακόμη τον Εμμώρ και τον υιόν του τον Συχέμ. Επήραν την Δείναν από τον οίκον του Συχέμ και έφυγαν.

Γεν. 34,27 οἱ δὲ υἱοὶ Ἰακὼβ εἰσῆλθον ἐπὶ τοὺς τραυματίας καὶ διήρπασαν τὴν πόλιν, ἐν ᾗ ἐμίαναν Δείναν τὴν ἀδελφὴν αὐτῶν,
Γεν. 34,27 Οι δε άλλοι υιοί του Ιακώβ εισήλθον εις την πόλιν, όπου κατέκειντο οι σφαγιασθέντες και την ελεηλάτησαν εκδικούμενοι, διότι εις την πόλιν αυτήν είχον μιάνει την αδελφήν των.

Γεν. 34,28 καὶ τὰ πρόβατα αὐτῶν καὶ τοὺς βόας αὐτῶν καὶ τοὺς ὄνους αὐτῶν, ὅσα τε ἦν ἐν τῇ πόλει καὶ ὅσα ἦν ἐν τῷ πεδίῳ, ἔλαβον.
Γεν. 34,28 Επήραν ακόμη και τα πρόβατα αυτών και τα βόδια των και τους όνους των, όλα όσα υπήρχον εις την πόλιν και εις την πεδιάδα.

Γεν. 34,29 καὶ πάντα τὰ σώματα αὐτῶν καὶ πᾶσαν τὴν ἀποσκευὴν αὐτῶν καὶ τὰς γυναῖκας αὐτῶν ᾐχμαλώτευσαν, καὶ διήρπασαν ὅσα τε ἦν ἐν τῇ πόλει καὶ ὅσα ἦν ἐν ταῖς οἰκίαις.
Γεν. 34,29 Συνέλαβαν δε και έσυραν αιχμαλώτους όλους τους μη φονευθέντας, τα παιδιά και τας γυναίκας των, και διήρπασαν όσα υπήρχον εις την πόλιν και όσα υπήρχον εις τας οικίας.

Γεν. 34,30 εἶπε δὲ Ἰακὼβ πρὸς Συμεὼν καὶ Λευί· μισητόν με πεποιήκατε, ὥστε πονηρόν με εἶναι πᾶσι τοῖς κατοικοῦσι τὴν γῆν, ἔν τε τοῖς Χαναναίοις καὶ ἐν τοῖς Φερεζαίοις· ἐγὼ δὲ ὀλιγοστός εἰμι ἐν ἀριθμῷ, καὶ συναχθέντες ἐπ᾿ ἐμὲ συγκόψουσί με, καὶ ἐκτριβήσομαι ἐγὼ καὶ ὁ οἶκός μου.
Γεν. 34,30 Καταστενοχωρημένος δε ο Ιακώβ είπε προς τον Συμεών και τον Λευϊ “μισητόν με καταστήσατε με αυτό, που εκάματε, ώστε να θεωρούμαι κακός και δόλιος από όλους τους κατοίκους της χώρας αυτής, από τους Χαναναίους και τους Φερεζαίους. Ημείς δε είμεθα ολιγάριθμοι, ενώ αυτοί είναι πολυάριθμοι, και εάν συγκεντρωθούν και επιτεθούν εναντίον μας, θα μας κατακόψουν. Ετσι δε θα καταστραφώ εγώ και όλον μου το σπίτι”.

Γεν. 34,31 οἱ δὲ εἶπαν· ἀλλ᾿ ὡσεὶ πόρνῃ χρήσονται τῇ ἀδελφῇ ἡμῶν;
Γεν. 34,31 Εκείνοι απήντησαν· “ημπορεί να είναι βάσιμοι οι φόβοι σου. Αλλά τι; Επρεπε να μεταχειρισθούν την αδελφήν μας ως πόρνην;”


ΓΕΝΕΣΙΣ 35

Γεν. 35,1 Εἶπε δὲ ὁ Θεὸς πρὸς Ἰακώβ· ἀναστὰς ἀνάβηθι εἰς τὸν τόπον Βαιθὴλ καὶ οἴκει ἐκεῖ καὶ ποίησον ἐκεῖ θυσιαστήριον τῷ Θεῷ τῷ ὀφθέντι σοι ἐν τῷ ἀποδιδράσκειν σε ἀπὸ προσώπου Ἡσαῦ τοῦ ἀδελφοῦ σου.
Γεν. 35,1 Είπε τότε ο Θεός προς τον Ιακώβ· “σήκω και πήγαινε στον τόπον Βαιθήλ, μένε εκεί και οικοδόμησε θυσιαστήριον στον Θεόν, ο οποίος σου παρουσιάσθη εκεί, όταν φοβισμένος έφευγες από τον αδελφόν σου τον Ησαύ δια την Χαρράν”.

Γεν. 35,2 εἶπε δὲ Ἰακὼβ τῷ οἴκῳ αὐτοῦ καὶ πᾶσι τοῖς μετ᾿ αὐτοῦ· ἄρατε τοὺς θεοὺς τοὺς ἀλλοτρίους τοὺς μεθ᾿ ὑμῶν ἐκ μέσου ὑμῶν καὶ καθαρίσθητε καὶ ἀλλάξατε τὰς στολὰς ὑμῶν,
Γεν. 35,2 Ο δε Ιακώβ, εφ' όσον σύμφωνα με την εντολήν του Θεού θα μετέβαινεν στον ιερόν εκείνον τόπον, είπεν εις όλα τα μέλη της οικογενείας του και εις όλους όσοι ήσαν μαζή του· “πετάξετε τα είδωλα των ξένων θεών, που έχετε μαζή σας, πλυθήτε και καθαρίσατε το σώμα σας, αλλάξατε τα ενδύματά σας,

Γεν. 35,3 καὶ ἀναστάντες ἀναβῶμεν εἰς Βαιθὴλ καὶ ποιήσωμεν ἐκεῖ θυσιαστήριον τῷ Θεῷ τῷ ἐπακούσαντί μου ἐν ἡμέρᾳ θλίψεως, ὃς ἦν μετ᾿ ἐμοῦ καὶ διέσωσέ με ἐν τῇ ὁδῷ, ᾗ ἐπορεύθην.
Γεν. 35,3 και κατόπιν ας ξεκινήσωμεν να μεταβώμεν εις την Βαιθήλ. Εκεί ας κτίσωμεν θυσιαστήριον προς τιμήν του Θεού, ο οποίος ήκουσε την προσευχήν μου κατά την ημέραν της θλίψεώς, μου, όταν δραπέτης έφυγα δια την Χαρράν και ο οποίος ήτο μαζή μου και με διεφύλαξε καθ' όλον το ταξίδιόν μου”.

Γεν. 35,4 καὶ ἔδωκαν τῷ Ἰακὼβ τοὺς θεοὺς τοὺς ἀλλοτρίους, οἳ ἦσαν ἐν ταῖς χερσὶν αὐτῶν, καὶ τὰ ἐνώτια τὰ ἐν τοῖς ὠσὶν αὐτῶν, καὶ κατέκρυψεν αὐτὰ Ἰακὼβ ὑπὸ τὴν τερέβινθον τὴν ἐν Σικίμοις καὶ ἀπώλεσεν αὐτὰ ἕως τῆς σήμερον ἡμέρας.
Γεν. 35,4 Εδωσαν στον Ιακώβ οι οικείοι του τα είδωλα των ξένων θεών, που είχον εις χείρας των, και τα σκουλαρίκια των με τας ειδωλολατρικάς μορφάς, που εκρέμοντο εις τα αυτιά των. Ο δε Ιακώβ τα έχωσε και τα απέκρυψε κάπου περί την τερέβινθον, που υπήρχεν εις την Συχέμ, και τα εξηφάνισεν, ώστε να μη έχουν ανευρεθή μέχρι της ημέρας αυτής.

Γεν. 35,5 καὶ ἐξῇρεν Ἰσραὴλ ἐκ Σικίμων, καὶ ἐγένετο φόβος Θεοῦ ἐπὶ τὰς πόλεις τὰς κύκλῳ αὐτῶν, καὶ οὐ κατεδίωξαν ὀπίσω τῶν υἱῶν Ἰσραήλ.
Γεν. 35,5 Ανεχώρησεν ο Ιακώβ από την Συχέμ και φόβος Θεού κατέλαβε τους κατοίκους των γύρω από την Συχέμ πόλεων και δεν ετόλμησαν να καταδιώξουν τον Ιακώβ και τους ανθρώπους του δια την σφαγήν των ανδρών της Συχέμ και δια την λεηλασίαν.

Γεν. 35,6 ἦλθε δὲ Ἰακὼβ εἰς Λουζά, ἥ ἐστιν ἐν γῇ Χαναάν, ἥ ἐστι Βαιθήλ, αὐτὸς καὶ πᾶς ὁ λαός, ὃς ἦν μετ᾿ αὐτοῦ.
Γεν. 35,6 Εφθασεν ο Ιακώβ και όλος ο λαός, που ευρίσκετο μαζή του, εις την Λουζά της Χαναάν, η οποία είναι η αυτή με την Βαιθήλ.

Γεν. 35,7 καὶ ᾠκοδόμησεν ἐκεῖ θυσιαστήριον καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα τοῦ τόπου Βαιθήλ. ἐκεῖ γὰρ ἐφάνη αὐτῷ ὁ Θεὸς ἐν τῷ ἀποδιδράσκειν αὐτὸν ἀπὸ προσώπου Ἡσαῦ τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ.
Γεν. 35,7 Οικοδόμησεν εκεί θυσιαστήριον και εκάλεσε το όνομα του τόπου εκείνου Βαιθήλ, διότι εκεί είχε παρουσιασθή εις αυτόν ο Θεός, όταν αυτός φοβισμένος έφευγεν από τον αδελφόν του τον Ησαύ.

Γεν. 35,8 ἀπέθανε δὲ Δεβῶρα ἡ τροφὸς Ῥεβέκκας καὶ ἐτάφη κατώτερον Βαιθὴλ ὑπὸ τὴν βάλανον, καὶ ἐκάλεσεν Ἰακὼβ τὸ ὄνομα αὐτῆς Βάλανος πένθους.
Γεν. 35,8 Απέθανε δε εκεί η Δεδώρα, η τροφός της Ρεβέκκας, και ετάφη παρακάτω από την Βαιθήλ, κάτω από μίαν βαλανιδιάν. Ο Ιακώβ ωνόμασε το σημείον εκείνο “Βαλανιδιά πένθους”.

Γεν. 35,9 Ὤφθη δὲ ὁ Θεὸς τῷ Ἰακὼβ ἔτι ἐν Λουζᾷ, ὅτε παρεγένετο ἐκ Μεσοποταμίας τῆς Συρίας, καὶ εὐλόγησεν αὐτὸν ὁ Θεός.
Γεν. 35,9 Παρουσιάσθη δε ο Θεός στον Ιακώβ και πάλιν εις Λουζά τώρα, που είχεν επιστρέψει από την Μεσοποταμίαν της Συρίας, και τον ευλόγησε.

Γεν. 35,10 καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ Θεός· τὸ ὄνομά σου οὐ κληθήσεται ἔτι Ἰακώβ, ἀλλ᾿ Ἰσραὴλ ἔσται τὸ ὄνομά σου. καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰσραήλ.
Γεν. 35,10 Είπε δε προς αυτόν ο Θεός· “το όνομά σου δεν θα λέγεται πλέον Ιακώβ, αλλά θα ονομασθής Ισραήλ”. Και εκάλεσε το όνομα αυτού Ισραήλ.

Γεν. 35,11 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Θεός· ἐγὼ ὁ Θεός σου· αὐξάνου καὶ πληθύνου· ἔθνη καὶ συναγωγαὶ ἐθνῶν ἔσονται ἐκ σοῦ, καὶ βασιλεῖς ἐκ τῆς ὀσφύος σου ἐξελεύσονται.
Γεν. 35,11 Είπε δε προς αυτόν πάλιν ο, Θεός· “εγώ είμαι ο Θεός σου, σου δίδω την ευλογίαν μου· να αυξάνεσαι και να πληθύνεσαι. Εθνη και ομάδες εθνών θα προέλθουν από σέ, και βασιλείς θα εξέλθουν από την οσφύν σου.

Γεν. 35,12 καὶ τὴν γῆν, ἣν ἔδωκα Ἁβραὰμ καὶ Ἰσαάκ, σοὶ δέδωκα αὐτήν· σοὶ ἔσται, καὶ τῷ σπέρματί σου μετὰ σὲ δώσω τὴν γῆν ταύτην.
Γεν. 35,12 Την χώραν αυτήν, την οποίαν έδωκα στον Αβραάμ και τον Ισαάκ, την έχω δώσει και εις σέ. Ιδική σου θα είναι. Και ύστερα από σε θα την δώσω στους απογόνους σου.

Γεν. 35,13 ἀνέβη δὲ ὁ Θεὸς ἀπ᾿ αὐτοῦ ἐκ τοῦ τόπου, οὗ ἐλάλησε μετ᾿ αὐτοῦ.
Γεν. 35,13 Μετά την εμφάνισιν αυτήν απήλθεν ο Θεός από τον τόπον εκείνον, όπου ωμίλησε με τον Ιακώβ.

Γεν. 35,14 καὶ ἔστησεν Ἰακὼβ στήλην ἐν τῷ τόπῳ, ᾧ ἐλάλησε μετ᾿ αὐτοῦ ὁ Θεός, στήλην λιθίνην, καὶ ἔσπεισεν ἐπ᾿ αὐτὴν σπονδὴν καὶ ἐπέχεεν ἐπ᾿ αὐτὴν ἔλαιον.
Γεν. 35,14 Ο Ιακώβ έστησε μίαν λιθίνην στήλην στον τόπον εκείνον, όπου ωμίλησε με αυτόν ο Θεός, προσέφερε θυσίαν οίνου και έχυσεν επάνω εις αυτήν έλαιον, δια να την καθιερώση προς τον Θεόν.

Γεν. 35,15 καὶ ἐκάλεσεν Ἰακὼβ τὸ ὄνομα τοῦ τόπου, ἐν ᾧ ἐλάλησε μετ᾿ αὐτοῦ ἐκεῖ ὁ Θεός, Βαιθήλ.
Γεν. 35,15 Ωνόμασε δε το μέρος εκείνο, στο οποίον ωμίλησε προς αυτόν ο Θεός, “Βαιθήλ”.

Γεν. 35,16 Ἀπάρας δὲ Ἰακὼβ ἐκ Βαιθήλ, ἔπηξε τὴν σκηνὴν αὐτοῦ ἐπέκεινα τοῦ πύργου Γαδέρ. ἐγένετο δὲ ἡνίκα ἤγγισεν εἰς Χαβραθὰ τοῦ ἐλθεῖν εἰς τὴν Ἐφραθᾶ, ἔτεκε Ῥαχὴλ καὶ ἐδυστόκησεν ἐν τῷ τοκετῷ.
Γεν. 35,16 Ανεχώρησε πάλιν ο Ιακώβ από την Βαιθήλ και έστησε την σκηνήν αυτού πέραν από τον πύργον Γαδέρ. Οταν δε επλησίασεν εις την τοποθεσίαν Χαβραθά, δηλαδή εις την Βηθλεέμ, εγέννησεν η Ραχήλ και εταλαιπωρήθη πολύ κατά τον τοκετόν.

Γεν. 35,17 ἐγένετο δὲ ἐν τῷ σκληρῶς αὐτὴν τίκτειν, εἶπεν αὐτῇ ἡ μαῖα· θάρσει, καὶ γὰρ οὗτός σοί ἐστιν υἱός.
Γεν. 35,17 Την ώραν δε που υπέφερε σκληρά κατά τον τοκετόν, της είπεν η μαία· “έχε θάρρος, διότι το τέκνον σου αυτό είναι αγόρι”.

Γεν. 35,18 ἐγένετο δὲ ἐν τῷ ἀφιέναι αὐτὴν τὴν ψυχήν, ἀπέθνησκε γάρ, ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Υἱὸς ὀδύνης μου· ὁ δὲ πατὴρ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Βενιαμίν.
Γεν. 35,18 Οτε δε πλέον η Ραχήλ άφηνε την ψυχήν της, διότι απέθνησκεν από τον τοκετόν, εκάλεσε τα όνομα του βρέφους “Υιός οδύνης”. Ο δε πατήρ το ωνόμασε Βενιαμίν.

Γεν. 35,19 ἀπέθανε δὲ Ῥαχὴλ καὶ ἐτάφη ἐν τῇ ὁδῷ τοῦ ἱπποδρόμου Ἐφραθᾶ (αὕτη ἐστὶ Βηθλεέμ).
Γεν. 35,19 Απέθανε δε εκεί η Ραχήλ και ετάφη κοντά εις την ευρείαν οδόν, όπου ανεμποδίστως ηδύναντο να τρέχουν οι ίπποι. Η δε Εφραθά είναι αυτή, που σήμερον λέγεται Βηθλεέμ.

Γεν. 35,20 καὶ ἔστησεν Ἰακὼβ στήλην ἐπὶ τοῦ μνημείου αὐτῆς· αὕτη ἐστὶν ἡ στήλη ἐπὶ τοῦ μνημείου Ῥαχὴλ ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης.
Γεν. 35,20 Ο Ιακώβ έστησε μίαν στήλην επάνω στον τάφον της Ραχήλ. Αυτή δε η επί του μνημείου της Ραχήλ στήλη υπάρχει μέχρι της ημέρας που γράφονται αυτά.

Γεν. 35,21 ἐγένετο δέ ἡνίκα κατῴκησεν Ἰσραὴλ ἐν τῇ γῇ ἐκείνῃ, ἐπορεύθη Ῥουβὴν καὶ ἐκοιμήθη μετὰ Βαλλᾶς τῆς παλλακῆς τοῦ πατρὸς αὐτοῦ Ἰακώβ· καὶ ἤκουσεν Ἰσραήλ, καὶ πονηρὸν ἐφάνη ἐναντίον αὐτοῦ.
Γεν. 35,21 Οταν δε εγκατεστάθη ο Ισραήλ εις την περιοχήν εκείνην της Βηθλεέμ, επήγεν ο Ρουβήν και εκοιμήθη με την Βαλλάν, την δευτέρας σειράς σύζυγον του πατρός του Ιακώβ. Επληροφορήθη ο Ιακώβ το αμάρτημα αυτό του παιδιού του και του εφάνη, όπως ήτο φυσικόν, πολύ κακόν.

Γεν. 35,22 Ἦσαν δὲ οἱ υἱοὶ Ἰακὼβ δώδεκα.
Γεν. 35,22 Οι υιοί του Ιακώβ ήσαν δώδεκα, οι εξής·

Γεν. 35,23 υἱοὶ Λείας· πρωτότοκος Ἰακὼβ Ῥουβήν, Συμεών, Λευί, Ἰούδας, Ἰσσάχαρ, Ζαβουλών.
Γεν. 35,23 Υιοί από την Λείαν· πρωτότοκος του Ιακώβ ήτο ο Ρουβήν, έπειτα από αυτόν ο Συμεών, ο Λευϊ, ο Ιούδας, ο Ισσάχαρ και ο Ζαβουλών.

Γεν. 35,24 υἱοὶ δὲ Ῥαχήλ· Ἰωσὴφ καὶ Βενιαμίν.
Γεν. 35,24 Υιοί από την Ραχήλ, ο Ιωσήφ και ο Βενιαμίν.

Γεν. 35,25 υἱοὶ δὲ Βαλλᾶς παιδίσκης Ῥαχήλ· Δὰν καὶ Νεφθαλείμ.
Γεν. 35,25 Υιοί δε από την Βαλλάν, την θεραπαινίδα της Ραχήλ, ήσαν ο Δαν και ο Νεφθαλείμ.

Γεν. 35,26 υἱοὶ δὲ Ζελφᾶς παιδίσκης Λείας· Γὰδ καὶ Ἀσήρ. οὗτοι υἱοὶ Ἰακώβ, οἳ ἐγένοντο αὐτῷ ἐν Μεσοποταμίᾳ τῆς Συρίας.
Γεν. 35,26 Υιοί δε από την Ζελφάν, την θερατιαινίδα της Λείας, ήσαν ο Γαδ και ο Ασήρ. Αυτά είναι τα παιδιά του Ιακώβ, τα οποία απέκτησεν εις την Μεσοποταμίαν της Συρίας.

Γεν. 35,27 Ἦλθε δὲ Ἰακὼβ πρὸς Ἰσαὰκ τὸν πατέρα αὐτοῦ εἰς Μαμβρῆ, εἰς πόλιν τοῦ πεδίου (αὕτη ἐστὶ Χεβρών) ἐν γῇ Χαναάν, οὗ παρῴκησεν Ἁβραὰμ καὶ Ἰσαάκ.
Γεν. 35,27 Από την Βηθλεέμ μετέβη ο Ιακώβ προς τον πατέρα του, τον Ισαάκ, εις την Δρυν Μαμβρή, εις την πόλιν Χεβρών της πεδιάδος εν Χαναάν, όπου είχον παροικήσει ο Αβραάμ και ο Ισαάκ.

Γεν. 35,28 ἐγένοντο δὲ αἱ ἡμέραι Ἰσαάκ, ἃς ἔζησεν, ἔτη ἑκατὸν ὀγδοήκοντα,
Γεν. 35,28 Ολαι αι ημέραι της ζωής του Ισαάκ έφθασαν τα εκατόν ογδοήκοντα έτη.

Γεν. 35,29 καὶ ἐκλείπων Ἰσαὰκ ἀπέθανε καὶ προσετέθη πρὸς τὸ γένος αὐτοῦ πρεσβύτερος καὶ πλήρης ἡμερῶν, καὶ ἔθαψαν αὐτὸν Ἡσαῦ καὶ Ἰακὼβ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ.
Γεν. 35,29 Τοτε πλέον εξηντλήθησαν αι δυνάμστου Ισαάκ, απέθανε και γέρων πλέον πλήρης ημερών προσετέθη στους προγόνους αυτού, οι οποίοι είχον απέλθει ενωρίτερον. Εθαψαν δε αυτόν ο Ησαύ και ο Ιακώβ, τα παιδιά του.