Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 22 Ιανουαρίου 2011

Σε λατρεύω σ΄αγαπώ



ΑΝ ΣΕ ΛΑΤΡΕΥΩ ΓΙΑ ΝΑ ΓΛΥΤΩΣΩ ΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ,ΡΙΞΕ ΜΕ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ.

ΑΝ ΣΕ ΛΑΤΡΕΥΩ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΠΙΔΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ,ΚΛΕΙΣΕ ΜΟΥ ΤΙΣ ΠΟΡΤΕΣ.

ΑΝ ΟΜΩΣ ΣΕ ΛΑΤΡΕΥΩ ΓΙΑΤΙ ΣΕ ΑΓΑΠΩ,ΜΗ ΜΟΥ ΣΤΕΡΗΣΕΙΣ ΤΟ ΑΙΩΝΙΟ ΚΑΛΛΟΣ ΣΟΥ.

Η αγάπη είναι το δείπνο της Βασιλείας του Θεού

Ή αγάπη είναι ή βασιλεία, πού μυστικά υποσχέθηκε ό Κύριος στους Αποστόλους ότι θα φάνε στη βασιλεία του. Διότι το «να τρώτε και να πίνετε στο δικό μου τραπέζι στη βασιλεία μου» (Λουκ. 22, 30) τι άλλο είναι παρά ή αγάπη; Γιατί ή αγάπη του Θεού μπορεί να θρέψει τον άνθρωπο, χωρίς αυτός να τρώγει και να πίνει. Ή αγάπη, ακόμη, είναι το κρασί πού ευφραίνει την καρδιά του ανθρώπου (Ψ. 93, 16). Μακάριος είναι αυτός πού ήπιε από τούτο το κρασί. Από αυτό ήπιαν οι ακόλαστοι και ένιωσαν ντροπή οι αμαρτωλοί και λησμόνησαν τους δρόμους της αμαρτίας και οι μέθυσοι και έγιναν νηστευτές και οι πλούσιοι και πεθύμησαν τη φτώχεια και οι φτωχοί και πλούτισαν με την ελπίδα και οί άρρωστοι και έγιναν υγιείς και οι αγράμματοι και έγιναν σοφοί.
http://agioritis.pblogs.gr/2011/01/h-agaph-eine-to-deipno-ths-basileias-toy-theoy.html

Δευτέρα 3 Ιανουαρίου 2011

Για το πρόσωπο του Χριστού !!!

- Υπάρχουν ορισμένοι άνθρωποι που υποστηρίζουν και πιστεύουν ότι ο Χριστός δεν είναι Θεός.
- Άλλοι πάλι , υποστηρίζουν πως ο Χριστός δεν υπήρξε ποτέ!
- Και άλλοι, ότι ο Χριστός ήταν μόνο Θεός και δεν είχε και την ανθρώπινη φύση ή αν είχε απορροφήθηκε από τη θεία φύση όπως λένε οι αιρετικοί μονοφυσίτες. Όμως ο Χριστός είναι Θεάνθρωπος. Έχει και τη θεία και την ανθρώπινη φύση και καμία δεν απορροφάται από την άλλη.
Ας δούμε πρώτα όμως, την περίπτωση των ανθρώπων εκείνων που πιστεύουν ότι ο Χριστός δεν είναι Θεός απλώς ένας άνθρωπος που είχε κάποια ιδιαίτερη χάρη από τον Θεό ή τον θεωρούν ως έναν σπουδαίο άνθρωπο που έγραψε … ιστορία.
Θα δούμε μόνο μερικά χωρία από την Καινή Διαθήκη που φανερώνουν τη θεία φύση του Θεανθρώπου Χριστού. Αυτά τα χωρία είναι τα ακόλουθα :
Αυτός γαρ σώσει τον λαόν αυτού από των αμαρτιών αυτών; Ματθ. Α:21 και σε άλλο χωρίο στο κατά Μάρκον Ευαγγέλιο , στίχους 5-12 λέει : Τέκνον, αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου. Ήσαν δε τινές των γραμματέων εκεί καθήμενοι και διαλογιζόμενοι εν ταις καρδίαις αυτών’ τι ούτος ούτω λαλεί βλασφημίας? Τις δύναται αφιέναι αμαρτίας ει μη εις ο Θεός? Και ευθέως επιγνούς ο Ιησούς τω πνεύματι αυτού ότι ούτως αυτοί διαλογίζονται εν εαυτοίς, είπεν αυτοίς’ τι ταύτα διαλογίζεσθε εν ταις καρδίαις υμών? Τι εστίν ευκοπώτερον , ειπείν τω παραλυτικώ, αφέωνταί σου αι αμαρτίαι, ή ειπείν , έγειρε και άρον τον κράβαττόν σου και περιπάτει? Ίνα δε ειδήτε ότι εξουσίαν έχει ο υιός του ανθρώπου αφιέναι επί της γης αμαρτίας – λέγει τω παραλυτικώ’ σοι λέγω, έγειρε και άρον τον κράβαττόν σου και ύπαγε εις τον οίκον σου’ και ηγέρθη ευθέως, και άρας τον κράβαττον εξήλθεν εναντίον πάντων, ώστε εξίστασθαι πάντας και δοξάζειν τον Θεόν λέγοντας ότι ουδέποτε ούτως είδομεν;.
Τι είδαμε εδώ λοιπόν? Ότι κανείς δεν μπορεί να συγχωρήσει αμαρτίες εκτός από τον Θεό. Και εφόσον οι γραμματείς δεν πίστεψαν στα λόγια του Χριστού όταν Εκείνος είπε :αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου και μάλιστα θεώρησαν ότι βλαστήμησε, ο Χριστός έδειξε εμπράκτως , με θαύμα, ότι ο Ίδιος είναι ο Θεός και μπορεί να συγχωρήσει αμαρτίες. Γιατί ως άνθρωποι και εμείς, αν παρευρισκόμασταν τότε εκεί, τι θα μας έκανε περισσότερο εντύπωση? Τα λόγια ή οι πράξεις? Φυσικά οι πράξεις! Για αυτό και ο Χριστός έδειξε τη Θεότητά Του με το θαύμα του παραλυτικού.
Άλλο χωρίο που δείχνει τη Θεότητα του Χριστού είναι στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο , στίχοι 31-32 " Οι δε δαίμονες παρεκάλουν αυτόν, λέγοντες’ ει εκβάλλεις ημάς, επίτρεψον ημίν απελθείν εις την αγέλην των χοίρων. Και είπεν αυτοίς’ Υπάγετε".
Ποιος άλλος εκτός από τον Θεό έχει τη δύναμη αυτή να εξουσιάζει τα δαιμόνια και να τα προστάζει τι να κάνουν? Άρα, και εδώ φαίνεται ξεκάθαρα ότι ο Χριστός είναι Θεός.
Η Θεότητα του Ιησού Χριστού φαίνεται και στο κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο, στίχοι 1-4 : Εν αρχή ην ο Λόγος και ο Λόγος ην προς τον Θεόν και Θεός ην ο Λόγος. Ούτος ην εν αρχή προς τον Θεόν. Πάντα δι αυτού εγένετο και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ εν ο γέγονεν. Εν αυτώ ζωή ην, και η ζωή ην το φως των ανθρώπων.
‘’Λόγο’’, ονομάζει ο Ιωάννης τον Ιησού Χριστό. Το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος που λέγεται ‘’Λόγος’’, ονομάζεται συγχρόνως και ‘’Υιός’’, γιατί Εκείνος που είναι ο λαλών ονομάζεται ‘’Πατήρ’’
‘’Λόγος’’ ονομαζόταν ο Υιός του Θεού, το δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, πριν την ενανθρώπησή Του, πριν σαρκωθεί εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου. Ενώ, μετά την σάρκωση, ο Λόγος του Θεού ονομάστηκε Χριστός.
Ένα ακόμη χωρίο είναι στην προς Κολασσαείς Επιστολή του Αποστόλου Παύλου , κεφάλαιο Β , στίχος 9 που λέει :ότι εν αυτώ (Χριστός) κατοικεί παν το πλήρωμα της Θεότητος σωματικώς… Επίσης, γνωρίζουμε ποτέ άγγελοι να προσκυνήσουν άνθρωπο ? Ποτέ !!! Και όμως, στην προς Εβραίους επιστολή , κεφάλαιο Α, στίχο 6 λέει :Και προσκυνησάτωσαν αυτώ (Χριστός) πάντες άγγελοι Θεού. Ο Χριστός αποκλείεται να ήταν απλώς ένας άνθρωπος και οι άγγελοι να τον προσκυνούσαν. Άρα και εδώ φαίνεται τι είναι ο Χριστός! Τώρα, που δείξαμε κάποια χωρία που φανερώνουν τη Θεότητα του Χριστού, ας δούμε και σε ποια χωρία φαίνεται η ανθρώπινη φύση του Χριστού, για να καταλάβουμε ότι ο Χριστός δεν ήταν ούτε μόνο Άνθρωπος, ούτε μόνο Θεός, αλλά Θεάνθρωπος. Πρωϊας δε επανάγων εις την πόλιν , ΕΠΕΙΝΑΣΕ (Μτ.ΚΑ : 18) ΠΕΡΙΛΥΠΟΣ εστίν η ψυχή μου εώς θανάτου (Μκ. ΙΔ : 34) Εγένετο δε ο ΙΔΡΩΣ αυτού ωσεί θρόμβοι αίματος καταβαίνοντες επί την γην (Λκ. ΚΒ: 44)
ΕΔΑΚΡΥΣΕΝ ο Ιησούς (Ιω. ΙΑ : 36)
Όθεν ώφειλε ΚΑΤΑ ΠΑΝΤΑ ΤΟΙΣ ΑΔΕΡΦΟΙΣ ΟΜΟΙΩΘΗΝΑΙ… (Εβρ. Β : 17)
Και, τέλος, να δούμε και που φαίνεται η ιστορικότητα του προσώπου του Ιησού Χριστού , όχι μέσα από την Αγία Γραφή αλλά από εξωτερικές Πηγές.

Πρώτη πηγή :
Κορνήλιος Τάκιτος.

Ο ιστορικός αυτός έγραψε : «Ο Κρίστους (όπως είναι στα Λατινικά ο «Χριστός», από τον οποίο προήλθε το όνομα χριστιανός), υπέστη την εσχάτη των ποινών στη διάρκεια της βασιλείας του Τιβέριου από έναν από τους επιτρόπους μας, τον Πόντιο Πιλάτο».— The Complete Works of Tacitus (New York, 1942), «The Annales», Βιβλίο 15, παρ. 44.

Δεύτερη πηγή:
Σουετώνιος.

Στο έργο του, καταγράφει τον βίο του αυτοκράτορα Κλαύδιου, μιλάει για την έξωση των Ιουδαίων από τη Ρώμη το 53 μ.Χ. με την αιτιολογία πως "με την υποκίνηση του Χριστού προκαλούσαν φασαρίες".

Τρίτη πηγή :
Πλίνιος.

Τα λεγόμενα του έχουν μεγάλη αξία και η μαρτυρία του ανάγεται στο 111 μ.χ πολύ κοντά δηλαδή στην εποχή που έζησε ο Χριστός. Ο αυτοκράτορας Τραϊανός έστειλε τον Πλίνιο στη Βιθυνία της Μικράς Ασίας ως legatus Caesaris .Έγραψε λοιπόν σε επιστολή του προς τον Τραϊανό: «Το μίασμα της δεισιδαιμονίας των Χριστιανών εκτείνεται όχι μόνο στις πόλεις αλλά και στους αγρούς και στα χωριά». Επιπρόσθετα αναφέρει (Επιστολή Χ,96): «Οι Χριστιανοί συνηθίζουν να συνέρχονται μια τακτή ημέρα πριν την ανατολή του ήλιου, και να αναπέμπουν ύμνους στον Χριστό, σαν να μιλούν σε Θεό». Η τακτή αυτή ημέρα ήταν και είναι η Κυριακή. Στη συνέχεια ανέκρινε προσωπικά πολλούς Χριστιανούς και συγκέντρωσε πολλές πληροφορίες για τη ζωή και την πίστη τους. Ο ίδιος ήθελε να προστατέψει την ειδωλολατρική θρησκεία και για αυτό επικοινώνησε με τον αυτοκράτορα, προκειμένου να εμποδίσουν εξάπλωση της νέας θρησκείας. Ο Πλίνιος έχει υποψίες ότι πρόκειται για έναν μύθο; Δεν φαίνεται ούτε καν να έχει την υποψία ότι ο Χριστός είναι μυθικό πρόσωπο, αν είχε σίγουρα θα υποστήριζε πως οι χριστιανοί πιστεύουν σε έναν μύθο. Ο Πλίνιος κάνει λόγο για ‘‘τον Χριστό’’ και όχι για ‘‘κάποιο Χριστό’’. Ενοχλείται γιατί τον υμνούν ‘‘σαν Θεό’’.

Τέταρτη πηγή:
Ιώσηπος.

Γεννήθηκε το 37 μ.Χ. στην Ιερουσαλήμ. Φαρισαίος ο ίδιος, είχε στενό σύνδεσμο με τις οικογένειες των αρχιερέων Άννα και Καϊάφα(αυτό δείχνει ότι σε καμιά περίπτωση δεν ήταν διατεθειμένος να κινηθεί ευνοϊκά υπέρ του Χριστού). Στο έργο του ‘‘Ιουδαϊκή αρχαιολογία’’ που έγραψε στα Ελληνικά, αναφέρονται τα εξής: «Ο αρχιερέας Άνανος καθίζει συνέδριο κριτών και παραγαγών εις αυτόν τον αδελφόν Ιησού τον λεγόμενον Χριστόν (Ιάκωβος το όνομα αυτού)και τινας εταίρους, ως παρανομησάντων κατηγορίαν ποιησάμενος παρέδωσε λευθησομένους (για να λιθοβοληθούν)». Σε ένα άλλο σημείο στην Ιουδαϊκή αρχαιολογία και συγκεκριμένα στο ΧVIII 3,3 γράφει:
«Γίγνεται δε κατά τούτον τον χρόνον Ιησούς, σοφός ανήρ, ει γε άνδρα αυτόν λέγειν χρη. Ην γαρ παραδόξων έργων ποιητής, διδάσκαλος ανθρώπων των ηδονή ταληθή δεχομένων. Και πολλούς δε και του Ελληνικού επηγάγετο, ο Χριστός ούτος ήν και αυτόν ενδείξει των πρώτων ανδρών , παρ’ ημίν, σταυρώ επιτετιμηκότος Πιλάτου, ουκ επαύσαντο οι το πρώτον αυτόν αγαπήσαντες , εφάνη γαρ αυτοίς τρίτην έχων ημέραν πάλιν ζων των θείων προφητών ταύτα τε και άλλα μύρια θαυμάσια περί αυτού ειρηκότων.»

Πέμπτη πηγή:
Ταλμούδ.

Το Ταλμούδ αποτελείται από τα βιβλία της Mishnah και της Gemara. Η Mishnah (ο προφορικός νόμος)είναι η παράδοση των πρεσβυτέρων. Η Gemara είναι σχόλια των Ραβίνων πάνω σε ότι περιέχει η Mishnah. Τα ιερά βιβλία των Εβραίων μιλούν με βεβαιότητα για την ύπαρξη του Ιησού Χριστού. Δεν παραδέχονται φυσικά τη θεότητά του, παραδέχονται όμως χωρίς καμιά αμφιβολία την ύπαρξή του. Όπως είναι φυσικό, προσπαθούν να τον υποτιμήσουν. Έτσι γράφεται ‘‘κατά την εσπέρα του Εβραϊκού Πάσχα κρέμασαν τον Ιησού από τη Ναζαρέτ’’. Τονίζουν μάλιστα ότι ο Ιησούς ήταν καρπός πορνείας, έκανε δε θεραπείες που βασίζονταν σε μαγεία. Σύμφωνα με τον Εβραίο καθηγητή J. Klausner, στο βιβλίο του ‘‘Ιησούς της Ναζαρέτ’’: «Ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ ήταν προδότης του Ισραήλ, ο οποίος ασκούσε μαγεία, περιφρονούσε τους λόγους της σοφίας, οδήγησε το λαό στην πλάνη και έλεγε ότι δεν ήρθε για να καταλύσει τον Μωσαϊκό νόμο αλλά να τον συμπληρώσει. Κρεμάστηκε την παραμονή του Πάσχα σαν αιρετικός και πλάνος του λαού. Οι μαθητές του έκαναν τα ίδια έργα στο όνομά του»

ΑΛΛΕΣ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΕΩΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ.
Υπάρχουν αρχαιολογικά ευρήματα που αποδεικνύουν την ύπαρξη του; Αν και η δημόσια δράση του Ιησού διήρκησε μόνο 3 χρόνια και όπως είναι φυσικό μέσα σε τόσο σύντομο διάστημα είναι δύσκολο να δημιουργηθεί αρχαιολογικό υλικό, παρόλα αυτά υπάρχουν λίγα στοιχεία που μαρτυρούν την ιστορικότητα του. Το 1945 ο E.L. Sukenik (καθηγητής του εβραϊκού πανεπιστημίου) ανακάλυψε σε ανασκαφή αυτό που αργότερα ονόμασε ως το « αρχαιότερο έγγραφο του χριστιανισμού». Ανακάλυψε λοιπόν κοντά στην Ιερουσαλήμ, δύο τάφους οι οποίοι περιείχαν από μια σκαλιστή επιγραφή. Η πρώτη επιγραφή περιείχε μια προσευχή προς τον Ιησού για βοήθεια και η δεύτερη ήταν μια ικεσία που απευθύνονταν πάλι στον Ιησού και ζητούσε την ανάσταση εκ νεκρών. Η τελευταία επιγραφή ίσως αναφέρεται στην Β παρουσία Του. Πόσο κοντά βρίσκονται στην εποχή που έζησε ο Χριστός; Σύμφωνα με τους επιστήμονες οι επιγραφές αυτές έχουν χαραχθεί περίπου στο 50 μ.Χ. Είναι δηλαδή αρχαιότατες, μόλις 15 χρόνια από το θάνατο του Ιησού και αποκαλύπτουν από τη μια την επίδραση που άσκησε ο Χριστός και από την άλλη πως δεν ήταν δυνατόν να πλανήθηκαν ακόμη και οι άνθρωποι που έζησαν τόσο κοντά ιστορικά.
Επιπρόσθετα οι πάπυροι της Οξυρρύγχου (πρόκειται για συλλογή ελληνικών παπύρων οι οποίοι γράφτηκαν μέχρι το 140 μ.Χ) αποδεικνύουν την ιστορικότητα του Ιησού. Πιο συγκεκριμένα ορισμένοι από αυτούς αναφέρουν λόγια του Ιησού που θυμίζουν πάρα πολύ το κατά Ιωάννην ευαγγέλιο.
Τέλος, η ανακάλυψη του Τιμίου Σταυρού αποτελεί αδιαμφισβήτητο τεκμήριο της υπάρξεως του Κυρίου μας. Είναι γνωστό, ότι για να ανακόψουν το μεγάλο κύμα των χριστιανών ο Ανδριανός έκτισε πάνω στον Γολγοθά το ναό της Αφροδίτης. Ωστόσο η αγία Ελένη το 326 μ.Χ. γκρέμισε τον ναό και άρχισαν εργασίες για να βρεθεί το Τίμιο ξύλο. Τελικά βρέθηκαν και οι τρεις σταυροί και για να καταλάβουν ποιος ήταν ο σταυρός του Ιησού έφεραν και τους τρεις σε μια ετοιμοθάνατη άρρωστη γυναίκα. Μόλις η ετοιμοθάνατη ακούμπησε τον Τίμιο Σταυρό σηκώθηκε όρθια απόλυτα υγιής. Από τότε ο σταυρός αυτός αποτελεί κειμήλιο της ανθρωπότητας αλλά και στοιχείο που δεν αποδεικνύει μόνο την ύπαρξη του Ιησού αλλά και την θεότητα του.
Ακόμη και στη Συριακή ιστορία, ο Σαραπίων έγραψε (μετά το 73 μ.Χ.) ότι «οι Ιουδαίοι καταστραφέντες εκ της χώρας αυτών, διωχθέντες ζώσιν εν τη διασπορά, ο σοφός βασιλεύς όμως δεν απέθανε χάρις εις τους νέους νόμους που έδωσε. Ένεκα της καταδίκης του σοφού βασιλέως αφαιρέθη από τους Ιουδαίους το βασίλειον». Ο μόνος «σοφός βασιλεύς» που κατεδικάστη, πριν το 73 μ.Χ., ήταν ο Ιησούς Χριστός .
Πιστεύω, εν συντομία, είδαμε πως ο Χριστός υπήρξε ως ιστορικό πρόσωπο και είναι Θεάνθρωπος.
Μαρία Αφροδίτη Τούμπα
http://www.pentapostagma.gr/2011/01/blog-post_7094.html

Δευτέρα 20 Δεκεμβρίου 2010

Η Ενσάρκωση του Κυρίου Ιησού Χριστού

Στο στίχο 14, στον πρόλογο του κατά Ιωάννη Ευαγγελίου, που αναφέρεται τόσο στο Χριστό όσο και στην Τριάδα, διατρανώνεται η μεγάλη χριστιανική βεβαιότητα, η ίδια βεβαιότητα που ο νεαρός Αυγουστίνος έψαχνε μάταια να βρει στη μεταφυσική του Πλωτίνου: «ο Λόγος σαρξ εγένετο». Όπως τονίζει ο Άγιος Ιωάννης, ό,τι γνωρίζουμε για την Τριάδα το γνωρίζουμε μέσω της Ενσάρκωσης. Η Αποκάλυψη ολοκληρώνεται όταν ένα θεϊκό πρόσωπο, εκείνο του Υιού του Θεού, γίνεται Υιός του ανθρώπου και «σκηνώνει εν ημίν». Ασφαλώς, η μη χριστιανική σκέψη είχε συχνά προμηνύματα του μυστηρίου του αριθμού τρία, αλλά μέσω της ασάφειας των διφορούμενων συμβόλων, και η πλήρης αποκάλυψη της Τριάδας απαιτούσε την Ενσάρκωση. Από τότε που η Παλαιά Διαθήκη αποκαλύπτεται σαν τριαδική, ο κύριος του σύμπαντος εμφανίζεται σαν ο Πατήρ και ο άνθρωπος, θεώμενος «την δόξαν του Μονογενούς παρά Πατρός», βλέπει τη θεία φύση να αυτό-αποκαλύπτεται: η θεολογία σαν θέα του ίδιου του Θεού γίνεται δυνατή: «Ο Λόγος σαρξ εγένετο». Τότε αρχίζει η οικονομία η προσήκουσα στον Υιό, ο οποίος εισέρχεται στην Ιστορία του κόσμου. «Η σαρξ» κατά συνέπεια είναι το τελικό όριο της ενανθρώπισης: όχι μόνο η ψυχή αλλά και το σώμα προσλαμβάνεται από το Λόγο. Είναι η ολότητα της ανθρώπινης φύσης που εννοείται εδώ με τη λέξη «σαρξ». Και το «εγένετο» του ο Λόγος «σαρξ εγένετο» προστίθεται στην πληρότητα του θείου όντος, το μεγάλο σκάνδαλο της μεταφυσικής. Ο Υιός παραμένει Θεός στην ουσία της αναλλοίωτης Τριάδας. Αλλά κάτι προστίθεται στη θεότητά Του: γίνεται άνθρωπος. Μια ακατανόητη παραδοξότητα: ο Λόγος, χωρίς καμιά αλλαγή στη θεία Του φύση, η οποία δεν μπορεί να μειωθεί καθόλου, εμπλέκεται πλήρως στη δική μας κατάσταση μέχρι του σημείου να αποδέχεται και αυτόν ακόμη το θάνατο.
Μια υπέρτατη εκδήλωση αγάπης, αυτό το μυστήριο δεν μπορεί να προσεγγισθεί παρά μόνο από την άποψη της προσωπικής ζωής· διότι το πρόσωπο του Υιού ξεπερνά τα σύνορα του υπερβατού και της πανταχού παρουσίας και μπορεί να εμπλακεί στην ανθρώπινη ιστορία. Αυτό το «εγένετο» προχωρεί πέραν των κατηγοριών της θείας φύσης, αιώνιο, αναλλοίωτο, αλλά με τις οποίες οι υποστάσεις δεν ταυτίζονται· είναι γι’ αυτό που ο Χριστός γίνεται άνθρωπος χωρίς τα άλλα πρόσωπα της Τριάδας να υποφέρουν ή να σταυρώνονται, και είναι γι’ αυτό που ένας πρέπει να μιλά για την οικονομία την προσήκουσα στον Υιό. Ασφαλώς η οικονομία ανήκει στη θεία βούληση και αυτή είναι μία και μόνη στην Τριάδα· ασφαλώς η σωτηρία του κόσμου είναι η μόνη βούληση και των Τριών, «και όποιος μυείται στο μυστήριο της Ανάστασης, μανθάνει το σκοπό για τον οποίο ο Θεός δημιούργησε όλα τα πράγματα στην αρχή» (Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής). Αλλά αυτή η κοινή βούληση πραγματοποιείται διαφορετικά για το κάθε πρόσωπο: ο Πατήρ αποστέλλει, ο Υιός υπακούει, το Πνεύμα συνοδεύει και βοηθά και μέσω αυτού ο Υιός εισέρχεται στο κόσμο. Το θέλημα του Υιού είναι εκείνο της Τριάδας, αλλά είναι μάλλον υπακοή. Είναι η Τριάδα που μας σώζει, αλλά είναι ο Υιός που σαρκώνεται για να πραγματοποιήσει στο κόσμο το έργο της σωτηρίας. Για τους «Πατροπασχίτες» (αιρετικούς), ο Πατήρ υπέφερε, ο Πατήρ σταυρώθηκε με τον Υιό ένεκα της ενότητας της φύσης. Αυτό σύγχυζε στο Θεό τη φύση με το πρόσωπο. Αλλά έχουμε την ισχυρή πεποίθηση ότι εάν οι διακρίσεις που κάνουμε είναι για να αποφεύγεται η αίρεση, αυτές δεν μπορούν να κάμουν τίποτε περισσότερο από του να υπογραμμίσουν το μυστήριο: άτεγκτοι ατραποί φλεγόμενοι από την πίστη και την προσευχή είναι άπλες λέξεις χωρίς αυτές τις διακρίσεις. Το μυστήριο εδώ είναι εκείνο της υποταγής. Γιατί στο Θεό υπάρχει μόνο ενότητα. Αλλά στο Χριστό δεν υπήρχε μόνο θεία θέληση αλλά και ανθρώπινη, και εφόσον εισήχθη κάποιος χωρισμός ανάμεσα στον Υιό και στον Πατέρα, η συμφωνία των δύο θελήσεων του Χριστού επισφραγίζει την υπακοή του Υιού προς τον Πατέρα· και το αυτό με εκείνο της δικής μας σωτηρίας.
Ο Υιός σαρκώνεται για να κάμει δυνατή την ένωση του ανθρώπου με το Θεό, μια ένωση που όχι μόνο διεκόπη, αλλά και αποκλείσθηκε με την ανθρώπινη προσφυγή στο κακό. Και μόνο το γεγονός της Ενσάρκωσης υπερπηδά το πρώτο εμπόδιο προς αυτή την ένωση: το χωρισμό των δύο φύσεων, αυτής του ανθρώπου και αυτής του Θεού. Παραμένουν επομένως δύο άλλα εμπόδια, συνδεδεμένα με την πτωτική κατάσταση του ανθρώπου: η αμαρτία και ο θάνατος. Το έργο του Χριστού είναι να συντρίψει αυτά τα εμπόδια, να εκδιώξει την αναγκαιότητά τους από το γήινο κόσμο. Όχι για να τα υπερνικήσει χωρίς επανόρθωση, γιατί αυτό θα παραβίαζε την ίδια την ελευθερία που τα δημιούργησε. Αλλά να καταστήσει το θάνατο ακίνδυνο και την αμαρτία θεραπεύσιμη, δια της υποταγής του ίδιου του Θεού στο θάνατο και στον Άδη. Έτσι ο θάνατος του Χριστού μετακινεί το εμπόδιο της αμαρτίας που υπήρχε μεταξύ του ανθρώπου και του Θεού· και η Ανάστασή Του αφαιρεί από το θάνατο το «κεντρί» του. Ο Θεός κατέρχεται στις πονηρές αβύσσους που ανοίχτηκαν στη δημιουργία από την αμαρτία του Αδάμ, για να μπορέσει ο άνθρωπος να ανέλθει στη θεότητα. «Ο Θεός έγινε άνθρωπος για να μπορέσει ο άνθρωπος να γίνει Θεός»: αυτή η πρόταση απαντάται τρεις φορές στον Άγιο Ειρηναίο, τη βρίσκουμε ξανά στον Άγιο Αθανάσιο, και τελικά γίνεται απόφθεγμα κοινό στους θεολόγους όλων των αιώνων.
Ο Απόστολος Πέτρος είναι ο πρώτος που έγραψε: Πρέπει να γίνουμε «θείας κοινωνοί φύσεως». Η ανεξιχνίαστη σημασία της Ενσάρκωσης ενοικεί σ’ αυτή τη φυσική και μεταφυσική ενόραση της φύσης που μεταμορφώνεται από τη χάρη, σ’ αυτή την αποκατάσταση ως εκ τούτου της ανθρώπινης φύσης, σ’ αυτό το ρήγμα που ξανοίγεται δια μέσου της σκοτεινιάς του θανάτου και που οδηγεί στη θέωση.
«Εγένετο ο πρώτος άνθρωπος Αδάμ εις ψυχήν ζώσαν· ο έσχατος Αδάμ εις Πνεύμα ζωοποιούν… Ο πρώτος άνθρωπος εκ γης χοϊκός, ο δεύτερος άνθρωπος ο Κύριος εξ ουρανού. Οίος ο χοϊκός, τοιούτοι και οι χοϊκοί, και οίος ο επουράνιος, τοιούτοι και οι επουράνιοι. Και καθώς εφορέσαμεν την εικόνα του χοϊκού, φορέσομεν και την εικόνα του επουρανίου». Ο Χριστός είναι επομένως ο νέος Αδάμ που ήλθε από τους ουρανούς, ο δεύτερος και έσχατος άνθρωπος. Δε θα μπορούσε αυτός ο «επουράνιος άνθρωπος» να ήταν μια φανέρωση πάνω στη γη μας μιας άλλης ανθρωπότητας, μιας υπέρτερης ανθρωπότητας στους ουρανούς, όπως μερικοί Γνωστικοί νόμιζαν; Αλλά που θα έγκειτο τότε η Ενσάρκωση; Διότι ο Χριστός θα περνούσε μέσω της μητέρας Του χωρίς να πάρει τίποτε από αυτή. Διότι το μυστήριο της Ενσάρκωσης είναι εκείνο του θεανθρώπου, ο οποίος πραγματικά επανενώνει τις δύο φύσεις και παίρνει από την Παρθένο την ανθρώπινή Του φύση. Το μυστήριο της Ενανθρώπισης είναι τούτο: το ότι ο Λόγος δέχεται κάτι από το ίδιο Του το δημιούργημα· ο Θεός επιζητεί από τη Μαρία κατά την αποφασιστική στιγμή του Ευαγγελισμού τα πρωτόλεια της ανθρωπότητάς Του, τη δική Του ανθρώπινη φύση.
Η Ενσάρκωση επιτελέσθηκε με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Θα μπορούσε, επομένως, να λεχθεί, όπως υποστήριξαν μερικοί θεολόγοι, ότι το Άγιο Πνεύμα είναι ο σύζυγος της Παρθένου, ότι αντιστοιχεί στο ρόλο του συζύγου στην Άσπιλο Σύλληψη. Αυτό θα αποτελούσε μια χονδροειδή ορθολογιστική εξήγηση της Γέννησης του Χριστού. Διότι δεv μπορεί κάποιος να μιλήσει για «σύζυγο» στην περίπτωση της Παρθένου, αυτό μπορεί να γίνει μόνο κατά ένα μεταφορικό τρόπο: στο βαθμό που αυτή αντιπροσωπεύει την Εκκλησία, αυτή δεν έχει άλλο σύζυγο από τον Υιό της. Με αυτή την έννοια χωρίς σπέρμα, σπέρμα είναι ο ίδιος ο Λόγος. Και το Άγιο Πνεύμα, μακράν του να είναι ο σύζυγος της Μαρίας, ολοκληρώνει τον εξαγνισμό της καρδίας Της. Την καθιστά πλήρως παρθένο, και επίσης παρέχει σ’ Αύτη, μέσω της ολοκλήρωσης της ακεραιότητας, τη δύναμη να ωριμάσει και να γεννήσει το Λόγο: η άκρα παρθενικότητα, την οποία το Πνεύμα παρέχει σαν αγνότητα ολόκληρου του είναι, συμπίπτει με τη θεία μητρότητα.
Επομένως δεν υπάρχει ανθρώπινο πρόσωπο στο Χριστό: υπάρχει ανθρώπινη φύση, αλλά το πρόσωπο είναι θείο. Ο Χριστός είναι άνθρωπος αλλά το πρόσωπό Του έρχεται από τους ουρανούς. Έτσι εξηγείται και η φράση του Παύλου «επουράνιος άνθρωπος».
Θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για την ένωση των δύο φύσεων, για τη «συμβολή» των δύο φύσεων, όπως την αποκάλεσαν oι Πατέρες; Οι ίδιοι οι Πατέρες πάντοτε ραφίναραν τη γλώσσα τους και υποχρέωναν και μας να ξεκαθαρίζουμε τη δική μας. Η ανθρώπινη φύση του Χριστού ουδέποτε αποτέλεσε ξεχωριστή και προηγούμενη φύση· δεν κατέληξε στο να ενωθεί με τη θεότητα. Ουδέποτε υπήρξε έξω από το πρόσωπο του Χριστού· είναι αυτός που τη δημιούργησε από το κέντρο της δικής Του υπόστασης, όχι εκ του μηδενός, επειδή είναι αναγκαίο να λυτρώσει όλη την ιστορία, το σύνολο της ανθρώπινης κατάστασης, αρχίζοντας από την Παρθένο, που καθαρίζεται από το Άγιο Πνεύμα. Αδημιούργητο πρόσωπο ο Ίδιος δημιουργεί την ανθρώπινή Του φύση, και αυτή εμφανίζεται από την αρχή σαν η ανθρώπινη φύση του Λόγου. Αυστηρά ομιλούντες, δεν υπάρχει θέμα ένωσης ή ακόμη ιδιοποίησης, αλλά ενότητας των δύο φύσεων στο πρόσωπο του Λόγου από τη στιγμή της Ενσάρκωσής Του, «Ο απεριόριστος» γράφει ο Άγιος Μάξιμος, «περιορίζεται κατά ένα εκφραστό τρόπο, ενώ ο πεπερασμένος διευρύνεται στο μέτρο του απεριόριστου». Ο Θεός εισέρχεται σαν σάρκα στη σάρκα της ιστορίας: η ιστορία είναι κίνδυνος· ο Θεός διατρέχει τον κίνδυνο. Αυτός, που είναι η ίδια η τελειότητα και η αφθονία, κατέρχεται μέχρι τα τελευταία όρια του όντος τα οποία η αμαρτία κατέστησε διάτρητα με την ατέλεια και την ανεπάρκεια, για να κάμει δυνατή τη σωτηρία, να ελευθερώσει τα όντα χωρίς να συντρίψει την ελευθερία τους.
http://vatopaidi.wordpress.com/

Ιησούς Χριστός

Η ΓΕΝΝΗΣΗ

Χριστός (από το ρήμα χρίω) σημαίνει αυτός που έχει χριστεί από το Θεό, που έχει το χρίσμα της θείας αποστολής. Πηγές για τη ζωή και το έργο του Χριστού αποτελούν τα Ευαγγέλια του Λουκά, του Μάρκου, του Ματθαίου και του Ιωάννη, τα άλλα βιβλία της Καινής Διαθήκης, και οι συγγραφείς Σουετώνιος, Τάκιτος, Ιώσηπος, Λουκρήτιος.
Σύμφωνα με την Καινή Διαθήκη, ο αρχάγγελος Γαβριήλ επισκέφθηκε τη Θεοτόκο Μαρία με­τά την έ­ξο­δό της α­π' το Να­ό και της είπε ότι θα φέρει στον κόσμο τον Υιό του Θεού. Σύμφωνα με το θέλημα του Θεού θα ονομαστεί Ι­η­σούς και θα ερχόταν στον κόσμο όχι με τη συμβολή ανδρός, αλλά με την θαυματουργή δύναμη του Θεού και την έλευση του Αγίου Πνεύματος.
Α­πό ε­κεί­νη τη στιγ­μή ο Κύ­ριος μας Ι­η­σούς Χρι­στός σαρ­κώ­θη­κε από την αειπάρθενο Μα­ρί­α για τη σω­τη­ρί­α του αν­θρώ­πι­νου γέ­νους.
Με το δι­ά­ταγ­μα του αυ­το­κρά­το­ρα Καί­σα­ρα Αυ­γού­στου να α­πο­γρα­φεί ό­λος ο πλη­θυ­σμός που ή­ταν κά­τω α­πό την Ρω­μα­ϊ­κή κυ­ρι­αρ­χί­α, ο Ι­ω­σήφ και η εγ­κυ­μο­νού­σα Μα­ριάμ έ­πρε­πε να α­πο­γρα­φούν στον τό­πο της κα­τα­γω­γής τους. Έτσι ξεκίνησαν από την Ναζαρέτ και ύστερα από κοπιαστικό ταξίδι έφτασαν στην Βηθλεέμ της Ι­ου­δαί­ας. Λό­γω της πλη­θώ­ρας των α­πο­γρα­φο­μέ­νων, ο Ιωσήφ με τη Μαρία, δεν κατάφεραν να βρουν κατάλυμα, παρά μόνο ένα φτωχικό σπήλαιο.
Ε­κεί θέ­λη­σε να γεν­νη­θεί ο φι­λάν­θρω­πος και τα­πει­νός Κύ­ριος, ο Λυ­τρω­τής του κό­σμου, ό­που και τον σπαρ­γά­νω­σε η Θε­ο­τό­κος σε μια φάτ­νη των ζώ­ων για να ζε­στα­θεί.
Ένας άγγελος εμφανίστηκε σε ποιμένες (βοσκούς) και τους είπε ότι εκείνο το βράδυ γεννήθηκε ο Σωτήρας των ανθρώπων. Οι βοσκοί πήγαν και προσκύνησαν τον μικρό Ιησού ακολουθώντας το αστέρι που φώτιζε τη φάτνη. Έτσι, ο Ιησούς γεννήθηκε περίπου το 6 π.Χ. στη Βηθλεέμ, στη διάρκεια της βασιλείας του Ηρώδη.
Η Εκ­κλη­σί­α μας ε­ορ­τά­ζει τη Γέν­νη­ση του Ιησού Χριστού στις 25 Δεκεμβρίου. Να σημειώσουμε εδώ, ότι η γιορτή των Χριστουγέννων καθιερώθηκε για πρώτη φορά το 397 επί πατριαρχείας Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου.
ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ

Σε ο­κτώ μέ­ρες α­πό τη γέν­νη­ση, η Θεοτόκος Μαρία και ο Ι­ω­σήφ έ­κα­ναν, σύμ­φω­να με το Μωσαϊκό νό­μο, την πε­ρι­το­μή του παι­διού και του έ­δω­σαν το ό­νο­μα «­Ιησούς». Η Εκ­κλη­σί­α μας ε­ορ­τά­ζει την Περιτομή του Ιησού Χριστού στις 1 Ιανουαρίου.
Σα­ράν­τα μέ­ρες με­τά τη γέν­νη­σή Του, ο Ι­η­σούς συνοδεύεται από τον Ιωσήφ και τη Μαρία για πρώ­τη φο­ρά στα Ι­ε­ρο­σό­λυ­μα, στο να­ό του Θε­ού. Σύμ­φω­να με τον Ι­ου­δα­ϊ­κό νό­μο, κάθε πρωτότοκο αρσενικό παιδί έπρεπε να αφιερώνεται στο Θεό και να προσφέρει, την τεσσαρακοστή ημέρα από την γέννησή το, θυσία στο Θεό ένα ζεύγος τρυγόνων ή δύο νεοσσούς περιστερών. Εκεί βρέθηκε ο δίκαιος Συμεών, φωτισμένος από το Άγιο Πνεύμα, για να τους προϋπαντήσει στην είσοδο. Ο γέροντας Συμεών κράτησε με ευλάβεια και δέος το Θείο βρέφος, γιατί γνώριζε από την προφητεία ότι Αυτό είναι ο ίδιος ο Θεός με σάρκα ανθρώπου, τον οποίο θα έβλεπε πριν πεθάνει. Με­τά προφήτευσε ότι: «ο Ιησούς θα γί­νει αι­τί­α να πέ­σουν και να ση­κω­θούν πολ­λοί στο Ισ­ρα­ήλ και θα προ­κα­λέ­σει δι­χο­γνω­μί­α».
Έτσι η Εκκλησία μας καθιέρωσε την ακολουθία του «Σαραντισμού», όπου οι μητέρες βγάζουν για πρώτη φορά το παιδί τους από το σπίτι, σαράντα ημερών βρέφος και το πηγαίνουν στην Εκκλησία, για να το ευλογίσει ο ιερέας και να λάβει την χάρη από την προσκύνηση των ιερών εικόνων. Η Εκ­κλη­σί­α μας ε­ορ­τά­ζει την Υπαπαντή (υποδοχή) του Ιησού Χριστού στις 2 Φεβρουαρίου.
Με­τά τη γέν­νη­ση του Ι­η­σού και τον σα­ραν­τι­σμό, η Θε­ο­τό­κος με τον Ι­ω­σήφ πα­ρέ­μει­ναν στη Βη­θλε­έμ. Στο δι­ά­στη­μα αυ­τό, μάγοι από την Ανατολή ήρθαν να προσκυνήσουν το Σωτήρα του κόσμου. Πρόσφεραν ως δώρα χρυσό, λιβάνι και σμύρνα.
Με­τά την προ­σκύ­νη­ση του Κυ­ρί­ου, οι Μά­γοι ε­πι­στρέ­φουν στην πα­τρί­δα τους, για­τί άγ­γε­λος Κυ­ρί­ου τους ει­δο­ποί­η­σε να φύ­γουν α­πό άλ­λο δρό­μο και να μη πά­νε στον Η­ρώ­δη, που ή­θε­λε να σκο­τώ­σει τον Ι­η­σού. Πριν ο Η­ρώ­δης δι­α­τά­ξει τη σφα­γή των νη­πί­ων, άγ­γε­λος Κυ­ρί­ου πα­ρου­σι­ά­ζε­ται σε όνειρο στον Ι­ω­σήφ και του είπε να πά­ρει το παι­δί και τη μη­τέ­ρα Του και να φύ­γουν για την Αί­γυ­πτο. Πράγ­μα­τι, ο Ι­ω­σήφ πήρε τη Θε­ο­τό­κο και το παιδί και έ­φτα­σαν στην Αί­γυ­πτο όπου μέ­χρι το θά­να­το του Η­ρώ­δη. Σή­με­ρα στο πα­λι­ό Κάιρο, κον­τά στο μο­να­στή­ρι του Α­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου, βρί­σκε­ται το σπή­λαι­ο με το πη­γά­δι, ό­που έ­μει­νε η α­γί­α οι­κο­γέ­νεια κα­τά τη διά­ρκεια της δι­α­μο­νής της στην Αί­γυ­πτο.
Με­τά το θά­να­το του Η­ρώ­δη και ύ­στε­ρα α­πό ει­δο­ποί­η­ση του αγ­γέ­λου η α­γί­α οι­κο­γέ­νεια ε­πέ­στρε­ψε, ό­που εγ­κα­τα­στά­θη­κε και πά­λι στην φτωχική κωμόπολη Ναζαρέτ. Εκεί μεγάλωνε ο Ιησούς με τους γονείς του ασκώντας το επάγγελμα του ξυλουργού και προετοιμαζόταν για το έργο του σύμφωνα με το θέλημα του Θεού.
Η ΒΑΠΤΙΣΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ

Μετά από θεία εντολή ο Ιωάννης ο Πρόδρομος εγκατέλειψε την ερημική ζωή και ήλθε στον Ιορδάνη ποταμό όπου κήρυττε και βάπτιζε, προετοιμάζοντας τον κόσμο για την εμφάνιση του Χριστού. Όταν ο Ιησούς ήταν περίπου 30 ετών, παρουσιάστηκε κάποια ημέρα στον Ιωάννη και ζήτησε να βαπτιστεί. Ο Ιωάννης τον βάπτισε μέσα στον Ιορδάνη ποταμό καθώς αναγνώρισε στο πρόσωπό του τον αναμενόμενο Μεσσία που περίμεναν οι Ιουδαίοι.
Και τότε μπροστά στα έκπληκτα μάτια των θεατών διαδραματίσθηκε μία μοναδική και μεγαλειώδης σκηνή, όταν με την μορφή ενός περιστεριού κατήλθε το Άγιο Πνεύμα και κάθισε επάνω στο βαπτιζόμενο Ιησού, ενώ συγχρόνως ακούσθηκε από τον ουρανό η φωνή του Θεού η οποία έλεγε: «Ούτος εστίν ο Υιός μου ο αγαπητός, εν ω ευδόκησα» («Αυτός είναι ο αγαπημένος μου Υιός, αυτός είναι ο εκλεκτός μου»).
Ο Κύριος με το να βαπτιστεί αγίασε το νερό, το έκανε νερό αγιασμού και συμφιλίωσης με το Θεό. Έτσι με τη Βάπτιση του Κυρίου εγκαινιάστηκε το μυστήριο του Βαπτίσματος. Η Εκ­κλη­σί­α μας ε­ορ­τά­ζει την Βάπτιση του Ιησού Χριστού στις 6 Ιανουαρίου.
Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ

Ο Ιησούς κατόπιν αποχώρησε στην έρημο και προετοιμάστηκε ψυχολογικά για την δημόσια δράση του. Τότε ήταν περίπου 30 χρονών, σύμφωνα με το Λουκά, τη 15η χρονιά της βασιλείας του αυτοκράτορα Τιβέριου, δηλ. το 28 ή 29 μ.Χ. Μετά από το γεγονός αυτό, ο Ιησούς ξεχώρισε μια ομάδα 12 πιστών μαθητών οι οποίοι θα τον βοηθούσαν να διαδώσει το μήνυμά της Σωτηρίας. Η εκλογή των δώδεκα μαθητών, που ονομάζονται και απόστολοι, καθώς η αποστολή τους ήταν να κηρύξουν το ευαγγέλιο σε ολόκληρο τον κόσμο, κράτησε ενάμιση χρόνο περίπου. Μετά την κλίση τους έμειναν μαζί με τον Ιησού δύο χρόνια περίπου. Ο Ιησούς, αφού είχε τελειώσει την πρώτη διδασκαλία Του στην Ιουδαία, και άρχιζε τη διδασκαλία Του στη Γαλιλαία, κάλεσε τους Σίμωνα (Πέτρο), Ανδρέα, Ιάκωβο και Ιωάννη, να εγκαταλείψουν το επάγγελμα του ψαρά και να Τον ακολουθήσουν. Μετά από σύντομο χρονικό διάστημα κάλεσε τον Φίλιππο, τον Ναθαναήλ (Βαρθολομαίο) και τον Ματθαίο.
Ακολούθησαν οι Θωμάς, Σίμων ο Κανανίτης, Ιούδας ή Θαδδαίος, Ιάκωβος γιος του Αλφαίου και ο Ιούδας ο Ισκαριώτης.
Σύμφωνα με τους ευαγγελιστές, ο Ιησούς κήρυξε στον κόσμο της υπαίθρου, στους ναούς και στις πόλεις και μίλησε για την εμπιστοσύνη που πρέπει να έχει άνθρωπος στο Θεό, δίδαξε τη συγχώρεση, την υιοθέτηση μιας στάσης ζωής που να αγκαλιάζει με αγάπη τον συνάνθρωπο και την οριστική λύτρωση του ανθρώπου από το κακό, την φθορά και τον θάνατο με την συμμετοχή του στην "Βασιλεία του Θεού", στην αιώνια ζωή που συνεχίζεται μετά τον φυσικό θάνατο. Η διδασκαλία του, έκανε τον Ιησού σύντομα γνωστό και η φήμη του εξαπλώθηκε σε όλη τη χώρα, όχι μόνο στο βορρά και στις περιοχές της Γαλιλαίας άλλα και στο νότο με τα αστικά κέντρα και ιδιαίτερα στην ιερή πόλη του Ιουδαϊσμού, στα Ιεροσόλυμα. Ο λόγος του είχε δύναμη και παραστατικότητα. Συνήθιζε να συναναστρέφεται με ανθρώπους που θεωρούνταν αμαρτωλοί, με φτωχούς και ταπεινούς, αγαπούσε τα παιδιά και τη φύση.
Στη διδασκαλία του ο Χριστός καταφέρθηκε εναντίον της τυπολατρείας των Φαρισαίων. Ενδιαφέρθηκε για την εγκαθίδρυση ουσιαστικών σχέσεων αγάπης και δικαιοσύνης ανάμεσα στους ανθρώπους. Κεντρική θέση κατείχε η προσδοκία για τη βασιλεία των ουρανών και την τελική επικράτηση της δικαιοσύνης στον κόσμο. Σύμφωνα με τη διδασκαλία του Χριστού, ο Θεός κατοικεί παντού, είναι πανάγαθος, είναι η Αγάπη, προνοεί κι ενδιαφέρεται για όλους. Η σχέση του ανθρώπου με το Θεό είναι εσωτερική, πνευματική και ο καλύτερος τρόπος λατρείας του είναι η εκπλήρωση των εντολών του και κυρίως η έκφραση αγάπης για τους συνανθρώπους.
ΟΙ ΠΑΡΑΒΟΛΕΣ

Τα λόγια του Ιησού δεν κατανοούνται αρχικά από τους ακροατές του στο πνευματικό τους βάθος, αλλά στην επιφάνεια τους. Έτσι ο Ιησούς με τις παραβολές έχει την ευκαιρία να τις διασαφηνίζει περισσότερο έως ότου τις αντιληφθούν σωστά οι ακροατές του. Η διδασκαλία του Ιησού, είναι διατυπωμένη στη γλώσσα, το μορφωτικό επίπεδο και την προσληπτική ικανότητα των ανθρώπων της εποχής εκείνης. Ο Ιησούς δεν απευθύνθηκε ως Διδάσκαλος σ' έναν κόσμο λογίων και μορφωμένων ανθρώπων, αλλά επικοινώνησε με το λαό της εποχής εκείνης, που ουσιαστικά δεν διέθετε σχεδόν καμιά μόρφωση και πνευματική καλλιέργεια. Γι’ αυτό απέφευγε συστηματικά τις ιδεολογικές και συνθετικές ομιλίες, καθώς και λόγους θεωρητικού περιεχομένου. Ήταν μάλλον πρακτικός και πολύ αναλυτικός και διαμόρφωνε το λόγο του με παραδείγματα παρμένα από την καθημερινή ζωή κάνοντας χρήση των «Παραβολών». Η παραβολή ήταν, από τα βασικά δομικά στοιχεία της διδασκαλίας του Ιησού. Χρησιμοποιούσε πάντοτε εικόνες από τον γύρω κόσμο ώστε να δημιουργήσει αίσθηση ή να προκαλέσει έντονο ενδιαφέρον.
Επειδή απευθυνόταν σ’ ένα κόσμο απλοϊκό, χωρίς κάποια μόρφωση και παιδεία, κόσμο συνήθως κτηνοτροφικό και γεωργικό, η παραβολική γλώσσα με εικόνες παρμένες από την καθημερινή ζωή έγινε το πιο κατάλληλο μέσο για ουσιαστικότερη κατανόηση κι επικοινωνία. Ο κόσμος της εποχής του Ιησού εκφραζόταν περισσότερο με σύμβολα, με παραστάσεις, με εικόνες και μύθους. Τα μηνύματα ήταν πιο εύκολο τότε να φτάσουν στους αποδέκτες, να τους συγκινήσουν και να διεγείρουν τη φαντασία τους, με εικόνες ζωντανές, παρμένες από τη φύση και τη ζωή. Ο μεγαλύτερος αριθμός των παραβολών έχει ως περιεχόμενο την έννοια της Βασιλείας του Θεού, κάτι που παρουσιάζεται τόσο καινούργιο, που είναι πολύ δύσκολο να κατανοηθεί από τους ανθρώπους της εποχής εκείνης.
ΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ

Καθώς οι Παραβολές βρίσκονται στο κέντρο των «λόγων» του Ιησού, τα θαύματα, αποτελούν το κέντρο των «έργων» του. Τα θαύματα, όπως και οι παραβολές, πραγματοποιήθηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια της δημόσιας δράσης και σε όλες τις περιοχές της Παλαιστίνης, από τη βόρεια Γαλιλαία ως τη νότια Ιουδαία.
Ο Ιησούς έκανε τα θαύματα όταν συναντούσε αδυναμία, αρρώστια, αναπηρία, πόνο, θάνατο. Για ανθρώπους που έπασχαν από αυτά ο Ι­ησούς νοιάστηκε και συμπαραστάθηκε θαυματουργικά. Στα Ευαγγέλια έχουμε διηγήσεις για περίπου 40 θαύ­ματα του. Θεράπευσε τυφλούς, κωφάλαλους, παράλυτους, επιληπτικούς, λεπρούς. Ελευθέρωσε ανθρώπους από δυνάμεις του κακού (δαιμονισμένους). Ξανάδωσε τη ζωή σε νεκρούς.
Με τρόπο παραστατικότερο από όσο στις παραβολές, το θαύμα έδειχνε κάποια ξεχωριστή αλήθεια της Βασιλείας του Θεού. Όλα ήταν σημάδια ("σημεία") που επέτρεπαν στους ανθρώπους να δουν πόσο αλλιώτικη θα είναι η ζωή σύμφωνα με το πνεύμα της. Με τα θαύματα ο Ιησούς απελευθέρωνε τους ανθρώπους όχι μόνο από τα βάσανα τους, αλλά και από απάνθρωπες αντιλήψεις σχετικές με αυτά. Σύμφωνα με τις τότε αντιλήψεις της εποχής κάθε αρρώστια και αναπηρία των ανθρώπων ήταν δίκαιη τιμωρία του Θεού για αμαρτίες δικές τους ή των γονιών τους. Έδιναν στους πάσχοντες στήριγμα ότι δεν είναι μόνοι, αλλά έχουν τον Θεό πλάι τους και βεβαίωναν ότι κάποτε όλα τα δεινά θα τελειώσουν και θα κυριαρχήσει μόνο η ζωή και το καλό.
Παρατηρούμε στις διηγήσεις ότι ο Ιησούς έκανε θαύματα σε ό­σους του έδειχναν εμπιστοσύνη, έστω και λίγη. Δεν έκανε θαύματα για εντυ­πωσιασμό και για να αποδείξει τη θεότητα του. Όλα τα έκανε για τους άλλους, κανένα για τον εαυτό του.
Ήθελε να δείξει στους ανθρώπους να καταλάβουν ότι ήταν ο αληθινός Μεσσίας, ο ελευθερωτής των ανθρώπων, ώστε να μπορούν όλοι να έχουν αληθινή ζωή.

Η ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΤΟΥ

Το μήνυμα του Ιησού είχε μεγάλη επίδραση στους ακροατές του και πολλοί από αυτούς πίστεψαν ότι πράγματι αυτός ήταν ο Μεσσίας. Άλλοι πάλι θεώρησαν ότι απλά ήρθε να προετοιμάσει τον ερχομό του πραγματικού Μεσσία ενώ κάποιοι είπαν πως ήταν κάποιος παλιός προφήτης που ήρθε και πάλι στη γη για να διδάξει. Μια ομάδα Εβραίων θρησκευτικών ηγετών κατηγόρησε τον Ιησού επειδή τα Σάββατα, την ιερή ημέρα ανάπαυσης των Ιουδαίων, συνέχιζε την διδασκαλία του και έκανε θαύματα.
Κάποιοι από αυτούς δυσανασχετούσαν επειδή ο Ιησούς πλησίαζε με καλοσύνη ανθρώπους που θεωρούνταν ανάξιοι και ασεβείς. Μια μερίδα από τους Εβραίους ηγέτες ανησύχησε μήπως αυτός, που πολλοί νόμιζαν για Μεσσία, ξεκινήσει κάποια εξέγερση ενάντια στους Ρωμαίους και έτσι υπάρξει αναταραχή. Έτσι, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι πρέπει να θανατώσουν τον Ιησού και άρχισαν να ψάχνουν για οπαδούς του που θα ήταν πρόθυμοι να τον προδώσουν. Και βρήκαν τον μαθητή του Ιησού τον Ιούδα.
ΤΑ ΠΑΘΗ ΚΑΙ Η ΣΤΑΥΡΩΣΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ

Μετά την ανάσταση του Λαζάρου ο Ιησούς θα πήγαινε στην Ιερουσαλήμ για τον εορτασμό του Πάσχα. Ερχόμενος ο Ιησούς από τη Βηθανία στα Ιεροσόλυμα, έστειλε δύο από τους μαθητές του και του έφεραν ένα γαϊδουράκι για να μπει στην πόλη.
Ο δε λαός, ακούγοντας ότι ο Ιησούς έρχεται, πήραν αμέσως στα χέρια τους βάγια από φοίνικες και βγήκαν να τον υποδεχτούν. Και άλλοι μεν με τα ρούχα τους, άλλοι δε κόβοντας κλαδιά από τα δέντρα, έστρωναν το δρόμο απ’ όπου ο Ιησούς θα περνούσε. Και όλοι μαζί, ακόμα και τα μικρά παιδιά, φώναζαν: «Ωσαννά· ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου, ο βασιλεύς του Ισραήλ».
Ο Χριστός εισέρχεται στα Ιεροσόλυμα και οι Ισραηλίτες τον υποδέχονται με τιμές ως Βασιλιά. Εκείνος δεν δίνει ιδιαίτερη σημασία στις τιμές, δεν περιορίζεται στο πανηγύρι. Σε λίγες ημέρες θα μαρτυρήσει και θα θανατωθεί στο σταυρό, για να νικήσει το θάνατο και να χαρίσει τη ζωή.
Το βράδυ της Πέμπτης ο Ιησούς Χριστός μάζεψε τους αποστόλους μαζί για ένα τελευταίο γεύμα, που είναι γνωστό ως Μυστικός Δείπνος. Πριν ν' αρχίσει το δείπνο ο Ιησούς σηκώνεται από το τραπέζι βάζει νερό στο νιπτήρα και πλένει τα πόδια των μαθητών Του. Με τον τρόπο αυτό θέλει να τους δείξει ότι δεν πρέπει να επιζητούν τα πρωτεία. Άρχισε κατόπιν να τους νουθετεί να αγαπούν ο ένας τον άλλο. Στη συνέχεια τους μίλησε για την προδοσία. Πήρε το ψωμί και το κρασί από το τραπέζι, προσευχήθηκε και σε μια συγκινητική ατμόσφαιρα αποχαιρετισμού το μοίρασε στους αποστόλους του. Οι Χριστιανοί, σε ανάμνηση του γεγονότος αυτού έχουν καθιερώσει την λατρευτική τελετή της Θείας Ευχαριστίας.
Μετά από αυτή τη στιγμή ο Ιούδας, μόλις έφαγε τον άρτο έφυγε και συμφώνησε με τους αρχιερείς να τους Τον παραδώσει.
Μετά από το δείπνο, ο Ιησούς πήγε να προσευχηθεί μαζί με τους μαθητές του στο Όρος των Ελαιών, ένα λόφο στην ανατολική πλευρά της Ιερουσαλήμ, και στον κήπο της Γεσθημανής. Σε αυτόν τον κήπο ο μαθητής του, ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, έφτασε ο Ιούδας με ένοπλους στρατιώτες και πολύ όχλο και αφού χαιρέτησε και φίλησε το δάσκαλό Του, Τον παρέδωσε.
Αυτοί τον οδήγησαν δέσμιο μπροστά στους Αρχιερείς των Ιουδαίων Άννα και Καϊάφα, οι οποίοι πραγματοποίησαν μια σύντομη δίκη και τον καταδίκασαν σε θάνατο, επειδή τάχα βλασφήμησε. Οι μαθητές σκορπίστηκαν και ο θερμότερος των άλλων ο Πέτρος τον ακολούθησε ως την αρχιερατική αυλή και αρνήθηκε τον Ιησού ότι είναι μαθητής Του.
Οι νόμοι όριζαν πως για να πραγματοποιηθεί μια θανατική ποινή θα έπρεπε να εγκριθεί από τον ρωμαϊκό κυβερνήτη της Ιουδαίας, Πόντιο Πιλάτο. Εκείνος, αφού Τον ανέκρινε με πολλούς τρόπους προσπάθησε να αθωώσει τον Ιησού καθώς δεν έβρισκε κάτι επιλήψιμο ενάντιά του. Μετά όμως από την απαίτηση του συγκεντρωμένου πλήθους, ο Πιλάτος καταδίκασε τον Ιησού σε θάνατο επάνω σε σταυρό.
Τον παρέδωσε στους στρατιώτες, οι οποίοι αφού τον μαστίγωσαν, έπειτα τον γύμνωσαν, του φόρεσαν κόκκινη χλαμύδα, τον στεφάνωσαν μ’ ένα ακάνθινο στεφάνι, και κατόπιν τον προσκυνούσαν χλευαστικά, τον έφτυναν και τον χτυπούσαν στο πρόσωπο και τον περιέπαιζαν με κάθε τρόπο κατά τη διάρκεια της νύχτας, ως το πρωί.
Μετά, του φόρεσαν πάλι τα ρούχα του, τον φόρτωσαν ένα Σταυρό, τον πήγαν στον Γολγοθά, ένα λόφο έξω από την πόλη, για να Τον σταυρώσουν. Εκεί ο Ιησούς σταυρώθηκε μεταξύ δύο ληστών και βλασφημήθηκε. Κάποιος από τους στρατιώτες τον πότισε με ξύδι ανακατεμένο με χολή. Γύρω στην ένατη ώρα, παρέδωσε το πνεύμα Του ο αμνός του Θεού.
Τέλος, κατά τη δύση του ηλίου, ο Ιωσήφ από την Αριμαθαία και ο Νικόδημος, δυο κρυφοί μαθητές του Ιησού, αποκαθήλωσαν το πανάγιο σώμα του Κυρίου τους, το αρωμάτισαν, το τύλιξαν με καθαρό σεντόνι και αφού το έθαψαν σε καινούργιο τάφο, σφράγισαν την είσοδο του τάφου με μεγάλο λίθο.
Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ

Οι γυναίκες οι οποίες παραβρέθηκαν στον ενταφιασμό του Κυρίου, δηλαδή η Μαρία η Μαγδαληνή, η Ιωάννα του Χουζά και η Μαρία η μητέρα του Ιακώβου, όταν επέστρεψαν από το Γολγοθά στην πόλη, ετοίμασαν αρώματα και μύρα για να αλείψουν το σώμα του Ιησού. Και ενώ σκέπτονταν πως θα κυλήσουν τον λίθο από την είσοδο του τάφου ένας Άγγελος ανήγγειλε σ΄αυτές την Ανάσταση του Σωτήρα. Οι τρεις γυναίκες ανήγγειλαν την χαρμόσυνη είδηση στους μαθητές, στους οποίους ο Ιησούς εμφανίστηκε αρκετές φορές μετά την Ανάσταση.
Μετά το γεγονός αυτό της Ανάστασής του, πέρασε ακόμα 40 ημέρες στη γη και μετά Αναλήφθηκε, δηλαδή ανέβηκε προς τον ουρανό.
http://users.sch.gr/

Τα θαύματα του Ιησού

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ

1. Η θεραπεία του λεπρού –Μτ 8,1-4
2. Η θεραπεία του δούλου του εκατόνταρχου –Μτ 8,5-13
3. Η θεραπεία της πεθεράς του Πέτρου και άλλων ασθενών –Μτ 8,14-17
4. Η κατάπαυση της τρικυμίας –Μτ 8,23-27
5. Η θεραπεία των δαιμονιζομένων στα Γέργεσα –Μτ 8,28-34
6. Η θεραπεία του παραλυτικού της Καπερναούμ –Μτ 9,1-8
7. Η θεραπεία της αιμορροούσης και η ανάσταση της κόρης του Ιαείρου –Μτ 9,18-26
8. Η θεραπεία των δύο τυφλών, του κωφάλαλου δαιμονισμένου και άλλες θεραπείες –Μτ 9,27-38
9. Θεραπεία το Σάββατο –Μτ 12,9-15
10. Η θεραπεία του τυφλού και κωφάλαλου δαιμονισμένου –Μτ 12,22-30
11. Ο πολλαπλασιασμός των πέντε άρτων –Μτ 14,13-21
12. Ο Κύριος περπατεί πάνω στη λίμνη και θεραπείες ασθενών –Μτ 14,22-36
13. Η θεραπεία της κόρης της Χαναναίας και διάφορες θεραπείες –Μτ 15,21-31
14. Ο πολλαπλασιασμός των επτά άρτων –Μτ 15,32-39
15. Η θεραπεία του σεληνιαζόμενου νέου –Μτ 17,14-21
16. Η δια θαύματος πληρωμή του φόρου –Μτ 17,22-27
17. Η θεραπεία των δύο τυφλών στην Ιεριχώ –Μτ 20,29-34
18. Η άκαρπη συκιά –Μτ 21,18-22
ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ

1. Η θεραπεία του δαιμονισμένου στην Καπερναούμ –Μκ 1,21-28
2. Η θεραπεία της πεθεράς του Πέτρου και άλλων ασθενών –Μκ 1,29-39
3. Η θεραπεία του λεπρού –Μκ 1,40-45
4. Η θεραπεία του παραλυτικού της Καπερναούμ –Μκ 2,1-12
5. Θεραπεία το Σάββατο και άλλων ασθενών –Μκ 3,1-12
6. Η θεραπεία του τυφλού δαιμονισμένου και του κωφάλαλου –Μκ 3,20-27
7. Ο Ιησούς γαληνεύει τη θάλασσα –Μκ 4,35-41
8. Η θεραπεία του δαιμονισμένου στα Γέργεσα –Μκ 5,1-20
9. Η θεραπεία της αιμορροούσης και η ανάσταση της κόρης του Ιαείρου –Μκ 5,21-43
10. Ο πολλαπλασιασμός των πέντε άρτων –Μκ 6,30-44
11. Ο Κύριος περπατεί πάνω στη λίμνη και θεραπείες ασθενών –Μκ 6,45-56
12. Ομαδικές θεραπείες –Μκ 6,53-56
13. Η θεραπεία της κόρης της Χαναναίας και του κωφάλαλου –Μκ 7,24-37
14. Ο πολλαπλασιασμός των επτά άρτων –Μκ 8,1-10
15. Η θεραπεία του τυφλού της Βηθσαϊδά –Μκ 8,22-26
16. Η θεραπεία του σεληνιαζόμενου νέου –Μκ 9,14-29
17. Η θεραπεία του τυφλού της Ιεριχούς –Μκ 10,46-52
18. Η άκαρπη συκιά –Μκ 11,12-26
ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ

1. Η θεραπεία του δαιμονιζόμενου στην Καπερναούμ –Λκ 4,31-37
2. Η θεραπεία της πεθεράς του Πέτρου και άλλων ασθενών –Λκ 4,38-44
3. Η θεραπεία του λεπρού –Λκ 5,12-16
4. Η θεραπεία του παραλυτικού της Καπερναούμ –Λκ 5,17-26
5. Θεραπεία το Σάββατο και άλλων ασθενών –Λκ 6,6-11 και 17-19
6. Η θεραπεία του δούλου του εκατόνταρχου –Λκ 7,1-10
7. Η ανάσταση του γιού της χήρας στη Ναΐν –Λκ 7,11-17
8. Η κατάπαυση της τρικυμίας –Λκ 8,22-25
9. Η θεραπεία του δαιμονισμένου των Γαδαρηνών –Λκ 8,26-39
10. Η θεραπεία της αιμορροούσης και η ανάσταση της κόρης του Ιαείρου –Λκ 8,40-56
11. Ο πολλαπλασιασμός των πέντε άρτων –Λκ 9,7-17
12. Η θεραπεία του σεληνιαζόμενου νέου –Λκ 9,37-43
13. Η θεραπεία του δαιμονισμένου κωφάλαλου –Λκ 11,1-13
14. Η θεραπεία του τυφλού δαιμονισμένου –Λκ 11,14-23
15. Η θεραπεία της συγκύπτουσας γυναίκας –Λκ 13,10-17
16. Η θεραπεία του υδρωπικού –Λκ 14,1-14
17. Η θεραπεία των δέκα λεπρών –Λκ 17,11-19
18. Η θεραπεία του τυφλού της Ιεριχούς –Λκ 18,35-43
ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ

1. Ο γάμος στην Κανά –Ιω 2,1-11
2. Η θεραπεία του γιού ενός αξιωματούχου του βασιλιά –Ιω 4,43-54
3. Η θεραπεία του παράλυτου της Βηθεσδά –Ιω 5,1-16
4. Ο πολλαπλασιασμός των πέντε άρτων –Ιω 6,1-15
5. Ο Κύριος περπατεί πάνω στη λίμνη –Ιω 6,16-21
6. Η θεραπεία του εκ γενετής τυφλού –Ιω 9,1-41
7. Η ανάσταση του Λαζαρου –Ιω 9,1-44
http://users.sch.gr/

Ο Βίος του Ιησού Χριστού,όπως εκτίθεται στα Ευαγγέλια

Ο Λόγος γίνεται σαρξ (Ιωάν. 1,1-18).
Οι γενεαλογικοί κατάλογοι των προπατόρων του Ιησού (Ματθ. 1,2-17. Λουκ. 3,32-38).
Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου (Λουκ. 1,26-38).
Ο Ιωσήφ μπροστά στο μυστήριο της θείας σαρκώσεως (Ματθ. 1,18-25. Λουκ. 2,1-7).
Η Γέννηση του Ιησού και η προσκύνηση των ποιμένων (Λουκ. 2,8-29).
Η περιτομή και η Υπαπαντή του Ιησού (Λουκ. 2,21-40).
Η προσκύνηση των μάγων (Ματθ. 2,1-12).
Η φυγή στην Αίγυπτο και η επιστροφή στη Ναζαρέτ (Ματθ. 2,13-23).
Ο Ιησούς δωδεκαετής στα Ιεροσόλυμα (Λουκ. 2,41-52).
Η Βάπτιση του Ιησού (Ματθ. 3,13-17. Μάρκ. 1,9-11. Λουκ. 3,21).
Οι πειρασμοί στην έρημο (Ματθ. 4,1-11. Μάρκ. 1,12. Λουκ. 4,1-13).
Η κλήση των πρώτων μαθητών (Ιωάν. 1,19-51).
Το πρώτο θαύμα στην Κανά (Ιωάν. 2,1-12).
Η εκκαθάριση του Ναού (Ιωάν. 2,13-25).
Η επίσκεψη του Νικόδημου (Ιωάν. 3,1-21).
Οι βαπτίσεις του Ιησού στην Ιουδαία (Ιωάν. 3,22-36).
Η διδασκαλία του Ιησού στη Συχάρ της Σαμάρειας (Ιωάν. 4,1-42).
Επιστροφή του Ιησού στη Γαλιλαία (Ιωάν. 4,43-54).
Η πρώτη αποδοκιμασία του Ιησού στη Ναζαρέτ (Λουκ. 4,16-30).
Εγκατάστασή του Ιησού στην Καπερναούμ (Ματθ. 4,13-16. Λουκ. 4,31).
Η κλήση του Πέτρου, του Ανδρέα, του Ιακώβου και του Ιωάννου (Ματθ. 4,18-22. Μάρκ. 1,16-20. Λουκ. 5,1-11).
Η διδασκαλία του Ιησού στη συναγωγή (Μάρκ. 1,21. Λουκ. 4,31).
Εκδίωξη δαιμονίων (Ματθ. 8,14-17. Μάρκ. 1,23-34. Λουκ. 4,33-41).
Κήρυγμα του Ιησού σε διάφορα μέρη της Γαλιλαίας (Ματθ. 4,23-25. Μάρκ. 1,35-39. Λουκ. 4,42-44).
Εξάπλωση της φήμης του Ιησού (Ματθ. 8,2-4. Μάρκ. 1,40-45. Λουκ. 5,12-16).
Θεραπεία του παραλυτικού (Ματθ. 9,1-8. Μάρκ. 2,1-12. Λουκ. 5,17-26).
Η κλήση του Ματθαίου. (Ματθ. 9,9-13. Μάρκ. 2,13-17. Λουκ. 5,27-32).
Κατηγορία για τη στάση του Ιησού απέναντι της νηστείας (Ματθ. 9,14 - 17. Μάρκ. 2,18-22. Λουκ. 5,33-39).
Κατηγορία ότι ο Ιησούς ασεβεί στο Σάββατο (Ματθ. 12,1 - 14. 3,1-6. Λουκ. 6,1-11. Ιωάν. 5,1 -18).
Εξάπλωση της φήμης του Ιησού (Ματθ. 4,21, 2δ, 14,15-21. Μάρκ. 3,7-12. Λουκ. 6,17-19).
Εντολές του Ιησού στους δώδεκα (Ματθ. 10,1-4. Μάρκ. 3,13-19. Λουκ. 6,12 - 19).
Η επί του Όρους Ομιλία (Ματθ. 5,1-8,1. Λουκ. 6,20-49).
Η πίστη του Ρωμαίου εκατοντάρχου (Ματθ. 8,5-13. Λουκ. 7,1-10).
Ο λαός για τον Ιησού (Λουκ. 7,11-17).
Ο Ιωάννης ο Βαπτιστής για τον Ιησού (Ματθ. 11,2-30. Λουκ. 7,18-35).
Η αμαρτωλή και ο Φαρισαίος (Λουκ. 7,36-50).
Οι γυναίκες της Γαλιλαίας (Λουκ. 8,1-3).
Η περί συνεργία του διαβόλου κατηγορία (Μάρκ. 3,20-30).
Οι θρησκευτικοί ηγέτες (Ματθ. 12,22-45. Μάρκ. 3,22-30. Λουκ. 11,14-32).
Σχετικά με ποιους συνδέεται (Ματθ. 12,46-50. Μάρκ. 3,31-35. Λουκ. 8,19-21).
Οι παραβολές της Βασιλείας (Ματθ. 13,1-53. Μάρκ. 4,1-34. Λουκ. 8,4-18).
Η κατάπαυση της θύελλας (Ματθ. 8,18-27. Μάρκ. 4,35-41. Λουκ. 8,22-25).
Ο Γαδαρηνός δαιμονιζόμενος (Ματθ. 8,28-34. Μάρκ. 5,1-20. Λουκ. 8,26-39).
Η θυγατέρα του Ιαείρου και η αιμορροούσα γυναίκα (Ματθ. 9,18-26. Μάρκ. 5,21-43. Λουκ. 8,40-50).
Οι δύο τυφλοί και ο κωφός δαιμονιζόμενος (Ματθ. 9,27-34).
Η δεύτερη αποδοκιμασία του Ιησού από τους κατοίκους της Ναζαρέτ (Ματθ. 13,54-58. Μάρκ. 6,1).
Καθοδήγηση του Ιησού στους δώδεκα μαθητές (Ματθ. 9,36-11,1. Μάρκ. 6,7-13. Λουκ. 9,1-6).
Αναφορές των μαθητών στον Ιησού (Μάρκ. 6,30. Λουκ. 9,10).
Διδασκαλία και χορτασμός του πλήθους (Ματθ. 14,13-21. Μάρκ. 6,32-46. Λουκ. 9,10-17. Ιωάν. 6,1-15).
Η άρνηση του Ιησού να γίνει βασιλιάς, περπάτημα στα ύδατα
κι επιστροφή στη Γεννησαρέτ (Ματθ. 14,22-36. Μάρκ. 6,45-56. Ιωάν. 6,15-24).
Διδασκαλία για τον άρτο της ζωής (Ιωάν. 6,25-71).
Καταδίκη της παραδόσεως των πρεσβυτέρων (Ματθ. 15,1-20. Μάρκ. 7,1-23).
Κήρυγμα ως τα όρια της Τύρου και της Σιδώνος,
θεραπεία της θυγατέρας της Συροφοινίκισσας (Ματθ. 15,21-28. Μάρκ. 7,24-30).
Στη Δεκάπολη. Θεραπεία του κωφαλάλου (Ματθ. 15,29-31. Μάρκ. 7,31-37).
Χορτασμός των τετρακισχιλίων, αναχώρηση για τη Δαλμανουθά (Ματθ. 15,32-39. Μάρκ. 8,1-10).
Ομιλία κατά των Φαρισαίων και των Σαδδουκαίων (Ματθ. 16,1 -12. Μάρκ. 8,11-21).
Διάβαση από την περιφέρεια της Καισαρείας του Φιλίππου (Ματθ. 16,13. Μάρκ. 8,27).
Η ομολογία του Πέτρου (Ματθ. 16,14-20. Μάρκ. 8,28-30. Λουκ. 9,18-20).
Πρώτη πρόρρηση του Ιησού για το πάθος και την Ανάσταση (Ματθ. 16,21-28. Μάρκ. 8,31-9,1. Λουκ. 9,21-27).
Η Μεταμόρφωση του Ιησού (Ματθ. 17,1-13. Μάρκ. 9,2-13. Λουκ. 9,28-36).
Η θεραπεία του επιληπτικού (Ματθ. 17,14-21. Μάρκ. 9,14-29. Λουκ. 9,37-43).
Δεύτερη πρόρρηση του Ιησού του Πάθους και της Αναστάσεως (Ματθ. 17,22 κ.ε. Μάρκ. 9,30-32. Λουκ. 9,43-45).
Επιστροφή του Ιησού στην Καπερναούμ. Ο φόρος του διδράχμου (Ματθ. 17,24-27).
Η διδασκαλία για την ταπεινοφροσύνη (Ματθ. 18'. Μάρκ. 9,33-50. Λουκ. 9,46-50).
Ο Ιησούς στα Ιεροσόλυμα, κατά την εορτή της Σκηνοπηγίας, συνάντηση με τους αντιπάλους του (Ιωάν. 7,1-52).
Διαξιφισμοί του Ιησού με τους Ιουδαίους, στον Ναό (Ιωάν. 8,12-59).
Η θεραπεία του εκ γενετής τυφλού (Ιωάν. 9,1-41).
Ομιλία του Ιησού για το ποίμνιο και τους ποιμένες (Ιωάν. 10,1-21).
Ο Ιησούς στην εορτή των εγκαινίων, στα Ιεροσόλυμα (Ιωάν. 10,22-42).
Αναχώρηση του Ιησού από τη Γαλιλαία για το κήρυγμα πέραν του Ιορδάνη (Ματθ. 19,1. Μάρκ. 10,1. Λουκ. 9,51-62).
Η αποστολή των εβδομήκοντα μαθητών (Λουκ. 10,1-24).
Λόγοι για τον γάμο και το διαζύγιο (Ματθ. 19,3-12. Μάρκ. 10,2-12).
Η ευλογία των μικρών παιδιών (Ματθ. 19,13-15. Μάρκ. 10,13-15. Λουκ. 18,15-17).
Οι πλούσιοι και η Βασιλεία των ουρανών (Ματθ. 19,16-30. Μάρκ. 10,17-31. Λουκ.18,18-30).
Η παραβολή των εργατών του αμπελώνα (Ματθ. 20,1-16).
Τρίτη πρόρρηση του Ιησού του θανάτου και της αναστάσεως του (Ματθ. 20,17-19. Μάρκ.10,32-34. Λουκ. 18,31-34).
Ταπεινοφροσύνη και χριστιανική δόξα (Ματθ. 20,20-28. Μάρκ. 10,35-45. Λουκ. 22,24-27).
Θεραπεία του τυφλού της Ιεριχούς (Ματθ. 20,29-34. Μάρκ. 10,46-52. Λουκ. 18,35-43).
Η μετάνοια του Ζακχαίου (Λουκ. 19,1-10).
Η ανάσταση του Λαζάρου (Ιωάν. 11,1-44).
Οι εχθροί του Ιησού προετοιμάζουν τον θάνατο του (Ιωάν. 11,45-53).
Δείπνος προς τιμή του Ιησού, στη Βηθανία (Ιωάν. 12,1-11).
Θριαμβευτική είσοδος του Ιησού στα Ιεροσόλυμα (Ματθ. 21,1 - 11. Μάρκ. 11,1-11. Λουκ.19,29-44. Ιωάν. 12,12-19).
Ξήρανση της άκαρπου συκής (Ματθ. 21,18-22. Μάρκ. 11,12-14, 20-25).
Η εκκαθάριση του Ναού (Ματθ. 21,12-17. Μάρκ. 11,15-19. Λουκ. 19,45-48).
Ιερείς, Γραμματείς και Πρεσβύτεροι διαμφισβητούν την εξουσία του Ιησού (Ματθ. 21,23-27. Μάρκ. 11,27-33. Λουκ. 20,1-8).
Η παραβολή των δύο υιών (Ματθ. 21,28-32).
Η παραβολή των κακών γεωργών (Ματθ. 21,33 - 46. Μάρκ. 12,1-12.Λουκ. 20,9-19).
Η παραβολή των κεκλημένων στον δείπνο (Ματθ. 22,1-14).
Συζήτηση του Ιησού με τους φαρισαίους για τον φόρο στόν Καίσαρα (Ματθ. 22,15-22. Μάρκ.12,13-17 Λουκ. 20,20-26).
Οι Σαδδουκαίοι και η ανάσταση των νεκρών (Ματθ. 22,23-33. Μάρκ. 12,18-27. Λουκ. 20,27-38).
Ο Γραμματεύς και η μεγίστη εντολή (Ματθ. 22,34-40. Μάρκ. 12,28-34. Λουκ. 20,39).
Ο Ιησούς ρωτά για τον Μεσσία (Ματθ. 22,41-46. Μάρκ. 12,35-37. Λουκ. 20,41-44).
Τα ουαί του Ιησού εναντίον των Γραμματέων και των Φαρισαίων (Ματθ. 23,1 - 39. Μάρκ. 12,38-40. Λουκ. 20,45-47).
Ο οβολός της χήρας (Μάρκ. 12,41-44. Λουκ. 21,1-4).
Οι Έλληνες ζητούν να γνωρίσουν τον Ιησού (Ιωάν. 12,20-36).
Οι Ιουδαίοι αποκηρύττουν τον Ιησού (Ιωάν. 12,37-50).
Συζήτηση για το ποιος είναι ο Ιησούς (Ματθ. 24,1-51. Μάρκ. 13,1 - 37. Λουκ. 21,5-38).
Η παραβολή των δέκα παρθένων (Ματθ. 25,1-13).
Η παραβολή των ταλάντων (Ματθ. 25,14-30).
Λόγια για την επερχόμενη κρίση (Ματθ. 25,31-46).
Ο Ιούδας κινείται κατά του Διδασκάλου (Ματθ. 26,1-5, 14, 16. Μάρκ. 14,1. Λουκ. 22,1-6).
Η προετοιμασία για το Πάσχα (Ματθ. 26,17 -19. Μάρκ. 14,12-16. Λουκ. 22,7-13).
Ο Νιπτήρ (Ιωάν. 13,1-20).
Ο Μυστικός Δείπνος (Ματθ. 26,20-25. Μάρκ. 14,17-21. Ιωάν. 13,21-35).
Η θεία Ευχαριστία (Ματθ. 26,26-29. Μάρκ. 14,22-25. Λουκ. 22,14-23).
Υποσχέσεις του Πέτρου, ότι δεν θα παρατήσει τον διδάσκαλο (Ματθ. 26,30-35. Μάρκ. 14,26-31. Λουκ. 22,31-38. Ιωάν. 13,36-38).
Αποχαιρετιστήριος ομιλία του Ιησού στους μαθητές του (Ιωάν. 14-16).
Η Δεσποτική προσευχή (Ιωάν. 17).
Η αγωνία στη Γεθσημανή (Ματθ. 26,36-46. Μάρκ. 14,32-42. Λουκ. 22,40-46. Ιωάν. 18,1).
Η σύλληψη του Ιησού (Ματθ. 26,46-56. Μάρκ. 14,43-52. Λουκ. 22,47-53. Ιωάν. 18,2-12).
Η δίκη του Ιησού μπροστά στον Άννα (Ιωάν. 18,13,19-24).
Η δίκη του Ιησού μπροστά στον Καϊάφα (Ματθ. 26,57-67. Μάρκ. 14,53-65. Λουκ. 22,54. Ιωάν. 18,2).
Η δίκη του Ιησού στο Συνέδριο (Ματθ. 27,1. Μάρκ. 15,1. Λουκ. 22,66-71).
Η άρνηση του Πέτρου (Ματθ. 26,69-75. Μάρκ. 14,66-72. Λουκ. 22,55-62. Ιωάν. 18,15-18, 25-27).
Η δίκη του Ιησού μπροστά στον Πιλάτο (Ματθ 27,2, 11-14. Μάρκ. 15,2-5. Λουκ. 23,1-5. Ιωάν. 18,28-38).
Η δίκη του Ιησού μπροστά στον Ηρώδη (Λουκ. 23,6-12).
Η δίκη του Ιησού μπροστά στον Πιλάτο πάλι (Ματθ. 27,15-26. Μάρκ. 15,6-15. Λουκ. 23,13-25. Ιωάν. 18,38-40).
Ο Ιησούς περιπαίζεται από τους στρατιώτες (Ματθ. 27,27-31. Μάρκ. 15,16-20. Ιωάν. 19,2).
Η απόφαση της σταυρώσεως του Ιησού (Ιωάν. 19,16).
Η πορεία του Ιησού προς τον Γολγοθά (Ματθ. 27,32. Μάρκ. 15,21. Λουκ. 23,26-32. Ιωάν. 19,17).
Η σταύρωση του Ιησού (Ματθ. 27,33-44. Μάρκ. 15,22-32. Λουκ. 23,33. Ιωάν. 19,18-24).

Οι επτά λόγοι του Ιησού στο Σταυρό:

α) «Πάτερ, άφες αυτοίς...» (Λουκ. 23,24)
β) «Σήμερον...μετ' εμού εν τω παραδείσω» (Λουκ. 23,39-43).
γ) «Γύναι...Ο υιός σου» (Ιωάν. 19,25-27).
δ) «θεέ μου...ινατί...» (Ματθ. 27,46. Μάρκ. 15,33-39).
ε) «Διψώ» (Ιωάν. 19,28).
στ) «Τετέλεσται» (Ιωάν. 19,30).
ζ) «Πάτερ, εις χείρας σου...» (Λουκ. 23,44-49).
Η ταφή του Ιησού (Ματθ. 27,57-61. Μάρκ. 15,42-47. Λουκ. 23,50 - 56. Ιωάν. 19,38-42).
Η φύλαξη του τάφου (Ματθ. 27,63-66).
Ο ανοιγμένος τάφος κι ο αναστάς Χριστός (Ματθ. 28,1-10. Μάρκ. 16,1-8. Λουκ. 24,1-12. Ιωάν. 20,1-10).
Η εμφάνιση του Χριστού στο Εμμαούς (Λουκ. 24,13-35).
Η εμφάνισή του Ιησού στην Ιερουσαλήμ (Λουκ. 24,36-43. Ιωάν. 20,19-25).
Η εμφάνιση του Ιησού στους μαθητές και στον Θωμά (Ιωάν. 20,26-29).
Η εμφάνιση του Ιησού στους επτά μαθητές στη λίμνη (Ιωάν. 21,1-23).
Η εμφάνιση του Ιησού στούς ένδεκα μαθητές, σ' ένα βουνό της Γαλιλαίας (Ματθ. 28,16-20).
Η Ανάληψη του Χριστού (Λουκ. 24,50-53).
http://users.sch.gr/

Η Ιστορικότητα του Ιησού

ΠΗΓΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗΣ

Η κύρια πηγή πληροφόρησης για τον Ιησού είναι τα Χριστιανικά, κανονικά Ευαγγέλια (σε αντίθεση με τα μη κανονικά ή Απόκρυφα κείμενα). Αυτά τα κείμενα, δεν αποτελούν λεπτομερείς και αναλυτικές βιογραφίες του Ιησού Χριστού, ούτε και είναι έργα καθαρά ιστορικά με την έννοια των έργων Θουκυδίδη ή του Ιώσηπου, ή άλλων ιστορικών της αρχαιότητας. Είναι κείμενα γραμμένα από αιρετικούς συγγραφείς και το καθένα έχει το όνομα κάποιου γνωστού προσώπου από την πρώτη Εκκλησία, όπως «κατά Θωμάν Ευαγγέλιο», «Πράξεις Πέτρου», «Αποκάλυξη Παύλου», «Ευαγγέλιο του Ιούδα» κλπ.

ΠΡΟΑΝΑΓΓΕΛΙΑ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός προεξαγγέλεται στην Παλαιά Διαθήκη από τους Προφήτες, ως Μεσσίας Χριστός, υιός Δαβίδ και Υιός ανθρώπου, κεχρισμένος Προφήτης, Βασιλέας και Αιώνιος Αρχιερέας. Τονίζεται η θεία καταγωγή του και το μέγιστο έργο της σωτηρίας πάντων των ανθρώπων. Στις θεοφάνειες της Παλαιάς Διαθήκης, ο Χριστός, ως άσαρκος Λόγος, φανερώνει την Αγία Τριάδα.

Η ΙΣΤΟΡΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ

Οι αρνούμενοι την ύπαρξη του Χριστού παραμερίζουν αυθαίρετα τα Ευαγγέλια. Αυτά μπορεί να συγγράφτηκαν για θρησκευτικούς σκοπούς αλλά στήριζαν το σκοπό αυτό με γεγονότα πραγματικά και ιστορικά. Αν πάλι σκεφτεί κανείς ότι τα Ευαγγέλια συγγράφηκαν τον 1 αιώνα μ.Χ., λίγο αργότερα από την ύπαρξη του Ιησού, μπορεί να συμπεράνει κανείς την ιστορικότητά του.
Η μαρτυρία των Αποστόλων είναι ιστορικά και επιστημονικά αξιόπιστη. Είναι δυνατό 11 άτομα να πέθαναν, να βασανίστηκαν, να διώχτηκαν για κάτι που ήταν εν γνώση τους ψέμματα; Πότε έχει συμβεί αυτό στην Ιστορία; Ποτέ! Αν οι Απόστολοι θυσιάστηκαν για κάτι που γνώριζαν πως ήταν ψέμματα (αφού λένε κάποιοι πως ο Χριστός δεν υπήρξε) γιατί το έκαναν; Για να κερδίσουν δύναμη και δόξα; Μα πέθαναν μόνοι, καταφρονεμένοι και κυνηγημένοι! Γιατί να πεθάνει κάποιος για κάτι που δεν υπάρχει; Πόσες ευκαιρίες είχαν οι απόστολοι να κερδίσουν κάνοντας συμφωνία με τις αρχές, και δεν το έκαναν; Αν ήξεραν πως λένε ψέμματα τότε γιατί το έκαναν;

Γιατί είχαν γνωρίσει τον Χριστό προσωπικά και πίστευαν πως ήταν ΘΕΟΣ.

Όταν λάβει κανείς επίσης υπ’ όψιν του την κοινή παραδοχή ότι η ιστορική επίδραση του Ιησού και η ηθική κυριαρχία υπήρξε μοναδική και πρωτοφανής, είναι αδύνατο να παραδεχθεί ότι ο Ιησούς αποτελεί θρύλο και μύθο της φαντασίας δημιούργημα. Αυτή η άποψη όχι μόνο ξεφεύγει από τα όρια της λογικής και του πιθανού αλλά κατευθύνεται στα όρια του παράλογου και του ασύστατου. Ότι μπορεί να στηρίζεται επί του ψέματος και του μηδενός αποτελεί άποψη που καμιά σοβαρή διάνοια δεν δύναται να διανοηθεί. Η δυσκολία όμως της επινόησης είναι ανυπέρβλητη καθόσον όχι ένας αλλά περισσότεροι έγραψαν για τον Ιησού και ο καθένας πλούτιζε την εικόνα αυτού με ιδιαίτερα χαραχτηριστικά. Γι’ αυτό διατηρεί μέχρι σήμερα την αξία της η γνώμη του Ρουσσώ:
«Φίλε μου δεν επινοούν κατά αυτόν τον τρόπο. Θα ήταν περισσότερο ακατανόητο το να συμφωνήσουν πολλοί άνθρωποι για να κατασκευάσουν το βιβλίο αυτό, παρά να υπάρξει πραγματικά ένας που να παράσχει με τον βίο του το αντικείμενο της συγγραφής του βιβλίου αυτού. Ποτέ συγγραφείς Ιουδαίοι δεν ήταν δυνατό να επινοήσουν την ηθική αυτή. Το Ευαγγέλιο δεν έχει χαραχτήρες αληθείας τόσο μεγάλους και αμίμητους, ώστε ο επινοητής θα εξέπληττε περισσότερο από τον ήρωα, ο οποίος θα επιτελούσε τα γραφώμενα στο Ευαγγέλιο» (Emile IV).
Ο Ιούλιος ο Αφρικανός, ένας Χριστιανός συγγραφέας, που χρονολογείται γύρω στο 221 μ.Χ., μιλάει για το σκοτάδι που έπεσε επάνω στη γη, στη διάρκεια της Σταύρωσης του Χριστού. Ο Θαλλός, ένας εθνικός συγγραφέας που έζησε τον 1ο αιώνα, στο τρίτο βιβλίο των ιστοριών του, εξηγεί το σκοτάδι σαν έκλειψη ηλίου, πράγμα παράλογο, γιατί δεν μπορεί να γίνει έκλειψη ηλίου σε περίοδο που το φεγγάρι είναι γεμάτο, πράγμα που συνέβαινε την εποχή του Πασχαλινού ολόγιομου φεγγαριού, όταν πέθανε ο Χριστός.
Απ’ αυτή την αναφορά του Ιούλιου του Αφρικανού συμπεραίνεται ότι: (α) Η παράδοση των Ευαγγελίων, ή τουλάχιστον η παραδοσιακή ιστορία του Πάθους, ήταν γνωστή στη Ρώμη, σε μη Χριστιανικούς κύκλους περί τα μέσα του πρώτου αιώνα∙ και (β) ότι οι εχθροί του Χριστιανισμού προσπαθούσαν ν’ αρνηθούν αυτή την Χριστιανική παράδοση, δίνοντας μια φυσιοκρατική ερμηνεία στα γεγονότα που αναφέρει.
Τα έργα όμως του Θαλλού χάθηκαν. Μας είναι γνωστά μόνο από αποσπάσματά τους που παραθέτουν μεταγενέστεροι συγγραφείς. Εκτός απ’ αυτόν κανένας άλλος δεν αναφέρεται συγκεκριμένα στον Χριστιανισμό, σ’ οποιοδήποτε εκτεταμένο μη Χριστιανικό Εθνικό κείμενο του πρώτου αιώνα. Όμως, υπάρχει στο Βρεττανικό Μουσείο ένα ενδιαφέρον χειρόγραφο, το οποίο διασώζει το κείμενο μιας επιστολής που γράφτηκε μετά το 73 μ.Χ., αλλά δεν είναι σίγουρο, πόσο χρόνο μετά. Το γράμμα αυτό το έστειλε ένας Σύριος, ονόματι Μάρα Βαρ – Σεραπίων, στο γιο του. Εκείνη την εποχή ο Μάρα Βαρ – Σεραπίων ήταν στη φυλακή, έγραψε όμως στο γιο του για να τον ενθαρρύνει να κυνηγάει τη σοφία, και τόνιζε πως εκείνοι που θανατώνουν σοφούς άνδρες δυστυχούν. Έφερνε σαν παραδείγματα το θάνατο του Σωκράτη, του Πυθαγόρα και του Χριστού:
«Τι κέρδισαν οι Αθηναίοι θανατώνοντας τον Σωκράτη; Η πείνα κι οι επιδημίες έπεσαν επάνω τους σαν κρίση για το έγκλημα. Τι κέρδισαν οι άνθρωποι της Σάμου καίγοντας τον Πυθαγόρα; Μονομιάς η χώρα τους καλύφθηκε από άμμο. Τι κέρδισαν οι Ιουδαίοι εκτελώντας το σοφό Βασιλιά τους; Αμέσως μετά, το βασίλειό τους αφανίστηκε. Ο Θεός δίκαια εκδικήθηκε το θάνατο των τριών αυτών σοφών ανθρώπων: Οι Αθηναίοι πέθαναν απ’ την πείνα. Οι κάτοικοι της Σάμου αφανίστηκαν απ’ τη θάλασσα. Οι Ιουδαίοι καταστράφηκαν κι οδηγήθηκαν μακρυά απ’ τη γη τους για να ζήσουν διασπαρμένοι. Όμως, ο Σωκράτης δεν πέθανε. Έμεινε ζωντανός στη διδασκαλία του Πλάτωνα. Ούτε ο Πυθαγόρας πέθανε. Ζωντάνεψε στο άγαλμα της Ήρας. Ούτε ο σοφός Βασιλιάς πέθανε. Ζωντανεύει μες τη διδασκαλία Του».
Αυτός ο συγγραφέας δεν μπορεί να είναι Χριστιανός, αλλιώς θα έλεγε πως ο Χριστός είναι ζωντανός, επειδή αναστήθηκε απ’ τους νεκρούς. Ήταν κατά πάσα πιθανότητα ένας Εθνικός φιλόσοφος, που πρώτος τοποθέτησε τον Χριστό ανάμεσα στους μεγάλους δασκάλους της αρχαιότητας.
Ο Ιουστίνος κι ο Τερτυλλιανός (Ιουστίνος, Απολ. 1/34, Τερτυλλιανός Κατ. Μάρκ IV/9,19) πίστευαν πως η μαρτυρία της απογραφής του Λουκά 2,1, συμπεριλαμβανομένης μάλιστα και της απογραφής του Ιωσήφ και της Μαρίας ήταν δυνατό να βρεθεί στα επίσημα αρχεία της βασιλείας του Αυγούστου, και μάλιστα παρέπεμπαν τους αναγνώστες τους σ’ αυτά, για να επιβεβαιωθούν έτσι για τα γεγονότα της Γέννησης του Κυρίου μας. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει πως οι ίδιοι συμβουλεύτηκαν τα αρχεία, απλώς, ήσαν αρκετά σίγουροι πως οι μαρτυρίες αυτές διατηρήθηκαν μέσα σ’ αυτά.
Γύρω στο 150 μ.Χ., ο μάρτυρας Ιουστίνος, απευθύνοντας το έργο του, Υπεράσπιση του Χριστιανισμού(Σημ.τ.μετ.: Πρόκειται για την Απολογία Α’), στον Αυτοκράτορα Αντωνίνο τον Ευσεβή, τον παραπέμπει στην αναφορά του Πιλάτου, η οποία, υπέθετε ο Ιουστίνος, πως είχε διασωθεί στα αυτοκρατορικά αρχεία. «Κάρφωσαν τα πόδια μου και τα χέρια μου», λέει, είναι μια περιγραφή των καρφιών, που έβαλαν στα πόδια Του και τα χέρια Του στον Σταυρό. Αφού τον σταύρωσαν, πήραν τα ενδύματα Του και τα μοίρασαν μεταξύ τους. Το ότι πράγματι όλα αυτά έγιναν έτσι, μπορείς να το μάθεις από τις Πράξεις που καταγράφτηκαν επί Πόντιου Πιλάτου’» (Απολ. Ι/35). Αργότερα λέει: «Για το ότι έκανε αυτά τα θαύματα μπορείς να βεβαιωθείς από τις «Πράξεις του Πόντιου Πιλάτου» (Απολ. Ι/48).
Ο μεγαλύτερος Ρωμαίος ιστορικός την εποχή της Αυτοκρατορίας ήταν ο Κορνήλιος Τάκιτος, ο οποίος γεννήθηκε μεταξύ του 52 και 54. Γύρω στα εξήντα του, όταν έγραφε την ιστορία της βασιλείας του Νέρωνα, αναφέρει:
«Έτσι, λοιπόν, για να καταπνίξει τη φήμη, ο Νέρωνας κατηγόρησε ως εμπρηστές και τιμώρησε με τον πιο σκληρό τρόπο, για τάξη ανθρώπων, που ήσαν μισητοί για τα ελαττώματά τους, τους οποίους το πλήθος ονόμαζε Χριστιανούς. Ο Χριστός, απ’ τον οποίο πήραν το όνομά τους είχε εκτελεστεί με εντολή του προκουράτορα Πόντιου Πιλάτου, όταν αυτοκράτορας ήταν ο Τιβέριος. Η ολέθρια αυτή δεισιδαιμονία, στην αρχή ελεγχόταν, για να ξεσπάσει ολόφρεσκη, όχι στην Ιουδαία, την πατρίδα αυτής της επιδημίας, αλλά στην ίδια τη Ρώμη, όπου όλα τα τρομερά κι αισχρά πράγματα του κόσμου μαζεύονται και βρίσκουν πατρίδα» (Χρονικά, XV/44).
Οτιδήποτε κι αν σκεφτεί κανείς για τις μαρτυρίες των αρχαίων Ιουδαίων και Χριστιανών συγγραφέων, θεμελιώνουν χωρίς άλλο, για κείνους που αρνούνται τη μαρτυρία των Χριστιανικών έργων, τον ιστορικό χαρακτήρα του ίδιου του Ιησού. Μερικοί ίσως να παίζουν με την ψευδαίσθηση ενός «Χριστού-μύθου», αλλά, δεν μπορούν να κάνουν κάτι τέτοιο, βάσει των ιστορικών μαρτυριών. Η ιστορικότητα του Χριστού είναι για τον απροκατάληπτο ιστορικό το ίδιο αξιόπιστη, όπως και η ιστορικότητα του Ιούλιου Καίσαρα.

ΟΙ ΚΩΔΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΓΡΑΦΗΣ

2.500 κώδικες περιέχουν ολόκληρη την Αγία Γραφή, Παλαιά και Καινή. 25.000 κώδικες περιέχουν μεγάλα κομμάτια από την Αγία Γραφή, (συνήθως μόνο την Καινή Διαθήκη). Οι παραπάνω κώδικες, προέρχονται από ολόκληρο τον χριστιανικό κόσμο. Σε αντιπαράθεση με άλλους αρχαίους συγγραφείς, έχουμε:
50 μόνο αντίγραφα του Αισχύλου, 100 του Σοφοκλή, 8 του Θουκυδίδη, 200 του Πλινίου, 500 του Ορατίου.
Άρα, από αριθμό σωσμένων κωδίκων, η Αγία Γραφή είναι το πλέον αξιόπιστο κείμενο που έχουμε.
Όσον αφορά την αρχαιότητα των κωδίκων αυτών:
1. Η ιστορία του Θουκιδίδη, εξιστορεί τα γεγονότα της περιόδου 460-400 π.Χ. Δεν σώζεται το πρωτότυπο. Τα 8 διασωθέντα χειρόγραφα, είναι όλα γραμμένα μετά το 900 μ.Χ., δηλαδή 1300 χρόνια μεταγενέστερα!
2. Η Ποιητική του Αριστοτέλη, γράφτηκε το 343 π.Χ. Ο αρχαιότερος κώδικάς της, προέρχεται από το 1100 μ.Χ., δηλαδή είναι 1400 χρόνια μεταγενέστερος!
3. Ο Γαλατικός πόλεμος του Ιουλίου Καίσαρος, γράφτηκε το 50 μ.Χ. Σώζεται σε λίγους κώδικες, που όλοι γράφτηκαν μετά το 1000 μ.Χ.
Αμφισβητεί κανείς τα βιβλία αυτά; Κανείς! Γιατί αμφισβητούμε την Αγία Γραφή;
Ο ερευνητής-συγγραφέας Ian Wilson στο βιβλίο του «ΙΗΣΟΥΣ: ΟΙ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ» (Εκδόσεις Κονιδάρη), λέει τα εξής: «Οι ανακαλύψεις χειρογράφων της Καινής Διαθήκης δείχνουν μια καθησυχαστική γενική συνοχή. Η αντιγραφή από ένα χειρόγραφο σε άλλο με το χέρι έχει σαν αναπόφευκτο αποτέλεσμα λάθη και παροράματα...Αλλά στο σύνολό τους τα λάθη και οι διαφορές του κειμένου είναι σχετικά ασήμαντα και τα κανονικά ευαγγέλια μπορούν να θεωρηθούν ότι είναι σε μεγάλο βαθμό όπως τα έγραψαν οι συγγραφείς τους. Και μόνον ο πλούτος των παλιών ντοκουμέντων είναι μια από τις πιο εντυπωσιακές πλευρές τους. Αν και από τα έργα του μεγάλου Ρωμαίου ιστορικού Τάκιτου [1ος μ.Χ. αιώνας] υπάρχει μόνον ένα αντίγραφο ενός χειρογράφου, που χρονολογείται από το 12ο αιώνα, υπάρχουν επίσης κάπου 274 χειρόγραφα σε περγαμηνή, κανονικών έργων που βεβαιώνουν την ύπαρξη του Ιησού...που χρονολογούνται μεταξύ του 4ου και 11ου αιώνα, και 88 αποσπάσματα παπύρων που χρονολογούνται μεταξύ 2ου και 4ου αιώνα... Μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι τα ευαγγελικά κείμενα ήταν γνήσια παλιά και ότι οι αντιγραφείς τους ήταν λογικά αξιόπιστοι». (σελίδες 43-44).
Είναι αξιοσημείωτο ωστόσο, ότι ο συγγραφέας αυτός δεν πιστεύει στη θεοπνευστία της Βίβλου, και ότι ούτε πιστεύει στον Ιησού. Γι΄ αυτό η ομολογία του, έχει ιδιαίτερη βαρύτητα! Θα δεχτούμε ότι τα Ευαγγέλια είναι αξιόπιστα ιστορικά κείμενα και πηγές για τον βίο και τη διδαχή του Ιησού; ή θα δεχτούμε τις διάφορες γνώμες των οποιονδήποτε συγγραφέων, που δεν έχουν να παρουσιάσουν κανένα πραγματικό ιστορικό στοιχείο, αλλά αντίθετα, μόνο τις δικές τους υποθέσεις, οι οποίες διαστρεβλώνουν και παρερμηνεύουν τα κείμενα των πραγματικών μαρτυριών αυτών που έζησαν και μίλησαν με τον ίδιο τον Ιησού; Τι θα προτιμήσουμε; Τα κείμενα των αυτόπτων μαρτύρων ή τις από δεύτερο και τρίτο χέρι.... ερμηνείες διάφορων συγγραφέων και μελετητών;
http://users.sch.gr/

Η Διδασκαλία του Ιησού

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ

1. Η επί του όρους ομιλία: Οι μακαρισμοί –Μτ 5,1-12
2. Η οργή και τα αντίποινα –Μτ 5,21-26. 38-42
3. Οι όρκοι –Μτ 5,33-37
4. Η αγάπη για τον πλησίον –Μτ 5,43-48
5. Η ελεημοσύνη, η προσευχή και η νηστεία –Μτ 6,1-18
6. Ο Θεός προνοεί για τις ανάγκες μας –Μτ 6,25-34
7. Δεν πρέπει να κατακρίνωμεν –Μτ 7,1-6
8. Τα αποτελέσματα της προσευχής και ο χρυσός κανόνας –Μτ 7,7-12
9. Να ομολογούμε την πίστη μας στο Χριστό –Μτ 10,32-42
10. Οι θείες αλήθειες φανερώνονται στους ταπεινούς –Μτ 11,25-27
11. Η βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος –Μτ 12,31-32
12. Η διδασκαλία περί καθαρής καρδιάς –Μτ 15,1-20
13. Ο μεγαλύτερος στη βασιλεία των ουρανών, σκάνδαλα-ο αδερφός που αμαρτάνει –Μτ 18,1-9. 15-20
14. Η σπουδαιότερη εντολή –Μτ 22,34-40
15. Η δευτέρα παρουσία και η τελική κρίση –Μτ 25,31-46

ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ

1. Η βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος –Μκ 3,28-30
2. Τι καθιστά τον άνθρωπο ακάθαρτο –Μκ 7,1-23
3. Η σπουδαιότερη εντολή –Μκ 12,28-34

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ

1. Οι μακαρισμοί –Λκ 6,17-26
2. Η αγάπη για τον πλησίον –Λκ 6,27-36
3. Δεν πρέπει να κατακρίνωμεν –Λκ 6,37-42
4. Οι θείες αλήθειες φανερώνονται στους ταπεινούς –Λκ 10,21-22
5. Η σπουδαιότερη εντολή –Λκ 10,25-28
6. Τα αποτελέσματα της προσευχής –Λκ 11,1-13
7. Να ομολογούμε την πίστη μας στο Χριστό και η βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος –Λκ 12,8-10
8. Ο Θεός προνοεί για τις ανάγκες μας –Λκ 12,22-34

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ

1. Λόγια που οδηγούν στην αιώνια ζωή –Ιω 6,60-71
2. Η εντολή της αγάπης –Ιω 15,9-17
3. Το μίσος του κόσμου –Ιω 15,18-27. 16,1-4
http://users.sch.gr/

Οι παραβολές του Ιησού

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ

1. Το αλάτι και το φως του κόσμου –Μτ 5,13-16
2. Ο οφθαλμός της ψυχής (το λυχνάρι του σώματος) –Μτ 6,16-24
3. Η παραβολή για τα δύο σπίτια –Μτ 7,24-29
4. Η παραβολή του σπορέα –Μτ 13,1-23
5. Σκοπός των παραβολών –Μτ 13,10-17
6. Η παραβολή των ζιζανίων –Μτ 13,24-30. 36-43
7. Οι παραβολές για το σπόρο του σιναπιού και της ζύμης –Μτ 13,31-35
8. Η παραβολή του κρυμμένου θησαυρού και η παραβολές του πολύτιμου μαργαριταριού και του διχτυού –Μτ 13,44-52
9. Η παραβολή του χαμένου προβάτου –Μτ 18,12-14
10. Η παραβολή του κακού δούλου –Μτ 18,23-35
11. Η παραβολή των εργατών του αμπελώνα –Μτ 20,1-16
12. Η παραβολή των δύο γιών –Μτ 21,28-32
13. Η παραβολή των κακών γεωργών –Μτ 21,33-46
14. Η παραβολή των βασιλικών γάμων –Μτ 22,1-14
15. Η παραβολή των δέκα παρθένων –Μτ 25,1-13
16. Η παραβολή των ταλάντων –Μτ 25,14-30
ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ

1. Η παραβολή του σπορέα –Μκ 4,1-20
2. Οι παραβολές της αυξήσεως του σπόρου και του κόκκου του σινάπεως –Μκ 4,26-34
3. Η παραβολή των κακών γεωργών –Μκ 12,1-12
ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ

1. Η παραβολή για τα δύο σπίτια –Λκ 6,43-49
2. Η παραβολή του σπορέα –Λκ 8,4-18
3. Η παραβολή του καλού Σαμαρείτη –Λκ 10,25-37
4. Το λυχνάρι του σώματος –Λκ 11,33-36
5. Η παραβολή του άφρονος πλουσίου –Λκ 12,13-21
6. Η παραβολή της άκαρπης συκιάς –Λκ 13,1-9
7. Οι παραβολές για το σπόρο του σιναπιού και της ζύμης –Λκ 13,18-21
8. Η παραβολή για τις πρωτοκαθεδρίες –Λκ 14,7-14
9. Η παραβολή του μεγάλου δείπνου –Λκ 14,15-24
10. Οι μαθητές αλάτι και φώς του κόσμου –Λκ 14,34-35
11. Η παραβολή για το χαμένο πρόβατο και το χαμένο νόμισμα –Λκ 15,1-10
12. Η παραβολή του Ασώτου Υϊού –Λκ 15,11-32
13. Η παραβολή του άδικου οικονόμου –Λκ 16,1-18
14. Η παραβολή του πλούσιου και του φτωχού Λαζάρου –Λκ 16,19-31
15. Η παραβολή του άδικου κριτή και της χήρας –Λκ 18,1-8
16. Η παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου –Λκ 18,9-14
17. Η παραβολή των δέκα δούλων –Λκ 19,11-27
18. Η παραβολή των κακών γεωργών –Λκ 20,9-19
ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ

1. Η παραβολή του ποιμένα και των προβάτων –Ιω 10,1-21
http://users.sch.gr/

Το σύμβολο της πίστεως

1.Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν, Πατέρα, παντοκρά­τορα, ποιητήν οὐρανού καί γῆς, ὁρατῶν τε πάντων καί ἀοράτων.
2.Καί εἰς ἕνα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ τόν μονογενῆ, τόν ἐκ τοῦ Πατρός γεννηθέντα πρό πάντων τῶν αἰώνων. Φῶς ἐκ φωτός, Θεόν ἀληθινόν ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, γεννηθέντα, οὐ ποιηθέντα, ὁμοούσιον τῷ Πατρί, δι’ οὖ τά πάντα ἐγένετο.
3.Τόν δι' ἡμᾶς τούς ἀνθρώπους καί διά τήν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα ἐκ τῶν οὐρανῶν καί σαρκωθέντα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί Μαρίας τῆς Παρθένου καί ἐνανθρωπήσαντα.
4.Σταυρωθέντα τε ὑπέρ ἡμῶν ἐπί Ποντίου Πιλάτου καί παθόντα καί ταφέντα.
5.Καί ἀναστάντα τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ κατά τάς Γραφάς.
6.Καί ἀνελθόντα εἰς τούς οὐρανούς καί καθεζόμενον ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός.
7.Καί πάλιν ἐρχόμενον μετά δόξης κρῖναι ζῶντας καί νεκρούς, οὖ τῆς Βασιλείας οὐκ ἔσται τέλος.
8.Καί εἰς τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, τό κύριον, τό ζωοποιόν, τό ἐκ τοῦ Πατρός ἐκπορευόμενον, τό σύν Πατρί καί Υἱῶ συμπροσκυνούμενον καί συνδοξαζόμενον, το λαλῆσαν διά τῶν Προφητῶν.
9.Εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικήν καί ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν.
10.Ὁμολογῶ ἕν Βάπτισμα εἰς ἄφεσιν ἁμαρ­τιῶν.
11.Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν.
12.Καί ζωήν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Ἀμήν.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ

1.Πιστεύω σε ένα Θεό, Πατέρα, Παντοκράτορα, δημιουργό του ουρανού και της γης, όλου του ορατού και του αόρατου κόσμου.
2.Πιστεύω και σε έναν Κύριο, τον Ιησού Χριστό, τον Υιό του Θεού το μονογενή, που γεννήθηκε από τον Πατέρα προαιώνια. Φως από το φως, αληθινό Θεό από Θεό αληθινό, που γεννήθηκε και δε δημιουργήθηκε, ομοούσιο με τον Πατέρα, δια του οποίου Υιού όλα δημιουργήθηκαν.
3.Αυτόν που για μας τους ανθρώπους και για τη σωτηρία μας κατέβηκε από τους ουρανούς και σαρκώθηκε από το Άγιο Πνεύμα και τη Μαρία την Παρθένο και έγινε άνθρωπος.
4.Και που σταυρώθηκε για χάρη μας την εποχή του Ποντίου Πιλάτου και θυσιάστηκε και ενταφιάστηκε.
5.Και που αναστήθηκε την τρίτη ημέρα, σύμφωνα με τις Γραφές.
6.Και που ανέβηκε στους ουρανούς και κάθεται δεξιά του Πατέρα.
7.Και που πάλι θα επιστρέψει με δόξα για να κρίνει ζώντες και νεκρούς, του οποίου η Βασιλεία δε θα έχει τέλος.
8.Πιστεύω και στο Άγιο Πνεύμα, που είναι Κύριον ως Θεός, αυτό που δίνει ζωή, που εκπορεύεται από τον Πατέρα, αυτό που μαζί με τον Πατέρα και τον Υιό συμπροσκυνείται και συνδοξάζεται, το οποίο μίλησε με το στόμα των προφητών.
9.Πιστεύω στην Εκκλησία που είναι μία, αγία, καθολική και αποστολική.
10.Ομολογώ ένα βάπτισμα για τη συγχώρηση των αμαρτιών.
11.Περιμένω με ελπίδα την ανάσταση των νεκρών.
12.Και τη ζωή στη μέλλουσα βασιλεία του Θεού.
Αμήν.

Το Σύμβολο της Πίστεως με αναφορές στην Καινή Διαθήκη

1.Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν (Α΄Κορ 8,6 - Εφεσ 4,6 - Α΄Τιμ 2,5), Πατέρα, παντοκρά­τορα (Γεν 17,1, 35,11 - Β΄Κορ 6,18 - Αποκ 16,7), ποιητήν οὐρανού καί γῆς (Γεν 1,1 - Πραξ 4,24), ὁρατῶν τε πάντων καί ἀοράτων
(Α΄Κορ 8,6 - Κολ 1,16).
2.Καί εἰς ἕνα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν (Α΄Κορ 8,6), τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ τόν μονογενῆ (Ματθ 16,16 - Ιωαν 1,14-18 - Ιωαν 3,16), τόν ἐκ τοῦ Πατρός γεννηθέντα (Α' Ιωαν 5,1-5) πρό πάντων τῶν αἰώνων (Ιωαν 17,5 -
Κολ 1,17 – Εβρ 1,1-2 - Εβρ 7,3), Φῶς ἐκ φωτός (Ιωαν 1,9 – 8,12 - Α΄Ιωαν 1,5 - Α΄Τιμ 6,16), Θεόν ἀληθινόν ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ (Α΄Ιωαν ε,20 - Ιωαν 1,1), γεννηθέντα (Κολ 1,15) οὐ ποιηθέντα, ὁμοούσιον τῷ Πατρί
(Φιλιπ 2,5-7 - Εβρ 1,3), δι’ οὖ τά πάντα ἐγένετο (Κολ 1,16 - Α΄Κορ 8,6 - Εφεσ 3,9 - Εβρ 2,10).
3.Τόν δι' ἡμᾶς τούς ἀνθρώπους καί διά τήν ἡμετέραν σωτηρίαν (Ιωαν 3,14-17 - Πραξ 4,12) κατελθόντα ἐκ τῶν οὐρανῶν (Ιωαν 3,13 - Εφεσ 4,9) καί σαρκωθέντα (Ιωαν 1,14 - Α΄Κορ 8,6 - Εφεσ 3,9 - Εβρ 2,10) ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί Μαρίας τῆς Παρθένου (Λουκ 1 ως 26,35 - Ματθ 1,18) καί ἐνανθρωπήσαντα (Ιωαν 1,14 - Φιλιπ 2,7-8).
4.Σταυρωθέντα τε (Λουκ 23,33 - Ιωαν 19,16-18) ὑπέρ ἡμῶν (Ιωαν 11,49-52 - Β΄Κορ 5,14-15) ἐπί Ποντίου Πιλάτου (Ματθ 27,2-24) καί παθόντα (Ματθ 27,33 -Ιωαν 19,16-18) καί ταφέντα (Ιωαν 19, 38-42 - Α΄Κορ 15,4).
5.Καί ἀναστάντα τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ κατά τάς Γραφάς (Α΄Κορ 15,4 - Πραξ 10,40).
6.Καί ἀνελθόντα εἰς τούς οὐρανούς (Μαρκ 16,19 - Λουκ 24,51 - Πραξ 1,9 - Α΄Τιμ 3,16), καί καθεζόμενον ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός (Ματθ 26,14 - Κολ 3,1 - Εβρ 1,3 - Α΄Πετρ 3,22).
7.Καί πάλιν ἐρχόμενον μετά δόξης (Ματθ 24,30, 16,27 - Μαρκ 13,16) κρῖναι ζῶντας καί νεκρούς (Πραξ 10,42 - Β΄Τιμ 4,1), οὖ τῆς Βασιλείας οὐκ ἔσται τέλος (Λουκ 1,33 - Αποκ 22,5).
8.Καί εἰς τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, τό κύριον, τό ζωοποιόν (Ρωμ 8,11 - Ιωαν 6,63), τό ἐκ τοῦ Πατρός ἐκπορευόμενον (Ιωαν 15,26), τό σύν Πατρί καί Υἱῶ συμπροσκυνούμενον καί συνδοξαζόμενον (Ματθ 28,19 - Β΄Κορ 13,13), το λαλῆσαν διά τῶν Προφητῶν (Β΄Πετρ 1,21).
9.Εἰς μίαν, ἁγίαν (Α΄Κορ 1,2 - Β΄Κορ 1,1), καθολικήν (Εφ 2,17-18 - Ιωαν 10,16), καί ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν (Πραξ 2,42,47).
10.Ὁμολογῶ ἕν Βάπτισμα (Εφεσ 4,5) εἰς ἄφεσιν ἁμαρ­τιῶν (Πραξ 2,38 - Κολ 2,12-14).
11.Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν (Ιωαν 5,25-29 6,39-40, 44-54 11,24 - Α΄Κορ 15,50-53 - Β΄Κορ 4,14 - Α΄Θεσ 4,13-17).
12.Καί ζωήν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος (Ματθ 25,46 - Ιωαν 5,29 - Ιωαν 5,29 - Ρωμ 2,7 - Αποκ 21 & 22) Ἀμήν.

Η Κυριακή προσευχή (Το πάτερ ημών)

Τι είπε ο Χριστός για την προσευχή

Αυτές είναι οι συστάσεις που έδωσε ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός (κατά Ματθαίον ευαγγέλιο 6ο κεφάλαιο και εδάφια 5 έως 13):
5 «Και όταν προσεύχεστε, μην είστε όπως οι υποκριτές. Επειδή τους αρέσει να προσεύχονται στημένοι όρθιοι στις συναγωγές και στις γωνίες των πλατειών, για να φανούν στους ανθρώπους. Αλήθεια σας λέω, έχουν πάρει πλήρως το μισθό τους.
6 Εσύ όμως, όταν προσεύχεσαι, είσελθε στο απόμερό σου δωμάτιο και, αφού κλείσεις τη θύρα σου, προσευχήσου στον Πατέρα σου που είναι στα κρυφά. Και ο Πατέρας σου που βλέπει στα κρυφά θα σου αποδώσει.
7 Και όταν προσεύχεστε, μην περιττολογήσετε όπως ακριβώς οι εθνικοί, γιατί αυτοί νομίζουν ότι με την πολυλογία τους θα εισακουστούν.
8 Μη λοιπόν ομοιωθείτε με αυτούς. Γιατί ξέρει ο Πατέρας σας αυτά που έχετε ανάγκη, προτού εσείς τα ζητήσετε από αυτόν.
9 Έτσι, λοιπόν, εσείς να προσεύχεστε:

Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς·
ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου·
ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου·
γενηθήτω τὸ θέλημά σου,
ὡς ἐν οὐρανῷ, καὶ ἐπὶ τῆς γῆς·
τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον
δὸς ἡμῖν σήμερον·
καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν,
ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν·
καὶ μὴ εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν,
ἀλλὰ ρῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ.
ὅτι σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία
καὶ ἡ δύναμις καὶ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας·
ἀμήν.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ

Πατέρα μας που είσαι στους ουρανούς,
ας αγιαστεί το όνομά σου.
ας έρθει η βασιλεία σου,
ας γίνει το θέλημά σου,
όπως στον ουρανό έτσι και πάνω στη γη.
Τον άρτο μας τον απαραίτητο,
δώσε μας σήμερα.
Και συγχώρησε από εμάς τις οφειλές μας,
όπως κι εμείς συγχωρούμε τους οφειλέτες μας.
Και μη μας φέρεις σε πειρασμό,
αλλά σώσε μας από τον Πονηρό.
Γιατί δική σου είναι η βασιλεία
και η δύναμη και η δόξα στους αιώνες.
Αμήν.