Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2011
Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου 2011
Σύναξη της Παναγιάς της Μυρτιδιώτισσας στα Κύθηρα
Σύμφωνα με την παράδοση η εικόνα της Θεοτόκου βρέθηκε τον 14ο μ.Χ. αιώνα από ένα βοσκό της περιοχής σε ερημική τοποθεσία γεμάτη από μυρτιές, απ’ όπου έλαβε και το όνομα Μυρτιδιώτισσα.
Στην αρχή ο βοσκός έχτισε ένα μικρό εκκλησάκι, όπου τοποθέτησε την εικόνα της Παναγίας και την υπηρετούσε μέχρι το τέλος της ζωής του. Μετά το θάνατό του ο μοναχός Λεόντιος, με τη βοήθεια των χριστιανών, μεγάλωσε το μοναστήρι. Το 1857 μ.Χ. ανακαινίστηκε εκ νέου από τον ηγούμενο Αγαθάγγελο.
Ὕμνοι Δοξολογικοί καί Παρακλητικοί εἰς τήν Μυρτιδιώτισσαν, εἰς τύπον τῶν μεγαλυναρίων,* ὧν ἡ ἀκροστιχίς˙ Μητρόθεε διάσωσον
Μητρόθεε Ἄνασσα Οὐρανοῦ,
ὄντως Πλατυτέρα, καί Ἀγγέλων
φωτοειδῶν, τῶν ἀκαταπαύστως,
ὑμνούντων τήν σήν δόξαν,
Δέσποινα καί Κυρία, Θεομακάριστε.
Ηλίου τῆς δόξης τοῦ νοητοῦ, τῆς
Δικαιοσύνης ἀπαστράψαντος τοῖς
ἐν γῇ, τοῦ πάντων Δεσπότου, Κυρίου
καί Σωτῆρος, Μήτηρ ὑπάρχεις ὄντως,
ἡ Παμμακάριστος.
Τεκοῦσα ἀφράστως τόν σόν
Υἱόν, τόν Παντευεργέτην καί Σωτῆρα
καί Λυτρωτήν τόν κόσμον λυτροῦσαι,
παθῶν καί καχεξίας, ὡς πάντων
ὑπερτέρα, Μυρτιδιώτισσα.
Ρᾶνον θείοις μύροις τόν
σόν λαόν, ἡ ἐν μυρτιδίοις ἀνατείλασα θαυμαστῶς,
ἁγίᾳ Εἰκόνι, θαυματουργῷ καί θείᾳ, καί
δίδου τήν σήν χάριν,
Μυρτιδιώτισσα.
Οἱ ἔχοντες σκέπην σήν κραταιάν,
σεμνύνονται πάντες καί καυχῶνται
κατά Θεόν, σέ ἔχοντες τεῖχος, καί
θείαν προστασίαν, σεισμῶν πυρός
καί βλάβης, διαφυλάττουσαν.
Θεράπευσον Κόρη σούς ὑμνητάς,
ψυχῶν τε τάς νόσους, καί σωμάτων
τάς χαλεπάς, καί ἴασαι Μῆτερ, κακῶν
καί ἀσθενείας, δεινῶν ἀρρωστημάτων,
Μυρτιδιώτισσα.
Εκ πάσης ἀνάγκης καί πειρασμῶν,
χαλεπῶν κινδύνων ἐπῃρείας τοῦ πονηροῦ,
ρῦσαι νεολαίαν δεινῶς κλονιζομένην,
καί δοκιμαζομένην,
Μυρτιδιώτισσα.
Εξελε τούς νέους Μῆτερ Θεοῦ,
παθῶν καί κινδύνων πολυτρόπων
παντοδαπῶν, κράτυνον τήν πίστιν
τά ἤθη καί τό σέβας, θείᾳ κληρονομίᾳ,
Μυρτιδιώτισσα.
Δεσμῶν ἁμαρτίας φθοροποιῶν,
καί πάσης κακίας καταχρήσεων
συμφορῶν, καί λευκοῦ θανάτου,
ἐκλύτρωσαι Παρθένε, φιλτάτην νεολαίαν,
Μυρτιδιώτισσα.
Ιλέῳ σου ὄμματι στοργικῷ,
καί σῇ εὐσπλαγχνίᾳ διαφύλαττε
μητρικῇ, τάς νήσους Κυθήρων
καί τῶν Ἀντικυθήρων, σεισμῶν
πυρός μαχαίρας, Μυρτιδιώτισσα.
Αγάπην ὁμόνοιαν καί στοργήν,
παράσχου συζύγοις καί γονεῦσι
Μῆτερ Θεοῦ, καί δίδου πλουσίως,
χαράν καί εὐφροσύνην, πιστότητα εἰρήνην,
Μυρτιδιώτισσα.
Σεισμοῦ διασῴζουσα φυσικοῦ,
σεισμικάς δονήσεις σύ ἀπότρεψον
ἠθικάς, καί ἐκ ναυαγίων, οἰκογενείας σῷζε, φρίκης διαζυγίων,
Μυρτιδιώτισσα.
Ω Μῆτερ τοῦ Λόγου καί Λυτρωτοῦ,
σήν χάριν αἰτοῦμεν
ἐκκαρδίας τε καί ψυχῆς, μετάνοιαν
δοῦναι, σοῖς δούλοις ἀναξίοις,
οἰνοποσίας πάθους, σύ ἀπαλλάττουσα.
Σωτῆρα ἡ τέξασα καί Θεόν,
παντοίων κινδύνων διασῴζεις
καί συμφορῶν, αἱρέσεως πλάνης,
σχίσματος τῆς μανίας,
ἐν τάχει ἀπαλλάττεις,
Μυρτιδιώτισσα.
Ο πάντων ἁγίων τάς ἀρετάς,
ἀεί ὑπερβαίνων ὡς ὁ Κύριος καί
Θεός, Μητέρα σου θείαν, σεμνήν
Ὑπεραγίαν, πρόσδεξαι δυσωποῦσαν,
Μυρτιδιώτισσαν.
Νεότητα σῴζουσα ὦ Ἁγνή,
ἀνθρώπους ὡρίμους, οἴκους
νέους θεοσεβεῖς, καί τίμιον
γῆρας, διαφυλάττειν σπεύδεις,
Κυρία τῶν Ἀγγέλων,
Μυρτιδιώτισσα.
*Οἱ ὕμνοι οὗτοι, συντεθέντες χάριτι Θείᾳ καί εὐδοκίᾳ τῆς Παναχράντου διά τήν προστασίαν τοῦ λαοῦ ἐκ τῆς φοβερᾶς τοῦ σεισμοῦ ἀπειλῆς καί λοιπῶν κινδύνων, ὑπό τοῦ Μητροπολίτου Κυθήρων Σεραφείμ (Ἰούνιος 2006), ψάλλονται μετά τά Μεγαλυνάρια τῆς Ἱερᾶς Παρακλήσεως καί κατά τάς ἱεράς λιτανεύσεις τῆς ἁγίας Εἰκόνος τῆς Μυρτιδιωτίσσης.
Στην αρχή ο βοσκός έχτισε ένα μικρό εκκλησάκι, όπου τοποθέτησε την εικόνα της Παναγίας και την υπηρετούσε μέχρι το τέλος της ζωής του. Μετά το θάνατό του ο μοναχός Λεόντιος, με τη βοήθεια των χριστιανών, μεγάλωσε το μοναστήρι. Το 1857 μ.Χ. ανακαινίστηκε εκ νέου από τον ηγούμενο Αγαθάγγελο.
Ὕμνοι Δοξολογικοί καί Παρακλητικοί εἰς τήν Μυρτιδιώτισσαν, εἰς τύπον τῶν μεγαλυναρίων,* ὧν ἡ ἀκροστιχίς˙ Μητρόθεε διάσωσον
Μητρόθεε Ἄνασσα Οὐρανοῦ,
ὄντως Πλατυτέρα, καί Ἀγγέλων
φωτοειδῶν, τῶν ἀκαταπαύστως,
ὑμνούντων τήν σήν δόξαν,
Δέσποινα καί Κυρία, Θεομακάριστε.
Ηλίου τῆς δόξης τοῦ νοητοῦ, τῆς
Δικαιοσύνης ἀπαστράψαντος τοῖς
ἐν γῇ, τοῦ πάντων Δεσπότου, Κυρίου
καί Σωτῆρος, Μήτηρ ὑπάρχεις ὄντως,
ἡ Παμμακάριστος.
Τεκοῦσα ἀφράστως τόν σόν
Υἱόν, τόν Παντευεργέτην καί Σωτῆρα
καί Λυτρωτήν τόν κόσμον λυτροῦσαι,
παθῶν καί καχεξίας, ὡς πάντων
ὑπερτέρα, Μυρτιδιώτισσα.
Ρᾶνον θείοις μύροις τόν
σόν λαόν, ἡ ἐν μυρτιδίοις ἀνατείλασα θαυμαστῶς,
ἁγίᾳ Εἰκόνι, θαυματουργῷ καί θείᾳ, καί
δίδου τήν σήν χάριν,
Μυρτιδιώτισσα.
Οἱ ἔχοντες σκέπην σήν κραταιάν,
σεμνύνονται πάντες καί καυχῶνται
κατά Θεόν, σέ ἔχοντες τεῖχος, καί
θείαν προστασίαν, σεισμῶν πυρός
καί βλάβης, διαφυλάττουσαν.
Θεράπευσον Κόρη σούς ὑμνητάς,
ψυχῶν τε τάς νόσους, καί σωμάτων
τάς χαλεπάς, καί ἴασαι Μῆτερ, κακῶν
καί ἀσθενείας, δεινῶν ἀρρωστημάτων,
Μυρτιδιώτισσα.
Εκ πάσης ἀνάγκης καί πειρασμῶν,
χαλεπῶν κινδύνων ἐπῃρείας τοῦ πονηροῦ,
ρῦσαι νεολαίαν δεινῶς κλονιζομένην,
καί δοκιμαζομένην,
Μυρτιδιώτισσα.
Εξελε τούς νέους Μῆτερ Θεοῦ,
παθῶν καί κινδύνων πολυτρόπων
παντοδαπῶν, κράτυνον τήν πίστιν
τά ἤθη καί τό σέβας, θείᾳ κληρονομίᾳ,
Μυρτιδιώτισσα.
Δεσμῶν ἁμαρτίας φθοροποιῶν,
καί πάσης κακίας καταχρήσεων
συμφορῶν, καί λευκοῦ θανάτου,
ἐκλύτρωσαι Παρθένε, φιλτάτην νεολαίαν,
Μυρτιδιώτισσα.
Ιλέῳ σου ὄμματι στοργικῷ,
καί σῇ εὐσπλαγχνίᾳ διαφύλαττε
μητρικῇ, τάς νήσους Κυθήρων
καί τῶν Ἀντικυθήρων, σεισμῶν
πυρός μαχαίρας, Μυρτιδιώτισσα.
Αγάπην ὁμόνοιαν καί στοργήν,
παράσχου συζύγοις καί γονεῦσι
Μῆτερ Θεοῦ, καί δίδου πλουσίως,
χαράν καί εὐφροσύνην, πιστότητα εἰρήνην,
Μυρτιδιώτισσα.
Σεισμοῦ διασῴζουσα φυσικοῦ,
σεισμικάς δονήσεις σύ ἀπότρεψον
ἠθικάς, καί ἐκ ναυαγίων, οἰκογενείας σῷζε, φρίκης διαζυγίων,
Μυρτιδιώτισσα.
Ω Μῆτερ τοῦ Λόγου καί Λυτρωτοῦ,
σήν χάριν αἰτοῦμεν
ἐκκαρδίας τε καί ψυχῆς, μετάνοιαν
δοῦναι, σοῖς δούλοις ἀναξίοις,
οἰνοποσίας πάθους, σύ ἀπαλλάττουσα.
Σωτῆρα ἡ τέξασα καί Θεόν,
παντοίων κινδύνων διασῴζεις
καί συμφορῶν, αἱρέσεως πλάνης,
σχίσματος τῆς μανίας,
ἐν τάχει ἀπαλλάττεις,
Μυρτιδιώτισσα.
Ο πάντων ἁγίων τάς ἀρετάς,
ἀεί ὑπερβαίνων ὡς ὁ Κύριος καί
Θεός, Μητέρα σου θείαν, σεμνήν
Ὑπεραγίαν, πρόσδεξαι δυσωποῦσαν,
Μυρτιδιώτισσαν.
Νεότητα σῴζουσα ὦ Ἁγνή,
ἀνθρώπους ὡρίμους, οἴκους
νέους θεοσεβεῖς, καί τίμιον
γῆρας, διαφυλάττειν σπεύδεις,
Κυρία τῶν Ἀγγέλων,
Μυρτιδιώτισσα.
*Οἱ ὕμνοι οὗτοι, συντεθέντες χάριτι Θείᾳ καί εὐδοκίᾳ τῆς Παναχράντου διά τήν προστασίαν τοῦ λαοῦ ἐκ τῆς φοβερᾶς τοῦ σεισμοῦ ἀπειλῆς καί λοιπῶν κινδύνων, ὑπό τοῦ Μητροπολίτου Κυθήρων Σεραφείμ (Ἰούνιος 2006), ψάλλονται μετά τά Μεγαλυνάρια τῆς Ἱερᾶς Παρακλήσεως καί κατά τάς ἱεράς λιτανεύσεις τῆς ἁγίας Εἰκόνος τῆς Μυρτιδιωτίσσης.
Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2011
Σύναξη της Παναγίας της Σκριπούς στον Ορχομενό
Η μονή της «Παναγίας Σκριπού» (ή Ορχομενιώτισσας) της Βοιωτίας, κοντά στον αρχαίο Ορχομενό, περιλαμβάνει το πιο σημαντικό μνημείο από τη σειρά εκκλησιών του τύπου «σταυροειδούς μεταβατικού» στον ελλαδικό χώρο. Ένα ωραιότατο κατακόρυφο ηλιακό ρολόι κοσμεί το ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στη Μονή. Πιθανότατα ο ναός σχεδιάσθηκε ως ταφικό μνημείο του χορηγού του, του Λέοντα, Πρωτοσπαθάριου (οστιάριος, εκκλησιαστικός αξιωματούχος και στρατηγός, διοικητής του θέματος της Ελλάδας που είχε έδρα τη Θήβα) της Ανακτορικής φρουράς του Βυζαντινού αυτοκράτορα (873/874 μ.Χ.).
Η Μονή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου ή Μονή της «Παναγίας Σκριπούς» βρίσκεται στην ομώνυμη περιοχή – σημερινός Αθάμας – στον Ορχομενό της Βοιωτίας, απέναντι από τον αρχαιολογικό χώρο της πόλης και την αρχαία Ακρόπολη του Ορχομενού. Στην ευρύτερη περιοχή ο περιηγητής Παυσανίας (9, 38, 1) μνημονεύει δύο ιερά των Χαρίτων και του Διονύσου, τα οποία δεν έχουν μέχρι σήμερα βρεθεί, αλλά πρέπει κατά πάσαν πιθανότητα να βρίσκονταν στη θέση όπου το 874 μ.Χ. χτίστηκε η Μονή της Παναγίας Σκριπούς. Αυτό άλλωστε μαρτυρούν οι ανασκαφικές εργασίες που απεκάλυψαν εξωτερικά – στον περίβολο του ναού – ένα κτίσμα μυκηναϊκής περιόδου. Επίσης στο εσωτερικό του ναού απεκάλυψαν την ύπαρξη παλαιοχριστιανικού ψηφιδωτού.
Η Μονή της Παναγίας Σκριπούς είναι κτίσμα του 9ου αιώνα μ.Χ. και από το αρχικό συνολικό συγκρότημα σήμερα σώζεται μόνον το Καθολικό, αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου, αλλά και στους αποστόλους Πέτρο και Παύλο, όπως άλλωστε αποδεικνύει το τρισυπόστατο Ιερό Βήμα. Πράγματι, τα δύο ανατολικά πλάγια κλίτη δεν λειτουργούν ως πρόθεση και διακονικό, αλλά σύμφωνα με τις επιγραφές ως παρεκκλήσια των Αγίων Πέτρου και Παύλου «ων Ρώμης βώλαξ ιερήν κόνιν αμφικαλύπτει», κατά το χαραγμένο εκεί εξαιρετικό επίγραμμα.
Ο ναός της Παναγίας Σκριπού της Βοιωτίας, αποτελεί το πιο σημαντικό μνημείο από τη σειρά εκκλησιών του τύπου «σταυροειδούς μεταβατικού» στον ελλαδικό χώρο και είναι το μεγαλύτερο και πολυτελέστερο γνωστό μνημείο της εποχής, έξω από την Κωνσταντινούπολη. Η μοναστηριακή αυτή εκκλησία ξεχωρίζει για το μέγεθος (22,30 ? 18,60 μέτρα), χωρίς τον νάρθηκα, για την πλούσια μαρμάρινη διακόσμηση και τέλος για τις ιστορικές πληροφορίες που παρέχουν 4 επιγραφές με μνημειακή έκφραση. Από αυτές μαθαίνουμε ότι ο ιδρυτής του ναού είναι ο Λέων «βασιλικός Πρωτοσπαθάριος, και επί των οικιακών», δηλαδή αρχηγός των σπαθαρίων — της ανακτορικής φρουράς — στο Ιερό Παλάτιον στην Κωνσταντινούπολη. Ο Λέων ήταν ο ιδιοκτήτης της περιοχής «χώρον επικρατέων τε παλαιοτάτου Ορχομένοιο» και πως έχτισε την εκκλησία το 873/874 μ.Χ. Πράγματι, όσον αφορά τη χρονολογία κτίσεως είμαστε απόλυτα βέβαιοι, επειδή μια γραπτή επιγραφή, που είναι ενσωματωμένη στο εξωτερικό της αψίδας του ιερού, αναγράφει τόσο τη χρονολογία κατασκευής του καθολικού, το 874 μ.Χ., όσο και τον χορηγό-κτήτορα της Μονής, τον Λέοντα.
Δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα από που προέρχεται η περίεργη ονομασία Σκριπού για τη Μονή, που σημειωτέον είναι το αρχαιότερο Βυζαντινό μνημείο της Βοιωτίας και ένα από τα σπουδαιότερα της Ελλάδας. Η εκκλησία πάντως εξωτερικά είναι γεμάτη από επιγραφές και πιθανότατα σ’ αυτές τις εντοιχισμένες επιγραφές να οφείλεται το όνομα Σκριπού, από το λατινικό scriptus, που σημαίνει επιγραφή (inscription). Ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου είναι εγγεγραμμένος σταυροειδής με τρούλο, με προεξέχουσες τις κεραίες του σταυρού και στενό νάρθηκα δυτικά. Στην τοιχοδομία του έχει χρησιμοποιηθεί άφθονο έτοιμο αρχαίο υλικό (όπως συμβαίνει σε πολλούς χριστιανικούς ναούς της εποχής) το οποίο προέρχεται από τον κοντινό αρχαιολογικό χώρο της ιστορικής πόλης του Ορχομενού. Έτσι, έχουν χρησιμοποιηθεί σπόνδυλοι κιόνων, πελεκημένα αγκωνάρια, ακόμη και επιτύμβιες στήλες που δημιουργούν απροσδόκητα κοσμήματα και αποχρώσεις στους μεγάλους επίπεδους τοίχους.
Το μνημείο αυτό είναι προσπάθεια μετάβασης από την παλαιοχριστιανική Βασιλική (Αρχιτεκτονική) στον Βυζαντινό ρυθμό. Ο ναός διασώζει θαυμάσια παλαιοχριστιανικά γλυπτά, σπάνιες επιγραφές της χριστιανικής, αλλά και της προχριστιανικής περιόδου, που χρησιμοποιήθηκαν ως οικοδομικό υλικό. Πιθανότατα ο ναός να σχεδιάστηκε ως ταφικό μνημείο του χορηγού του (μολονότι αυτό δεν συνηθιζόταν στη Βυζαντινή Ελλάδα) και ίσως το κατακόρυφο ηλιακό ρολόι που κοσμεί τον ναό να είναι ένα είδος αναφοράς στην αιώνια ζωή. Ούτως ή άλλως ο κτήτορας του ναού θέλησε το κτίσμα αυτό να έχει: «τερπνόν αποστίλβον περικαλλέα πάντοθεν αίγλην». Ο γλυπτικός διάκοσμος του καθολικού της Μονής είναι πλούσιος στις εσωτερικές και εξωτερικές του επιφάνειες, πολλά γλυπτά μέλη όμως (από αρχαίους ναούς ή και από πρωτοχριστιανικό νεκροταφείο) είναι ενσωματωμένα και στα μεταγενέστερα κελιά, νότια του καθολικού και στο πρόπυλο δυτικά, ενώ άλλα βρίσκονται στις αποθήκες. Τα παλαιότερα κελιά της Μονής βρίσκονται δυτικά από τα νεότερα, σε ένα κτίριο που αποτελείται από πέντε διαδοχικούς κεραμοσκεπείς χώρους.
Σύμφωνα με τις αρχαιολογικές έρευνες οι παλαιότερες από τις τοιχογραφίες που κοσμούν τον ναό είναι του 12ου αιώνα μ.Χ. Από το 1930 μ.Χ. εκτελούνται εργασίες αναστήλωσης, όπως και εργασίες για τη συντήρηση και καθαρισμό των τοιχογραφιών, ενώ το 1939 μ.Χ. κτίστηκε (σε σχέδια του Υπουργείου Πολιτισμού) και το κωδωνοστάσιο του ναού, που βρίσκεται βορειοδυτικά στον χώρο της μονής.
Το ιστορικό αυτό μνημείο εντάχθηκε στο Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης 1994-1999 μ.Χ., στο Περιφερειακό Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Στερεάς Ελλάδας. Και ενώ ολοκληρωνόταν η αποκάλυψη και η συντήρηση των τοιχογραφιών των ιερών, καθώς και η στερέωση και ο καθαρισμός των γλυπτών του νάρθηκα, ο ναός υπέστη εμπρησμό. Από τη φωτιά προκλήθηκαν σοβαρές ζημιές, ωστόσο σε μια πρώτη φάση συντελέστηκε με αμμοβολή ο καθαρισμός του εσωτερικού ναού από την καπνιά, ενώ τώρα αναμένεται η έναρξη των εργασιών της δεύτερης φάσεως για την αποκατάσταση των καμένων παραθυρόφυλλων και των τοιχογραφιών του νάρθηκα.
Η Παναγία Σκριπού για πολλά χρόνια λειτούργησε ως ανδρικό μοναστήρι, ενώ τα τελευταία χρόνια λειτουργεί ως ενοριακός ναός. Ως το 1821 μ.Χ. διατηρούσε 60 καλογέρους, που διαλύθηκαν το 1926 μ.Χ. μετά την απαλλοτρίωση των κτημάτων του μοναστηριού. Πανηγυρίζει στις 15 Αυγούστου, γιορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στις 23 Αυγούστου, απόδοση της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, αλλά και στις 10 Σεπτεμβρίου, ημέρα κατά την οποία, το έτος 1943 μ.Χ., ο Ορχομενός και οι κάτοικοί του σώθηκαν με θαύμα της Παναγίας από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής που ήθελαν να κάψουν την πόλη και να σκοτώσουν τους κατοίκους της.
Ένα ωραιότατο κατακόρυφο ηλιακό ρολόι, ίσως το ωραιότερο από όλα τα Βυζαντινά ηλιακά ρολόγια της Ελλάδας, κοσμεί τον ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στη Μονή της Παναγίας Σκριπούς. Φαίνεται ότι ηλιακό ρολόι τοποθετήθηκε στο ναό τη χρονολογία κατασκευής του καθολικού, το 874 μ.Χ., και έτσι είναι το αρχαιότερο από όλα τα μεσαιωνικά-βυζαντινά κατακόρυφα ηλιακά ρολόγια της Ελλάδας! Αυτό άλλωστε σημειώνει ο αείμνηστος διαπρεπής αρχαιολόγος, βυζαντινολόγος, αρχιτέκτονας και καθηγητής στο Πολυτεχνείο και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Αναστάσιος Ορλάνδος (1935/36).
Το κατακόρυφο αυτό ηλιακό ρολόι είναι σκαλισμένο στην εξωτερική επιφάνεια ενός μαρμάρινου ορθογώνιου δομικού λίθου του όλου κτιρίου στον νότιο τοίχο του ναού. Οι διαστάσεις του ορθογώνιου αυτού παραλληλεπιπέδου είναι 125 cm μήκος, 35 cm πλάτος και 66 cm ύψος. Η ωρολογοπλάκα (125 cm - 66 cm) φέρει μόνο δέκα ωρικές γραμμές, αριθμημένες με την αρχαία ελληνική αρίθμηση: Α, Β, Γ, Δ, Ε, F, Ζ, Η, Θ και Ι, ενώ φέρει και τη γραμμή του ορίζοντα. Βρίσκεται εντοιχισμένη στο νότιο τοίχο του Καθολικού, σε ύψος περίπου 2 μέτρα από το έδαφος.Οι ωρικές γραμμές, μήκους 50 cm, τελειώνουν σε ένα χαραγμένο ημικύκλιο, ακτίνας 50 cm, ενώ τα καλλιγραφικά κεφαλαία γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου είναι σημειωμένα στο τέλος των ωρικών γραμμών εντός ενός κυκλικού δακτυλίου, που σχηματίζεται από το πρώτο ημικύκλιο των 50 cm και από ένα δεύτερο ημικύκλιο ακτίνας 58 cm. Η μαρμάρινη ωρολογοπλάκα έξω από το ημικύκλιο, αριστερά και δεξιά είναι διακοσμημένη με δύο γλυπτά παγώνια, εκ των οποίων το ένα κοιτά προς την Ανατολή και το άλλο προς τη Δύση. Το πρώτο είναι μεγαλύτερο σε μήκος από το δεύτερο γιατί έχει μεγαλύτερο μήκος ουράς. Το δεξιό παγώνι έχει συνολικό μήκος 46 cm, ενώ το αριστερό, όπως βλέπουμε την ωρολογοπλάκα, έχει μήκος 42 cm. Οι παραστάσεις των πτηνών αυτών πιθανότατα είναι ένα είδος αναφοράς στην αιώνια ζωή. Επιπλέον κάτω από τις ώρες Ε και F, υπάρχει και κάποια άλλη γλυπτή διακόσμηση. Ένα άνθος κάτω από το Ε και ένα άλλο όμοιό του κάτω από το F, ενώ ενδιάμεσα τα συνδέει σαν είδος μίσκου, ένα αγκιστροειδές σκάλισμα.
Σημειώνουμε ότι τα διακοσμητικά στοιχεία της παλαιοχριστιανικής τέχνης προέρχονται από τον ελληνικό «εθνικό» κόσμο. Στην παλαιοχριστιανική τέχνη εμφανίζεται σύνολο από γλυπτές απεικονίσεις και παραστάσεις που είναι κοινές στον ειδωλολατρικό κόσμο, όπως άνθη, πτηνά, δελφίνια κ.ά. Αργότερα εμφανίζονται συμβολικές παραστάσεις, όπως ο ιχθύς, ένας κλάδος φοίνικα, ο αμνός, η περιστερά και τα παγώνια. Ο ιχθύς συμβολίζει τον Ιησού Χριστό (η περίφημη ακροστιχίδα Ιησούς Χριστός Θεού Υιός Σωτήρ). Η περιστερά συμβολίζει την αγνότητα και το Άγιο Πνεύμα. Τέλος, τα παγώνια συμβολίζουν την αιώνια ζωή στον παράδεισο. Π.χ. επιτύμβια επιγραφή ΒΜΧ 400 (5ος – 6ος μ.Χ. αιώνας) με παράσταση αντικριστών παγωνιών στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο Αθηνών Ακόμα και σήμερα τα παγώνια είναι πολύ συνηθισμένο μοτίβο στις ελληνικές εκκλησίες. Παγώνια βρίσκονται σκαλισμένα στο ξυλόγλυπτο, τέμπλο των ναών, στον ξυλόγλυπτο επιτάφιο και κοσμούν πολλές πρόσφατες εκκλησίες, όπως ο ναός των Εισοδίων της Θεοτόκου στην ομώνυμη Μονή κοντά στον Ωρωπό Αττικής.
Δυστυχώς σε αυτό το ηλιακό αυτό ρολόι, ενώ φαίνεται η θέση του γνώμονα, αυτός έχει καταστραφεί ή έχει κλαπεί και γι’ αυτό τον λόγο δεν βρίσκεται στη θέση του. Το επίπεδο κατακόρυφο ηλιακό ρολόι της Παναγίας Σκριπούς, ασχέτως από τους αριθμούς που έχει γραμμένους στο τέλος των ωρικών γραμμών, διαιρεί την ημέρα όχι σε δέκα αλλά σε έντεκα ώρες, αφού στο ημικύκλιό του υπάρχουν έντεκα τομείς, όπως ακριβώς και στο ηλιακό ρολόι του Αγίου Λαυρεντίου στο Πήλιο.
Η οριζόντια γραμμή της άνω πλευράς του ηλιακού ρολογιού αντιπροσωπεύει τον ορίζοντα, και το μεσημέρι, στον αληθινό ηλιακό χρόνο, ο Ήλιος θα πέφτει στον μεσημβρινό, που αντιπροσωπεύεται από μια κατακόρυφη γραμμή κάθετη στη γραμμή του ορίζοντα. Αυτή η γραμμή δεν υπάρχει στο ηλιακό ρολόι αυτό. Συνήθως παρουσιάζεται στα ηλιακά ρολόγια που φέρουν μονές ωρικές γραμμές, για παράδειγμα έντεκα ωρικές γραμμές (δηλαδή δώδεκα ώρες) και σημειώνεται στο τέλος της έκτης ώρας, ούτως ώστε η έκτη ώρα να βρίσκεται στο μέσον, ενώ συμμετρικά αριστερά και δεξιά της να βρίσκονται από πέντε ωρικές γραμμές. Ούτως ή άλλως σε ένα τέτοιο επίπεδο κατακόρυφο ηλιακό ρολόι, τοποθετημένο σωστά στον τοίχο του καθολικού της Μονής με νότιο προσανατολισμό, το φως του Ήλιου δεν μπορεί να πέφτει ποτέ πάνω από τη γραμμή του ορίζοντα. Παράλληλα κάθε διάστημα κάτω από τον ορίζοντα θα αποτελεί περιοχή στην οποία οι ηλιακές ακτίνες θα πέφτουν οπωσδήποτε κάποια στιγμή του έτους.
Στις 8 Σεπτέμβρη του 1943 μ.Χ. οι Ιταλοί συνθηκολόγησαν και στην αρχή αρνήθηκαν να παραδώσουν τον οπλισμό τους στους συμμάχους τους Γερμανούς. Τότε η περιφερειακή οργάνωση του Ε.Α.Μ. Ορχομενού θεώρησε ότι μπορούσε να επωφεληθεί και να παραλάβει αυτή τον ιταλικό οπλισμό. Γι' αυτό παρακίνησε τους οπλισμένους και μη Ορχομενίους να κινηθούν προς τη Λειβαδιά. Οι Γερμανοί όμως κύκλωσαν και αφόπλισαν τους Ιταλούς κι όταν έμαθαν για τις προθέσεις των Ορχομένιων έστειλαν εναντίον τους την άλλη μέρα, 9 Σεπτέμβρη, απόσπασμα με τεθωρακισμένα. Οι Ορχόμενιοι, που είχαν φτάσει στο μεταξύ στο σταυροδρόμι του Άγιου Ανδρέα, ανέτοιμοι και αδιοργάνωτοι καθώς ήσαν, σκόρπισαν στη γύρω περιοχή με κατεύθυνση οι περισσότεροι τον απόμερο Διόνυσο. Οι Γερμανοί όμως συνέχισαν την καταδίωξη με σκοπό να επιβάλλουν αντίποινα στον Ορχομενό, όπως ήταν η συνηθισμένη τακτική τους.
Τη νύχτα της 9ης προς τη 10η Σεπτεμβρίου 1943 μ.Χ. λίγα μέτρα πιο κάτω από την εκκλησία της Παναγίας, τα γερμανικά τανκς ακινητοποιήθηκαν χωρίς να υπάρχει κανείς φανερός λόγος. Όπως εξιστόρησε ο επικεφαλής του γερμανικού αποσπάσματος Χόφμαν, η μορφή της Παναγίας φανερώθηκε στο νυχτερινό ουρανό.
Μετά το τέλος του πολέμου ο επικεφαλής επέστρεψε προσκυνητής στην Παναγία της Σκριπούς, χαρίζοντας στο ναό μια εικόνα με την αναπαράσταση του οράματός του. Από τότε σχεδόν κάθε χρόνο επεστρέφει στο ναό για να προσκυνήσει στις 10 Σεπτεμβρίου. Για το λόγο αυτό η Παναγία της Σκριπούς, εκτός των άλλων ημερομηνιών, γιορτάζει και στις 10 Σεπτεμβρίου με λιτανεία και μεταφορά της εικόνας, στον τόπο που ακινητοποιήθηκαν τα τανκς.
Γύρω από τον Ιερό Βυζαντινό Ναό της Παναγίας Σκριπούς (ή Ορχομενιώτισσας), όπως προείπαμε, υπάρχουν διάσπαρτες επιγραφές, οι οποίες παρέχουν σημαντικές πληροφορίες για την ίδρυση του Ιερού Ναού. Χαρακτηριστικό γνώρισμα των επιγραφών είναι η ελληνική γλώσσα, στην οποία είναι γραμμένες.
Η κυρίως κτητορική επιγραφή για την ίδρυση του Ιερού Ναού αναφέρει χαρακτηριστικά:
Ο κτήτορας του ναού της Παναγίας είναι γνωστός και από άλλες μαρτυρίες, από σωζόμενα μολυβδόβουλλα, στα οποία αναγράφεται ως «Βασιλικός οστιάριος, επί των οικιακών και άρχων Θηβιτών (Θηβαίων) και Ελλάδος», όπως παρατηρεί ο τότε Μητροπολίτης Θηβών και Λεβαδείας Ιερώνυμος.
Μια παραπλήσια επιγραφή αναφέρει ότι η Εκκλησία κτίστηκε:
Στη δυτική πλευρά του νάρθηκα και στην αριστερή γωνία βρίσκεται επιγραφή με χαραγμένα γράμματα και με κείμενο που αποτελείται από δώδεκα τρίμετρους ιαμβικούς στίχους. Η επιγραφή αναφέρει:
Στα παρεκκλήσια των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου αναφέρονται και οι επιγραφές που βρίσκονται στους τοίχου της προθέσεως και του διακονικού. Στο βόρειο τοίχο της προθέσεως βρίσκεται η κτητορική επιγραφή για το παρεκκλήσιο του Αποστόλου Παύλου:
Οι επιγραφές αυτές, που όπως και η κυρίως κτητορική επιγραφή είναι γραμμένες με όμορφα ανάγλυφα, αλλά ανορθόγραφα γράμματα, μας αναφέρουν ότι τα παρεκκλήσια αυτά είναι αφιερωμένα στους Αποστόλους Πέτρο και Παύλο και κτίστηκαν από το Λέοντα τον Πρωτοσπαθάριο έξι χιλιάδες τριακόσια ογδόντα δύο χρόνια από κτίσεως κόσμου επί Πατριαρχείας του Οικουμενικού Πατριάρχη Ιγνατίου, δηλαδή το έτος 873 με 874 μ.Χ.
Τέλος μεταγενέστερη φορητή επιγραφή στην είσοδο του Ιερού Ναού της Παναγίας Σκριπούς αναφέρει τα κάτωθι:
Η Μονή και ο ναός
Η Μονή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου ή Μονή της «Παναγίας Σκριπούς» βρίσκεται στην ομώνυμη περιοχή – σημερινός Αθάμας – στον Ορχομενό της Βοιωτίας, απέναντι από τον αρχαιολογικό χώρο της πόλης και την αρχαία Ακρόπολη του Ορχομενού. Στην ευρύτερη περιοχή ο περιηγητής Παυσανίας (9, 38, 1) μνημονεύει δύο ιερά των Χαρίτων και του Διονύσου, τα οποία δεν έχουν μέχρι σήμερα βρεθεί, αλλά πρέπει κατά πάσαν πιθανότητα να βρίσκονταν στη θέση όπου το 874 μ.Χ. χτίστηκε η Μονή της Παναγίας Σκριπούς. Αυτό άλλωστε μαρτυρούν οι ανασκαφικές εργασίες που απεκάλυψαν εξωτερικά – στον περίβολο του ναού – ένα κτίσμα μυκηναϊκής περιόδου. Επίσης στο εσωτερικό του ναού απεκάλυψαν την ύπαρξη παλαιοχριστιανικού ψηφιδωτού.
Η Μονή της Παναγίας Σκριπούς είναι κτίσμα του 9ου αιώνα μ.Χ. και από το αρχικό συνολικό συγκρότημα σήμερα σώζεται μόνον το Καθολικό, αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου, αλλά και στους αποστόλους Πέτρο και Παύλο, όπως άλλωστε αποδεικνύει το τρισυπόστατο Ιερό Βήμα. Πράγματι, τα δύο ανατολικά πλάγια κλίτη δεν λειτουργούν ως πρόθεση και διακονικό, αλλά σύμφωνα με τις επιγραφές ως παρεκκλήσια των Αγίων Πέτρου και Παύλου «ων Ρώμης βώλαξ ιερήν κόνιν αμφικαλύπτει», κατά το χαραγμένο εκεί εξαιρετικό επίγραμμα.
Ο ναός της Παναγίας Σκριπού της Βοιωτίας, αποτελεί το πιο σημαντικό μνημείο από τη σειρά εκκλησιών του τύπου «σταυροειδούς μεταβατικού» στον ελλαδικό χώρο και είναι το μεγαλύτερο και πολυτελέστερο γνωστό μνημείο της εποχής, έξω από την Κωνσταντινούπολη. Η μοναστηριακή αυτή εκκλησία ξεχωρίζει για το μέγεθος (22,30 ? 18,60 μέτρα), χωρίς τον νάρθηκα, για την πλούσια μαρμάρινη διακόσμηση και τέλος για τις ιστορικές πληροφορίες που παρέχουν 4 επιγραφές με μνημειακή έκφραση. Από αυτές μαθαίνουμε ότι ο ιδρυτής του ναού είναι ο Λέων «βασιλικός Πρωτοσπαθάριος, και επί των οικιακών», δηλαδή αρχηγός των σπαθαρίων — της ανακτορικής φρουράς — στο Ιερό Παλάτιον στην Κωνσταντινούπολη. Ο Λέων ήταν ο ιδιοκτήτης της περιοχής «χώρον επικρατέων τε παλαιοτάτου Ορχομένοιο» και πως έχτισε την εκκλησία το 873/874 μ.Χ. Πράγματι, όσον αφορά τη χρονολογία κτίσεως είμαστε απόλυτα βέβαιοι, επειδή μια γραπτή επιγραφή, που είναι ενσωματωμένη στο εξωτερικό της αψίδας του ιερού, αναγράφει τόσο τη χρονολογία κατασκευής του καθολικού, το 874 μ.Χ., όσο και τον χορηγό-κτήτορα της Μονής, τον Λέοντα.
Δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα από που προέρχεται η περίεργη ονομασία Σκριπού για τη Μονή, που σημειωτέον είναι το αρχαιότερο Βυζαντινό μνημείο της Βοιωτίας και ένα από τα σπουδαιότερα της Ελλάδας. Η εκκλησία πάντως εξωτερικά είναι γεμάτη από επιγραφές και πιθανότατα σ’ αυτές τις εντοιχισμένες επιγραφές να οφείλεται το όνομα Σκριπού, από το λατινικό scriptus, που σημαίνει επιγραφή (inscription). Ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου είναι εγγεγραμμένος σταυροειδής με τρούλο, με προεξέχουσες τις κεραίες του σταυρού και στενό νάρθηκα δυτικά. Στην τοιχοδομία του έχει χρησιμοποιηθεί άφθονο έτοιμο αρχαίο υλικό (όπως συμβαίνει σε πολλούς χριστιανικούς ναούς της εποχής) το οποίο προέρχεται από τον κοντινό αρχαιολογικό χώρο της ιστορικής πόλης του Ορχομενού. Έτσι, έχουν χρησιμοποιηθεί σπόνδυλοι κιόνων, πελεκημένα αγκωνάρια, ακόμη και επιτύμβιες στήλες που δημιουργούν απροσδόκητα κοσμήματα και αποχρώσεις στους μεγάλους επίπεδους τοίχους.
Το μνημείο αυτό είναι προσπάθεια μετάβασης από την παλαιοχριστιανική Βασιλική (Αρχιτεκτονική) στον Βυζαντινό ρυθμό. Ο ναός διασώζει θαυμάσια παλαιοχριστιανικά γλυπτά, σπάνιες επιγραφές της χριστιανικής, αλλά και της προχριστιανικής περιόδου, που χρησιμοποιήθηκαν ως οικοδομικό υλικό. Πιθανότατα ο ναός να σχεδιάστηκε ως ταφικό μνημείο του χορηγού του (μολονότι αυτό δεν συνηθιζόταν στη Βυζαντινή Ελλάδα) και ίσως το κατακόρυφο ηλιακό ρολόι που κοσμεί τον ναό να είναι ένα είδος αναφοράς στην αιώνια ζωή. Ούτως ή άλλως ο κτήτορας του ναού θέλησε το κτίσμα αυτό να έχει: «τερπνόν αποστίλβον περικαλλέα πάντοθεν αίγλην». Ο γλυπτικός διάκοσμος του καθολικού της Μονής είναι πλούσιος στις εσωτερικές και εξωτερικές του επιφάνειες, πολλά γλυπτά μέλη όμως (από αρχαίους ναούς ή και από πρωτοχριστιανικό νεκροταφείο) είναι ενσωματωμένα και στα μεταγενέστερα κελιά, νότια του καθολικού και στο πρόπυλο δυτικά, ενώ άλλα βρίσκονται στις αποθήκες. Τα παλαιότερα κελιά της Μονής βρίσκονται δυτικά από τα νεότερα, σε ένα κτίριο που αποτελείται από πέντε διαδοχικούς κεραμοσκεπείς χώρους.
Σύμφωνα με τις αρχαιολογικές έρευνες οι παλαιότερες από τις τοιχογραφίες που κοσμούν τον ναό είναι του 12ου αιώνα μ.Χ. Από το 1930 μ.Χ. εκτελούνται εργασίες αναστήλωσης, όπως και εργασίες για τη συντήρηση και καθαρισμό των τοιχογραφιών, ενώ το 1939 μ.Χ. κτίστηκε (σε σχέδια του Υπουργείου Πολιτισμού) και το κωδωνοστάσιο του ναού, που βρίσκεται βορειοδυτικά στον χώρο της μονής.
Το ιστορικό αυτό μνημείο εντάχθηκε στο Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης 1994-1999 μ.Χ., στο Περιφερειακό Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Στερεάς Ελλάδας. Και ενώ ολοκληρωνόταν η αποκάλυψη και η συντήρηση των τοιχογραφιών των ιερών, καθώς και η στερέωση και ο καθαρισμός των γλυπτών του νάρθηκα, ο ναός υπέστη εμπρησμό. Από τη φωτιά προκλήθηκαν σοβαρές ζημιές, ωστόσο σε μια πρώτη φάση συντελέστηκε με αμμοβολή ο καθαρισμός του εσωτερικού ναού από την καπνιά, ενώ τώρα αναμένεται η έναρξη των εργασιών της δεύτερης φάσεως για την αποκατάσταση των καμένων παραθυρόφυλλων και των τοιχογραφιών του νάρθηκα.
Η Παναγία Σκριπού για πολλά χρόνια λειτούργησε ως ανδρικό μοναστήρι, ενώ τα τελευταία χρόνια λειτουργεί ως ενοριακός ναός. Ως το 1821 μ.Χ. διατηρούσε 60 καλογέρους, που διαλύθηκαν το 1926 μ.Χ. μετά την απαλλοτρίωση των κτημάτων του μοναστηριού. Πανηγυρίζει στις 15 Αυγούστου, γιορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στις 23 Αυγούστου, απόδοση της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, αλλά και στις 10 Σεπτεμβρίου, ημέρα κατά την οποία, το έτος 1943 μ.Χ., ο Ορχομενός και οι κάτοικοί του σώθηκαν με θαύμα της Παναγίας από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής που ήθελαν να κάψουν την πόλη και να σκοτώσουν τους κατοίκους της.
Το κατακόρυφο ηλιακό ρολόι του καθολικού
Ένα ωραιότατο κατακόρυφο ηλιακό ρολόι, ίσως το ωραιότερο από όλα τα Βυζαντινά ηλιακά ρολόγια της Ελλάδας, κοσμεί τον ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στη Μονή της Παναγίας Σκριπούς. Φαίνεται ότι ηλιακό ρολόι τοποθετήθηκε στο ναό τη χρονολογία κατασκευής του καθολικού, το 874 μ.Χ., και έτσι είναι το αρχαιότερο από όλα τα μεσαιωνικά-βυζαντινά κατακόρυφα ηλιακά ρολόγια της Ελλάδας! Αυτό άλλωστε σημειώνει ο αείμνηστος διαπρεπής αρχαιολόγος, βυζαντινολόγος, αρχιτέκτονας και καθηγητής στο Πολυτεχνείο και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Αναστάσιος Ορλάνδος (1935/36).
Το κατακόρυφο αυτό ηλιακό ρολόι είναι σκαλισμένο στην εξωτερική επιφάνεια ενός μαρμάρινου ορθογώνιου δομικού λίθου του όλου κτιρίου στον νότιο τοίχο του ναού. Οι διαστάσεις του ορθογώνιου αυτού παραλληλεπιπέδου είναι 125 cm μήκος, 35 cm πλάτος και 66 cm ύψος. Η ωρολογοπλάκα (125 cm - 66 cm) φέρει μόνο δέκα ωρικές γραμμές, αριθμημένες με την αρχαία ελληνική αρίθμηση: Α, Β, Γ, Δ, Ε, F, Ζ, Η, Θ και Ι, ενώ φέρει και τη γραμμή του ορίζοντα. Βρίσκεται εντοιχισμένη στο νότιο τοίχο του Καθολικού, σε ύψος περίπου 2 μέτρα από το έδαφος.Οι ωρικές γραμμές, μήκους 50 cm, τελειώνουν σε ένα χαραγμένο ημικύκλιο, ακτίνας 50 cm, ενώ τα καλλιγραφικά κεφαλαία γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου είναι σημειωμένα στο τέλος των ωρικών γραμμών εντός ενός κυκλικού δακτυλίου, που σχηματίζεται από το πρώτο ημικύκλιο των 50 cm και από ένα δεύτερο ημικύκλιο ακτίνας 58 cm. Η μαρμάρινη ωρολογοπλάκα έξω από το ημικύκλιο, αριστερά και δεξιά είναι διακοσμημένη με δύο γλυπτά παγώνια, εκ των οποίων το ένα κοιτά προς την Ανατολή και το άλλο προς τη Δύση. Το πρώτο είναι μεγαλύτερο σε μήκος από το δεύτερο γιατί έχει μεγαλύτερο μήκος ουράς. Το δεξιό παγώνι έχει συνολικό μήκος 46 cm, ενώ το αριστερό, όπως βλέπουμε την ωρολογοπλάκα, έχει μήκος 42 cm. Οι παραστάσεις των πτηνών αυτών πιθανότατα είναι ένα είδος αναφοράς στην αιώνια ζωή. Επιπλέον κάτω από τις ώρες Ε και F, υπάρχει και κάποια άλλη γλυπτή διακόσμηση. Ένα άνθος κάτω από το Ε και ένα άλλο όμοιό του κάτω από το F, ενώ ενδιάμεσα τα συνδέει σαν είδος μίσκου, ένα αγκιστροειδές σκάλισμα.
Σημειώνουμε ότι τα διακοσμητικά στοιχεία της παλαιοχριστιανικής τέχνης προέρχονται από τον ελληνικό «εθνικό» κόσμο. Στην παλαιοχριστιανική τέχνη εμφανίζεται σύνολο από γλυπτές απεικονίσεις και παραστάσεις που είναι κοινές στον ειδωλολατρικό κόσμο, όπως άνθη, πτηνά, δελφίνια κ.ά. Αργότερα εμφανίζονται συμβολικές παραστάσεις, όπως ο ιχθύς, ένας κλάδος φοίνικα, ο αμνός, η περιστερά και τα παγώνια. Ο ιχθύς συμβολίζει τον Ιησού Χριστό (η περίφημη ακροστιχίδα Ιησούς Χριστός Θεού Υιός Σωτήρ). Η περιστερά συμβολίζει την αγνότητα και το Άγιο Πνεύμα. Τέλος, τα παγώνια συμβολίζουν την αιώνια ζωή στον παράδεισο. Π.χ. επιτύμβια επιγραφή ΒΜΧ 400 (5ος – 6ος μ.Χ. αιώνας) με παράσταση αντικριστών παγωνιών στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο Αθηνών Ακόμα και σήμερα τα παγώνια είναι πολύ συνηθισμένο μοτίβο στις ελληνικές εκκλησίες. Παγώνια βρίσκονται σκαλισμένα στο ξυλόγλυπτο, τέμπλο των ναών, στον ξυλόγλυπτο επιτάφιο και κοσμούν πολλές πρόσφατες εκκλησίες, όπως ο ναός των Εισοδίων της Θεοτόκου στην ομώνυμη Μονή κοντά στον Ωρωπό Αττικής.
Δυστυχώς σε αυτό το ηλιακό αυτό ρολόι, ενώ φαίνεται η θέση του γνώμονα, αυτός έχει καταστραφεί ή έχει κλαπεί και γι’ αυτό τον λόγο δεν βρίσκεται στη θέση του. Το επίπεδο κατακόρυφο ηλιακό ρολόι της Παναγίας Σκριπούς, ασχέτως από τους αριθμούς που έχει γραμμένους στο τέλος των ωρικών γραμμών, διαιρεί την ημέρα όχι σε δέκα αλλά σε έντεκα ώρες, αφού στο ημικύκλιό του υπάρχουν έντεκα τομείς, όπως ακριβώς και στο ηλιακό ρολόι του Αγίου Λαυρεντίου στο Πήλιο.
Η οριζόντια γραμμή της άνω πλευράς του ηλιακού ρολογιού αντιπροσωπεύει τον ορίζοντα, και το μεσημέρι, στον αληθινό ηλιακό χρόνο, ο Ήλιος θα πέφτει στον μεσημβρινό, που αντιπροσωπεύεται από μια κατακόρυφη γραμμή κάθετη στη γραμμή του ορίζοντα. Αυτή η γραμμή δεν υπάρχει στο ηλιακό ρολόι αυτό. Συνήθως παρουσιάζεται στα ηλιακά ρολόγια που φέρουν μονές ωρικές γραμμές, για παράδειγμα έντεκα ωρικές γραμμές (δηλαδή δώδεκα ώρες) και σημειώνεται στο τέλος της έκτης ώρας, ούτως ώστε η έκτη ώρα να βρίσκεται στο μέσον, ενώ συμμετρικά αριστερά και δεξιά της να βρίσκονται από πέντε ωρικές γραμμές. Ούτως ή άλλως σε ένα τέτοιο επίπεδο κατακόρυφο ηλιακό ρολόι, τοποθετημένο σωστά στον τοίχο του καθολικού της Μονής με νότιο προσανατολισμό, το φως του Ήλιου δεν μπορεί να πέφτει ποτέ πάνω από τη γραμμή του ορίζοντα. Παράλληλα κάθε διάστημα κάτω από τον ορίζοντα θα αποτελεί περιοχή στην οποία οι ηλιακές ακτίνες θα πέφτουν οπωσδήποτε κάποια στιγμή του έτους.
Το θαύμα της Μεγαλόχαρης στον Ορχομενό
Στις 8 Σεπτέμβρη του 1943 μ.Χ. οι Ιταλοί συνθηκολόγησαν και στην αρχή αρνήθηκαν να παραδώσουν τον οπλισμό τους στους συμμάχους τους Γερμανούς. Τότε η περιφερειακή οργάνωση του Ε.Α.Μ. Ορχομενού θεώρησε ότι μπορούσε να επωφεληθεί και να παραλάβει αυτή τον ιταλικό οπλισμό. Γι' αυτό παρακίνησε τους οπλισμένους και μη Ορχομενίους να κινηθούν προς τη Λειβαδιά. Οι Γερμανοί όμως κύκλωσαν και αφόπλισαν τους Ιταλούς κι όταν έμαθαν για τις προθέσεις των Ορχομένιων έστειλαν εναντίον τους την άλλη μέρα, 9 Σεπτέμβρη, απόσπασμα με τεθωρακισμένα. Οι Ορχόμενιοι, που είχαν φτάσει στο μεταξύ στο σταυροδρόμι του Άγιου Ανδρέα, ανέτοιμοι και αδιοργάνωτοι καθώς ήσαν, σκόρπισαν στη γύρω περιοχή με κατεύθυνση οι περισσότεροι τον απόμερο Διόνυσο. Οι Γερμανοί όμως συνέχισαν την καταδίωξη με σκοπό να επιβάλλουν αντίποινα στον Ορχομενό, όπως ήταν η συνηθισμένη τακτική τους.
Τη νύχτα της 9ης προς τη 10η Σεπτεμβρίου 1943 μ.Χ. λίγα μέτρα πιο κάτω από την εκκλησία της Παναγίας, τα γερμανικά τανκς ακινητοποιήθηκαν χωρίς να υπάρχει κανείς φανερός λόγος. Όπως εξιστόρησε ο επικεφαλής του γερμανικού αποσπάσματος Χόφμαν, η μορφή της Παναγίας φανερώθηκε στο νυχτερινό ουρανό.
Μετά το τέλος του πολέμου ο επικεφαλής επέστρεψε προσκυνητής στην Παναγία της Σκριπούς, χαρίζοντας στο ναό μια εικόνα με την αναπαράσταση του οράματός του. Από τότε σχεδόν κάθε χρόνο επεστρέφει στο ναό για να προσκυνήσει στις 10 Σεπτεμβρίου. Για το λόγο αυτό η Παναγία της Σκριπούς, εκτός των άλλων ημερομηνιών, γιορτάζει και στις 10 Σεπτεμβρίου με λιτανεία και μεταφορά της εικόνας, στον τόπο που ακινητοποιήθηκαν τα τανκς.
Οι Επιγραφές του Ναού
Γύρω από τον Ιερό Βυζαντινό Ναό της Παναγίας Σκριπούς (ή Ορχομενιώτισσας), όπως προείπαμε, υπάρχουν διάσπαρτες επιγραφές, οι οποίες παρέχουν σημαντικές πληροφορίες για την ίδρυση του Ιερού Ναού. Χαρακτηριστικό γνώρισμα των επιγραφών είναι η ελληνική γλώσσα, στην οποία είναι γραμμένες.
Η κυρίως κτητορική επιγραφή για την ίδρυση του Ιερού Ναού αναφέρει χαρακτηριστικά:
«ΠΑΝΑΓΗΑ ΘΕΟΤΩΚΕ ΣΥΝ ΤΟ ΜΟΝΩΓΕΝΗ ΣΟΥ ΙΥΩ ΒΟΗΘΙ ΤΟΥ ΣΟΥ ΔΟΥΛΟΥ ΛΕΩΝΤΟΣ ΒΑΣΙΛΗΚΟΥ ΠΡΟΤΩΣΠΑΘΑΡΙΟΥ ΚΕ ΕΠΙ ΤΟΝ ΟΙΚΗΑΚΩΝ ΣΥΝ ΤΙ ΣΥΝΕΥΝΩ ΚΕ ΤΥΣ ΦΙΛΤΑΤΥΣ ΤΕΚΝΥΣ ΑΥΤΟΥ ΕΚ ΠΟΘΟΥ ΚΕ ΠΗΣΤΕΟΣ ΜΕΓΙΣΤΙΣ ΑΝΑΣΤΙΣΑΝΤΟΣ ΤΟΝ ΣΟΝ ΑΓΙΩΝ ΝΑΟΝ.ΑΜΗΝ».
Η επιγραφή αυτή πέρα από τα παροράματα που παρουσιάζει, μας αφήνει να υποθέσουμε ότι ο παλαιοχριστιανικός ναός τιμόταν στο όνομα της Παναγίας και ήταν ερειπωμένος στα χρόνια του Λέοντα. Αυτό το ναό,, μας λέει η επιγραφή «ανέστησε» ο Λέων ο Πρωτοσπαθάριος, ο επίτροπος των βασιλικών κτημάτων μαζί με τη σύζυγό του και τα αγαπημένα του τέκνα, από πόθο και πολύ μεγάλη πίστη.Ο κτήτορας του ναού της Παναγίας είναι γνωστός και από άλλες μαρτυρίες, από σωζόμενα μολυβδόβουλλα, στα οποία αναγράφεται ως «Βασιλικός οστιάριος, επί των οικιακών και άρχων Θηβιτών (Θηβαίων) και Ελλάδος», όπως παρατηρεί ο τότε Μητροπολίτης Θηβών και Λεβαδείας Ιερώνυμος.
Μια παραπλήσια επιγραφή αναφέρει ότι η Εκκλησία κτίστηκε:
«+ΕΠΗ ΒΑΣΙΛΙΟΥ Κ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΙ ΛΕΩΝΤΟΣ ΤΟΝ ΘΗΩΤΑΤΟΝ ΒΑΣΙΛΕΩΝ ΤΟΝ ΡΩΜΕΟΝ».
Οι πιο πάνω επιγραφές περιζώνουν την κόγχη του Αγίου Βήματος της Παναγίας κατά τρόπο ωραιότατο και ανεπανάληπτο.Στη δυτική πλευρά του νάρθηκα και στην αριστερή γωνία βρίσκεται επιγραφή με χαραγμένα γράμματα και με κείμενο που αποτελείται από δώδεκα τρίμετρους ιαμβικούς στίχους. Η επιγραφή αναφέρει:
«ΟΥ ΦΘΟΝΟΣ ΟΥΔΕ ΧΡΟΝΟΣ ΠΕΡΙΜΗΚΕΤΟΣ ΕΡΓΑ ΚΑΛΥΨΕΙ ΣΩΝ ΚΑΜΑΤΩΝ ΠΑΝΑΡΙΣΤΕ ΒΥΘΩ ΠΟΛΥΧΑΝΔΕΙ ΛΗΘΗΣ ΕΡΓΑ ΕΠΕΙ ΒΟΟΩΣΙ ΚΑΙ ΟΥ ΛΑΛΕΟΝΤΑ ΠΕΡ ΕΜΠΗΣ ΚΑΙ ΤΟΔΕ ΓΑΡ ΤΕΜΕΝΟΣ ΠΑΝΑΟΙΔΙΜΟΝ ΕΞΕΤΕΛΕΣΑΣ ΜΗΤΡΟΣ ΑΠΕΙΡΟΓΑΜΟΥ ΘΕΟΔΕΓΜΟΝΟΣ ΙΦΙΑΝΑΣΣΗΣ ΤΕΡΠΝΟΝ ΑΠΟΣΤΙΛΒΩΝ ΠΕΡΙΚΑΛΛΕΑ ΠΑΝΤΟΘΕΝ ΑΙΓΛΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ Δ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩ ΕΣΤΑΤΟΝ ΑΜΦΩ ΩΝ ΡΩΜΗΣ ΒΩΛΑΞ ΙΕΡΗΝ ΚΟΝΙΝ ΑΜΦΗΚΑΛΥΠΤΕΙ ΖΩΙΣ ΕΝ ΘΑΛΙΗΙΣΙΙ ΧΡΟΝΩΝ ΕΠ ΑΠΕΙΡΟΝΑ ΚΥΚΛΑ Ω ΠΟΛΥΑΙΝΕ ΛΕΟΝ ΠΡΩΤΟΣΠΑΘΑΡΙΕ ΜΕΓΙΣΤΕ ΓΗΘΟΜΕΝΟΣ ΚΤΕΑΤΕΣΣΙ ΚΑΙ ΕΝ ΤΕΚΕΕΣΣΙΝ ΑΡΙΣΤΟΙΣ ΧΩΡΟΝ ΕΠΙΚΡΑΤΕΩΝ ΤΕ ΠΑΛΑΙΦΑΤΟΥ ΟΡΧΟΜΕΝΟΙΟ.+»
Δηλαδή: «ούτε ο φθόνος, αλλά ούτε και ο χρόνος θα καλύψει στο βυθό της λήθης τα έργα του Λέοντα του Πρωτοσπαθάριου, ο οποίος κατείχε σαν κτήμα του τον Ορχομενό. Και τα έργα αυτά τα οποία θα βοούν διαμέσου των αιώνων είναι το «παναοίδιμο τέμενος της απειρογάμου μητρός» και τα δύο παρεκκλήσια των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, των οποίων την ιερή σκόνη καλύπτει η γη της Ρώμης».Στα παρεκκλήσια των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου αναφέρονται και οι επιγραφές που βρίσκονται στους τοίχου της προθέσεως και του διακονικού. Στο βόρειο τοίχο της προθέσεως βρίσκεται η κτητορική επιγραφή για το παρεκκλήσιο του Αποστόλου Παύλου:
«+ ΕΚΑΛΗΕΡΓΗΣΕ ΤΟΝ ΝΑΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΛΕΟΝ Ο ΠΑΝΕΥΦΙΜΟΣ ΒΑΣΗΛΗΚΟΣ ΠΡΟΤΟΣΠΑΘΑΡΙΟΣ ΚΑΙ ΕΠΗ ΤΟΝ ΥΚΙΑΚΟΝ ΥΠΕΡ ΛΥΤΡΟΥ ΚΑΙ ΑΦΕΣΕΩΣ ΤΟΝ ΠΟΛΛΩΝ ΑΥΤΟΥ ΑΜΑΡΤΗΩΝ ΕΤΟΥΣ ΑΠΟ ΚΤΗΣΕΩΣ ΚΟΣΜΟΥ ΕΞΑΚΙΣΧΗΛΙΟΣΤΟ ΤΡΙΑΚΟΣΗΟΣΤΩ ΟΓΔΟΗΚΟΣΤΩ Β.»
Στο νότιο τοίχο του διακονικού βρίσκεται η κτητορική επιγραφή του παρεκκλησίου του Αποστόλου Πέτρου: «+ ΕΚΑΛΗΕΡΓΗΣΕΝ ΤΩΝ ΝΑΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΕΤΡΟΥ ΤΟΥ ΚΟΡΥΦΕΟΥ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΛΕΟΝ Ω ΠΑΕΥΦΙΜΟΣ ΒΑΣΙΛΗΚΟΣ ΠΡΟΤΟΣΠΑΘΑΡΗΟΣ ΚΑΙ ΕΠΗ ΤΩΝ ΥΚΗΑΚΩΝ ΥΠΕΡ ΛΥΤΡΟΥ ΚΑΙ ΑΦΕΣΕΩΣ ΤΩΝ ΠΟΛΛΩΝ ΑΥΤΟΥ ΑΜΑΡΤΗΟΝ ΕΠΗ ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ. ΑΜΗΝ».Οι επιγραφές αυτές, που όπως και η κυρίως κτητορική επιγραφή είναι γραμμένες με όμορφα ανάγλυφα, αλλά ανορθόγραφα γράμματα, μας αναφέρουν ότι τα παρεκκλήσια αυτά είναι αφιερωμένα στους Αποστόλους Πέτρο και Παύλο και κτίστηκαν από το Λέοντα τον Πρωτοσπαθάριο έξι χιλιάδες τριακόσια ογδόντα δύο χρόνια από κτίσεως κόσμου επί Πατριαρχείας του Οικουμενικού Πατριάρχη Ιγνατίου, δηλαδή το έτος 873 με 874 μ.Χ.
Τέλος μεταγενέστερη φορητή επιγραφή στην είσοδο του Ιερού Ναού της Παναγίας Σκριπούς αναφέρει τα κάτωθι:
«Ο ΦΕΡΩΝΥΜΟΣ ΝΑΟΣ ΟΥΤΟΣ ΤΙΣ ΘΥ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΩΚΟΔΟΜΗΘΗ ΕΠΙ ΛΕΟΝΤΟΣ ΠΡΩΤΟΣΠΑΘΑΡΙΟΥ ΑΠΟ ΚΤΗΣΕΩΣ ΚΟΣΜΟΥ 6382 ΗΤΟΙ ΤΩ 874 Μ.Χ. ΚΑΙ ΕΠΙ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΟΣ ΤΩΝ ΡΩΜΑΙΩΝ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΟΣ ΚΑΙ ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΚΩΝΠΟΛΕΩΣ ΣΧΕΔΟΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗΝ ΤΟΥ ΣΧΙΣΜΑΤΟΣ ΤΩΝ 32 ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ ΟΤΘΟΔΞΟΥ ΚΑΙ ΔΥΤΙΚΗΣ ΑΡΧΟΝΤΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΟΣ».
Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2011
H Γέννηση της Υπεραγίας Θεοτόκου
«Ἀποκάλυψαν πρὸς Κύριον τὴν ὁδόν σου καὶ ἔλπισον ἐπ᾿ αὐτόν, καὶ αὐτὸς ποιήσει» (Ψαλμός λστ' στ. 5). Φανέρωσε στον Κύριο με εμπιστοσύνη το δρόμο και της επιδιώξεις και της ανάγκες της ζωής σου και έλπισε σ' Αυτόν και Αυτός θα κάνει εκείνα που ζητάς και χρειάζεσαι. Μ' αυτή την εμπιστοσύνη και ελπίδα, ο Ιωακείμ και η Άννα ικέτευαν προσευχόμενοι το Θεό να της χαρίσει παιδί, να το έχουν γλυκεία παρηγοριά στα γεράματα της. Και την ελπίδα της ο Θεός έκανε πραγματικότητα. Της χάρισε την Παρθένο Μαριάμ, που ήταν ορισμένη να γεννήσει το Σωτήρα του κόσμου και να λάμψει σαν η πιο ευλογημένη μεταξύ των γυναικών. Ήταν εκείνη, από την οποία έμελλε να προέλθει Αυτός που θα συνέτριβε την κεφαλή του νοητού όφεως. Στην Παλαιά Διαθήκη δόθηκαν της προτυπώσεις της Υπεραγίας Θεοτόκου. Μία είναι και η βάτος στο Σινά, την οποία ενώ είχαν περιζώσει φλόγες φωτιάς, αυτή δεν καιγόταν. Ήταν απεικόνιση της Παρθένου, που θα γεννούσε το Σωτήρα Χριστό και συγχρόνως θα διατηρούσε την παρθενία της. Έτσι, η Άννα και ο Ιωακείμ, που ήταν από το γένος του Δαβίδ, με την κραταιά ελπίδα που είχαν στο Θεό απέκτησαν απ' Αυτόν το επιθυμητό δώρο, που θα συντροφεύει τον κόσμο μέχρι συντέλειας αιώνων.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’.
Ἡ γέννησίς σου Θεοτόκε, χαρὰν ἐμήνυσε πάσῃ τῇ οικουμένῃ, ἐκ σοῦ γὰρ ἀνέτειλεν ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, Χριστὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ λύσας τὴν κατάραν, ἔδωκε τὴν εὐλογίαν, καὶ καταργήσας τὸν θάνατον, ἐδωρήσατο ἡμῖν ζωὴν τὴν αἰώνιον.
Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Αὐτόμελον.
Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννα ὀνειδισμοῦ ἀτεκνίας, καὶ Ἀδὰμ καὶ Εὔα, ἐκ τῆς φθορᾶς τοῦ θανάτου, ἠλευθερώθησαν, Ἄχραντε, ἐν τῇ ἁγίᾳ γεννήσει σου, αὐτὴν ἑορτάζει καὶ ὁ λαός σου, ἐνοχῆς τῶν πταισμάτων, λυτρωθεὶς ἐν τῷ κράζειν σοι· Ἡ Στεῖρα τίκτει τὴν Θεοτόκον, καὶ τροφὸν τῆς ζωῆς ἡμῶν.
Κάθισμα
Ἦχος δ’. Κατεπλάγη Ἰωσὴφ.
Ἡ Παρθένος Μαριάμ, καὶ Θεοτόκος ἀληθῶς, ὡς νεφέλη τοῦ φωτός, σήμερον ἔλαμψεν ἡμῖν, καὶ ἐκ Δικαίων προέρχεται εἰς δόξαν ἡμῶν. Οὐκ ἔτι ὁ Ἀδὰμ κατακρίνεται· ἡ Εὔα τῷν δεσμῶν ἠλευθέρωται· καὶ διὰ τοῦτο κράζομεν βοῶντες, ἐν παρρησίᾳ τῇ μόνῃ Ἁγνῇ· Χαρὰν μηνύει, ἡ γέννησίς σου, πάσῃ τῇ οἰκουμένῃ.
Ἕτερον Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ’. Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς.
Ἀγαλλιάσθω οὐρανός, γῆ εὐφραινέσθω· ὁ τοῦ Θεοῦ γὰρ οὐρανός, ἐν γῇ ἐτέχθη, ἡ Θεόνυμφος αὕτη ἐξ ἐπαγγελίας. Ἡ στεῖρα βρέφος θηλάζει τὴν Μαριὰμ· καὶ χαίρει ἐπὶ τῷ τόκῳ Ἰωακείμ. Ῥάβδος λέγων ἐτέχθη μοι, ἐξ ἧς τὸ ἄνθος Χριστός, ἐβλάστησεν ἐκ ῥίζης Δαυΐδ. Ὄντως θαῦμα παράδοξον!
Ἕτερον Κάθισμα
Ἦχος δ’. Κατεπλάγη Ἰωσὴφ.
Ἐκ τῆς ῥίζης Ἰεσσαί, καὶ ἐξ ὀσφύος τοῦ Δαυΐδ, ἡ θεόπαις Μαριάμ, τίκτεται σήμερον ἡμῖν, καὶ νεουργεῖται, ἡ σύμπασα καὶ θεουργεῖται. Συγχάρητε ὁμοῦ, ὁ οὐρανός καὶ ἡ γῆ· αἰνέσατε αὐτήν, αἱ πατριαὶ τῶν ἐθνῶν, Ἰωακεὶμ εὐφραίνεται, καὶ Ἄννα πανηγυρίζει κραυγάζουσα· Ἡ στεῖρα τίκτει, τὴν Θεοτόκον, καὶ τροφὸν τῆς ζωῆς ἡμῶν.
Ἕτερον Κάθισμα
Ἦχος δ’. Κατεπλάγη Ἰωσὴφ.
Ἀναβόησον Δαυΐδ, τὶ ὤμοσέ σοι ὁ Θεός; Ἅ μοι ὤμοσε φησί, καὶ ἐκπεπλήρωκεν ἰδού, ἐκ τοῦ καρποῦ τῆς κοιλίας μου δοὺς τὴν Παρθένον· ἐξ ἧς ὁ πλαστουργός, Χριστός ὁ νέος Ἀδάμ, ἐτέχθη βασιλεύς, ἐπὶ τοῦ θρόνου μου· καὶ βασιλεύει σήμερον, ὁ ἔχων τὴν βασιλείαν ἀσάλευτον. Ἡ στεῖρα τίκτει, τὴν Θεοτόκον, καὶ τροφὸν τῆς ζωῆς ἡμῶν.
Ὁ Οἶκος
Ἡ προσευχὴ ὁμοῦ καὶ στεναγμός, τῆς στειρώσεως καὶ ἀτεκνώσεως Ἰωακείμ τε καὶ Ἄννης, εὐπρόσδεκτος, καὶ εἰς τὰ ὦτα Κυρίου ἐλήλυθε, καὶ ἐβλάστησαν καρπὸν ζωηφόρον τῷ κόσμῳ· ὁ μὲν γὰρ προσευχὴν ἐν τῷ ὄρει ἐτέλει, ἡ δὲ ἐν παραδείσῳ ὄνειδος φέρει· ἀλλὰ μετὰ χαράς, ἡ στεῖρα τίκτει τὴν Θεοτόκον, καὶ τροφὸν τῆς ζωῆς ἡμῶν.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’.
Ἡ γέννησίς σου Θεοτόκε, χαρὰν ἐμήνυσε πάσῃ τῇ οικουμένῃ, ἐκ σοῦ γὰρ ἀνέτειλεν ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, Χριστὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ λύσας τὴν κατάραν, ἔδωκε τὴν εὐλογίαν, καὶ καταργήσας τὸν θάνατον, ἐδωρήσατο ἡμῖν ζωὴν τὴν αἰώνιον.
Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Αὐτόμελον.
Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννα ὀνειδισμοῦ ἀτεκνίας, καὶ Ἀδὰμ καὶ Εὔα, ἐκ τῆς φθορᾶς τοῦ θανάτου, ἠλευθερώθησαν, Ἄχραντε, ἐν τῇ ἁγίᾳ γεννήσει σου, αὐτὴν ἑορτάζει καὶ ὁ λαός σου, ἐνοχῆς τῶν πταισμάτων, λυτρωθεὶς ἐν τῷ κράζειν σοι· Ἡ Στεῖρα τίκτει τὴν Θεοτόκον, καὶ τροφὸν τῆς ζωῆς ἡμῶν.
Κάθισμα
Ἦχος δ’. Κατεπλάγη Ἰωσὴφ.
Ἡ Παρθένος Μαριάμ, καὶ Θεοτόκος ἀληθῶς, ὡς νεφέλη τοῦ φωτός, σήμερον ἔλαμψεν ἡμῖν, καὶ ἐκ Δικαίων προέρχεται εἰς δόξαν ἡμῶν. Οὐκ ἔτι ὁ Ἀδὰμ κατακρίνεται· ἡ Εὔα τῷν δεσμῶν ἠλευθέρωται· καὶ διὰ τοῦτο κράζομεν βοῶντες, ἐν παρρησίᾳ τῇ μόνῃ Ἁγνῇ· Χαρὰν μηνύει, ἡ γέννησίς σου, πάσῃ τῇ οἰκουμένῃ.
Ἕτερον Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ’. Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς.
Ἀγαλλιάσθω οὐρανός, γῆ εὐφραινέσθω· ὁ τοῦ Θεοῦ γὰρ οὐρανός, ἐν γῇ ἐτέχθη, ἡ Θεόνυμφος αὕτη ἐξ ἐπαγγελίας. Ἡ στεῖρα βρέφος θηλάζει τὴν Μαριὰμ· καὶ χαίρει ἐπὶ τῷ τόκῳ Ἰωακείμ. Ῥάβδος λέγων ἐτέχθη μοι, ἐξ ἧς τὸ ἄνθος Χριστός, ἐβλάστησεν ἐκ ῥίζης Δαυΐδ. Ὄντως θαῦμα παράδοξον!
Ἕτερον Κάθισμα
Ἦχος δ’. Κατεπλάγη Ἰωσὴφ.
Ἐκ τῆς ῥίζης Ἰεσσαί, καὶ ἐξ ὀσφύος τοῦ Δαυΐδ, ἡ θεόπαις Μαριάμ, τίκτεται σήμερον ἡμῖν, καὶ νεουργεῖται, ἡ σύμπασα καὶ θεουργεῖται. Συγχάρητε ὁμοῦ, ὁ οὐρανός καὶ ἡ γῆ· αἰνέσατε αὐτήν, αἱ πατριαὶ τῶν ἐθνῶν, Ἰωακεὶμ εὐφραίνεται, καὶ Ἄννα πανηγυρίζει κραυγάζουσα· Ἡ στεῖρα τίκτει, τὴν Θεοτόκον, καὶ τροφὸν τῆς ζωῆς ἡμῶν.
Ἕτερον Κάθισμα
Ἦχος δ’. Κατεπλάγη Ἰωσὴφ.
Ἀναβόησον Δαυΐδ, τὶ ὤμοσέ σοι ὁ Θεός; Ἅ μοι ὤμοσε φησί, καὶ ἐκπεπλήρωκεν ἰδού, ἐκ τοῦ καρποῦ τῆς κοιλίας μου δοὺς τὴν Παρθένον· ἐξ ἧς ὁ πλαστουργός, Χριστός ὁ νέος Ἀδάμ, ἐτέχθη βασιλεύς, ἐπὶ τοῦ θρόνου μου· καὶ βασιλεύει σήμερον, ὁ ἔχων τὴν βασιλείαν ἀσάλευτον. Ἡ στεῖρα τίκτει, τὴν Θεοτόκον, καὶ τροφὸν τῆς ζωῆς ἡμῶν.
Ὁ Οἶκος
Ἡ προσευχὴ ὁμοῦ καὶ στεναγμός, τῆς στειρώσεως καὶ ἀτεκνώσεως Ἰωακείμ τε καὶ Ἄννης, εὐπρόσδεκτος, καὶ εἰς τὰ ὦτα Κυρίου ἐλήλυθε, καὶ ἐβλάστησαν καρπὸν ζωηφόρον τῷ κόσμῳ· ὁ μὲν γὰρ προσευχὴν ἐν τῷ ὄρει ἐτέλει, ἡ δὲ ἐν παραδείσῳ ὄνειδος φέρει· ἀλλὰ μετὰ χαράς, ἡ στεῖρα τίκτει τὴν Θεοτόκον, καὶ τροφὸν τῆς ζωῆς ἡμῶν.
Σύναξη Παναγίας Πλατανιώτισσας
Στη Δυτική όχθη του ποταμού Κερυνίτη 1 χλμ. βορειοδυτικά των Καλαβρύτων και στο άκρο του χωριού Πλατανιώτισσα, βρίσκονται το ένα κοντά στο άλλο τρία τεράστια πλατάνια. Ανάμεσά τους φαίνεται ένα ακόμη πλατάνι, που πιεζόμενο από τα άλλα τρία δεν έχει αναπτυχθεί.
Ο πρώτος μεγάλος πλάτανος κλείνει προ τα νοτιοανατολικά, πάνω από τον παλιό αλευρόμυλο της εκκλησίας και το επίσης παλιό υδροηλεκτρικό εργοστάσιο του χωριού. Στη βάση του πρώτου πλατάνου ενώνονται οι ρίζες ενός άλλου πελώριου πλατανιού που κυριαρχεί με το μέγεθος του πάνω από όλα τα άλλα και βρίσκεται στο βορειοδυτικό μέρος το συμπλέγματος των τεσσάρων. Είναι ίσως, το μοναδικό στον κόσμο γιατί υπολογίζεται ότι φύεται εδώ και περισσότερο από χίλια έτη. Στην κουφάλα της βάσης του σχηματίζετε ο Ιερός Ναός της Θεοτόκου που γιορτάζει στις 8 Σεπτεμβρίου.
Στη βάση του πρώτου πλατάνου υπάρχει επίσης κουφάλα, η οποία αποτελεί συνέχεια τη κουφάλας του Ιερού Πλατάνου, ο οποίος υψώνεται κατακόρυφα. Αντιθέτως, ο κορμός του πρώτου πλατάνου κλείνει προς τα νοτιοδυτικά. Η περίμετρος και των δυο πλατανιών είναι περίπου 23 μέτρα, ενώ η περίμετρος του κορμού του Ιερού Πλατάνου είναι στη βάση 17 μέτρα και το ύψος φτάνει τα 25 μ. περίπου.
Ο Ιερός Ναός που σχηματίζεται μέσα στην κουφάλα φωτίζεται από ένα μικρό παράθυρο στα νοτιοανατολικά του δένδρου και από τη μικρή πόρτα που βρίσκεται βορειοδυτικά. Ο εσωτερικός χώρος του πλατάνου δεν είναι ομαλός και σε μερικά μέρη σχηματίζει ημικυκλικά κοιλώματα.
Το εσωτερικό του Ιερού Πλατάνου διαιρείται σε δυο άνισα μέρη: Το Άγιο Βήμα, όπου ο Ιερέας μαζί με το βοηθό του τελεί τη Θεία Λειτουργία και τον Κυρίως Ναό, όπου χωρούν άνετα 15 προσκυνητές. Το μήκος της κοιλότητας του Ιερού Πλατάνου και συνεχόμενης κουφάλας του πρώτου πλατανιού είναι 8 μ. Το πλάτος φτάνει και τα 3 μέτρα. Έτσι αν χρησιμοποιηθεί ολόκληρος ο χώρος, 20 περίπου προσκυνητές χωρούν στον Ιερό Ναό.
Όπως μπορεί κανείς να δει απ' έξω, το Μεγάλο Ιερό Πλατάνι αποτελείται από τρία δένδρα. Το πρώτο βρίσκεται δεξιά από την είσοδο, το δεύτερο κοντά σ' αυτή και το τρίτο αριστερά της (το τελευταίο έχει ξεραθεί στον κορμό του). Τα τρία αυτά πλατάνια ενώνονται πάνω από το Ναό και υψώνονται σε ένα στέλεχος στο ίδιο πλατάνι.
Από την οροφή, όπου έχουν τοποθετηθεί ξύλινες σανίδες, κρέμεται ένα άσβεστο καντήλι. Ολόκληρο το Ιερό Πλατάνι καλύπτει έκταση μισού περίπου στρέμματος, ενώ μαζί με τα άλλα τέσσερα η έκταση τους φθάνει περίπου στα τέσσερα στρέμματα. Έτσι τα πανύψηλα κλωνάρια και των 5 τεράστιων δένδρων δημιουργούν ένα πανύψηλο φυσικό τρούλο που σχεδόν δεν επιτρέπει να περάσουν οι ακτίνες του ήλιου.
Καθώς ο προσκυνητής μπαίνει στον Ιερό Ναό, δεξιά και τρία μέτρα πάνω από το έδαφος παρατηρεί μια ιδιαίτερη κοιλότητα βάθους 30 εκ. και ύψους 70 εκ.
Στην κοίλη και λεία επιφάνεια της, είναι τυπωμένη ανάγλυφη, αμετάβλητη στους αιώνες και αχειροποίητη η Εικόνα της Θεοτόκου, που κρατά στα χέρια της το Θείο Βρέφος. Το κεφάλι της Παναγίας βλέπει προς τα δεξιά, όπου και το χέρι της που βαστάζει το βρέφος. Η Εικόνα είναι πανομοιότυπη με την ονομαστή ανάγλυφη Εικόνα του Μεγάλου Σπηλαίου (βλέπε περισσόετρα στον βίο του Αγίου Λουκά του Ευαγγελιστού στις 18 Οκτωβρίου). Οι διαστάσεις της είναι ακριβώς ίδιες και οι εξοχές είναι αντιστοίχως εσοχές στην Εικόνα του Ιερού Πλατάνου.
Η Αγία Εικόνα του Σπηλαίου είναι έτσι αποτυπωμένη στην εσοχή του Πλατανιού, όπως αποτυπώνεται σε κερί, δακτυλίδι που φέρει εξοχές. Στο σημείο του Ιερού Αποτυπώματος της Θεοτόκου, ο φλοιός του Πλατάνου είναι νεκρός και αμετάβλητος αρκετούς αιώνες, με πάχος πάρα πολύ μικρό. Γύρω όμως από αυτό το σημείο το πλατάνι βλασταίνει και αναπτύσσεται κανονικά και μέσα ακόμα στην κουφάλα του δέντρου.
Αν όπως μερικοί εσφαλμένα υπέθεσαν, το αποτύπωμα ήταν άτεχνα φτιαγμένο από την εποχή των πρώτων χριστιανών, θα ήταν αδύνατο η Εικόνα και το τοπικό νέκρωμα του ξύλου να διατηρούνται αμετάβλητα χωρίς την βοήθεια της Θείας Δύναμης, εφ' όσον το ίδιο το δέντρο αναπτύσσεται και βλασταίνει αδιάκοπα.
Σύμφωνα με τις θρησκευτικές παραδόσεις η ιστορία του Ιερού Προσκυνήματος έχει ως εξής:
Στις αρχές τον 4ου μ.Χ. αιώνα γεννήθηκαν στη Θεσσαλονίκη τα αδέλφια Συμεών και Θεόδωρος (βλέπε 18 Οκτωβρίου), παιδιά ευσεβούς και αγίας οικογενείας. Σπούδασαν ρητορική, φιλοσοφία και ποίηση. Κατόρθωσαν κυρίως, όμως να ενσαρκώσουν στον εαυτό τους, τον τύπο του ιδεώδους χριστιανού.
Άφησαν λοιπόν τον κόσμο και τα όνειρα της ματαιότητας, ντύθηκαν το σχήμα της μοναχικής πολιτείας και αναχώρησαν για την έρημο. Ζούσαν ζωή θρησκευτική. Ανέβηκαν στον Όλυμπο και σ' άλλα βουνά και τέλος πήγαν στα Ιεροσόλυμα να προσκυνήσουν στους Αγίους Τόπους. Εκεί ο Επίσκοπος Μάξιμος τους χειροτόνησε Ιερείς γύρω στο 340 μ.Χ.
Ενώ διέμεναν στα Ιεροσόλυμα αξιώθηκαν να δουν στο όνειρο τους την Θεοτόκο μαζί με τους Αποστόλους Παύλο, Ανδρέα και Λουκά. Τους παραγγέλνει να μεταβούν στη χώρα της Αχαΐας, όπου η Χάρη του Θεού με το Θέλημα της Παρθένου θα τους οδηγήσει να βρουν την ανάγλυφη Εικόνα που εξιστορεί ο Ευαγγελιστής Λουκάς και είναι φτιαγμένη από κερί, μαστίχα και άλλες ύλες (Μεγαλοσπηλιώτισσα Θεοτόκος) και σ' αυτό το σημείο να κτίσουν Μονή.
Τα δύο αδέλφια ακολούθησαν τη Θεία εντολή και αναχώρησαν από τα Ιεροσόλυμα για την Αχαϊκή γη. Μετά από κουραστική πορεία και αφού πέρασαν την κοίτη του Κερυνίτη και έφτασαν στην Πλατανιώτισσα, κοιμήθηκαν ανάμεσα στα 3 πλατάνια.
Εκεί προσεύχονταν για την εύρεση της Εικόνας, όταν εμφανίστηκαν και πάλι στο όνειρο τους ο Πρωτόκλητος Ανδρέας και ο Ευαγγελιστής Λουκάς, που τους είπαν να περπατήσουν ανατολικά στις όχθες του Βουραϊκού ποταμού, που απείχε δύο ώρες από εκεί.
Σύμφωνα με τις αποστολικές οδηγίες εκεί θα συναντούσαν μία αγνή και άγια Βοσκοπούλα η οποία θα τους οδηγήσει να βρουν την Θεομητορική Εικόνα.
Για τη συνέχεια υπάρχουν δύο εκδοχές: Κατά την πρώτη που φαίνεται να είναι και η πιθανότερη, οι Άγιοι Πατέρες κατευθύνθηκαν προς την Ζαχλωρού και με την υπόδειξη της βοσκοπούλας βρήκαν στις 23 Αυγούστου του 362 μ.Χ. μέσα σε σπήλαιο την Εικόνα της Κεχαριτωμένης. Κρατά στη δεξιά της μεριά το Νήπιο, τον Μέγα Ελευθερωτή των Πνευμάτων, το νικητή του θανάτου και της φθοράς, το Σωτήρα Χριστό.
Το 840 μ.Χ. όταν μαινόταν η αίρεση των Εικονομάχων, η Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου πυρπολήθηκε. Ευτυχώς όμως η Θαυματουργή Εικόνα διασώθηκε και οι πιστοί την περιέφεραν σε όλες τις πόλεις και τα χωριά για να στερεωθεί η πίστη των χριστιανών.
Σε μια τέτοια περιφορά της Εικόνας της Παναγίας της Σπηλαιώτισσας, οι Ιερομόναχοι της Μονής διανυκτέρευσαν στον ίδιο τόπο που είχαν διανυκτερεύσει στο παρελθόν οι Άγιοι Πατέρες Συμεών και Θεόδωρος.
Στην κουφάλα της ρίζας των τριών Πλατανιών, όπου κρέμασαν και την Εικόνα, στο κοίλο εσωτερικό του Ιερού Πλατάνου, με θαυμαστό τρόπο και πραγματικά χωρίς να το χωράει ανθρώπινος νους, απέναντι ακριβώς από τη θέση που ήταν κρεμασμένη η Ιερή Εικόνα της Θεοτόκου, χαράκτηκε πανομοιότυπο ομοίωμα Αυτής.
Κατά μία δεύτερη εκδοχή, την ώρα που οι Άγιοι Πατέρες Συμεών και Θεόδωρος έβλεπαν στο όνειρό τους τον Πρωτόκλητο Ανδρέα και τον Ευαγγελιστή Λουκά να τους παρακινούν να πάνε στις όχθες του Βουραϊκού για να βρουν την Εικόνα, είδαν τον Ευαγγελιστή Λουκά να δείχνει με τα δάκτυλα του προς τα Δυτικά. Να δείχνει δηλαδή ένα από τα τρία πλατάνια, όπου κοιμήθηκαν οι Άγιοι Πατέρες. Συγχρόνως τους παρακινούσε να δουν την στιγμή εκείνη που η εικόνα της Θεοτόκου με τη Βοήθεια της Θείας Δύναμης αποτυπωνόταν στην κουφάλα του δέντρου. Τους παρακινούσε μάλιστα να εξετάσουν τη μορφή, το είδος, το σχήμα και τις διαστάσεις οι οποίες είναι ακριβώς ίδιες με την πρωτότυπη εικόνα του Μεγάλου Σπηλαίου.
Οι Άγιοι Πατέρες ξύπνησαν τρομαγμένοι και κοιτώντας ανατολικά είδαν ένα αστραποπυροειδές, αστραπόμορφο μεγάλο φως, που βγαίνοντας από την Ανατολή, κινήθηκε σε ευθεία γραμμή και χτύπησε στον κορμό του Πλατάνου. Μετά από λίγο οι άγιοι Πατέρες κοίταξαν εκεί όπου είχε χτυπήσει το Θείο Φως, και είδαν μπροστά τους το Ιερό αντίτυπο της Αγίας και Πάνσεπτου Εικόνας. Κατόπιν κατευθύνθηκαν προς τη Ζαχλωρού, όπου και βρήκαν την εικόνα στις 23 Αυγούστου του 362 μ.Χ.
Κατ' αυτή την εκδοχή λοιπόν, το θαύμα της αποτύπωσης έγινε το 362 μ.Χ. Δεν ήταν όμως το μοναδικό που συνέβη. Ένα άλλο θαύμα, παράδοξο και εξαίσιο έλαβε χώρα την ίδια στιγμή. Τα τρία εκείνα πλατάνια, συνενώθηκαν παραδόξως σε ένα Πλάτανο με τρεις κορμούς, διατηρώντας όμως το καθένα την υπόσταση του και συμβολίζοντας έτσι το τρισυπόστατο της μιας Θεότητας. Τα τέσσερα πλατάνια γύρω από τον Ιερό Πλάτανο συμβολίζουν τους τέσσερις Ευαγγελιστές. Σε όλες τις παραδόσεις, η ιστορία του Ιερού Προσκυνήματος της Πλατανιώτισσας, σχετίζεται αναπόσπαστα με την ιστορία της Μεγαλοσπηλαιώτισσας Θεοτόκου.
Θαύματα έγιναν σε διάφορες περιοχές και γίνονται μέχρι και σήμερα με τη Χάρη της Υπεραγίας Θεοτόκου εις δόξα του Παντοδύναμου Θεού εις τον Αιώνα.
Η Παναγία η Πλατανιώτισσα πανηγυρίζει στις 8 Σεπτεμβρίου, εορτή της γεννήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου.
Πολλοί προσκυνητές απ' όλη την Ελλάδα συρρέουν στο Ιερό Προσκύνημα για να προσευχηθούν και να τιμήσουν την Παναγία μας με κατάνυξη και σεβασμό και να πάρουν τη Χάρη της Θεοτόκου, δύναμη, ελπίδα κι χαρά μεγάλη.
Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ’. Τῇ Ὑπερμάχῳ.
Ἡ τῶν Πλατάνων ἀπειρόκαλη μονάζουσα, ὡς τῶν θηρίων ὠμοιώθη ἡ Βασίλισσα, ἐν κρύπτῃ δένδρων διεβίωσεν ὡς τοῦ τέλους. Ἀπηρνήθη τὰ τοῦ θρόνου δικαιώματα καὶ ἐνεδύθη τοῦ χειμῶνος τὴν λευκότητα. Αὐτῇ καὶ ἡμεῖς κραυγάζομεν· χαῖρε Παναγία Πλατανιώτισσα.
Ο πρώτος μεγάλος πλάτανος κλείνει προ τα νοτιοανατολικά, πάνω από τον παλιό αλευρόμυλο της εκκλησίας και το επίσης παλιό υδροηλεκτρικό εργοστάσιο του χωριού. Στη βάση του πρώτου πλατάνου ενώνονται οι ρίζες ενός άλλου πελώριου πλατανιού που κυριαρχεί με το μέγεθος του πάνω από όλα τα άλλα και βρίσκεται στο βορειοδυτικό μέρος το συμπλέγματος των τεσσάρων. Είναι ίσως, το μοναδικό στον κόσμο γιατί υπολογίζεται ότι φύεται εδώ και περισσότερο από χίλια έτη. Στην κουφάλα της βάσης του σχηματίζετε ο Ιερός Ναός της Θεοτόκου που γιορτάζει στις 8 Σεπτεμβρίου.
Στη βάση του πρώτου πλατάνου υπάρχει επίσης κουφάλα, η οποία αποτελεί συνέχεια τη κουφάλας του Ιερού Πλατάνου, ο οποίος υψώνεται κατακόρυφα. Αντιθέτως, ο κορμός του πρώτου πλατάνου κλείνει προς τα νοτιοδυτικά. Η περίμετρος και των δυο πλατανιών είναι περίπου 23 μέτρα, ενώ η περίμετρος του κορμού του Ιερού Πλατάνου είναι στη βάση 17 μέτρα και το ύψος φτάνει τα 25 μ. περίπου.
Ο Ιερός Ναός που σχηματίζεται μέσα στην κουφάλα φωτίζεται από ένα μικρό παράθυρο στα νοτιοανατολικά του δένδρου και από τη μικρή πόρτα που βρίσκεται βορειοδυτικά. Ο εσωτερικός χώρος του πλατάνου δεν είναι ομαλός και σε μερικά μέρη σχηματίζει ημικυκλικά κοιλώματα.
Το εσωτερικό του Ιερού Πλατάνου διαιρείται σε δυο άνισα μέρη: Το Άγιο Βήμα, όπου ο Ιερέας μαζί με το βοηθό του τελεί τη Θεία Λειτουργία και τον Κυρίως Ναό, όπου χωρούν άνετα 15 προσκυνητές. Το μήκος της κοιλότητας του Ιερού Πλατάνου και συνεχόμενης κουφάλας του πρώτου πλατανιού είναι 8 μ. Το πλάτος φτάνει και τα 3 μέτρα. Έτσι αν χρησιμοποιηθεί ολόκληρος ο χώρος, 20 περίπου προσκυνητές χωρούν στον Ιερό Ναό.
Όπως μπορεί κανείς να δει απ' έξω, το Μεγάλο Ιερό Πλατάνι αποτελείται από τρία δένδρα. Το πρώτο βρίσκεται δεξιά από την είσοδο, το δεύτερο κοντά σ' αυτή και το τρίτο αριστερά της (το τελευταίο έχει ξεραθεί στον κορμό του). Τα τρία αυτά πλατάνια ενώνονται πάνω από το Ναό και υψώνονται σε ένα στέλεχος στο ίδιο πλατάνι.
Από την οροφή, όπου έχουν τοποθετηθεί ξύλινες σανίδες, κρέμεται ένα άσβεστο καντήλι. Ολόκληρο το Ιερό Πλατάνι καλύπτει έκταση μισού περίπου στρέμματος, ενώ μαζί με τα άλλα τέσσερα η έκταση τους φθάνει περίπου στα τέσσερα στρέμματα. Έτσι τα πανύψηλα κλωνάρια και των 5 τεράστιων δένδρων δημιουργούν ένα πανύψηλο φυσικό τρούλο που σχεδόν δεν επιτρέπει να περάσουν οι ακτίνες του ήλιου.
Καθώς ο προσκυνητής μπαίνει στον Ιερό Ναό, δεξιά και τρία μέτρα πάνω από το έδαφος παρατηρεί μια ιδιαίτερη κοιλότητα βάθους 30 εκ. και ύψους 70 εκ.
Στην κοίλη και λεία επιφάνεια της, είναι τυπωμένη ανάγλυφη, αμετάβλητη στους αιώνες και αχειροποίητη η Εικόνα της Θεοτόκου, που κρατά στα χέρια της το Θείο Βρέφος. Το κεφάλι της Παναγίας βλέπει προς τα δεξιά, όπου και το χέρι της που βαστάζει το βρέφος. Η Εικόνα είναι πανομοιότυπη με την ονομαστή ανάγλυφη Εικόνα του Μεγάλου Σπηλαίου (βλέπε περισσόετρα στον βίο του Αγίου Λουκά του Ευαγγελιστού στις 18 Οκτωβρίου). Οι διαστάσεις της είναι ακριβώς ίδιες και οι εξοχές είναι αντιστοίχως εσοχές στην Εικόνα του Ιερού Πλατάνου.
Η Αγία Εικόνα του Σπηλαίου είναι έτσι αποτυπωμένη στην εσοχή του Πλατανιού, όπως αποτυπώνεται σε κερί, δακτυλίδι που φέρει εξοχές. Στο σημείο του Ιερού Αποτυπώματος της Θεοτόκου, ο φλοιός του Πλατάνου είναι νεκρός και αμετάβλητος αρκετούς αιώνες, με πάχος πάρα πολύ μικρό. Γύρω όμως από αυτό το σημείο το πλατάνι βλασταίνει και αναπτύσσεται κανονικά και μέσα ακόμα στην κουφάλα του δέντρου.
Αν όπως μερικοί εσφαλμένα υπέθεσαν, το αποτύπωμα ήταν άτεχνα φτιαγμένο από την εποχή των πρώτων χριστιανών, θα ήταν αδύνατο η Εικόνα και το τοπικό νέκρωμα του ξύλου να διατηρούνται αμετάβλητα χωρίς την βοήθεια της Θείας Δύναμης, εφ' όσον το ίδιο το δέντρο αναπτύσσεται και βλασταίνει αδιάκοπα.
Σύμφωνα με τις θρησκευτικές παραδόσεις η ιστορία του Ιερού Προσκυνήματος έχει ως εξής:
Στις αρχές τον 4ου μ.Χ. αιώνα γεννήθηκαν στη Θεσσαλονίκη τα αδέλφια Συμεών και Θεόδωρος (βλέπε 18 Οκτωβρίου), παιδιά ευσεβούς και αγίας οικογενείας. Σπούδασαν ρητορική, φιλοσοφία και ποίηση. Κατόρθωσαν κυρίως, όμως να ενσαρκώσουν στον εαυτό τους, τον τύπο του ιδεώδους χριστιανού.
Άφησαν λοιπόν τον κόσμο και τα όνειρα της ματαιότητας, ντύθηκαν το σχήμα της μοναχικής πολιτείας και αναχώρησαν για την έρημο. Ζούσαν ζωή θρησκευτική. Ανέβηκαν στον Όλυμπο και σ' άλλα βουνά και τέλος πήγαν στα Ιεροσόλυμα να προσκυνήσουν στους Αγίους Τόπους. Εκεί ο Επίσκοπος Μάξιμος τους χειροτόνησε Ιερείς γύρω στο 340 μ.Χ.
Ενώ διέμεναν στα Ιεροσόλυμα αξιώθηκαν να δουν στο όνειρο τους την Θεοτόκο μαζί με τους Αποστόλους Παύλο, Ανδρέα και Λουκά. Τους παραγγέλνει να μεταβούν στη χώρα της Αχαΐας, όπου η Χάρη του Θεού με το Θέλημα της Παρθένου θα τους οδηγήσει να βρουν την ανάγλυφη Εικόνα που εξιστορεί ο Ευαγγελιστής Λουκάς και είναι φτιαγμένη από κερί, μαστίχα και άλλες ύλες (Μεγαλοσπηλιώτισσα Θεοτόκος) και σ' αυτό το σημείο να κτίσουν Μονή.
Τα δύο αδέλφια ακολούθησαν τη Θεία εντολή και αναχώρησαν από τα Ιεροσόλυμα για την Αχαϊκή γη. Μετά από κουραστική πορεία και αφού πέρασαν την κοίτη του Κερυνίτη και έφτασαν στην Πλατανιώτισσα, κοιμήθηκαν ανάμεσα στα 3 πλατάνια.
Εκεί προσεύχονταν για την εύρεση της Εικόνας, όταν εμφανίστηκαν και πάλι στο όνειρο τους ο Πρωτόκλητος Ανδρέας και ο Ευαγγελιστής Λουκάς, που τους είπαν να περπατήσουν ανατολικά στις όχθες του Βουραϊκού ποταμού, που απείχε δύο ώρες από εκεί.
Σύμφωνα με τις αποστολικές οδηγίες εκεί θα συναντούσαν μία αγνή και άγια Βοσκοπούλα η οποία θα τους οδηγήσει να βρουν την Θεομητορική Εικόνα.
Για τη συνέχεια υπάρχουν δύο εκδοχές: Κατά την πρώτη που φαίνεται να είναι και η πιθανότερη, οι Άγιοι Πατέρες κατευθύνθηκαν προς την Ζαχλωρού και με την υπόδειξη της βοσκοπούλας βρήκαν στις 23 Αυγούστου του 362 μ.Χ. μέσα σε σπήλαιο την Εικόνα της Κεχαριτωμένης. Κρατά στη δεξιά της μεριά το Νήπιο, τον Μέγα Ελευθερωτή των Πνευμάτων, το νικητή του θανάτου και της φθοράς, το Σωτήρα Χριστό.
Το 840 μ.Χ. όταν μαινόταν η αίρεση των Εικονομάχων, η Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου πυρπολήθηκε. Ευτυχώς όμως η Θαυματουργή Εικόνα διασώθηκε και οι πιστοί την περιέφεραν σε όλες τις πόλεις και τα χωριά για να στερεωθεί η πίστη των χριστιανών.
Σε μια τέτοια περιφορά της Εικόνας της Παναγίας της Σπηλαιώτισσας, οι Ιερομόναχοι της Μονής διανυκτέρευσαν στον ίδιο τόπο που είχαν διανυκτερεύσει στο παρελθόν οι Άγιοι Πατέρες Συμεών και Θεόδωρος.
Στην κουφάλα της ρίζας των τριών Πλατανιών, όπου κρέμασαν και την Εικόνα, στο κοίλο εσωτερικό του Ιερού Πλατάνου, με θαυμαστό τρόπο και πραγματικά χωρίς να το χωράει ανθρώπινος νους, απέναντι ακριβώς από τη θέση που ήταν κρεμασμένη η Ιερή Εικόνα της Θεοτόκου, χαράκτηκε πανομοιότυπο ομοίωμα Αυτής.
Κατά μία δεύτερη εκδοχή, την ώρα που οι Άγιοι Πατέρες Συμεών και Θεόδωρος έβλεπαν στο όνειρό τους τον Πρωτόκλητο Ανδρέα και τον Ευαγγελιστή Λουκά να τους παρακινούν να πάνε στις όχθες του Βουραϊκού για να βρουν την Εικόνα, είδαν τον Ευαγγελιστή Λουκά να δείχνει με τα δάκτυλα του προς τα Δυτικά. Να δείχνει δηλαδή ένα από τα τρία πλατάνια, όπου κοιμήθηκαν οι Άγιοι Πατέρες. Συγχρόνως τους παρακινούσε να δουν την στιγμή εκείνη που η εικόνα της Θεοτόκου με τη Βοήθεια της Θείας Δύναμης αποτυπωνόταν στην κουφάλα του δέντρου. Τους παρακινούσε μάλιστα να εξετάσουν τη μορφή, το είδος, το σχήμα και τις διαστάσεις οι οποίες είναι ακριβώς ίδιες με την πρωτότυπη εικόνα του Μεγάλου Σπηλαίου.
Οι Άγιοι Πατέρες ξύπνησαν τρομαγμένοι και κοιτώντας ανατολικά είδαν ένα αστραποπυροειδές, αστραπόμορφο μεγάλο φως, που βγαίνοντας από την Ανατολή, κινήθηκε σε ευθεία γραμμή και χτύπησε στον κορμό του Πλατάνου. Μετά από λίγο οι άγιοι Πατέρες κοίταξαν εκεί όπου είχε χτυπήσει το Θείο Φως, και είδαν μπροστά τους το Ιερό αντίτυπο της Αγίας και Πάνσεπτου Εικόνας. Κατόπιν κατευθύνθηκαν προς τη Ζαχλωρού, όπου και βρήκαν την εικόνα στις 23 Αυγούστου του 362 μ.Χ.
Κατ' αυτή την εκδοχή λοιπόν, το θαύμα της αποτύπωσης έγινε το 362 μ.Χ. Δεν ήταν όμως το μοναδικό που συνέβη. Ένα άλλο θαύμα, παράδοξο και εξαίσιο έλαβε χώρα την ίδια στιγμή. Τα τρία εκείνα πλατάνια, συνενώθηκαν παραδόξως σε ένα Πλάτανο με τρεις κορμούς, διατηρώντας όμως το καθένα την υπόσταση του και συμβολίζοντας έτσι το τρισυπόστατο της μιας Θεότητας. Τα τέσσερα πλατάνια γύρω από τον Ιερό Πλάτανο συμβολίζουν τους τέσσερις Ευαγγελιστές. Σε όλες τις παραδόσεις, η ιστορία του Ιερού Προσκυνήματος της Πλατανιώτισσας, σχετίζεται αναπόσπαστα με την ιστορία της Μεγαλοσπηλαιώτισσας Θεοτόκου.
Θαύματα έγιναν σε διάφορες περιοχές και γίνονται μέχρι και σήμερα με τη Χάρη της Υπεραγίας Θεοτόκου εις δόξα του Παντοδύναμου Θεού εις τον Αιώνα.
Η Παναγία η Πλατανιώτισσα πανηγυρίζει στις 8 Σεπτεμβρίου, εορτή της γεννήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου.
Πολλοί προσκυνητές απ' όλη την Ελλάδα συρρέουν στο Ιερό Προσκύνημα για να προσευχηθούν και να τιμήσουν την Παναγία μας με κατάνυξη και σεβασμό και να πάρουν τη Χάρη της Θεοτόκου, δύναμη, ελπίδα κι χαρά μεγάλη.
Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ’. Τῇ Ὑπερμάχῳ.
Ἡ τῶν Πλατάνων ἀπειρόκαλη μονάζουσα, ὡς τῶν θηρίων ὠμοιώθη ἡ Βασίλισσα, ἐν κρύπτῃ δένδρων διεβίωσεν ὡς τοῦ τέλους. Ἀπηρνήθη τὰ τοῦ θρόνου δικαιώματα καὶ ἐνεδύθη τοῦ χειμῶνος τὴν λευκότητα. Αὐτῇ καὶ ἡμεῖς κραυγάζομεν· χαῖρε Παναγία Πλατανιώτισσα.
Σύναξη της Παναγίας της Τσαμπίκας στην Ρόδο
Η εικόνα της Παναγίας της Τσαμπίκας βρισκόταν αρχικά στο Μοναστήρι της Παναγίας του Κύκκου (Κύπρος). Από την Κύπρο, με θαυματουργικό τρόπο, η εικόνα έφευγε και πήγαινε στο βουνό Ζαμβύκη του Αρχάγγελου της Ρόδου. Η απώλεια της εικόνας προκάλεσε αναστάτωση στους μοναχούς του Κύκκου που κατέβαλαν κάθε δυνατή προσπάθεια για να την εντοπίσουν.
Στο βουνό Ζαμβύκη η Παναγία κρύβεται από τα βλέμματα των Χριστιανών σε ένα κυπαρίσσι. Όμως πολύ ταπεινά και απλά φανερώνεται σε βοσκό που μένει στην απέναντι περιοχή της βρύσης του Αιμαχού (Γιεμαχιού). Ο βοσκός είδε το φως της Παναγίας αλλά αρχικά δεν έδωσε καμία σημασία. Το είδε και την επόμενη βραδιά. Όταν όμως το είδε και για τρίτη φορά αποφάσισε να ανεβεί στο απέναντι βουνό, για να δει από κοντά με τα μάτια του, τι ήταν αυτό το φως.
Όταν έφθασε στο ύψωμα ο βοσκός μαρμάρωσε στο θέαμα που είδε να προβάλλεται μπροστά του. Είδε την εικόνα της Παναγίας να φωτίζεται από ακοίμητο κανδήλι στο «κυπαρίσσι το αεράτο» (έτσι λέγεται το δέντρο που είχε σταθμεύσει η Μεσίτρια των ανθρώπων). Από το γεγονός αυτό πήρε η εικόνα και το όνομα της, αφού η λέξη «τσάμπα», στην τοπική διάλεκτο της ρόδου σημαίνει σπίθα, φωτιά.
Αυτό το κυπαρίσσι σώζεται μέχρι σήμερα και στη ρίζα του υπάρχει μια τρύπα που σε πολύ τακτά χρονικά διαστήματα βγάζει ζεστό και κρύο αέρα.
Τελικά οι Κυκκώτες εντόπισαν την εικόνα στο νησί της Ρόδου και την μετέφεραν πίσω στην Κύπρο. Η εικόνα όμως και πάλι γύρισε πίσω στο βουνό της. Οι Κύπριοι όταν την ξαναέφεραν πίσω για να είναι σίγουροι ότι είναι η εικόνα τους, την έκαψαν λίγο από πίσω για να έχουν κάποιο σημάδι που θα την αναγνώριζαν πιο εύκολα. Η εικόνα όμως και για τρίτη φορά έρχεται στη νέα της κατοικία (το σημάδι σώζεται πολύ καθαρά μέχρι σήμερα).
Η εικόνα από τότε δεν έφυγε ποτέ από τη Ρόδο. Όταν ζητήθηκε να μεταφερθεί για προσκύνημα σε άλλα μέρη της Ελλάδος αυτή επέστρεψε και πάλι πίσω. Όταν το 2002 μ.Χ. κτίστηκε παρεκκλήσι προς τιμή της Παναγίας της Τσαμπίκας στο Πέρα Χωριό στην Κύπρο και οι κάτοικοι ζήτησαν να γίνει το εγκαίνιο του την 24η Ιουλίου, ο Μητροπολίτης Ρόδου, κ.κ. Κύριλλος, συνοδευόμενος από τρείς κληρικούς, έφερε την εικόνα στην Κύπρο, τέλεσε το εγκαίνιο του ναού και η εικόνα για πρώτη φορά έφυγε από τη θέση της για τρεις μέρες.
Το Μοναστήρι της Παναγίας της Τσαμπίκας, γιορτάζει το Γενέσιο της Θεοτόκου την 8η Σεπτεμβρίου και την Γ΄ Κυριακή των Νηστειών (Σταυροπροσκύνησης).
Ένα από τα παλιότερα θαύματα της Παναγίας Τσαμπίκας είναι και αυτό που συνδέεται με τα μεγάλα κτήματα γύρω από το Μοναστήρι. Αυτά τα κτήματα ανήκαν σ έναν Τούρκο Πασά, του οποίου η γυναίκα δεν τεκνοποιούσε. Εκείνη μαθαίνοντας για την Παναγία, προσευχήθηκε κι έφαγε το φυτιλάκι που έκαιγε στο καντήλι της εικόνας της. Έγινε το θαύμα κι έμεινε έγκυος. Ο Τούρκος δεν μπορούσε να πιστέψει πως το παιδί ήταν δικό του. Ούτε πίστευε πως επρόκειτο για θαύμα. Όταν όμως γεννήθηκε το μωρό, κρατούσε στη μικρή χούφτα του το φυτιλάκι του καντηλιού. Έτσι, ο Τούρκος Πασάς δώρισε στην εκκλησία όλα αυτά τα κτήματα που βρίσκονται γύρω απ το ναό.
Ἀπολυτίκιον
Κρήνην έχουσα των δωρεών σου την εικόνα σου, η νήσος Ρόδος, Θεοτόκε Τσαμπίκα, γεραίρει σε και καυχωμένη ενθέως σοις θαύμασι τον ασπασμόν του Αγγέλου προσάδοι σοι Χαίρε κράζουσα, Παρθένε θεοχαρίτωτε, λαού του χριστωνύμου το διάσωσμα.
(Απολυτίκιον Παναγίας Τσαμπίκας. Σύνθεση του Μητροπολίτου Ρόδου κ.κ. Κυρίλλου).
Στο βουνό Ζαμβύκη η Παναγία κρύβεται από τα βλέμματα των Χριστιανών σε ένα κυπαρίσσι. Όμως πολύ ταπεινά και απλά φανερώνεται σε βοσκό που μένει στην απέναντι περιοχή της βρύσης του Αιμαχού (Γιεμαχιού). Ο βοσκός είδε το φως της Παναγίας αλλά αρχικά δεν έδωσε καμία σημασία. Το είδε και την επόμενη βραδιά. Όταν όμως το είδε και για τρίτη φορά αποφάσισε να ανεβεί στο απέναντι βουνό, για να δει από κοντά με τα μάτια του, τι ήταν αυτό το φως.
Όταν έφθασε στο ύψωμα ο βοσκός μαρμάρωσε στο θέαμα που είδε να προβάλλεται μπροστά του. Είδε την εικόνα της Παναγίας να φωτίζεται από ακοίμητο κανδήλι στο «κυπαρίσσι το αεράτο» (έτσι λέγεται το δέντρο που είχε σταθμεύσει η Μεσίτρια των ανθρώπων). Από το γεγονός αυτό πήρε η εικόνα και το όνομα της, αφού η λέξη «τσάμπα», στην τοπική διάλεκτο της ρόδου σημαίνει σπίθα, φωτιά.
Αυτό το κυπαρίσσι σώζεται μέχρι σήμερα και στη ρίζα του υπάρχει μια τρύπα που σε πολύ τακτά χρονικά διαστήματα βγάζει ζεστό και κρύο αέρα.
Τελικά οι Κυκκώτες εντόπισαν την εικόνα στο νησί της Ρόδου και την μετέφεραν πίσω στην Κύπρο. Η εικόνα όμως και πάλι γύρισε πίσω στο βουνό της. Οι Κύπριοι όταν την ξαναέφεραν πίσω για να είναι σίγουροι ότι είναι η εικόνα τους, την έκαψαν λίγο από πίσω για να έχουν κάποιο σημάδι που θα την αναγνώριζαν πιο εύκολα. Η εικόνα όμως και για τρίτη φορά έρχεται στη νέα της κατοικία (το σημάδι σώζεται πολύ καθαρά μέχρι σήμερα).
Η εικόνα από τότε δεν έφυγε ποτέ από τη Ρόδο. Όταν ζητήθηκε να μεταφερθεί για προσκύνημα σε άλλα μέρη της Ελλάδος αυτή επέστρεψε και πάλι πίσω. Όταν το 2002 μ.Χ. κτίστηκε παρεκκλήσι προς τιμή της Παναγίας της Τσαμπίκας στο Πέρα Χωριό στην Κύπρο και οι κάτοικοι ζήτησαν να γίνει το εγκαίνιο του την 24η Ιουλίου, ο Μητροπολίτης Ρόδου, κ.κ. Κύριλλος, συνοδευόμενος από τρείς κληρικούς, έφερε την εικόνα στην Κύπρο, τέλεσε το εγκαίνιο του ναού και η εικόνα για πρώτη φορά έφυγε από τη θέση της για τρεις μέρες.
Το Μοναστήρι της Παναγίας της Τσαμπίκας, γιορτάζει το Γενέσιο της Θεοτόκου την 8η Σεπτεμβρίου και την Γ΄ Κυριακή των Νηστειών (Σταυροπροσκύνησης).
Ένα από τα παλιότερα θαύματα της Παναγίας Τσαμπίκας είναι και αυτό που συνδέεται με τα μεγάλα κτήματα γύρω από το Μοναστήρι. Αυτά τα κτήματα ανήκαν σ έναν Τούρκο Πασά, του οποίου η γυναίκα δεν τεκνοποιούσε. Εκείνη μαθαίνοντας για την Παναγία, προσευχήθηκε κι έφαγε το φυτιλάκι που έκαιγε στο καντήλι της εικόνας της. Έγινε το θαύμα κι έμεινε έγκυος. Ο Τούρκος δεν μπορούσε να πιστέψει πως το παιδί ήταν δικό του. Ούτε πίστευε πως επρόκειτο για θαύμα. Όταν όμως γεννήθηκε το μωρό, κρατούσε στη μικρή χούφτα του το φυτιλάκι του καντηλιού. Έτσι, ο Τούρκος Πασάς δώρισε στην εκκλησία όλα αυτά τα κτήματα που βρίσκονται γύρω απ το ναό.
Ἀπολυτίκιον
Κρήνην έχουσα των δωρεών σου την εικόνα σου, η νήσος Ρόδος, Θεοτόκε Τσαμπίκα, γεραίρει σε και καυχωμένη ενθέως σοις θαύμασι τον ασπασμόν του Αγγέλου προσάδοι σοι Χαίρε κράζουσα, Παρθένε θεοχαρίτωτε, λαού του χριστωνύμου το διάσωσμα.
(Απολυτίκιον Παναγίας Τσαμπίκας. Σύνθεση του Μητροπολίτου Ρόδου κ.κ. Κυρίλλου).
Σύναξη της Κυρά-Παναγίας
Σε απόσταση 3,5 ναυτικών μιλίων από τις βόρειες ακτές της Αλοννήσου και προς τα βορειοανατολικά βρίσκεται το νησί της Κυρα-Παναγιάς (Πέλαγος ή Πελαγονήσι) έκτασης 25 τ. χλμ. Το νησί ονομάζουν έτσι κυρίως οι κάτοικοι των Βορείων Σποράδων και οι μοναχοί του Αγίου Όρους. Το όνομα περιήλθε από το μεταβυζαντινό μοναστήρι που βρίσκεται χτισμένο στην ανατολική ακτή του νησιού και είναι αφιερωμένο στην Γέννηση της Παναγίας.
Η ιστορία της Κυρά-Παναγιάς ξεκίνησε το 963 μ.Χ., όταν ο Άγιος Αθανάσιος αγόρασε το νησί από τους Βυζαντινούς άρχοντες στην Κωνσταντινούπολη ως μετόχι του Αγίου Όρους, για να προμηθεύει τα εκεί μοναστήρια με τρόφιμα όπως κρέας, μέλι, λάδι και στάρι. Έτσι ξεκίνησε τότε η εκτροφή κατσικιών στην Κυρα Παναγιά και δεν σταμάτησε μέχρι σήμερα, που το νησί εκμισθώνεται από τη Μονή Αγίας Λαύρας σε ντόπιους κτηνοτρόφους για να βόσκουν τα κοπάδια τους.
Στη νοτιοανατολική πλευρά του νησιού βρίσκεται το μοναστήρι, χτισμένο το 1100 μ.Χ. Το μοναστήρι βλέπει στη θάλασσα από ψηλά και μοιάζει περισσότερο με μικρό φρούριο, θυμίζοντας τις εποχές που οι πειρατές λυμαίνονταν την περιοχή. Το φυσικό λιμανάκι του είναι εκτεθειμένο στον καιρό και τα καϊκια μπορούν να το πλησιάσουν μόνο με καλές καιρικές συνθήκες.
Τα κτίρια του μοναστηριού, λιτά αλλά εντυπωσιακά, ανακαινίστηκαν το 1992 μ.Χ. με δωρεά της οικογένειας Ποταμιάνου, έτοιμα να φιλοξενήσουν και πάλι μοναχούς που θα θελήσουν να έρθουν εδώ. Στο μοναστήρι υπάρχουν ακόμη το παλιό λιοτρίβι, ο παλιός αλευρόμυλος καθώς και παλαιοχριστιανικά λέιψανα του 6ου - 7ου αι. μ.Χ.
Η ιστορία της Κυρά-Παναγιάς ξεκίνησε το 963 μ.Χ., όταν ο Άγιος Αθανάσιος αγόρασε το νησί από τους Βυζαντινούς άρχοντες στην Κωνσταντινούπολη ως μετόχι του Αγίου Όρους, για να προμηθεύει τα εκεί μοναστήρια με τρόφιμα όπως κρέας, μέλι, λάδι και στάρι. Έτσι ξεκίνησε τότε η εκτροφή κατσικιών στην Κυρα Παναγιά και δεν σταμάτησε μέχρι σήμερα, που το νησί εκμισθώνεται από τη Μονή Αγίας Λαύρας σε ντόπιους κτηνοτρόφους για να βόσκουν τα κοπάδια τους.
Στη νοτιοανατολική πλευρά του νησιού βρίσκεται το μοναστήρι, χτισμένο το 1100 μ.Χ. Το μοναστήρι βλέπει στη θάλασσα από ψηλά και μοιάζει περισσότερο με μικρό φρούριο, θυμίζοντας τις εποχές που οι πειρατές λυμαίνονταν την περιοχή. Το φυσικό λιμανάκι του είναι εκτεθειμένο στον καιρό και τα καϊκια μπορούν να το πλησιάσουν μόνο με καλές καιρικές συνθήκες.
Τα κτίρια του μοναστηριού, λιτά αλλά εντυπωσιακά, ανακαινίστηκαν το 1992 μ.Χ. με δωρεά της οικογένειας Ποταμιάνου, έτοιμα να φιλοξενήσουν και πάλι μοναχούς που θα θελήσουν να έρθουν εδώ. Στο μοναστήρι υπάρχουν ακόμη το παλιό λιοτρίβι, ο παλιός αλευρόμυλος καθώς και παλαιοχριστιανικά λέιψανα του 6ου - 7ου αι. μ.Χ.
Σύναξη της Παναγίας Βροντιανής στην Σάμο
Σε μια μαγευτική τοποθεσία, σε υψόμετρο 450 μ. πάνω από τη θάλασσα, υψώνεται το ξακουστό μοναστήρι της Παναγίας Βροντά ή Βροντιανής, αφιερωμένο στο Γενέσιο της Θεοτόκου, που γιορτάζει στης 8 Σεπτεμβρίου. Η Μονή απέχει 20 χιλιόμετρα από την κωμόπολη Βουρλιώτες.
Κτίστηκε από τους Μοναχούς Ιάκωβο και Μακάριο το 1566 μ.Χ. πάνω σε θεμέλια παλαιότερης Μονής.
Η Μονή ονομάζεται α) «Βροντιανή», γιατί φυσάει δυνατός άνεμος, ο λεγόμενος σιρόκος, που συνοδεύεται με βροντές, ή γιατί την ημέρα της γιορτής (8 Σεπτεμβρίου) αρχίζουν συνήθως οι πρώτες βροχές με βροντές και αστραπές, και β) «Κοκκαριανή», γιατί βρίσκεται κοντά στην κωμόπολη Κοκκαρίου. Ανήκει στην Ιερά Μητρόπολη Σάμου.
Η Μονή διέθετε πολλές τοιχογραφίες, ωραίο ξυλόγλυπτο τέμπλο και μεγάλη συλλογή από ιερά σκεύη που όμως χάθηκαν από την μεγάλη και καταστροφική πυρκαγιά το καλοκαίρι του 1999 μ.Χ.
Κτίστηκε από τους Μοναχούς Ιάκωβο και Μακάριο το 1566 μ.Χ. πάνω σε θεμέλια παλαιότερης Μονής.
Η Μονή ονομάζεται α) «Βροντιανή», γιατί φυσάει δυνατός άνεμος, ο λεγόμενος σιρόκος, που συνοδεύεται με βροντές, ή γιατί την ημέρα της γιορτής (8 Σεπτεμβρίου) αρχίζουν συνήθως οι πρώτες βροχές με βροντές και αστραπές, και β) «Κοκκαριανή», γιατί βρίσκεται κοντά στην κωμόπολη Κοκκαρίου. Ανήκει στην Ιερά Μητρόπολη Σάμου.
Η Μονή διέθετε πολλές τοιχογραφίες, ωραίο ξυλόγλυπτο τέμπλο και μεγάλη συλλογή από ιερά σκεύη που όμως χάθηκαν από την μεγάλη και καταστροφική πυρκαγιά το καλοκαίρι του 1999 μ.Χ.
Σύναξη της Παναγίας της Καλαμιώτισσας στην Ανάφη
Η μονή της Παναγίας Καλαμιώτισσας, που πήρε αυτό το όνομα γιατί η εικόνα της βρέθηκε δεμένη πάνω σε ένα καλάμι, βρίσκεται στην κορυφή του βραχώδους όρους Κάλαμος, ύψους 460 μ. Εκτός από το καθολικό που είναι ένας μονόχωρος τρουλαίος ναός με υψηλές αναλογίες, οκτάπλευρο εξωτερικά τύμπανο τρούλου, ευρεία ημικυκλική αψίδα ιερού και δίτοξο νεοκλασικό καμπαναριό, σώζονται ακόμη τέσσερα κελιά και μία υδατοδεξαμενή.
Το καθολικό σώζει εσωτερικά ξυλόγλυπτο τέμπλο του 18ου μ.Χ. αιώνα, αλλά οι εικόνες έχουν μεταφερθεί στο κάτω μοναστήρι. Απέναντι από το καθολικό εντοιχισμένη στην πρόσοψη κελιού μαρμάρινη πλάκα φέρει εγχάρακτη επιγραφή, στην οποία αναγράφεται 1715 μ.Χ., Απριλίου 15 και αναφέρεται ως κτήτορας ο ταπεινός Μελέτιος Ιερομόναχος Μπεχούζος.
Από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας ως τις μέρες μας, η Μονή λειτουργεί ως προσκύνημα με εξαιρετική απήχηση μέσα κι έξω από τα όρια της Ανάφης. Εκεί γίνεται στις 7-8 Σεπτεμβρίου το μεγάλο πανηγύρι του νησιού.
Το καθολικό σώζει εσωτερικά ξυλόγλυπτο τέμπλο του 18ου μ.Χ. αιώνα, αλλά οι εικόνες έχουν μεταφερθεί στο κάτω μοναστήρι. Απέναντι από το καθολικό εντοιχισμένη στην πρόσοψη κελιού μαρμάρινη πλάκα φέρει εγχάρακτη επιγραφή, στην οποία αναγράφεται 1715 μ.Χ., Απριλίου 15 και αναφέρεται ως κτήτορας ο ταπεινός Μελέτιος Ιερομόναχος Μπεχούζος.
Από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας ως τις μέρες μας, η Μονή λειτουργεί ως προσκύνημα με εξαιρετική απήχηση μέσα κι έξω από τα όρια της Ανάφης. Εκεί γίνεται στις 7-8 Σεπτεμβρίου το μεγάλο πανηγύρι του νησιού.
Σύναξη της Παναγιάς της Σκιαδενής στην Ρόδο
Η Μονή Σκιάδι βρίσκεται στο Ν.Δ. μέρος της Ρόδου και είναι κτισμένη στους πρόποδες του βουνού Σκιάδι.
Απέχει 90 χιλ. από τη Ρόδο. Δύο δρόμοι οδηγούν στη Μονή, ο ένας από δυτικά από τη θάλασσα δια μέσου της Απολακκιάς και Κατταβιάς, ο άλλος πιο περιπετειώδης αλλά και πιο επιβλητικός από τη Ν.Α.πλευρά δια μέσου των βουνών του χωριού Μεσαναγρού.
Για την ετυμολογία της λέξης Σκιάδι αναφέρονται:
Οφείλει την ονομασία της στο Σκιάδιον=σκιερό τοπίο, κατά τους χωρικούς σκιερό μέρος. Κατά άλλους στη σκιά ενός μεγάλου σύννεφου που βρίσκεται τις περισσότερες φορές η απότομη πλαγιά. Μια δεύτερη εκδοχή στηρίζεται στην ομοιότητα με σκιάδιον, ένα πυραμιδοειδές σκέπασμα κεφαλής. Και πράγματι, αν το κοιτάξει κανείς από τη Μονόλιθο, μοιάζει με καπέλο των αρχαίων.
Ο μικρός ναός είναι Βυζαντινός και όχι παλαιοχριστιανικός. Γύρω από την Εκκλησία διακρίνονται τα λείψανα ενός μεγάλου κτίσματος που πιθανότατα ν’ ανήκουν σε παλαιοχριστιανική βασιλική. Στα μεταβυζαντινά χρόνια 1200 μ.Χ., σύμφωνα με σωζόμενη χρονολογία, στον τοίχο του Ιερού Βήματος οικοδομήθηκε στα ερείπια του αρχαίου ναού, μικρός ναός βυζαντινού ρυθμού. Αγιογραφήθηκε κατά το ΙΗ΄ αιώνα – οπότε άρχισε και επέκταση του ναού – γεγονός που μαρτυρείται από τη σωζόμενη χρονολογία 1777 μ.Χ. και ολοκληρώθηκε περί το 1861 μ.Χ. επί ηγουμενίας Ιγνατίου Ζαννετίδη.
Κατά τον ΙΑ΄ αιώνα μ.Χ., σε απόσταση 200-300 μέτρων από τη Μονή, μέσα σε πυκνά δέντρα και θάμνους, ζούσαν δύο ή τρεις ασκητές από την Κατταβιά ή το Βάτι σ’ ένα κτίριο που ονομαζόταν «Ασκηταργό». Για αρκετά βράδια ξεχώριζαν εκεί κοντά ένα μοναδικό φως. Πήγαν στο σημείο, όπου εντόπισαν μια εικόνα της Παναγίας.
Σύμφωνα πάντα με την παράδοση, αυτό συνέβη σε μια περιοχή που την λένε «Κυρά μένει». Οι ασκητές ανακάλυψαν από θαύμα την εικόνα της Παναγίας και εκτίμησαν ότι επρόκειτο για μια από τις τέσσερις που ιστόρησε – φιλοτέχνησε ο Ευαγγελιστής Λουκάς. Πήραν την εικόνα και το καντήλι με πολλή ευλάβεια και το μετέφεραν στο ασκηταργό τους. Το πρωί η εικόνα είχε εξαφανιστεί. Την αναζήτησαν και τη βρήκαν εκεί που είναι σήμερα κτισμένη η Εκκλησία. Αυτό το συμβάν επαναλήφθηκε και άλλες φορές. Τότε κατάλαβαν ότι η Παναγία ήθελε να μείνει εκεί και αποφάσισαν να εκπληρώσουν την επιθυμία της. Έκτισαν σ’ αυτή τη θέση ένα ναό. Επίσης, πριν από αρκετά χρόνια ήταν κτισμένος ένας πανύψηλος τοίχος γύρω στη Μονή για την προστασία της από τους πειρατές. Σήμερα, αυτός ο τοίχος έχει γκρεμιστεί και σώζεται μόνο ένα κομμάτι, το οποίο είναι και η είσοδος της Μονής.
Σχετικά με την εικόνα αναφέρονται:
Παλαιότερη εικόνα του Μοναστηριού, θα πρέπει να είναι αυτή που βρίσκεται επάνω στην Αγία Τράπεζα και είναι κατασκευασμένη από μαστίχι. Αυτή η μοναδική εικόνα τέχνης και τεχνικής έχει επενδυθεί με λεπτοσκαλισμένο ασήμι. Η εικόνα της Παναγίας που βρίσκεται αριστερά της εισόδου του Ιερού Βήματος, είναι σκεπασμένη μ’ ένα ακριβό χυτοϊμάντιο, το οποίο φέρει πολλές γραφές πάνω από το δεξί ώμο της Παναγίας. Διαβάζουμε τ’ ακόλουθα:
ΑΥΤΟΣ Ο ΧΙΤΝΑΣ / ΗΡΓΥΡΩΘΗ Κ(ΑΙ) ΕΠΙΧΡΥΣΩΘΗ / ΤΗ ΦΙΛΟΠΟΝΩ ΔΑΠΑΝΗ / ΤΟΥ ΠΑΝΟΣΙΟΛΟΓ(ΙΟΤΑΤΟΥ) / ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ / Κ ΙΓΝΑΤΙΟΥ / ΕΝ ΕΤΕΙ ΣΩΤΗΡΙΩ 1886. ΠΙΟ ΚΑΤΩ ΜΡ ΘΕΟΥ Η ΣΚΙΑΔΕΝΗ.
Πάνω από το φωτοστέφανο του μικρού Χριστού:
ΕΠΙ ΤΗ ΑΡΧΙΕΡΑΤΕΙΑΣ / ΤΟΥ ΣΕΒΑΣΜΙ(ΟΤΑΤΟΥ) ΑΓΙΟΥ ΡΟΔΟΥ / Κ ΓΕΡΜΑΝΟΥ / ΕΝ ΕΤΕΙ ΣΩΤΗΡΙΩ / 1886 ΝΟΕΜΒ ΕΡΓΟΝ ΤΟΥ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΠΑΜΤΕΛΙ. Δ ΧΡΙΣΟΧΟΟΥ ΚΡΗ ΕΤΟΣ 1886.
Το πρόσωπο της Παναγίας έχει ζωντανά, εκφραστικά γλυκά μάτια, παρά τη σκοτεινιά που άφησε ο χρόνος. Γύρω από τη Παναγία και το μικρό Χριστό, υπάρχουν σκαλισμένα περίτεχνα άγγελοι, φρούτα, λουλούδια, περικοκλάδες. Η διακόσμηση συμπληρώνεται με φύλλα ροδιάς, σύμβολο γονιμότητας και ζωής. Πάνω στους ώμους, τ’ αστέρια της παρθενίας και της καλοσύνης και οι Άγγελοι ξετυλίγουν πάπυρους με φράσεις από την Αγία Γραφή.
Στη Μονή υπάρχει επίσης ένα σπάνιο Ευαγγέλιο του 1781 μ.Χ., έργο τέχνης ή επίτευγμα της τυπογραφίας, το Μηνιαίο (1862 μ.Χ.) και η παρακλητική παλαιών εκδόσεων κ.ά.
Το σημερινό τέμπλο, είναι αξιόλογο έργο τέχνης, χωρίς βημόθυρο με γλυπτό φυσικό διάκοσμο, με εικόνες μεταβυζαντινής περιόδου, στέκει σε καλή κατάσταση. Μέσα στη μονή υπάρχει ακόμα ξυλόγλυπτος αρχιερατικός θρόνος. Το δάπεδο είναι στρωμένο με άσπρα και μαύρα βότσαλα.
Το κτιριακό συγκρότημα αποτελείται από το οίκημα που ονομάζουν Χαλκήτικα γιατί το ’χτισαν οι Χαλκίτες για να διαμένουν όταν έρχονται να προσκυνήσουν. Γενικά, η Μονή πλαισιώνεται από διάφορα προσκτίσματα, οντάδες και νεόδμητα κτίρια που μπορούν να παράσχουν φιλοξενία στους επισκέπτες. Κυρίως όμως πλαισιώνεται από την πανέμορφη θέα, τη γαλήνη του τοπίου που ενισχύεται από τη χάρη και πνευματική παρουσία της Παναγίας.
Η Μονή έχει λεηλατηθεί από Γερμανούς – Εγγλέζους – Τούρκους και άλλους ιερόσυλους. Το κτιριακό συγκρότημα από θαύμα δεν πειράχτηκε από την πυρκαγιά του 1992 μ.Χ. αν και ο παπα – Ιωάννης Κεραμιτζής από τη Σάμο αγκάλιασε την εικόνα και την απομάκρυνε.
Η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Σκιαδενής συνηθίζεται μέχρι σήμερα να λιτανεύεται από χωριό σε χωριό της Ρόδου, κατά την περίοδο της Σαρακοστής και οι κάτοικοι τις περισσότερες φορές την μεταφέρουν πεζοί.
Την ημέρα της χάρης της, στις 8 Σεπτεμβρίου, που τιμάται το «Γενέσιον της Θεοτόκου», πλήθος πιστών συρρέουν από το νησί της Ρόδου και της Χάλκης.
Πρέπει να αναφέρουμε ότι κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, ο ηγούμενος Ιγνάτιος Ζαννετίδης είχε μετατρέψει τη Μονή σε ίδρυμα κυνηγημένων και απελπισμένων γυναικών. Ως δεύτερη Μητρόπολη, έβγαζε άδειες γάμου και βαπτίσεων. (Την περίοδο εκείνη ο Μητροπολίτης Συνέσιος, προσκληθέντος δε του Πατριάρχου, ανεχώρησεν στην Κωνσταντινούπολιν και άφησεν στη θέση του τον Ιγνάτιο ως αρχιερατικό επίτροπο για όλη τη Ρόδο και τα νησιά Σύμη, Τήλο, Χάλκη, Νίσυρο, Καστελλόριζο).
Εκτός από τον τρόπο εύρεσης της εικόνας της Παναγίας, σας παραθέτουμε και μερικά θαύματα ακόμη:
1) Στα χρόνια των πειρατών ανάγεται η ακόλουθη ιστορία. Ένα πειρατικό πλοίο, έριξε άγκυρα κοντά στη θάλασσια περιοχή του βουνού Σκιάδι. Οι πειρατές που γνώριζαν πως η Εκκλησία έχει τιμαλφή, ανέβηκαν στο μοναστήρι και άρχισαν να λεηλατούν. Άρπαξαν και το εικόνισμα της Μεγαλόχαρης. Όταν όμως επέστρεψαν στο σκάφος, το πλοίο μαρμάρωσε. Οι χριστιανοί το απέδωσαν σε θαύμα της Παναγίας Σκιαδενής. Στη θαλάσσια περιοχή από Μεσαναγρό προς Σκιάδι, υπάρχει ένα μικρό νησί που μοιάζει με πετρωμένο πειρατικό καράβι. Το ονομάζουν «πετροκάραβο» ή «Χτενιά» ή «Χτενιές».
2) Ο Αναστάσιος Βρόντης, στη «Ροδιακή Λαογραφία» μας περιγράφει άλλο ένα θαύμα της Παναγίας Σκιαδενής, στη ροδιακή διάλεκτο και το μεταφέρουμε όπως έχει: «Ένας Τούρκος αγάς σε καιρόν Τουρκίας δεν επίστευε στα θαύματα της Παναγίας κι εκειδά που γύριζαν το κόνισμα, το κάρφωσε με την κάμαν του. Για μιας έτρεξεγ γαίμαν που την εικόναν και το χέρι του αγά εκουλλάθη. Το μετάδεν ο Τούρκος κι επαρακάλεσεν την Παναγιάν να τον γιάνη και να χαρίσει στο μοναστήρι ούλα τα χωράφια του, πούχεν εκειά κοντά. Η Παναγιά τον εσυγχώρησε έκαμεν καλά το χέρι του και ούλα τα χωράφια του αγά εγίνασι ιδιοχτησία του μοναστηριού». Αλλού αναφέρεται: Η Παναγία δέχτηκε τη μετάνοιά του και τον θεράπευσε. Τότε ο Τούρκος αξιωματούχος με επίσημα έγγραφα, που σώζονται μέχρι σήμερα, δώρισε στην Ι.Μ. Παναγίας Σκιαδενής όση έκταση μπορούσε να δει από την αυλή του μοναστηριού.
3) Η παράδοση, λέει πως υπήρχε ένας αγριόχοιρος που επρόκειτο να καταστρέψει τα σπαρτά του Χιλιομοδιού της πιο εύφορης πεδιάδας της Απολακκιάς. Η Παναγιά τον πέτρωσε και τον πέταξε σε ένα βράχο στη θαλάσσια περιοχή. Το βραχονήσι αυτό ονομάζουν «Μαντήλα».
Στο Μοναστήρι σήμερα, εκτός από την εικόνα της Σκιαδενής, έργο του 1886 μ.Χ., υπάρχουν και άλλες 4 εικόνες που απεικονίζουν: Τον Ιησού Χριστό, τον Άγιο Ιωάννη, τον Άγιο Νικόλαο και τη Γέννηση της Θεοτόκου. Οι εικόνες αυτές, έργα του 1885 μ.Χ., είναι δωρεές Χαλκιτών και διατηρούνται σε αρκετά καλή κατάσταση.
Το Καθολικό της Μονής ανακαινίστηκε τελευταία και αγιογραφήθηκε από τον αγιορείτη μοναχό Παϊσιο Επίσης εξοπλίστηκε με νέα λειτουργικά σκεύη. Η Μονή διοικείται από επιτροπή στην οποία προεδρεύει ο Μητροπολίτης Ρόδου κ.κ. Κύριλλος. Η Παναγία η Σκιαδενή πολιούχος πλέον της Νοτίας Ρόδου έχει μια μοναδική ιστορία και λιτή ομορφιά που γέννησε η φύση, ανέθρεψαν οι άνθρωποι και ευλόγησε ο Θεός.
Απέχει 90 χιλ. από τη Ρόδο. Δύο δρόμοι οδηγούν στη Μονή, ο ένας από δυτικά από τη θάλασσα δια μέσου της Απολακκιάς και Κατταβιάς, ο άλλος πιο περιπετειώδης αλλά και πιο επιβλητικός από τη Ν.Α.πλευρά δια μέσου των βουνών του χωριού Μεσαναγρού.
Για την ετυμολογία της λέξης Σκιάδι αναφέρονται:
Οφείλει την ονομασία της στο Σκιάδιον=σκιερό τοπίο, κατά τους χωρικούς σκιερό μέρος. Κατά άλλους στη σκιά ενός μεγάλου σύννεφου που βρίσκεται τις περισσότερες φορές η απότομη πλαγιά. Μια δεύτερη εκδοχή στηρίζεται στην ομοιότητα με σκιάδιον, ένα πυραμιδοειδές σκέπασμα κεφαλής. Και πράγματι, αν το κοιτάξει κανείς από τη Μονόλιθο, μοιάζει με καπέλο των αρχαίων.
Ο μικρός ναός είναι Βυζαντινός και όχι παλαιοχριστιανικός. Γύρω από την Εκκλησία διακρίνονται τα λείψανα ενός μεγάλου κτίσματος που πιθανότατα ν’ ανήκουν σε παλαιοχριστιανική βασιλική. Στα μεταβυζαντινά χρόνια 1200 μ.Χ., σύμφωνα με σωζόμενη χρονολογία, στον τοίχο του Ιερού Βήματος οικοδομήθηκε στα ερείπια του αρχαίου ναού, μικρός ναός βυζαντινού ρυθμού. Αγιογραφήθηκε κατά το ΙΗ΄ αιώνα – οπότε άρχισε και επέκταση του ναού – γεγονός που μαρτυρείται από τη σωζόμενη χρονολογία 1777 μ.Χ. και ολοκληρώθηκε περί το 1861 μ.Χ. επί ηγουμενίας Ιγνατίου Ζαννετίδη.
Κατά τον ΙΑ΄ αιώνα μ.Χ., σε απόσταση 200-300 μέτρων από τη Μονή, μέσα σε πυκνά δέντρα και θάμνους, ζούσαν δύο ή τρεις ασκητές από την Κατταβιά ή το Βάτι σ’ ένα κτίριο που ονομαζόταν «Ασκηταργό». Για αρκετά βράδια ξεχώριζαν εκεί κοντά ένα μοναδικό φως. Πήγαν στο σημείο, όπου εντόπισαν μια εικόνα της Παναγίας.
Σύμφωνα πάντα με την παράδοση, αυτό συνέβη σε μια περιοχή που την λένε «Κυρά μένει». Οι ασκητές ανακάλυψαν από θαύμα την εικόνα της Παναγίας και εκτίμησαν ότι επρόκειτο για μια από τις τέσσερις που ιστόρησε – φιλοτέχνησε ο Ευαγγελιστής Λουκάς. Πήραν την εικόνα και το καντήλι με πολλή ευλάβεια και το μετέφεραν στο ασκηταργό τους. Το πρωί η εικόνα είχε εξαφανιστεί. Την αναζήτησαν και τη βρήκαν εκεί που είναι σήμερα κτισμένη η Εκκλησία. Αυτό το συμβάν επαναλήφθηκε και άλλες φορές. Τότε κατάλαβαν ότι η Παναγία ήθελε να μείνει εκεί και αποφάσισαν να εκπληρώσουν την επιθυμία της. Έκτισαν σ’ αυτή τη θέση ένα ναό. Επίσης, πριν από αρκετά χρόνια ήταν κτισμένος ένας πανύψηλος τοίχος γύρω στη Μονή για την προστασία της από τους πειρατές. Σήμερα, αυτός ο τοίχος έχει γκρεμιστεί και σώζεται μόνο ένα κομμάτι, το οποίο είναι και η είσοδος της Μονής.
Σχετικά με την εικόνα αναφέρονται:
Παλαιότερη εικόνα του Μοναστηριού, θα πρέπει να είναι αυτή που βρίσκεται επάνω στην Αγία Τράπεζα και είναι κατασκευασμένη από μαστίχι. Αυτή η μοναδική εικόνα τέχνης και τεχνικής έχει επενδυθεί με λεπτοσκαλισμένο ασήμι. Η εικόνα της Παναγίας που βρίσκεται αριστερά της εισόδου του Ιερού Βήματος, είναι σκεπασμένη μ’ ένα ακριβό χυτοϊμάντιο, το οποίο φέρει πολλές γραφές πάνω από το δεξί ώμο της Παναγίας. Διαβάζουμε τ’ ακόλουθα:
ΑΥΤΟΣ Ο ΧΙΤΝΑΣ / ΗΡΓΥΡΩΘΗ Κ(ΑΙ) ΕΠΙΧΡΥΣΩΘΗ / ΤΗ ΦΙΛΟΠΟΝΩ ΔΑΠΑΝΗ / ΤΟΥ ΠΑΝΟΣΙΟΛΟΓ(ΙΟΤΑΤΟΥ) / ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ / Κ ΙΓΝΑΤΙΟΥ / ΕΝ ΕΤΕΙ ΣΩΤΗΡΙΩ 1886. ΠΙΟ ΚΑΤΩ ΜΡ ΘΕΟΥ Η ΣΚΙΑΔΕΝΗ.
Πάνω από το φωτοστέφανο του μικρού Χριστού:
ΕΠΙ ΤΗ ΑΡΧΙΕΡΑΤΕΙΑΣ / ΤΟΥ ΣΕΒΑΣΜΙ(ΟΤΑΤΟΥ) ΑΓΙΟΥ ΡΟΔΟΥ / Κ ΓΕΡΜΑΝΟΥ / ΕΝ ΕΤΕΙ ΣΩΤΗΡΙΩ / 1886 ΝΟΕΜΒ ΕΡΓΟΝ ΤΟΥ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΠΑΜΤΕΛΙ. Δ ΧΡΙΣΟΧΟΟΥ ΚΡΗ ΕΤΟΣ 1886.
Το πρόσωπο της Παναγίας έχει ζωντανά, εκφραστικά γλυκά μάτια, παρά τη σκοτεινιά που άφησε ο χρόνος. Γύρω από τη Παναγία και το μικρό Χριστό, υπάρχουν σκαλισμένα περίτεχνα άγγελοι, φρούτα, λουλούδια, περικοκλάδες. Η διακόσμηση συμπληρώνεται με φύλλα ροδιάς, σύμβολο γονιμότητας και ζωής. Πάνω στους ώμους, τ’ αστέρια της παρθενίας και της καλοσύνης και οι Άγγελοι ξετυλίγουν πάπυρους με φράσεις από την Αγία Γραφή.
Στη Μονή υπάρχει επίσης ένα σπάνιο Ευαγγέλιο του 1781 μ.Χ., έργο τέχνης ή επίτευγμα της τυπογραφίας, το Μηνιαίο (1862 μ.Χ.) και η παρακλητική παλαιών εκδόσεων κ.ά.
Το σημερινό τέμπλο, είναι αξιόλογο έργο τέχνης, χωρίς βημόθυρο με γλυπτό φυσικό διάκοσμο, με εικόνες μεταβυζαντινής περιόδου, στέκει σε καλή κατάσταση. Μέσα στη μονή υπάρχει ακόμα ξυλόγλυπτος αρχιερατικός θρόνος. Το δάπεδο είναι στρωμένο με άσπρα και μαύρα βότσαλα.
Το κτιριακό συγκρότημα αποτελείται από το οίκημα που ονομάζουν Χαλκήτικα γιατί το ’χτισαν οι Χαλκίτες για να διαμένουν όταν έρχονται να προσκυνήσουν. Γενικά, η Μονή πλαισιώνεται από διάφορα προσκτίσματα, οντάδες και νεόδμητα κτίρια που μπορούν να παράσχουν φιλοξενία στους επισκέπτες. Κυρίως όμως πλαισιώνεται από την πανέμορφη θέα, τη γαλήνη του τοπίου που ενισχύεται από τη χάρη και πνευματική παρουσία της Παναγίας.
Η Μονή έχει λεηλατηθεί από Γερμανούς – Εγγλέζους – Τούρκους και άλλους ιερόσυλους. Το κτιριακό συγκρότημα από θαύμα δεν πειράχτηκε από την πυρκαγιά του 1992 μ.Χ. αν και ο παπα – Ιωάννης Κεραμιτζής από τη Σάμο αγκάλιασε την εικόνα και την απομάκρυνε.
Η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Σκιαδενής συνηθίζεται μέχρι σήμερα να λιτανεύεται από χωριό σε χωριό της Ρόδου, κατά την περίοδο της Σαρακοστής και οι κάτοικοι τις περισσότερες φορές την μεταφέρουν πεζοί.
Την ημέρα της χάρης της, στις 8 Σεπτεμβρίου, που τιμάται το «Γενέσιον της Θεοτόκου», πλήθος πιστών συρρέουν από το νησί της Ρόδου και της Χάλκης.
Πρέπει να αναφέρουμε ότι κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, ο ηγούμενος Ιγνάτιος Ζαννετίδης είχε μετατρέψει τη Μονή σε ίδρυμα κυνηγημένων και απελπισμένων γυναικών. Ως δεύτερη Μητρόπολη, έβγαζε άδειες γάμου και βαπτίσεων. (Την περίοδο εκείνη ο Μητροπολίτης Συνέσιος, προσκληθέντος δε του Πατριάρχου, ανεχώρησεν στην Κωνσταντινούπολιν και άφησεν στη θέση του τον Ιγνάτιο ως αρχιερατικό επίτροπο για όλη τη Ρόδο και τα νησιά Σύμη, Τήλο, Χάλκη, Νίσυρο, Καστελλόριζο).
Εκτός από τον τρόπο εύρεσης της εικόνας της Παναγίας, σας παραθέτουμε και μερικά θαύματα ακόμη:
1) Στα χρόνια των πειρατών ανάγεται η ακόλουθη ιστορία. Ένα πειρατικό πλοίο, έριξε άγκυρα κοντά στη θάλασσια περιοχή του βουνού Σκιάδι. Οι πειρατές που γνώριζαν πως η Εκκλησία έχει τιμαλφή, ανέβηκαν στο μοναστήρι και άρχισαν να λεηλατούν. Άρπαξαν και το εικόνισμα της Μεγαλόχαρης. Όταν όμως επέστρεψαν στο σκάφος, το πλοίο μαρμάρωσε. Οι χριστιανοί το απέδωσαν σε θαύμα της Παναγίας Σκιαδενής. Στη θαλάσσια περιοχή από Μεσαναγρό προς Σκιάδι, υπάρχει ένα μικρό νησί που μοιάζει με πετρωμένο πειρατικό καράβι. Το ονομάζουν «πετροκάραβο» ή «Χτενιά» ή «Χτενιές».
2) Ο Αναστάσιος Βρόντης, στη «Ροδιακή Λαογραφία» μας περιγράφει άλλο ένα θαύμα της Παναγίας Σκιαδενής, στη ροδιακή διάλεκτο και το μεταφέρουμε όπως έχει: «Ένας Τούρκος αγάς σε καιρόν Τουρκίας δεν επίστευε στα θαύματα της Παναγίας κι εκειδά που γύριζαν το κόνισμα, το κάρφωσε με την κάμαν του. Για μιας έτρεξεγ γαίμαν που την εικόναν και το χέρι του αγά εκουλλάθη. Το μετάδεν ο Τούρκος κι επαρακάλεσεν την Παναγιάν να τον γιάνη και να χαρίσει στο μοναστήρι ούλα τα χωράφια του, πούχεν εκειά κοντά. Η Παναγιά τον εσυγχώρησε έκαμεν καλά το χέρι του και ούλα τα χωράφια του αγά εγίνασι ιδιοχτησία του μοναστηριού». Αλλού αναφέρεται: Η Παναγία δέχτηκε τη μετάνοιά του και τον θεράπευσε. Τότε ο Τούρκος αξιωματούχος με επίσημα έγγραφα, που σώζονται μέχρι σήμερα, δώρισε στην Ι.Μ. Παναγίας Σκιαδενής όση έκταση μπορούσε να δει από την αυλή του μοναστηριού.
3) Η παράδοση, λέει πως υπήρχε ένας αγριόχοιρος που επρόκειτο να καταστρέψει τα σπαρτά του Χιλιομοδιού της πιο εύφορης πεδιάδας της Απολακκιάς. Η Παναγιά τον πέτρωσε και τον πέταξε σε ένα βράχο στη θαλάσσια περιοχή. Το βραχονήσι αυτό ονομάζουν «Μαντήλα».
Στο Μοναστήρι σήμερα, εκτός από την εικόνα της Σκιαδενής, έργο του 1886 μ.Χ., υπάρχουν και άλλες 4 εικόνες που απεικονίζουν: Τον Ιησού Χριστό, τον Άγιο Ιωάννη, τον Άγιο Νικόλαο και τη Γέννηση της Θεοτόκου. Οι εικόνες αυτές, έργα του 1885 μ.Χ., είναι δωρεές Χαλκιτών και διατηρούνται σε αρκετά καλή κατάσταση.
Το Καθολικό της Μονής ανακαινίστηκε τελευταία και αγιογραφήθηκε από τον αγιορείτη μοναχό Παϊσιο Επίσης εξοπλίστηκε με νέα λειτουργικά σκεύη. Η Μονή διοικείται από επιτροπή στην οποία προεδρεύει ο Μητροπολίτης Ρόδου κ.κ. Κύριλλος. Η Παναγία η Σκιαδενή πολιούχος πλέον της Νοτίας Ρόδου έχει μια μοναδική ιστορία και λιτή ομορφιά που γέννησε η φύση, ανέθρεψαν οι άνθρωποι και ευλόγησε ο Θεός.
Σύναξη της Παναγίας της Σικελίας στην Χίο
Η Παναγία Σικελιά βρίσκεται κοντά στο χωριό Έξω Διδύμα. Ήταν πιθανόν καθολικό μοναστηριού. Είναι μια μονόκλιτη καμαροσκέπαστη βασιλική με τρούλο. Χρονολογείται στον 12ο ή 13ο αιώνα μ.Χ. Παλιά περιτοιχιζόταν από Καστρότοιχο. Πρέπει να είναι έργο του μεσαίωνα, ίσως των Ενετών. Στον χώρο της λένε ότι στεγάζονταν Ενετικό νομισματοκοποίο. Οι μύθοι και οι θρύλοι μιλάνε για ύπαρξη στοάς ή κατακόμβης, με θησαυρούς κάτω από τα κτίσματα. Τίποτα δεν έχει αποδειχθεί.
Όλοι τονίζουν ότι θα μπορούσε να έχει αναπλασθεί και να έχει αξιοποιηθεί τουριστικά, με θρησκευτικά και περιπατητικά προγράμματα. Έχουν γίνει κάποιες επισκευαστικές εργασίες από δωρεά ιδιώτη ομογενή Διδυμούσου. Αναπλάσθηκε το τέμπλο, αναδείχθηκαν παμπάλαιες τοιχογραφίες κι έγινε συντήρηση των εικόνων.
H Παναγιά Σικελία είναι η προστάτιδα του χωριού. Την συντηρούν οι Εξωδιδυμούσοι, όπως μπορούν. Στο πανηγύρι της στις 8 Σεπτεμβρίου μαζεύεται πολύς κόσμος. Απ’ το ταμείο της Σικελίας συντηρούνται οι υπόλοιπες εκκλησίες του χωριού. Ο δρόμος που οδηγεί εκεί είναι σε καλή κατάσταση.
Όλοι τονίζουν ότι θα μπορούσε να έχει αναπλασθεί και να έχει αξιοποιηθεί τουριστικά, με θρησκευτικά και περιπατητικά προγράμματα. Έχουν γίνει κάποιες επισκευαστικές εργασίες από δωρεά ιδιώτη ομογενή Διδυμούσου. Αναπλάσθηκε το τέμπλο, αναδείχθηκαν παμπάλαιες τοιχογραφίες κι έγινε συντήρηση των εικόνων.
H Παναγιά Σικελία είναι η προστάτιδα του χωριού. Την συντηρούν οι Εξωδιδυμούσοι, όπως μπορούν. Στο πανηγύρι της στις 8 Σεπτεμβρίου μαζεύεται πολύς κόσμος. Απ’ το ταμείο της Σικελίας συντηρούνται οι υπόλοιπες εκκλησίες του χωριού. Ο δρόμος που οδηγεί εκεί είναι σε καλή κατάσταση.
Σύναξη της Παναγίας των Ξένων στην Λευκάδα
Ο Ιερός Ναός της Παναγίας των Ξένων που βρίσκετε στο παλαιό «Μαρκά», κτίστηκε το 1718 μ.Χ. και ανοικοδομήθηκε το 1785 μ.Χ. Ανακαινίστηκε και επεκτάθηκε στο σημερινό του μέγεθος το 1836 μ.Χ. Η οροφή είναι ζωγραφισμένη από τον Σπ. Γαζή όπως και τμήματα των πλαϊνών τοίχων. Είναι αφιερωμένος στο Γενέσιον της Παναγίας και είναι γνωστός ως Παναγία των Ξένων. Σε όλα τα νησιά της Επτανήσου έγιναν παρόμοιοι ναοί για να δέχονται τους καταδιωκόμενους από τους Τούρκους που ζητούσαν καταφύγιο στα νησιά.
Σύναξη της Παναγίας της Καθαριώτισσας στην Ιθάκη
Πεντακόσια πενήντα έξι μέτρα ψηλότερα απ’ τον κόλπο του Μώλου, στη νοτιοανατολική κορυφή του Νηρίτου, βρίσκεται το μοναστήρι των Καθαρών. Είναι χτισμένο εκεί από τα 1696 μ.Χ. Στο καθολικό της Μονής, το ναό της Παναγίας της Καθαριώτισσας, της προστάτιδας και πολιούχου τους, προστρέχουν με πίστη οι Θιακοί και ζητούν τη βοήθεια και την ευλογία Της.
«Καθαριώτισσά μου» λέει ο Θιακός, όπου γης, και ρίγη ιερής συγκίνησης περνούν το κορμί του. «Καθαριώτισσά μου», λέει και τα μάτια του βουρκώνουν. Πάντοτε οι Θιακοί προφέρουν με ιδιαίτερη ευλάβεια και δέος το όνομα της Καθαριώτισσας. Πιστεύουν και τιμούν την Παναγιά μας. Θιακοί πλοικτήτες έδωσαν στα καράβια τους το όνομά της: «Καθαριώτισσα», «Παναγία Καθαρά». Το όνειρο κάθε ξενιτεμένου Θιακού είναι να επιστρέψει στη γη που τον γέννησε, να αγναντέψει το ιερό βουνό της Καθαριώτισσας και ν’ ανεβεί στη Χάρη Της να πιθώσει στα πόδια του Θρόνου Της την ευχαριστία για την επιστροφή. Και τα χείλη των Θιακών που θαλασσοδέρνουν στα πελάγη και στους ωκεανούς και στην μπουνάτσα και στην φουρτούνα ικετευτικά προφέρουν το: «Καθαριώτισσά μου, βοήθα». Και οι μανάδες των ξενιτεμένων και θαλασσοδαρμένων στρέφουν δακρυσμένες τη ματιά τους προς το μοναστήρι Της. Αντικρύζουν το κάτασπρο καμπαναριό Της και ψιθυρίζουν λόγια προσευχής: «Παναγία μου Καθαριώτισσα, φύλαγέ τον».
Και στους γάμους επικαλούνται την Κυρία Θεοτόκο την Καθαριώτισσα για να ευλογηθεί και να στεριώσει το καινούριο αντρόγυνο με το παρακάτω τετράστιχο που τραγουδούν αργόσυρτα στο τραπέζι του γάμου:
«Ω Παναγιά απ’ τα Καθαρά
με το Μονογενή Σου
στ’ αντρόγυνο που γίνεται
να δώσεις την ευχή Σου».
Σύμφωνα με την παράδοση, κάποιοι βοσκοί, Ηπειρώτες από τα Γιάννενα, καταδιωγμένοι από τους Τουρκαλβανούς έφτασαν μέχρι το νησί της Ιθάκης μαζί με τα φτωχικά υπάρχοντά τους. έστησαν τις καλύβες τους στους πρόποδες της ψηλότερης κορυφής του βουνού Νήριτος, στη νότια πλευρά του, στην περιοχή Μαζός, τετρακόσια μέτρα απ’ το μέρος όπου σήμερα είναι χτισμένο το μοναστήρι.
Μεγάλη όμως η στενοχώρια τους όταν πρόσεξαν ότι έλειπε απ’ τα λιγοστά πράγματά τους μια θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, που είχαν στο σπιτικό τους.
Η θλίψη τους δεν κράτησε για πολύ. Κάποια νύχτα βλέπουν στην απέναντι πλαγιά ένα δυνατό φως. Κατάλαβαν ότι στο σημείο εκείνο κάτι συνέβαινε. Την επόμενη μέρα, παρ’ όλες τις έρευνες στο σημείο εκείνο δε βρήκαν τίποτε. Το φως όμως εξακολουθούσε να φαίνεται για αρκετές νύχτες. Σκέφτηκαν να κόψουν τα πουρνάρια, τις μάζες και όλους τους θάμνους και τα ξερόκλαδα εκεί τριγύρω για να ερευνήσουν καλύτερα. Στον σωρό μάλιστα των κομμένων θάμνων έβαλαν φωτιά. Έκπληκτοι είδαν μέσα στη φωτιά να λάμπει κάτι δυνατότερα απ’ τις φλόγες. Πόση χαρά και συγκίνηση όμως αισθάνθηκαν , όταν διέκριναν, αφού έσβησε η φωτιά, ανάμεσα στ’ αποκαΐδια μια εικόνα μαυρισμένη από τη φωτιά, χωρίς όμως να είναι καμένη! Σκούπισαν πρόχειρα την κάπνα και αναγνώρισαν όλοι τους την εικόνα του Γενεσίου της Θεοτόκου, που είχαν αφήσδει στην ήπειρο. Με δάκρυα στα μάτια όλοι ασπάστηκαν την ιερή εικόνα και την πήραν μαζί τους στις καλύβες τους.
Παραδόξως όμως είδαν ότι την άλλη μέρα η εικόνα έλειπε από τις καλύβες. Ψάχνοντας, τη βρήκαν στον τόπο που την είχαν πρωτοβρεί, πάνω στις στάχτες. Αυτό το αξιοθαύμαστο επαναλήφθηκε τρεις φορές. Αποφάσισαν έτσι να χτίσουν στο σημείο εκείνο μια εκκλησούλα, για να τοποθετήσουν μέσα την θαυματουργή εικόνα.
Μάλιστα ονόμασαν την εικονιζόμενη Παναγία, «Καθαριώτισσα», διότι βρέθηκε μέσα στα «κάθαρα», δηλαδή στα ξερόκλαδα και τους μικρούς θάμνους που κόβονται και καίγονται για να καθαρίσει ο τόπος.
Δύο φορές κατά το παρελθόν, συγκεκριμένα μετά από τους σεισμούς του 1928 και τον Μάρτιο του 1954 μετά από τους καταστρεπτικούς σεισμούς του 1953, μεταφέρθηκε η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Καθαριώτισσας από το μοναστήρι στην πρωτεύουσα του νησιού, το Βαθύ. Τη λιτανευτική πομπή ακολούθησε όλος ο κόσμος με τα πόδια, γεγονός που αποδεικνύει ότι ο λαός της Ιθάκης Αυτήν εμπιστεύεται και από Αυτήν παίρνει δύναμη και ελπίδα στις πιο δύσκολες στιγμές του. Άλλωστε αναρίθμητα είναι και τα θαύματα Της, όπως τα διηγούνται μέχρι σήμερα οι κάτοικοι του νησιού.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Ποίημα Χαραλάμπους Μπούσια
Τήν σεπτήν σου εἰκόνα προσκυνοῦντες λαμβάνομεν δύναμιν ψυχῶν καί σωμάτων, ὑπερύμνητε Δέσποινα, σεπτή Καθαριώτισσα· διό προστρέχοντες εἰς σέ μετά σπουδῆς ἀνυμνοῦμεν σέ προφρόνως καί τόν Υἱόν σου πόθῳ μεγαλύνομεν. Δόξα τοῖς μεγαλείοις σου, Ἁγνή· δόξα τῇ θείᾳ σκέπη σου· δόξα τῷ σέ ἀκέστορι ἡμῶν ἐν δείναις δείξαντι.
Μεγαλυνάριον
Δεῦτε εὐφημήσωμεν οἱ πιστοί, τήν θείαν εἰκόνα καί ἁγίαν τῶν Καθαρῶν· ἥτις ἐστίν ἡ δόξα, τό καύχημα τό μέγα καί τῶν Ἰθακησίων ἡ προστατεύουσα.
«Καθαριώτισσά μου» λέει ο Θιακός, όπου γης, και ρίγη ιερής συγκίνησης περνούν το κορμί του. «Καθαριώτισσά μου», λέει και τα μάτια του βουρκώνουν. Πάντοτε οι Θιακοί προφέρουν με ιδιαίτερη ευλάβεια και δέος το όνομα της Καθαριώτισσας. Πιστεύουν και τιμούν την Παναγιά μας. Θιακοί πλοικτήτες έδωσαν στα καράβια τους το όνομά της: «Καθαριώτισσα», «Παναγία Καθαρά». Το όνειρο κάθε ξενιτεμένου Θιακού είναι να επιστρέψει στη γη που τον γέννησε, να αγναντέψει το ιερό βουνό της Καθαριώτισσας και ν’ ανεβεί στη Χάρη Της να πιθώσει στα πόδια του Θρόνου Της την ευχαριστία για την επιστροφή. Και τα χείλη των Θιακών που θαλασσοδέρνουν στα πελάγη και στους ωκεανούς και στην μπουνάτσα και στην φουρτούνα ικετευτικά προφέρουν το: «Καθαριώτισσά μου, βοήθα». Και οι μανάδες των ξενιτεμένων και θαλασσοδαρμένων στρέφουν δακρυσμένες τη ματιά τους προς το μοναστήρι Της. Αντικρύζουν το κάτασπρο καμπαναριό Της και ψιθυρίζουν λόγια προσευχής: «Παναγία μου Καθαριώτισσα, φύλαγέ τον».
Και στους γάμους επικαλούνται την Κυρία Θεοτόκο την Καθαριώτισσα για να ευλογηθεί και να στεριώσει το καινούριο αντρόγυνο με το παρακάτω τετράστιχο που τραγουδούν αργόσυρτα στο τραπέζι του γάμου:
«Ω Παναγιά απ’ τα Καθαρά
με το Μονογενή Σου
στ’ αντρόγυνο που γίνεται
να δώσεις την ευχή Σου».
Σύμφωνα με την παράδοση, κάποιοι βοσκοί, Ηπειρώτες από τα Γιάννενα, καταδιωγμένοι από τους Τουρκαλβανούς έφτασαν μέχρι το νησί της Ιθάκης μαζί με τα φτωχικά υπάρχοντά τους. έστησαν τις καλύβες τους στους πρόποδες της ψηλότερης κορυφής του βουνού Νήριτος, στη νότια πλευρά του, στην περιοχή Μαζός, τετρακόσια μέτρα απ’ το μέρος όπου σήμερα είναι χτισμένο το μοναστήρι.
Μεγάλη όμως η στενοχώρια τους όταν πρόσεξαν ότι έλειπε απ’ τα λιγοστά πράγματά τους μια θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, που είχαν στο σπιτικό τους.
Η θλίψη τους δεν κράτησε για πολύ. Κάποια νύχτα βλέπουν στην απέναντι πλαγιά ένα δυνατό φως. Κατάλαβαν ότι στο σημείο εκείνο κάτι συνέβαινε. Την επόμενη μέρα, παρ’ όλες τις έρευνες στο σημείο εκείνο δε βρήκαν τίποτε. Το φως όμως εξακολουθούσε να φαίνεται για αρκετές νύχτες. Σκέφτηκαν να κόψουν τα πουρνάρια, τις μάζες και όλους τους θάμνους και τα ξερόκλαδα εκεί τριγύρω για να ερευνήσουν καλύτερα. Στον σωρό μάλιστα των κομμένων θάμνων έβαλαν φωτιά. Έκπληκτοι είδαν μέσα στη φωτιά να λάμπει κάτι δυνατότερα απ’ τις φλόγες. Πόση χαρά και συγκίνηση όμως αισθάνθηκαν , όταν διέκριναν, αφού έσβησε η φωτιά, ανάμεσα στ’ αποκαΐδια μια εικόνα μαυρισμένη από τη φωτιά, χωρίς όμως να είναι καμένη! Σκούπισαν πρόχειρα την κάπνα και αναγνώρισαν όλοι τους την εικόνα του Γενεσίου της Θεοτόκου, που είχαν αφήσδει στην ήπειρο. Με δάκρυα στα μάτια όλοι ασπάστηκαν την ιερή εικόνα και την πήραν μαζί τους στις καλύβες τους.
Παραδόξως όμως είδαν ότι την άλλη μέρα η εικόνα έλειπε από τις καλύβες. Ψάχνοντας, τη βρήκαν στον τόπο που την είχαν πρωτοβρεί, πάνω στις στάχτες. Αυτό το αξιοθαύμαστο επαναλήφθηκε τρεις φορές. Αποφάσισαν έτσι να χτίσουν στο σημείο εκείνο μια εκκλησούλα, για να τοποθετήσουν μέσα την θαυματουργή εικόνα.
Μάλιστα ονόμασαν την εικονιζόμενη Παναγία, «Καθαριώτισσα», διότι βρέθηκε μέσα στα «κάθαρα», δηλαδή στα ξερόκλαδα και τους μικρούς θάμνους που κόβονται και καίγονται για να καθαρίσει ο τόπος.
Δύο φορές κατά το παρελθόν, συγκεκριμένα μετά από τους σεισμούς του 1928 και τον Μάρτιο του 1954 μετά από τους καταστρεπτικούς σεισμούς του 1953, μεταφέρθηκε η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Καθαριώτισσας από το μοναστήρι στην πρωτεύουσα του νησιού, το Βαθύ. Τη λιτανευτική πομπή ακολούθησε όλος ο κόσμος με τα πόδια, γεγονός που αποδεικνύει ότι ο λαός της Ιθάκης Αυτήν εμπιστεύεται και από Αυτήν παίρνει δύναμη και ελπίδα στις πιο δύσκολες στιγμές του. Άλλωστε αναρίθμητα είναι και τα θαύματα Της, όπως τα διηγούνται μέχρι σήμερα οι κάτοικοι του νησιού.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Ποίημα Χαραλάμπους Μπούσια
Τήν σεπτήν σου εἰκόνα προσκυνοῦντες λαμβάνομεν δύναμιν ψυχῶν καί σωμάτων, ὑπερύμνητε Δέσποινα, σεπτή Καθαριώτισσα· διό προστρέχοντες εἰς σέ μετά σπουδῆς ἀνυμνοῦμεν σέ προφρόνως καί τόν Υἱόν σου πόθῳ μεγαλύνομεν. Δόξα τοῖς μεγαλείοις σου, Ἁγνή· δόξα τῇ θείᾳ σκέπη σου· δόξα τῷ σέ ἀκέστορι ἡμῶν ἐν δείναις δείξαντι.
Μεγαλυνάριον
Δεῦτε εὐφημήσωμεν οἱ πιστοί, τήν θείαν εἰκόνα καί ἁγίαν τῶν Καθαρῶν· ἥτις ἐστίν ἡ δόξα, τό καύχημα τό μέγα καί τῶν Ἰθακησίων ἡ προστατεύουσα.
Σύναξη της Παναγίας Μηλιώτισσας στη Μηλιά Αριδαίας
Ο Ιερός Ναός Γεννέσιον της Θεοτόκου και η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Μηλιώτισσας βρίσκεται στη Μηλιά Αριδαίας στο Ν.Πέλλας. Η εικόνα της Παναγίας είναι πολύ παλιά και πολύ θαυματουργή, πράγμα που την κάνει να είναι ανεκτίμητης συναισθηματικής αξίας.
Το 1922 μ.Χ., οι πρόσφυγες από το χωριό της Μικράς Ασίας που λεγόταν Μηλιά ή Μήλοι, σημερινό Ελμαλίκ, (Νικομήδεια) πήραν μαζί τους τα εικονίσματα τους, την κολυμβήθρα, το Άγιο Δισκοπότηρο, την καμπάνα, καθώς επίσης και την Εικόνα της Παναγίας της Μηλιώτισσας καθώς και πολλά άλλα ιερά αντικείμενα. Στην αρχή εγκαταστάθηκαν στον Βόλο και μετά από δυο περίπου χρόνια εγκαταστάθηκαν, μόνιμα πλέον, στο χωριό Μηλιά του Νομού Πέλλας.
Η θαυματουργή εικόνα έχει Αγιογραφηθεί τον 10ο – 12ο αιώνα μ.Χ. στην Ιερουσαλήμ από καλογέρους ερημίτες. Συντηρήθηκε πριν την Άλωση της Κωνσταντινούπολης περίπου το 1400 – 1450 μ.Χ., ενώ μια δεύτερη συντήρηση έγινε το 1650 – 1700 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη. Η πρώτη Αγιογραφία φαίνεται μέχρι και σήμερα καθαρά.
Η εικόνα της Παναγίας έχει κάνει πολλά Θαύματα και έχει χαρακτηριστεί ως «ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΗΣ ΕΥΤΕΚΝΙΑΣ» αφού και έχει χαρίσει παιδιά σε άτεκνες οικογένειες.
Το 1922 μ.Χ., οι πρόσφυγες από το χωριό της Μικράς Ασίας που λεγόταν Μηλιά ή Μήλοι, σημερινό Ελμαλίκ, (Νικομήδεια) πήραν μαζί τους τα εικονίσματα τους, την κολυμβήθρα, το Άγιο Δισκοπότηρο, την καμπάνα, καθώς επίσης και την Εικόνα της Παναγίας της Μηλιώτισσας καθώς και πολλά άλλα ιερά αντικείμενα. Στην αρχή εγκαταστάθηκαν στον Βόλο και μετά από δυο περίπου χρόνια εγκαταστάθηκαν, μόνιμα πλέον, στο χωριό Μηλιά του Νομού Πέλλας.
Η θαυματουργή εικόνα έχει Αγιογραφηθεί τον 10ο – 12ο αιώνα μ.Χ. στην Ιερουσαλήμ από καλογέρους ερημίτες. Συντηρήθηκε πριν την Άλωση της Κωνσταντινούπολης περίπου το 1400 – 1450 μ.Χ., ενώ μια δεύτερη συντήρηση έγινε το 1650 – 1700 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη. Η πρώτη Αγιογραφία φαίνεται μέχρι και σήμερα καθαρά.
Η εικόνα της Παναγίας έχει κάνει πολλά Θαύματα και έχει χαρακτηριστεί ως «ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΗΣ ΕΥΤΕΚΝΙΑΣ» αφού και έχει χαρίσει παιδιά σε άτεκνες οικογένειες.
Σύναξη της Παναγίας της Γιάτρισσας στη Μάνη
Η Ιερά Μονή της Παναγίας της Γιάτρισσας είναι κτισμένη στην κορυφογραμμή του Ταϋγέτου σε υψόμετρο 1000μ. στα σύνορα των νομών Λακωνίας και Μεσσηνίας. Ανήκει στην Ιερά Μητρόπολη Γυθείου, Οιτύλου και πάσης Μάνης και είναι αφιερωμένη στη Γένεση της Παναγίας που γιορτάζεται στις 8 Σεπτεμβρίου.
Το ιερότερο τμήμα του Μοναστηριού της «Γιάτρισσας» και ο ανεκτίμητος θησαυρός του είναι η Ιερή Εικόνα της Παναγίας. Είναι μικρή σε μέγεθος, 51x35 πόντους και παλαιά, όπως δείχνει η σημερινή της κατάσταση. Είναι αγιογραφημένη, επάνω σε σκληρό ξύλο από καστανιά, η ωραία σκηνή της Γεννήσεως της Θεοτόκου. Ολόκληρη η Εικόνα είναι καλυμμένη με φύλλο από ασήμι. Έχει επενδυθεί με ασήμι ολόκληρη η μπροστινή επιφάνειά της και φαίνονται μόνο τα Πρόσωπα των Θεοπατόρων, Ιωακείμ και Άννης, του Βρέφους Μαριάμ και τριών άλλων γυναικών.
Η επένδυση της Εικόνας, με ασήμι, έγινε το 1863 μ.Χ., από τον Ηλία Παναγουλάκο, από το Γύθειο, καθώς μαρτυρείται τούτο από την επιγραφή, που σώζεται στο κάτω μέρος της Εικόνας: «ΔΙΑ ΣΙΝΔΡΟΜΗΣ ΙΛΙΑΣ ΠΑΝΑΓΟΥΛΑΚΟΣ ΚΕ ΔΙΑ ΧΙΡΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΣΠΙΘΑΚΗ 1863 ΚΥΘΗΕ».
Αξίζει να αναφέρουμε την αιτία για την οποία ο Ηλίας Παναγουλάκος έκανε τη δωρεά αυτή στην Εικόνα της «Γιάτρισσας»: Είχε προσβληθεί από την τρομερή, για την εποχή του, ασθένεια της φυματίωσης. Κατέφυγε αμέσως στους καλύτερους γιατρούς της Αθήνας. Αυτοί όταν διαπίστωσαν την αρρώστια, του συνέστησαν να αναχωρήσει για την Ελβετία. Η χώρα αυτή διέθετε τότε τους καλύτερους γιατρούς, τα τελειότερα Σανατόρια και τις πιο ευνοϊκές κλιματολογικές συνθήκες για τους φυματικούς. Υπέδειξαν, λοιπόν, οι γιατροί στον Παναγουλάκο να φύγει σύντομα για την Ελβετία.
Αυτός όμως δεν συμμορφώθηκε με τις υποδείξεις των γιατρών του, αλλά και με τις υπαγορεύσεις της γεμάτης πίστεως στη «Παναγία τη Γιάτρισσα» καρδιάς του. Αντί να αναχωρήσει για την Ελβετία, επέστρεψε στο Γύθειο και ανέβηκε στη «Γιάτρισσα». Εκεί παρέμεινε αρκετό χρόνο προσευχόμενος.
Περνούσε τις ημέρες του μέσα στην καθαρή ατμόσφαιρα του Ταϋγέτου και κυρίως στο πνευματικό περιβάλλον του Μοναστηριού. Είχε συντροφιά τη «Γιάτρισσα». Μπροστά στην εικόνα της, κάτω από το απαλό φως των καντηλιών, έψελνε κάθε βράδυ και πρωί. «Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου, εἰς σὲ ἀνατίθημι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην σου.». Βρισκόμενος συνέχεια στο καμίνι του πυρετού έλεγε, με θέρμη, στη Παναγία: «Παράκλησιν εν ταις θλίψεσιν οίδα, και των νόσων ιατρόν σε γινώσκω… και πάντων των εν συμφοραίς, ταχινήν και οξείαν αντίληψιν».
Εδώ στο Μοναστήρι, το άφθονο οξυγόνο της πίστεως του γέμιζε, με την προσευχή και τη μελέτη της Αγίας Γραφής, τα στήθια του με ελπίδα και έπαιρνε δύναμη για να νικήσει την αρρώστια. Εδώ είχε συνεχή πνευματική υπερτροφία, με την συμμετοχή στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας, τρεφόμενος με «το Πανάγιο Σώμα και το Ζωηρόν Αίμα του Σωτήρος Χριστού, εις άφεσιν αμαρτιών, υγείαν ψυχής τε και σώματος και ζωήν την αιώνιον». Τέλος, «κατά την πίστιν αυτού εγένετο». Η «Γιάτρισσα» του χάρισε το πολύτιμο και πολυπόθητο αγαθό, την υγεία.
Όταν και πάλι επισκέφθηκε τους γιατρούς του στην Αθήνα, τον βρήκαν απαλλαγμένο από την φυματίωση. Με πολλή ικανοποίηση τον βεβαίωσαν ότι, κανένα ίχνος της ασθενείας του υπήρχε. Είχε τελείως εξαλειφθεί. Τούτο δε ωφείλετο, κατά τους γιατρούς, στη μετάβασή του στην Ελβετία. (Δε γνώριζαν οι γιατροί, ότι ο ασθενής τους παρήκουσε στην εντολή τους και δεν επήγε στην Ελβετία). Η ευχάριστη αυτή διαπίστωση των γιατρών τον έκαμε να δακρύσει και να διηγηθεί στους γιατρούς το θαύμα της «Γιάτρισσα». «Τα όσα εποίησε» σ' αυτόν η Παναγία και όχι η Ελβετία.
Κατόπιν απ' όλα αυτά ο θεραπευθείς Ηλίας Παναγουλάκος ξαναγύρισε, όπως ο καθαρισμένος από τη λέπρα Σαμαρείτης, στο Μοναστήρι της «Γιάτρισσας», για να ευχαριστήσει την Παναγία. Μέσα στο Ναό ευρεθείς και πάλιν, εμπρός στην Εικόνα της Παναγίας, ψέλλισε τον ύμνο του Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνα: «Τι σοι δώρον προσάξω, της ευχαριστίας, ανθ' ώνπερ απήλαυσα, των σων δωρημάτων, και της σης αμετρήτου χρηστότητος; Τοιγαρούν δοξάζω, υμνολογώ και μεγαλύνω, σου την άφατον προς με συμπάθειαν». Εν συνεχεία επήρε τη θαυματουργό Εικόνα της Παναγίας και την επήγε στα Κύθηρα όπου την επένδυσε με καθαρό ασήμι, «εις μνημόσυνον αιώνιον» και απέραντη ευγνωμοσύνη.
Όπως μαρτυρά και η ιστορία του Ηλία Παναγουλάκου, το όνομα «Γιάτρισσα» δόθηκε στο Μοναστήρι αυτό από τα αποτελέσματα των προσευχών πολλών ασθενών και ευλαβών προσκυνητών. Τον καλό γιατρό τον επαινούν και τον διαφημίζουν σαν καλό επιστήμονα, χριστιανό άνθρωπο, σωτήρα των ασθενών, χρυσοχέρη στις επεμβάσεις, οι ασθενείς που θεραπεύτηκαν απ’ αυτόν. Και την Παναγία του Ταϋγέτου την ονόμασαν «Γιάτρισσα» όχι Προεδρικά Διατάγματα, μήτε διαταγές και εντολές «άνωθεν» προερχόμενες αλλά οι χριστιανοί. Οι πολλοί άρρωστοι που εζήτησαν και βρήκαν βοήθεια από την Παναγία στο Μοναστήρι της.
Ποίημα του Κυριάκου Γ. Καράντζαλη στην Παναγιά την Γιάτρισσα
Δημοσιευμένο στην εφημερίδα «Φάρος της Λακωνίας», αρ.φ. 467/03.08.83
Στου Ταϋγέτου τις κορφές
και στις περήφανες τις αητοφωλιές
τα σύνορα κρατείς Εσύ
Προσηλιακής κι Αποσκιερής
Αρχόντισσα της Μάνης, Γιάτρισσα.
Κοντά σου κάθε λεύτερη ψυχή
μακριά απ’ των ανθρώπων την οργή
που γοργοπόδαρα το δρόμο πήρε
γι’ αυτές τις χιονισμένες τις γρανίτινες κορφές
γι’ αυτές τις χρυσοπόρφυρες πλαγιές.
Να έρχεται μεσ’ το δικό σου το μικρό το μοναστήρι
όταν η θύελλα σε κρύβη σε βαρειά ομίχλη
κάθε βραδάκι να σ’ ανάφτη το καντύλι.
Μες τ' ανεμοδαρσίματα του γέρου του χειμώνα.
Και τα χιόνια τα πολλά, πού το φεγγάρι ποια δε φέγγει.
Ω Γιάτρισσά μου!
Στου Ταΰγετου την ποιο ψιλή κορφή
η γερόντισσά σου Εκκλησιά, σαν φάρος στέκει.
Ω Παναγιά!
Εσύ ‘σαι η παρηγοριά των Μανιατών
και Γιάτρισσα των λαβομένων των σωμάτων και ψυχών.
Εσύ ‘σαι που συνδέεις τους ανθρώπους με Θεό,
πάνω απ’ αυτό το θαμποστόλιστο βουνό!
Το ιερότερο τμήμα του Μοναστηριού της «Γιάτρισσας» και ο ανεκτίμητος θησαυρός του είναι η Ιερή Εικόνα της Παναγίας. Είναι μικρή σε μέγεθος, 51x35 πόντους και παλαιά, όπως δείχνει η σημερινή της κατάσταση. Είναι αγιογραφημένη, επάνω σε σκληρό ξύλο από καστανιά, η ωραία σκηνή της Γεννήσεως της Θεοτόκου. Ολόκληρη η Εικόνα είναι καλυμμένη με φύλλο από ασήμι. Έχει επενδυθεί με ασήμι ολόκληρη η μπροστινή επιφάνειά της και φαίνονται μόνο τα Πρόσωπα των Θεοπατόρων, Ιωακείμ και Άννης, του Βρέφους Μαριάμ και τριών άλλων γυναικών.
Η επένδυση της Εικόνας, με ασήμι, έγινε το 1863 μ.Χ., από τον Ηλία Παναγουλάκο, από το Γύθειο, καθώς μαρτυρείται τούτο από την επιγραφή, που σώζεται στο κάτω μέρος της Εικόνας: «ΔΙΑ ΣΙΝΔΡΟΜΗΣ ΙΛΙΑΣ ΠΑΝΑΓΟΥΛΑΚΟΣ ΚΕ ΔΙΑ ΧΙΡΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΣΠΙΘΑΚΗ 1863 ΚΥΘΗΕ».
Αξίζει να αναφέρουμε την αιτία για την οποία ο Ηλίας Παναγουλάκος έκανε τη δωρεά αυτή στην Εικόνα της «Γιάτρισσας»: Είχε προσβληθεί από την τρομερή, για την εποχή του, ασθένεια της φυματίωσης. Κατέφυγε αμέσως στους καλύτερους γιατρούς της Αθήνας. Αυτοί όταν διαπίστωσαν την αρρώστια, του συνέστησαν να αναχωρήσει για την Ελβετία. Η χώρα αυτή διέθετε τότε τους καλύτερους γιατρούς, τα τελειότερα Σανατόρια και τις πιο ευνοϊκές κλιματολογικές συνθήκες για τους φυματικούς. Υπέδειξαν, λοιπόν, οι γιατροί στον Παναγουλάκο να φύγει σύντομα για την Ελβετία.
Αυτός όμως δεν συμμορφώθηκε με τις υποδείξεις των γιατρών του, αλλά και με τις υπαγορεύσεις της γεμάτης πίστεως στη «Παναγία τη Γιάτρισσα» καρδιάς του. Αντί να αναχωρήσει για την Ελβετία, επέστρεψε στο Γύθειο και ανέβηκε στη «Γιάτρισσα». Εκεί παρέμεινε αρκετό χρόνο προσευχόμενος.
Περνούσε τις ημέρες του μέσα στην καθαρή ατμόσφαιρα του Ταϋγέτου και κυρίως στο πνευματικό περιβάλλον του Μοναστηριού. Είχε συντροφιά τη «Γιάτρισσα». Μπροστά στην εικόνα της, κάτω από το απαλό φως των καντηλιών, έψελνε κάθε βράδυ και πρωί. «Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου, εἰς σὲ ἀνατίθημι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην σου.». Βρισκόμενος συνέχεια στο καμίνι του πυρετού έλεγε, με θέρμη, στη Παναγία: «Παράκλησιν εν ταις θλίψεσιν οίδα, και των νόσων ιατρόν σε γινώσκω… και πάντων των εν συμφοραίς, ταχινήν και οξείαν αντίληψιν».
Εδώ στο Μοναστήρι, το άφθονο οξυγόνο της πίστεως του γέμιζε, με την προσευχή και τη μελέτη της Αγίας Γραφής, τα στήθια του με ελπίδα και έπαιρνε δύναμη για να νικήσει την αρρώστια. Εδώ είχε συνεχή πνευματική υπερτροφία, με την συμμετοχή στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας, τρεφόμενος με «το Πανάγιο Σώμα και το Ζωηρόν Αίμα του Σωτήρος Χριστού, εις άφεσιν αμαρτιών, υγείαν ψυχής τε και σώματος και ζωήν την αιώνιον». Τέλος, «κατά την πίστιν αυτού εγένετο». Η «Γιάτρισσα» του χάρισε το πολύτιμο και πολυπόθητο αγαθό, την υγεία.
Όταν και πάλι επισκέφθηκε τους γιατρούς του στην Αθήνα, τον βρήκαν απαλλαγμένο από την φυματίωση. Με πολλή ικανοποίηση τον βεβαίωσαν ότι, κανένα ίχνος της ασθενείας του υπήρχε. Είχε τελείως εξαλειφθεί. Τούτο δε ωφείλετο, κατά τους γιατρούς, στη μετάβασή του στην Ελβετία. (Δε γνώριζαν οι γιατροί, ότι ο ασθενής τους παρήκουσε στην εντολή τους και δεν επήγε στην Ελβετία). Η ευχάριστη αυτή διαπίστωση των γιατρών τον έκαμε να δακρύσει και να διηγηθεί στους γιατρούς το θαύμα της «Γιάτρισσα». «Τα όσα εποίησε» σ' αυτόν η Παναγία και όχι η Ελβετία.
Κατόπιν απ' όλα αυτά ο θεραπευθείς Ηλίας Παναγουλάκος ξαναγύρισε, όπως ο καθαρισμένος από τη λέπρα Σαμαρείτης, στο Μοναστήρι της «Γιάτρισσας», για να ευχαριστήσει την Παναγία. Μέσα στο Ναό ευρεθείς και πάλιν, εμπρός στην Εικόνα της Παναγίας, ψέλλισε τον ύμνο του Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνα: «Τι σοι δώρον προσάξω, της ευχαριστίας, ανθ' ώνπερ απήλαυσα, των σων δωρημάτων, και της σης αμετρήτου χρηστότητος; Τοιγαρούν δοξάζω, υμνολογώ και μεγαλύνω, σου την άφατον προς με συμπάθειαν». Εν συνεχεία επήρε τη θαυματουργό Εικόνα της Παναγίας και την επήγε στα Κύθηρα όπου την επένδυσε με καθαρό ασήμι, «εις μνημόσυνον αιώνιον» και απέραντη ευγνωμοσύνη.
Όπως μαρτυρά και η ιστορία του Ηλία Παναγουλάκου, το όνομα «Γιάτρισσα» δόθηκε στο Μοναστήρι αυτό από τα αποτελέσματα των προσευχών πολλών ασθενών και ευλαβών προσκυνητών. Τον καλό γιατρό τον επαινούν και τον διαφημίζουν σαν καλό επιστήμονα, χριστιανό άνθρωπο, σωτήρα των ασθενών, χρυσοχέρη στις επεμβάσεις, οι ασθενείς που θεραπεύτηκαν απ’ αυτόν. Και την Παναγία του Ταϋγέτου την ονόμασαν «Γιάτρισσα» όχι Προεδρικά Διατάγματα, μήτε διαταγές και εντολές «άνωθεν» προερχόμενες αλλά οι χριστιανοί. Οι πολλοί άρρωστοι που εζήτησαν και βρήκαν βοήθεια από την Παναγία στο Μοναστήρι της.
Ποίημα του Κυριάκου Γ. Καράντζαλη στην Παναγιά την Γιάτρισσα
Δημοσιευμένο στην εφημερίδα «Φάρος της Λακωνίας», αρ.φ. 467/03.08.83
Στου Ταϋγέτου τις κορφές
και στις περήφανες τις αητοφωλιές
τα σύνορα κρατείς Εσύ
Προσηλιακής κι Αποσκιερής
Αρχόντισσα της Μάνης, Γιάτρισσα.
Κοντά σου κάθε λεύτερη ψυχή
μακριά απ’ των ανθρώπων την οργή
που γοργοπόδαρα το δρόμο πήρε
γι’ αυτές τις χιονισμένες τις γρανίτινες κορφές
γι’ αυτές τις χρυσοπόρφυρες πλαγιές.
Να έρχεται μεσ’ το δικό σου το μικρό το μοναστήρι
όταν η θύελλα σε κρύβη σε βαρειά ομίχλη
κάθε βραδάκι να σ’ ανάφτη το καντύλι.
Μες τ' ανεμοδαρσίματα του γέρου του χειμώνα.
Και τα χιόνια τα πολλά, πού το φεγγάρι ποια δε φέγγει.
Ω Γιάτρισσά μου!
Στου Ταΰγετου την ποιο ψιλή κορφή
η γερόντισσά σου Εκκλησιά, σαν φάρος στέκει.
Ω Παναγιά!
Εσύ ‘σαι η παρηγοριά των Μανιατών
και Γιάτρισσα των λαβομένων των σωμάτων και ψυχών.
Εσύ ‘σαι που συνδέεις τους ανθρώπους με Θεό,
πάνω απ’ αυτό το θαμποστόλιστο βουνό!
Σύναξη της Παναγίας της Νάπης (Αγία Νάπα)
Το Μοναστήρι της Αγίας Νάπας βρίσκεται στο ομώνυμο χωριό της επαρχίας Αμμοχώστου στην Κύπρο. Το όνομα «Αγία Νάπα» σημαίνει άγιο δάσος. Η περιοχή πήρε την ονομασία της από την «Εικόνα της Παναγίας της Νάπης», δηλαδή της Αγίας του Δάσους, και για συντομία ονομάστηκε «Αγία Νάπα».
Πότε ιδρύθηκε αρχικά το Μοναστήρι δεν γνωρίζουμε. Η σπηλιά, ο κρυψώνας και το πηγάδι μαρτυρούν την εκεί διαβίωση χριστιανικής κοινότητας από τα βυζαντινά χρόνια. Το όνομα «Αγία Νάπα» έχει δοθεί στο μέρος, πριν από το 1366 μ.Χ. Το Μοναστήρι πάντως, όπως σώζεται σήμερα, είναι κτίσμα του 15ου αιώνα μ.Χ., όταν η Κύπρος ήταν υπό Ενετική κυριαρχία.
Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, στη σπηλιά, η οποία έχει γίνει εκκλησία, βρέθηκε από κάποιο κυνηγό η θαυματουργός εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου. Ο σκύλος του κυνηγού πρώτος αντίκρισε την ολόφεγγη εικόνα, και μπροστά στη θέα της άρχισε να γαβγίζει επίμονα, καλώντας τον κύριό του. Στο άκουσμα της ανεύρεσης της εικόνας, πλήθος πιστών άρχισε να επισκέπτεται τον ιερό χώρο του σπηλαίου. Η εικόνα είχε μάλλον τοποθετηθεί στο σπήλαιο κατά την περίοδο της εικονομαχίας (7ος - 8ος αιώνας μ.Χ.), και έτσι διασώθηκε. Τον 14ο αιώνα μ.Χ. το σπήλαιο κτίστηκε κατά το υπόλοιπο ήμισυ και έγινε ναός.
Μια άλλη παράδοση αναφέρει πως στο μέρος αυτό κατέφυγε από πείσμα και η κόρη αριστοκρατικής Ενετικής οικογένειας, εξαιτίας της άρνησης των δικών της να επιτρέψουν τον γάμο της με κάποιο μη αριστοκράτη. Γύρω στο 1500 μ.Χ., λέγεται πως η πλούσια Ενετή έκτισε με δικά της έξοδα την εκκλησία, τα κελιά και ένα αλευρόμυλο. (Ο ελιόμυλος εγκαταστάθηκε στο μοναστήρι μάλλον κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας). Δημιουργήθηκε λοιπόν σιγά-σιγά ένα γυναικείο μοναστήρι και λατινικό παρεκκλήσι. Ως λατινικό παρεκκλήσι λειτούργησε το δεξιό κλίτος του ναού αμέσως μετά την είσοδο. Η τεράστια συκομωρέα του μοναστηριού, η οποία βρίσκεται δίπλα από τη δεξαμενή, λέγεται πως έχει φυτευτεί από την Ενετή γυναίκα.
Όταν πλησίασε ο θάνατός της, έκτισε το πέτρινο θολωτό μνημείο. Μέσα σ' αυτό, δίπλα από την δροσιά της φιάλης, ήθελε να ταφεί.
Στη βόρεια πλευρά της αυλής υπάρχει κρήνη με μορφή κεφαλής αγριόχοιρου. Πάνω από αυτήν στέκεται το διώροφο κτίριο, στο οποίο διέμενε αρχικά η Ενετή κόρη.
Στο λόφο δυτικά της εκκλησίας υπάρχει αρχαίο εκκλησάκι στη θέση, σύμφωνα με την παράδοση, όπου η Παναγία ξάπλωσε να ξεκουραστεί.
Το 1571 μ.Χ., η Κύπρος περνά υπό την Οθωμανική κυριαρχία. Το μοναστήρι ευτυχώς δεν καταστράφηκε, όπως άλλα μοναστήρια και εκκλησίες. Η περιγραφή του Pietro della Valle, κατά το έτος 1625 μ.Χ., αντιστοιχεί πλήρως στη σημερινή κατάσταση του μοναστηριού. Από τον ίδιο περιηγητή πληροφορούμαστε ότι τότε η Αγία Νάπα ήταν γυναικείο μοναστήρι. Η μονή διέθετε πολύ μεγάλη κτηματική περιουσία.
Το μοναστήρι μετατράπηκε σε ανδρικό λίγο πριν το 1668 μ.Χ.. Για άγνωστο λόγο, από το 1758 μ.Χ. και εξής, δεν διέθετε πια μόνιμους μοναχούς.
Το Μοναστήρι βρισκόταν σε ακατοίκητη περιοχή. Περί τα μέσα του 18ου αιώνα μ.Χ., κτίστηκε το πρώτο σπίτι στο χωριό. Πρώτοι οικιστές του χωριού υπήρξαν κάποιοι Θεσσαλονικείς, οι οποίοι εγκατέλειψαν την πατρίδα τους λόγω επιδημίας πανώλους. Δύο δεκαετίες αργότερα, το έτος 1813 μ.Χ., σύμφωνα με ευδιάκριτη ακόμη επιγραφή, η Μονή επισκευάστηκε. Δεν διέθετε όμως οργανωμένη μοναστική κοινότητα, και τα κτήματα του Μοναστηριού ενοικιάζονταν σε γεωργούς της γύρω περιοχής. Οι εγκαταστάσεις του μοναστηριού χρησιμοποιούνταν για διάφορες ανάγκες της κοινότητας.
Μετά το 1878 μ.Χ., όταν η Κύπρος περνά υπό Βρετανική κυριαρχία, δεν υπάρχουν μοναχοί στο Μοναστήρι. Η εκκλησία του Μοναστηριού ήταν βέβαια ο ενοριακός ναός του χωριού. Το 1950 μ.Χ. χρειάστηκε να γίνει μεγάλη επισκευή, για να διατηρηθούν τα ιστορικά κτίσματα.
Επί Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ' το μοναστήρι προτείνεται ως το καταλληλότερο, για να καταστεί Οικουμενικό Κέντρο Διασκέψεων. Από το 1978 μ.Χ. μέχρι το 2006 μ.Χ. το Μοναστήρι αποτελούσε χώρο συνάντησης των Χριστιανικών Εκκλησιών της Μέσης Ανατολής. Μετά την ανασύσταση της Ιεράς Μητροπόλεως Κωνσταντίας Αμμοχώστου (2007 μ.Χ.), το Μοναστήρι περιήλθε υπό την διοίκηση της Μητρόπολης και με πρωτοβουλία του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Κωνσταντίας κ. Βασιλείου ιδρύθηκε η Πολιτιστική Ακαδημία «Άγιος Επιφάνιος» με έδρα την Ιερά Μονή. Η Ακαδημία αυτή ως έργο της έχει την ανάπτυξη θεολογικών και ιστορικών μελετών όπως και την διοργάνωση συνεδρίων και εκδηλώσεων. Εντός των κτιριακών εγκαταστάσεων της Μονής θα λειτουργεί επίσης και μουσείο.
Η πληθυσμιακή αύξηση του χωριού, επέβαλε την ανέγερση νέας εκκλησίας το 1990 μ.Χ. Ο νέος ναός, κτισμένος στα νοτιοδυτικά της μονής, αφιερώθηκε κι αυτός στην Παναγία. Αμφότεροι οι ναοί πανηγυρίζουν στις 8 Σεπτεμβρίου, ημέρα εορτής του Γενεσίου της Θεοτόκου.
Στη χάρη της Παναγίας καταφθάνουν καθημερινώς για να προσκυνήσουν πολλές δύστοκες και άτεκνες γυναίκες, και για να ζωστούν τη γονοποιούσα, θαυματουργό ζώνη της Αγίας Νάπας. Το μοναστήρι αποτελεί ιδιαίτερα κατανυκτικό μέρος, όπου μπορεί κανείς να βρει παρηγοριά και θεία αρωγή. Η γλυκύτατη μητέρα μας ανοίγει καθημερινά την αγκάλη της, τόσο μεγάλη και θερμή, ώστε να χωρέσει ο κάθε απελπισμένος και ταλαίπωρος. Πρεσβεύει με τις τελεσφόρες ικεσίες της για τη σωτηρία των ψυχών μας.
Πότε ιδρύθηκε αρχικά το Μοναστήρι δεν γνωρίζουμε. Η σπηλιά, ο κρυψώνας και το πηγάδι μαρτυρούν την εκεί διαβίωση χριστιανικής κοινότητας από τα βυζαντινά χρόνια. Το όνομα «Αγία Νάπα» έχει δοθεί στο μέρος, πριν από το 1366 μ.Χ. Το Μοναστήρι πάντως, όπως σώζεται σήμερα, είναι κτίσμα του 15ου αιώνα μ.Χ., όταν η Κύπρος ήταν υπό Ενετική κυριαρχία.
Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, στη σπηλιά, η οποία έχει γίνει εκκλησία, βρέθηκε από κάποιο κυνηγό η θαυματουργός εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου. Ο σκύλος του κυνηγού πρώτος αντίκρισε την ολόφεγγη εικόνα, και μπροστά στη θέα της άρχισε να γαβγίζει επίμονα, καλώντας τον κύριό του. Στο άκουσμα της ανεύρεσης της εικόνας, πλήθος πιστών άρχισε να επισκέπτεται τον ιερό χώρο του σπηλαίου. Η εικόνα είχε μάλλον τοποθετηθεί στο σπήλαιο κατά την περίοδο της εικονομαχίας (7ος - 8ος αιώνας μ.Χ.), και έτσι διασώθηκε. Τον 14ο αιώνα μ.Χ. το σπήλαιο κτίστηκε κατά το υπόλοιπο ήμισυ και έγινε ναός.
Μια άλλη παράδοση αναφέρει πως στο μέρος αυτό κατέφυγε από πείσμα και η κόρη αριστοκρατικής Ενετικής οικογένειας, εξαιτίας της άρνησης των δικών της να επιτρέψουν τον γάμο της με κάποιο μη αριστοκράτη. Γύρω στο 1500 μ.Χ., λέγεται πως η πλούσια Ενετή έκτισε με δικά της έξοδα την εκκλησία, τα κελιά και ένα αλευρόμυλο. (Ο ελιόμυλος εγκαταστάθηκε στο μοναστήρι μάλλον κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας). Δημιουργήθηκε λοιπόν σιγά-σιγά ένα γυναικείο μοναστήρι και λατινικό παρεκκλήσι. Ως λατινικό παρεκκλήσι λειτούργησε το δεξιό κλίτος του ναού αμέσως μετά την είσοδο. Η τεράστια συκομωρέα του μοναστηριού, η οποία βρίσκεται δίπλα από τη δεξαμενή, λέγεται πως έχει φυτευτεί από την Ενετή γυναίκα.
Όταν πλησίασε ο θάνατός της, έκτισε το πέτρινο θολωτό μνημείο. Μέσα σ' αυτό, δίπλα από την δροσιά της φιάλης, ήθελε να ταφεί.
Στη βόρεια πλευρά της αυλής υπάρχει κρήνη με μορφή κεφαλής αγριόχοιρου. Πάνω από αυτήν στέκεται το διώροφο κτίριο, στο οποίο διέμενε αρχικά η Ενετή κόρη.
Στο λόφο δυτικά της εκκλησίας υπάρχει αρχαίο εκκλησάκι στη θέση, σύμφωνα με την παράδοση, όπου η Παναγία ξάπλωσε να ξεκουραστεί.
Το 1571 μ.Χ., η Κύπρος περνά υπό την Οθωμανική κυριαρχία. Το μοναστήρι ευτυχώς δεν καταστράφηκε, όπως άλλα μοναστήρια και εκκλησίες. Η περιγραφή του Pietro della Valle, κατά το έτος 1625 μ.Χ., αντιστοιχεί πλήρως στη σημερινή κατάσταση του μοναστηριού. Από τον ίδιο περιηγητή πληροφορούμαστε ότι τότε η Αγία Νάπα ήταν γυναικείο μοναστήρι. Η μονή διέθετε πολύ μεγάλη κτηματική περιουσία.
Το μοναστήρι μετατράπηκε σε ανδρικό λίγο πριν το 1668 μ.Χ.. Για άγνωστο λόγο, από το 1758 μ.Χ. και εξής, δεν διέθετε πια μόνιμους μοναχούς.
Το Μοναστήρι βρισκόταν σε ακατοίκητη περιοχή. Περί τα μέσα του 18ου αιώνα μ.Χ., κτίστηκε το πρώτο σπίτι στο χωριό. Πρώτοι οικιστές του χωριού υπήρξαν κάποιοι Θεσσαλονικείς, οι οποίοι εγκατέλειψαν την πατρίδα τους λόγω επιδημίας πανώλους. Δύο δεκαετίες αργότερα, το έτος 1813 μ.Χ., σύμφωνα με ευδιάκριτη ακόμη επιγραφή, η Μονή επισκευάστηκε. Δεν διέθετε όμως οργανωμένη μοναστική κοινότητα, και τα κτήματα του Μοναστηριού ενοικιάζονταν σε γεωργούς της γύρω περιοχής. Οι εγκαταστάσεις του μοναστηριού χρησιμοποιούνταν για διάφορες ανάγκες της κοινότητας.
Μετά το 1878 μ.Χ., όταν η Κύπρος περνά υπό Βρετανική κυριαρχία, δεν υπάρχουν μοναχοί στο Μοναστήρι. Η εκκλησία του Μοναστηριού ήταν βέβαια ο ενοριακός ναός του χωριού. Το 1950 μ.Χ. χρειάστηκε να γίνει μεγάλη επισκευή, για να διατηρηθούν τα ιστορικά κτίσματα.
Επί Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ' το μοναστήρι προτείνεται ως το καταλληλότερο, για να καταστεί Οικουμενικό Κέντρο Διασκέψεων. Από το 1978 μ.Χ. μέχρι το 2006 μ.Χ. το Μοναστήρι αποτελούσε χώρο συνάντησης των Χριστιανικών Εκκλησιών της Μέσης Ανατολής. Μετά την ανασύσταση της Ιεράς Μητροπόλεως Κωνσταντίας Αμμοχώστου (2007 μ.Χ.), το Μοναστήρι περιήλθε υπό την διοίκηση της Μητρόπολης και με πρωτοβουλία του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Κωνσταντίας κ. Βασιλείου ιδρύθηκε η Πολιτιστική Ακαδημία «Άγιος Επιφάνιος» με έδρα την Ιερά Μονή. Η Ακαδημία αυτή ως έργο της έχει την ανάπτυξη θεολογικών και ιστορικών μελετών όπως και την διοργάνωση συνεδρίων και εκδηλώσεων. Εντός των κτιριακών εγκαταστάσεων της Μονής θα λειτουργεί επίσης και μουσείο.
Η πληθυσμιακή αύξηση του χωριού, επέβαλε την ανέγερση νέας εκκλησίας το 1990 μ.Χ. Ο νέος ναός, κτισμένος στα νοτιοδυτικά της μονής, αφιερώθηκε κι αυτός στην Παναγία. Αμφότεροι οι ναοί πανηγυρίζουν στις 8 Σεπτεμβρίου, ημέρα εορτής του Γενεσίου της Θεοτόκου.
Στη χάρη της Παναγίας καταφθάνουν καθημερινώς για να προσκυνήσουν πολλές δύστοκες και άτεκνες γυναίκες, και για να ζωστούν τη γονοποιούσα, θαυματουργό ζώνη της Αγίας Νάπας. Το μοναστήρι αποτελεί ιδιαίτερα κατανυκτικό μέρος, όπου μπορεί κανείς να βρει παρηγοριά και θεία αρωγή. Η γλυκύτατη μητέρα μας ανοίγει καθημερινά την αγκάλη της, τόσο μεγάλη και θερμή, ώστε να χωρέσει ο κάθε απελπισμένος και ταλαίπωρος. Πρεσβεύει με τις τελεσφόρες ικεσίες της για τη σωτηρία των ψυχών μας.
Σύναξη της Παναγίας της Δροσιανής στην Νάξο
Η Παναγία η Δροσιανή είναι ένα Βυζαντινό μοναστήρι νότια του χωριού Μονή στη Νάξο και δίπλα από το κοινοτικό κοιμητήριο (νεκροταφείο), που είναι από τα αρχαιότερα των Βαλκανίων (4ος ή 6ος μ.Χ. αιώνας). Από το Μοναστήρι αυτό το μεγαλύτερο μέρος του ήταν θαμμένο και μόλις τη δεκαετία του 70 έγιναν οι ανασκαφές από την αρχαιολογική υπηρεσία και αποκαλύφθηκε. Μέχρι τότε το μόνο μέρος που ήταν ορατό ήταν η κυρίως εκκλησία που ήταν και η πλέον πρόσφατη. Η εκκλησία είναι στην ουσία ένα σύμπλεγμα από τέσσερις εκκλησίες. Είναι Βυζαντινού ρυθμού και όλοι οι χώροι του, εσωτερικά και εξωτερικά είναι σε σχήμα σταυρού.
Υπάρχουν πολλές αγιογραφίες. Αυτές που φαίνονται τώρα είναι και οι παλαιότερες, μιας και τα δύο προηγούμενα στρώματα έχουν αφαιρεθεί και έχουν μεταφερθεί σε μουσεία. Χαρακτηριστικοί είναι οι δύο Παντοκράτορες στον τρούλο, κάτι που αποδίδεται σε προσπάθεια καταπολέμησης του μονοφυσιτισμού: οι δύο μορφές απεικονίζουν η μία την ανθρώπινη και η άλλη τη θεία φύση του Χριστού.
Πολλοί οι θρύλοι για το πως κτίστηκε και το πως επελέγη η τοποθεσία. Οι παλαιότεροι κάτοικοι του χωριού μεταφέρουν ότι αν και αρχικά είχε επιλεγεί άλλο μέρος για το κτίσιμο της εκκλησιάς η εικόνα της Παναγίας μεταφερόταν κάθε βράδυ στο συγκεκριμένο μέρος. Η ονομασία «Δροσιανή» εικάζεται ότι προήλθε από το ότι οι κάτοικοι του χωριού σε μια πολύ μεγάλη περίοδο ανομβρίας απευθύνθηκαν στην Παναγία με λειτουργίες και τάματα για να την παρακαλέσουν να βρέξει έτσι ώστε να μην ξεραθούν τα δέντρα και οι μπαξέδες και να ζήσουν οι κάτοικοι που κατ' εξοχήν είναι αγρότες.
Το νεώτερο τμήμα του Μοναστηριού χωρίζεται σε δύο τμήματα και μπροστά από την εικόνα της Παναγίας υπάρχει στο πάτωμα μια τεράστια κυκλική πλάκα από μάρμαρο. Οι θρύλοι έλεγαν πως κάτω από την πλάκα αυτήν υπάρχει μεγάλος θησαυρός που κανείς όμως δεν πήγαινε να την ανασηκώσει γιατί θα τον μαρμάρωνε η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας. Δυστυχώς την δεκαετία του 70 κάποιο πρωί βρέθηκε η πλάκα σκαμμένη και βγαλμένη και κανείς ποτέ δεν έμαθε αν έκρυβε κάτι από κάτω. Οι αρχαιοκάπηλοι όμως δεν σταμάτησαν εκεί. Η εικόνα της Παναγίας εκλάπη και είναι άγνωστο αν η υπάρχουσα στη θέση της είναι η αυθεντική ή κάποιο αντίγραφό της.
Σήμερα το Μοναστήρι της Παναγίας της Δροσιανής λειτουργεί υπό τον έλεγχο της αρχαιολογικής υπηρεσίας και δέχεται ετησίως χιλιάδες επισκέπτες.
Υπάρχουν πολλές αγιογραφίες. Αυτές που φαίνονται τώρα είναι και οι παλαιότερες, μιας και τα δύο προηγούμενα στρώματα έχουν αφαιρεθεί και έχουν μεταφερθεί σε μουσεία. Χαρακτηριστικοί είναι οι δύο Παντοκράτορες στον τρούλο, κάτι που αποδίδεται σε προσπάθεια καταπολέμησης του μονοφυσιτισμού: οι δύο μορφές απεικονίζουν η μία την ανθρώπινη και η άλλη τη θεία φύση του Χριστού.
Πολλοί οι θρύλοι για το πως κτίστηκε και το πως επελέγη η τοποθεσία. Οι παλαιότεροι κάτοικοι του χωριού μεταφέρουν ότι αν και αρχικά είχε επιλεγεί άλλο μέρος για το κτίσιμο της εκκλησιάς η εικόνα της Παναγίας μεταφερόταν κάθε βράδυ στο συγκεκριμένο μέρος. Η ονομασία «Δροσιανή» εικάζεται ότι προήλθε από το ότι οι κάτοικοι του χωριού σε μια πολύ μεγάλη περίοδο ανομβρίας απευθύνθηκαν στην Παναγία με λειτουργίες και τάματα για να την παρακαλέσουν να βρέξει έτσι ώστε να μην ξεραθούν τα δέντρα και οι μπαξέδες και να ζήσουν οι κάτοικοι που κατ' εξοχήν είναι αγρότες.
Το νεώτερο τμήμα του Μοναστηριού χωρίζεται σε δύο τμήματα και μπροστά από την εικόνα της Παναγίας υπάρχει στο πάτωμα μια τεράστια κυκλική πλάκα από μάρμαρο. Οι θρύλοι έλεγαν πως κάτω από την πλάκα αυτήν υπάρχει μεγάλος θησαυρός που κανείς όμως δεν πήγαινε να την ανασηκώσει γιατί θα τον μαρμάρωνε η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας. Δυστυχώς την δεκαετία του 70 κάποιο πρωί βρέθηκε η πλάκα σκαμμένη και βγαλμένη και κανείς ποτέ δεν έμαθε αν έκρυβε κάτι από κάτω. Οι αρχαιοκάπηλοι όμως δεν σταμάτησαν εκεί. Η εικόνα της Παναγίας εκλάπη και είναι άγνωστο αν η υπάρχουσα στη θέση της είναι η αυθεντική ή κάποιο αντίγραφό της.
Σήμερα το Μοναστήρι της Παναγίας της Δροσιανής λειτουργεί υπό τον έλεγχο της αρχαιολογικής υπηρεσίας και δέχεται ετησίως χιλιάδες επισκέπτες.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






































