Σάββατο, 17 Μαρτίου 2012

Ένα μυστήριο που μας κυνηγάει από παιδιά

Γιατί γιαγιάδες & παπάδες κυνηγάνε τα παιδάκια για να πάνε εκκλησία, να προσεύχονται, να μεταλαβαίνουν, να εξομολογούνται και να νηστεύουν (έστω όσο τούς επιτρέπει η ηλικία τους); Το παρακάτω κείμενο προσπαθεί να δώσει μια απάντηση σ' αυτή τη μόνιμη απορία.
Τα μέσα που παρέχει στον άνθρωπο η Εκκλησία για τη σωτηρία –δηλαδή για την ένωσή του με το Θεό και τους συνανθρώπους του– είναι πολλά. Είναι βοηθητικά μέσα. Δε σώζουν τον άνθρωπο «μαγικά», αλλά προσελκύουν τη θεία χάρη, η οποία ενισχύει την αγάπη του και με αυτή την αγάπη ο άνθρωπος σώζεται. Μπορεί, επαναλαμβάνω, να μείνουν χωρίς αποτέλεσμα. Όμως χωρίς αυτά είναι πολύ οδυνηρό και συνεπώς δύσκολο για τον άνθρωπο να ξεφύγει από το Εγώ του (μήπως εγώ νομίζω ότι έχω ήδη ξεφύγει; πώς μπορώ να το ξέρω; το να κάνω διάγνωση στον εαυτό μου είναι δικαίωμά μου, όμως δεν είναι ασφαλές, ακόμη κι αν έχω ιατρικές γνώσεις). Αναφέρω τα παρακάτω:
1. Η προσευχή.
Πρόκειται για το εκπληκτικό κανάλι άμεσης επικοινωνίας του ανθρώπου με το Θεό. Κατ’ ουσίαν, όλες οι χριστιανικές τελετές («ακολουθίες») είναι προσευχές. Υπάρχει όμως και η προσωπική προσευχή, που μπορεί να γίνεται παντού και πάντα. «Κάθε έργο που έγινε από αγάπη Χριστού φέρει τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, όμως αυτό κατορθώνεται ευκολότερα με την προσευχή, γιατί αυτή αποτελεί το όργανο που διαθέτουμε. Μπορεί να τύχει να θέλετε να πάτε στην εκκλησία, αλλά η εκκλησία να μην είναι κοντά ή να έχει τελειώσει η ακολουθία. Ή να έχετε την επιθυμία να ελεήσετε κάποιον πτωχό, αλλά πτωχός να μην υπάρχει. Ίσως επιθυμείτε να γίνετε απαθής, αλλά δεν έχετε γι’ αυτό δυνάμεις. Για την προσευχή όμως υπάρχει πάντοτε δυνατότητα. Η προσευχή είναι προσιτή τόσο στον πλούσιο όσο και στον πτωχό, τόσο στον εγγράμματο όσο και στον απλοϊκό, στον ισχυρό όσο και στον αδύναμο, στο δίκαιο όσο και στον αμαρτωλό. Η δύναμη της προσευχής είναι τεράστια και περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο αυτή εκλύει το Άγιο Πνεύμα» (Σεραφείμ του Σάρωφ).
Ο άγιος Σεραφείμ και η αρκούδα που τον επισκεπτόταν στα δάση.
Ο μέσος άνθρωπος κατά κανόνα προσεύχεται, για να ζητήσει από το Θεό γήινα αγαθά –υγεία, πρόοδο, ευημερία– ή λύση σε συγκεκριμένα προβλήματα. Αν τα αιτήματά του ικανοποιηθούν, δοξάζει το Θεό. Αν όχι, Τον κατηγορεί ως άδικο ή αδιάφορο, κι ας ξέρει ότι Εκείνος, ως πάνσοφος, μπορεί να κρίνει καλύτερα. Ακόμα κι αυτές οι γραμμές πιθανόν να σκανδαλίζουν τον αναγνώστη, που είναι βιαστικός και απαιτητικός και υψώνει ενώπιον του Θεού το ανυποχώρητο θέλημά του.
Αν και είναι φυσικό να προσευχόμαστε για τις γήινες ανάγκες μας (και στη θεία λειτουργία λέγονται τέτοιες προσευχές), ο αληθινός σκοπός της προσευχής είναι ν’ ανοίξει την καρδιά του ανθρώπου για να δεχτεί τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Γι’ αυτό, κυρίως οι μοναχοί, αλλά και αρκετοί «κοσμικοί» (δηλαδή άνθρωποι που δεν είναι μοναχοί), λένε σύντομες προσευχές, που μπορούν να τις επαναλαμβάνουν όσες φορές θέλουν, ακόμα και την ώρα της δουλειάς τους ή όταν ξεκουράζονται, στις οποίες ζητούν από το Θεό «έλεος» χωρίς να Του λένε από πριν τι να κάνει. Τέτοιες προσευχές είναι:«Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς», «άγιε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών» (για όποιον άγιο έχουμε στο νου μας), «άγιοι πάντες, πρεσβεύσατε υπέρ ημών» κ.λ.π. Επίσης τέλεια προσευχή, που περιλαμβάνει όλες τις ανάγκες του ανθρώπου, γήινες και ουράνιες, είναι το Πάτερ ημών, που ονομάζεται κυριακή προσευχή (=του Κυρίου), γιατί το δίδαξε ο Χριστός στα Ματθ. 6, 9-13, και Λουκ. 11, 1-4.
Οι προσευχές αυτές δεν έχουν ως αποτέλεσμα να δουλεύουν όλα ρολόι στη ζωή μας, αλλά, όταν ο Θεός βρίσκεται στην καρδιά, όλες οι συμφορές του κόσμου δε μπορούν να μας πτοήσουν. Αυτό μοιάζει με αυθυποβολή ή με τη θεωρία της «θετικής ενέργειας», που παράγεται με «θετικές σκέψεις», αλλά δεν είναι το ίδιο. Προχωρώντας στο στάδιο της κάθαρσης της καρδιάς ή (διστάζω και να το πω) ακόμη μακρύτερα, η παρουσία του Θεού στη ζωή του ανθρώπου γίνεται ενεργός και εμφανής.
Η «εργασία της νοεράς προσευχής» είναι ολόκληρη επιστήμη για τους χριστιανούς, η οποία, σημειωτέον, στρέφεται προς τα έξω, προς το Θεό και τους αγίους, κι όχι προς τα μέσα, όπως ο διαλογισμός, κι έχει στόχο την προσέγγιση ανθρώπου και Θεού κι όχι την πνευματική ή σωματική χαλάρωση ή την «ανάπτυξη εσωτερικών δυνάμεών μας» κ.τ.τ. (Για το θέμα αυτό βλ. το Περί προσευχής του γέροντα  Σωφρόνιου του Essex, αλλά και το ανώνυμο ρωσικό μυθιστόρημα του 19ου αιώνα Οι περιπέτειες ενός προσκυνητού, ελλ. έκδ. Αστήρ).
2. Ο εκκλησιασμός.
Εκτός από την προσωπική προσευχή, κρίνεται απαραίτητη η συμμετοχή του ανθρώπου στη θεία λειτουργία και τις άλλες τελετές που γίνονται στο ναό. Η συμμετοχή αυτή ονομάζεται εκκλησιασμός, δηλαδή συνάντηση με τους άλλους, γιατί εκκλησία = συγκέντρωση. Για την ακρίβεια, η έκφραση «πάω στην εκκλησία» δε σημαίνει πάω στο ναό, αλλά πάω να συναντήσω τους υπόλοιπους χριστιανούς, που έχουν συγκεντρωθεί στο ναό – γι’ αυτό έχει επικρατήσει να λέμε το ναό «εκκλησία», δηλαδή συγκέντρωση.
Ο εκκλησιασμός είναι απαραίτητος για δύο λόγους:
α) διότι στο ναό δε γίνεται απλώς προσευχή, αλλά τελούνται και τα μυστήρια, με κυριότερο τη θεία Μετάληψη˙ παντού μπορώ να προσευχηθώ, αλλά μόνο στην εκκλησία μπορώ να μεταλάβω˙
β) διότι στο ναό θα συναντήσω τους συνανθρώπους μου, τους αδελφούς μου, και θα προσευχηθώ στο Θεό μαζί μ’ αυτούς˙ εκεί θα βρω και τους εχθρούς μου ή εκείνους που περιφρονώ ή αντιπαθώ, για να τους συγχωρήσω μέσα στην καρδιά μου, δηλαδή να τους κάνω χώρο να μπουν (συν+χωρώ = βρίσκομαι στον ίδιο χώρο μ’ εσένα, και ο χώρος αυτός είναι η καρδιά μου)˙ εκεί θα προσευχηθώ γι’ αυτούς που βαφτίζονται ή παντρεύονται, ώστε να έχουν τη χάρη του Θεού στη ζωή τους, και για τους νεκρούς που κηδεύονται ή μνημονεύονται (στα μνημόσυνα), για την ανάπαυση της ψυχής τους… Αυτό σημαίνει ότι, κι αν δεν καταλαβαίνω τα λόγια της τελετής, λόγω της αρχαίας γλώσσας ή ενός κακόφωνου ψάλτη, έχει μεγάλη σημασία να προσευχηθώ εκείνη την ώρα μέσα στο ναό, μαζί με τους άλλους, ακόμη κι αν κανείς άλλος εκτός από μένα δεν προσεύχεται˙ ας προσευχηθώ εγώ, με ταπείνωση, για όλους.
Χωρίς τον εκκλησιασμό, δεν υπάρχει χριστιανική Εκκλησία, αλλά μόνο δυστυχισμένα πρόσωπα, που παλεύουν με τη μοναξιά τους και δεν πρόκειται να σωθούν ποτέ, γιατί σωτηρία δεν είναι να «πείσω» το Θεό πως είμαι δικός Του άνθρωπος, εξασφαλίζοντας μια θεσούλα στον παραδείσιο κήπο, αλλά να ενωθώ μ’ Αυτόν διά της αγάπης, πράγμα που σημαίνει και ένωση με τους συνανθρώπους μου.
Είναι φυσικό ότι, αν δεν έχω όρεξη να συγχωρήσω τον αδελφό μου ή να προσευχηθώ για τους άλλους, δεν έχω και διάθεση να πάω στο ναό. Επομένως, πηγαίνω μόνο σε ξωκλήσια, όπου δε βλέπω κανέναν και «ανάβω το κερί μου» μόνο για τον εαυτό μου ή για κείνους με τους οποίους είμαι δεμένος συναισθηματικά (τα «αγαπημένα μου πρόσωπα», σύζυγο, παιδιά φίλους, ευεργέτες –στην ουσία προεκτάσεις του εαυτού μου), ή πάω στο ναό για κοινωνικούς λόγους, για να δω κόσμο και να με δουν, να επιδείξω τον πλούτο μου ή την ομορφιά μου ή να διασκεδάσω βλέποντας με μισό μάτι τους άλλους. Αυτές είναι οι παρενέργειες του εκκλησιασμού, που οφείλονται στην ανεπάρκεια και την ανωριμότητα των χριστιανών, ιερέων και λαϊκών, και καλό είναι να μη γίνονται δικαιολογία για να μην πηγαίνουμε στην εκκλησία. Και πάλι, είναι δικαίωμά μας να μην πάμε ποτέ, αλλά είναι σπουδαιότερο δικαίωμά μας να πάμε και να ενωθούμε με το Θεό και τους αδελφούς μας σ’ εκείνο το ευλογημένο περιβάλλον.
Ας έχουμε υπόψιν ότι σε όλο τον κόσμο, κάθε Κυριακή και εορτή, τελείται μόνο μία λειτουργία, απλωμένη σε όλους τους ορθόδοξους ναούς της Γης. Η λειτουργία αυτή ενώνεται με την ουράνια λειτουργία, που τελείται μυστικά στον ουρανό, από τους αγγέλους και τους αγίους. Κατά την έναρξη της λειτουργίας, τελείται η «αγία προσκομιδή», όπου ο ιερέας σχηματίζει με μερίδες από το πρόσφορο (το ψωμί της θείας Μεταλήψεως) το σύμβολο της παγκόσμιας Εκκλησίας πάνω στο δισκάριο, από το οποίο κατόπιν θα μπει στο άγιο ποτήριο και, με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, θα γίνουν όλοι αυτοί –άγγελοι, άγιοι, η Παναγία, ο Χριστός, οι ζωντανοί και οι νεκροί– το Σώμα του Χριστού, το Οποίο θα κοινωνήσουμε, όταν κοινωνήσουμε, ενώνοντας τον εαυτό μας μ’ εκείνους.
3. Η νηστεία.
Ο αθλητής, όταν προετοιμάζεται για τους αγώνες, πρέπει να προσέχει τη διατροφή του. Συχνά πρέπει να στερείται πολλά και μάλιστα πράγματα που του αρέσουν. Και ο χριστιανός, που είναι κι αυτός αθλητής, προσέχει επίσης τη διατροφή του. Συχνά στερείται πολλά και μάλιστα πράγματα που του αρέσουν. Αυτό δε σημαίνει ότι είναι «κακό» να τρως ή ότι «το φαγητό είναι αμαρτία», ούτε ότι ο Θεός «μας τιμωρεί» επειδή απολαμβάνουμε κάτι νόστιμο. Η απόλαυση δε είναι αμαρτία. Αυτό δε θα έλεγε και η Κίρκη στον Οδυσσέα;
Εδώ και λίγα χρόνια, τουλάχιστον στην Ελλάδα, νομίζω πως παρατηρείται μια επιστροφή αρκετών ανθρώπων στη συνήθεια της νηστείας. Αυτό το συμπεραίνω από την προσφορά νηστίσιμων εδεσμάτων ή και γευμάτων στα καταστήματα έτοιμου φαγητού. Η νηστεία, κατά τη γνώμη μου, είναι καλή για τον άνθρωπο, ακόμη κι αν δεν ξέρει το βαθύτερο νόημά της. Αυτό το βαθύτερο νόημα θα προσπαθήσουμε να δώσουμε με συντομία εδώ.
Κατ’ αρχάς, η ορθόδοξη νηστεία δεν είναι θέμα μόνο είδους αλλά και ποσότητας φαγητού. Όταν δηλαδή τρώγω μέχρι σκασμού φαγητό που θεωρείται νηστίσιμο (πράγμα που κάνω κατά κανόνα), δε νηστεύω. Επίσης, αν νηστεύω το φαγητό, αλλά συγχρόνως αμαρτάνω με την καρδιά, τις πράξεις ή τις αισθήσεις μου, δε νηστεύω. Τέλος, αν ακολουθώ νηστίσιμο διαιτολόγιο για λόγους αποτοξίνωσης και σωματικής υγείας, ενώ δεν αισθάνομαι ορθόδοξος χριστιανός αλλά πιστεύω «όλες τις θρησκείες» ή καμία, είμαι μάλλον σε λάθος δρόμο – παρόλο που ο Θεός κάθε λάθος δρόμο μπορεί να βρει τρόπο να τον κάνει σωστό δρόμο. Άνθρωποι απ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να σωθούν, ωστόσο αυτό που κάνουν δεν είναι ορθόδοξη νηστεία.
Το νόημα της νηστείας θα μπορούσαμε ίσως να το συνοψίσουμε στα εξής:
α) αποσύρεις τις αισθήσεις σου από τις γήινες απολαύσεις, για να τις στρέψεις προς την απόλαυση της επαφής με το Θεό˙ δε νηστεύεις για να στερηθείς, αλλά για να απολαύσεις, σε ένα άλλο, ανώτερο επίπεδο απόλαυσης˙ γι’ αυτό τις περιόδους νηστείας αυξάνονται οι εκκλησιαστικές ακολουθίες και πυκνώνει η συμμετοχή στη θεία Μετάληψη˙ εμείς βέβαια τις ακολουθίες τις νιώθουμε σαν αγγαρείες, επειδή είμαστε πνευματικά αναλφάβητοι, όσο προχωρεί όμως κάποιος στην πνευματική ζωή τόσο αισθάνεται «ανέκφραστη ηδονή» από την παρουσία του στην εκκλησία˙
β) αρνείσαι κάποιες απολαύσεις, για να πάψουν να σου είναι αναγκαίες, για να μάθεις να επιβιώνεις χωρίς αυτές˙ με δυο λόγια, ασκείσαι στη στέρηση, για να μάθεις να απορρίπτεις και «αμαρτωλές» απολαύσεις (π.χ. την ξένη γυναίκα) ή και αμαρτωλή ικανοποίηση αναγκών (π.χ. τα ξένα χρήματα, ακόμα κι αν τα έχεις ανάγκη), αλλά και για να μπορείς να θυσιάσεις την άνετη ζωή σου, αν σου ζητηθεί να προδώσεις τον αδελφό σου ή ν’ αρνηθείς το Χριστό και τη διδασκαλία Του˙
γ) νηστεύεις για να μάθεις να είσαι ταπεινός, όχι για να υποτάσσεσαι εύκολα αλλά, αντίθετα, για να είσαι ελεύθερος από το παραπλανητικό διογκωμένο Εγώ σου˙ έτσι, ενώ έχεις το δικαίωμα να φας ό,τι θες, αποποιείσαι αυτό το δικαίωμα και τρως αυτό που σου λένε κάποιοι άλλοι, οι παπάδες, η Εκκλησία, τα βιβλία των αγίων (αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο πολλοί δεν νηστεύουν – οι παπάδες θα Μου πούνε Εμένα τι θα φάω;)˙ γι’ αυτό, δε νηστεύουμε όταν, όπως και όσο θέλουμε, αλλά όταν, όπως και όσο ορίζει η Εκκλησία και, για να τροποποιήσουμε τη νηστεία, χρειαζόμαστε ευλογία απ’ τον πνευματικό μας. Αν π.χ. νηστεύω διπλές σαρακοστές, μπορεί να θεωρήσω πως είμαι άγιος κι αυτό να κλείσει εντελώς την καρδιά μου απέναντι στο Θεό και σε σένα, αδελφέ μου. Τότε η νηστεία μπορεί να λειτουργήσει σε βάρος της σωτηρίας, αυξάνοντας τον εγωισμό μας.
Σημειωτέον, ότι η νηστεία προβλέπεται στην Αγία Γραφή: ο Χριστός νήστεψε σαράντα μέρες μετά τη βάφτισή Του στον Ιορδάνη (Ματθ.4, 1), και, παρόλο που τόνισε πως ο άνθρωπος μολύνεται απ’ αυτό που βγαίνει απ’ το στόμα κι όχι απ’ αυτό που μπαίνει (Ματθ. 15, 10-20), είπε για το διάβολο: «αυτό το γένος δε φεύγει, παρά μόνο με προσευχή και νηστεία» (Ματθ. 17, 21).
4. Η εξομολόγηση.
Ένα από τα μεγαλύτερα αγκάθια στον εγωισμό μας, που μας σκανδαλίζει αφάνταστα, είναι ότι η Εκκλησία μας ζητάει να βρούμε έναν άνθρωπο αμαρτωλό σαν εμάς και να του αποκαλύψουμε τις αμαρτωλές πράξεις και σκέψεις μας. Φυσικά ήδη καταλάβατε το σκοπό αυτής της πράξης, που είναι το να γίνουμε ταπεινοί. Η «εξομολόγηση στην εικόνα» ή «απευθείας στο Θεό» ή «στην Παναγία» δεν μας ταπεινώνει, εκτός αν είμαστε ήδη ταπεινοί. Μπορεί να μας βοηθήσει, κάτω από ειδικές συνθήκες (π.χ. αν δεν υπάρχει ιερέας), όμως δεν υποκαθιστά την πραγματική εξομολόγηση.
Εκτός όμως από την καλλιέργεια της ταπείνωσης (που είναι τόσο οδυνηρή στα πρώτα στάδια, ώστε να καθυστερούμε για χρόνια το μεγάλο βήμα, ακριβώς όπως δυσκολευόμαστε να πάμε στον οδοντίατρο ή να δώσουμε αίμα), υπάρχουν και οι εξής σοβαροί λόγοι, που κάνουν την εξομολόγηση απαραίτητη:
α) Ο ιερέας διαβάζει στον εξομολογούμενο τη «συγχωρητική ευχή», με την οποία οι εξομολογημένες αμαρτίες του συγχωρούνται και δε θα τον βαραίνουν κατά την ώρα του θανάτου και κατά την ημέρα της κρίσεως. Οι απόστολοι είχαν λάβει από το Χριστό την εξουσία να συγχωρούν αμαρτίες, εξουσία που ανήκει μόνο στο Θεό («όσα εάν δήσητε επί της γης, έσται δεδεμένα εν τω ουρανώ, και όσα εάν λύσητε επί της γης, έσται λελυμένα εν τω ουρανώ», Ματθ. 18, 18)˙ εκείνοι κληροδότησαν αυτή τη χάρη στους μαθητές τους (τους πρώτους επισκόπους [*]), κι έτσι, από ιερέα σε ιερέα, έφτασε ώς τις μέρες μας. Έτσι ο ιερέας γίνεται χοάνη που δέχεται μέσα της κάθε αμαρτία και την αδειάζει στο κενό. Αυτό δεν μπορεί να το κάνει ο λαϊκός (ο μη ιερέας), παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις (αν είναι άγιος και αν δεν υπάρχει ιερέας κοντά, επειδή π.χ. βρισκόμαστε σε διωγμό και το καθεστώς έχει κατασφάξει τους ιερείς, ή δεν προλαβαίνει να πάει σε ιερέα εκείνος που επιθυμεί να εξομολογηθεί, επειδή π.χ. είναι ετοιμοθάνατος, τότε θα μπορούσε να του δώσει άφεση αμαρτιών και λαϊκός).
β) Η εξομολόγηση δεν είναι μια «ανάκριση θρησκευτικού τύπου», αλλά μια βαθιά και διαρκής σχέση πνευματικής πατρότητας, στην οποία ο «πνευματικός» ή «γέροντας» (δηλαδή ο πνευματικός δάσκαλος) καλείται να στηρίξει τον άνθρωπο που τον πλησιάζει και θέτει τον εαυτό του στα χέρια του ως παιδί προς το γονιό, να τον βοηθήσει να ξεπεράσει τα πάθη του (δηλαδή να νικήσει την αμαρτία εντός του) και όσο το δυνατόν πιο καθαρός να πλησιάσει το Θεό.
Αυτή η πνευματική πατρότητα δεν είναι επίσημος «θεσμός» και μπορεί να την ασκήσει και λαϊκός, άντρας ή γυναίκα, με την προϋπόθεση ότι διαθέτει σοφία Θεού: ή είναι άγιος –αυτό θα ήταν το ιδανικότερο– ή έχει την ταπείνωση και τη σύνεση να μελετά του βίους και τα έργα των αγίων και να διδάσκει από τα υποδείγματά τους και όχι μόνο λέγοντας την ανθρώπινη γνώμη του. Τότε αυτός ο γέροντας ή η γερόντισσα μπορεί να διδάσκει ανθρώπους, και να τους στέλνει σε ιερέα για την (ας την πούμε έτσι) «συγχωρητική εξομολόγηση», αυτήν που περιλαμβάνει την ευχή της άφεσης των αμαρτιών. Τέτοιοι λαϊκοί γέροντες συνήθως κατοικούν στα μοναστήρια ή τις ερήμους (είναι δηλαδή απλοί μοναχοί, χωρίς χειροτονία ιερέα, που δε μπορούν να λειτουργήσουν, ή μοναχές), αλλά μπορεί να ζουν και δίπλα μας, να είναι μορφωμένοι ή αμόρφωτοι, πλούσιοι ή φτωχοί, πιθανόν παραμελημένοι γέροι ή φαινομενικά αλλοπρόσαλλοι, αλλά οπωσδήποτε ευσεβείς, ταπεινοί και γεμάτοι αγάπη για το συνάνθρωπό τους. Επίσης μπορεί να είναι στην ηλικία νέοι ή και παιδιά («παιδιογέροντες»), αν και συνήθως έχουν κάποια ηλικία, αφού η πρόοδος στην πίστη, την αγάπη και τη σοφία μπορεί να προϋποθέτει χρόνια.
Η γιαγιά Λαμπρινή από την Άρτα, μια αυθεντική "αγία της διπλανής πόρτας". Παντρεμένη και μάνα, & συνάμα πνευματική μητέρα δεκάδων ανθρώπων (από εδώ).
Η πνευματική πατρότητα είναι η ανώτερη εκδοχή του μυστηρίου της εξομολόγησης, την οποία χρειάζεται απαραίτητα κάθε άνθρωπος, όπως χρειάζεται τον προσωπικό και τον οικογενειακό του γιατρό. Αυτή η σχέση, όταν λειτουργεί σωστά, απελευθερώνει, δυναμώνει, εξισορροπεί, ειρηνεύει, προλαμβάνει συμφορές, και τελικά θεραπεύει. Αυτή η σχέση, μια ιδιαίτερα εξελιγμένη θεραπευτική επιστήμη του ορθόδοξου χώρου, είναι που αντικαταστάθηκε με την ψυχοθεραπεία δυτικού τύπου στις σύγχρονες κοινωνίες [σημ. "ΝΕΚΡΟΥ": & όχι το αντίθετο, όπως νομίζουν κάποιοι], παρόλο που οι επιδιώξεις τους δεν είναι κοινές˙ ο ψυχίατρος ή ο ψυχολόγος αποσκοπεί στην αποκατάσταση της ψυχικής υγείας, ενώ ο πνευματικός στη θεραπεία από την αμαρτία, δηλαδή στην αιώνια σωτηρία.
Εννοείται ότι ψάχνεις για τον κατάλληλο πνευματικό, όπως ψάχνεις για τον κατάλληλο γιατρό, μπορεί να διανύσεις χιλιόμετρα για να τον βρεις, δοκιμάζεις, πιθανώς απορρίπτεις, προσεύχεσαι και προσέχεις. Αρκεί να μην εξαπατάς τον εαυτό σου, λέγοντας στη συνείδησή σου πως είναι ανάξιος για πνευματικός σου κάποιος που σου λέει την αλήθεια χωρίς να σε κολακεύει. Και φυσικά είναι δικαίωμά σου να μην αναζητήσεις ποτέ πνευματικό και να μην προσέλθεις ποτέ για εξομολόγηση (ιδίως αν «δεν αισθάνεσαι αμαρτωλός»), όπως και να μην πας ποτέ σε γιατρό και να μην κάνεις εξετάσεις, ιδίως αν «δεν αισθάνεσαι άρρωστος». Μπορείς να κάνεις ο ίδιος διάγνωση στον εαυτό σου διαβάζοντας βιβλία, περιφρονώντας τη ζεστή πραγματική επικοινωνία μ’ έναν άλλο άνθρωπο και χωρίς ν’ ανοίγεσαι σε μια «δεύτερη γνώμη».
Μπορεί έτσι να μην αρρωστήσεις ποτέ και να ζήσεις μέχρι βαθύ γήρας˙ το πιθανότερο όμως είναι ότι θα υποφέρεις και θα πεθάνεις πρόωρα. Στην περίπτωση του πνευματικού, μπορεί να πλησιάσεις «μόνος σου» το Θεό και να σωθείς˙ το πιθανότερο όμως είναι πως θα περιπλανηθείς σε άγνωστα μονοπάτια και μάλιστα ίσως –το χειρότερο– να νομίζεις ότι Τον βρήκες ή και ότι Εσύ είσαι ο κατάλληλος πνευματικός άλλων ή ακόμη και ότι, με κάποιο παράξενο τρόπο, είσαι ο Θεός ή ένας θεός. Κανείς δε μπορεί να είναι βέβαιος, όταν είναι μόνος˙ χρειάζεται τη συμβουλή έμπειρων, που δεν τον κολακεύουν. Και, για να τη ζητήσει, κάνει το πρώτο βήμα προς την ταπείνωση.
5. Η θεία Μετάληψη.
Παρακαλώ το Θεό να οδηγήσει τα χέρια μου, για να μπορέσω, αν και ανάξιος, να γράψω αυτό που Εκείνος θέλει για το μέγα μυστήριο, το «φάρμακο της αθανασίας και αντίδοτο κατά του θανάτου» (όπως το ονομάζει ο μαθητής των αποστόλων άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος το 110 μ.Χ.). Η θεία Μετάληψη ή θεία Κοινωνία (=επικοινωνία) ή θεία Ευχαριστία είναι το κέντρο της Εκκλησίας. Χωρίς αυτήν δεν υπάρχει χριστιανισμός. Η επίγεια Εκκλησία είναι οι χριστιανοί ενωμένοι γύρω από το κοινό Ποτήρι της θείας Μετάληψης.
Βλέποντας παραμορφωμένα την εκκλησιαστική ζωή, αντιμετωπίζουμε τη θεία Μετάληψη ως ένα προσωπικό μας γεγονός («πάω να μεταλάβω», χωρίς να νιώθω δεσμό με τους άλλους που μεταλαβαίνουν συγχρόνως) και μάλιστα ως εξαίρεση στην καθημερινότητά μας, ενώ στην πραγματικότητα σε κάθε λειτουργία θα έπρεπε να μεταλαβαίνουμε όλοι όσοι είμαστε στο ναό, εκτός φυσικά αν ο πνευματικός μας μάς έχει ζητήσει να απέχουμε για κάποιο συγκεκριμένο λόγο. Αυτό θα σήμαινε ότι κάθε μέρα θα προσέχουμε να μην  αμαρτάνουμε (να μην προσκολλόμαστε σε αγάπες που μας αποκόπτουν από το Θεό και τον αδελφό μας), όχι όμως κι ότι θα νηστεύουμε κάθε μέρα. Αν κοινωνούσαμε ταχτικά, θα αρκούσε να νηστεύουμε όταν είναι μέρες νηστείας, δηλαδή τις σαρακοστές, τις Τετάρτες και τις Παρασκευές (με εξαιρέσεις) και τις άλλες νηστίσιμες εορτές, όπως η ημέρα του Τιμίου Σταυρού, 14 Σεπτεμβρίου, ή η επέτειος της αποτομής της κεφαλής του αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, 29 Αυγούστου (μήπως μιλάω σαν τη γιαγιά σας; μα η απλή σοφία της γιαγιάς έχει κάτι να δώσει στο μοντέρνο και παγκόσμια δικτυωμένο σύγχρονο κοσμοπολίτη –και πιθανόν πρώην χριστιανό– καταναλωτή).
Η θεία λειτουργία γίνεται αποκλειστικά και μόνο για να κοινωνήσουν οι παρευρισκόμενοι και λειτουργία ονομάζεται μόνο εκείνη η εκκλησιαστική τελετή, στην οποία τελείται η θεία Μετάληψη. Δεν είναι λειτουργία ο εσπερινός, ο γάμος, η βάφτιση, η κηδεία, το ευχέλαιο, οι Χαιρετισμοί κ.τ.λ. Όλα αυτά λέγονται «ακολουθίες». Λειτουργία λέγεται μία ακολουθία, αυτή που γίνεται κάθε Κυριακή και γιορτή και περιλαμβάνει τη θεία Μετάληψη. Υπάρχει και η θεία λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων, που γίνεται τις καθημερινές της μεγάλης Σαρακοστής (πριν το Πάσχα), με θεία Μετάληψη που έχει καθαγιαστεί την προηγούμενη Κυριακή.
Αυτό που τρώμε, όταν μεταλαβαίνουμε, είναι το  αληθινό Σώμα και το αληθινό Αίμα του Χριστού, και όχι απλό ψωμί και κρασί που «συμβολίζουν» μόνο το Σώμα και το Αίμα Του. Ο Ίδιος το λέει στο κατά Ιωάννην ευαγγέλιο, 6, 48-59: «Εγώ είμαι ο άρτος της ζωής Ο άρτος που θα δώσω εγώ είναι η σάρκα μου, την οποία θα δώσω υπέρ της ζωής του κόσμου. Αλήθεια σας λέω, αν δε φάτε τη σάρκα και δεν πιείτε το αίμα του Υιού του ανθρώπου, δεν έχετε ζωή μέσα σας. Όποιος τρώει τη σάρκα μου και πίνει το αίμα μου έχει ζωή αιώνια και εγώ θα τον αναστήσω την έσχατη ημέρα. Γιατί η σάρκα μου είναι στ’ αλήθεια τροφή και το αίμα μου στ’ αλήθεια ποτό. Όποιος τρώει τη σάρκα μου και πίνει το αίμα μου μένει μέσα μου κι εγώ μέσα του…».
Φυσικά ο Ίδιος ο Ιησούς παρέδωσε τη θεία Μετάληψη στους ανθρώπους κατά το μυστικό δείπνο (που λέγεται «μυστικός», επειδή περιελάμβανε το «μυστήριο» της θείας Μετάληψης κι όχι επειδή… ήταν κρυμμένοι), όπως φαίνεται στα Ματθ. 26, 26-29, Μάρκ. 14, 22-24, Λουκ. 22, 17-20, και Α΄ προς Κορινθίους 11, 23-30.
Στην πρώτη Εκκλησία η θεία Μετάληψη λεγόταν «κλάσις του άρτου» (κόψιμο του ψωμιού) και γινόταν τουλάχιστον κάθε Κυριακή, δηλαδή τη «Μία των σαββάτων», ημέρα της ανάστασης του Χριστού (βλ.  Πράξεις των αποστόλων, 20, 7).
Γιατί όμως μεταλαβαίνουμε;
Πώς η θεία Μετάληψη μας βοηθάει να πλησιάσουμε το Θεό; Ας προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε την απάντηση.
Ο άνθρωπος ενώνεται περισσότερο μ’ αυτό που τρώει παρά με οτιδήποτε άλλο. Τρώγοντας λοιπόν το Σώμα και πίνοντας το Αίμα του Χριστού, ενώνεται με Αυτόν. Γίνεται έτσι «μικρός Χριστός». Δε γίνεται βέβαια άγιος αυτόματα και μαγικά. Όμως η ένωση αυτή με το Θεό (δηλαδή με το Χριστό) ενισχύει τον άνθρωπο, για να μπορεί να αντέξει  το μεγάλο μαρτύριο της αγάπης.Χωρίς τη θεία Μετάληψη, Κύριε, δε μπορώ να εκπληρώσω την εντολή Σου «αγαπάτε αλλήλους» και μάλιστα «αγαπάτε τους εχθρούς σας». Τους εχθρούς μου θέλω να τους μισώ. Άλλωστε, αν αγαπώ χωρίς όρια, οι περισσότεροι θα με εκμεταλλευτούν, θα με προδώσουν, θα με συντρίψουν! Και, γεμάτος πόνο, ή θα εξοντωθώ ή θα βάλω φρένο στην αγάπη μου και θα πάψω να προσπαθώ να τηρώ την εντολή Σου. Θ’ αγαπώ μόνο αυτούς που μ’ αγαπούν και τους άλλους απλά θα τους «συμπαθώ» μέσα σε περιορισμένα όρια. Έχω όμως το Σώμα και το Αίμα Σου, που με θωρακίζει και με κάνει ν’ αντέχω και να συνεχίζω μαζί Σου. Αν θέλω. Αν είμαι πωρωμένος και δε θέλω ν’ αγαπήσω, και κάθε μέρα να μεταλαβαίνω, θα είμαι (μη γένοιτο) μακριά Σου…
Αν και οι προεκτάσεις της θείας Μετάληψης είναι πάρα πολλές, ας αναφέρουμε μερικές όσο το δυνατόν απλούστερα.
Καθώς ο άνθρωπος μεταλαβαίνει, συμβαίνει μια πολλαπλή ένωσή του με όλο το υπόλοιπο σύμπαν. Στη θεία Μετάληψη θεωρούμε ότι συνοψίζεται και μεταμορφώνεται όλη η κτίση. Αποτελεί σύνοψη, πρώτον, ολόκληρου του υλικού κόσμου, που εκπροσωπείται μέσω των δύο βασικών τροφών –που εκφράζουν τη σχέση αυτού του κόσμου με τον άνθρωπο, γιατί αυτή η σχέση είναι η τροφή (ο άνθρωπος ζει επειδή τρώει, δηλαδή βάζει μέσα του τον κόσμο και ενώνεται μ’ αυτόν). Δεύτερον, όλης της ανθρωπότητας, με την υπερφυσική παρουσία του Χριστού, που δεν είναι απλώς άνθρωπος, αλλά πρωτόπλαστος, νέος Αδάμ, γι’ αυτό στο πρόσωπό Του περιλαμβάνονται δυνάμει όλοι οι άνθρωποι, από την αρχή μέχρι το τέλος της ιστορίας. Τρίτον, όλης της Θεότητας, γιατί ο Χριστός, ως Θεός, είναι πάντα ενωμένος με τα άλλα δύο Πρόσωπα της Αγίας Τριάδας. Τέταρτον, της σταύρωσης και της ανάστασης του Χριστού, γιατί το Σώμα Του κόπηκε και το Αίμα Του χύθηκε, καταργώντας τις θυσίες των παλιών θρησκειών και εγκαινιάζοντας το μόνο αληθινό τρόπο λατρείας, τη μόνη θυσία: την αυτοθυσία.
Έτσι, θεωρούμε ότι ο χριστιανός που μεταλαβαίνει επιτελεί την ύψιστη ένωση με όλη την ανθρωπότητα, με όλη τη δημιουργία και με το Θεό, αλλά και συμμετέχει με μυστικό τρόπο στη σταύρωση και την ανάσταση του Χριστού. Και φυσικά ενώνεται ιδιαίτερα με εκείνους που κοινωνούν την ίδια μέρα, γιατί όλοι κοινωνούμε από το «κοινό Ποτήριο». Επιπλέον, δείχνει ότι αποδέχεται τον υλικό κόσμο ως δημιούργημα του Θεού κι επομένως καλό. Όλες οι θρησκευτικές παραδόσεις μιλούν για σωτηρία, αλλά την περιορίζουν στο πνεύμα του ανθρώπου˙ εδώ η σωτηρία δεν επεκτείνεται μόνο στο σώμα του ανθρώπου, αλλά και σε ολόκληρο τον υλικό κόσμο, που μέσω του ανθρώπου καθαγιάζεται (γι’ αυτό και, καθώς ο άνθρωπος προοδεύει στη σχέση του με το Θεό, βιώνει όλο και πιο έντονα τις επισκέψεις της άκτιστης χάριτός Του κάθε φορά που μεταλαβαίνει).
Τέλος, επειδή η πρωταρχική απομάκρυνση του ανθρώπου απ’ το Θεό συμβολίζεται με τη βρώση του απαγορευμένου καρπού (από τον Αδάμ και την Εύα), η προσέγγισή μας με το Θεό γίνεται με μιαν άλλη βρώση –τροφή αντί τροφής.
Υπόψιν ότι κατά την αγία προσκομιδή, την ουσιαστική έναρξη της θείας λειτουργίας, ο ιερέας βγάζει από το πρόσφορο μερίδες για το Χριστό (τον «Αμνό» = αρνάκι), την Παναγία, τους αγγέλους, τους αγίους και κάθε ζωντανό και νεκρό, τα ονόματα των οποίων του έχουμε πάει (σε χαρτάκια) να μνημονεύσει. Όλα αυτά τοποθετούνται σ’ ένα μικρό δίσκο (το «δισκάριο») και στη συνέχεια μπαίνουν στο άγιο Ποτήριο και γίνονται η θεία Μετάληψη. Όταν λοιπόν έρθει η ώρα να μεταλάβεις, μέσα στο Ποτήρι –το κοινό Ποτήρι, το Ποτήρι της αγάπης που μας ενώνει– βρίσκεται σε μικρογραφία το πλήρες σύμπαν.
Το σύμπαν σχηματισμένο με μερίδες ψωμιού πάνω στο δισκάκι της θείας Μετάληψης (από ένα -κατ' εμέ- πολύ σημαντικό  άρθρο).
Ας σημειώσουμε τέλος ότι το πρόσφορο, το ψωμί της θείας Μετάληψης, είναι ένα, γιατί συμβολίζει την ενότητά μας, και στρογγυλό, γιατί συμβολίζει τον κόσμο. Όσο απομένει και δε γίνεται Σώμα Χριστού, καθώς και τα επιπλέον πρόσφορα, κόβεται και μοιράζεται σ’ εκείνους που δεν κοινωνούν «αντί Δώρου». Είναι το «αντίδωρο». Βέβαια εμείς παίρνουμε αντίδωρο ακόμη κι όταν κοινωνούμε, όμως ο αρχικός προορισμός του αντίδωρου ήταν για εκείνους που δεν κοινωνούσαν.
ΠΗΓΗ 

Πέμπτη, 8 Μαρτίου 2012

Ας μάθουμε να εκτιμούμε τον άνθρωπο περισσότερο από τα πλούτη

Ιδού έρχεται ή ημέρα τον Κυρίου γεμάτη θυμό και οργή και ή δικαία αύτη οργή του θα καταστήσει έρημη την οικουμένη και θα καταστρέψει τούς αμαρτωλούς. Όσοι δε απομείνουν από αυτή τη καταστροφή, θα είναι λιγότεροι και σπανιότεροι απ’ ότι είναι το έξορυσσόμενο και σκεπασμένο από χώματα χρυσάφι. (Ησαΐας 13, 9-12).
Πολλοί άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν πώς υπάρχει άνεμος, μέχρι ότου φυσήξει ό άνεμος. Άλλοι δεν σκέφτονται πώς υπάρχει φως, μέχρι να νυχτώσει. Έτσι και πολλοί χριστιανοί δεν πίστευαν πώς υπάρχει Θεός, μέχρι πού φύσηξε ό δυνατός άνεμος του πολέμου.
Μήτε πού σκέφτηκαν το Θεό, όσο τούς έλουζε το φως της ειρήνης και ή ζωή τούς χαμογελούσε. Αλλά, σαν ξέσπασε ή λαίλαπα του πολέμου, και το σκοτάδι του κακού σκέπασε τον κόσμο, τότε θυμήθηκαν το Θεό. Τότε, δεν μπορούσαν να σκεφτούν τίποτε άλλο παρά μόνο το Θεό.
Ή ήμερα του Κυρίου! Στην Αγία Γραφή ήμερα του Κυρίου ονομάζεται ή ήμερα εκείνη, πού για τούς ανθρώπους είναι νύχτα φρικτή, γεμάτη αίμα, καπνό, φόβο, τρόμο, πυρετό, κραυγές και φωτιά. Αυτή ή ήμερα λέγεται στο ιερό βιβλίο του Θεού ήμερα του Κυρίου. Αναρωτιέστε πώς συμβαίνει αυτό και γιατί έρχεται αυτή ή ήμερα;
Μέσα στις άγριες συνθήκες του αφόρητου πόνου και της φωτιάς οι καλοζωισμένοι άνθρωποι οδηγούνται στην πλήρη επίγνωση, πώς ό Θεός είναι «τα πάντα» και ό άνθρωπος ένα «τίποτε». Οι περήφανοι άνθρωποι γνωρίζουν την ντροπή, οι αλαζόνες σκύβουν το κεφάλι τους κάτω στη γη, οι πλούσιοι περπατούνε με τσέπες άδειες, οι άρχοντες αναζητούν ακόμη και κάποιον δούλο για συντροφιά, οι αξιωματικοί του στρατού χάνουν τα παράσημα τους, οι αμέριμνοι ιερείς κλαίνε μπροστά στους κατεστραμμένους ναούς, και οι άπληστες για χρήματα γυναίκες ετοιμάζουν για γεύμα το πιο λιτό φαγητό.
Όλοι τους αναλογίζονται τη μεγαλοσύνη του Δημιουργού και τη μηδαμινότητα του ανθρώπου.
Κατανοείτε, λοιπόν, για ποιό λόγο αυτή ή τρομακτική νύχτα ονομάζεται ήμερα του Κυρίου.
Ονομάζεται ήμερα του Κυρίου, επειδή φανερώνεται ό Θεός. Όσο καιρό ξημερώνει ή απλή καθημερινή ήμερα, ό άνθρωπος δε μνημονεύει το Θεό. Αντίθετα, τα πάντα βάζει πάνω από το Θεό, ακόμη και τον εαυτό του. Όσο ξημερώνει ή απλή καθημερινή ήμερα γελάει περιπαικτικά με όσους εκκλησιάζονται και χλευάζει αυτούς πού τον καλούν στην εκκλησία για να προσευχηθεί.
Όταν όμως φτάνει ή ήμερα του Κυρίου, όλοι επιστρέφουν στο Θεό, αναγνωρίζουν την εξουσία Του, ρωτάνε για το πού βρίσκεται ή εκκλησία, δείχνουν σεβασμό στους ιερείς, αναζητούν θεολογικά βιβλία να διαβάσουν, αναστενάζουν, αισχύνονται για το παρελθόν τους, μετανιώνουν για τις αμαρτίες τους. Την ήμερα του Κυρίου οι άνθρωποι προσφέρουν βοήθεια στους φτωχούς, επισκέπτονται τούς ασθενείς, νηστεύουν και κοινωνούν. Αρχίζουν να σκέφτονται το θάνατο πού πλησιάζει και αναλογίζονται την άλλη ζωή, εκεί πού ή ήμερα του Κυρίου είναι διαφορετική.
Εκεί στην άλλη ζωή, ή ήμερα του Κυρίου είναι ευλογημένη, φωτεινή και αιώνια.
Την ήμερα του Κυρίου στην άλλη ζωή, ό άνθρωπος θα είναι πιο σπάνιος και πιο ακριβός και από το πιο ατόφιο και πιο ακριβό χρυσάφι.
Αδελφοί μου, αναρωτιέστε για ποιό λόγο επιτρέπει ό Θεός να έρχονται τόσες δυσκολίες στον κόσμο; Ό Θεός επιτρέπει τόσες δυσκολίες, για να αποκτήσει ό άνθρωπος πάλι την αξία του, για να αξίζει ό άνθρωπος περισσότερο και από το πιο καθαρό και πιο ακριβό χρυσάφι.
Αδελφοί μου, γνωρίζετε, για ποιό λόγο επέτρεψε ό Ουράνιος Θεός, για δεύτερη φορά, να ξεσπάσει αυτός ό παγκόσμιος πόλεμος, ή φρίκη του οποίου μπορεί να συγκριθεί με την κόλαση; Επειδή ή αξία του ανθρώπου ήταν μικρότερη από την άξια του χρυσού. Και αυτό είναι κάτι πού είναι αντίθετο με το σχέδιο του Θεού για τον άνθρωπο. Και ότι δεν είναι σύμφωνο με την πρόνοια του Θεού, πρέπει να ραγίσει, να γκρεμιστεί, να πεθάνει, να χαθεί.
Στη χώρα μας το χρυσάφι απέκτησε μεγαλύτερη αξία από τον άνθρωπο. Γι’ αυτό το λόγο και ή χώρα μας χτυπήθηκε από το φρικτό μαστίγιο του πολέμου. Για να μάθουμε να σεβόμαστε το Θεό πάνω από τον άνθρωπο και τον άνθρωπο περισσότερο από το χρυσάφι.
Όταν υπήρχε το κράτος της Σερβίας, οι σημαντικοί άνθρωποι κατοικούσαν σε μικρά σπίτια. Αλλά όταν το κράτος της Σερβίας διαλύθηκε και ιδρύθηκε το κράτος της Γιουγκοσλαβίας, οι μικροί και ασήμαντοι άνθρωποι πήγαν να ζήσουν σε μεγάλα παλάτια. Ολόκληρος ό στρατός του Καραγεώργη της Σερβίας, πού ξεκίνησε την επανάσταση εναντίον των Τούρκων, μπορούσε να χωρέσει στο παλάτι ενός πλούσιου. Ό λαός βλέποντας την κατάσταση αυτή γκρίνιαζε αλλά σιγά σιγά και ό ίδιος, έχοντας αυτό το παράδειγμα, έπραττε το ίδιο πού έπρατταν οι πλούσιοι, οι όποιοι εκτός πού ήταν φιλάργυροι, ήταν και μισάνθρωποι. Εξαιτίας των χρημάτων σκοτώθηκαν άνθρωποι, κάηκαν σπίτια, τελέστηκαν γάμοι γρήγορα χωρίς αγάπη λόγω συμφέροντος, διαλύθηκαν γάμοι και οικογένειες, δημιουργήθηκαν πολλά κόμματα, μάλωσαν αδέλφια, διαπομπεύτηκε το σερβικό όνομα, καταδιώχτηκε ή πίστη στο Θεό, προδόθηκαν τα ιερά, πουλήθηκε ή πατρίδα.
Να για ποιους λόγους λοιπόν, έπρεπε να έρθει ή φοβερή «ημέρα του Κυρίου», αδελφοί μου, και σε μας. Τώρα πού ήρθε ή ήμερα του Κυρίου, ας είμαστε ευλογημένοι και ας μάθουμε να εκτιμάμε τον άνθρωπο περισσότερο από το χρυσό και από τα πλούτη, περισσότερο από το φεγγάρι και τα αστέρια, περισσότερο από το σύμπαν, πού ό Δημιουργός παρέδωσε στον άνθρωπο. Αν το μαθαίναμε αυτό πριν, τότε δεν θα παθαίναμε τίποτε. Θα ήμασταν δυνατοί, θα ζούσαμε ειρηνικά, γαλήνια, με αγάπη, με σεβασμό στον συνάνθρωπο μας, δοξάζοντας τον Τριαδικό Θεό. Αυτού ή δόξα εις τούς αιώνας των αιώνων. Αμήν.
ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ
ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΤΗΣ ΦΥΛΑΚΗΣ.
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ.
ΠΗΓΗ

Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2012

Οι χριστιανοί απέναντι στις προφητείες, το ποθούμενο και τα επερχόμενα

Γιατί κλονίζεται η Ελλάδα; Πως οι Έλληνες έφθασαν σ’ αυτό το χάλι; Τι μέλλει γενέσθαι; Υπάρχει φως η θα υποστούμε το σκοτάδι που προκαλούν η απόγνωση, η θλίψη και η απελπισία για πολλά -πολλά χρόνια; Πότε θα επανέλθει το χαμόγελο στα χείλη μας; Τι θα απογίνουν τα παιδιά μας; Θα τιμωρηθούν αυτοί που οδήγησαν τον ευλογημένο αυτό τόπο στο ναδίρ της ένδοξης ιστορικής του διαδρομής; Θα έρθει πείνα και δυστυχία; Πότε θα σταματήσουν οι δυσβάστακτοι φόροι και τα χαράτσια; Ποιός άραγε μπορεί να σταματήσει τη γεωμετρική αύξηση των οικογενειών που πτωχεύουν; Υπάρχει σήμερα άνθρωπος που θα μπορεί ως νέος Μωϋσής να βγάλει την χώρα από τα πνευματικά και οικονομικά αδιέξοδα; Γιατί δεν μιλά και δεν αντιδρά κανείς δυναμικά και αποτελεσματικά; Θα μας σώσουν η Ευρώπη, οι ΗΠΑ η η Ρωσία; Είναι καλύτερα να μείνουμε στο ευρώ η να γυρίσουμε στη δραχμή;
Τα ερωτήματα αυτά και άλλα παρόμοια απασχολούν όλο και πιο έντονα κάθε Έλληνα χριστιανό κάθε Έλληνα πολίτη. Εκφράζουν μάλιστα την εσωτερική ενσυνείδητη η ασυνείδητη αγωνία του για τα τεκταινόμενα στο στενό και ευρύτερο περιβάλλον του. Αγωνία που προκαλείται από μία περιρρέουσα γενικότερη ανασφάλεια που υφίσταται σ’ όλον τον κόσμο. Μία ανασφάλεια για την οποία ορισμένοι πιστεύουν ότι είναι τεχνητή. Θεωρούν δηλαδή ότι είναι κατασκευασμένη και μεθοδευμένη ενώ άλλοι την εκλαμβάνουν ως αποτέλεσμα μίας σειράς τραγικών λαθών, επιπολαιοτήτων, ατοπημάτων και παραλείψεων.
Μηχανισμοί άμυνας
Μέσα στο πλαίσιο αυτό αρκετοί χριστιανοί σε μία προσπάθειά τους να απελευθερωθούν από τον ασφυκτικό κυρίως ψυχικό κλοιό της αγωνίας αυτής εκδηλώνουν μία έντονη στροφή προς τα επερχόμενα μέσα από την ανάλυση και ερμηνεία σειράς προφητειών μεγάλων Αγίων, όπως λ.χ. του Αγίου Κοσμά και του Αγίου Νείλου και γερόντων όπως λ.χ. του μακαριστού Σισανίου Αντώνιου, των Αγιορειτών μοναχών Παΐσιου, Ιωσήφ του Βατοπαιδινού κ.α. Στην ερμηνεία μάλιστα των προφητειών τούτων εναποθέτουν τις ελπίδες τους, τα οράματά τους και εκπονούν σχέδια διεξόδου από τις κρίσεις.
Πρόκειται στην ουσία για ένα ουσιαστικό μηχανισμό άμυνας της ψυχής, σημείωνε πρόσφατα νεαρός σε ηλικία αγιορείτης μοναχός. Και πρόσθετε με νόημα: «Έτσι και αλλιώς τα προφητικά λόγια των αγίων μας συνεχώς επαληθεύονται και καθ’ ολοκληρία αναμένεται να επαληθευτούν είτε σήμερα, είτε αύριο, είτε έπειτα από λίγα χρόνια. Το ζήτημα για τον Θεό, ωστόσο, δεν έχει να κάνει τόσο με την αυτή καθ’ αυτή εκπλήρωση των προφητειών όσο με το πως εμείς τοποθετούμαστε απέναντι σε τούτες;»! Οι επισημάνσεις του νεαρού μοναχού δεν σας κρύβω πως με προβλημάτισαν.
Γιατί καλοί μου χριστιανοί εύκολα κάποιος μπορεί να διαπιστώσει πως το αποτέλεσμα της ερμηνείας των προφητειών οι περισσότεροι -αν όχι όλοι- το αντιλαμβάνονται ως επίλυση της υπάρχουσας κρίσης, ως επάνοδο στην ευημερία, στην γεωγραφική αύξηση των συνόρων μας κ.ο.κ. Το αντιλαμβάνονται δηλαδή με κοσμικά κυρίως κριτήρια και όχι με πνευματικά. Ως εκ τούτου ο σκεπτόμενος έτσι αυτομάτως καθιστά τον εαυτό του έναν απλό παρατηρητή. Βολεύεται με τον τρόπο αυτό και αποσκοπεί σε οφέλη από την εκπλήρωση των προφητειών χωρίς καμιά δική του συμμετοχή.
Και εδώ ακριβώς είναι το βασικό λάθος στο οποίο, όπως επισημαίνει γέροντας ασκητής από το Παγγαίο Όρος υποπίπτουμε όλοι ανεξαιρέτως. Αρκεί για να το καταλάβουμε, λέγει ο ασκητής, σαν πιστοί χριστιανοί να κοιτάξουμε τους τοίχους των ιερών ναών μας. Εκεί θα δούμε ότι εικονίζονται άγιοι, μάρτυρες, ομολογητές, νηστευτές... Εικονίζονται με λίγα λόγια οι ήρωες της όρθόδοξης πίστεώς μας! Όλοι όμως έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό το οποίο είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα εμείς παραβλέπουμε. Ποιό θα με ρωτήσετε; Μα στο σύνολό τους επέλεξαν τον πλούτο του Θεού γυρίζοντας την πλάτη τους στον πλούτο του κόσμου. Και αυτό γιατί γνώριζαν καλά πως ο υποτιθέμενος πλούτος του κόσμου δεν είναι τίποτε άλλο από τα αγαθά του Θεού, τα οποία περνούν από γενιά σε γενιά για ολάκερες χιλιετίες... Όταν λοιπόν έστρεψαν ψυχή και σώμα στον πλούτο του ουρανού έλαβαν μεγάλο μισθό (πλουσία την χάρη). Έγιναν βασιλιάδες στην αιωνιότητα και τιμώμενοι ήρωες στην γη. Κατέστησαν συνεργοί του Θεού στην βοήθεια του ανθρώπου να ξεχωρίσει και να κατανοήσει τις πραγματικές αξίες και να παραμερίσει τα σκύβαλα.
Και που ξέρουμε πως είναι έτσι τα πράγματα; Μα ο ίδιος ο μονογενής Υιός του Θεού μας το αναφέρει μέσα από την παραβολή του πλουσίου και του φτωχού Λαζάρου. Ο πλούσιος φυσικά για τον κόσμο άρχοντας κατάντησε πάμφτωχος στην αιωνιότητα οδηγούμενος στην κόλαση ενώ ο φτωχός Λάζαρος κατέστη βασιλιάς στον ουρανό... Είναι άλλωστε πολύ πιο εύκολο να περάσει μία καμήλα από την τρύπα μιας βελόνας παρά να εισέλθει ο πλούσιος στον Παράδεισο...
Βασιλιάδες καλοί μου Χριστιανοί είναι λοιπόν αυτοί που εικονίζονται στους τοίχους των Εκκλησιών μας. Βασιλιάς πρόσφατα κατέστη, όπως υπογραμμίζει ο ίδιος γέροντας ασκητής και ο νεαρός ρωσικής καταγωγής ορθόδοξος χριστιανός στρατιώτης και μάρτυρας Ευγένιος Ροντιόνωφ. Και κατέστη τρανός βασιλιάς γιατί συνειδητά απόρριψε την πρόταση των δημίων του να αφήσει τον Χριστό και να γίνει μωαμεθανός. Κράτησε γερά τον σταυρό στο στήθος του γιατί εκείνος του άνοιξε τη πύλη της αιωνιότητας! Γιατί την ίδια όμως στιγμή που οι δήμιοί του έκοβαν το κεφάλι ο Χριστός τον τιμούσε με την κόκκινη βασιλική χλαμύδα του μάρτυρα.
Κατόπιν τούτου ο ουρανός αντάμειψε ολάκερο το ρωσικό λαό πολλαπλώς «εξαργυρώνοντας» τη θυσία του με μυριάδες ευλογίες. Τώρα ο νεαρός Άγιος Ευγένιος, όπως τονίζει ο γέροντας έχει καταστεί ο φόβος του Αντιδίκου τόσο στη Ρωσία, όσο και στην Ελλάδα μας. Αγωνίζεται να συντονίσει όλους τους ορθοδόξους λαούς στο πνεύμα της θυσίας και του ελέους, στο πνεύμα της σταύρωσης και της ανάστασης, στο πνεύμα της ταπείνωσης και της προσευχής.
«Ο Ευγένιος κατέχει τώρα στρατηγική θέση, δίπλα στον ελεήμονα αναστημένο αυτοκράτορα μας Άγιο Ιωάννη τον Βατάτζη. Οργανώνει μαζί με τον προφήτη Ηλία και τον Άγιο Γεώργιο τα στρατεύματα των αοράτων δυνάμεων, τα οποία βρίσκονται εκτός των τειχών της Βασιλεύουσας αναμένοντας το πράσινο φως για μία σειρά συνταρακτικών γεγονότων που θα αλλάξουν πλήρως την εικόνα της γης. Και θα την αλλάξουν όχι σύμφωνα με τις ενδόμυχες προσωπικές και επί το πλείστον ιδιοτελείς προσδοκίες του καθενός από εμάς αλλά σύμφωνα με τις εντολές του Κυρίου. Εντολές που αποβλέπουν στο να ξεκινήσει και πάλι η παραγωγή των καρπών και η γη να γίνει από ερημικός και άγονος τόπος γόνιμη κάτι που θα χαροποιήσει τον ουρανό... Και ως καρπός ουράνιος λογίζονται η πίστη και η θυσία, η αγάπη και το μαρτύριο σαν αυτό λ.χ. του νεαρού στρατιώτη Αγίου Ευγενίου. Αυτός καλοί μου χριστιανοί είναι ο πλούτος του ουρανού» λέγει χαρακτηριστικά ο γέροντας ασκητής. Ήταν μάλιστα πιο ξεκάθαρος από ποτέ όταν τον ρωτήσαμε για το πότε θα δώσει το πράσινο φως ο Θεός για να αρχίσουν τα γεγονότα.
«Το πράσινο φως θα δοθεί όταν εσύ και εγώ αλλάξουμε. Όταν ολοκληρωτικά ανέβουμε στο βασιλικό άρμα της μετανοίας που θα μας καταστήσει παλιάτσους σαν τον μαρμαρωμένο βασιλιά μας για τον κόσμο αλλά ταυτόχρονα θα μας οδηγήσει ενώπιον του Θεού για να ανακηρυχθούμε πρίγκιπες για τον ουρανό. Τα αναμενόμενα γεγονότα λοιπόν θα αρχίσουν όταν οι χριστιανοί στραφούν στον πλούτο του ουρανού. Όταν γυρίσουν συνειδητά την πλάτη στον ψεύτικο πλούτο της γης και αφουγκραστούν το «πλούσιοι επτώχευσαν...». Θα αρχίσουν όταν ολοκληρωτικά καταδικάσουν την ειδωλολατρία, που με τη μορφή της πλεονεξίας μας οδηγεί σε καλοστημένες παγίδες του Αντιδίκου. Θα αρχίσουν όταν σαν χριστιανοί συνειδητοποιήσουμε πως η ευθύνη δεν βρίσκεται στον άλλο, τον απέναντι αλλά σε εμάς. Θα αρχίσουν όταν ως πρότυπα ηρώων και ινδάλματα δεν θα έχουν ποδοσφαιριστές, μεγαλοκαρχαρίες του χρήματος, ηθοποιούς και κάθε λογής μασκαράδες αλλά θα έχουν τον Χριστό , την Παναγία και τους Αγίους μας. Γιατί ως ευθύνη καλοί μου χριστιανοί, εκλαμβάνονται η απομάκρυνση του νόμου του Θεού και του στυλοβάτη Ιησού Χριστού από τα σπίτια μας», υπογράμμισε με νόημα ο ίδιος γέροντας ασκητής.
Εκ των ανωτέρω λοιπόν διαπιστώνεται ότι στα επερχόμενα γεγονότα σημαντικό ρόλο θα διαδραματίσει το πως εμείς θα σταθούμε. Και η συμμετοχή μας έχει να κάνει με την αναγκαστική αλλαγή της πορείας μας από την ιδιοτέλεια στην ανιδιοτέλεια, από το μίσος στην αγάπη.Έτσι το ειλικρινές σφιχταγκάλιασμά μας με το Θεό θα αλλάξει, όπως γινόταν πάντοτε τον ρου της ιστορίας ελευθερώνοντας σαν τον Μ. Αλέξανδρο τους σκλαβωμένους στις πλάνες του Σατανά λαούς. Επιπλέον θα φέρει τις προσδοκώμενες λύσεις σε κάθε λογής κρίσεις.
Άλλωστε το νόμισμα με το οποίο συναλλάσσεται ο άνθρωπος με τον τριαδικό Θεό και τις αόρατες, ασώματες δυνάμεις δεν είναι το ευρώ η το δολάριο, ούτε το γιέν η η δραχμή, δεν είναι ο χρυσός, η το ασήμι, ούτε το πετρέλαιο η το φυσικό αέριο. Και ποιό είναι το νόμισμα; Ο ουρανός στις συναλλαγές του με τους ανθρώπους χρησιμοποιεί το «νόμισμα» της θυσίας. Μόνο με τη θυσία εξαλείφονται οριστικά τα δανειακά συμβόλαια του μυστηρίου της ανομίας που έχει υπογράψει ο Αντίδικος με τα επί γης πιστά όργανά του.
Έξοδος και λύση.
Οι κρίσεις λοιπόν που ταλανίζουν την ευλογημένη πατρίδα μας, την Ελλάδα έχουν αποκλειστικό στόχο -άλλωστε γι’ αυτό τις επέτρεψε ο Θεός- να οδηγηθούμε στην ταπείνωση. Οι κρίσεις εμπεριέχουν έντονα και το ανατρεπτικό στοιχείο. Όσο περισσότερο χριστιανοί μου αγκιστρωνόμαστε στους άρχοντες του κόσμου τούτου τόσο αυτές θα αυξάνονται και θα σκληραίνουν σαν τις πληγές του Φαραώ.
Γι’ αυτό καιρός είναι να τολμήσουμε την προσωπική μας έξοδο από τα αδιέξοδα και τους ιστούς του Αντιδίκου. Καιρός είναι να συστρατευθούμε με τον Χριστό. Καιρός είναι να στρατολογηθούμε στα τάγματα των ασωμάτων και να απελευθερώσουμε πρώτα την πόλη της ψυχής μας καθιστώντας την και πάλι τρανή βασιλεύουσα της οικουμένης.

Κάτω τα χέρια από τον ιδρώτα του βιοπαλαιστή, υπάρχει Θεός

Η απάτη του Χρηματιστηρίου, τα δομημένα ομόλογα, η κατασπατάληση του δημοσίου χρήματος, η συνεχής εξαπάτηση και δημόσια κοροϊδία, ο εμπαιγμός του λαού, η αμετανοησία των σκληρόκαρδων αρχόντων της πολιτικής και όχι μόνο σκηνής του τόπου μας δεν εξοργίζουν μόνο τους φτωχούς βιοπαλαιστές αλλά και τον ίδιο τον Παντοκράτορα. Δείχνουν δε τη σήψη που δημιουργεί η αλαζονεία στον άνθρωπο. Γιατί αλαζόνες και εγωιστές είναι όλοι αυτοί οι απατεώνες που τους βλέπουμε να περιφέρονται στην κοινωνία μας με ένα χαρτοφύλακα παραμάσχαλα, να κάνουν τους σπουδαίους και να κοκορεύονται χωρίς αιδώ παριστάνοντας τους τρανούς. Και ταυτόχρονα να πίνουν το αίμα των φτωχών ανθρώπων που με αγώνα ζωής έχουν το αναφαίρετο και θεάρεστο δικαίωμα να λαμβάνουν το δικό τους χρήμα. Φατρίες και μίζες κάνουν όλους αυτούς τους ράθυμους κοκορόμυαλους να αδειάζουν με περίσσια ευκολία τα δημόσια ταμεία και να διαχειρίζονται τους κόπους και τις οικονομίες του κοσμάκη σαν να είναι δικά τους αποκτήματα. Λησμονούν οι δυστυχείς ότι υπάρχει και η δικαιοσύνη του Θεού που ήδη τους φανερώνει και τους στιγματίζει και θα τους τιμωρήσει παραδειγματικά.
Η κοινωνία μας είναι όμοια μ’ αυτή την κοινωνία των χρόνων του Χριστού. Και τότε ακριβώς όπως και σήμερα επικρατούσαν παρόμοιες καταστάσεις. Στη δεσπόζουσα και ισχυρή τότε ρωμαϊκή αυτοκρατορία παρατηρούσες την ηθική κατάπτωση σ’ όλα τα κοινωνικά στρώματα, όμοια μ’ αυτή που διαπιστώνεται σήμερα. Οι απατεωνιές, η ανηθικότητα του βίου, η αθεΐα και η χαλαρότητα στην πίστη των όσων ισχυρίζονταν πως σέβονταν το Θεό (Ιουδαίοι) η τους θεούς (ειδωλολάτρες), η εκμετάλλευση του φτωχού και η αρπαγή του βιος του, η δουλεία και η κοινωνική ανισότητα ήταν στο προσκήνιο. Ακόμη και τις αθώες ψιχούλες, τα μικρά παιδιά έβαζε στο μάτι το φοβερό μίασμα, ο Βελζεβούλ και παρακινούσε αδίστακτους παιδεραστές να εγκλιματίσουν, όπως ακριβώς παρατηρείται και σήμερα.
Η ανώτατη κάστα η τάξη εκείνης της περιόδου αναλίσκετο στη ασυδοσία και στα ναρκωτικά της εποχής επιχειρώντας να συναντήσει και να βρει την ευτυχία μέσα από διασκεδάσεις και ασύστολη κατανάλωση αλκοόλ, μέσα από υπερκαταναλώσεις εφήμερων αγαθών, μέσα από κάθε λογής ναρκωτικά που δεν έλειπαν ούτε εκείνη την περίοδο.
Ο αδελφός στρεφόταν κατά του αδελφού του, ο πλούσιος κατά του φτωχού και ο πλησίον αντιμετωπιζόταν ως ο μεγαλύτερος εχθρός. Οι άρχοντες και οι διοικητές της εποχής επιλέγονταν βάσει αντίστοιχων κριτηρίων που ισχύουν σήμερα ενώ την εύνοια των αυτοκρατόρων κέρδιζαν όσοι τους πήγαιναν περισσότερο χρήμα και πλούτο! Η αξιοκρατία στα ηγετικά κέντρα υφίστατο μόνο κατ’ όνομα γιατί στην πράξη ίσχυαν ευτελή κριτήρια επιλογής. Τότε όποιος τολμούσε να διαμαρτυρηθεί για τα δίκαιά του στιγματιζόταν ως επαναστάτης και τις περισσότερες φορές το αποπνικτικό σύστημα τον κατέτασσε στην τάξη των δούλων.
Ο απλός λαός απελπισμένος και απογοητευμένος προσδοκούσε καρτερικά την άνωθεν σωτηρία. Ήλπιζε σε κάτι καλύτερο, χωρίς να δύναται ωστόσο να το προσδιορίσει. Και ο Θεός τότε έστειλε το μονογενή Υιό Του, τον Ιησού Χριστό για να λυτρώσει τον άνθρωπο, επαναφέροντας τα πράγματα στη θέση τους.
Ερχόμαστε τώρα στο σήμερα. Εξετάστε μόνοι σας Χριστιανοί μου την ομοιότητα της εποχής μας με την περίοδο εκείνη και θα διαπιστώσετε να κυριαρχεί η ίδια ασυδοσία. Θα δείτε την κοινωνία των αρχόντων να προκαλεί με τον πλούτο τους. Θα διακρίνετε τη μεσαία τάξη να επιχειρεί να μιμηθεί στην απατεωνιά τους μεγάλους μέσα από ένα παιχνίδι σατανικού συναγωνισμού που έχει ως βάση, αφετηρία και τέλος τη φράση «ο θάνατός σου η ζωή μου». Θα δείτε τους άρχοντες να εξαγοράζουν με το χρήμα τα πάντα και να επιχειρούν ακόμη με τον εφήμερο πλούτο τους να εξαγνίσουν την αποστασία και τη γύμνια τους από το Θεό. Είμαι βέβαιος πως θα έχετε ακούσει τη κοινή πλέον φράση της απληστίας πως «όποιος έχει το χρήμα, έχει τα πάντα» και θα έχετε αφουγκραστεί να ψιθυρίζει ο κατά κοινή ομολογία απελπισμένος και απογοητευμένος σύγχρονος άνθρωπος πως «την ευτυχία τη φέρει σήμερα το χρήμα και ο πλούτος»!
Ακόμη και η ανηθικότητα και η ανωμαλία υπό την έννοια της ωμής παραβίασης των εντολών του Θεού επιβραβεύεται και νομιμοποιείται από τους σύγχρονους μοιραίους όμως «αυτοκράτορες» λιγοστών εναλλασσόμενων οικογενειών του κόσμου τούτου. «Αυτοκράτορες» αμετανόητους που νίπτουν τα χέρια τους και δείχνουν να απορούν, όταν αποκαλύπτονται το ένα μετά το άλλο τα σκάνδαλα και αναδύεται η δυσωδία. Κάνουν τους ανήξερους και αδιαφορούν για το κατάντημα της κοινωνίας. Νοιάζονται δήθεν για το λαό αλλά κατ’ ουσία ως αλαζόνες και φιλοτομαριστές και άρπαγες μοχθούν να ικανοποιήσουν το συμφέρον τους. Και φοβούμενοι τη λαϊκή κατακραυγή κρύπτονται πίσω από ένα σύστημα δικαιοσύνης που είναι ραμμένο και κομμένο στα μέτρα τους...
Με το χρήμα δε που αναγκάζονται ενίοτε να διανείμουν –μόνο όταν ζορίζονται- επιχειρούν να κλείσουν στόματα πεινασμένα και κορμιά ταλαιπωρημένα. Εν συνέχεια και μετά την εικονική ψεύτικη και τιποτένια ευεργεσία μετατρέπονται σε αδίστακτους εκβιαστές αθώων και κατατρεγμένων. Από το λεξιλόγιο αυτών των οργάνων του Βελζεβούλ απουσιάζει η λέξη μετάνοια.
Σήμερα λοιπόν η τότε δουλεία της Ρωμαϊκής εποχής υφίσταται σε μία άλλη μορφή που ανακάλυψε ο Σατανάς. Παρουσιάζεται και προωθείται μέσα από ένα είδωλο, μία ψευδαίσθηση ελευθερίας που δήθεν παρέχεται προς όλους. Ένα είδωλο που καλλιεργείται επισήμως από την τηλεόραση η οποία κατάντησε να λειτουργεί σαν κερκόπορτα μέσα από την οποία διεισδύει ο Σατανάς για να αλλοιώσει συνειδήσεις, να ενσπείρει διχόνοιες σε φιλίες, να διασπάσει και να διαλύσει την ενότητα της οικογένειας, της πατρίδας και της θρησκείας μας.
Σήμερα ο άνθρωπος έπεσε στην παγίδα της κατανάλωσης και αποδέχθηκε ως φυσιολογικά πράγματα αυτά που είναι ξένα προς την φύση του. Έτσι, τώρα δεν χρειάζονται οι τελώνες για να εκβιάσουν τους βιοπαλαιστές και τη φτωχολογιά και να αποκομίσουν όλα αυτά που απαιτούν οι κοιλιόδουλοι σατανάδες και η σκοτεινή φατρία των αδίστακτων φονιάδων που τους υπηρετούν σε στοές και σε υπόγειους ναούς. Σήμερα το ρόλο του τελώνη παίζει η διαφήμιση που με την έννοια της πλύσης του εγκεφάλου υπνωτίζει και εξουθενώνει τον άνθρωπο καθιστώντας τον άβουλο. Σήμερα το ρόλο του τελώνη παίζει η λεγόμενη προπαγάνδα η αλλιώς μηχανορραφία συνάθροισης διαβόλων που καθυποτάζει το λαό διαρρηγνύοντας τα στοιχεία ενότητάς του. Σήμερα το ρόλο του τελώνη τον παίζουν οι επίδοξοι πειναλέοι εραστές μίας ανούσιας εξουσίας που μέσα από σκοτεινές διαδρομές, («οφσόρ εταιρίες», χαρτοφυλάκια, μετοχές, επιδοτήσεις κ.α.) καταληστεύουν ατιμώρητοι τη φτωχολογιά. Σήμερα το ρόλο του τελώνη παίζουν όλοι αυτοί οι άρχοντες της προσφοράς η κατά κυριολεξία της συμφοράς που δήθεν κάνουν έργα φιλανθρωπίας και χτίζουν ιδρύματα και νοσοκομεία με το ιδρώτα του φτωχού. Λαμβάνουν δε και εκκλησιαστικά οφφίκια επί πληρωμή που κυκλοφορούν ευρέως σαν τα συγχωροχάρτια του Πάπα στον μεσαίωνα.
Εκτός όμως από τελώνες στην εποχή μας συναντάμε εξελιγμένους πλέον και τους Φαρισαίους της εποχής του Χριστού. Και αυτοί όπως και εκείνοι ζουν στην πολυτέλεια που απέκτησαν έπειτα από μία δουλική ευτελή διαδρομή, που ο λαός ενίοτε ονομάζει «γλύψιμο» εξουσίας. Και αυτοί όπως εκείνοι εξασφαλίζουν μία ψευδαίσθηση ευτυχίας μέσα από σειρά παρασκηνιακών συναλλαγών και διαβουλεύσεων. Και αυτοί, όπως και εκείνοι κυνηγούν και ευτελίζουν και συκοφαντούν τον Χριστό, που παρουσιάζεται ενώπιόν τους κάθε φορά είτε με το πρόσωπο του φτωχού, είτε με το πρόσωπο του αδικημένου, είτε με το πρόσωπο του πάσχοντα.
Και αυτοί, όπως εκείνοι τρέχουν να καθυποτάξουν και να διαλύσουν και να συντρίψουν ανθρώπους δικαίους και πιστούς, ρασοφόρους τίμιους και εργατικούς. Και αυτοί , όπως εκείνοι δεν διαφέρουν στην πολυτέλεια των ενδυμάτων τους και στην καλοπέραση και σε κάθε είδους σαρκικές απολαύσεις που γεύονται με κάθε ευκαιρία. Και αυτοί, όπως εκείνοι στήνουν δημόσιες γιορτές και εμφανίζονται σε επαύλεις πλουσίων αρχόντων σε μία προσπάθεια επιβεβαίωσης της ευτελούς εξουσίας. Και αυτοί, όπως και εκείνοι λυμαίνονται τον οβολό της χήρας και του φτωχού για να ικανοποιήσουν τα πάθη τους. Και αυτοί, όπως και εκείνοι λειτουργούν κατά τον ίδιο κατευναστικό τρόπο για να ελέγξουν τις διαμαρτυρίες του λαού και να εξασφαλίσουν έτσι την ηρεμία στους άρχοντες... Και αυτοί, όπως και εκείνοι έχουν κλειστά τα μάτια της ψυχής τους και δεν βλέπουν τις αλλαγές που ήδη ετοίμασε ο Παντοκράτορας. Και αυτοί, όπως και εκείνοι δεν θέλουν να ακούν τη βροντερή φωνή του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου που τους καλεί συνεχώς και αδιαλείπτως σε μετάνοια.
Οι ίδιες λοιπόν κουστωδίες της ρωμαϊκής εποχής λειτουργούν ανεξέλεγκτα και σήμερα όχι μόνο στην Ελλάδα μας αλλά και σ’ όλο τον πλανήτη. Δεν έχουν ως φαίνεται πληροφορηθεί το μεγάλο γεγονός των ημερών μας, τη μεγάλη είδηση του Σύμπαντος κόσμου που έχει να κάνει με τη σύλληψη του Βελζεβούλ από τον Παντοκράτορα. Αγνοούν ότι ηδη ο Βελζεβούλ καίγεται από τις φλόγες που αναδύονται από τον πύρινο θρόνο του Παντοκράτορα. Και αυτό σημαίνει πως σύντομα όλα θα αλλάξουν και χαράς ευαγγέλια θα επικρατήσουν στη γη.
Οι επιστήμονες που ασχολούνται με τα πυρηνικά έχουν αρχίσει να διαισθάνονται και να βλέπουν τα εμπόδια που τους βάζει ο Θεός για να μην προχωρήσουν στο καταστροφικό έργο τους. Οι μετεωρολόγοι κατανοούν πως κάτι σημαντικό γίνεται στην μολυσμένη ατμόσφαιρα και βλέπουν να αλλάζουν τα δεδομένα προς το καλύτερο. Την ίδια στιγμή ο Τριαδικός μόνος αληθινός Θεός άπλωσε νέο δίκτυ προστασίας και τύλιξε τη γη για να την προστατεύσει από τη μήνη και αναταραχή που προκαλεί στο σύμπαν η απιστία και η απομάκρυνση του σύγχρονου ανθρώπου από το Θεό. Παράλληλα αποκατέστησε πλήρως τις ζημιές που προξένησαν τα πυρηνικά τερτίπια στον υποθαλάσσιο κόσμο και επαναφέρει την τάξη σταδιακά.
Ο άγιος γέροντας της εποχής μας Πορφύριος αναφερόμενος σε αυτές ακριβώς τις αλλαγές μιλούσε περί της ενότητας «ίνα ώσιν εν» έλεγε. Και η ενότητα αυτή επανέρχεται! Και αλίμονο σ’ αυτούς ρασοφόρους και λαϊκούς που θα τους συναντήσει να μένουν πιστοί στην υπηρεσία του Βελζεβούλ. Ο Θεός δεν εγκαταλείπει το δημιούργημά του και θα δείτε πως θα στείλει και πάλι άνθρωπο για να συμβάλει στην επίτευξη της ενότητας του σύγχρονου ανθρώπου με την Αγία και ομοούσιο και αδιαίρετο Τριάδα, τον Πατέρα Παντοκράτορα, τον Υιό Του Ιησού Χριστό και το Άγιο Πνεύμα.

Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2012

Βοήθεια στους άστεγους

Στείλτε κενό sms* στο 54565 και στηρίξτε το φιλανθρωπικό έργο της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών.
*χρέωση για κάθε sms 2 ευρώ + ΦΠΑ (από κινητά cosmote / wind / vodafone)
Από την 1.1.2010 μέχρι τις 25.3.2011 η Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών έχει διαθέσει 1.260.000 ευρώ για την υλοποίηση του προγράμματος συσσιτίων για τους άπορους και άστεγους συνανθρώπους μας. Από 1.3.2009 μέχρι 30.9.2010 διέθεσε για τον ίδιο σκοπό 540.000 ευρώ.


Δράσεις που ενισχύετε στηρίζοντας το έργο της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών


10.350 δωρεάν μερίδες φαγητού διατίθενται καθημερινά στα όρια της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών
70.000 δέματα με είδη τροφίμων προσφέρονται κάθε χρόνο σε πολύτεκνες οικογένειες
5 εκ. ευρώ δαπανώνται ετησίως μόνο για τα συσσίτια της Ιεράς Αρχιεπισκοπής (το ποσό αφορά και τα συσσίτια που γίνονται από τις Ενορίες της Ι.Α.Α.)
4,5 εκ. ευρώ δαπανήθηκαν το 2010 για οικονομικά βοηθήματα που δόθηκαν σε απόρους μέσω150 ενοριών. (Σε όσους δίδονται βοηθήματα γίνεται πιστοποίηση με φορολογική δήλωση και κάρτα ανεργίας, ώστε να λαμβάνουν βοήθεια όσοι έχουν πραγματικά ανάγκη)
15 χιλιάδες είδη ένδυσης και υπόδησης προσφέρονται κάθε χρόνο μέσω του προγράμματος ΤΑΒΙΘΑ
80.000 ευρώ προσφέρονται ετησίως σε φυλακισμένους, ενώ τους παρέχεται και νομική υποστήριξη
7.000 μονάδες αίματος συγκεντρώνονται το χρόνο από την Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών και την ΜΚΟ “Aποστολή”
Παρέχεται στήριξη σε άπορους που έχουν ανάγκη νοσηλείας σε δημόσια και ιδιωτικά νοσηλευτικά ιδρύματα της χώρας
Δίκτυο 17 ιδρυμάτων με 650 τροφίμους
Δύο ιδρύματα που φιλοξενούν παιδιά με νοητική υστέρηση
Δύο βρεφονηπιακούς σταθμούς (έναν στους Αγίους Αναργύρους και ένα στην Ηλιούπολη, όπου ο πρώτος είναι πρότυπος στα Βαλκάνια)
Το έργο στηρίζεται από 3.000 εθελοντές και τους ιερείς της Ιεράς Αρχιεπισκοπής
Άλλοι τρόποι για να ενισχύσετε
την προσπάθειά μας:
Καταθέτοντας στους λογαριασμούς
Εθνική Τράπεζα: 146 5580 12 99
IBAN: GR 42 0110 14 60 0000 1465 5801 299
Proton Βank: 201 150 1392 77
ΙΒΑΝ: GR 52 0370 0010 0000 0215 0139 277
ATEBank
Καταθέτοντας οποιοδήποτε ποσό στο λογαριασμό
“Αποστολή Ζωής”
Τα αναλυτικά στοιχεία για το πώς αξιοποιούνται τα χρήματα που προσφέρετε στο φιλανθρωπικό και κοινωνικό έργο της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών μπορούν να δοθούν σε κάθε ενδιαφερόμενο. Για περισσότερες πληροφορίες επικοινωνήστε στο: 213 0 18 44 00
Πέραν της υλικής βοήθειας μπορείτε να βοηθήσετε διαθέτοντας λίγο από τον χρόνο σας προσφέροντας εθελοντική εργασία στις δράσεις μας.
Οι παραπάνω δράσεις πραγματοποιούνται από την Μ.Κ.Ο. “Aποστολή”, το Γενικό Φιλόπτωχο Ταμείo, τις Ενορίες και τη Διεύθυνση Νεότητας της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών.

Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2012

Το αληθινό νόημα του πόνου στη ζωή μας

Αφιέρωμα σε όλους εκείνους που με υπομονή κι ελπίδα σηκώνουν τον σταυρό τους
Γιατί να πονώ Θεέ μου;
Είναι αλήθεια πως σήμερα υπάρχει άφθονος σω­ματικός και ψυχικός πόνος. Άλλοτε ευθύνεται γι’ αυ­τόν ο άνθρωπος και άλλοτε όχι. Σημασία έχει την ώ­ρα του πόνου κάποιος να τον συνδράμει. Να μη τον α­φήσει ν’ απογοητευθεί, να πνιγεί στη μοναξιά, να πο­νέσει ακόμη πιο πολύ.
Με αυτή την προοπτική γράφθηκε και το κείμενο που ακολουθεί, από ένα άνθρωπο που πόνεσε πολύ. Γνωρίζω πως ο πόνος σ’ έφερε στο κρεβάτι του πόνου ή σ’ έκλεισε στο σπίτι σου. Η επίσκεψη του πόνου στη ζωή σου δεν είναι ασφαλώς κάτι δίχως σημασία και σκοπό. Δεν είναι καθόλου ένα τυχαίο γεγονός. Δεν πιστεύουμε στην τύχη. Το Ευαγγέλιο λέει πως κάτω από τη ματιά του Θεού είναι και το πέσιμο του κάθε φύλλου από το δένδρο. Πόσο μάλλον από τα προβλήματα των παιδιών Του. Ο Θεός δεν παύει ποτέ να ενδιαφέρεται για τα μετάνοια και τη σωτηρία μας και προσφέρει μύριες ευκαιρίες και ανοίγει διάφο­ρους δρόμους.
Αν την υγεία μας, αγαπητοί μου, τη σπαταλήσαμε σε ανώφελα έργα, καλούμεθα τώρα, να μελετήσουμε το παρελθόν, να δούμε βαθύτερα τον όχι και τόσο γνωστό εαυτό μας. Είναι μία μεγάλη ακόμη ευκαιρία που μας δίνει ο Πανάγαθος Θεός, για να σκύψουμε μέσα μας, να μετανοήσουμε ειλικρινά, να προσευχηθού­με θερμά, να γνωρίσουμε την ακένωτη χάρη των ιε­ρών μυστηρίων της αγίας μητέρας μας Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Η ασθένεια δεν προέρχεται, αδελφοί μου, από την τιμωρία ενός εκδικητή Θεού. Η αντίληψη αυτή είναι ανορθόδοξη, πέρα για πέρα λαθεμένη. Ο Θεός μας μόνο αγαπά και δεν τιμωρεί τα πλάσματά Του. Ο Θε­ός είναι μακρόθυμος, πολυέλεος, πολυεύσπλαχνος, πανάγαθος και αληθινός. Τ’ όνομα του Θεού είναι α­γάπη, λέει ο αγαπημένος του μαθητής Ιωάννης ο Θε­ολόγος. Παραχωρεί, επιτρέπει παιδαγωγικά προς βοή­θεια την ασθένεια, για να μας φρονηματίσει, να μας διορθώσει, να μας προσγειώσει και ταπεινώσει. Ο πό­νος έτσι μπορεί να γίνει αφορμή, για μία πιο ουσια­στική και βαθειά γνωριμία μας με τον Θεό, και όχι να τα βάλουμε μαζί του. Ο πόνος μπορεί να μας συνδράμει να γίνουμε πιο ανεκτικοί και συμπονετικοί με τους αδελφούς μας και να γνωρίσουμε τον άγνωστο ε­αυτό μας. Είπαν ορθά πως όποιος έχει υποφέρει πολύ μοιάζει μ’ εκείνον που γνωρίζει πολλές γλώσσες κι έ­τσι μπορεί να καταλάβει πολλούς και να τον καταλά­βουν πολλοί.
Αν εκμεταλλευθούμε την πράγματι σημαντική ευ­καιρία, μπορεί ο σωματικός πόνος να γίνει θεραπευ­τής της αθάνατης ψυχής μας. Ο πόνος τότε θα γίνει ευλογία. Δεν ζητάμε βεβαίως εμείς οι πιστοί τον πόνο νοσηρά στη ζωή μας. Η Εκκλησία μας πάντοτε εύχε­ται υπέρ υγείας και διαφωτίσεως των τέκνων της. Εάν έλθει όμως ο πόνος να τον υπομείνουμε καρτερικά κι ελπιδοφόρα και θα έχουμε, αλήθεια, μεγάλο κέρδος. Με τον τρόπο αυτό ο σκοπός της δοκιμασίας μας θα έχει επιτευχθεί, αφού θα έχει μαλακώσει η καρδιά μας και θα έχουμε βοηθηθεί στο να γνωρίσουμε τον πραγ­ματικό εαυτό μας και τον Θεό μας.
Είναι επίσης αλήθεια, αγαπητοί μου, πως οι πονε­μένοι λειαίνονται, και αυτοί τελικά έχουν κάτι σημα­ντικό να πουν, ως εμπειρικό και βιωματικό. Πίσω από κάθε ανθρώπινο πόνο κρύβεται το χέρι του Θεού που ευλογεί. Μακάριοι οι πονεμένοι ως πλούσια ευλογη­μένοι.
Είναι ακόμη αλήθεια πως στα χείλη του κάθε πο­νεμένου συχνά ανεβαίνει εκείνο το γνωστό και βαθύ «γιατί σ’ εμένα Θεέ μου»; Στο ανθρώπινο αυτό «γιατί» δεν νομίζουμε ότι υπάρχει μία εύκολη και γρήγορη α­πάντηση. Η απάντηση θάλθει πιο αργά από τον ίδιο τον Εσταυρωμένο Θεάνθρωπο. Ο άνθρωπος αξιώνε­ται να συμμετέχει στον σταυρό του Κυρίου. Μη νομί­ζετε ότι είναι κάτι μικρό αυτό.
Μέσα από τον πόνο οι προσευχές είναι σίγουρα πιο κατανυκτικές, πιο θερμές, πιο ευπρόσδεκτες. Δί­νουν κατ’ αρχάς τη γαλήνη της υπομονής στη δοκιμα­σία, λιγοστεύουν την απαιτητικότητα, ταπεινώνουν α­ληθινά, χαρίζουν τη χαρά της ελπίδος και την υγεία της ψυχής. Μέσα μας θα βρούμε τον Θεό. Όσο πιο γρήγορα τον συναντήσουμε τόσο πιο γρήγορα θ’ απελευθερωθούμε και θα χαρούμε αληθινά.
Είπαν ωραία πως πριν μας στείλει ο Θεός τον σταυρό που σηκώνουμε, τον ζύγισε, τον είδε καλά, τον εξέτασε προσεκτικά με την πανσοφία, την αγάπη και τη δικαιοσύνη Του. Το αγαθό βλέμμα Του τον πα­ρακολούθησε και η μεγάλη Του καρδιά τον θέρμανε, αφού τον ξαναζύγισε με την άπειρη στοργή Του. Νο­μίζεις πως είναι πιο βαρύς απ’ ότι μπορείς να σηκώ­σεις, ενώ έχεις άγνωστες και ανακάλυπτες δυνάμεις μέσα σου. Μη χάνεις το θάρρος σου, μη τα βάζεις με τον Θεό, γνωρίζει πολύ καλά τι κάνει. Τον ευλόγησε πριν τον θέσει τον σταυρό στους ώμους σου. Σίγουρα μπορείς να τον σηκώσεις. Μη λησμονάς πως πάντα πριν το Κενό Μνημείο είναι ο Γολγοθάς. Η Ανάστα­ση έπεται της Σταύρωσης.
Είναι γεγονός πως η ζωή μας είναι ζυμωμένη με δάκρυα που προέρχονται από τον πόνο της ασθένειας, των θλίψεων, των βασάνων, της εγκατάλειψης και της μοναξιάς. Έχουν γίνει αχώριστοι σύντροφοι. Ο λό­γος του Θεού, η Αγία Γραφή, μας πληροφορεί πειστι­κά πως η ασθένεια, ο πόνος, η θλίψη, ο θάνατος δεν υπήρχαν από την αρχή της δημιουργίας. Πρόκειται για μεταπτωτικά φαινόμενα. Η φθαρτότητα, η ασθέ­νεια, ο πόνος είναι αποτέλεσμα της παρακοής των πρωτοπλάστων στον Δημιουργό τους και η υπακοή τους στον δαίμονα. Ο αποχωρισμός του ανθρώπου α­πό τον Θεό έχει οικτρές συνέπειες. Η απελευθέρωση του πιστού από τα δαιμονικά δεσμά μπορεί να τον κά­νει να βρει το πνευματικό περιεχόμενο της δοκιμα­σίας του και τότε η δοκιμασία να γίνει σημαντική ευ­καιρία, όπως είπαμε, βαθύτερης γνώσης του Θεού και συναντήσεώς του με Αυτόν.
Οι ιερείς της Εκκλησίας μας είναι νοσηλευτές και η Εκκλησία μας θεραπευτήριο. Οι ιερείς πλησιά­ζουν τους ασθενείς για να τους απελευθερώσουν, να τους επαναπροσανατολίσουν, να τους ανορθώσουν δια της μετανοίας. Συμμετέχουν όσο μπορούν στον πόνο για να τους τον απαλύνουν και να κάνουν πιο ε­λαφρύ τον σταυρό τους. Είναι μεγάλη η παράκληση των πασχόντων όταν κατανοήσουν το νόημα του σταυρού τους. Η προσωπική άρση του σταυρού νοηματιζόμενη συντελεί στην ανόρθωση. Βλέποντας ο ταλαιπωρούμενος και δοκιμαζόμενος άνθρωπος τη δοκιμασία του ως θεία επίσκεψη και θεία παιδαγωγία με­ταβάλλει τη στάση του, αντιμετωπίζει το πρόβλημα πολύ διαφορετικά, αν δεν γεμίζει χαρά γεμίζει πάντως ελπίδα. Η θεία Χάρη μπορεί να οδηγήσει σε αυτή την ωριμότητα τον σκληρά δοκιμαζόμενο. Εμείς θα πούμε τον καλό λόγο, αλλά η Χάρη του Θεού θα ολο­κληρώσει το έργο αυτό.
Το ευχολόγιο στα χέρια του ιερέως είναι πολύ πα­ρηγορητικό στις δύσκολες αυτές ώρες. Η σύνοψη ή το προσευχητάρι, με την Παράκληση της Παναγίας και τους υπέροχους Χαιρετισμούς, στα χέρια του α­σθενούς είναι φτερά ειρήνης. Η Παναγία, η μάνα ό­λων των πονεμένων, που πόνεσε τόσο πολύ και συ­μπονά όλους τους πονεμένους, δίνει μια γλυκειά πα­ραμυθία και μεγάλη ενίσχυση σε όλους. Μη φοβόμα­στε το ιερατικό πετραχήλι, τον τίμιο σταυρό, το άγιο έλαιο, τα τίμια και χαριτόβρυτα λείψανα, τον αγια­σμό, το αντίδωρο, τη θεία Κοινωνία.
Επανερχόμενοι στο δύσκολο ερώτημα γιατί ο Θε­ός να επιτρέπει να ταλαιπωρείται το πλάσμα του, να βασανίζεται και ν’ αγωνιά μέσα στον πολύ πόνο, τα­πεινά θα πούμε πάλι: Ο πόνος μας αφυπνίζει να ενδια­φερθούμε καλύτερα για τη μετάνοια, την ταπείνωση, την αναθέρμανση της πίστης μας και τη συμπόνια του πλησίον μας. Ο πόνος, σωματικός ή ψυχικός, μας ε­πισκέπτεται για κάποιο ιδιαίτερα σοβαρό λόγο. Για να ξαναδούμε την πορεία, τους στόχους και τον σκο­πό της εφήμερης ζωής μας. Είπαμε πως μερικές φορές ένας ψυχικός πόνος είναι δριμύτερος του σωματικού και ίσως και πιο δυσκολοθεράπευτος. Ο μεγάλος ψυ­χίατρος Γιούνγκ πάντως λέει πως το πρόβλημα του ψυχικώς πάσχοντος, κατά ασυγκρίτως ανώτερο λόγο ανήκει στον πνευματικό παρά στον ιατρό!
Άνθρωποι δίχως Θεό και ηθικές αρχές στον πόνο της ασθένειας διαλύονται και καταντούν αξιολύπητοι. Ο Θεός δεν τους αποστρέφεται, αλλά τους επισκέπτε­ται διαφορότροπα, με διάφορα φάρμακα για να τους θεραπεύσει κι όχι να τους πληγώσει και πικράνει. Ο θείος και ιερός Χρυσόστομος θαυμάσια συμβουλεύει να μη γογγύζουμε εύκολα με τα δυσάρεστα που μας βρίσκουν και μάλιστα να μη βλασφημούμε. Μήπως έτσι, λέει, θα γίνει πιο ελαφρύς ο πόνος μας; Ούτε χρειάζεται να πολυεξετάζουμε τους λόγους και τις αι­τίες και τις αφορμές και να ζητάμε πολλές εξηγήσεις για όλα αυτά που μας επιτρέπει η πανσοφία του Θεού. Να μη λησμονάμε ποτέ πως η παρούσα ζωή είναι στά­διο άθλων και αγώνων και η άλλη ζωή είναι επάθλων και αιώνιας ανάπαυσης. Στις δυσκολίες, τις συμφορές και τους πόνους να επικαλούμεθα τη σωστική βοή­θεια του Θεού με κάθε εμπιστοσύνη.
Πάντοτε παραμένει επίκαιρο το θέμα της ασθέ­νειας. Πολλοί οι ασθενείς στα σπίτια, στα νοσοκο­μεία, στους δρόμους. Είμαστε εμείς οι ίδιοι ασθενείς ή δικοί μας άνθρωποι. Σήμερα εμείς, αύριο άλλοι και το αντίθετο. Ο πόνος κτυπά όλες τις πόρτες, όλες τις ώρες αδιάκριτα, πλουσίων, φτωχών, νέων, ηλικιωμέ­νων, μορφωμένων, αμόρφωτων, όλων. Γιατί ν’ αρρω­σταίνουμε και γιατί να πονάμε; Το ίδιο ερώτημα επα­νέρχεται με δριμύτητα. Δεν είναι μόνο από τις αμαρ­τίες οι διάφορες αρρώστειες. Αρρώστειες πολλές και μεγάλες είχαν και οι άγιοι. Οι αρρώστειες μας κάνουν να θυμηθούμε τον λησμονημένο Θεό, να τον επικαλε­σθούμε, να συνδεθούμε μαζί του. Η μνήμη του Θεού συντείνει στην ειλικρινή μετάνοια. Οι αρρώστειες εί­ναι, αλήθεια, για να μας φέρουν πιο κοντά στον Θεό και όχι να μας απομακρύνουν από Αυτόν. Την πίστη μας στον Θεό αποδεικνύουμε με την υπομονή στις δο­κιμασίες και μάλιστα στον πόνο των ασθενειών.
Αν ο πόνος σ’ έκανε συμπονετικό κέρδισες. Αν η ασθένεια σ’ έφερε να θυμάσαι πιο πολύ τον ουρανό εί­σαι ευλογημένος και μακάριος. Αν ο πόνος σου κα­θάρισε τα μάτια, για να βλέπεις πιο βαθειά τα γεγονό­τα και τα πράγματα, τότε είσαι πλούσια κερδισμένος. Αν ο άγιος πόνος σ’ έκανε, αδελφέ μου, πιο καρτερι­κό, πιο γενναίο, πιο διαλλακτικό και ανεκτικό να ευ­χαριστείς εκ βαθέων τον Θεό που αρρώστησες. Γιατί αρρώστησες και κέρδισες τελικά έτσι. Δίχως πόνο έχεις πολλές κατακτήσεις, αλλά όχι αληθινές γνώσεις. Ο πόνος σμιλεύει και τελειοποιεί τον άνθρωπο. Δί­χως τον πόνο ο άνθρωπος θα ήταν σκληρός και ακα­τέργαστος. Ο πόνος γεννά τα δάκρυα και τα δάκρυα την κάθαρση. Τα δάκρυα ποτίζουν τα ευώδη άνθη της κατάνυξης, της συντριβής, της ευλάβειας, της ευσέ­βειας, της ευλογίας.
Δεν υπάρχει άνθρωπος δίχως πόνο. Πήγε κάποτε ένας να πει τον πόνο του σε κάποιον και δεν πρόλαβε και του είπε πρώτα ο άλλος τον πόνο του κι ήταν τό­σο πιο μεγάλος που δεν τόλμησε να πει τον δικό του. Δίχως τον πόνο θα είμασταν πιο πονεμένοι, πιο σκλη­ροί, πιο ανάλγητοι, πιο αδιάφοροι και πιο άγριοι. Κα­τά τον ιερό Χρυσόστομο δεν υπάρχει άνθρωπος στον κόσμο αυτό που να μη δοκιμάζει στη ζωή του πόνο. Αν δεν πονέσει σήμερα, θα πονέσει αύριο κι αν όχι αύριο σίγουρα μεθαύριο. Κύρια πηγή του πόνου η α­μαρτία.
Ο πόνος είπαν είναι ο φρουρός της υγείας. Σαν έ­να καμπανάκι μας αφυπνίζει. Αν δεν πονούσαμε δεν θα πηγαίναμε ποτέ στον ιατρό. Ο πόνος είναι σαν ένα σήμα κινδύνου, που
εκπέμπεται για να μας γλυτώσει από τα χειρότερα. Αυτά ισχύουν και για το σώμα και για την ψυχή. Έτσι ο πόνος καταντά σ’ ευλογία και για το σώμα και για την ψυχή. Ο πόνος ακόμη καθίσταται σαν ένα προληπτικό εμβόλιο για να μη υπερηφανευόμεθα. Ο πόνος μπορεί να γίνει μία οδός επι­στροφής στον Θεό. Ο πόνος γεννά την ωραία και θεάρεστη συμπόνια. Ο πόνος δοκιμάζει την αγάπη μας στον Θεό. Ο πόνος μας ζυγίζει, μας σμιλεύει, μας καλλιεργεί, μας ωριμάζει, μας ωραιοποιεί.
Το αληθινό νόημα του πόνου στη ζωή μας
Η παρουσία του πόνου στη ζωή μας δεν μπορεί παρά να είναι για όλους ένα γεγονός αδιαμφισβήτητο. Το αρχαίο ερώτημα, δικαιολογημένο και σαφές, είναι πάντοτε και σήμερα το αυτό. Γιατί να πονάμε; Έχει κάποιο νόημα ο πόνος στη ζωή του καθενός μας; Η απάντηση μη νομίζετε πως είναι τόσο εύκολη. Μόνο ο Θεός μπορεί να βοηθήσει σε αυτή την αρκετά χρή­σιμη και ωφέλιμη κατανόηση.
Υπάρχει άφθονος, ποικίλος, σωματικός πόνος προερχόμενος συνήθως από πρόσκαιρες ή ανίατες α­σθένειες, που ταλαιπωρούν πολύ τον άνθρωπο. Υπάρ­χει επίσης πλούσιος ψυχικός πόνος, που μπορεί νάναι και πιο δυνατός του σωματικού. Πόνος που προέρχε­ται από ξαφνική ορφάνια, χηρεία, ξενιτεμό, προσφυ­γιά, πένθος, αποτυχία, αδυναμία, μειονεξία, στέρηση, έλλειψη, ανικανότητα, ανεπάρκεια, απόρριψη, απώ­λεια, φτώχεια, κακουχία, δυστυχία, ειρωνεία, εμπαιγ­μό, προδοσία, εξαπάτηση, ψέμα, επιορκία, βουλιμία, κατάχρηση, καταδίκη, φυλάκιση, απομόνωση, μονα­ξιά.
Υπάρχει ο πόνος του προδότη και του προδομέ­νου, του εκμεταλλευτή και του εκμεταλλευόμενου, του εξαπατούντα και του εξαπατώμενου. Πόνος της νο­σταλγίας, του έρωτος, του πάθους, του κενού, του ανι­κανοποίητου και ανολοκλήρωτου του ανθρώπου. Πό­νος της χαμένης ολότητος, των ενοχών, του ορθολο­γισμού, της εξουσιαστικότητος, των ψευδαισθήσεων, των διαψεύσεων, των φαντασιώσεων, των διαπροσω­πικών συγκρούσεων, δια κακιών, ζηλοτυπιών, ύβρε­ων, φθόνων, κατηγοριών, συκοφαντιών κι εχθροτή­των. Δυνατός ο πόνος του φόβου, επικείμενων κατα­στροφών, αγωνιών, υποκρισιών, απογνώσεων, απελπι­σιών, απαισιοδοξιών, μελαγχολιών, καταθλίψεων και θανάτων. Πόνος μεγάλος η αντιφατικότητα, η αμφιθυ­μία, η αμφιβολία, η αναποφασιστικότητα, η αναβλη­τικότητα. Επίσης η δικαιολόγηση της μετριότητος, της ρηχότητος, της καθημερινότητος, της αυτάρκειας, της υποκρισίας. Ακόμη το ξεγέλασμα του εαυτού μας, η ψυχολογική κατάρρευση, η συνεχής ανταγωνιστι­κότητα, η βάναυση εξουσιαστικότητα, η παράφορη κτητικότητα, η άκρατη πλεονεξία, ο ευδαιμονισμός, η κραιπάλη, η ασωτεία, η εμπάθεια, η κακότητα.
Πάθος σημαίνει πάθημα, πτώση, υποδούλωση, ο­δύνη, άλγος. Ο πιο πονεμένος και δυστυχισμένος εί­ναι ο εμπαθής άνθρωπος. Νοσεί, αφού αγαπά τα πάθη, τα λατρεύει, τα προσκυνά, δεν τ’ αφήνει παρότι τον ταλαιπωρούν. Πρόκειται για ένα φοβερό και παθογό­νο διχασμό. Ενώ του δίνονται ευκαιρίες ν’ απεγκλωβισθεί τις απορρίπτει. Οι εμπαθείς επιλογές όμως του ανθρώπου του κοστίζουν. Οι άνθρωποι μαθαίνουν να ζουν μία μέτρια, χλιαρή και χαλαρή, μονότονη, ανια­ρή, ανολοκλήρωτη, μίζερη, κακόμοιρη, ρηχή, άχαρη ζωή. Η βίωση της άρνησης και της αποτίναξης αυτού του τρόπου ζωής αποτελεί οδυνηρή εμπειρία. Αφαι­ρείται από τον ίδιο τον άνθρωπο η δυνατότητα βιώσεως μιας αυθεντικής, καθαρής, ανυπόκριτης, τίμιας και ειλικρινούς ζωής. Είναι λυπηρό να πλανάται και να αιχμαλωτίζεται ο άνθρωπος σε αυτή την ανόητη ζωή. Να σκηνοθετεί μία αμεταμόρφωτη ζωή μέσα στην ε­μπάθεια. Σίγουρα κύριος υποκινητής είναι ο δαίμο­νας, αφού κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά όλα τα πάθη είναι δαιμονοκίνητα. Ο άνθρωπος βέβαια ε­πιλέγει μόνος του τον τρόπο αυτό ζωής. Ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα ν’ αντισταθεί, ν’ αντικρούσει τα πάθη, ν’ απελευθερωθεί. Μα δυστυχώς συχνά δεν το κάνει.
Ο πόνος φαίνεται να έχει μία κυρίαρχη θέση στη ζωή. Έφθασαν οι φιλόσοφοι να πουν πονώ άρα υ­πάρχω. Ο Κίκεργκωρ λέει: «Δεν είμαι αυτός που σκέ­φτεται πως δεν πρέπει να πονούμε ποτέ. Περιφρονώ αυτήν την ποταπή σκέψη κι αν μπορώ να επιλέξω προτιμώ να υπομείνω μέχρι τέλους τον πόνο. Είναι καλό να υποφέρουμε και μέσα στα δάκρυα υπάρχει δύ­ναμη, αλλά δεν είναι να υποφέρουμε δίχως ελπίδα». Κρύβεται ένα βαθύ νόημα, αδελφοί μου, στην παρου­σία του πόνου στη ζωή μας. Για να το δούμε μαζί.
Ο πόνος αρχίζει στον κήπο της Εδέμ. Η παράλο­γη υπακοή στον δαίμονα και η υπερήφανη ανυπακοή στον Θεό είναι η αρχή του πόνου στη ζωή των ανθρώ­πων. Η τραγωδία εισέρχεται στον κόσμο. Συγκρούε­ται ο άνθρωπος με τον Θεό. Διακόπτεται ο άνετος διά­λογος Αδάμ και Θεού. Χάνεται ο παράδεισος. Αρχί­ζει ο κόπος, η λύπη, ο στεναγμός. Τη γυμνότητά του αισθάνθηκε ο Αδάμ μετά την αμαρτία της παρακοής και τη γεύση του κακού. Η αίσθηση της γυμνότητός του σημαίνει αντίληψη της τρεπτότητος και τρωτότητος, έλλειψη προστασίας, κατανόηση του πόνου της αποδεσμεύσεώς του από τον Θεό. Μπορούσαν να θε­ραπευθούν οι πρωτόπλαστοι δια της μετανοίας. Δεν το έπραξαν όμως. Γιατί; Θέλησαν να δικαιολογηθούν, ν’ ακολουθήσουν δικό τους δρόμο, πιο σύντομο, πιο εύκολο, δίχως Θεό. Παγιδεύτηκαν οικτρά στον δρα­ματικό πόνο της μοναξιάς, της θεώσεως δίχως Θεό, της παράλογης αυτοθεώσεως. Η θεοδώρητη επιθυμία θεώσεως των πρωτοπλάστων εκμεταλλεύθηκε από τον πανούργο δαίμονα, που θέλησε να τους προσφέρει μία δική του ταχύρρυθμη ισοθεΐα κι έτσι τους απάτησε και τους θανάτωσε.
Η νοσταλγία του απολεσθέντος παραδείσου δη­μιουργεί δάκρυα πικρά, πόνο δυνατό, πόνο που μπο­ρεί όμως να θεραπεύσει τον αμαρτωλό. Και τότε να έχουμε το παράδοξο, αντιφατικό και οξύμωρο: Υγεία στην ασθένεια! Με την κατάφαση του πόνου, όχι μα­ζοχιστικά, όχι παθητικά, όχι μοιρολατρικά, αλλά με βεβαία πίστη, μ’ επίγνωση, με υπομονή, ως θεϊκή δο­κιμασία και παιδαγωγία, και όχι ως τιμωρία, που επε­ξεργάζεται λύτρωση και σωτηρία. Γεννιέται έτσι ένας άλλος πόνος. Αγαπάς και πονάς, ταπεινώνεσαι και πονάς, υποχωρείς και πονάς. Πονάς όμως διαφορετι­κά, γλυκά, κερδοφόρα. Το ν’ αγαπάς αληθινά σημαί­νει να θυσιάζεσαι. Αποτελεί μία ιδιαίτερα φιλόπονη εργασία, όπως και να ταπεινώνεσαι. Αγαπώντας ενδυναμώνεσαι και χαίρεσαι. Έχεις μια βαθειά ικανοποί­ηση. Μιλώντας για «χαρμολύπη» και «χαροποιόν πένθος», κατά τις ωραίες εκφράσεις των νηπτικών κει­μένων της Εκκλησίας μας, δεν παραδοξολογούμε. Ο πόνος και η συνειδητή κατάφαση σε αυτόν προσφέρει πολύτιμη γνώση, μεγάλη εμπειρία. Η εγνωσμένη παραδοχή της παθολογίας μας θα μας δώσει την υπέροχη και απαραίτητη για την πνευματική ανάβαση αυ­τογνωσία. Η γνήσια πνευματική ζωή είναι μία ηθελη­μένη απόσπαση από τον ψεύτικο εφησυχασμό της κα­λοπέρασης και η είσοδος σε μία καλή αγωνία και ή­ρεμη ανησυχία, όπως έλεγε ο μακαριστός Γέροντας Παΐσιος Αγιορείτης, από την επανάπαυση και τη νωχέλεια σε μία ζωή όλο ωραίες αλλαγές. Μία πορεία προς συνάντηση του πλησίον, που κι εκείνος αγωνιά, άγχεται, δυσκολεύεται, προβληματίζεται, βασανίζεται και πονά.
Ο πόνος λιχνίζει και τελειοποιεί τον άνθρωπο. Ο πόνος από τους άλλους, δια πικρών λόγων και σκοτει­νών έργων, συχνά είναι πιο σκληρός και από της α­σθένειας και του πένθους. Πονά πολύ ο αταπείνωτος άνθρωπος όταν τον υποτιμούν, τον παρεξηγούν, τον μειώνουν, τον ειρωνεύονται, τον κουτσομπολεύουν, κατακρίνουν και συκοφαντούν. Οι συνεχώς κρίνοντες και κατακρίνοντες ασύστολα τους πάντες και τα πά­ντα, δίχως καμιά περίσκεψη κι αιδώ, καταδικάζοντάς τους αναπολόγητα, αμαρτάνουν φοβερά και θέτουν μεγάλο βάρος πάνω τους. Πονούμε τους άλλους, αλλά πονάμε κι εμείς.
Η συνεχής εξουσιαστικότητα στη ζωή δημιουργεί έντονη εχθρότητα, αντιπαλότητα και αντίδραση. Οι ε­ξουσιαστές συνήθως είναι άσπλαχνοι εγωιστές, με υ­περβολική εσωτερική ένδεια, που προσπαθούν να την καλύψουν με πράξεις ισχύος. Ο ανόητος άνθρωπος θέ­λει να γίνει μεγάλος, κάνοντας τους άλλους μικρούς. Ο μεγάλος χριστιανός συγγραφέας Ντοστογιέφσκυ ορθά λέει πως υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν δια­πράξει ποτέ τους έγκλημα και όμως είναι χειρότεροι α­πό εγκληματίες. Μερικοί πεθαίνουν χωρίς να ζήσουν. Λησμονούν ότι είναι άνθρωποι, εικόνες Θεού.
Ο ψυχικός πόνος είναι μια κραυγή της ψυχής για βοήθεια. Μας καλεί να εντείνουμε την πνευματική ό­ραση και ακοή εντός μας. Δεν πρέπει απρόσεκτα να προσπεράσουμε αυτό το κάλεσμα και να παραβλέψου­με το μήνυμα. Όπως ένας πόνος του σώματος μας δη­λώνει ότι κάτι συμβαίνει στον οργανισμό μας και ο­δηγούμεθα στον ιατρό και τις σχετικές εξετάσεις, έτσι καλούμεθα ν’ αποκρυπτογραφήσουμε το σήμα του ψυ­χικού πόνου με τη συνδρομή μάλιστα της κατάλλη­λης μελέτης, της προσευχής και της βοήθειας του έ­μπειρου πνευματικού.
Πολύ συχνά ο άνθρωπος εκτός από τα «γιατί» πα­ραπονείται πως είναι αβάστακτος και ασήκωτος ο πό­νος του και πως δεν είναι ικανός να τον αντέξει. Εν­τούτοις αυτός ο μεγάλος πόνος τελικά αντέχεται και ανακαλύπτει και αποκαλύπτει πολύ σπουδαία πράγμα­τα, που φανερώνουν την ποιότητα και ακεραιότητα της ζωής μας. Αν δηλαδή πιστεύουμε αληθινά -με μία πίστη δυνατή, ακράδαντη και θερμή- αν υπομέ­νουμε κραταιά κι ελπίζουμε εγκάρδια. Η πίστη στον Κύριο ανοίγει δρόμους, εκεί που ήταν όλοι κλειστοί και αδιέξοδοι. Τότε αισθανόμεθα καλά την ατέλεια, την ανεπάρκεια, τη μικρότητα, την αδυναμία, την παροδικότητα της ζωής μας. Κατανοούμε τότε μετά του θείου και κορυφαίου αποστόλου Παύλου ότι η δύναμή μας στην ασθένεια φανερώνεται και ολοκληρώνεται. Μέσα στην ασθένεια ταλαντεύεται η επίγεια ευδαιμο­νία μας, πιστεύουμε ότι δεν έχουμε μένουσα πόλη, αλ­λά τη μέλλουσα επιζητούμε.
Ο πόνος μπορεί να γίνει εφαλτήριο για την εκτί­ναξή μας από τη στείρα μετριότητα, τη μονότονη στα­σιμότητα, το κουραστικό πνευματικό σημειωτόν, στη γνωριμία μας με τον πραγματικό εαυτό μας. Να γνωρίσουμε καλά τις δυνάμεις, τις δυνατότητες, τις αντο­χές, τα όριά μας, τα τάλαντα που μας έδωσε ο Θεός μας. Να δούμε την κρυμμένη άγνωστη διάστασή μας -ότι δεν υπάρχουμε για να τρώμε και να κοιμόμαστε- και να γίνουμε περισσότερο αληθινοί άνθρωποι και χριστιανοί.
Δεν είναι εύκολο θέμα πράγματι για εξετάσεις ο πόνος. Δεν εξορκίζεται με πρόχειρες συνταγές εύκο­λης υπομονής, αλλά με ουσιαστική, ζωντανή και θερ­μή σχέση με τον Λυτρωτή, Σωτήρα, Σταυροαναστηθέντα Χριστό και τις δυνατές πρεσβείες των μεγάλων α­γωνιστών του πόνου. μεγαλομαρτύρων, ιερομαρτύρων, οσιομαρτύρων, παρθενομαρτύρων, νεομαρτύρων, δι­καίων, οσίων, ομολογητών. Ιδιαίτερα με τις σωστικές πρεσβείες της Υπεραγίας Θεοτόκου, της στοργικής μητέρας πάντων των θλιβομένων, της ελπίδος των απηλπισμένων, της χαράς των χριστιανών, που τόσο πολύ την ακούει ο Υιός της, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός.
Η κάθε περίπτωση πόνου είναι προσωπική, ιδιαί­τερη, σημαντική για τον ίδιο τον άνθρωπο, πρωτό­γνωρη ίσως, ασύγκριτη με όποιο άλλο μικρότερο ή μεγαλύτερο πόνο. Είναι ο καθαρά δικός μου σταυρός, το δικό μου φορτίο, ο δυνατός πειρασμός, η ισχυρή δοκιμασία, όπου κρίνομαι, εξετάζομαι και προβιβάζομαι ή μη. Η καλύτερη παρηγοριά πάντως των πικρών αυτών ωρών είναι η δια της ταπεινής και θερμής προ­σευχής επικοινωνία με τον πολυεύσπλαχνο, επουρά­νιο πατέρα, που υπάρχει για ν’ ακούει και να προσ­τρέχει στους πόνους των πάντοτε αγαπητών παιδιών του.
Όμως, παρ’ όλα αυτά, νομίζω πως ακόμη δεν έχω απαντήσει καίρια στο ποιο ακριβώς είναι το βαθύ νόημα του πόνου στη ζωή μας. Ταπεινά φρονώ πως την καλύτερη απάντηση συνάντησα σ’ ένα μεγάλο βυ­ζαντινό θεολόγο, σ’ ένα σπουδαίο ασκητή και μάρτυ­ρα και μεγάλο άγιο της Εκκλησίας μας, Μάξιμο τον Ομολογητή, που οι ανόσιοι εικονομάχοι του έκοψαν τη γλώσσα και το χέρι, για να μη μιλά και γράφει. Λέγει περιεκτικά και χαρακτηριστικά ο άγιος: Η πα­ράλογη ηδονή είχε ως φυσικό αποτέλεσμα την οδύνη, τον πόνο. Για ν’ απαλλαγούμε από αυτή την οδύνη χρειάζεται μία νέα οδύνη, για να φθάσουμε στην ό­ντως ηδονή! Παράλογη ηδονή, αδελφοί μου, είναι κά­θε μορφή μικρής ή μεγάλης αμαρτίας. Η αμαρτία τε­λικά είναι ένας παραλογισμός. Ο άγιος Μάξιμος επί­σης λέγει πως αιτία της πτώσεως των πρωτοπλάστων ήταν η γεύση της ηδονής, που τους μετέδωσε οδύνη. Ο πνευματικός νόμος λειτουργεί πάντοτε άψογα. Η παράνομη, παράλογη, εγωιστική ηδονή καταλήγει σε οδύνη. Η γλυκύτητα δίνει πικρότητα, σαν τα χαρού­πια, την τροφή των χοίρων, την τροφή του ασώτου της γνωστής ευαγγελικής παραβολής.
Πώς θα ελευθερωθεί ο άνθρωπος από την οδύνη, την πικρότητα, που τον κουράζει και ταλαιπωρεί; Χρειάζεται να κοπιάσει, να πονέσει, ν’ αγωνισθεί, για να ξεπεράσει τον πόνο και να απελευθερωθεί από την οδύνη, που του πρόσφερε η γεύση της παράλογης η­δονής. Πώς θα γίνει όμως αυτό; Είναι εύκολο; Θα έ­χει αίσια αποτελέσματα; Αξίζει ν’ αγωνίζεται και κο­πιάζει κανείς; Θα πραγματοποιηθεί δια του υπομονετι­κού, επίμονου, επιμελούς, δοκιμασμένου καλά και παραδεδομένου, γνήσιου ασκητικού αγώνος της Εκκλη­σίας μας. Η υπάρχουσα οδύνη της αμαρτίας θ’ ανα­χωρήσει μόνο δια μιας νέας οδύνης, βίας και ασκήσε­ως. Όταν όμως ο άνθρωπος για διαφόρους λόγους δεν αγαπά, δεν προσλαμβάνει και δεν ενστερνίζεται το α­παραίτητο, ασκητικό, μαρτυρικό φρόνημα της αγίας μητέρας μας Ορθόδοξης Εκκλησίας, τότε ο Πανάγα­θος Θεός, που θέλει όλους να μας σώσει και να έλθουμε σ’ επίγνωση της αληθείας, δεν μας εγκαταλείπει, δεν μας ξεσυνερίζεται, αλλά μας επισκέπτεται δι’ ενός άλλου τρόπου για να μας βοηθήσει.
Ποιος είναι αυτός ο άλλος τρόπος; Οι διάφοροι πειρασμοί, οι πολλές δοκιμασίες, οι καθημερινές θλί­ψεις, οι έκτακτες ασθένειες, σωματικές ή ψυχικές. Ό­λα αυτά παραχωρούνται, επιτρέπονται από τον Θεό για την ανάνηψη, μετάνοια και σωτηρία μας. Με αυ­τές τις προϋποθέσεις και αυτή την προοπτική, αντι­λαμβάνεσθε αγαπητοί μου, το βαθύ θέμα του πόνου και του νοήματός του στη ζωή μας. Δεν πρόκειται α­σφαλώς για ατυχία, για κακή ώρα, για δυστυχία και τραγωδία, όπως λέγεται, αλλά για επίσκεψη Θεού, ευ­λογία, τρόπο και οδό προς αγιασμό, σωτηρία και λύ­τρωση.
Ή υπομονή λοιπόν στον πόνο και η προσευχητική καρτερία φέρει την επίσκεψη της θείας Χάριτος. Ο έτσι καλοδεχούμενος πόνος καθαρίζει την ψυχή. Αποδεικνύουμε την αγάπη μας στον Χριστό, με την αγόγγυστη υπομονή στον πόνο. Ο πόνος είναι ένας σταυρός, πάνω στον οποίο σταυρώνουμε τα πάθη μας. Μέσα από αυτή την εκούσια σταύρωση θ’ αναστηθεί ο αναγεννημένος εαυτός μας.
Ο άγιος Μάρκος ο Ασκητής τονίζει πως η υπομο­νή στους πόνους των θλίψεων δίνει αληθινή γνώση και μεγάλη ωφέλεια. Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος συνεχίζοντας λέγει πως αυτή η υπομονή στους πειρασμούς θα στε­φθεί από χαρά, στην οποία προκαταβολικά πρέπει να ελπίζουμε κατά την αδιάψευστη εντολή του Κυρίου.
Ο πόνος, αδελφοί μου, ταπεινώνει τον άνθρωπο. Μέσα από την αδυναμία του μπορεί ν’ αναζητήσει τη δύναμη στον Θεό και να την έχει. Αν θελήσει να τα βγάλει πέρα μόνος του θα ταλαιπωρηθεί αρκετά και θα πονέσει σίγουρα πιο πολύ. Είναι μία ευκαιρία, να υποχωρήσει ο ατομισμός, η αυτάρκεια, η επικίνδυνη τάση για αυτοθέωση, που αποτελεί πονηρή ψευδαί­σθηση αυτοδυναμίας και αυτοδικαιώσεως, κι έτσι να οδηγηθεί στη σωτήρια μετάνοια, αποφασιστικά και α­μετάκλητα, γενναία και σταθερά, δίχως διλήμματα, ο­πισθοχωρήσεις και δαιμονοκίνητες αναβολές.
Ο πιστός παραδίδεται ολοκληρωτικά στο θέλημα του Θεού. Λέγει κι εννοεί το «γενηθήτω το θέλημά Σου» της Κυριακής προσευχής. Η πίστη στον Θεό α­ποτελεί ένα διάφορο πόνο. Καλείται ο πιστός ν’ απα­γκιστρωθεί από το «ίδιον θέλημα», το κοσμικό περι­βάλλον, πρόσωπα και πράγματα αντίθεα, ιδέες και μέ­ριμνες παγιδευτικές. Ο πιστός προσκαλείται να μετα­ποιήσει τα πάθη σε αρετές και να μεταμορφώσει τη ζωή του.
Ένας ζωντανός και δυνατός οργανισμός, όταν νοσεί κάνει υψηλό πυρετό. Μη φοβόμαστε τον πυρετό. Είναι ένα σήμα. Κάτι δηλώνει. Ας μη σπεύσουμε να πάρουμε αντιπυρετικά. Ας αναζητήσουμε ως καλοί ιατροί την αιτία, την αφορμή, την προέλευση του ενοχλητικού πυρετού. Η πλούσια παράδοσή μας μας δι­δάσκει πως η κρίση του πόνου μπορεί να φέρει στην επιφάνεια τα αντισώματα εκείνα που τελικά θα μας σώσουν. Η αντιμετώπιση του πόνου θέλει μεγάλη προσοχή και υπομονή.
Ο άγιος Διάδοχος, επίσκοπος Φωτικής της Ηπεί­ρου, θεοφώτιστα και θεοχαρίτωτα αναφέρει στις θε­σπέσιες γραφές του ένα λόγο υπέροχα παρηγορητικό για πολλούς: «Ο υπομείνας χρόνιον ασθένειαν αγογ­γύστως ως μάρτυς παραλειφθήσεται». Αυτός, λέγει, που έχει μία χρόνια και ανίατη ασθένεια και την υπο­μένει στο κρεβάτι του πόνου δίχως να γογγύζει, αυτόν θα τον παραλάβει ο Κύριος κοντά Του ως ένα μεγαλο­μάρτυρα. Για να έχει όμως κανείς, αγαπητοί μου αδελ­φοί, τη μεγάλη καρτερικότητα και υπομονή να μη γογγύζει, ασφαλώς και βεβαίως θα πρέπει να πιστεύει θερμά στον Θεό και να προσεύχεται ταπεινά. Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, τον νέο οικουμενικό διδάσκαλο, η προσευχή δεν είναι απλά μία νοητική ε­νέργεια που απευθύνεται έκτακτα στον Θεό, είναι πράξη καρδιακής καθάρσεως, στην οποία μετέχει ό­λος ο άνθρωπος.
Ο ασθενής, λοιπόν, που υπομένει τον πόνο κι ευ­χαριστιακά και δοξολογικά προσεύχεται, ενισχύεται, παραμυθείται, απαλλάσσεται από την εμπάθεια και την ηδυπάθεια κι αισθάνεται το μέγα έλεος του πανά­γαθου Κυρίου. Στην κατάσταση της απάθειας η επιθυ­μία του άνθρωπου δεν νεκρώνεται, αλλά κατά την πατερική διδασκαλία μεταμορφώνεται. Αυτά όμως μόνο όταν τα ζει καλά κανείς, μόνο τότε μπορεί άνετα να τα εκφράσει και να τα περιγράψει. Είναι πολύ διαφορετικό να ξέρω ότι υπάρχει κάπου πολύτιμος θησαυ­ρός, από το να τον έχω δικό μου, να γνωρίζω δηλαδή τι σημαίνει να είσαι αληθινός Ορθόδοξος χριστια­νός.
Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς λέγει πως ύλη της θεώσεως είναι η καθαρότητα. Η ασθένεια, όπως είπα­με, καθαρίζει τον άνθρωπο, όπως και η ταπεινή ά­σκηση -το μόνο που έχει να δώσει ο άνθρωπος στον Θεό. Με όλα τα παραπάνω πού καταλήγουμε αδελφοί μου; Ότι είναι καλύτερα να είμαστε άρρωστοι; Να μη προσευχώμεθα υπέρ της υγείας μας; Ν’ αγαπούμε τον πόνο; Όχι. Δεν επιζητούμε νοσηρά τον πόνο στη ζωή μας. Όταν όμως έλθει, που κάποτε με κάποιο τρόπο σίγουρα θα έλθει, μη πανικοβληθούμε, μη τρομάξου­με, μη φύγουν όλα κάτω από τα πόδια μας, μην απογοητευθούμε, μη μελαγχολήσουμε, μη τα βάλουμε με τον Θεό, μη Τον θεωρήσουμε τιμωρό κι εκδικητή, μη Τον αγνοήσουμε, μη Τον λησμονήσουμε, μη δεν προ­σευχηθούμε. Αν φαίνεται να καθυστερεί να μας απα­ντήσει, δεν σημαίνει διόλου ότι δεν μας παρακολου­θεί, προσέχει και ακούει. Το σχέδιο της σωτηρίας μας μπορεί να φαίνεται ότι καθυστερεί, υφαίνεται όμως προσεκτικά και μυστικά. Δεν επιζητούμε αστόχαστα τον πόνο στη ζωή μας, αλλά αν και όποτε μας επισκε­φθεί, ας αναζητήσουμε καρτερικά το κρυμμένο και βαθύ νόημα της επισκέψεώς Του. Μπορούμε ν’ ανα­πτύξουμε μαζί Του ένα σημαντικό διάλογο, που ν’ α­ποτελέσει σταθμό στη ζωή μας και να νοηματισθεί ό­λος ο βίος μας και να λάβει άλλη διάσταση και νέα προοπτική. Σας μιλά αδελφικά ένας πονεμένος.
Η ανάσταση ακολουθεί πάντα τη σταύρωση. Ο θάνατος μας συνοδεύει στην αιώνια και πανευφρόσυνη ζωή, όπου «ουκ έστι λύπη, πόνος και στεναγμός αλλά ζωή ατελεύτητος». Αυτή την άλυπη, άπονη και αγόγγυστη παραδείσια ζωή προγεύεται, κατά τον υπέ­ροχο άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο, ο πιστός που έ­χει παραδώσει εκούσια όλη του τη ζωή στα χέρια του Χριστού, όπως λέμε σε κάθε θεία λειτουργία του α­γίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου.
Με όλη μου την καρδιά, με όλη τη δύναμη της ψυχής μου και με όλη τη θέρμη του είναι μου εύχομαι ταπεινά και προσεύχομαι συνέχεια, αδελφοί πεφιλημένοι, ο πόνος των ασθενειών, των πειρασμών και των θλίψεων, να μη σας απογοητεύσει ποτέ. Ο πόνος να σας κάνει πιο υγιείς ψυχικά, πιο ώριμους πνευματικά, πιο καλλιεργημένους καρδιακά. Ο πόνος να συνδράμει στη νοηματοδότηση της ζωής σας και στην ουσιαστική σχέση σας με τον ζώντα Χριστό, τους φίλους του Χριστού, τους Αγίους και την Παναγία, τ’ άγια μυστήρια και την αγία μας μητέρα Ορθόδοξη Εκκλησία, στην αγκάλη της οποίας όλοι οι πονεμένοι αναπαυόμαστε.

Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2012

Επιστολή βόμβα του Αρχιεπισκόπου στον Πρωθυπουργό για την εξαθλίωση των ελλήνων

Κραυγή αγωνίας, αποτελεί η επιστολή του αρχιεπισκόπου Αθηνών Ιερώνυμου προς τον πρωθυπουργό Λουκά Παπαδήμο, για την κατάσταση στη χώρα μας και την απελπισία, όπως σημειώνει, των Ελλήνων, των ανθρώπων που χάνουν καθημερινά τη δουλειά τους και το σπίτι τους.
«Το φαινόμενο των αστέγων, αλλά και των πεινασμένων- φαινόμενο κατοχικών εποχών- παίρνει εφιαλτικές διαστάσεις», τονίζει ο αρχιεπίσκοπος.
Και προσθέτει: «Οι άνεργοι αυξάνονται κατά χιλιάδες μέρα με τη μέρα. Το ίδιο και τα λουκέτα μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων. Τα νέα παιδιά, τα καλύτερα μυαλά του τόπου, παίρνουν τον δρόμο της μετανάστευσης. Οι πατεράδες μας δεν μπορούν να ζήσουν, μετά τις δραματικές περικοπές των συντάξεών τους. Οικογενειάρχες και ιδίως οι πιο φτωχοί, οι πολύτεκνοι, οι μεροκαματιάρηδες, βρίσκονται σε απόγνωση, μετά τις αλλεπάλληλες περικοπές των μισθών τους και τους αβάσταχτους νέους φόρους. Η πρωτόγνωρη καρτερία των Ελλήνων εξαντλείται, η οργή παραμερίζει τον φόβο και ο κίνδυνος κοινωνικής ανάφλεξης δεν μπορεί να αγνοείται πια, ούτε από εκείνους που διατάσσουν, ούτε από εκείνους που εκτελούν τις φονικές συνταγές τους».
«Στις δύσκολες και- αναντίλεκτα- κρίσιμες αυτές ώρες, οφείλουμε όλοι να ξέρουμε και να καταλαβαίνουμε τι σημαίνει το γεγονός ότι η ανασφάλεια, η απόγνωση και η κατάθλιψη έχουν φωλιάσει σε κάθε ελληνικό σπίτι. Ότι προκάλεσαν δυστυχώς- και συνεχίζουν να προκαλούν- ακόμη και αυτοκτονίες, εκείνων που δεν μπόρεσαν να αντέξουν το δράμα των οικογενειών και τον πόνο των παιδιών τους», αναφέρει ο αρχιεπίσκοπος, προβλέποντας ότι η κατάσταση αυτή θα χειροτερέψει.
«Μπροστά σε όλα αυτά, η Εκκλησία της Ελλάδος αξιοποιεί κάθε δυνατότητα αλληλεγγύης. Και είναι θετικό που, μέσα στην τόση καταχνιά, ξεπροβάλλει η ευαισθησία, το φιλότιμο και ο αγνός πατριωτισμός των Ελλήνων. Για να δώσει ένα πιάτο φαΐ, ένα ρούχο, μια ανάσα ζωής στους απελπισμένους», αναφέρει.
Και τονίζει: «Δυστυχώς, όμως, όπως ξεκάθαρα φαίνεται πλέον, το δράμα της πατρίδας μας όχι μόνο δεν τελειώνει εδώ, αλλά μπορεί να προσλάβει και νέες ανεξέλεγκτες διαστάσεις».
Σκληρή γλώσσα χρησιμοποιεί ο αρχιεπίσκοπος για τα νέα μέτρα που θα εφαρμοστούν και τα οποία θα είναι σκληρότερα, όπως λέει, κάνει λόγο για υποθήκευση του εθνικού μας πλούτου και τονίζει ότι οι Έλληνες απαιτούν ειλικρινείς απαντήσεις.
«Ζητούνται, άλλωστε, τις ώρες αυτές, ακόμη σκληρότερα, ακόμη πιο επώδυνα, ακόμη πιο άδικα μέτρα, στην ίδια αδιέξοδη και αποτυχημένη γραμμή του πρόσφατου παρελθόντος μας. Ζητούνται ακόμη μεγαλύτερες δόσεις ενός φαρμάκου που αποδεικνύεται θανατηφόρο. Ζητούνται δεσμεύσεις που δεν λύνουν το πρόβλημα, αλλά αναβάλλουν μόνο προσωρινά τον προαναγγελθέντα θάνατο της Οικονομίας μας. Και υποθηκεύουν, ταυτόχρονα, την εθνική μας κυριαρχία. Υποθηκεύουν τον πλούτο που έχουμε, αλλά και αυτόν που μπορεί να αποκτήσουμε στα εδάφη και τις θάλασσές μας», λέει ο αρχιεπίσκοπος και σημειώνει ότι «στη διαμόρφωση των αποφάσεων, οι φωνές των απελπισμένων, οι φωνές των Ελλήνων, αγνοούνται προκλητικά».
«Δυστυχώς, σήμερα, οι Έλληνες δεν βρίσκουμε απάντηση ούτε στα όσα έγιναν και εξακολουθούν να γίνονται, ούτε στα όσα ζητούνται από τους ξένους. Είναι, μάλιστα, τουλάχιστον ύποπτη η εμμονή τους σε αποτυχημένες συνταγές. Και είναι προκλητικές οι αξιώσεις τους σε βάρος της εθνικής μας κυριαρχίας. Και αυτό είναι, ίσως, το πιο ανησυχητικό. Δεν μπορεί, άλλωστε να αγνοείται από κανέναν ότι οι αντοχές των ανθρώπων γύρω μας εξαντλήθηκαν. Όπως εξαντλήθηκαν και οι αντοχές της πραγματικής οικονομίας. Και βέβαια, δεν μπορεί παρά να υπάρχουν μπροστά μας και άλλοι δρόμοι. Δρόμοι πνευματικής ανάτασης και οικονομικής ανάταξης» τονίζει ο αρχιεπίσκοπος.
Και καταλήγει με δραματικό ύφος: «Αποκρούοντας, ταυτόχρονα, τους έξωθεν εκβιασμούς και απορρίπτοντας τις θανατηφόρες συνταγές τους. Έχοντας, πάνω απ' όλα, ακλόνητη τη βεβαιότητα, ότι με τη βοήθεια του Θεού και την πίστη στις δυνατότητές μας μπορούμε να τα καταφέρουμε.
Η Ελλάδα του Πολιτισμού, η Ελλάδα της Ιστορίας, η Ελλάδα των Παραδόσεων δεν μπορεί να χαθεί ούτε γιατί κάποιοι το πίστεψαν, ούτε γιατί κάποιοι μπορεί να το θέλουν. Η Ελλάδα μας μπορεί να σταθεί στα πόδια της. Μπορεί, και πάλι, να τραβήξει μπροστά.
Εξοχότατε κύριε Πρόεδρε,
Αυτόν τον δρόμο αναζητούμε και προσδοκούμε οι Έλληνες σήμερα».

Πρόσεχε την ψυχή σου

Κάποτε ήταν ένας βασιλιάς, ο οποίος είχε ένα γιο πονηρό. Έχοντας χάσει κάθε ελπίδα για αλλαγή προς το καλύτερο, ο πατέρας καταδίκασε τον γιο του σε θάνατο. Του έδωσε ένα μήνα περιθώριο για να
προετοιμαστεί.
Πέρασε ο μήνας, και ο πατέρας ζήτησε να παρουσιασθεί ο γιος του. Προς μεγάλη του έκπληξη, παρατήρησε πως ο νεαρός ήταν αισθητά αλλαγμένος: το πρόσωπό του ήταν αδύνατο και χλωμό, και
ολόκληρο το κορμί του έμοιαζε να είχε υποφέρει.
-Πώς και σου συνέβη τέτοια μεταμόρφωση, γιέ μου; ρώτησε ο πατέρας.
-Πατέρα μου και κύριέ μου, απάντησε ο γιος, πώς είναι δυνατόν να μην έχω αλλάξει, αφού η κάθε μέρα με έφερνε πιο κοντά στον θάνατο;
-Καλώς, παιδί μου, παρατήρησε ο βασιλιάς. Επειδή προφανώς έχεις έρθει στα συγκαλά σου, θα σε συγχωρήσω. Όμως, θα χρειαστεί να τηρήσεις αυτή την διάθεση επιφυλακής της ψυχής σου, για την
υπόλοιπη ζωή σου.
-Πατέρα μου, απάντησε ο γιος, αυτό είναι αδύνατο. Πώς θα μπορέσω να αντισταθώ στα αμέτρητα ξελογιάσματα και τους πειρασμούς;
Ο βασιλιάς τότε διέταξε να του φέρουν ένα δοχείο γεμάτο λάδι, και είπε στον γιο του:
-Πάρε αυτό το δοχείο, και μετάφερέ το στα χέρια σου, διασχίζοντας όλους τους δρόμους της πόλεως. Θα σε ακολουθούν δύο στρατιώτες με κοφτερά σπαθιά. Εάν χυθεί έστω και μία σταγόνα από το λάδι, θα σε αποκεφαλίσουν.
Ο γιος υπάκουσε. Με ανάλαφρα, προσεκτικά βήματα, διέσχισε όλους τους δρόμους της πόλεως, με τους στρατιώτες να τον συνοδεύουν συνεχώς, και δεν του χύθηκε ούτε μία σταγόνα. Όταν επέστρεψε στο κάστρο, ο πατέρας τον ρώτησε:
-Γιέ μου, τι πρόσεξες καθώς τριγυρνούσες μέσα στους δρόμους της πόλεως;
-Δεν πρόσεξα τίποτε.
-Τι εννοείς, τίποτε; τον ρώτησε ο βασιλιάς. Σήμερα ήταν μεγάλη γιορτή. Σίγουρα θα είδες τους πάγκους που ήταν φορτωμένοι με πολλές πραμάτειες, τόσες άμαξες, τόσους ανθρώπους, ζώα.
-Δεν είδα τίποτε απ’ όλα αυτά, είπε ο γιος. Όλη η προσοχή μου ήταν στραμμένη στο λάδι μέσα στο δοχείο. Φοβήθηκα μην τυχόν μου χυθεί μια σταγόνα και έτσι χάσω τη ζωή μου.
-Πολύ σωστή η παρατήρησή σου, είπε ο βασιλιάς. Κράτα λοιπόν αυτό το μάθημα κατά νου, για την υπόλοιπη ζωή σου. Να τηρείς την ίδια επιφυλακή για την ψυχή μέσα σου, όπως έκανες σήμερα για το
λάδι μέσα στο δοχείο. Να στρέφεις τους λογισμούς σου μακριά από εκείνα που γρήγορα παρέρχονται, και να τους προσηλώνεις σε εκείνα που είναι αιώνια. Θα είσαι ακολουθούμενος, όχι από
οπλισμένους στρατιώτες, αλλά από τον θάνατο, στον οποίον η κάθε μέρα μας φέρνει πιο κοντά. Να προσέχεις πάρα πολύ να φυλάς την ψυχή σου από όλους τους καταστροφικούς πειρασμούς.
Ο γιος υπάκουσε τον πατέρα, και έζησε έκτοτε ευτυχής.