O Ἅγιος Βασίλης, σὰν περάσανε τὰ Χριστούγεννα, πῆρε τὸ ραβδί του καὶ γύρισε σ᾿ ὅλα τὰ χωριά, νὰ δεῖ ποιὸς θὰ τόνε γιορτάσει μὲ καθαρὴ καρδιά. Πέρασε ἀπὸ λογιῶν-λογιῶν πολιτεῖες κι ἀπὸ κεφαλοχώρια, μὰ σ᾿ ὅποια πόρτα κι ἂν χτύπησε δὲν τ᾿ ἀνοίξανε, ἐπειδὴ τὸν πήρανε γιὰ διακονιάρη. Κ᾿ ἔφευγε πικραμένος, γιατὶ ὁ ἴδιος δὲν εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, μὰ ἔνοιωθε τὸ πόσο θὰ πονοῦσε ἡ καρδιὰ κανενὸς φτωχοῦ ἀπὸ τὴν ἀπονιὰ ποὺ τοῦ δείξανε κεῖνοι οἱ ἄνθρωποι.
Μιὰ μέρα ἔφευγε ἀπὸ ἕνα τέτοιο ἄσπλαχνο χωριό, καὶ πέρασε ἀπὸ τὸ νεκροταφεῖο, κ᾿ εἶδε τὰ κιβούρια πὼς ἤτανε ρημαγμένα, οἱ ταφόπετρες σπασμένες κι ἀναποδογυρισμένες,καὶ τὰ νιόσκαφτα μνήματα εἴτανε σκαλισμένα ἀπὸ τὰ τσακάλια. Σὰν ἅγιος ποὺ εἴτανε ἄκουσε πὼς μιλούσανε οἱ πεθαμένοι καὶ λέγανε: «Τὸν καιρὸ ποὺ εἴμαστε στὸν ἀπάνω κόσμο, δουλέψαμε, βασανιστήκαμε, κι ἀφήσαμε πίσω μας παιδιὰ κ᾿ ἐγγόνια νὰ μᾶς ἀνάβουνε κανένα κερί, νὰ μᾶς καίγουνε λίγο λιβάνι μὰ δὲν βλέπουμε τίποτα, μήτε παπᾶ στὸ κεφάλι μας νὰ μᾶς διαβάσει παραστάσιμο, μήτε κόλλυβα, παρὰ σὰν νὰ μὴν ἀφήσαμε πίσω μας κανέναν». Κι ὁ ἅγιος Βασίλης πάλι στενοχωρήθηκε κ᾿ εἶπε: «Τοῦτοι οἱ χωριάτες οὔτε σὲ ζωντανὸ δὲ δίνουνε βοήθεια, οὔτε σὲ πεθαμένον», καὶ βγῆκε ἀπὸ τὸ νεκροταφεῖο, καὶ περπατοῦσε ὁλομόναχος μέσα στὰ παγωμένα χιόνια.
Παραμονὴ τῆς πρωτοχρονιᾶς ἔφταξε σὲ κάτι χωριὰ ποὺ εἴτανε τὰ πιὸ φτωχὰ ἀνάμεσα στὰ φτωχοχώρια, στὰ μέρη τῆς Ἑλλάδας. Ὁ παγωμένος ἀγέρας βογκοῦσε ἀνάμεσα στὰ χαμόδεντρα καὶ στὰ βράχια, ψυχὴ ζωντανὴ δὲν φαινότανε, νύχτα πίσσα! Εἶδε μπροστά του μιὰ ραχούλα, κι ἀπὸ κάτω της εἴτανε μιὰ στρούγκα τρυπωμένη. Ὁ ἅγιος Βασίλης μπῆκε στὴ στάνη καὶ χτύπησε μὲ τὸ ραβδί του τὴν πόρτα τῆς καλύβας καὶ φώναξε: «Ἐλεῆστε με, τὸν φτωχό, γιὰ τὴν ψυχὴ τῶν ἀποθαμένων σας κι ὁ Χριστός μας διακόνεψε σὲ τοῦτον τὸν κόσμο!». Τὰ σκυλιὰ ξυπνήσανε καὶ χυθήκανε ἀπάνω του, μὰ σὰν πήγανε κοντά του καὶ τὸν μυριστήκανε, πιάσανε καὶ κουνούσανε τὶς οὐρές τους καὶ πλαγιάζανε στὰ ποδάρια του καὶ γρούζανε παρακαλεστικὰ καὶ χαρούμενα. Ἀπάνω σ᾿ αὐτά, ἄνοιξε ἡ πόρτα καὶ βγῆκε ἕνας τσοπάνης, ὡς εἰκοσιπέντε χρονῶν παλληκάρι, μὲ μαῦρα στριφτὰ γένεια, ὁ Γιάννης ὁ Μπαρμπάκος, ἄνθρωπος ἀθῶος κι ἀπελέκητος, προβατάνθρωπος, καὶ πρὶν νὰ καλοϊδεῖ ποιὸς χτύπησε, εἶπε: «Ἔλα, ἔλα μέσα. Καλὴ μέρα, καλὴ χρονιά!».
Η ΓΕΝΝΗΣΙΣ ΥΠΟ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ
Μέσα στὸ καλύβι ἔφεγγε ἕνα λυχνάρι, κρεμασμένο ἀπὸ πάνω ἀπὸ μία κούνια, ποὺ εἴτανε δεμένη σὲ δυὸ παλούκια. Δίπλα στὸ τζάκι εἴτανε τὰ στρωσίδια τους καὶ κοιμότανε ἡ γυναίκα τοῦ Γιάννη. αὐτός, σὰν ἐμπῆκε μέσα ὁ ἅγιος Βασίλης, κ᾿ εἶδε πὼς εἴτανε γέρος σεβάσμιος, πῆρε τὸ χέρι του καὶ τ᾿ ἀνεσπάσθηκε κ᾿ εἶπε: «Νά ῾χω τὴν εὐχή σου, γέροντα», καὶ τό ῾λεγε σὰν νὰ τὸν γνώριζε κι ἀπὸ πρωτύτερα, σὰ νά ῾τανε πατέρας του. Καὶ κεῖνος τοῦ εἶπε: «Βλογημένος νά ῾σαι, ἐσὺ κι ὅλο τὸ σπιτικό σου, καὶ τὰ πρόβατά σου ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ νά ῾ναι ἀπάνω σας!». Σηκώθηκε κ᾿ ἡ γυναίκα καὶ πῆγε καὶ προσκύνησε καὶ κείνη τὸν γέροντα καὶ φίλησε τὸ χέρι του καὶ τὴ βλόγησε. Κι ὁ ἅγιος Βασίλης εἴτανε σὰν καλόγερος ζητιάνος, μὲ μιὰ σκούφια παλιὰ στὸ κεφάλί του, καὶ τὰ ράσα του εἴτανε τριμμένα καὶ μπαλωμένα καὶ τὰ τσαρούχια του τρύπια, κ᾿ εἶχε κ᾿ ἕνα παλιοτάγαρο ἀδειανό. Ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος ἔβαλε ξύλα στὸ τζάκι. Καὶ παρευθύς, φεγγοβόλησε τὸ καλύβι καὶ φάνηκε σὰν παλάτι. Καὶ φανήκανε τὰ δοκάρια, σὰ νά ῾τανε μαλαμοκαπνισμένα, κ᾿ οἱ πητιὲς ποὺ εἴτανε κρεμασμένες φανήκανε σὰν καντήλια, κ᾿ οἱ καρδάρες καὶ τὰ τυροβόλια καὶ τ᾿ ἄλλα τὰ σύνεργα ποὺ τυροκομοῦσε ὁ Γιάννης, γινήκανε σὰν ἀσημένια, καὶ σὰν πλουμισμένα μὲ διαμαντόπετρες φανήκανε, καὶ τ᾿ ἄλλα, τὰ φτωχὰ τὰ πράγματα πού ῾χε μέσα στὸ καλύβι του ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος. Καὶ τὰ ξύλα ποὺ καιγόντανε στὸ τζάκι τρίζανε καὶ λαλούσανε σὰν τὰ πουλιὰ ποὺ λαλοῦνε στὸν παράδεισο, καὶ βγάζανε κάποια εὐωδιὰ πάντερπνη. Τὸν ἅγιο Βασίλη τὸν βάλανε κ᾿ ἔκατσε κοντὰ στὴ φωτιὰ κ᾿ ἡ γυναίκα τοῦ ῾θεσε μαξιλάρια νὰ ἀκουμπήσει. Κι ὁ γέροντας ξεπέρασε τὸ ταγάρι του ἀπὸ τὸ λαιμό του καὶ τό ῾βαλε κοντά του, κ᾿ ἔβγαλε καὶ τὸ παλιόρασό του κι ἀπόμεινε μὲ τὸ ζωστικό του.
Κι ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος πῆγε κι ἄρμεξε τὰ πρόβατα μαζὶ μὲ τὸν παραγυιό του, κ᾿ ἔβαλε μέσα στὴν κοφινέδα τὰ νιογέννητα τ᾿ ἀρνιά, κι ὕστερα χώρισε τὶς ἑτοιμόγεννες προβατίνες καὶ τὶς κράτησε στὸ μαντρί, κι ὁ παραγυιὸς τά ῾βγαλε τ᾿ ἄλλα στὴ βοσκή. Λιγοστὰ εἴτανε τὰ ζωντανά του, φτωχὸς εἴτανε ὁ Γιάννης, μὰ εἴτανε Βλογημένος. Κ᾿ εἶχε μία χαρὰ μεγάλη, σὲ κάθε ὥρα, μέρα καὶ νύχτα, γιατὶ εἴτανε καλὸς ἄνθρωπος κ᾿ εἶχε καὶ καλὴ γυναίκα, κι ὅποιος λάχαινε νὰ περάσει ἀπὸ τὴν καλύβα τους, σὰν νά ῾τανε ἀδελφός τους, τὸν περιποιόντανε. Γιὰ τοῦτο κι ὁ ἅγιος Βασίλης κόνεψε στὸ σπίτι τους, καὶ κάθησε μέσα, σὰ νά ῾τανε δικό του σπίτι, καὶ βλογηθήκανε τὰ θεμέλιά του. Κείνη τὴ νύχτα τὸν περιμένανε ὅλες οἱ πολιτεῖες καὶ τὰ χωριὰ τῆς Οἰκουμένης, οἱ ἀρχόντοι, οἱ δεσποτάδες κ᾿ οἱ ἐπίσημοι ἀνθρῶποι μὰ ἐκεῖνος δὲν πῆγε σὲ κανέναν, παρὰ πῆγε καὶ κόνεψε στὸ καλύβι τοῦ Γιάννη τοῦ Βλογημένου.
Τὸ λοιπόν, σὰν σκαρίσανε τὰ πρόβατα, μπῆκε μέσα ὁ Γιάννης καὶ λέγει στὸν ἅγιο: «Γέροντα, ἔχω χαρὰ μεγάλη. Θέλω νὰ μᾶς διαβάσεις τὰ γράμματα τ᾿ Ἅη-Βασίλη. Ἐγὼ εἶμαι ἄνθρωπος ἀγράμματος, μὰ ἀγαπῶ τὰ γράμματα τῆς θρησκείας μας. Ἔχω καὶ μία φυλλάδα ἀπὸ ἕναν γούμενο ἁγιονορίτη, κι ὅποτε τύχει νὰ περάσει κανένας γραμματιζούμενος, τὸν βάζω καὶ μοῦ διαβάζει ἀπὸ μέσα τὴν φυλλάδα, γιατὶ δὲν ἔχουμε κοντά μας ἐκκλησία».
Ἔπιασε καὶ θαμπόφεγγε κατὰ τὸ μέρος τῆς ἀνατολῆς. Ὁ ἅγιος Βασίλης σηκώθηκε καὶ στάθηκε κατὰ τὴν ἀνατολὴ κ᾿ ἔκανε τὸ σταυρό του, ὕστερα ἔσκυψε καὶ πῆρε μία φυλλάδα ἀπὸ τὸ ταγάρι του, κ᾿ εἶπε: «Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν πάντοτε,νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων». Κι ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος πῆγε καὶ στάθηκε ἀπὸ πίσω του, κ᾿ ἡ γυναίκα βύζαξε τὸ μωρὸ καὶ πῆγε καὶ κείνη καὶ στάθηκε κοντά του, μὲ σταυρωμένα χέρια. Κι ὁ ἅγιος Βασίλης εἶπε τὸ «Θεὸς Κύριος» καὶ τ᾿ ἀπολυτίκιο τῆς Περιτομῆς «Μορφὴν ἀναλλοιώτως ἀνθρωπίνην προσέλαβες», δίχως νὰ πεῖ καὶ τὸ δικό του τὸ ἀπολυτίκιο ποὺ λέγει «Εἰς πάσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος σου». Ἡ φωνή του εἴτανε γλυκειὰ καὶ ταπεινή, κι ὁ Γιάννης κ᾿ ἡ γυναίκα του νοιώθανε μεγάλη κατάνυξη, κι ἂς μὴν καταλαβαίνανε τὰ γράμματα. Κ᾿ εἶπε ὁ ἅγιος Βασίλης ὅλον τὸν Ὄρθρο καὶ τὸν Κανόνα τῆς Ἑορτῆς: «Δεῦτε λαοὶ ἄσωμεν ἄσμα Χριστῷ τῷ Θεῷ, χωρὶς νὰ πεῖ τὸ δικό του τὸν Κανόνα, ποὺ λέγει «Σοῦ τὴν φωνὴν ἔδει παρεῖναι, Βασίλειε». Κ᾿ ὕστερα εἶπε ὅλη τὴ λειτουργία κ᾿ ἔκανε ἀπόλυση καὶ τοὺς βλόγησε.
Καὶ σὰν καθήσανε στὸ τραπέζι καὶ φάγανε κι ἀποφάγανε, ἔφερε ἡ γυναίκα τὴ βασιλόπητα καὶ τὴν ἔβαλε ἀπάνω στὸ σοφρᾶ. Κι ὁ ἅγιος Βασίλης πῆρε τὸ μαχαίρι καὶ σταύρωσε τὴ βασιλόπητα, κ᾿ εἶπε: «Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κ᾿ ἔκοψε τὸ πρῶτο τὸ κομμάτι κ᾿ εἶπε «τοῦ Χριστοῦ» κ᾿ ὕστερα εἶπε «τῆς Παναγίας», κ᾿ ὕστερα εἶπε «τοῦ νοικοκύρη Γιάννη τοῦ Βλογημένου». Τοῦ λέγει ὁ Γιάννης: «Γέροντα, ξέχασες τὸν ἅη- Βασίλη!». Τοῦ λέγει ὁ ἅγιος: «Ναί, καλά! κ᾿ ὕστερα λέγει: «Τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ Βασιλείου». Κ᾿ ὕστερα λέγει πάλι: «Τοῦ νοικοκύρη, «τῆς νοικοκυρᾶς», «τοῦ παιδιοῦ», «τοῦ παραγυιοῦ», «τῶν ζωντανῶν», «τῶν φτωχῶν». Τότε λέγει στὸν ἅγιο ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος: «Γέροντα, γιατί δὲν ἔκοψες γιὰ τὴν ἁγιωσύνη σου; Τοῦ λέγει ὁ ἅγιος: «Ἔκοψα, Βλογημένε!» μά, ὁ Γιάννης δὲν κατάλαβε τίποτα, ὁ μακάριος. Κ᾿ ὕστερα, σηκώθηκε ὄρθιος ὁ ἅγιος Βασίλειος κ᾿ εἶπε τὴν εὐχή του «Κύριε ὁ Θεός μου, οἶδα ὅτι οὐκ εἰμὶ ἄξιος, οὐδὲ ἱκανός, ἵνα ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς τοῦ οἴκου τῆς ψυχῆς μου».
Κ᾿ εἶπε ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος: «Πές μου, γέροντα, ποῦ ξέρεις τὰ γράμματα, σὲ ποιὰ παλάτια ἄραγες πῆγε σὰν ἀπόψε ὁ ἅγιος Βασίλης; οἱ ἀρχόντοι κ᾿ οἱ βασιληάδες τί ἁμαρτίες νά ῾χουνε; Ἐμεῖς οἱ φτωχοὶ εἴμαστε ἁμαρτωλοί, ἐπειδὴς ἡ φτώχεια μᾶς κάνει νὰ κολαζόμαστε». Κι ὁ ἅγιος Βασίλης δάκρυσε κ᾿ εἶπε πάλι τὴν εὐχή, ἀλλοιώτικα: «Κύριε, ὁ Θεός μου, οἶδα ὅτι ὁ δοῦλος σου Ἰωάννης ὁ ἁπλοῦς ἐστὶν ἄξιος καὶ ἱκανὸς ἵνα ὑπὸ τὴν στέγην του εἰσέλθῃς. Ὅτι νήπιος ὑπάρχει καὶ τὰ μυστήριά Σου τοῖς νηπίοις ἀποκαλύπτεται». Καὶ πάλι δὲν κατάλαβε τίποτα ὁ Γιάννης ὁ μακάριος, ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος...
ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ :ΤΟ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟ ΜΑΝΤΡΙ
http://sotiriapsixis.blogspot.com/
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΑ ΙΣΤΟΡΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΑ ΙΣΤΟΡΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2011
Δευτέρα 20 Δεκεμβρίου 2010
Χριστουγεννιάτικες ιστορίες:«Πώς έγινε ο Αι Βασίλης»
Μια φορά κι έναν καιρό ο Βασίλης, ένα αγόρι 25 χρονών, πήγε μαζί με τον πατέρα του στο δάσος, για να κόψουν ξύλα. Εκεί είδε πολλά ζώα και του άρεσαν πολύ. Τότε είπε στον πατέρα του:
Πατέρα μπορούμε να πιάσουμε μερικά από αυτά τα ζώα και να τα πάρουμε στο σπίτι μας;
Απαντάει ο πατέρας του:
Μα, αγόρι μου, εσένα θα ήθελες να σε παίρνανε από το σπίτι μας και να σε πηγαίνανε σε μια φυλακή;
Μάλλον έχεις δίκιο, πατέρα. Δε θα μου άρεσε καθόλου κάτι τέτοιο.
Γύρισαν στο σπίτι τους με τα ξύλα για το τζάκι. Ο Βασίλης παίρνει ένα μαχαίρι κι ένα ξύλο και αρχίζει να το σκαλίζει. Μετά από πολύ ώρα είχε κάνει μια γάτα. Έπειτα πήρε και άλλο ξύλο και έκανε ένα αρκουδάκι και συνέχισε φτιάχνοντας και άλλα πολλά.
Είχαν πια έρθει τα Χριστούγεννα και ο Βασίλης είχε φτιάξει πολλά ομοιώματα ζώων από ξύλο και σκέφτηκε, αφού είχαν έρθει τα Χριστούγεννα, να τα μοιράσει στα παιδιά. Η μητέρα του και ο πατέρας του τού είπαν ότι η ιδέα του ήταν καταπληκτική και ότι θα έδινε χαρά στα παιδιά. Πήρε, λοιπόν, ένα τσουβάλι και έβαλε μέσα όσα ομοιώματα ζώων είχε κάνει. Πήγε σε πολλά σπίτια και έδωσε χαρά στα παιδιά αλλά και στους γονείς τους.
Όταν οι νεράιδες είδαν ότι έδωσε χαρά σε πολλούς ανθρώπους, αποφάσισαν να του δώσουν δυο δώρα. Το δώρο της αθανασίας και το δώρο να μπαίνει από τις καμινάδες, αλλά άμα δε χωράει να μπει να μπαίνει σαν τον άνεμο. Τα παιδιά τον ονόμασαν Αι Βασίλη.
Πατέρα μπορούμε να πιάσουμε μερικά από αυτά τα ζώα και να τα πάρουμε στο σπίτι μας;
Απαντάει ο πατέρας του:
Μα, αγόρι μου, εσένα θα ήθελες να σε παίρνανε από το σπίτι μας και να σε πηγαίνανε σε μια φυλακή;
Μάλλον έχεις δίκιο, πατέρα. Δε θα μου άρεσε καθόλου κάτι τέτοιο.
Γύρισαν στο σπίτι τους με τα ξύλα για το τζάκι. Ο Βασίλης παίρνει ένα μαχαίρι κι ένα ξύλο και αρχίζει να το σκαλίζει. Μετά από πολύ ώρα είχε κάνει μια γάτα. Έπειτα πήρε και άλλο ξύλο και έκανε ένα αρκουδάκι και συνέχισε φτιάχνοντας και άλλα πολλά.
Είχαν πια έρθει τα Χριστούγεννα και ο Βασίλης είχε φτιάξει πολλά ομοιώματα ζώων από ξύλο και σκέφτηκε, αφού είχαν έρθει τα Χριστούγεννα, να τα μοιράσει στα παιδιά. Η μητέρα του και ο πατέρας του τού είπαν ότι η ιδέα του ήταν καταπληκτική και ότι θα έδινε χαρά στα παιδιά. Πήρε, λοιπόν, ένα τσουβάλι και έβαλε μέσα όσα ομοιώματα ζώων είχε κάνει. Πήγε σε πολλά σπίτια και έδωσε χαρά στα παιδιά αλλά και στους γονείς τους.
Όταν οι νεράιδες είδαν ότι έδωσε χαρά σε πολλούς ανθρώπους, αποφάσισαν να του δώσουν δυο δώρα. Το δώρο της αθανασίας και το δώρο να μπαίνει από τις καμινάδες, αλλά άμα δε χωράει να μπει να μπαίνει σαν τον άνεμο. Τα παιδιά τον ονόμασαν Αι Βασίλη.
Ο γέρος χρόνος ο στριμμένος
Παραμονή Πρωτοχρονιάς ο γέρο χρόνος ο στριμμένος δεν ήθελε να κλείσει το βαρύ μπαούλο του με όλες τις κουρελαρίες του μέσα κι αφού έβγαλε την τσαγιέρα από τη φωτιά, πρόσφερε τσάι στις μέρες, στις βδομάδες και στους μήνες, που είχαν γεράσει μαζί του και κουρασμένοι κάθονταν γύρω του.
Η καμπάνα χτύπησε τρεις φορές στο σπίτι του γέρο χρόνου και μια κουτσή υπηρέτρια στιγμή, πετάχτηκε κουτσαίνοντας να ανοίξει την πόρτα. Μπήκαν οι ώρες, τα λεπτά και τα δευτερόλεπτα που πέρασαν μαζί του και ξεφυσώντας κι αναστενάζοντας στρώθηκαν κι αυτά γύρω του.
Ο γέρο χρόνος ο στριμμένος πρόσφερε και σ'αυτά τσάι κι άρχισε να τους εξηγεί το τρομερό σχέδιό του. "Σας κάλεσα εδώ απόψε για να σας πω ότι δεν έχω σκοπό να εγκαταλείψω το σπίτι μου και να το αφήσω να μου το πάρει ο νέος χρόνος.
Αυτός ο νέος χρόνος θέλει να δοξαστεί με ένα παγκόσμιο γεγονός που θα γίνει, την Ολυμπιάδα.
Μα, εγώ δε θα τον αφήσω. Θα μείνω και θα αναλάβω εγώ τους Ολυμπιακούς αγώνες.
΄Ετσι μαζί με σας θα αρχίσω και πάλι να περνάω επάνω στα ρολόγια και θα δοξαστώ στους αιώνες, στην ιστορία των Ολυμπιακών αγώνων".
"Μπράβο, μπράβο", χειροκρότησαν οι γριές υπηρέτριες στιγμές.
Οι μέρες και οι ώρες, αφού κοιτάχτηκαν με έκπληξη με αυτά που άκουσαν, μία-μία συνερχόταν κι άρχισαν να γελάνε. ΄Υστερα άρχισαν να γελάνε οι βδομάδες και τα λεπτά κι όταν στο τέλος προστέθηκαν οι μήνες και τα δευτερόλεπτα, το σπίτι του γέρο χρόνου τραντάζονταν από τα γέλια. "Ποτέ δεν μας έκανες να γελάσουμε έτσι", έλεγαν και δεν μπορούσαν να σταματήσουν.
Ο γέρο χρόνος ο στριμμένος κρατούσε το χοντρό κεφάλι του, "σταματήστε", φώναζε και τον έπιασε μια νευρική τρεμούλα που έγινε σεισμός. "Τα επτά χάπια μου.
Πού είναι τα επτά χάπια μου", διέταξε κι αμέσως μια γριά υπηρέτρια στιγμή, που ήταν και λίγο κουφή, του έφερε δεκαεπτά χάπια που τα ήπιε όλα με μιας.
- Τώρα είμαι καλύτερα. Λοιπόν, τι λέγαμε; Α, ναι! Που λέτε, εγώ θα μείνω και μαζί μου θα μείνετε κι εσείς και θα...
- Μα πώς θα γίνει αυτό γέρο χρόνε στριμμένε; Είπαν οι μέρες.
- Ο,τι πέρασε περνά και δεν ξαναγυρνά, είπαν οι βδομάδες κι οι μήνες συμφώνησαν.
Ο γέρο χρόνος ο στριμμένος που φορούσε μια γκρίζα φθαρμένη στολή με χρυσά κουμπιά και συρίτια κι ένα σκουριασμένο ρολόι στο κεφάλι αντί για καπέλο, έκανε μια νευρική κίνηση και καθώς χύθηκε το καυτό τσάι επάνω του, έβγαλε μια αστεία κραυγή.
Τότε οι ώρες μαζί με τα λεπτά και τα δευτερόλεπτα του φώναξαν:
"Το μπαούλο σου να κλείσεις και να μην ξαναγυρίσεις".
"Ποτέ! Ποτέ! Ποτέ!", άστραψε και μπουμπούνισε ο γέρο χρόνος ο στριμμένος κι έριξε μια ξαφνική μπόρα μαζί με χοντρό χαλάζι που έσπαγε τα κεραμμύδια των σπιτιών και κατέστρεφε τις σοδειές από τα χωράφια, ενώ οι άνθρωποι έτρεχαν να φυλαχτούν.
"Πολύ μας ταλαιπώρησε αυτός ο χρόνος", συζητούσαν κάτω από τα υπόστεγα.
Στο σπίτι του γέρο χρόνου, οι μέρες, οι βδομάδες και οι μήνες τελείωσαν το τσάι τους και σηκώθηκαν.
"Ας πηγαίνουμε καλύτερα", είπαν και μαζί τους σηκώθηκαν οι ώρες, τα λεπτά και τα δευτερόλεπτα. "Ναι, ας πηγαίνουμε, πριν ο νέος χρόνος μας βρει εδώ στο σπίτι του και θυμώσει".
"Αυτός που θα θυμώσει είμαι εγώ", είπε ο γέρο χρόνος ο στριμμένος και φυλάκισε τις μέρες, τις βδομάδες και τους μήνες στα κατάβαθα υπόγεια του σπιτιού του, εκεί που φυλάκιζε τους μπελάδες, τις σκοτούρες και τις αγωνίες. Κάθε τόσο, διέταζε τις γριές υπηρέτριες στιγμές του και ξεκλείδωναν αρκετούς απ'αυτούς τους μπελάδες, τις σκοτούρες και τις αγωνίες, για να τις μοιράσει ολόγυρα στον κόσμο.
Μα ήταν τόσες πολλές που είχαν περισσέψει στα υπόγειά του. ΄Οσο για τις ώρες, τα λεπτά και τα δευτερόλεπτα, τα πέρασε όλα στη ζώνη του και τα έκανε κομπολόι. Δίχως αυτά δεν θα υπήρχε ο ίδιος και δεν θα μπορούσε να λέγεται χρόνος. ΄Υστερα σφράγισε καλά τα παράθυρα και πίσω από τις πόρτες έσειρε κι έβαλε βαριά έπιπλα, τα βάσανα.
Κι αυτά του είχαν περισέψει. ΄Ετσι λοιπόν ο νέος χρόνος δεν θα μπορούσε να ανοίξει να μπει στο σπίτι και να τον διώξει. ΄Όμως ήταν ήδη πολύ αργά. Οι τελευταίες του ώρες επάνω στο σκουριασμένο ρολόι που φορούσε στο κεφάλι του προχωρούσαν κι ήταν έτοιμες να παραδώσουν το σπίτι στο νέο χρόνο.
Τότε ο γέρο χρόνος ο στριμμένος έβγαλε το σκουριασμένο ρολόι από το κεφάλι του και το πέταξε μακριά.
Από τα μαλλιά του ξεχύθηκαν χιόνια που έγιναν πυκνές χιονοστιβάδες και σκέπασαν όλο τον κόσμο, ενώ το σπίτι θάφτηκε για τα καλά από κάτω. "Χα, χα, χα, άντε τώρα να μας βρει ο νεαρός χρόνος", είπε, μα του κόπηκε η ανάσα κι έπιασε την καρδιά του.
΄Ένα-ένα τα χρυσά κουμπιά από τη φθαρμένη, γκρίζα στολή του έπεφταν στο πάτωμα και κυλούσαν γύρω από τις τελευταίες υπηρέτριες στιγμές του, που έτρεχαν από δω κι από κει για να τα μαζέψουν. Μια άλλη γριά στιγμή που δεν έβλεπε καλά, ήρθε γρήγορα με βελόνα και κλωστή για να τα ράψει, μα το ύφασμα της στολής του ήταν πια ένα σκέτο κουρέλι.
Ο γέρο χρόνος ο στριμμένος ένοιωθε πολύ κουρασμένος με όλα τούτα.
Ξάπλωσε στο κρεβάτι του κι αποκοιμήθηκε με ένα ροχαλητό από κεραυνούς και μπουμπουνητά και δεν ξαναξύπνησε..........
Η καμπάνα χτύπησε τρεις φορές στο σπίτι του γέρο χρόνου και μια κουτσή υπηρέτρια στιγμή, πετάχτηκε κουτσαίνοντας να ανοίξει την πόρτα. Μπήκαν οι ώρες, τα λεπτά και τα δευτερόλεπτα που πέρασαν μαζί του και ξεφυσώντας κι αναστενάζοντας στρώθηκαν κι αυτά γύρω του.
Ο γέρο χρόνος ο στριμμένος πρόσφερε και σ'αυτά τσάι κι άρχισε να τους εξηγεί το τρομερό σχέδιό του. "Σας κάλεσα εδώ απόψε για να σας πω ότι δεν έχω σκοπό να εγκαταλείψω το σπίτι μου και να το αφήσω να μου το πάρει ο νέος χρόνος.
Αυτός ο νέος χρόνος θέλει να δοξαστεί με ένα παγκόσμιο γεγονός που θα γίνει, την Ολυμπιάδα.
Μα, εγώ δε θα τον αφήσω. Θα μείνω και θα αναλάβω εγώ τους Ολυμπιακούς αγώνες.
΄Ετσι μαζί με σας θα αρχίσω και πάλι να περνάω επάνω στα ρολόγια και θα δοξαστώ στους αιώνες, στην ιστορία των Ολυμπιακών αγώνων".
"Μπράβο, μπράβο", χειροκρότησαν οι γριές υπηρέτριες στιγμές.
Οι μέρες και οι ώρες, αφού κοιτάχτηκαν με έκπληξη με αυτά που άκουσαν, μία-μία συνερχόταν κι άρχισαν να γελάνε. ΄Υστερα άρχισαν να γελάνε οι βδομάδες και τα λεπτά κι όταν στο τέλος προστέθηκαν οι μήνες και τα δευτερόλεπτα, το σπίτι του γέρο χρόνου τραντάζονταν από τα γέλια. "Ποτέ δεν μας έκανες να γελάσουμε έτσι", έλεγαν και δεν μπορούσαν να σταματήσουν.
Ο γέρο χρόνος ο στριμμένος κρατούσε το χοντρό κεφάλι του, "σταματήστε", φώναζε και τον έπιασε μια νευρική τρεμούλα που έγινε σεισμός. "Τα επτά χάπια μου.
Πού είναι τα επτά χάπια μου", διέταξε κι αμέσως μια γριά υπηρέτρια στιγμή, που ήταν και λίγο κουφή, του έφερε δεκαεπτά χάπια που τα ήπιε όλα με μιας.
- Τώρα είμαι καλύτερα. Λοιπόν, τι λέγαμε; Α, ναι! Που λέτε, εγώ θα μείνω και μαζί μου θα μείνετε κι εσείς και θα...
- Μα πώς θα γίνει αυτό γέρο χρόνε στριμμένε; Είπαν οι μέρες.
- Ο,τι πέρασε περνά και δεν ξαναγυρνά, είπαν οι βδομάδες κι οι μήνες συμφώνησαν.
Ο γέρο χρόνος ο στριμμένος που φορούσε μια γκρίζα φθαρμένη στολή με χρυσά κουμπιά και συρίτια κι ένα σκουριασμένο ρολόι στο κεφάλι αντί για καπέλο, έκανε μια νευρική κίνηση και καθώς χύθηκε το καυτό τσάι επάνω του, έβγαλε μια αστεία κραυγή.
Τότε οι ώρες μαζί με τα λεπτά και τα δευτερόλεπτα του φώναξαν:
"Το μπαούλο σου να κλείσεις και να μην ξαναγυρίσεις".
"Ποτέ! Ποτέ! Ποτέ!", άστραψε και μπουμπούνισε ο γέρο χρόνος ο στριμμένος κι έριξε μια ξαφνική μπόρα μαζί με χοντρό χαλάζι που έσπαγε τα κεραμμύδια των σπιτιών και κατέστρεφε τις σοδειές από τα χωράφια, ενώ οι άνθρωποι έτρεχαν να φυλαχτούν.
"Πολύ μας ταλαιπώρησε αυτός ο χρόνος", συζητούσαν κάτω από τα υπόστεγα.
Στο σπίτι του γέρο χρόνου, οι μέρες, οι βδομάδες και οι μήνες τελείωσαν το τσάι τους και σηκώθηκαν.
"Ας πηγαίνουμε καλύτερα", είπαν και μαζί τους σηκώθηκαν οι ώρες, τα λεπτά και τα δευτερόλεπτα. "Ναι, ας πηγαίνουμε, πριν ο νέος χρόνος μας βρει εδώ στο σπίτι του και θυμώσει".
"Αυτός που θα θυμώσει είμαι εγώ", είπε ο γέρο χρόνος ο στριμμένος και φυλάκισε τις μέρες, τις βδομάδες και τους μήνες στα κατάβαθα υπόγεια του σπιτιού του, εκεί που φυλάκιζε τους μπελάδες, τις σκοτούρες και τις αγωνίες. Κάθε τόσο, διέταζε τις γριές υπηρέτριες στιγμές του και ξεκλείδωναν αρκετούς απ'αυτούς τους μπελάδες, τις σκοτούρες και τις αγωνίες, για να τις μοιράσει ολόγυρα στον κόσμο.
Μα ήταν τόσες πολλές που είχαν περισσέψει στα υπόγειά του. ΄Οσο για τις ώρες, τα λεπτά και τα δευτερόλεπτα, τα πέρασε όλα στη ζώνη του και τα έκανε κομπολόι. Δίχως αυτά δεν θα υπήρχε ο ίδιος και δεν θα μπορούσε να λέγεται χρόνος. ΄Υστερα σφράγισε καλά τα παράθυρα και πίσω από τις πόρτες έσειρε κι έβαλε βαριά έπιπλα, τα βάσανα.
Κι αυτά του είχαν περισέψει. ΄Ετσι λοιπόν ο νέος χρόνος δεν θα μπορούσε να ανοίξει να μπει στο σπίτι και να τον διώξει. ΄Όμως ήταν ήδη πολύ αργά. Οι τελευταίες του ώρες επάνω στο σκουριασμένο ρολόι που φορούσε στο κεφάλι του προχωρούσαν κι ήταν έτοιμες να παραδώσουν το σπίτι στο νέο χρόνο.
Τότε ο γέρο χρόνος ο στριμμένος έβγαλε το σκουριασμένο ρολόι από το κεφάλι του και το πέταξε μακριά.
Από τα μαλλιά του ξεχύθηκαν χιόνια που έγιναν πυκνές χιονοστιβάδες και σκέπασαν όλο τον κόσμο, ενώ το σπίτι θάφτηκε για τα καλά από κάτω. "Χα, χα, χα, άντε τώρα να μας βρει ο νεαρός χρόνος", είπε, μα του κόπηκε η ανάσα κι έπιασε την καρδιά του.
΄Ένα-ένα τα χρυσά κουμπιά από τη φθαρμένη, γκρίζα στολή του έπεφταν στο πάτωμα και κυλούσαν γύρω από τις τελευταίες υπηρέτριες στιγμές του, που έτρεχαν από δω κι από κει για να τα μαζέψουν. Μια άλλη γριά στιγμή που δεν έβλεπε καλά, ήρθε γρήγορα με βελόνα και κλωστή για να τα ράψει, μα το ύφασμα της στολής του ήταν πια ένα σκέτο κουρέλι.
Ο γέρο χρόνος ο στριμμένος ένοιωθε πολύ κουρασμένος με όλα τούτα.
Ξάπλωσε στο κρεβάτι του κι αποκοιμήθηκε με ένα ροχαλητό από κεραυνούς και μπουμπουνητά και δεν ξαναξύπνησε..........
Ο Μικρούλης Αϊ-Βασίλης ...
Πολύ πολύ μακριά στο βορρά, εκεί όπου τα πρώτα χιόνια πέφτουν, όταν εμείς εδώ έχουμε ακόμη καλοκαίρι, βρίσκεται καλά κρυμμένο το χωριό των Αϊ-Βασίληδων. Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε εκεί ένας μικρούλης Αϊ-Βασίλης που δεν έβλεπε την ώρα να έρθουν τα Χριστούγεννα.
Ήταν πάντα ο πρώτος που έπαιρνε το χριστουγεννιάτικο δέντρο του από το μεγάλο δάσος. Και ήταν πάντα ο πρώτος που γυάλιζε το έλκηθρό του, λούστραρε τις μπότες του και αέριζε το παλτό του.
Όταν οι άλλοι Αϊ-Βασίληδες δεν είχαν αποφασίσει ακόμη τι δώρα θα πήγαιναν στα παιδιά, ο μικρούλης Αϊ-Βασίλης είχε ήδη ετοιμάσει και τυλίξει τα δώρα.
Περισσότερο του άρεσε να δωρίζει πράγματα που είχε φτιάξει με τα ίδια του τα χέρια. Ήξερε να φτιάχνει όλα τα παιχνίδια: πολύχρωμα αυτοκινητάκια και σκυλάκια με βούλες, ξύλινα αλογάκια, κουκλόσπιτα.
Κι έψηνε υπέροχα γλυκά. Ήξερε να φτιάχνει κουλουράκια με κανέλα σε σχήμα αστεριών, μελόπιτες, χρωματιστά μπαστουνάκια& Και τα μελομακάρονά του ήταν τα καλύτερα του κόσμου. Όταν τελείωνε το τύλιγμα των δώρων και το ψήσιμο των γλυκών, περίμενε με περισσότερη λαχτάρα το ταξίδι στα παιδιά από οποιονδήποτε άλλο Αϊ-Βασίλη. Και κάθε χρόνο τα ίδια.
«Όχι, δεν μπορείς να έρθεις μαζί μας» είπε ο αρχηγός Αϊ-Βασίλης, που αποφάσιζε για τα πάντα στο χωριό των Αϊ-Βασίληδων. «Είσαι πολύ μικρός». «Τα παιδιά θα σκάσουν στα γέλια» φώναξε ένας αγενέστατος νεαρός Αϊ-Βασίλης. «Ιδιαίτερα όταν τον δούνε» είπε, γελώντας ένας άλλος. «Πάνω στο μικροσκοπικό του έλκηθρο» φώναξε ένας τρίτος. Ήταν πολύ άσχημο αυτό που έκαναν, και λίγο έλειψε ο αρχηγός να τους αφήσει κι αυτούς στο σπίτι.
Όμως φέτος είχαν να δώσουν τόσο πολλά δώρα, που δεν μπορούσε να αφήσει πίσω κανέναν από τους νεαρούς Αϊ-Βασίληδες. Γι' αυτό τους κοίταξε μονάχα πολύ αυστηρά και είπε: «Να φέρεστε καλύτερα!». Και στο μικρούλη Αϊ-Βασίλη είπε:«Του χρόνου ίσως». Αλλά ο μικρούλης Αϊ-Βασίλης δεν μπορούσε να το πιστέψει τόσο εύκολα πια.
Όταν έφυγαν οι υπόλοιποι Αϊ-Βασίληδες, ο μικρούλης Αϊ-Βασίλης δεν ήθελε ούτε να βλέπει ούτε να ακούει τίποτα. Έκλεισε τα παντζούρια κι έκατσε ολομόναχος στο δωμάτιό του. Δεν τον πείραζε που ήταν μικρότερος από τους άλλους. Αλλά τον στεναχωρούσε πολύ που δεν μπορούσε να πάει μαζί τους στο ταξίδι τους για τα παιδιά.
Μόνο όταν έπεσε η νύχτα, και τα πάντα είχαν πια ησυχάσει και ερημώσει, βγήκε από το σπίτι. Αφού δεν μπορούσε να ταξιδέψει, ήθελε τουλάχιστο να ξεμουδιάσει λιγάκι. Τα αστέρια έλαμπαν, ο μικρούλης Αϊ-Βασίλης όμως δε σήκωνε το βλέμμα να τα κοιτάξει. Κάπου εκεί ψηλά βρίσκονταν τώρα οι άλλοι με τα έλκηθρά τους που τα έσερναν τάρανδοι& Και τότε ξαφνικά ακούστηκαν φωνές από το μεγάλο δάσος. Στο μεγάλο δάσος ζούσαν τα ζώα. Τι να συζητούσαν άραγε τόσο αργά το βράδυ;
Τι καλά που ήταν τόσο μικρός! Έτσι μπορούσε να πλησιάσει στα κλεφτά χωρίς να τον δουν τα ζώα. Ήταν όλα τους εκεί: ο σκίουρος και ο λαγός,
η αρκούδα, το ζαρκάδι, τα ποντίκια& κι ήταν όλα τους πολύ κακόκεφα. «Είναι τρομερό» μούγκρισε η αρκούδα. «Οι Αϊ-Βασίληδες επισκέπτονται τους ανθρώπους, αλλά όχι τα ζώα». «Αν και δε θα χρειαζόταν να πάνε και πολύ μακριά» παραπονέθηκε ο λαγός. «Έτσι γινόταν πάντα» είπε η γριά κουκουβάγια. «Φοβάμαι ότι αυτό δε θα αλλάξει ποτέ».
Κι όμως άλλαξε! Γιατί, αμέσως μόλις το άκουσε ο μικρούλης Αϊ-Βασίλης, έφυγε από εκεί πολύ πολύ αθόρυβα, πατώντας στα νύχια των ποδιών του, κι έτρεξε στο σπίτι. Έριξε μια γρήγορη ματιά στον καθρέφτη, στοίβαξε τα δώρα στο έλκηθρο, και αμέσως ξαναπήρε το δρόμο της επιστροφής. Μόνο που δεν του είχαν μείνει καθόλου τάρανδοι, αφού όλοι είχαν φύγει. Αλλά και μόνος του μπορούσε να σύρει το έλκηθρο μέχρι το μεγάλο δάσος.
Εκείνο το βράδυ τα ζώα έστησαν τέτοια γιορτή, που όμοιά της δεν είχε ξαναδεί το μεγάλο δάσος. Ο μικρούλης Αϊ-Βασίλης έδωσε σε όλα τα ζώα από ένα δώρο, περισσότερο από όλα, όμως, χάρηκε η κατσούφα αρκούδα ποτέ στη ζωή της δεν είχε πάρει δώρο. Και πιο περήφανη από όλα ήταν η κουκουβάγια πήρε ένα ολοκαίνουριο πουλόβερ και ήταν σίγουρα το πιο κομψό πουλί του δάσους.
Αμέσως μόλις επέστρεψαν οι υπόλοιποι Αϊ-Βασίληδες, ο μικρούλης Αϊ-Βασίλης παρουσιάστηκε μπροστά στον αρχηγό και του διηγήθηκε τι είχε γίνει στο μεγάλο δάσος. Ο αρχηγός έμεινε έκπληκτος και τον ανακήρυξε Αϊ-Βασίλη των ζώων.
«Μπράβο!» φώναξαν οι άλλοι Αϊ-Βασίληδες και τον ζητωκραύγασαν. Τρεις φορές μάλιστα! Από τότε ο μικρούλης Αϊ-Βασίλης είναι το ίδιο σημαντικός με τους μεγάλους.
Ήταν πάντα ο πρώτος που έπαιρνε το χριστουγεννιάτικο δέντρο του από το μεγάλο δάσος. Και ήταν πάντα ο πρώτος που γυάλιζε το έλκηθρό του, λούστραρε τις μπότες του και αέριζε το παλτό του.
Όταν οι άλλοι Αϊ-Βασίληδες δεν είχαν αποφασίσει ακόμη τι δώρα θα πήγαιναν στα παιδιά, ο μικρούλης Αϊ-Βασίλης είχε ήδη ετοιμάσει και τυλίξει τα δώρα.
Περισσότερο του άρεσε να δωρίζει πράγματα που είχε φτιάξει με τα ίδια του τα χέρια. Ήξερε να φτιάχνει όλα τα παιχνίδια: πολύχρωμα αυτοκινητάκια και σκυλάκια με βούλες, ξύλινα αλογάκια, κουκλόσπιτα.
Κι έψηνε υπέροχα γλυκά. Ήξερε να φτιάχνει κουλουράκια με κανέλα σε σχήμα αστεριών, μελόπιτες, χρωματιστά μπαστουνάκια& Και τα μελομακάρονά του ήταν τα καλύτερα του κόσμου. Όταν τελείωνε το τύλιγμα των δώρων και το ψήσιμο των γλυκών, περίμενε με περισσότερη λαχτάρα το ταξίδι στα παιδιά από οποιονδήποτε άλλο Αϊ-Βασίλη. Και κάθε χρόνο τα ίδια.
«Όχι, δεν μπορείς να έρθεις μαζί μας» είπε ο αρχηγός Αϊ-Βασίλης, που αποφάσιζε για τα πάντα στο χωριό των Αϊ-Βασίληδων. «Είσαι πολύ μικρός». «Τα παιδιά θα σκάσουν στα γέλια» φώναξε ένας αγενέστατος νεαρός Αϊ-Βασίλης. «Ιδιαίτερα όταν τον δούνε» είπε, γελώντας ένας άλλος. «Πάνω στο μικροσκοπικό του έλκηθρο» φώναξε ένας τρίτος. Ήταν πολύ άσχημο αυτό που έκαναν, και λίγο έλειψε ο αρχηγός να τους αφήσει κι αυτούς στο σπίτι.
Όμως φέτος είχαν να δώσουν τόσο πολλά δώρα, που δεν μπορούσε να αφήσει πίσω κανέναν από τους νεαρούς Αϊ-Βασίληδες. Γι' αυτό τους κοίταξε μονάχα πολύ αυστηρά και είπε: «Να φέρεστε καλύτερα!». Και στο μικρούλη Αϊ-Βασίλη είπε:«Του χρόνου ίσως». Αλλά ο μικρούλης Αϊ-Βασίλης δεν μπορούσε να το πιστέψει τόσο εύκολα πια.
Όταν έφυγαν οι υπόλοιποι Αϊ-Βασίληδες, ο μικρούλης Αϊ-Βασίλης δεν ήθελε ούτε να βλέπει ούτε να ακούει τίποτα. Έκλεισε τα παντζούρια κι έκατσε ολομόναχος στο δωμάτιό του. Δεν τον πείραζε που ήταν μικρότερος από τους άλλους. Αλλά τον στεναχωρούσε πολύ που δεν μπορούσε να πάει μαζί τους στο ταξίδι τους για τα παιδιά.
Μόνο όταν έπεσε η νύχτα, και τα πάντα είχαν πια ησυχάσει και ερημώσει, βγήκε από το σπίτι. Αφού δεν μπορούσε να ταξιδέψει, ήθελε τουλάχιστο να ξεμουδιάσει λιγάκι. Τα αστέρια έλαμπαν, ο μικρούλης Αϊ-Βασίλης όμως δε σήκωνε το βλέμμα να τα κοιτάξει. Κάπου εκεί ψηλά βρίσκονταν τώρα οι άλλοι με τα έλκηθρά τους που τα έσερναν τάρανδοι& Και τότε ξαφνικά ακούστηκαν φωνές από το μεγάλο δάσος. Στο μεγάλο δάσος ζούσαν τα ζώα. Τι να συζητούσαν άραγε τόσο αργά το βράδυ;
Τι καλά που ήταν τόσο μικρός! Έτσι μπορούσε να πλησιάσει στα κλεφτά χωρίς να τον δουν τα ζώα. Ήταν όλα τους εκεί: ο σκίουρος και ο λαγός,
η αρκούδα, το ζαρκάδι, τα ποντίκια& κι ήταν όλα τους πολύ κακόκεφα. «Είναι τρομερό» μούγκρισε η αρκούδα. «Οι Αϊ-Βασίληδες επισκέπτονται τους ανθρώπους, αλλά όχι τα ζώα». «Αν και δε θα χρειαζόταν να πάνε και πολύ μακριά» παραπονέθηκε ο λαγός. «Έτσι γινόταν πάντα» είπε η γριά κουκουβάγια. «Φοβάμαι ότι αυτό δε θα αλλάξει ποτέ».
Κι όμως άλλαξε! Γιατί, αμέσως μόλις το άκουσε ο μικρούλης Αϊ-Βασίλης, έφυγε από εκεί πολύ πολύ αθόρυβα, πατώντας στα νύχια των ποδιών του, κι έτρεξε στο σπίτι. Έριξε μια γρήγορη ματιά στον καθρέφτη, στοίβαξε τα δώρα στο έλκηθρο, και αμέσως ξαναπήρε το δρόμο της επιστροφής. Μόνο που δεν του είχαν μείνει καθόλου τάρανδοι, αφού όλοι είχαν φύγει. Αλλά και μόνος του μπορούσε να σύρει το έλκηθρο μέχρι το μεγάλο δάσος.
Εκείνο το βράδυ τα ζώα έστησαν τέτοια γιορτή, που όμοιά της δεν είχε ξαναδεί το μεγάλο δάσος. Ο μικρούλης Αϊ-Βασίλης έδωσε σε όλα τα ζώα από ένα δώρο, περισσότερο από όλα, όμως, χάρηκε η κατσούφα αρκούδα ποτέ στη ζωή της δεν είχε πάρει δώρο. Και πιο περήφανη από όλα ήταν η κουκουβάγια πήρε ένα ολοκαίνουριο πουλόβερ και ήταν σίγουρα το πιο κομψό πουλί του δάσους.
Αμέσως μόλις επέστρεψαν οι υπόλοιποι Αϊ-Βασίληδες, ο μικρούλης Αϊ-Βασίλης παρουσιάστηκε μπροστά στον αρχηγό και του διηγήθηκε τι είχε γίνει στο μεγάλο δάσος. Ο αρχηγός έμεινε έκπληκτος και τον ανακήρυξε Αϊ-Βασίλη των ζώων.
«Μπράβο!» φώναξαν οι άλλοι Αϊ-Βασίληδες και τον ζητωκραύγασαν. Τρεις φορές μάλιστα! Από τότε ο μικρούλης Αϊ-Βασίλης είναι το ίδιο σημαντικός με τους μεγάλους.
Πάει ο παλιός ο Χρόνος..
Χάραξε 31 Δεκεμβρίου.
Το ρολόι χτύπησε.
Σχεδόν μηχανικά, σήκωσε το χέρι του και έκλεισε το ξυπνητήρι.
Άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε το δωμάτιο.
Ήξερε ότι ήταν η τελευταία φορά που ξυπνούσε μέσα σε αυτό το συγκεκριμένο δωμάτιο, πάνω σ’ αυτό το συγκεκριμένο κρεβάτι.
Δεν του πήγαινε η καρδιά να σηκωθεί. Όμως έπρεπε.
Είχε να κάνει κάποιες τελευταίες ετοιμασίες.
Σηκώθηκε βαριεστημένα.Στον δρόμο προς την τουαλέτα σκεφτόταν την ημέρα που είχε ξημερώσει.
365 ημέρες προετοιμαζόταν γι’ αυτή την ημέρα.
'Σαν έτοιμος από καιρό’, που έλεγε και ο ποιητής, έπρεπε να νοιώθει, αλλά αυτός δεν ένοιωθε έτσι.
"Αντίδραση στο αναπόφευκτο" σκέφτηκε και άνοιξε την βρύση να πλυθεί. Έριξε τα μάτια του στον καθρέπτη.
Έντρομος συνειδητοποίησε πόσο μεγάλος έδειχνε, άσχετα αν ήταν μόλις ενός έτους παρά μία ημέρα, στην γήινη μονάδα μέτρησης του χρόνου.
‘Παράξενο πράγμα που είναι ο χρόνος’ σκέφτηκε φεύγοντας από την τουαλέτα. ‘Αν και τον αντιπροσωπεύω επάξια εδώ στην γη, κάτι πρέπει να κάνω για να του αλλάξω την διάρκεια’ σκέφτηκε εντονότερα και με μία αποφασιστικότητα στο βλέμμα.
‘Δεν μπορεί, το ίδιο χρονικό διάστημα, για έναν ηλικιωμένο να είναι το 1/70 του χρόνου του, για έναν μεσόκοπο το 1/50, για έναν νέο το 1/30, για ένα παιδί το 1/10 και για μένα όλη μου η ζωή.
Δεν είναι δυνατόν’ αναφώνησε απορημένος, φέρνοντας συνάμα την κούπα με το ζεστό τσάι που είχε φτιάξει, στα χείλη του.
‘Θα πρέπει να μιλήσω με τον Άχρονο Οριστή του Χρόνου.
Θα πρέπει να επιληφθεί του θέματος.
Δεν μπορεί να επιτρέπει να υπάρχει τόση αδικία’ ομολόγησε στον εαυτό του, αφήνοντας την κούπα πάνω στο τραπέζι και εγείροντας το κορμί του από την πολυθρόνα που καθόταν.
Φόρεσε το παλτό του, κρύο έκανε έξω δεν ήθελε να συναχωθεί, και κίνησε για τον τελευταίο όροφο της πολυκατοικίας που ζούσε.
Εκεί επάνω, στο ρετιρέ του οικοδομήματος του Χρόνου, ζούσε από πάντα ο Άχρονος Οριστής του Χρόνου.
Τον είχε δει ήδη μία φορά, τότε που χρειάστηκε να παραλάβει από τα χέρια του τα κλειδιά του διαμερίσματος που έμενε.
Πριν από ένα χρόνο και μία μέρα, ακριβώς.
Του είχε κάνει εντύπωση, σ’ εκείνη την πρώτη τους συνάντηση, η καλοσύνη και η πραότητα που είχε στο πρόσωπό του ο Άχρονος Οριστής. Φοβερό επίτευγμα, αν αναλογιστείς ότι αυτός ο άνθρωπος διαχειριζόταν τον χρόνο δισεκατομμυρίων άλλων ανθρώπων.
Χτύπησε το κουδούνι του διαμερίσματος.
Η πόρτα άνοιξε αυτόματα και εισήλθε μέσα στο λιτά διακοσμημένο δωμάτιο, με τα πολλά ρολόγια στους τοίχους, τόσα όσα οι γήινες και οι συμπαντικές μονάδες μέτρησης του χρόνου.
Ο Άχρονος Οριστής του Χρόνου καθόταν στο μέσο του δωματίου, πίσω από ένα γραφείο γεμάτο και αυτό με μικρά ρολόγια, πάνω σε μία αναπαυτική πολυθρόνα. Ένα πλατύ χαμόγελο διαγράφηκε στο πρόσωπό του όταν αντίκρισε τον επισκέπτη του.
- Καλώς τον. Σε τι οφείλω την τιμή της επισκέψεώς σου;
- Ξέρεις, Άχρονε Οριστή του Χρόνου, έχω ένα πρόβλημα.
- Τι πρόβλημα;
- Πιστεύω ότι η διάρκεια ορισμού του χρόνου είναι δυσανάλογη για κάθε άνθρωπο. Και αυτό το βρίσκω άδικο.
- Μα, καλέ μου, είναι λογικό να είναι δυσανάλογη.
- Γιατί;
- Γιατί ο χρόνος του κάθε ανθρώπου είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την μνήμη του. Και είναι λογικό, κάθε ηλικία να έχει την δική της μνήμη και την δική της εμπειρία. Αν όλα ήταν ίσα, αν όλα ήταν όμοια, τότε δεν θα υπήρχε καμία ομορφιά στη ζωή.
Δεν ξέρεις ότι η διαφορετικότητα δίνει νόημα και ομορφαίνει τον κόσμο;
- Δεν έχεις άδικο αλλά εγώ, που ήρθα πριν από ένα χρόνο στη γήινη ζωή και τώρα ετοιμάζομαι να φύγω από αυτή, γιατί να ζήσω τόσο λίγο; Εγώ δεν έχω φτιάξει την μνήμη μου όσο την έχει φτιάξει κάποιος που έχει ζήσει 70 χρόνια, έτσι δεν είναι; αυτό δεν είναι άδικο;
- Εσύ, μπορεί να μην έχει μνήμη εβδομηντάρη, αλλά έχεις την μνήμη όλων των ανθρώπων, ανεξαρτήτως ηλικίας, που έχουν ζήσει μέσα σε αυτή την χρονιά.
Εσύ αντιπροσωπεύεις τις στιγμές όλων μαζί και καθενός χωριστά. Και πίστεψέ με, αυτό είναι το πιο σπουδαίο πράγμα που μπορεί να κάνει κάποιος γι’ αυτούς τους ανθρώπους.
- Αφού είναι έτσι, γιατί πρέπει εγώ να φύγω και να έρθει κάποιος άλλος στη θέση μου;
- Γιατί θέλω ο καθένας από εσάς, τους Ετήσιους Χρόνους, να κουβαλάει το βάρος μόνο της δικής του χρονιάς. Με τα καλά και τα άσχημα, με τα ίσια και τα ανάποδα.
Γιατί έτσι προστατεύω και εσάς και τους ανθρώπους. Δημιουργώ ένα πλέγμα αναμνήσεων με οριζόντιους άξονες εσάς και κάθετους άξονες τους ανθρώπους. Έτσι δεν είναι;
- Δίκιο έχεις Άχρονε Οριστή του Χρόνου πρέπει να το παραδεχτώ, όσο κι’ αν με πονάει.
- Ήξερα ότι θα καταλάβαινες.
- Σ’ ευχαριστώ. Τώρα πρέπει να φύγω. Έχω να ετοιμαστώ. Σε κάποιες ώρες πρέπει να αποχωρήσω.
- Εγώ σ’ ευχαριστώ που ανταποκρίθηκες στις προσδοκίες όλων μας. Και τις δικές μου και των ανθρώπων. Θα σε θυμούνται νοσταλγικά. Πίστεψέ με.
- Το εύχομαι.
- Στο καλό να πας.
- Σ’ ευχαριστώ. Θα τα ξαναπούμε άραγε;
- Βεβαίως. Να είσαι σίγουρος. Όσο ζεις στις μνήμες των ανθρώπων, τόσο θα ζεις και μέσα στις καρδιές τους.
Με πιο ανάλαφρη καρδιά, ο Ετήσιος Χρόνος επέστρεψε στο διαμέρισμά του.
Η συνομιλία που είχε με τον Άχρονο Οριστή του Χρόνου τον είχε κάνει να νοιώσει καλύτερα και να συνειδητοποιήσει την σπουδαιότητά του στην πορεία του Χρόνου. Κοίταξε το ρολόι που κρεμόταν στον τοίχο του καθιστικού.
Του απέμεναν λίγες ώρες μέχρι να την τελική αποχώρησή του. Έριξε μια ματιά στις βαλίτσες του, πιστοποίησε ότι είχε βάλει μέσα όλα εκείνα τα γεγονότα που είχαν συμβεί κατά την διάρκεια της ζωής του και τις έκλεισε ερμητικά. Ντύθηκε με τα καλά του ρούχα και αφού έφτιαξε μία ακόμη κούπα ζεστό τσάι, έκατσε ανάλαφρα στην πολυθρόνα του να δει τηλεόραση.
Όλα τα δελτία ειδήσεων ανήγγειλαν την αποχώρησή του με χαρά.
Αν και του φαινόταν παράξενη αυτή η χαρά, εντούτοις δεν έβαλε στεναχώρια στην καρδιά του.
Υπομονετικά, περίμενε να περάσει η ώρα για να σηκωθεί και να φύγει. Όχι, δεν θα πήγαινε μακριά. Στον από πάνω όροφο θα πήγαινε. Εκεί. Μαζί με τους υπόλοιπους Ετήσιους Χρόνους.
Στο διαμέρισμα των Αναμνήσεων και των Περασμένων Μεγαλείων.
Η ώρα έφτανε. Να! Το κουδούνι χτύπαγε. Έπρεπε να φύγει. Από την πόρτα Εξόδου.
Να μην συναντήσει τον Νέο Ετήσιο Χρόνο. Έθιμο βλέπεις.
Σηκώθηκε, έριξε το παλτό του στους ώμους του, πήρε τις βαλίτσες του και κίνησε για την πόρτα. Έριξε μία τελευταία ματιά στον χώρο και άνοιξε την πόρτα…
Το ρολόι χτύπησε.
Σχεδόν μηχανικά, σήκωσε το χέρι του και έκλεισε το ξυπνητήρι.
Άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε το δωμάτιο.
Ήξερε ότι ήταν η τελευταία φορά που ξυπνούσε μέσα σε αυτό το συγκεκριμένο δωμάτιο, πάνω σ’ αυτό το συγκεκριμένο κρεβάτι.
Δεν του πήγαινε η καρδιά να σηκωθεί. Όμως έπρεπε.
Είχε να κάνει κάποιες τελευταίες ετοιμασίες.
Σηκώθηκε βαριεστημένα.Στον δρόμο προς την τουαλέτα σκεφτόταν την ημέρα που είχε ξημερώσει.
365 ημέρες προετοιμαζόταν γι’ αυτή την ημέρα.
'Σαν έτοιμος από καιρό’, που έλεγε και ο ποιητής, έπρεπε να νοιώθει, αλλά αυτός δεν ένοιωθε έτσι.
"Αντίδραση στο αναπόφευκτο" σκέφτηκε και άνοιξε την βρύση να πλυθεί. Έριξε τα μάτια του στον καθρέπτη.
Έντρομος συνειδητοποίησε πόσο μεγάλος έδειχνε, άσχετα αν ήταν μόλις ενός έτους παρά μία ημέρα, στην γήινη μονάδα μέτρησης του χρόνου.
‘Παράξενο πράγμα που είναι ο χρόνος’ σκέφτηκε φεύγοντας από την τουαλέτα. ‘Αν και τον αντιπροσωπεύω επάξια εδώ στην γη, κάτι πρέπει να κάνω για να του αλλάξω την διάρκεια’ σκέφτηκε εντονότερα και με μία αποφασιστικότητα στο βλέμμα.
‘Δεν μπορεί, το ίδιο χρονικό διάστημα, για έναν ηλικιωμένο να είναι το 1/70 του χρόνου του, για έναν μεσόκοπο το 1/50, για έναν νέο το 1/30, για ένα παιδί το 1/10 και για μένα όλη μου η ζωή.
Δεν είναι δυνατόν’ αναφώνησε απορημένος, φέρνοντας συνάμα την κούπα με το ζεστό τσάι που είχε φτιάξει, στα χείλη του.
‘Θα πρέπει να μιλήσω με τον Άχρονο Οριστή του Χρόνου.
Θα πρέπει να επιληφθεί του θέματος.
Δεν μπορεί να επιτρέπει να υπάρχει τόση αδικία’ ομολόγησε στον εαυτό του, αφήνοντας την κούπα πάνω στο τραπέζι και εγείροντας το κορμί του από την πολυθρόνα που καθόταν.
Φόρεσε το παλτό του, κρύο έκανε έξω δεν ήθελε να συναχωθεί, και κίνησε για τον τελευταίο όροφο της πολυκατοικίας που ζούσε.
Εκεί επάνω, στο ρετιρέ του οικοδομήματος του Χρόνου, ζούσε από πάντα ο Άχρονος Οριστής του Χρόνου.
Τον είχε δει ήδη μία φορά, τότε που χρειάστηκε να παραλάβει από τα χέρια του τα κλειδιά του διαμερίσματος που έμενε.
Πριν από ένα χρόνο και μία μέρα, ακριβώς.
Του είχε κάνει εντύπωση, σ’ εκείνη την πρώτη τους συνάντηση, η καλοσύνη και η πραότητα που είχε στο πρόσωπό του ο Άχρονος Οριστής. Φοβερό επίτευγμα, αν αναλογιστείς ότι αυτός ο άνθρωπος διαχειριζόταν τον χρόνο δισεκατομμυρίων άλλων ανθρώπων.
Χτύπησε το κουδούνι του διαμερίσματος.
Η πόρτα άνοιξε αυτόματα και εισήλθε μέσα στο λιτά διακοσμημένο δωμάτιο, με τα πολλά ρολόγια στους τοίχους, τόσα όσα οι γήινες και οι συμπαντικές μονάδες μέτρησης του χρόνου.
Ο Άχρονος Οριστής του Χρόνου καθόταν στο μέσο του δωματίου, πίσω από ένα γραφείο γεμάτο και αυτό με μικρά ρολόγια, πάνω σε μία αναπαυτική πολυθρόνα. Ένα πλατύ χαμόγελο διαγράφηκε στο πρόσωπό του όταν αντίκρισε τον επισκέπτη του.
- Καλώς τον. Σε τι οφείλω την τιμή της επισκέψεώς σου;
- Ξέρεις, Άχρονε Οριστή του Χρόνου, έχω ένα πρόβλημα.
- Τι πρόβλημα;
- Πιστεύω ότι η διάρκεια ορισμού του χρόνου είναι δυσανάλογη για κάθε άνθρωπο. Και αυτό το βρίσκω άδικο.
- Μα, καλέ μου, είναι λογικό να είναι δυσανάλογη.
- Γιατί;
- Γιατί ο χρόνος του κάθε ανθρώπου είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την μνήμη του. Και είναι λογικό, κάθε ηλικία να έχει την δική της μνήμη και την δική της εμπειρία. Αν όλα ήταν ίσα, αν όλα ήταν όμοια, τότε δεν θα υπήρχε καμία ομορφιά στη ζωή.
Δεν ξέρεις ότι η διαφορετικότητα δίνει νόημα και ομορφαίνει τον κόσμο;
- Δεν έχεις άδικο αλλά εγώ, που ήρθα πριν από ένα χρόνο στη γήινη ζωή και τώρα ετοιμάζομαι να φύγω από αυτή, γιατί να ζήσω τόσο λίγο; Εγώ δεν έχω φτιάξει την μνήμη μου όσο την έχει φτιάξει κάποιος που έχει ζήσει 70 χρόνια, έτσι δεν είναι; αυτό δεν είναι άδικο;
- Εσύ, μπορεί να μην έχει μνήμη εβδομηντάρη, αλλά έχεις την μνήμη όλων των ανθρώπων, ανεξαρτήτως ηλικίας, που έχουν ζήσει μέσα σε αυτή την χρονιά.
Εσύ αντιπροσωπεύεις τις στιγμές όλων μαζί και καθενός χωριστά. Και πίστεψέ με, αυτό είναι το πιο σπουδαίο πράγμα που μπορεί να κάνει κάποιος γι’ αυτούς τους ανθρώπους.
- Αφού είναι έτσι, γιατί πρέπει εγώ να φύγω και να έρθει κάποιος άλλος στη θέση μου;
- Γιατί θέλω ο καθένας από εσάς, τους Ετήσιους Χρόνους, να κουβαλάει το βάρος μόνο της δικής του χρονιάς. Με τα καλά και τα άσχημα, με τα ίσια και τα ανάποδα.
Γιατί έτσι προστατεύω και εσάς και τους ανθρώπους. Δημιουργώ ένα πλέγμα αναμνήσεων με οριζόντιους άξονες εσάς και κάθετους άξονες τους ανθρώπους. Έτσι δεν είναι;
- Δίκιο έχεις Άχρονε Οριστή του Χρόνου πρέπει να το παραδεχτώ, όσο κι’ αν με πονάει.
- Ήξερα ότι θα καταλάβαινες.
- Σ’ ευχαριστώ. Τώρα πρέπει να φύγω. Έχω να ετοιμαστώ. Σε κάποιες ώρες πρέπει να αποχωρήσω.
- Εγώ σ’ ευχαριστώ που ανταποκρίθηκες στις προσδοκίες όλων μας. Και τις δικές μου και των ανθρώπων. Θα σε θυμούνται νοσταλγικά. Πίστεψέ με.
- Το εύχομαι.
- Στο καλό να πας.
- Σ’ ευχαριστώ. Θα τα ξαναπούμε άραγε;
- Βεβαίως. Να είσαι σίγουρος. Όσο ζεις στις μνήμες των ανθρώπων, τόσο θα ζεις και μέσα στις καρδιές τους.
Με πιο ανάλαφρη καρδιά, ο Ετήσιος Χρόνος επέστρεψε στο διαμέρισμά του.
Η συνομιλία που είχε με τον Άχρονο Οριστή του Χρόνου τον είχε κάνει να νοιώσει καλύτερα και να συνειδητοποιήσει την σπουδαιότητά του στην πορεία του Χρόνου. Κοίταξε το ρολόι που κρεμόταν στον τοίχο του καθιστικού.
Του απέμεναν λίγες ώρες μέχρι να την τελική αποχώρησή του. Έριξε μια ματιά στις βαλίτσες του, πιστοποίησε ότι είχε βάλει μέσα όλα εκείνα τα γεγονότα που είχαν συμβεί κατά την διάρκεια της ζωής του και τις έκλεισε ερμητικά. Ντύθηκε με τα καλά του ρούχα και αφού έφτιαξε μία ακόμη κούπα ζεστό τσάι, έκατσε ανάλαφρα στην πολυθρόνα του να δει τηλεόραση.
Όλα τα δελτία ειδήσεων ανήγγειλαν την αποχώρησή του με χαρά.
Αν και του φαινόταν παράξενη αυτή η χαρά, εντούτοις δεν έβαλε στεναχώρια στην καρδιά του.
Υπομονετικά, περίμενε να περάσει η ώρα για να σηκωθεί και να φύγει. Όχι, δεν θα πήγαινε μακριά. Στον από πάνω όροφο θα πήγαινε. Εκεί. Μαζί με τους υπόλοιπους Ετήσιους Χρόνους.
Στο διαμέρισμα των Αναμνήσεων και των Περασμένων Μεγαλείων.
Η ώρα έφτανε. Να! Το κουδούνι χτύπαγε. Έπρεπε να φύγει. Από την πόρτα Εξόδου.
Να μην συναντήσει τον Νέο Ετήσιο Χρόνο. Έθιμο βλέπεις.
Σηκώθηκε, έριξε το παλτό του στους ώμους του, πήρε τις βαλίτσες του και κίνησε για την πόρτα. Έριξε μία τελευταία ματιά στον χώρο και άνοιξε την πόρτα…
Οι καλικάντζαροι
Λέγανε οι γιαγιάδες τα παλιά χρόνια στα εγγονάκια τους για να κάθονται ήσυχα ότι κάθε νύχτα του Δωδεκαήμερου στους δρόμους του χωριού και στα χαλάσματα κυκλοφορούν οι τρομεροί Καλικάντζαροι!
Μα τι ήταν αυτοί οι καλικάντζαροι; Όπως λοιπόν έλεγαν οι παλιές γιαγιάδες, ήταν αερικά, ξωτικά.
Η πιο δημοφιλής κατηγορία όντων της λαϊκής μας παράδοσης είναι αναμφίβολα οι καλικάντζαροι. Η φαντασία του λαού μας σχετικά με το πώς είναι αυτά τα όντα οργιάζει.
Η αρχή των μύθων που είναι σχετικοί με τους καλικάντζαρους βρίσκεται στα πολύ παλιά χρόνια. Οι Αρχαίοι πίστευαν πως όταν οι ψυχές έβρισκαν την πόρτα του Άδη ανοιχτή, ανέβαιναν στον απάνω κόσμο και τριγύριζαν παντού, χωρίς έλεγχο και περιορισμούς.
Πολύ αργότερα, οι Βυζαντινοί γιόρταζαν το Δωδεκαήμερο με μουσικές, τραγούδια και μασκαρέματα. Οι άνθρωποι, έχοντας κρυμμένα τα πρόσωπά τους, έκαναν με πολύ θάρρος και χωρίς ντροπή ό,τι ήθελαν. Πείραζαν τους ανθρώπους στους δρόμους, έμπαιναν απρόσκλητοι σε ξένα σπίτια κι αναστάτωναν τους νοικοκύρηδες. Ζητούσαν λουκάνικα και γλυκά και για να γλιτώσουν απ' αυτούς έκλειναν πόρτες και παράθυρα. Οι μασκαρεμένοι, όμως, έβρισκαν πάντα κάποιους τρόπους να εισβάλλουν στα ξένα σπίτια, ακόμα κι από τις καμινάδες. Κι όλα αυτά για δώδεκα μέρες, ως την παραμονή των Φώτων, οπότε με τον Μεγάλο Αγιασμό όλα σταματούσαν κι οι άνθρωποι ησύχαζαν.
Με το πέρασμα του χρόνου όλα αυτά τα παράξενα φερσίματα, τα μασκαρέματα και οι φόβοι των ανθρώπων έμειναν ζωντανά στη μνήμη του λαού μας κι η πλούσια φαντασία του γέννησε σιγά-σιγά τα μικρά, αλαφροΐσκιωτα πλάσματα που τα ονόμασε καλικάντζαρους.
Τι είναι, όμως τελικά οι καλικάντζαροι; Οι γιαγιάδες μας παλιά έλεγαν πως είναι αερικά, ξωτικά. Σύμφωνα με σύγχρονη δοξασία, πρόκειται για «δαιμόνια» που εμφανίζονται κατά το Δωδεκαήμερο (25 Δεκεμβρίου 6 Ιανουαρίου). Επειδή από τα Χριστούγεννα μέχρι τα Φώτα ο Χριστός είναι ακόμη αβάφτιστος, είναι και «τα νερά αβάφτιστα». Έτσι βρίσκουν ευκαιρία οι καλικάντζαροι ν' αλωνίσουν τον κόσμο.
Κάποιοι πιστεύουν πως οι καλικάντζαροι είναι μαυριδεροί, ασχημομούριδες, ψηλοί και ξερακιανοί. Άλλοι λένε ότι φοράνε σιδεροπάπουτσα. Για άλλους, έχουν κόκκινα μάτια, πόδια τράγου και τριχωτό σώμα. Καθένας τους έχει κι από ένα κουσούρι. Άλλος κουτσός, άλλος στραβός ή μονόφθαλμος, άλλος μονοπόδαρος ή στραβοπόδαρος, άλλοι στραβοχέρηδες, στραβοπρόσωποι, με καμπούρα ή ουρά. Είναι διχόγνωμα όντα και φιλόνικοι και έτσι δεν μπορούν να κάνουν μέχρι το τέλος μία δουλειά και όλα τα αφήνουν στη μέση. Γι' αυτό και δεν μπορούν να κάνουν κακό και στους ανθρώπους, παρόλο που αυτή είναι η μεγάλη τους επιθυμία. Όσο, όμως, και αν διαφωνεί ο λαός για το πώς μοιάζουν οι καλικάντζαροι, όλοι συμφωνούν σε ένα πράγμα: στην ατελείωτη βλακεία και κουταμάρα τους.
Καθώς η παράδοση ρίζωνε, οι καλικάντζαροι απέκτησαν και άλλα ονόματα όπως: καλιοντζήδες, καλκάνια, καλιτσάντεροι, καρκάντζαροι, σκαλικαντζέρια, σκαντζάρια, τζόγιες, βερβελούδες, καλλισπούρδοι, καρκαλάτζαροι, καρκατσέλια, καρκαντζόλοι, καψιούρηδες, κολοβελόνηδες, λυκοκάντζαροι, μνημοράτοι, παγανοί, παρωρίτες, πλανητάροι, σιφιώτες, τσιλικρωτά, σταχτοπάτηδες κ.α.
Ολόκληρο το χρόνο οι καλικάντζαροι ζουν κάτω από τη γη, προσπαθώντας άλλος με τσεκούρι, άλλος με πριόνι ή μπαλτά και άλλοι με τα νύχια και τα σουβλερά τους δόντια να κόψουν το δέντρο που βαστάει τη γη. Κόβουν-κόβουν, μέχρι που έχει απομείνει πολύ λίγο ακόμα, αλλά τότε έρχονται τα Χριστούγεννα και, επειδή φοβούνται μην πέσει η γη και τους πλακώσει, λένε "αφήστε το να πάμε πάνω στη γη και θα πέσει μοναχό του". Ανεβαίνουν λοιπόν πάνω στη γη για να τυραννήσουν τους ανθρώπους και τα Θεοφάνεια που γυρίζουν, βλέπουν το δέντρο ολάκερο, ακέραιο, άκοπο. Και πάλι κόβουν και πάλι έρχονται τα Χριστούγεννα, και όλο απ' την αρχή.
Και τι δεν κάνουν οι καλικάντζαροι ξεπροβάλλοντας ένας-ένας από τις τρύπες τους πάνω στη γη. Την παραμονή των Χριστουγέννων ανεβαίνουν στη γη και περιμένουν να σμίξει η μέρα με τη νύχτα για να μπουν μέσα στα σπίτια. Αν και είναι κακά και πονηρά όντα, δεν μπορούν να βλάψουν τους ανθρώπους, γι' αυτό και οι γυναίκες ακόμα τα περιπαίζουν και τα βρίζουν και τα λεν σταχτοπόδηδες, σταχτιάδες, κατουρλήδες κ.λ.π.
Αλλοίμονο σε κείνον που θα πρέπει να βγει τη νύχτα και να πάει σε μακρινή δουλειά. Παρουσιάζονται μπροστά του οι καλικάντζαροι με διάφορες μορφές για να τον εκφοβίσουν ή να τον βλάψουν. Τον τραβολογούν, τον πειράζουν, τον καβαλικεύουν και χορεύουν γύρω του, εμποδίζοντάς τον να γυρίσει σπίτι. Η μανία τους, όμως, είναι να πειράζουν προπάντων τις κακόμοιρες τις γριές.
Είναι πολύ ευκίνητοι ανεβαίνουν στα δένδρα πηδούν από στέγη σε στέγη σπάζοντας κεραμίδια και κάνοντας μεγάλη φασαρία. Τις νύχτες του Δωδεκαήμερου μπαίνουν στα σπίτια από τις καπνοδόχους, γι' αυτό και τα τζάκια είναι αναμμένα όλο το δωδεκαήμερο και έχουν πολύ φωτιά, γιατί τη φοβούνται πολύ. Αν καταφέρουν και μπουν σε κάποιο σπίτι, αρχίζουν να ανακατεύουν ό,τι βρουν μπροστά τους και να κάνουν ζημιές, μα πιο πολύ θέλουν να μαγαρίσουν τα φαγητά. Ό,τι βρουν απλωμένα τα ποδοπατούν. Τους αρέσει να πλατσουρίζουν μέσα στα δοχεία που έχουν οι νοικοκυρές το λάδι, στα τηγάνια, στα τσουκάλια, στα πιάτα, στους λύχνους που παλαιότερα χρησιμοποιούσαν για το φωτισμό στα χωριά. Λερώνουν τα φαγητά με τα ακάθαρτα νύχια τους και αφήνουν τις ακαθαρσίες τους όπου βρουν. Τίποτε βέβαια δεν κλέβουν, αλλά αναστατώνουν τόσο πολύ το σπίτι που το κάνουν αγνώριστο. Όταν οι νοικοκυρές ψήνουν τηγανίτες ή άλλα σκευάσματα στο τηγάνι από αλεύρι (πλαστά), οι καλικάντζαροι ανεβαίνουν στην καπνοδόχο και απλώνουν το χέρι τους ως κάτω στην εστία (γιατί μπορούν να απλώνουν και να μακραίνουν τα χέρια τους και τα πόδια τους όσο θέλουν) και ζητούν ή βουτούν ότι υπάρχει στο τηγάνι ή στη θράκα. Η πιο αγαπημένη τροφή, όμως, των καλικαντζάρων είναι το χοιρινό κρέας και κυρίως το παστό του (το πάχος), το οποίο όταν ψήνεται και πέφτει στη θράκα, σκορπάει μια πολύ ευώδη και πολύ ευάρεστη μυρωδιά.
Γι' αυτό οι νοικοκυραίοι για να γλιτώσουν από δαύτους σκεπάζουν το χοιρινό με σπαράγγια. Το σπαράγγι όταν είναι χλωρό είναι πολύ νόστιμο και τρώγεται, όταν όμως παλιώσει γίνεται πολύ σκληρός αγκαθωτός θάμνος και γι' αυτό σκεπάζουν μ' αυτές το χοιρινό για να μην πλησιάζουν οι καλικάντζαροι. Με σπαράγγια επίσης σκεπάζουν και τα λουκάνικα και οτιδήποτε έχουν ετοιμάσει που έχει σαν πρώτη ύλη το χοιρινό.
Επίσης, οι νοικοκυρές μαζεύουν μέσα στο σπίτι ό,τι αγγεία βρίσκονται έξω και βάζουν στο άνοιγμα της καπνοδόχου ή πίσω από την πόρτα ένα κόσκινο. Οι καλικάντζαροι, ως περίεργοι που είναι και πάρα πολύ βλάκες αρχίζουν να μετρούν τις τρύπες: «ένα-δύο, ένα-δύο, ένα-δύο&» Παρακάτω δεν ξέρουν να μετρήσουν γιατί μπερδεύονται. Έτσι, χάνουν την ώρα τους, έχει πια ξημερώσει και οι καλικάντζαροι πρέπει να εξαφανιστούν.
Άλλοι κρεμούν το κατωσάγωνο ενός χοίρου στην καπνοδόχο, ή ένα δερμάτινο παλιοπάπουτσο ή ρίχνουν αλάτι στη φωτιά. Η απαίσια μυρωδιά του καμένου δέρματος και ο κρότος από το αλάτι κρατάει τους καλικάντζαρους μακριά.
Άλλοι πάλι, κρεμούν στο χερούλι της πόρτας μία τούφα λινάρι. Μέχρι να μετρήσουν οι καλικάντζαροι τις τρίχες του λιναριού φτάνει το ξημέρωμα και όπου φύγει φύγει.
Ένα ακόμα όπλο εναντίων των καλικαντζάρων είναι το λιβάνι. Το σιχαίνονται και γι' αυτό οι νοικοκυρές θυμιατίζουν το σπίτι κάθε απόγευμα και αφήνουν το θυμιατήρι να λιβανίζει δίπλα στο τζάκι καθ΄ όλη τη διάρκεια του Δωδεκαημέρου.
Του "Σταυρού" που περνάει ο Παπάς και αγιάζει τα σπίτια οι καλικάντζαροι, όπου φύγει-φύγει.
«Φεύγετε να φεύγουμε
τι έρχεται ο τουρλόπαπας
με την αγιαστούρα του
και με τη βρεχτούρα του.
Μας άγιασε μας έβρεξε
και μας εκατέκαψε!» ή «και θα μας μαγαρίσει»
Υπάρχουν, όμως, και φυτά που διώχνουν τους καλικάντζαρους και ταυτόχρονα φέρνουν καλή τύχη για τον καινούργιο χρόνο. Ένα τέτοιο φυτό, που βάζουμε ακόμα και σήμερα στα σπίτια μας τέτοιες μέρες είναι η κρεμμύδα. Η Χρυσοβασιλίτσα, όπως αλλιώς τη λένε, ακόμα και ξεχασμένη σε κάποια γωνιά του σπιτιού, βγάζει φύλλα τέτοια εποχή, και ξαναρχίζει τον κύκλο της ζωής της. Σαν το φως που ξαναγεννιέται στο χειμερινό ηλιοστάσιο, μας εύχεται καλές γιορτές και υγεία για την καινούργια χρονιά.
Άλλοι τρόποι για να αποφύγουν οι νοικοκυραίοι τους καλικάντζαρους είναι το σημείο του Σταυρού στη πόρτα, στα παράθυρα, στις καμινάδες, τους στάβλους και στα αγγεία λαδιού και κρασιού, ο Αγιασμός των σπιτιών και μάλιστα τη παραμονή των Φώτων καθώς και η απαγγελία του «Πάτερ ημών&»
Υπάρχουν, όμως, και εκείνοι που θέλουν να τους καλοπιάσουν και τους πετούν γλυκά και τηγανίτες στην καπνοδόχο ή στις στέγες των σπιτιών.
Ο πιο γνωστός καλικάντζαρος είναι ο «Μανδρακούκος ο αρχηγός». Ο «Μανδρακούκος ο Ζυμαρομύτης» κρατάει για σκύπτρο την ποιμαντορική του γκλίτσα και συχνάζει στα μαντριά και τα βοσκοτόπια. Η σκούφια του, που την έχει υφάνει μόνος του από γουρουνότριχες, δεν φτάνει να σκεπάσει τα αυτιά του, που είναι μεγάλα σαν του γαϊδάρου. Έχει και μία τεράστια μύτη που του κρέμεται σαν μαλακό ζυμάρι. Ο Μανδρακούκος ρίχνει γάντζο από την καμινάδα και κλέβει λουκάνικα από την φωτιά και πειράζει τα πρόβατα στα βοσκοτόπια.
Με την αναχώρηση των καλικάντζαρων την ημέρα των Φώτων, η στάχτη από το τζάκι μαζεύεται και το τζάκι καθαρίζεται. Η στάχτη πετιέται σε μέρος που δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για κανένα λόγο (αλυσίβα, λίπασμα κ.λ.π.).
Επίσης, καθαρίζονται και οι κοπριές των ζώων από τα κατώγια και οι άνθρωποι πλένονται, το εικονοστάσι καθαρίζεται, αλλάζει το νερό στο καντήλι κ.λ.π. γιατί οι σταχτοπάτηδες πέρα από τα προβλήματα που έχουν προξενήσει στους νοικοκυραίους έχουν μαγαρίσει και όλους τους χώρους, γι' αυτό τους λέμε και κατουρλήδες.
Δεν ξέρω αν οι Καλικάντζαροι τρόμαζαν ποτέ στ' αλήθεια τους ανθρώπους, μιας και η μορφή που τους έδιναν και τα πράγματα που έκαναν ήταν πιο πολύ διασκεδαστικά, παρά τρομακτικά.
Μα τι ήταν αυτοί οι καλικάντζαροι; Όπως λοιπόν έλεγαν οι παλιές γιαγιάδες, ήταν αερικά, ξωτικά.
Η πιο δημοφιλής κατηγορία όντων της λαϊκής μας παράδοσης είναι αναμφίβολα οι καλικάντζαροι. Η φαντασία του λαού μας σχετικά με το πώς είναι αυτά τα όντα οργιάζει.
Η αρχή των μύθων που είναι σχετικοί με τους καλικάντζαρους βρίσκεται στα πολύ παλιά χρόνια. Οι Αρχαίοι πίστευαν πως όταν οι ψυχές έβρισκαν την πόρτα του Άδη ανοιχτή, ανέβαιναν στον απάνω κόσμο και τριγύριζαν παντού, χωρίς έλεγχο και περιορισμούς.
Πολύ αργότερα, οι Βυζαντινοί γιόρταζαν το Δωδεκαήμερο με μουσικές, τραγούδια και μασκαρέματα. Οι άνθρωποι, έχοντας κρυμμένα τα πρόσωπά τους, έκαναν με πολύ θάρρος και χωρίς ντροπή ό,τι ήθελαν. Πείραζαν τους ανθρώπους στους δρόμους, έμπαιναν απρόσκλητοι σε ξένα σπίτια κι αναστάτωναν τους νοικοκύρηδες. Ζητούσαν λουκάνικα και γλυκά και για να γλιτώσουν απ' αυτούς έκλειναν πόρτες και παράθυρα. Οι μασκαρεμένοι, όμως, έβρισκαν πάντα κάποιους τρόπους να εισβάλλουν στα ξένα σπίτια, ακόμα κι από τις καμινάδες. Κι όλα αυτά για δώδεκα μέρες, ως την παραμονή των Φώτων, οπότε με τον Μεγάλο Αγιασμό όλα σταματούσαν κι οι άνθρωποι ησύχαζαν.
Με το πέρασμα του χρόνου όλα αυτά τα παράξενα φερσίματα, τα μασκαρέματα και οι φόβοι των ανθρώπων έμειναν ζωντανά στη μνήμη του λαού μας κι η πλούσια φαντασία του γέννησε σιγά-σιγά τα μικρά, αλαφροΐσκιωτα πλάσματα που τα ονόμασε καλικάντζαρους.
Τι είναι, όμως τελικά οι καλικάντζαροι; Οι γιαγιάδες μας παλιά έλεγαν πως είναι αερικά, ξωτικά. Σύμφωνα με σύγχρονη δοξασία, πρόκειται για «δαιμόνια» που εμφανίζονται κατά το Δωδεκαήμερο (25 Δεκεμβρίου 6 Ιανουαρίου). Επειδή από τα Χριστούγεννα μέχρι τα Φώτα ο Χριστός είναι ακόμη αβάφτιστος, είναι και «τα νερά αβάφτιστα». Έτσι βρίσκουν ευκαιρία οι καλικάντζαροι ν' αλωνίσουν τον κόσμο.
Κάποιοι πιστεύουν πως οι καλικάντζαροι είναι μαυριδεροί, ασχημομούριδες, ψηλοί και ξερακιανοί. Άλλοι λένε ότι φοράνε σιδεροπάπουτσα. Για άλλους, έχουν κόκκινα μάτια, πόδια τράγου και τριχωτό σώμα. Καθένας τους έχει κι από ένα κουσούρι. Άλλος κουτσός, άλλος στραβός ή μονόφθαλμος, άλλος μονοπόδαρος ή στραβοπόδαρος, άλλοι στραβοχέρηδες, στραβοπρόσωποι, με καμπούρα ή ουρά. Είναι διχόγνωμα όντα και φιλόνικοι και έτσι δεν μπορούν να κάνουν μέχρι το τέλος μία δουλειά και όλα τα αφήνουν στη μέση. Γι' αυτό και δεν μπορούν να κάνουν κακό και στους ανθρώπους, παρόλο που αυτή είναι η μεγάλη τους επιθυμία. Όσο, όμως, και αν διαφωνεί ο λαός για το πώς μοιάζουν οι καλικάντζαροι, όλοι συμφωνούν σε ένα πράγμα: στην ατελείωτη βλακεία και κουταμάρα τους.
Καθώς η παράδοση ρίζωνε, οι καλικάντζαροι απέκτησαν και άλλα ονόματα όπως: καλιοντζήδες, καλκάνια, καλιτσάντεροι, καρκάντζαροι, σκαλικαντζέρια, σκαντζάρια, τζόγιες, βερβελούδες, καλλισπούρδοι, καρκαλάτζαροι, καρκατσέλια, καρκαντζόλοι, καψιούρηδες, κολοβελόνηδες, λυκοκάντζαροι, μνημοράτοι, παγανοί, παρωρίτες, πλανητάροι, σιφιώτες, τσιλικρωτά, σταχτοπάτηδες κ.α.
Ολόκληρο το χρόνο οι καλικάντζαροι ζουν κάτω από τη γη, προσπαθώντας άλλος με τσεκούρι, άλλος με πριόνι ή μπαλτά και άλλοι με τα νύχια και τα σουβλερά τους δόντια να κόψουν το δέντρο που βαστάει τη γη. Κόβουν-κόβουν, μέχρι που έχει απομείνει πολύ λίγο ακόμα, αλλά τότε έρχονται τα Χριστούγεννα και, επειδή φοβούνται μην πέσει η γη και τους πλακώσει, λένε "αφήστε το να πάμε πάνω στη γη και θα πέσει μοναχό του". Ανεβαίνουν λοιπόν πάνω στη γη για να τυραννήσουν τους ανθρώπους και τα Θεοφάνεια που γυρίζουν, βλέπουν το δέντρο ολάκερο, ακέραιο, άκοπο. Και πάλι κόβουν και πάλι έρχονται τα Χριστούγεννα, και όλο απ' την αρχή.
Και τι δεν κάνουν οι καλικάντζαροι ξεπροβάλλοντας ένας-ένας από τις τρύπες τους πάνω στη γη. Την παραμονή των Χριστουγέννων ανεβαίνουν στη γη και περιμένουν να σμίξει η μέρα με τη νύχτα για να μπουν μέσα στα σπίτια. Αν και είναι κακά και πονηρά όντα, δεν μπορούν να βλάψουν τους ανθρώπους, γι' αυτό και οι γυναίκες ακόμα τα περιπαίζουν και τα βρίζουν και τα λεν σταχτοπόδηδες, σταχτιάδες, κατουρλήδες κ.λ.π.
Αλλοίμονο σε κείνον που θα πρέπει να βγει τη νύχτα και να πάει σε μακρινή δουλειά. Παρουσιάζονται μπροστά του οι καλικάντζαροι με διάφορες μορφές για να τον εκφοβίσουν ή να τον βλάψουν. Τον τραβολογούν, τον πειράζουν, τον καβαλικεύουν και χορεύουν γύρω του, εμποδίζοντάς τον να γυρίσει σπίτι. Η μανία τους, όμως, είναι να πειράζουν προπάντων τις κακόμοιρες τις γριές.
Είναι πολύ ευκίνητοι ανεβαίνουν στα δένδρα πηδούν από στέγη σε στέγη σπάζοντας κεραμίδια και κάνοντας μεγάλη φασαρία. Τις νύχτες του Δωδεκαήμερου μπαίνουν στα σπίτια από τις καπνοδόχους, γι' αυτό και τα τζάκια είναι αναμμένα όλο το δωδεκαήμερο και έχουν πολύ φωτιά, γιατί τη φοβούνται πολύ. Αν καταφέρουν και μπουν σε κάποιο σπίτι, αρχίζουν να ανακατεύουν ό,τι βρουν μπροστά τους και να κάνουν ζημιές, μα πιο πολύ θέλουν να μαγαρίσουν τα φαγητά. Ό,τι βρουν απλωμένα τα ποδοπατούν. Τους αρέσει να πλατσουρίζουν μέσα στα δοχεία που έχουν οι νοικοκυρές το λάδι, στα τηγάνια, στα τσουκάλια, στα πιάτα, στους λύχνους που παλαιότερα χρησιμοποιούσαν για το φωτισμό στα χωριά. Λερώνουν τα φαγητά με τα ακάθαρτα νύχια τους και αφήνουν τις ακαθαρσίες τους όπου βρουν. Τίποτε βέβαια δεν κλέβουν, αλλά αναστατώνουν τόσο πολύ το σπίτι που το κάνουν αγνώριστο. Όταν οι νοικοκυρές ψήνουν τηγανίτες ή άλλα σκευάσματα στο τηγάνι από αλεύρι (πλαστά), οι καλικάντζαροι ανεβαίνουν στην καπνοδόχο και απλώνουν το χέρι τους ως κάτω στην εστία (γιατί μπορούν να απλώνουν και να μακραίνουν τα χέρια τους και τα πόδια τους όσο θέλουν) και ζητούν ή βουτούν ότι υπάρχει στο τηγάνι ή στη θράκα. Η πιο αγαπημένη τροφή, όμως, των καλικαντζάρων είναι το χοιρινό κρέας και κυρίως το παστό του (το πάχος), το οποίο όταν ψήνεται και πέφτει στη θράκα, σκορπάει μια πολύ ευώδη και πολύ ευάρεστη μυρωδιά.
Γι' αυτό οι νοικοκυραίοι για να γλιτώσουν από δαύτους σκεπάζουν το χοιρινό με σπαράγγια. Το σπαράγγι όταν είναι χλωρό είναι πολύ νόστιμο και τρώγεται, όταν όμως παλιώσει γίνεται πολύ σκληρός αγκαθωτός θάμνος και γι' αυτό σκεπάζουν μ' αυτές το χοιρινό για να μην πλησιάζουν οι καλικάντζαροι. Με σπαράγγια επίσης σκεπάζουν και τα λουκάνικα και οτιδήποτε έχουν ετοιμάσει που έχει σαν πρώτη ύλη το χοιρινό.
Επίσης, οι νοικοκυρές μαζεύουν μέσα στο σπίτι ό,τι αγγεία βρίσκονται έξω και βάζουν στο άνοιγμα της καπνοδόχου ή πίσω από την πόρτα ένα κόσκινο. Οι καλικάντζαροι, ως περίεργοι που είναι και πάρα πολύ βλάκες αρχίζουν να μετρούν τις τρύπες: «ένα-δύο, ένα-δύο, ένα-δύο&» Παρακάτω δεν ξέρουν να μετρήσουν γιατί μπερδεύονται. Έτσι, χάνουν την ώρα τους, έχει πια ξημερώσει και οι καλικάντζαροι πρέπει να εξαφανιστούν.
Άλλοι κρεμούν το κατωσάγωνο ενός χοίρου στην καπνοδόχο, ή ένα δερμάτινο παλιοπάπουτσο ή ρίχνουν αλάτι στη φωτιά. Η απαίσια μυρωδιά του καμένου δέρματος και ο κρότος από το αλάτι κρατάει τους καλικάντζαρους μακριά.
Άλλοι πάλι, κρεμούν στο χερούλι της πόρτας μία τούφα λινάρι. Μέχρι να μετρήσουν οι καλικάντζαροι τις τρίχες του λιναριού φτάνει το ξημέρωμα και όπου φύγει φύγει.
Ένα ακόμα όπλο εναντίων των καλικαντζάρων είναι το λιβάνι. Το σιχαίνονται και γι' αυτό οι νοικοκυρές θυμιατίζουν το σπίτι κάθε απόγευμα και αφήνουν το θυμιατήρι να λιβανίζει δίπλα στο τζάκι καθ΄ όλη τη διάρκεια του Δωδεκαημέρου.
Του "Σταυρού" που περνάει ο Παπάς και αγιάζει τα σπίτια οι καλικάντζαροι, όπου φύγει-φύγει.
«Φεύγετε να φεύγουμε
τι έρχεται ο τουρλόπαπας
με την αγιαστούρα του
και με τη βρεχτούρα του.
Μας άγιασε μας έβρεξε
και μας εκατέκαψε!» ή «και θα μας μαγαρίσει»
Υπάρχουν, όμως, και φυτά που διώχνουν τους καλικάντζαρους και ταυτόχρονα φέρνουν καλή τύχη για τον καινούργιο χρόνο. Ένα τέτοιο φυτό, που βάζουμε ακόμα και σήμερα στα σπίτια μας τέτοιες μέρες είναι η κρεμμύδα. Η Χρυσοβασιλίτσα, όπως αλλιώς τη λένε, ακόμα και ξεχασμένη σε κάποια γωνιά του σπιτιού, βγάζει φύλλα τέτοια εποχή, και ξαναρχίζει τον κύκλο της ζωής της. Σαν το φως που ξαναγεννιέται στο χειμερινό ηλιοστάσιο, μας εύχεται καλές γιορτές και υγεία για την καινούργια χρονιά.
Άλλοι τρόποι για να αποφύγουν οι νοικοκυραίοι τους καλικάντζαρους είναι το σημείο του Σταυρού στη πόρτα, στα παράθυρα, στις καμινάδες, τους στάβλους και στα αγγεία λαδιού και κρασιού, ο Αγιασμός των σπιτιών και μάλιστα τη παραμονή των Φώτων καθώς και η απαγγελία του «Πάτερ ημών&»
Υπάρχουν, όμως, και εκείνοι που θέλουν να τους καλοπιάσουν και τους πετούν γλυκά και τηγανίτες στην καπνοδόχο ή στις στέγες των σπιτιών.
Ο πιο γνωστός καλικάντζαρος είναι ο «Μανδρακούκος ο αρχηγός». Ο «Μανδρακούκος ο Ζυμαρομύτης» κρατάει για σκύπτρο την ποιμαντορική του γκλίτσα και συχνάζει στα μαντριά και τα βοσκοτόπια. Η σκούφια του, που την έχει υφάνει μόνος του από γουρουνότριχες, δεν φτάνει να σκεπάσει τα αυτιά του, που είναι μεγάλα σαν του γαϊδάρου. Έχει και μία τεράστια μύτη που του κρέμεται σαν μαλακό ζυμάρι. Ο Μανδρακούκος ρίχνει γάντζο από την καμινάδα και κλέβει λουκάνικα από την φωτιά και πειράζει τα πρόβατα στα βοσκοτόπια.
Με την αναχώρηση των καλικάντζαρων την ημέρα των Φώτων, η στάχτη από το τζάκι μαζεύεται και το τζάκι καθαρίζεται. Η στάχτη πετιέται σε μέρος που δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για κανένα λόγο (αλυσίβα, λίπασμα κ.λ.π.).
Επίσης, καθαρίζονται και οι κοπριές των ζώων από τα κατώγια και οι άνθρωποι πλένονται, το εικονοστάσι καθαρίζεται, αλλάζει το νερό στο καντήλι κ.λ.π. γιατί οι σταχτοπάτηδες πέρα από τα προβλήματα που έχουν προξενήσει στους νοικοκυραίους έχουν μαγαρίσει και όλους τους χώρους, γι' αυτό τους λέμε και κατουρλήδες.
Δεν ξέρω αν οι Καλικάντζαροι τρόμαζαν ποτέ στ' αλήθεια τους ανθρώπους, μιας και η μορφή που τους έδιναν και τα πράγματα που έκαναν ήταν πιο πολύ διασκεδαστικά, παρά τρομακτικά.
Χριστουγεννιάτικη Ιστορία:Tο κοριτσάκι με τα σπίρτα
'Eπεφτε χιόνι και κόντευε να νυχτώσει. Ήταν η τελευταία βραδιά του χρόνου, η παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Μέσα σ' εκείνο το κρύο και σ' εκείνο το σκοτάδι, ένα φτωχό κοριτσάκι περπατούσε στο δρόμο, χωρίς να φοράει τίποτα στο κεφάλι του, ούτε στα πόδια του.
Η αλήθεια είναι πως, όταν βγήκε από το σπίτι της, φορούσε παντούφλες, αλλά δεν της κράτησαν πολύ: ήταν κάτι μεγάλες παντούφλες, που τις είχε λιώσει η μητέρα της, τόσο μεγάλες ώστε η μικρή τις έχασε, καθώς έτρεξε να περάσει το δρόμο, ανάμεσα σε δυο αμάξια που λίγο έλειψε να την χτυπήσουν. Τη μια την έχασε. Την άλλη, τη βρήκε ένα παιδί και την πήρε μαζί του, για να τη δώσει στην αδερφούλα του, να την κάνει κούνια για την κούκλα της.
Το κοριτσάκι βάδιζε ξυπόλητο και τα πόδια του είχανε μελανιάσει από το κρύο. Μέσα στην τσέπη της κουρελιασμένης ποδιάς της είχε ένα σωρό σπίρτα. Στο χέρι της κρατούσε κι άλλα κουτιά γεμάτα, γιατί αυτή τη δουλειά έκανε: πουλούσε κουτιά με σπίρτα στους δρόμους.
'Oμως εκείνη την ημέρα δεν είχε πουλήσει ούτε ένα κουτί, γιατί οι άνθρωποι έτρεχαν να προφυλαχτούν από το κρύο κι από το χιόνι, και κανείς δε στεκόταν για ν' αγοράσει σπίρτα. Δεν είχε πουλήσει ούτε ένα κουτί και δεν είχε ούτε μια δεκάρα στην τσέπη της. Το κοριτσάκι πεινούσε και κρύωνε κι ήταν αδύνατο, κι έτρεμε ολόκληρο.
Η καημένη η μικρούλα! Οι νιφάδες του χιονιού έπεφταν στα ξανθά της μαλλιά, που σχημάτιζαν μπούκλες γύρω απ' το λαιμό της. Τα φώτα έκαναν να λάμπουν τα τζάμια των παραθυριών κι έφτανε ως το δρόμο η μυρωδιά από τα πουλερικά που έψηναν στις κουζίνες. Ήταν παραμονή της Πρωτοχρονιάς, σε μια γωνιά, ανάμεσα σε δυο σπίτια.
Το κοριτσάκι πάγωνε όλο και πιο πολύ, αλλά δεν τολμούσε να γυρίσει σπίτι της: θα πήγαινε τα κουτιά με τα σπίρτα, κι ούτε μια δεκάρα. Ο πατέρας της θα τη μάλωνε κι άλλωστε, μήπως και μέσα στο σπίτι της δεν έκανε τόσο κρύο; 'Eμεναν ψηλά, σε μια σοφίτα, κι ο άνεμος φυσούσε ανάμεσα απ' τις τρύπες της σκεπής, μ' όλο που τις πιο μεγάλες τις είχανε βουλώσει με άχυρο και με κουρέλια.
Τα καημένα τα χεράκια της δεν τα' νιωθε πια από το πολύ το κρύο. 'Eνα σπίρτο θα τα ζέσταινε λιγάκι. Αν τολμούσε να βγάλει ένα, μονάχα ένα, απ' το κουτί και να τ' ανάψει να ζεστάνει τα δάχτυλά της; Τράβηξε ένα: κριτς! Πώς έλαμψε! Πώς άναψε! Ήτανε μια φλογίτσα καθαρή και ζεστή κι έμοιαζε με κεράκι, καθώς τη σκέπασε με τις χούφτες της. Τι παράξενο φως! 'Eμοιαζε τώρα μ' ένα κοριτσάκι, καθισμένο μπροστά σε μια μεγάλη σιδερένια σόμπα, που το σκέπασμά της ήτανε γυαλιστερό.
Η φωτιά έκαιγε εκεί μέσα τόσο υπέροχα και ζέσταινε τόσο καλά! Αλλά τι έγινε; Μόλις το κοριτσάκι άπλωσε τα ποδαράκια του για να τα ζεστάνει, η φλόγα έσβησε και η σόμπα εξαφανίστηκε. Η μικρούλα βρέθηκε καθισμένη στη γωνιά της, ανάμεσα σε δυο σπίτια, και κρατούσε στο χέρι της ένα σπίρτο καμένο.
'Aναψε και δεύτερο σπίρτο, και, καθώς η λάμψη έπεσε πάνω στον τοίχο του σπιτιού, το κοριτσάκι μπορούσε τώρα να δει ένα μεγάλο δωμάτιο, όπου ήταν στρωμένο ένα τραπέζι, με κάτασπρο τραπεζομάντιλο, με πιάτα από πορσελάνη που αστραφτοκοπούσαν και ο τοίχος έγινε διάφανος σαν ατμός. με μια μεγάλη πιατέλα, όπου μια χήνα ψητή άχνιζε και σκόρπιζε μια ορεχτική ευωδιά.
Τι έκπληξη! Τι ευτυχία! Ξαφνικά, η ψημένη χήνα πήδησε από την πιατέλα και κύλησε στο πάτωμα, με το πιρούνι και το μαχαίρι καρφωμένα απάνω της. Κι η ψημένη χήνα κύλήσε ως εκεί που καθότανε το φτωχό κοριτσάκι. Αλλά το σπίρτο έσβησε και, μπροστά στη μικρούλα, ορθώθηκε πάλι ο χοντρός και κρύος τοίχος των σπιτιών. 'Aναψε αμέσως και τρίτο σπίρτο. Και τότε το φτωχό κοριτσάκι είδε πως καθόταν κάτω από ένα υπέροχο Χριστουγεννιάτικο δέντρο.
Ήτανε πιο μεγάλο και πιο πλούσια στολισμένο, από κείνο που είχε δει, τα περασμένα Χριστούγεννα μέσα από τη τζαμένια πόρτα, στο μέγαρο του πλούσιου εμπόρου. Χίλια κεράκια ήταν αναμμένα πάνω στα πράσινα κλαδιά του και κάτι πολύχρωμες εικόνες, σαν εκείνες που στολίζουν τις βιτρίνες των μαγαζιών, θαρρείς και της χαμογελούσαν. Το φτωχό κοριτσάκι σήκωσε τα δυο του χεράκια. Το σπίρτο έσβησε.
'Oλα τα κεράκια του Χριστουγεννιάτικου δέντρου ανέβαιναν, ανέβαιναν και τότε είδε πως δεν ήταν κεράκια, αλλά αστέρια. 'Eνα απ' αυτά τ' αστέρια έπεσε και χάραξε μια φωτεινή γραμμή στον ουρανό. «Κάποιος πεθαίνει» μουρμούρισε το κοριτσάκι. Γιατί η γιαγιά του, που μόνο εκείνη ήτανε καλή γι' αυτό, αλλά δεν ζούσε πια, έλεγε συχνά: «'Oταν πέφτει ένα αστέρι, μια ψυχούλα ανεβαίνει στο Θεό.»
Το φτωχό κοριτσάκι άναψε άλλο σπίρτο. Μέσα στη λάμψη του, παρουσιάστηκε η γιαγιά της που της χαμογελούσε. «Γιαγιά», φώναξε η μικρούλα, «πάρε με μαζί σου».
«'Oταν θα σβήσω το σπίρτο, ξέρω πως δε θα είσαι πια εδώ. Θα χαθείς, όπως χάθηκαν η αναμμένη σόμπα, η ψημένη χήνα και το Χριστουγεννιάτικο δέντρο.» Πήρε το κοριτσάκι στην αγκαλιά της η γιαγιά, και πέταξαν κι οι δυο χαρούμενες, μέσα σ' εκείνη τη λάμψη. Δεν υπήρχε πια ούτε κρύο, ούτε πείνα, ούτε αγωνία. Ήταν κοντά στο Θεό!
Η αλήθεια είναι πως, όταν βγήκε από το σπίτι της, φορούσε παντούφλες, αλλά δεν της κράτησαν πολύ: ήταν κάτι μεγάλες παντούφλες, που τις είχε λιώσει η μητέρα της, τόσο μεγάλες ώστε η μικρή τις έχασε, καθώς έτρεξε να περάσει το δρόμο, ανάμεσα σε δυο αμάξια που λίγο έλειψε να την χτυπήσουν. Τη μια την έχασε. Την άλλη, τη βρήκε ένα παιδί και την πήρε μαζί του, για να τη δώσει στην αδερφούλα του, να την κάνει κούνια για την κούκλα της.
Το κοριτσάκι βάδιζε ξυπόλητο και τα πόδια του είχανε μελανιάσει από το κρύο. Μέσα στην τσέπη της κουρελιασμένης ποδιάς της είχε ένα σωρό σπίρτα. Στο χέρι της κρατούσε κι άλλα κουτιά γεμάτα, γιατί αυτή τη δουλειά έκανε: πουλούσε κουτιά με σπίρτα στους δρόμους.
'Oμως εκείνη την ημέρα δεν είχε πουλήσει ούτε ένα κουτί, γιατί οι άνθρωποι έτρεχαν να προφυλαχτούν από το κρύο κι από το χιόνι, και κανείς δε στεκόταν για ν' αγοράσει σπίρτα. Δεν είχε πουλήσει ούτε ένα κουτί και δεν είχε ούτε μια δεκάρα στην τσέπη της. Το κοριτσάκι πεινούσε και κρύωνε κι ήταν αδύνατο, κι έτρεμε ολόκληρο.
Η καημένη η μικρούλα! Οι νιφάδες του χιονιού έπεφταν στα ξανθά της μαλλιά, που σχημάτιζαν μπούκλες γύρω απ' το λαιμό της. Τα φώτα έκαναν να λάμπουν τα τζάμια των παραθυριών κι έφτανε ως το δρόμο η μυρωδιά από τα πουλερικά που έψηναν στις κουζίνες. Ήταν παραμονή της Πρωτοχρονιάς, σε μια γωνιά, ανάμεσα σε δυο σπίτια.
Το κοριτσάκι πάγωνε όλο και πιο πολύ, αλλά δεν τολμούσε να γυρίσει σπίτι της: θα πήγαινε τα κουτιά με τα σπίρτα, κι ούτε μια δεκάρα. Ο πατέρας της θα τη μάλωνε κι άλλωστε, μήπως και μέσα στο σπίτι της δεν έκανε τόσο κρύο; 'Eμεναν ψηλά, σε μια σοφίτα, κι ο άνεμος φυσούσε ανάμεσα απ' τις τρύπες της σκεπής, μ' όλο που τις πιο μεγάλες τις είχανε βουλώσει με άχυρο και με κουρέλια.
Τα καημένα τα χεράκια της δεν τα' νιωθε πια από το πολύ το κρύο. 'Eνα σπίρτο θα τα ζέσταινε λιγάκι. Αν τολμούσε να βγάλει ένα, μονάχα ένα, απ' το κουτί και να τ' ανάψει να ζεστάνει τα δάχτυλά της; Τράβηξε ένα: κριτς! Πώς έλαμψε! Πώς άναψε! Ήτανε μια φλογίτσα καθαρή και ζεστή κι έμοιαζε με κεράκι, καθώς τη σκέπασε με τις χούφτες της. Τι παράξενο φως! 'Eμοιαζε τώρα μ' ένα κοριτσάκι, καθισμένο μπροστά σε μια μεγάλη σιδερένια σόμπα, που το σκέπασμά της ήτανε γυαλιστερό.
Η φωτιά έκαιγε εκεί μέσα τόσο υπέροχα και ζέσταινε τόσο καλά! Αλλά τι έγινε; Μόλις το κοριτσάκι άπλωσε τα ποδαράκια του για να τα ζεστάνει, η φλόγα έσβησε και η σόμπα εξαφανίστηκε. Η μικρούλα βρέθηκε καθισμένη στη γωνιά της, ανάμεσα σε δυο σπίτια, και κρατούσε στο χέρι της ένα σπίρτο καμένο.
'Aναψε και δεύτερο σπίρτο, και, καθώς η λάμψη έπεσε πάνω στον τοίχο του σπιτιού, το κοριτσάκι μπορούσε τώρα να δει ένα μεγάλο δωμάτιο, όπου ήταν στρωμένο ένα τραπέζι, με κάτασπρο τραπεζομάντιλο, με πιάτα από πορσελάνη που αστραφτοκοπούσαν και ο τοίχος έγινε διάφανος σαν ατμός. με μια μεγάλη πιατέλα, όπου μια χήνα ψητή άχνιζε και σκόρπιζε μια ορεχτική ευωδιά.
Τι έκπληξη! Τι ευτυχία! Ξαφνικά, η ψημένη χήνα πήδησε από την πιατέλα και κύλησε στο πάτωμα, με το πιρούνι και το μαχαίρι καρφωμένα απάνω της. Κι η ψημένη χήνα κύλήσε ως εκεί που καθότανε το φτωχό κοριτσάκι. Αλλά το σπίρτο έσβησε και, μπροστά στη μικρούλα, ορθώθηκε πάλι ο χοντρός και κρύος τοίχος των σπιτιών. 'Aναψε αμέσως και τρίτο σπίρτο. Και τότε το φτωχό κοριτσάκι είδε πως καθόταν κάτω από ένα υπέροχο Χριστουγεννιάτικο δέντρο.
Ήτανε πιο μεγάλο και πιο πλούσια στολισμένο, από κείνο που είχε δει, τα περασμένα Χριστούγεννα μέσα από τη τζαμένια πόρτα, στο μέγαρο του πλούσιου εμπόρου. Χίλια κεράκια ήταν αναμμένα πάνω στα πράσινα κλαδιά του και κάτι πολύχρωμες εικόνες, σαν εκείνες που στολίζουν τις βιτρίνες των μαγαζιών, θαρρείς και της χαμογελούσαν. Το φτωχό κοριτσάκι σήκωσε τα δυο του χεράκια. Το σπίρτο έσβησε.
'Oλα τα κεράκια του Χριστουγεννιάτικου δέντρου ανέβαιναν, ανέβαιναν και τότε είδε πως δεν ήταν κεράκια, αλλά αστέρια. 'Eνα απ' αυτά τ' αστέρια έπεσε και χάραξε μια φωτεινή γραμμή στον ουρανό. «Κάποιος πεθαίνει» μουρμούρισε το κοριτσάκι. Γιατί η γιαγιά του, που μόνο εκείνη ήτανε καλή γι' αυτό, αλλά δεν ζούσε πια, έλεγε συχνά: «'Oταν πέφτει ένα αστέρι, μια ψυχούλα ανεβαίνει στο Θεό.»
Το φτωχό κοριτσάκι άναψε άλλο σπίρτο. Μέσα στη λάμψη του, παρουσιάστηκε η γιαγιά της που της χαμογελούσε. «Γιαγιά», φώναξε η μικρούλα, «πάρε με μαζί σου».
«'Oταν θα σβήσω το σπίρτο, ξέρω πως δε θα είσαι πια εδώ. Θα χαθείς, όπως χάθηκαν η αναμμένη σόμπα, η ψημένη χήνα και το Χριστουγεννιάτικο δέντρο.» Πήρε το κοριτσάκι στην αγκαλιά της η γιαγιά, και πέταξαν κι οι δυο χαρούμενες, μέσα σ' εκείνη τη λάμψη. Δεν υπήρχε πια ούτε κρύο, ούτε πείνα, ούτε αγωνία. Ήταν κοντά στο Θεό!
Χριστουγεννιάτικες ιστορίες Διομελένια
Η Νύχτα και το Σκοτάδι ήταν δύο αγαπημένα αδερφάκια. Μόνο που διέφεραν πολύ.
Η Νύχτα ήταν χαρούμενη και ξέγνοιαστη ενώ το Σκοτάδι ήταν μελαγχολικό κι απομονωμένο στην έρημη και απόμερη μεριά της πόλης. Γι αυτό, το Σκοτάδι ένιωθε πλήξη, μονοτονία και μοναξιά.
Μάταια το καλούσε η αδερφή του η Νύχτα να βγεί από την βαθειά κρυψώνα του, να έρθει στη γιορτινή πλατεία με τα χριστουγεννιάτικα στολίδια και τους Αγιο Βασίληδες και να παίξουνε με τα παιδιά που έτρεχαν τριγύρω χαρούμενα.
Όταν η θεία τους η Μέρα κουραζόταν από τις πολλές και δύσκολες δουλειές των ανθρώπων, ζαλισμένη από τις πολλές κουβέντες και τις φωνές τους, τα πέρα-δώθε στους δρόμους και στα γραφεία, άνοιγε ένα στόμα τεράστιο και χασμουριόταν.
Τότε από μέσα ξεπετάγονταν νυχτοπούλια, νυχτερίδες, κουκουβάγιες και ξωτικά της νύχτας.
Ο Μπάρμπα Ήλιος, αποκαμωμένος κι αυτός, μάζευε τις κόρες του τις ηλιαχτίδες κι αφού έριχνε ένα τελευταίο βλέμμα τριγύρω, αν όλα ήταν τακτοποιημένα, έλεγε καληνύχτα στη θεία Μέρα κι έγερνε στο πίσω κρεβάτι των λόφων. Σιγά-σιγά, οι δρόμοι, τα κτίρια και τα μαγαζιά ερήμωναν.
Το χιόνι έπεφτε δίχως διακοπή. Ψυχή δεν υπήρχε πουθενά και μόνο δύο παράξενες σκιές άρχιζαν να σαλεύουν.
Η Νύχτα και το Σκοτάδι, τα δύο αγαπημένα αδερφάκια.
"Έλα, πού είσαι; Βγες να παίξουμε", ψιθύριζε η Νύχτα στο Σκοτάδι καθώς έκανε τσουλήθρα στους παγωμένους δρόμους. Μα τα σκοτάδια δεν φαίνονται, αφού πάντα είναι κρυμμένα σε απόμερα μέρη.
Η Νύχτα επέμενε και καλούσε το Σκοτάδι να βγει χορεύοντας και σιγοτραγουδώντας χαρούμενη, μέσα στους γιορτινούς δρόμους, παρέα με τις νιφάδες χορεύτριες του χιονιού που έπεφταν απαλά επάνω στα κράσπεδα των πεζοδρομίων και στα περβάζια των μπαλκονιών.
Τα λαμπιόνια από τα χριστουγεννιάτικα δέντρα αναβόσβηναν μπροστά στα παράθυρα των σπιτιών που ήταν στολισμένα με αγγελάκια και Αγιοβασίληδες.
"Βγες να δεις τι ωραία που είναι όλα", ξαναείπε η Νύχτα και καθώς παραπάτησε επάνω σε κάτι, πήρε μια τούμπα και ξαπλώθηκε φαρδιά - πλατειά επάνω στο χιόνι.
Τότε έγινε διακοπή ρεύματος. Όλα τα φώτα της πόλης έσβησαν, μα κι από τον ουρανό σα να έσβησαν ξαφνικά όλα τα αστέρια.
Η Νύχτα βρήκε το Σκοτάδι και τα δύο αδερφάκια συμφώνησαν τελικά να παίξουν ένα παιχνίδι που έπαιζαν συχνά : τις αστρόμπαλες. Καθώς έψαχνε η Νύχτα στον ουρανό να κατεβάσει μια χούφτα αστέρια, το Σκοτάδι της έδειξε κάτι που λαμπύριζε λίγο πιο πέρα στη μέση του δρόμου.
Η Νύχτα έσκυψε και είδε ότι ήταν ένα μικρό αστέρι που στραφτάλιζε το φως του, σαν ψάρι που ανέπνεε στην ξηρά. "Πώς βρέθηκες εσύ εδώ"; Είπε η Νύχτα και το πήρε προσεκτικά στην αγκαλιά της.
Το μικρό αστέρι πρώτα κοκκίνισε, ύστερα έγινε ροζουλί και στο τέλος πήρε ένα χρώμα μελί! Ήταν τόσο όμορφο και φωτεινό που το Σκοτάδι βγήκε από την κρυψώνα του και χαμογέλασε.
Τότε μισοφωτίστηκε η έρημη κι απόμερη γωνιά της πόλης.
- Πώς σε λένε αστέρι-αστεράκι;
- Διομελένια με λένε, είπε αυτό κι αφού γαλαζοπρασίνισε ξανάγινε μελί!
- Και πού μένεις Διομελένια;
- Ουρανού και Σελήνης 4, ζαλίστηκα κι έπεσα εδώ, είπε και χρυσαφοκιτρίνισε, πριν γίνει πάλι μελί!
Το Σκοτάδι είχε πλησιάσει τόσο πολύ το αστέρι που φωτίστηκε κι άλλαζε κι αυτό χρώματα.
- Θέλω να μείνεις για πάντα εδώ. Να σ'αγαπώ και να με φωτίζεις, είπε το Σκοτάδι.
- Όχι, θα με ψάχνει η γιαγιά μου η Πούλια, πρέπει να φύγω, είπε κι έσταξε ένα μικρό διαμαντάκι, σαν δάκρυ, στα πόδια της Νύχτας.
Το Σκοτάδι έσκυψε να σηκώσει το διαμαντάκι του αστεριού.
- Μπορώ τουλάχιστον να κρατήσω το διαμαντάκι σου; ρώτησε, μα το αστέρι είχε εξαφανιστεί.
Στο κατώφλι της γης, η γιαγιά η Πούλια είχε φέξει με το αστροφάναρό της κι αφού είδε τη Διομελένια, την πήρε από την αγκαλιά της Νύχτας και την καρφίτσωσε στο πέτο του ουρανού!
Αμέσως άναψαν όλα τα φώτα της πόλης!
Η γιαγιά η Πούλια κι η Διομελένια γύρισαν πίσω στο σπίτι τους κι όλα στον ουρανό και στη γη ξανάγιναν γιορτινά και χαρούμενα! Με τα λαμπιόνια από τα χριστουγεννιάτικα δέντρα να αναβοσβήνουν μπροστά στα παράθυρα των σπιτιών!
Με τον Αϊ Βασίλη που κάθε τόσο πάρκαρε το έλκηθρο του στις σκεπές των σπιτιών για να ρίξει από τις καμινάδες τα δώρα των παιδιών και με τις νιφάδες χορεύτριες που είχαν στήσει τρελό χορό ολόγυρα στους γιορτινούς δρόμους!
Σκοτάδι κρυμμένο στην έρημη κι απόμερη μεριά της πόλης σταμάτησε να είναι μελαγχολικό και δεν ένοιωθε πια πλήξη, μοναξιά και μονοτονία, αφού έκρυβε μέσα του το διαμαντάκι του αστεριού!
Κάθε τόσο έπαιζε με την αδερφή του τη Νύχτα και διασκέδαζαν αλλάζοντας χρώματα, όπως το αστέρι.
Ίσως σε κάθε σκοτάδι να υπάρχει κρυμμένο ένα τέτοιο μικρό διαμαντάκι!
Η Νύχτα ήταν χαρούμενη και ξέγνοιαστη ενώ το Σκοτάδι ήταν μελαγχολικό κι απομονωμένο στην έρημη και απόμερη μεριά της πόλης. Γι αυτό, το Σκοτάδι ένιωθε πλήξη, μονοτονία και μοναξιά.
Μάταια το καλούσε η αδερφή του η Νύχτα να βγεί από την βαθειά κρυψώνα του, να έρθει στη γιορτινή πλατεία με τα χριστουγεννιάτικα στολίδια και τους Αγιο Βασίληδες και να παίξουνε με τα παιδιά που έτρεχαν τριγύρω χαρούμενα.
Όταν η θεία τους η Μέρα κουραζόταν από τις πολλές και δύσκολες δουλειές των ανθρώπων, ζαλισμένη από τις πολλές κουβέντες και τις φωνές τους, τα πέρα-δώθε στους δρόμους και στα γραφεία, άνοιγε ένα στόμα τεράστιο και χασμουριόταν.
Τότε από μέσα ξεπετάγονταν νυχτοπούλια, νυχτερίδες, κουκουβάγιες και ξωτικά της νύχτας.
Ο Μπάρμπα Ήλιος, αποκαμωμένος κι αυτός, μάζευε τις κόρες του τις ηλιαχτίδες κι αφού έριχνε ένα τελευταίο βλέμμα τριγύρω, αν όλα ήταν τακτοποιημένα, έλεγε καληνύχτα στη θεία Μέρα κι έγερνε στο πίσω κρεβάτι των λόφων. Σιγά-σιγά, οι δρόμοι, τα κτίρια και τα μαγαζιά ερήμωναν.
Το χιόνι έπεφτε δίχως διακοπή. Ψυχή δεν υπήρχε πουθενά και μόνο δύο παράξενες σκιές άρχιζαν να σαλεύουν.
Η Νύχτα και το Σκοτάδι, τα δύο αγαπημένα αδερφάκια.
"Έλα, πού είσαι; Βγες να παίξουμε", ψιθύριζε η Νύχτα στο Σκοτάδι καθώς έκανε τσουλήθρα στους παγωμένους δρόμους. Μα τα σκοτάδια δεν φαίνονται, αφού πάντα είναι κρυμμένα σε απόμερα μέρη.
Η Νύχτα επέμενε και καλούσε το Σκοτάδι να βγει χορεύοντας και σιγοτραγουδώντας χαρούμενη, μέσα στους γιορτινούς δρόμους, παρέα με τις νιφάδες χορεύτριες του χιονιού που έπεφταν απαλά επάνω στα κράσπεδα των πεζοδρομίων και στα περβάζια των μπαλκονιών.
Τα λαμπιόνια από τα χριστουγεννιάτικα δέντρα αναβόσβηναν μπροστά στα παράθυρα των σπιτιών που ήταν στολισμένα με αγγελάκια και Αγιοβασίληδες.
"Βγες να δεις τι ωραία που είναι όλα", ξαναείπε η Νύχτα και καθώς παραπάτησε επάνω σε κάτι, πήρε μια τούμπα και ξαπλώθηκε φαρδιά - πλατειά επάνω στο χιόνι.
Τότε έγινε διακοπή ρεύματος. Όλα τα φώτα της πόλης έσβησαν, μα κι από τον ουρανό σα να έσβησαν ξαφνικά όλα τα αστέρια.
Η Νύχτα βρήκε το Σκοτάδι και τα δύο αδερφάκια συμφώνησαν τελικά να παίξουν ένα παιχνίδι που έπαιζαν συχνά : τις αστρόμπαλες. Καθώς έψαχνε η Νύχτα στον ουρανό να κατεβάσει μια χούφτα αστέρια, το Σκοτάδι της έδειξε κάτι που λαμπύριζε λίγο πιο πέρα στη μέση του δρόμου.
Η Νύχτα έσκυψε και είδε ότι ήταν ένα μικρό αστέρι που στραφτάλιζε το φως του, σαν ψάρι που ανέπνεε στην ξηρά. "Πώς βρέθηκες εσύ εδώ"; Είπε η Νύχτα και το πήρε προσεκτικά στην αγκαλιά της.
Το μικρό αστέρι πρώτα κοκκίνισε, ύστερα έγινε ροζουλί και στο τέλος πήρε ένα χρώμα μελί! Ήταν τόσο όμορφο και φωτεινό που το Σκοτάδι βγήκε από την κρυψώνα του και χαμογέλασε.
Τότε μισοφωτίστηκε η έρημη κι απόμερη γωνιά της πόλης.
- Πώς σε λένε αστέρι-αστεράκι;
- Διομελένια με λένε, είπε αυτό κι αφού γαλαζοπρασίνισε ξανάγινε μελί!
- Και πού μένεις Διομελένια;
- Ουρανού και Σελήνης 4, ζαλίστηκα κι έπεσα εδώ, είπε και χρυσαφοκιτρίνισε, πριν γίνει πάλι μελί!
Το Σκοτάδι είχε πλησιάσει τόσο πολύ το αστέρι που φωτίστηκε κι άλλαζε κι αυτό χρώματα.
- Θέλω να μείνεις για πάντα εδώ. Να σ'αγαπώ και να με φωτίζεις, είπε το Σκοτάδι.
- Όχι, θα με ψάχνει η γιαγιά μου η Πούλια, πρέπει να φύγω, είπε κι έσταξε ένα μικρό διαμαντάκι, σαν δάκρυ, στα πόδια της Νύχτας.
Το Σκοτάδι έσκυψε να σηκώσει το διαμαντάκι του αστεριού.
- Μπορώ τουλάχιστον να κρατήσω το διαμαντάκι σου; ρώτησε, μα το αστέρι είχε εξαφανιστεί.
Στο κατώφλι της γης, η γιαγιά η Πούλια είχε φέξει με το αστροφάναρό της κι αφού είδε τη Διομελένια, την πήρε από την αγκαλιά της Νύχτας και την καρφίτσωσε στο πέτο του ουρανού!
Αμέσως άναψαν όλα τα φώτα της πόλης!
Η γιαγιά η Πούλια κι η Διομελένια γύρισαν πίσω στο σπίτι τους κι όλα στον ουρανό και στη γη ξανάγιναν γιορτινά και χαρούμενα! Με τα λαμπιόνια από τα χριστουγεννιάτικα δέντρα να αναβοσβήνουν μπροστά στα παράθυρα των σπιτιών!
Με τον Αϊ Βασίλη που κάθε τόσο πάρκαρε το έλκηθρο του στις σκεπές των σπιτιών για να ρίξει από τις καμινάδες τα δώρα των παιδιών και με τις νιφάδες χορεύτριες που είχαν στήσει τρελό χορό ολόγυρα στους γιορτινούς δρόμους!
Σκοτάδι κρυμμένο στην έρημη κι απόμερη μεριά της πόλης σταμάτησε να είναι μελαγχολικό και δεν ένοιωθε πια πλήξη, μοναξιά και μονοτονία, αφού έκρυβε μέσα του το διαμαντάκι του αστεριού!
Κάθε τόσο έπαιζε με την αδερφή του τη Νύχτα και διασκέδαζαν αλλάζοντας χρώματα, όπως το αστέρι.
Ίσως σε κάθε σκοτάδι να υπάρχει κρυμμένο ένα τέτοιο μικρό διαμαντάκι!
Κυριακή 19 Δεκεμβρίου 2010
Χριστουγεννιάτικες ιστορίες:Δώρο στο Χριστό
Εδώ και πολλά χρόνια ο κόσμος γιόρταζε τα Χριστούγεννα με περισσότερη κατάνυξη. Σ’ ένα μακρινό χωριό, λοιπόν, ο παπάς έκανε κάθε χρόνο μια φάτνη στη μέση της εκκλησίας, την παραμονή των Χριστουγέννων.
Οι κάτοικοι πήγαιναν πρώτα πρώτα στην εκκλησία, για ν’ ακούσουν τη θεία λειτουργία, γονάτιζαν κι άναβαν το κεράκι τους μπροστά στη φάτνη. Κάθε κεράκι έπρεπε να σβήσει από μόνο του, λιώνοντας σιγά σιγά, γι’ αυτό γύρω από τη φάτνη ήταν αμέτρητα κεράκια, όσα και οι πιστοί, κι η εκκλησία λαμποκοπούσε κι έφεγγε σαν να ήταν ο ήλιος μέσα της. Όταν η λειτουργία τελείωνε, ο κόσμος πήγαινε στα γύρω κεντράκια, για να φάει και να πιει, να γλεντήσει τη χαρά του για τη γέννηση του Χριστού.
Οι χωριανοί άρχιζαν τις προετοιμασίες για τα Χριστούγεννα εβδομάδες πριν. Οι νοικοκυρές έψηναν κουλούρια, πίτες και γλυκά κι οι άντρες έβαφαν την πλατεία του χωριού, την εκκλησία και τα σπίτια τους. Ο παπάς με τα παιδιά του σχολείου και τους δασκάλους σκάλιζε τα ζώα της φάτνης στο ξύλο, τους τρεις μάγους, τους βοσκούς, το αστέρι, την Παναγία και το Χριστό.
Το βράδυ της παραμονής όλα ήταν έτοιμα κι οι άνθρωποι ντυμένοι τα καλά τους πήγαιναν στην εκκλησιά κι άφηναν μπροστά στη φάτνη ένα δώρο για το Χριστό, ό,τι μπορούσε ο καθένας.
Η Μαρία, που ήταν έξι χρονών, πήγαινε κι αυτή κάθε χρόνο με τους γονείς της στην εκκλησία κρατώντας το καλαθάκι με τα κουλούρια που είχε φτιάξει για το νεογέννητο Χριστό. Εκείνο το χρόνο, όμως, η μητέρα της αρρώστησε, κι ο πατέρας της ταξίδεψε σε μια μεγάλη πόλη για να βρει δουλειά και να τα βγάλει πέρα με τα φάρμακα και τα άλλα έξοδα. Ούτε δραχμή δεν τους περίσσευε, για ν’ αγοράσουν δώρο στο Χριστό.
Πώς να πάει στην εκκλησία η Μαρία με άδεια χέρια;
Την ώρα που χτύπησαν οι καμπάνες, η Μαρία μπήκε δειλά δειλά στην εκκλησία και κρύφτηκε πίσω από μια κολόνα. Δεν ήθελε να τη δει κανείς με τα χέρια αδειανά. Οι άλλοι προσκυνούσαν το Χριστό, άναβαν το κεράκι τους και του πρόσφεραν το δώρο τους.
Εκείνη γονάτισε κοιτάζοντας τη φάτνη από μακριά και ψιθύρισε:
- Αχ, Παναγίτσα μου, φέτος δε θα έρθω στη λειτουργία. Δεν έχω να χαρίσω τίποτε στο παιδί σου που γεννήθηκε. Η μητέρα μου αρρώστησε. Δεν έχουμε καθόλου χρήματα. Θα το εξηγήσεις στο Χριστό γιατί δεν του έφερα δώρο;
Ο κόσμος είχε αρχίσει να ψάλλει μαζί με τον παπά το «Χριστός γεννάται σήμερον». Τα μάτια της Μαρίας θόλωσαν από τα δάκρυα, βγήκε από την κρυψώνα της κι έτρεξε προς το σπίτι της. Δεν είχε κάνει ούτε τρία βήματα, όταν άκουσε πίσω της μια φωνή να τη ρωτάει:
- Γιατί κλαις, κοριτσάκι μου, μια τέτοια χαρούμενη μέρα;
Ήταν μια γριούλα με γλυκό πρόσωπο και μάτια γεμάτα καλοσύνη.
- Κλαίω, γιαγιάκα, γιατί δε μου περισσεύει ούτε μια δεκάρα, για ν’ αγοράσω ένα δώρο στο Χριστό.
- Γι’ αυτό κλαις, Μαρία; Ο Χριστός ευχαριστιέται και μόνο που τον σκέφτεσαι. Και μόνο που τον αγαπάς. Να, κοίταξε εκείνον το θάμνο με τα πράσινα φύλλα. Γιατί δεν κόβεις ένα μπουκέτο να του το πας;
Το κορίτσι σταμάτησε τα κλάματα, έσκυψε, κι άρχισε να κόβει ένα μπουκέτο από κλαδιά. Έκοψε αρκετά, ώσπου η αγκαλιά της δε χωρούσε πια άλλα.
- Φτάνουν αυτά, γιαγιάκα; ρώτησε τη γριούλα κοιτάζοντας πίσω της, αλλά εκείνη είχε εξαφανιστεί.
Η Μαρία με τα κλαδιά στην αγκαλιά της προχώρησε θαρρετά και μπήκε στην εκκλησία μ’ ένα χαμόγελο αγαλλίασης. Όλα έλαμπαν στο φως των κεριών. Ο κόσμος έψελνε με κατάνυξη. Περπάτησε πάνω στο κόκκινο χαλί που απλωνόταν μπροστά στη φάτνη κι απόθεσε το δώρο της.
- Κοιτάτε αυτό το κοριτσάκι, είπε χαμηλόφωνα μια γυναίκα. Φέρνει κλαδιά από θάμνους στο Χριστό. Και μη χειρότερα.
Όταν τελείωσε το τροπάριο ακούστηκαν ψίθυροι στην εκκλησία.
- Κοιτάξτε, κοιτάξτε τα κλαδιά των θάμνων!
Η Μαρία ήταν ακόμα γονατιστή με σταυρωμένα τα χέρια της. Ακούγοντας τις φωνές, σήκωσε το κεφάλι της τρομοκρατημένη και είδε τα κλαδιά, τα δικά της κλαδιά, να έχουν ανθίσει και να έχουν βγάλει κάτι όμορφα κόκκινα λουλούδια που έμοιαζαν με αστέρια.
- Μα τι έγινε;
- Θαύμα!
- Ήτανε θάμνοι κι έβγαλαν λουλούδια!
Ο παπάς και το πλήθος γονάτισαν μπροστά στη φάτνη, δοξολογώντας το Χριστό γι’ αυτό το ανεξήγητο φαινόμενο.
Η γριούλα – ποια να ‘ταν άραγε; – είχε δίκιο. Το δώρο που δίνεται από την καρδιά είναι το πιο αξιόλογο δώρο. Τα φτωχά κλαδάκια ήταν το πιο σημαντικό δώρο που είχε πάρει ο Χριστός εκείνη τη μέρα…
Από τότε, κάθε χρόνο, τις μέρες των Χριστουγέννων, αυτοί οι θάμνοι ανθίζουν με τα αμέτρητα κόκκινα αστράκια τους, κι ο κόσμος τα ονομάζει «λουλούδια των Χριστουγέννων».
Από το μακρινό εκείνο χωριό έφτασαν και στην πατρίδα μας κι ο κόσμος τα ονόμασε «Άστρα του Χριστού».
Οι κάτοικοι πήγαιναν πρώτα πρώτα στην εκκλησία, για ν’ ακούσουν τη θεία λειτουργία, γονάτιζαν κι άναβαν το κεράκι τους μπροστά στη φάτνη. Κάθε κεράκι έπρεπε να σβήσει από μόνο του, λιώνοντας σιγά σιγά, γι’ αυτό γύρω από τη φάτνη ήταν αμέτρητα κεράκια, όσα και οι πιστοί, κι η εκκλησία λαμποκοπούσε κι έφεγγε σαν να ήταν ο ήλιος μέσα της. Όταν η λειτουργία τελείωνε, ο κόσμος πήγαινε στα γύρω κεντράκια, για να φάει και να πιει, να γλεντήσει τη χαρά του για τη γέννηση του Χριστού.
Οι χωριανοί άρχιζαν τις προετοιμασίες για τα Χριστούγεννα εβδομάδες πριν. Οι νοικοκυρές έψηναν κουλούρια, πίτες και γλυκά κι οι άντρες έβαφαν την πλατεία του χωριού, την εκκλησία και τα σπίτια τους. Ο παπάς με τα παιδιά του σχολείου και τους δασκάλους σκάλιζε τα ζώα της φάτνης στο ξύλο, τους τρεις μάγους, τους βοσκούς, το αστέρι, την Παναγία και το Χριστό.
Το βράδυ της παραμονής όλα ήταν έτοιμα κι οι άνθρωποι ντυμένοι τα καλά τους πήγαιναν στην εκκλησιά κι άφηναν μπροστά στη φάτνη ένα δώρο για το Χριστό, ό,τι μπορούσε ο καθένας.
Η Μαρία, που ήταν έξι χρονών, πήγαινε κι αυτή κάθε χρόνο με τους γονείς της στην εκκλησία κρατώντας το καλαθάκι με τα κουλούρια που είχε φτιάξει για το νεογέννητο Χριστό. Εκείνο το χρόνο, όμως, η μητέρα της αρρώστησε, κι ο πατέρας της ταξίδεψε σε μια μεγάλη πόλη για να βρει δουλειά και να τα βγάλει πέρα με τα φάρμακα και τα άλλα έξοδα. Ούτε δραχμή δεν τους περίσσευε, για ν’ αγοράσουν δώρο στο Χριστό.
Πώς να πάει στην εκκλησία η Μαρία με άδεια χέρια;
Την ώρα που χτύπησαν οι καμπάνες, η Μαρία μπήκε δειλά δειλά στην εκκλησία και κρύφτηκε πίσω από μια κολόνα. Δεν ήθελε να τη δει κανείς με τα χέρια αδειανά. Οι άλλοι προσκυνούσαν το Χριστό, άναβαν το κεράκι τους και του πρόσφεραν το δώρο τους.
Εκείνη γονάτισε κοιτάζοντας τη φάτνη από μακριά και ψιθύρισε:
- Αχ, Παναγίτσα μου, φέτος δε θα έρθω στη λειτουργία. Δεν έχω να χαρίσω τίποτε στο παιδί σου που γεννήθηκε. Η μητέρα μου αρρώστησε. Δεν έχουμε καθόλου χρήματα. Θα το εξηγήσεις στο Χριστό γιατί δεν του έφερα δώρο;
Ο κόσμος είχε αρχίσει να ψάλλει μαζί με τον παπά το «Χριστός γεννάται σήμερον». Τα μάτια της Μαρίας θόλωσαν από τα δάκρυα, βγήκε από την κρυψώνα της κι έτρεξε προς το σπίτι της. Δεν είχε κάνει ούτε τρία βήματα, όταν άκουσε πίσω της μια φωνή να τη ρωτάει:
- Γιατί κλαις, κοριτσάκι μου, μια τέτοια χαρούμενη μέρα;
Ήταν μια γριούλα με γλυκό πρόσωπο και μάτια γεμάτα καλοσύνη.
- Κλαίω, γιαγιάκα, γιατί δε μου περισσεύει ούτε μια δεκάρα, για ν’ αγοράσω ένα δώρο στο Χριστό.
- Γι’ αυτό κλαις, Μαρία; Ο Χριστός ευχαριστιέται και μόνο που τον σκέφτεσαι. Και μόνο που τον αγαπάς. Να, κοίταξε εκείνον το θάμνο με τα πράσινα φύλλα. Γιατί δεν κόβεις ένα μπουκέτο να του το πας;
Το κορίτσι σταμάτησε τα κλάματα, έσκυψε, κι άρχισε να κόβει ένα μπουκέτο από κλαδιά. Έκοψε αρκετά, ώσπου η αγκαλιά της δε χωρούσε πια άλλα.
- Φτάνουν αυτά, γιαγιάκα; ρώτησε τη γριούλα κοιτάζοντας πίσω της, αλλά εκείνη είχε εξαφανιστεί.
Η Μαρία με τα κλαδιά στην αγκαλιά της προχώρησε θαρρετά και μπήκε στην εκκλησία μ’ ένα χαμόγελο αγαλλίασης. Όλα έλαμπαν στο φως των κεριών. Ο κόσμος έψελνε με κατάνυξη. Περπάτησε πάνω στο κόκκινο χαλί που απλωνόταν μπροστά στη φάτνη κι απόθεσε το δώρο της.
- Κοιτάτε αυτό το κοριτσάκι, είπε χαμηλόφωνα μια γυναίκα. Φέρνει κλαδιά από θάμνους στο Χριστό. Και μη χειρότερα.
Όταν τελείωσε το τροπάριο ακούστηκαν ψίθυροι στην εκκλησία.
- Κοιτάξτε, κοιτάξτε τα κλαδιά των θάμνων!
Η Μαρία ήταν ακόμα γονατιστή με σταυρωμένα τα χέρια της. Ακούγοντας τις φωνές, σήκωσε το κεφάλι της τρομοκρατημένη και είδε τα κλαδιά, τα δικά της κλαδιά, να έχουν ανθίσει και να έχουν βγάλει κάτι όμορφα κόκκινα λουλούδια που έμοιαζαν με αστέρια.
- Μα τι έγινε;
- Θαύμα!
- Ήτανε θάμνοι κι έβγαλαν λουλούδια!
Ο παπάς και το πλήθος γονάτισαν μπροστά στη φάτνη, δοξολογώντας το Χριστό γι’ αυτό το ανεξήγητο φαινόμενο.
Η γριούλα – ποια να ‘ταν άραγε; – είχε δίκιο. Το δώρο που δίνεται από την καρδιά είναι το πιο αξιόλογο δώρο. Τα φτωχά κλαδάκια ήταν το πιο σημαντικό δώρο που είχε πάρει ο Χριστός εκείνη τη μέρα…
Από τότε, κάθε χρόνο, τις μέρες των Χριστουγέννων, αυτοί οι θάμνοι ανθίζουν με τα αμέτρητα κόκκινα αστράκια τους, κι ο κόσμος τα ονομάζει «λουλούδια των Χριστουγέννων».
Από το μακρινό εκείνο χωριό έφτασαν και στην πατρίδα μας κι ο κόσμος τα ονόμασε «Άστρα του Χριστού».
Χριστουγεννιάτικες ιστορίες:Ένα ξεχωριστό Χριστουγεννιάτικο Δέντρο
Ήταν Παραμονή Χριστουγέννων και ο Τίνκερ, το σκιουράκι, φορώντας τα πιο ζεστά του ρούχα, χουζούρευε στο σπιτάκι του, μέσα στη μεγάλη βελανιδιά. Κοιτούσε μια από τις εικόνες του βιβλίου του. "Αχ !" αναστέναξε κλείνοντας το βιβλίο.
Εκείνη τη στιγμή περνούσε απέξω χοροπηδώντας η κυρία Κουνελίτσα, και άκουσε τον Τίνκερ ν' αναστενάζει. Η κυρία Κουνελίτσα συμπαθούσε τον Τίνκερ και ήξερε ότι συνήθως ήταν πολύ χαρούμενος. Της φάνηκε λοιπόν παράξενο, που τον άκουσε ν' αναστενάζει.
"Τι σου συμβαίνει, Τίνκερ;" τον ρώτησε με γλυκιά φωνή.
Ο Τίνκερ έβγαλε το κεφαλάκι του στην κουφάλα του δέντρου. "Ε, να, είδα το ωραιότερο χριστουγεννιάτικο δέντρο στο βιβλίο μου. Ήταν στολισμένο με γυαλιστερές μπάλες και όμορφα φωτάκια, που λαμπύριζαν σαν αστέρια".
Ο Τίνκερ έδειξε την εικόνα στην κυρία Κουνελίτσα. "Πραγματικά, είναι πολύ όμορφο", είπε αυτή. "Μακάρι να είχα κι εγώ ένα τόσο όμορφο δέντρο, αντί γι' αυτή τη βαρετή, καφετιά βελανιδιά", είπε ο Τίνκερ. "Μη στενοχωριέσαι, Τίνκερ", είπε η κυρία Κουνελίτσα.
"Σύντομα θα ξανάρθει η άνοιξη και το δέντρο σου θα γεμίσει όμορφα, καταπράσινα φύλλα".
"Ναι, έχεις δίκια", αποκρίθηκε ο Τίνκερ. "Ωστόσο, πολύ θα ήθελα να ήταν πιο όμορφη η βελανιδιά μου, για τα Χριστούγεννα".
"Πήγαινε να πλαγιάσεις τώρα", είπε καλοσυνάτα η κυρία Κουνελίτσα. ¨Αύριο ξημερώνουν Χριστούγεννα".
Η κυρία Κουνελίτσα τον αποχαιρέτησε κι έφυγε. Όμως, δεν ήθελε να είναι ο φίλος της στενοχωρημένος τις μέρες των Χριστουγέννων. Μήπως μπορούσε, άραγε, κάπως να το βοηθήσει;
Στον δρόμο για το σπίτι της συνάντησε κι άλλα ζωάκια: τον Λαγό Χέρμπερτ, το Ποντικούλη Φρέντι και την Νταίζη, τη Σκιουρίνα. Τους είπε για το δέντρο που είχε δει ο Τίνκερ στο βιβλίο του, και πόσο στενοχωριόταν το σκιουράκι, που το δικό του δέντρο ήταν ολόγυμνο.
"Πολύ το συμπαθώ αυτό το σκιουράκι", είπε η κυρία Κουνελίτσα.
"Θα ήταν υπέροχο να κάναμε γι' αυτόν κάτι το ξεχωριστό, φέτος τα Χριστούγεννα".
"Ναι, αλλά τι;" ρώτησαν ο Φρέντι και ο Χέρμπερτ με μια φωνή.
"Έχω μια ιδέα", είπε η Κουνελίτσα. "Ακολουθήστε με".
Το άλλο πρωί, ξημερώνοντας Χριστούγεννα, Ο Τίνκερ ξύπνησε από θορύβους και φωνές. Έσκυψε από το δέντρο του να δει ποιος έκανε όλη αυτή τη φασαρία - κι αντίκρισε τους φίλους του, που είχαν μαζευτεί γύρω από τον κορμό του δέντρου.
"Καλά Χριστούγεννα, Τίνκερ", φώναξαν όλοι μαζί. Ο Τίνκερ κοίταξε γύρω και δεν πίστευε στα μάτια του. Όσο εκείνος κοιμόταν, οι φίλοι του δούλευαν σκληρά για να του κάνουν έκπληξη.
Είχαν μαζέψει κουκουνάρια, μούρα, καρύδια, γκι και πουρναρόφυλλα. Κάποιες αράχνες, μάλιστα, είχαν υφάνει περίτεχνους ιστούς. Όταν τα ζωάκια συγκέντρωσαν όλα όσα χρειάζονταν, άρχισαν να στολίζουν το δέντρο.
Τώρα, τα δώρα τους κρέμονταν από τα κλαριά και η γέρικη βελανιδιά δεν ήταν πια γυμνή και βαρετή. Κι όταν άρχισε, σε λίγο, να χιονίζει, το δέντρο λαμποκοπούσε από τις ρίζες μέχρι την κορφή. "Είναι πανέμορφο", είπε ο Τίνκερ. "Πολύ πιο όμορφο από το δέντρο του βιβλίου. Σας ευχαριστώ όλους, πάρα πολύ. Κανείς άλλος δεν μου είχε κάνει ποτέ ωραιότερο χριστουγεννιάτικο δώρο".
Εκείνη τη στιγμή περνούσε απέξω χοροπηδώντας η κυρία Κουνελίτσα, και άκουσε τον Τίνκερ ν' αναστενάζει. Η κυρία Κουνελίτσα συμπαθούσε τον Τίνκερ και ήξερε ότι συνήθως ήταν πολύ χαρούμενος. Της φάνηκε λοιπόν παράξενο, που τον άκουσε ν' αναστενάζει.
"Τι σου συμβαίνει, Τίνκερ;" τον ρώτησε με γλυκιά φωνή.
Ο Τίνκερ έβγαλε το κεφαλάκι του στην κουφάλα του δέντρου. "Ε, να, είδα το ωραιότερο χριστουγεννιάτικο δέντρο στο βιβλίο μου. Ήταν στολισμένο με γυαλιστερές μπάλες και όμορφα φωτάκια, που λαμπύριζαν σαν αστέρια".
Ο Τίνκερ έδειξε την εικόνα στην κυρία Κουνελίτσα. "Πραγματικά, είναι πολύ όμορφο", είπε αυτή. "Μακάρι να είχα κι εγώ ένα τόσο όμορφο δέντρο, αντί γι' αυτή τη βαρετή, καφετιά βελανιδιά", είπε ο Τίνκερ. "Μη στενοχωριέσαι, Τίνκερ", είπε η κυρία Κουνελίτσα.
"Σύντομα θα ξανάρθει η άνοιξη και το δέντρο σου θα γεμίσει όμορφα, καταπράσινα φύλλα".
"Ναι, έχεις δίκια", αποκρίθηκε ο Τίνκερ. "Ωστόσο, πολύ θα ήθελα να ήταν πιο όμορφη η βελανιδιά μου, για τα Χριστούγεννα".
"Πήγαινε να πλαγιάσεις τώρα", είπε καλοσυνάτα η κυρία Κουνελίτσα. ¨Αύριο ξημερώνουν Χριστούγεννα".
Η κυρία Κουνελίτσα τον αποχαιρέτησε κι έφυγε. Όμως, δεν ήθελε να είναι ο φίλος της στενοχωρημένος τις μέρες των Χριστουγέννων. Μήπως μπορούσε, άραγε, κάπως να το βοηθήσει;
Στον δρόμο για το σπίτι της συνάντησε κι άλλα ζωάκια: τον Λαγό Χέρμπερτ, το Ποντικούλη Φρέντι και την Νταίζη, τη Σκιουρίνα. Τους είπε για το δέντρο που είχε δει ο Τίνκερ στο βιβλίο του, και πόσο στενοχωριόταν το σκιουράκι, που το δικό του δέντρο ήταν ολόγυμνο.
"Πολύ το συμπαθώ αυτό το σκιουράκι", είπε η κυρία Κουνελίτσα.
"Θα ήταν υπέροχο να κάναμε γι' αυτόν κάτι το ξεχωριστό, φέτος τα Χριστούγεννα".
"Ναι, αλλά τι;" ρώτησαν ο Φρέντι και ο Χέρμπερτ με μια φωνή.
"Έχω μια ιδέα", είπε η Κουνελίτσα. "Ακολουθήστε με".
Το άλλο πρωί, ξημερώνοντας Χριστούγεννα, Ο Τίνκερ ξύπνησε από θορύβους και φωνές. Έσκυψε από το δέντρο του να δει ποιος έκανε όλη αυτή τη φασαρία - κι αντίκρισε τους φίλους του, που είχαν μαζευτεί γύρω από τον κορμό του δέντρου.
"Καλά Χριστούγεννα, Τίνκερ", φώναξαν όλοι μαζί. Ο Τίνκερ κοίταξε γύρω και δεν πίστευε στα μάτια του. Όσο εκείνος κοιμόταν, οι φίλοι του δούλευαν σκληρά για να του κάνουν έκπληξη.
Είχαν μαζέψει κουκουνάρια, μούρα, καρύδια, γκι και πουρναρόφυλλα. Κάποιες αράχνες, μάλιστα, είχαν υφάνει περίτεχνους ιστούς. Όταν τα ζωάκια συγκέντρωσαν όλα όσα χρειάζονταν, άρχισαν να στολίζουν το δέντρο.
Τώρα, τα δώρα τους κρέμονταν από τα κλαριά και η γέρικη βελανιδιά δεν ήταν πια γυμνή και βαρετή. Κι όταν άρχισε, σε λίγο, να χιονίζει, το δέντρο λαμποκοπούσε από τις ρίζες μέχρι την κορφή. "Είναι πανέμορφο", είπε ο Τίνκερ. "Πολύ πιο όμορφο από το δέντρο του βιβλίου. Σας ευχαριστώ όλους, πάρα πολύ. Κανείς άλλος δεν μου είχε κάνει ποτέ ωραιότερο χριστουγεννιάτικο δώρο".
Χριστουγεννιάτικες ιστορίες Το φίδι των Χριστουγέννων
Με όλη την οικογένεια των φιδιών να παρακολουθεί τηλεόραση, ο Σάμυ ρώτησε την μαμά του
«Μαμά τι είναι αυτό που βλέπω;»
Kαι η μητέρα του απάντησε «Δεν θα μάθεις ποτέ μικρέ μου, αυτό δεν είναι για φίδια, είναι χιόνι. Το φιδίσιο αίμα μας χρειάζεται τον καλοκαιρινό ήλιο, στο χιόνι εμείς θα παγώσουμε και θα πεθάνουμε.
Γι αυτό και τους χειμερινούς μήνες κοιμόμαστε ή κρυβόμαστε. 'Oσο υπάρχει χιόνι όλα τα φίδια είναι κρυμμένα».
Ο μικρούλης Σάμυ όμως ονειρευόταν τις παγωμένες νιφάδες και το μυαλουδάκι του αμφέβαλλε «για όνομα του θεού, απλά θα το σκάσω κρυφά και κανένας δεν θα το μάθει, και θα διασκεδάσω με το χιόνι».
Πέταξε το παλιό του δέρμα και το χρησιμοποίησε ως καμουφλάζ για να δείξει ότι κοιμάται, το σκέπασε με το πάπλωμά του και περίμενε να καθαρίσει το πεδίο για να φύγει από την φωλιά. Και έτσι κι έγινε.
Ήταν εκεί και το χιόνι τον περίμενε, τόσο απαλό και γυαλιστερά λευκό, κυλίστηκε μέσα και πάνω το. Αυτό το μικρό φιδάκι τελικά λάτρευε το χιόνι. 'Eπαιζε φτιάχνοντας σχεδιάκια και καθώς χτύπησαν οι βραδινές καμπάνες είχε ήδη φύγει ο ήλιος και το σκοτάδι ήταν βαθύ.
Τότε μόνο ανακάλυψε ο μικρός Σάμυ ότι είχε χάσει το δεύτερο στρώμα του δέρματός του.
'Aρχισε να κρυώνει πολύ και σύντομα η αναπνοή το άρχισε να πέφτει. Είχε παγώσει και η γλώσσα του και η μύτη του σκεπάζονταν από πάγο. Δεν μπορούσε να κινηθεί όπως πριν και άρχισε να γλιστράει.
«Πρέπει να κάνω κάτι σύντομα, πριν γίνω παγοκολώνα» σκέφτηκε.
Και τότε ξαφνικά από τον ουρανό ήρθε ένα μικρό έλκηθρο. «Η απάντηση στις προσευχές μου» σκέφτηκε ο μικρούλης «ίσως και να επιβιώσω αν καταφέρω να τυλιχτώ εκεί».
Είδε μερικά τριχωτά πλασματάκια εκεί κοντά αλλά το κρύο τον έκαναν και ξεπέρασε τον φόβο του.
'Eφτασε το έλκηθρο και οι ελπίδες του λιγόστευαν καθώς σκαρφάλωνε με πόνο επάνω του. αλλά αυτό δεν τον βοήθησε, αντιθέτως ένιωσε περισσότερο κρύο. Ξαφνικά είδε ένα πλαστικό ραβδί που μπορούσε να τον προστατεύσει από τον καιρό και είχε τριγύρω του δέρμα. Τυλίχτηκε γύρω από αυτό και έλπιζε να επιβιώσει.
Είδε έναν μεγάλο χονδρό άντρα με λευκά γένια και μια χαζούλικη γκριμάτσα να ανεβαίνει στο έλκηθρο και συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι αυτά τα τριχωτά πλάσματα έσερναν το έλκηθρό του. Κοίταξε πιο προσεκτικά τριγύρω του και είδε μια κόκκινη στολή και τις οπλές των ταράνδων. Δεν το πίστευε είχε εμπρός του τον Αϊ Βασίλη!!
Και έτσι καθώς ο μικρούλης καημενούλης Σάμυ προσπαθούσε να κρυφτεί, ο 'Aγιος Βασίλης ξεκινούσε φωνάζοντας «Πάνω και ψηλά, πάνω και ψηλά». Ο Σάμυ νόμιζε ότι ο ουρανός γινόταν ολοένα και πιο κρύος και έσκυψε το κεφάλι του κάτω από το χερούλι.
'Eλπιζε ότι ο 'Aγιος δεν θα τον καταλάβαινε και μόνο η ουρά του φαινότανε λίγο.
Κάθε φορά προσγειώνονταν σε μια σκεπή και σύντομα ήτανε και πάλι πάνω στον ουρανό, και τότε άκουσε «πήγαινε Πράνσερ, κουνήσου Ντάνσερ μην χαμηλώνεις, για να κρατήσω την προσοχή σας σε αυτό το ταξίδι μου φαίνεται ότι θα πρέπει να χρησιμοποιήσω το μαστίγιό μου» και άρπαξε το μαστίγιο τόσο συνηθισμένα μιας και το χε κάνει τόσες φορές όμως του φάνηκε χαλαρό και κάπως γλοιώδες.
Ήταν επειδή στο χέρι του είχε τον Σάμυ. Και αυτό το μαστίγιο δεν έκανε ούτε κρακ απλά σίγησε στον αέρα.
Και καθώς ο 'Aγιος χάζεψε με μεγάλη έκπληξη, τα φοβισμένα φιδίσια ματάκια τον κοίταξαν πίσω.
Ο Αϊ Βασίλης αναφώνησε «για το όνομα του θεού, το μαστίγιό μου μετατράπηκε σε ένα φίδι!!!» και ο καημενούλης ο Σάμυ βρήκε μόνο αυτές τις λέξεις να πει «κρύωνα τόσο και θα πάγωνα αν δεν ερχόμουν εδώ....είναι χειμώνας και τα φίδια δεν πρέπει να κυκλοφορούν όμως εγώ αγαπώ το χιόνι και έπρεπε να παίξω μαζί του, με προειδοποίησε η μαμά μου αλλά εγώ δεν την άκουσα και θα ήμουν σίγουρα νεκρό αν δεν ήσουνα εσύ..».
Ο Αϊ Βασίλης απάντησε «κοίτα τι θα κάνουμε, θα με βοηθήσεις πριν να φύγε τελείως η νύχτα και θα κάνεις το μαστίγιο για να τους κάνεις να πηγαίνουν πιο γρήγορα».
Κρίμα που δεν το δε αυτό ο κόσμος, ήταν πραγματικά αστείο!! Οι τάρανδοι γέλαγαν και τραγουδούσαν «ο 'Aγιος Βασίλης έρχεται στην πόλη..» και η νύχτα έμοιαζε να περνάει πετώντας, μοιράζοντας τα δώρα κατά μήκος του ουρανού.
Ο 'Aγιος έλεγξε προσεκτικά την λίστα με δώρα και μόλις βεβαιώθηκε ότι δεν λείπει κανένα από κανένα παιδί , ξαφνικά βγήκε και ο πρωινός ήλιος.
Και 'Aγιος φώναξε «αυτό είναι παιδιά, τελειώσαμε! Μέχρι τώρα η γυναίκα μου και τα ξωτικά θα ξέρουν ότι σώσαμε τον Σάμυ από το χιόνι».
Στο σπίτι του Αϊ Βασίλη λέγανε την ιστορία και ο Σάμυ άστραφτε από χαρά αλλά παρόλα αυτά δεν ξεχνούσε πόσο φοβήθηκε το κρύο και την νύχτα.
Η γυναίκα του Αϊ Βασίλη άνοιξε το κουτί με τα πλεκτά της και έφτιαξε του Σάμυ δύο κάλτσες σαν σωλήνες, η κόκκινη ήταν για να την φοράει και η πράσινη για ανταλλακτική. «Τώρα πρέπει να μας πεις αν θες να μείνεις ή αν θες να φύγεις και να πας σπίτι σου.
Πάω στοίχημα ότι η μαμά σου θα έχει ανησυχήσει πάρα πολύ.
Πάντως αν θες οι φίλοι μου θα σε πάνε μέχρι εκεί» είπε ο Αϊ Βασίλης.
«Θέλω να πάω σπίτι μου, μου λείπει η μαμά μου πάρα πολύ, θα τους ειδοποιήσω για το τι βρίσκετε εδώ πάνω και θα βεβαιωθώ ότι όλοι θα παραμείνουν κάτω όλο τον χειμώνα. Δεν ήθελα να το σκάσω, θα θελα να πάω πίσω σπίτι. 'Oμως επειδή η μαμά θα είναι και θυμωμένη θα ήθελα να της γράφατε ένα μικρό γράμμα» είπε ο Σάμυ.
Ο Αϊ Βασίλης γέλασε και είπε «αυτό το μήνυμα θα πάει και μέσω Ιντερνετ «ετοίμασε ένα πάρτι καλωσορίσματος για τον γιο σου, όλος ο κόσμος είναι περήφανος για αυτό που έκανε»
Και όταν ο Σάμυ πήγε σπίτι όλοι ήταν τόσο χαρούμενοι και τον αγκάλιασαν και τον φίλησαν και ο Αϊ Βασίλης είπε.. «eίναι και κάτι που πρέπει να ξέρεις.
Κάθε 25η Δεκεμβρίου θα θυμόμαστε όλοι την ειδική μας βόλτα και σε κάθε χριστουγεννιάτικο ταξίδι μας θα σε σκεφτόμαστε σαν το χριστουγεννιάτικο φίδι μας!! Είσαι ο Σάμυ Ήρωας»
Τώρα ο Σάμυ το φιδάκι είναι πίσω στο σπίτι του φορώντας το πράσινο καλτσάκι, είναι ζεστός χαρούμενος και ευτυχισμένος και η μαμά του είναι σίγουρη ότι θα μείνει μέσα όταν χιονίζει.
«Μαμά τι είναι αυτό που βλέπω;»
Kαι η μητέρα του απάντησε «Δεν θα μάθεις ποτέ μικρέ μου, αυτό δεν είναι για φίδια, είναι χιόνι. Το φιδίσιο αίμα μας χρειάζεται τον καλοκαιρινό ήλιο, στο χιόνι εμείς θα παγώσουμε και θα πεθάνουμε.
Γι αυτό και τους χειμερινούς μήνες κοιμόμαστε ή κρυβόμαστε. 'Oσο υπάρχει χιόνι όλα τα φίδια είναι κρυμμένα».
Ο μικρούλης Σάμυ όμως ονειρευόταν τις παγωμένες νιφάδες και το μυαλουδάκι του αμφέβαλλε «για όνομα του θεού, απλά θα το σκάσω κρυφά και κανένας δεν θα το μάθει, και θα διασκεδάσω με το χιόνι».
Πέταξε το παλιό του δέρμα και το χρησιμοποίησε ως καμουφλάζ για να δείξει ότι κοιμάται, το σκέπασε με το πάπλωμά του και περίμενε να καθαρίσει το πεδίο για να φύγει από την φωλιά. Και έτσι κι έγινε.
Ήταν εκεί και το χιόνι τον περίμενε, τόσο απαλό και γυαλιστερά λευκό, κυλίστηκε μέσα και πάνω το. Αυτό το μικρό φιδάκι τελικά λάτρευε το χιόνι. 'Eπαιζε φτιάχνοντας σχεδιάκια και καθώς χτύπησαν οι βραδινές καμπάνες είχε ήδη φύγει ο ήλιος και το σκοτάδι ήταν βαθύ.
Τότε μόνο ανακάλυψε ο μικρός Σάμυ ότι είχε χάσει το δεύτερο στρώμα του δέρματός του.
'Aρχισε να κρυώνει πολύ και σύντομα η αναπνοή το άρχισε να πέφτει. Είχε παγώσει και η γλώσσα του και η μύτη του σκεπάζονταν από πάγο. Δεν μπορούσε να κινηθεί όπως πριν και άρχισε να γλιστράει.
«Πρέπει να κάνω κάτι σύντομα, πριν γίνω παγοκολώνα» σκέφτηκε.
Και τότε ξαφνικά από τον ουρανό ήρθε ένα μικρό έλκηθρο. «Η απάντηση στις προσευχές μου» σκέφτηκε ο μικρούλης «ίσως και να επιβιώσω αν καταφέρω να τυλιχτώ εκεί».
Είδε μερικά τριχωτά πλασματάκια εκεί κοντά αλλά το κρύο τον έκαναν και ξεπέρασε τον φόβο του.
'Eφτασε το έλκηθρο και οι ελπίδες του λιγόστευαν καθώς σκαρφάλωνε με πόνο επάνω του. αλλά αυτό δεν τον βοήθησε, αντιθέτως ένιωσε περισσότερο κρύο. Ξαφνικά είδε ένα πλαστικό ραβδί που μπορούσε να τον προστατεύσει από τον καιρό και είχε τριγύρω του δέρμα. Τυλίχτηκε γύρω από αυτό και έλπιζε να επιβιώσει.
Είδε έναν μεγάλο χονδρό άντρα με λευκά γένια και μια χαζούλικη γκριμάτσα να ανεβαίνει στο έλκηθρο και συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι αυτά τα τριχωτά πλάσματα έσερναν το έλκηθρό του. Κοίταξε πιο προσεκτικά τριγύρω του και είδε μια κόκκινη στολή και τις οπλές των ταράνδων. Δεν το πίστευε είχε εμπρός του τον Αϊ Βασίλη!!
Και έτσι καθώς ο μικρούλης καημενούλης Σάμυ προσπαθούσε να κρυφτεί, ο 'Aγιος Βασίλης ξεκινούσε φωνάζοντας «Πάνω και ψηλά, πάνω και ψηλά». Ο Σάμυ νόμιζε ότι ο ουρανός γινόταν ολοένα και πιο κρύος και έσκυψε το κεφάλι του κάτω από το χερούλι.
'Eλπιζε ότι ο 'Aγιος δεν θα τον καταλάβαινε και μόνο η ουρά του φαινότανε λίγο.
Κάθε φορά προσγειώνονταν σε μια σκεπή και σύντομα ήτανε και πάλι πάνω στον ουρανό, και τότε άκουσε «πήγαινε Πράνσερ, κουνήσου Ντάνσερ μην χαμηλώνεις, για να κρατήσω την προσοχή σας σε αυτό το ταξίδι μου φαίνεται ότι θα πρέπει να χρησιμοποιήσω το μαστίγιό μου» και άρπαξε το μαστίγιο τόσο συνηθισμένα μιας και το χε κάνει τόσες φορές όμως του φάνηκε χαλαρό και κάπως γλοιώδες.
Ήταν επειδή στο χέρι του είχε τον Σάμυ. Και αυτό το μαστίγιο δεν έκανε ούτε κρακ απλά σίγησε στον αέρα.
Και καθώς ο 'Aγιος χάζεψε με μεγάλη έκπληξη, τα φοβισμένα φιδίσια ματάκια τον κοίταξαν πίσω.
Ο Αϊ Βασίλης αναφώνησε «για το όνομα του θεού, το μαστίγιό μου μετατράπηκε σε ένα φίδι!!!» και ο καημενούλης ο Σάμυ βρήκε μόνο αυτές τις λέξεις να πει «κρύωνα τόσο και θα πάγωνα αν δεν ερχόμουν εδώ....είναι χειμώνας και τα φίδια δεν πρέπει να κυκλοφορούν όμως εγώ αγαπώ το χιόνι και έπρεπε να παίξω μαζί του, με προειδοποίησε η μαμά μου αλλά εγώ δεν την άκουσα και θα ήμουν σίγουρα νεκρό αν δεν ήσουνα εσύ..».
Ο Αϊ Βασίλης απάντησε «κοίτα τι θα κάνουμε, θα με βοηθήσεις πριν να φύγε τελείως η νύχτα και θα κάνεις το μαστίγιο για να τους κάνεις να πηγαίνουν πιο γρήγορα».
Κρίμα που δεν το δε αυτό ο κόσμος, ήταν πραγματικά αστείο!! Οι τάρανδοι γέλαγαν και τραγουδούσαν «ο 'Aγιος Βασίλης έρχεται στην πόλη..» και η νύχτα έμοιαζε να περνάει πετώντας, μοιράζοντας τα δώρα κατά μήκος του ουρανού.
Ο 'Aγιος έλεγξε προσεκτικά την λίστα με δώρα και μόλις βεβαιώθηκε ότι δεν λείπει κανένα από κανένα παιδί , ξαφνικά βγήκε και ο πρωινός ήλιος.
Και 'Aγιος φώναξε «αυτό είναι παιδιά, τελειώσαμε! Μέχρι τώρα η γυναίκα μου και τα ξωτικά θα ξέρουν ότι σώσαμε τον Σάμυ από το χιόνι».
Στο σπίτι του Αϊ Βασίλη λέγανε την ιστορία και ο Σάμυ άστραφτε από χαρά αλλά παρόλα αυτά δεν ξεχνούσε πόσο φοβήθηκε το κρύο και την νύχτα.
Η γυναίκα του Αϊ Βασίλη άνοιξε το κουτί με τα πλεκτά της και έφτιαξε του Σάμυ δύο κάλτσες σαν σωλήνες, η κόκκινη ήταν για να την φοράει και η πράσινη για ανταλλακτική. «Τώρα πρέπει να μας πεις αν θες να μείνεις ή αν θες να φύγεις και να πας σπίτι σου.
Πάω στοίχημα ότι η μαμά σου θα έχει ανησυχήσει πάρα πολύ.
Πάντως αν θες οι φίλοι μου θα σε πάνε μέχρι εκεί» είπε ο Αϊ Βασίλης.
«Θέλω να πάω σπίτι μου, μου λείπει η μαμά μου πάρα πολύ, θα τους ειδοποιήσω για το τι βρίσκετε εδώ πάνω και θα βεβαιωθώ ότι όλοι θα παραμείνουν κάτω όλο τον χειμώνα. Δεν ήθελα να το σκάσω, θα θελα να πάω πίσω σπίτι. 'Oμως επειδή η μαμά θα είναι και θυμωμένη θα ήθελα να της γράφατε ένα μικρό γράμμα» είπε ο Σάμυ.
Ο Αϊ Βασίλης γέλασε και είπε «αυτό το μήνυμα θα πάει και μέσω Ιντερνετ «ετοίμασε ένα πάρτι καλωσορίσματος για τον γιο σου, όλος ο κόσμος είναι περήφανος για αυτό που έκανε»
Και όταν ο Σάμυ πήγε σπίτι όλοι ήταν τόσο χαρούμενοι και τον αγκάλιασαν και τον φίλησαν και ο Αϊ Βασίλης είπε.. «eίναι και κάτι που πρέπει να ξέρεις.
Κάθε 25η Δεκεμβρίου θα θυμόμαστε όλοι την ειδική μας βόλτα και σε κάθε χριστουγεννιάτικο ταξίδι μας θα σε σκεφτόμαστε σαν το χριστουγεννιάτικο φίδι μας!! Είσαι ο Σάμυ Ήρωας»
Τώρα ο Σάμυ το φιδάκι είναι πίσω στο σπίτι του φορώντας το πράσινο καλτσάκι, είναι ζεστός χαρούμενος και ευτυχισμένος και η μαμά του είναι σίγουρη ότι θα μείνει μέσα όταν χιονίζει.
Χριστουγεννιάτικες ιστορίες :Ένα ξεχωριστό χριστουγεννιάτικο δέντρο
Ήταν Παραμονή Χριστουγέννων και ο Τίνκερ, το σκιουράκι, φορώντας τα πιο ζεστά του ρούχα, χουζούρευε στο σπιτάκι του, μέσα στη μεγάλη βελανιδιά.
Κοιτούσε μια από τις εικόνες του βιβλίου του. "Αχ !" αναστέναξε κλείνοντας το βιβλίο.
Εκείνη τη στιγμή περνούσε απέξω χοροπηδώντας η κυρία Κουνελίτσα, και άκουσε τον Τίνκερ ν' αναστενάζει. Η κυρία Κουνελίτσα συμπαθούσε τον Τίνκερ και ήξερε ότι συνήθως ήταν πολύ χαρούμενος. Της φάνηκε λοιπόν παράξενο, που τον άκουσε ν' αναστενάζει.
"Τι σου συμβαίνει, Τίνκερ;" τον ρώτησε με γλυκιά φωνή.
Ο Τίνκερ έβγαλε το κεφαλάκι του στην κουφάλα του δέντρου. "Ε, να, είδα το ωραιότερο χριστουγεννιάτικο δέντρο στο βιβλίο μου. Ήταν στολισμένο με γυαλιστερές μπάλες και όμορφα φωτάκια, που λαμπύριζαν σαν αστέρια".
Ο Τίνκερ έδειξε την εικόνα στην κυρία Κουνελίτσα. "Πραγματικά, είναι πολύ όμορφο", είπε αυτή. "Μακάρι να είχα κι εγώ ένα τόσο όμορφο δέντρο, αντί γι' αυτή τη βαρετή, καφετιά βελανιδιά", είπε ο Τίνκερ. "Μη στενοχωριέσαι, Τίνκερ", είπε η κυρία Κουνελίτσα.
"Σύντομα θα ξανάρθει η άνοιξη και το δέντρο σου θα γεμίσει όμορφα, καταπράσινα φύλλα".
¨Ναι, έχεις δίκια", αποκρίθηκε ο Τίνκερ. "Ωστόσο, πολύ θα ήθελα να ήταν πιο όμορφη η βελανιδιά μου, για τα Χριστούγεννα".
"Πήγαινε να πλαγιάσεις τώρα", είπε καλοσυνάτα η κυρία Κουνελίτσα. ¨Αύριο ξημερώνουν Χριστούγεννα".
Η κυρία Κουνελίτσα τον αποχαιρέτησε κι έφυγε. Όμως, δεν ήθελε να είναι ο φίλος της στενοχωρημένος τις μέρες των Χριστουγέννων. Μήπως μπορούσε, άραγε, κάπως να το βοηθήσει;
Στον δρόμο για το σπίτι της συνάντησε κι άλλα ζωάκια: τον Λαγό Χέρμπερτ, το Ποντικούλη Φρέντι και την Νταίζη, τη Σκιουρίνα. Τους είπε για το δέντρο που είχε δει ο Τίνκερ στο βιβλίο του, και πόσο στενοχωριόταν το σκιουράκι, που το δικό του δέντρο ήταν ολόγυμνο.
"Πολύ το συμπαθώ αυτό το σκιουράκι", είπε η κυρία Κουνελίτσα.
¨Θα ήταν υπέροχο να κάναμε γι' αυτόν κάτι το ξεχωριστό, φέτος τα Χριστούγεννα".
"Ναι, αλλά τι;" ρώτησαν ο Φρέντι και ο Χέρμπερτ με μια φωνή.
"Έχω μια ιδέα", είπε η Κουνελίτσα. "Ακολουθήστε με".
Το άλλο πρωί, ξημερώνοντας Χριστούγεννα, Ο Τίνκερ ξύπνησε από θορύβους και φωνές. Έσκυψε από το δέντρο του να δει ποιος έκανε όλη αυτή τη φασαρία - κι αντίκρισε τους φίλους του, που είχαν μαζευτεί γύρω από τον κορμό του δέντρου.
"Καλά Χριστούγεννα, Τίνκερ", φώναξαν όλοι μαζί.
Ο Τίνκερ κοίταξε γύρω και δεν πίστευε στα μάτια του. Όσο εκείνος κοιμόταν, οι φίλοι του δούλευαν σκληρά για να του κάνουν έκπληξη.
Είχαν μαζέψει κουκουνάρια, μούρα, καρύδια, γκι και πουρναρόφυλλα. Κάποιες αράχνες, μάλιστα, είχαν υφάνει περίτεχνους ιστούς.
Όταν τα ζωάκια συγκέντρωσαν όλα όσα χρειάζονταν, άρχισαν να στολίζουν το δέντρο.
Τώρα, τα δώρα τους κρέμονταν από τα κλαριά και η γέρικη βελανιδιά δεν ήταν πια γυμνή και βαρετή. Κι όταν άρχισε, σε λίγο, να χιονίζει, το δέντρο λαμποκοπούσε από τις ρίζες μέχρι την κορφή.
"Είναι πανέμορφο", είπε ο Τίνκερ. "Πολύ πιο όμορφο από το δέντρο του βιβλίου. Σας ευχαριστώ όλους, πάρα πολύ. Κανείς άλλος δεν μου είχε κάνει ποτέ ωραιότερο χριστουγεννιάτικο δώρο".
Κοιτούσε μια από τις εικόνες του βιβλίου του. "Αχ !" αναστέναξε κλείνοντας το βιβλίο.
Εκείνη τη στιγμή περνούσε απέξω χοροπηδώντας η κυρία Κουνελίτσα, και άκουσε τον Τίνκερ ν' αναστενάζει. Η κυρία Κουνελίτσα συμπαθούσε τον Τίνκερ και ήξερε ότι συνήθως ήταν πολύ χαρούμενος. Της φάνηκε λοιπόν παράξενο, που τον άκουσε ν' αναστενάζει.
"Τι σου συμβαίνει, Τίνκερ;" τον ρώτησε με γλυκιά φωνή.
Ο Τίνκερ έβγαλε το κεφαλάκι του στην κουφάλα του δέντρου. "Ε, να, είδα το ωραιότερο χριστουγεννιάτικο δέντρο στο βιβλίο μου. Ήταν στολισμένο με γυαλιστερές μπάλες και όμορφα φωτάκια, που λαμπύριζαν σαν αστέρια".
Ο Τίνκερ έδειξε την εικόνα στην κυρία Κουνελίτσα. "Πραγματικά, είναι πολύ όμορφο", είπε αυτή. "Μακάρι να είχα κι εγώ ένα τόσο όμορφο δέντρο, αντί γι' αυτή τη βαρετή, καφετιά βελανιδιά", είπε ο Τίνκερ. "Μη στενοχωριέσαι, Τίνκερ", είπε η κυρία Κουνελίτσα.
"Σύντομα θα ξανάρθει η άνοιξη και το δέντρο σου θα γεμίσει όμορφα, καταπράσινα φύλλα".
¨Ναι, έχεις δίκια", αποκρίθηκε ο Τίνκερ. "Ωστόσο, πολύ θα ήθελα να ήταν πιο όμορφη η βελανιδιά μου, για τα Χριστούγεννα".
"Πήγαινε να πλαγιάσεις τώρα", είπε καλοσυνάτα η κυρία Κουνελίτσα. ¨Αύριο ξημερώνουν Χριστούγεννα".
Η κυρία Κουνελίτσα τον αποχαιρέτησε κι έφυγε. Όμως, δεν ήθελε να είναι ο φίλος της στενοχωρημένος τις μέρες των Χριστουγέννων. Μήπως μπορούσε, άραγε, κάπως να το βοηθήσει;
Στον δρόμο για το σπίτι της συνάντησε κι άλλα ζωάκια: τον Λαγό Χέρμπερτ, το Ποντικούλη Φρέντι και την Νταίζη, τη Σκιουρίνα. Τους είπε για το δέντρο που είχε δει ο Τίνκερ στο βιβλίο του, και πόσο στενοχωριόταν το σκιουράκι, που το δικό του δέντρο ήταν ολόγυμνο.
"Πολύ το συμπαθώ αυτό το σκιουράκι", είπε η κυρία Κουνελίτσα.
¨Θα ήταν υπέροχο να κάναμε γι' αυτόν κάτι το ξεχωριστό, φέτος τα Χριστούγεννα".
"Ναι, αλλά τι;" ρώτησαν ο Φρέντι και ο Χέρμπερτ με μια φωνή.
"Έχω μια ιδέα", είπε η Κουνελίτσα. "Ακολουθήστε με".
Το άλλο πρωί, ξημερώνοντας Χριστούγεννα, Ο Τίνκερ ξύπνησε από θορύβους και φωνές. Έσκυψε από το δέντρο του να δει ποιος έκανε όλη αυτή τη φασαρία - κι αντίκρισε τους φίλους του, που είχαν μαζευτεί γύρω από τον κορμό του δέντρου.
"Καλά Χριστούγεννα, Τίνκερ", φώναξαν όλοι μαζί.
Ο Τίνκερ κοίταξε γύρω και δεν πίστευε στα μάτια του. Όσο εκείνος κοιμόταν, οι φίλοι του δούλευαν σκληρά για να του κάνουν έκπληξη.
Είχαν μαζέψει κουκουνάρια, μούρα, καρύδια, γκι και πουρναρόφυλλα. Κάποιες αράχνες, μάλιστα, είχαν υφάνει περίτεχνους ιστούς.
Όταν τα ζωάκια συγκέντρωσαν όλα όσα χρειάζονταν, άρχισαν να στολίζουν το δέντρο.
Τώρα, τα δώρα τους κρέμονταν από τα κλαριά και η γέρικη βελανιδιά δεν ήταν πια γυμνή και βαρετή. Κι όταν άρχισε, σε λίγο, να χιονίζει, το δέντρο λαμποκοπούσε από τις ρίζες μέχρι την κορφή.
"Είναι πανέμορφο", είπε ο Τίνκερ. "Πολύ πιο όμορφο από το δέντρο του βιβλίου. Σας ευχαριστώ όλους, πάρα πολύ. Κανείς άλλος δεν μου είχε κάνει ποτέ ωραιότερο χριστουγεννιάτικο δώρο".
Χριστουγεννιάτικες ιστορίες:Τα Αρκουδοχριστούγεννα!
Κάθε φθινόπωρο η αρκουδοοικογένεια των Μελένιων, ο μπαμπάς Μελένιος, η μαμά Μελένια, η μικρή Μελούλα και ο μικρούλης Μελής, ετοιμάζονται για τον μακρύ χειμωνιάτικο ύπνο τους αλλά και για την μοναδική μέρα που θα ξυπνήσουν μέσα στον χειμώνα μέχρι να έρθει η Άνοιξη για να γιορτάσουν, τα Χριστούγεννα!
Πρέπει να ετοιμάσουν το σπίτι τους για να είναι ζεστό όλο το χειμώνα αλλά και το τραπέζι, τα γλυκά των Χριστουγέννων, να κρεμάσουν τις κάλτσες τους στο τζάκι για να είναι έτοιμες να υποδεχτούν τα δώρα, καθώς και να ετοιμάσουν από τώρα το Αϊ Βασιλιάτικο βάζο με το μέλι που θα προσφέρουν σαν δώρο στον Άγιο Βασίλη που θα είναι κουρασμένος αλλά και για να τον ευχαριστήσουν που θα τους ξυπνήσει για να χαρούν οικογενειακός την μεγάλη γιορτή!
Γέμισαν πολλά βαζάκια φέτος με μέλι, που είναι η αγαπημένη τους τροφή αλλά ξεχώρισαν το πιο εκλεκτό για να το βάλουν στο Αϊ Βασιλιάτικο βάζο!
Η μαμά Μελένια έφτιαξε υπέροχα μελομπισκότα, μελομακάρονα και μελωμένες δίπλες και τις στόλισε στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι.
Τα μικρά αρκουδάκια στόλισαν το χριστουγεννιάτικο δέντρο και ο μπαμπάς Μελένιος μάζεψε πολλά ξύλα για το τζάκι γιατί ο χειμώνας ήταν ήδη εδώ και το χιόνι πολύ και η Άνοιξη πολύ πολύ μακριά ακόμα!
Μετά το τελευταίο δείπνο τους ο Μπαμπάς Μελένιος και η μαμά Μελένια είπαν ένα ωραίο παραμύθι στα μικρά αρκουδάκια, την Μελούλα και τον Μελή για το γέρο χειμώνα και την μικρή Άνοιξη που ξεχάστηκε και άργησε να έρθει και...!
Μόλις και μετά βίας τελείωσαν την αφήγηση της ιστορίας τους γιατί η νύστα βάραινε ήδη τα μάτια τους και η κούραση τα κορμιά τους! Έπεσαν γρήγορα στα ζεστά τους παπλώματα, ευχήθηκαν ο ένας στον άλλον καληνύχτα , τσέκαραν για τελευταία φορά τη φωτιά στο τζάκι και κοιμήθηκαν!
Πέρασαν οι μέρες, οι εβδομάδες και ήρθε η πολυπόθητη βραδιά των Χριστουγέννων. Στο δάσος όλα τα ζώα ετοιμάζονταν για να υποδεχτούν τα Χριστούγεννα, μα πιο πολύ τα μικρά ζωάκια είχαν αγωνία για τα δώρα που θα τους έφερνε ο Άγιος Βασίλης, τα γλυκίσματα και τα παιχνίδια.
Έπεσαν νωρίς για ύπνο για να μπορέσουν ξεκούραστα το πρωί να παίξουν με τα καινούργια καλούδια!
Ο Άγιος Βασίλης, τυπικός στο ραντεβού του τα μεσάνυχτα, πέρασε από όλες τις φωλιές/ σπιτάκια και μοίρασε απλόχερα τα δώρα που το κάθε μικρό ζωάκι του δάσους είχε ευχηθεί.
Έτσι πέρασε και από το Αρκουδόσπιτο των Μελένιων και γέμισε με δώρα τις κάλτσες τους, έφαγε τα μελογλυκίσματα και πήρε μαζί το βάζο με το μέλι που του είχαν ετοιμάσει.
Δεν ξέχασε φεύγοντας να χτυπήσει με το ραβδί του την σκεπή από το σπιτάκι τους για να τους ξυπνήσει, όπως έκανε πάντα στα αρκουδόσπιτα του δάσους και χαρούμενος συνέχισε το ταξίδι του για να μοιράσει και τα υπόλοιπα δώρα στην οικουμένη!
Πρώτος ξύπνησε ο μπαμπάς Μελένιος και έτρεξε να κοιτάξει την φωτιά στο τζάκι και αφού πρόσθεσε μερικά κούτσουρα , ξύπνησε την μαμά Μελένια με ένα γλυκό φιλί.
Έπειτα οι δύο γονείς μαζί πήγαν στο δωμάτιο των μικρών, της Μελούλας και του Μελή. Τους ψιθύρισαν γλυκά στο αφτί την μαγική λέξη «Χριστούγεννα» και αμέσως τα μικρά αρκουδάκια άνοιξαν τα μάτια τους και τους πήραν μια μεγάλη αγκαλιά! Ευχήθηκαν χρόνια πολλά ο ένας στον άλλον και ρώτησαν αν μπορούσαν να δουν τώρα τα δώρα που τους έφερε ο Άγιος Βασίλης, φυσικά η απάντηση ήταν «ναι» και έτρεξαν αμέσως στις κάλτσες τους που κρέμονταν από το τζάκι και ήταν στα αλήθεια τόσο γεμάτες από δώρα και γλυκά που μετά βίας κρατιόντουσαν εκεί!
Χαρούμενη όλη η οικογένεια έκατσε στο γιορτινό τραπέζι για να φάνε σαν οικογένεια και είχανε μια τεράστια πείνα μετά από τόσο καιρό που κοιμόντουσαν!
Ξάφνου χτυπάει η πόρτα. Σάστισαν και κοιτάχτηκαν, δεν περίμεναν κανένα μέσα στην μέση του χειμώνα. Διάφορες σκέψεις πέρασαν αστραπιαία από το μυαλό των γονέων αρκούδων οι περισσότερες κακές, μα κι αν κάποιος εκεί έξω ήθελε την βοήθειά τους;
Ο μπαμπάς Μελένιος αφού ρώτησε τρεις φορές ποιος ήταν έξω από την πόρτα του και δεν πήρε απάντηση αποφάσισε να ανοίξει έστω λίγο την πόρτα για να δει.
Έξω η νύχτα παγωμένη και σκοτεινή , ο αέρας φυσούσε δυνατά και μετά βίας κρατούσε την πόρτα αλλά πάλι δεν έβλεπε κάποιον ή κάτι!... αλλά για μια στιγμή... τι είναι αυτό που κείτεται εκεί; Δυο μικρά σκιουράκια κείτονταν στο πλάι ακούνητα και παγωμένα. Φώναξε την γυναίκα του γρήγορα να τον βοηθήσει να τα σηκώσει και να φέρει μέσα.
Τα έβαλαν στον καναπέ δίπλα στο φουντωμένο τζάκι για να ζεσταθούν τους έφτιαξαν και δυο κούπες γάλα ζεστό. Τα έτριβαν να ζεσταθούν για να σταματήσουν να τρέμουν ώστε να μπορέσουν να τα ρωτήσουν πώς τα λένε και πως βρέθηκαν έξω στο κρύο μια τέτοια άγρια νύχτα.
Μια ώρα αργότερα βρίσκει την οικογένεια Μελένιων και τα δύο αρκουδάκια που είχαν συνέλθει πια, να τρώνε στο οικογενειακό τραπέζι όλοι μαζί σαν να ήταν χρόνια φίλοι.
Όμως το κουβάρι της πικρής τους ιστορίας δεν είχε ακόμη ξετυλιχτεί! Είχαν αποκαλύψει μόνο τα ονόματά τους, Ντίκη και Μάγια και ότι ήταν αδελφάκια. Επίσης είπαν ότι χάθηκαν στο δάσος εκεί που έψαχναν τον μπαμπά τους. Ο μπαμπάς Μελένιος δεν ήθελε να τους ζορίσει άλλο μιας και κατάλαβε πως κάτι άλλο σοβαρό κρυβόταν, αλλά αυτό που προείχε τώρα ήταν να συνέλθουν και να βοηθήσει τους απρόσκλητους επισκέπτες του.
Τα μικρά αρκουδάκια έπαιξαν μαζί με τα δύο σκιουράκια και εκείνα ενώ στην αρχή ήταν διστακτικά και φοβόντουσαν μέσα σε λίγη ώρα ξεθάρρεψαν και έπαιζαν και γέλαγαν μαζί τους.
Η ώρα πέρασε και ήρθε η ώρα του ύπνου. Βολεύτηκαν αμέσως στο κρεβατάκι του Μελή και ο Μελής μαζί με την Μελούλα στο δικό της, καληνυχτήθηκαν και ευχαρίστησαν ξανά την οικογένεια για την φιλοξενία και αποκοιμήθηκαν.
Ο μπαμπάς Μελένιος με την μαμά Μελένια δεν μπορούσαν να κοιμηθούν, σκέφτονταν τι ακριβώς να έγινε εκείνη την νύχτα έξω στο δάσος, και που να ήταν αυτός ο πατέρας σκίουρος τώρα και πως κάτι δεν κόλλαγε στην ιστορία που τους διηγήθηκαν τα δύο σκιουράκια και… Σκέφτηκαν ότι το πρωί θα έπρεπε να τους αποσπάσουν την αλήθεια αλλά με τρόπο!
Το πρωί σηκώθηκε η μαμά Μελένια για να τους ετοιμάσει το πρωινό αλλά επειδή ήταν αρκετά ακόμα νυσταγμένη ζήτησε και την βοήθεια του μπαμπά Μελένιου. Βλέπετε τώρα είχαν και δύο ακόμη στόματα να περιποιηθούν!
Μόλις όμως έφτασαν στην τραπεζαρία, τι να δουν;
Το μεγάλο τους τραπέζι στολισμένο και τα πιάτα τους γεμάτα μελένιες λιχουδιές που μοσχοβολούσαν και ζεστό μυρωδάτο τσάι τους περίμενε. Δευτερόλεπτα μετά άρχισαν να αναρωτιούνται ποιος να τα ετοίμασε όλα αυτά αφού τα αρκουδάκια κοιμόντουσαν το ίδιο και τα σκιουράκια, ή όχι;
Τότε έφτασαν τα δύο σκιουράκια με το τελευταίο πιάτο στο χέρι, το δικό τους ο καθένας.
Τους είπαν ότι ήθελαν να τους κάνουν έκπληξη και με αυτόν τον τρόπο να τους ευχαριστήσουν για τη τόσο ζεστή του φιλοξενία. Οι γονείς αρκούδοι όμως τα μάλωσαν γιατί τα παιδιά δεν κάνει να εργάζονται και αυτή δεν ήταν δουλειά τους και τότε αποκαλύφτηκε η μισή κρυφή αλήθεια.
Τα σκιουράκια εκεί που έμεναν με την μητριά τους πάντα κάνανε όλες τις δουλειές του σπιτιού, κρυφά όμως από τον μπαμπά τους που όμως στα αλήθεια δεν ήξερε τίποτα και νόμιζε ότι πήγαιναν στο σχολείο και διάβαζαν τα μαθήματά τους.
Φοβερό, σκέφτηκαν οι γονείς αρκούδοι και απαράδεκτο να εκμεταλλεύεται μια μάνα τα παιδιά της, ας είναι και μητριά!
Η μαμά Μελένια δεν ήθελε να τρομάζει με παρατηρήσεις τα μικρά σκιουράκια και άλλαξε κουβέντα τώρα που ήρθαν και τα μικρά αρκουδάκια για να φάνε το πρωινό τους. Θα το συνεχίσουμε αργότερα παιδιά είπε και έκατσαν να απολαύσουν τα μοσχομυριστά εδέσματα των μικρών τους φίλων.
Το «αργότερα» έφτασε μαζί με την ώρα να αποκαλυφθεί όλη η αλήθεια και τα σκιουράκια αναγκαστικά τους αφηγήθηκαν όλη την αλήθεια της φυγής τους.
Έφυγαν από το σπίτι τους γιατί η μητριά τους ήταν πολύ κακιά μαζί τους, τα έβαζε να κάνουν όλες τις δουλειές μόλις ο πατέρας του έφευγε για να φέρει το φαγητό και έλειπε πολλές μέρες κάθε φορά και έτσι η μητριά τους τα εκβίαζε ότι θα τα πετάξει έξω στο κρύο για τιμωρία άμα δεν κάνουν ότι θέλει αυτή!
Ούτε στο σχολείο δεν τα άφηνε να πάνε , ούτε να παίξουν αλλά ούτε και να φάνε δεν τους άφηνε μόνο λίγα ψίχουλα και νερό για να μη πεθάνουν!
Έτσι τα σκιουράκια δεν άντεξαν και έφυγαν για να πάνε να βρούνε τον μπαμπά τους να τα προστατέψει από αυτή την κακιά σκιουρίνα που τους βρήκε για μαμά. Όμως έπιασε μεγάλη χιονοθύελλα και χάθηκαν τα σκιουράκια και μόλις είδαν το φως στο σπίτι των Μελένιων αν και φοβόντουσαν πολύ, χτύπησαν την πόρτα για βοήθεια.
Ο μπαμπάς Μελένιος αφού έμεινε για λίγη ώρα σιωπηλός είπε στα σκιουράκια ότι θα τα βοηθήσει να βρουν τον μπαμπά τους αλλά σήμερα γιατί τα αρκουδάκια έπρεπε να ξαναπέσουν στο βαρύ χειμωνιάτικο ύπνο τους , βλέπεται ήταν ακόμη χειμώνας.
Έτσι αφού έντυσαν τα σκιουράκια με χοντρά ρούχα τα πήρε αγκαλιά ο μπαμπάς Μελένιος και βγήκαν έξω στο κατάλευκο από τα χιόνια δάσος να ψάξουν να βρουν το καταφύγιο του μπαμπά σκίουρου.
Δεν άργησαν να το βρουν, και χτυπάνε την πόρτα και η καρδούλα των δύο σκίουρων πάει να σπάσει από την αγωνία και την λαχτάρα μέχρι που ανοίγει δειλά δειλά η πόρτα και ο μπαμπάς σκίουρος έκπληκτος αντικρίζει τα δύο παιδιά του. Αφού σφιχταγκαλιάστηκαν ο μπαμπάς αρκούδος αναλαμβάνει να πει όλη την αλήθεια στο μπαμπά σκίουρο για τα μαρτύρια των μικρών στα χέρια της μητριάς σκιουρίνας.
Έκπληκτος ο μπαμπάς σκίουρος ξαναγκαλιάζει τα παιδιά του και κλαίγοντας τους υπόσχεται να διώξει την κακιά μητριά από το σπίτι και να μείνουν όλοι μαζί ευτυχισμένοι.
Το ίδιο βράδυ ξαναβρίσκει τώρα την οικογένεια των Μελένιων στο τελευταίο τους χειμωνιάτικο δείπνο να συζητάνε με τα παιδιά τους την αξία της οικογένειας και της αγάπης μέσα από την ιστορία του Ντίκη και της αδελφής του Μάγια!
Την ώρα που καληνυχτήθηκαν ο μικρός Μελής φωνάζει δυνατά:
«Μαμά, Μπαμπά ,τώρα στα αλήθεια νιώθω πιο μεγάλος,
έμαθα τι πάει να πει οικογένεια και αγάπη!
είμαι πολύ τυχερός που σας έχω για γονείς!
Σας αγαπώ
Καληνύχτα»
Όμως ο μικρός Μελής δεν έμαθε μόνο τι πάει να πει αγάπη και οικογένεια, έμαθε και για τον σεβασμό που πρέπει να έχουνε αναμεταξύ τους τα μέλη μιας οικογένειας και αργότερα όταν θα μεγαλώσει θα αγαπά και θα σέβεται όλα τα πλάσματα του Θεού και αυτά εκείνον!
Πρέπει να ετοιμάσουν το σπίτι τους για να είναι ζεστό όλο το χειμώνα αλλά και το τραπέζι, τα γλυκά των Χριστουγέννων, να κρεμάσουν τις κάλτσες τους στο τζάκι για να είναι έτοιμες να υποδεχτούν τα δώρα, καθώς και να ετοιμάσουν από τώρα το Αϊ Βασιλιάτικο βάζο με το μέλι που θα προσφέρουν σαν δώρο στον Άγιο Βασίλη που θα είναι κουρασμένος αλλά και για να τον ευχαριστήσουν που θα τους ξυπνήσει για να χαρούν οικογενειακός την μεγάλη γιορτή!
Γέμισαν πολλά βαζάκια φέτος με μέλι, που είναι η αγαπημένη τους τροφή αλλά ξεχώρισαν το πιο εκλεκτό για να το βάλουν στο Αϊ Βασιλιάτικο βάζο!
Η μαμά Μελένια έφτιαξε υπέροχα μελομπισκότα, μελομακάρονα και μελωμένες δίπλες και τις στόλισε στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι.
Τα μικρά αρκουδάκια στόλισαν το χριστουγεννιάτικο δέντρο και ο μπαμπάς Μελένιος μάζεψε πολλά ξύλα για το τζάκι γιατί ο χειμώνας ήταν ήδη εδώ και το χιόνι πολύ και η Άνοιξη πολύ πολύ μακριά ακόμα!
Μετά το τελευταίο δείπνο τους ο Μπαμπάς Μελένιος και η μαμά Μελένια είπαν ένα ωραίο παραμύθι στα μικρά αρκουδάκια, την Μελούλα και τον Μελή για το γέρο χειμώνα και την μικρή Άνοιξη που ξεχάστηκε και άργησε να έρθει και...!
Μόλις και μετά βίας τελείωσαν την αφήγηση της ιστορίας τους γιατί η νύστα βάραινε ήδη τα μάτια τους και η κούραση τα κορμιά τους! Έπεσαν γρήγορα στα ζεστά τους παπλώματα, ευχήθηκαν ο ένας στον άλλον καληνύχτα , τσέκαραν για τελευταία φορά τη φωτιά στο τζάκι και κοιμήθηκαν!
Πέρασαν οι μέρες, οι εβδομάδες και ήρθε η πολυπόθητη βραδιά των Χριστουγέννων. Στο δάσος όλα τα ζώα ετοιμάζονταν για να υποδεχτούν τα Χριστούγεννα, μα πιο πολύ τα μικρά ζωάκια είχαν αγωνία για τα δώρα που θα τους έφερνε ο Άγιος Βασίλης, τα γλυκίσματα και τα παιχνίδια.
Έπεσαν νωρίς για ύπνο για να μπορέσουν ξεκούραστα το πρωί να παίξουν με τα καινούργια καλούδια!
Ο Άγιος Βασίλης, τυπικός στο ραντεβού του τα μεσάνυχτα, πέρασε από όλες τις φωλιές/ σπιτάκια και μοίρασε απλόχερα τα δώρα που το κάθε μικρό ζωάκι του δάσους είχε ευχηθεί.
Έτσι πέρασε και από το Αρκουδόσπιτο των Μελένιων και γέμισε με δώρα τις κάλτσες τους, έφαγε τα μελογλυκίσματα και πήρε μαζί το βάζο με το μέλι που του είχαν ετοιμάσει.
Δεν ξέχασε φεύγοντας να χτυπήσει με το ραβδί του την σκεπή από το σπιτάκι τους για να τους ξυπνήσει, όπως έκανε πάντα στα αρκουδόσπιτα του δάσους και χαρούμενος συνέχισε το ταξίδι του για να μοιράσει και τα υπόλοιπα δώρα στην οικουμένη!
Πρώτος ξύπνησε ο μπαμπάς Μελένιος και έτρεξε να κοιτάξει την φωτιά στο τζάκι και αφού πρόσθεσε μερικά κούτσουρα , ξύπνησε την μαμά Μελένια με ένα γλυκό φιλί.
Έπειτα οι δύο γονείς μαζί πήγαν στο δωμάτιο των μικρών, της Μελούλας και του Μελή. Τους ψιθύρισαν γλυκά στο αφτί την μαγική λέξη «Χριστούγεννα» και αμέσως τα μικρά αρκουδάκια άνοιξαν τα μάτια τους και τους πήραν μια μεγάλη αγκαλιά! Ευχήθηκαν χρόνια πολλά ο ένας στον άλλον και ρώτησαν αν μπορούσαν να δουν τώρα τα δώρα που τους έφερε ο Άγιος Βασίλης, φυσικά η απάντηση ήταν «ναι» και έτρεξαν αμέσως στις κάλτσες τους που κρέμονταν από το τζάκι και ήταν στα αλήθεια τόσο γεμάτες από δώρα και γλυκά που μετά βίας κρατιόντουσαν εκεί!
Χαρούμενη όλη η οικογένεια έκατσε στο γιορτινό τραπέζι για να φάνε σαν οικογένεια και είχανε μια τεράστια πείνα μετά από τόσο καιρό που κοιμόντουσαν!
Ξάφνου χτυπάει η πόρτα. Σάστισαν και κοιτάχτηκαν, δεν περίμεναν κανένα μέσα στην μέση του χειμώνα. Διάφορες σκέψεις πέρασαν αστραπιαία από το μυαλό των γονέων αρκούδων οι περισσότερες κακές, μα κι αν κάποιος εκεί έξω ήθελε την βοήθειά τους;
Ο μπαμπάς Μελένιος αφού ρώτησε τρεις φορές ποιος ήταν έξω από την πόρτα του και δεν πήρε απάντηση αποφάσισε να ανοίξει έστω λίγο την πόρτα για να δει.
Έξω η νύχτα παγωμένη και σκοτεινή , ο αέρας φυσούσε δυνατά και μετά βίας κρατούσε την πόρτα αλλά πάλι δεν έβλεπε κάποιον ή κάτι!... αλλά για μια στιγμή... τι είναι αυτό που κείτεται εκεί; Δυο μικρά σκιουράκια κείτονταν στο πλάι ακούνητα και παγωμένα. Φώναξε την γυναίκα του γρήγορα να τον βοηθήσει να τα σηκώσει και να φέρει μέσα.
Τα έβαλαν στον καναπέ δίπλα στο φουντωμένο τζάκι για να ζεσταθούν τους έφτιαξαν και δυο κούπες γάλα ζεστό. Τα έτριβαν να ζεσταθούν για να σταματήσουν να τρέμουν ώστε να μπορέσουν να τα ρωτήσουν πώς τα λένε και πως βρέθηκαν έξω στο κρύο μια τέτοια άγρια νύχτα.
Μια ώρα αργότερα βρίσκει την οικογένεια Μελένιων και τα δύο αρκουδάκια που είχαν συνέλθει πια, να τρώνε στο οικογενειακό τραπέζι όλοι μαζί σαν να ήταν χρόνια φίλοι.
Όμως το κουβάρι της πικρής τους ιστορίας δεν είχε ακόμη ξετυλιχτεί! Είχαν αποκαλύψει μόνο τα ονόματά τους, Ντίκη και Μάγια και ότι ήταν αδελφάκια. Επίσης είπαν ότι χάθηκαν στο δάσος εκεί που έψαχναν τον μπαμπά τους. Ο μπαμπάς Μελένιος δεν ήθελε να τους ζορίσει άλλο μιας και κατάλαβε πως κάτι άλλο σοβαρό κρυβόταν, αλλά αυτό που προείχε τώρα ήταν να συνέλθουν και να βοηθήσει τους απρόσκλητους επισκέπτες του.
Τα μικρά αρκουδάκια έπαιξαν μαζί με τα δύο σκιουράκια και εκείνα ενώ στην αρχή ήταν διστακτικά και φοβόντουσαν μέσα σε λίγη ώρα ξεθάρρεψαν και έπαιζαν και γέλαγαν μαζί τους.
Η ώρα πέρασε και ήρθε η ώρα του ύπνου. Βολεύτηκαν αμέσως στο κρεβατάκι του Μελή και ο Μελής μαζί με την Μελούλα στο δικό της, καληνυχτήθηκαν και ευχαρίστησαν ξανά την οικογένεια για την φιλοξενία και αποκοιμήθηκαν.
Ο μπαμπάς Μελένιος με την μαμά Μελένια δεν μπορούσαν να κοιμηθούν, σκέφτονταν τι ακριβώς να έγινε εκείνη την νύχτα έξω στο δάσος, και που να ήταν αυτός ο πατέρας σκίουρος τώρα και πως κάτι δεν κόλλαγε στην ιστορία που τους διηγήθηκαν τα δύο σκιουράκια και… Σκέφτηκαν ότι το πρωί θα έπρεπε να τους αποσπάσουν την αλήθεια αλλά με τρόπο!
Το πρωί σηκώθηκε η μαμά Μελένια για να τους ετοιμάσει το πρωινό αλλά επειδή ήταν αρκετά ακόμα νυσταγμένη ζήτησε και την βοήθεια του μπαμπά Μελένιου. Βλέπετε τώρα είχαν και δύο ακόμη στόματα να περιποιηθούν!
Μόλις όμως έφτασαν στην τραπεζαρία, τι να δουν;
Το μεγάλο τους τραπέζι στολισμένο και τα πιάτα τους γεμάτα μελένιες λιχουδιές που μοσχοβολούσαν και ζεστό μυρωδάτο τσάι τους περίμενε. Δευτερόλεπτα μετά άρχισαν να αναρωτιούνται ποιος να τα ετοίμασε όλα αυτά αφού τα αρκουδάκια κοιμόντουσαν το ίδιο και τα σκιουράκια, ή όχι;
Τότε έφτασαν τα δύο σκιουράκια με το τελευταίο πιάτο στο χέρι, το δικό τους ο καθένας.
Τους είπαν ότι ήθελαν να τους κάνουν έκπληξη και με αυτόν τον τρόπο να τους ευχαριστήσουν για τη τόσο ζεστή του φιλοξενία. Οι γονείς αρκούδοι όμως τα μάλωσαν γιατί τα παιδιά δεν κάνει να εργάζονται και αυτή δεν ήταν δουλειά τους και τότε αποκαλύφτηκε η μισή κρυφή αλήθεια.
Τα σκιουράκια εκεί που έμεναν με την μητριά τους πάντα κάνανε όλες τις δουλειές του σπιτιού, κρυφά όμως από τον μπαμπά τους που όμως στα αλήθεια δεν ήξερε τίποτα και νόμιζε ότι πήγαιναν στο σχολείο και διάβαζαν τα μαθήματά τους.
Φοβερό, σκέφτηκαν οι γονείς αρκούδοι και απαράδεκτο να εκμεταλλεύεται μια μάνα τα παιδιά της, ας είναι και μητριά!
Η μαμά Μελένια δεν ήθελε να τρομάζει με παρατηρήσεις τα μικρά σκιουράκια και άλλαξε κουβέντα τώρα που ήρθαν και τα μικρά αρκουδάκια για να φάνε το πρωινό τους. Θα το συνεχίσουμε αργότερα παιδιά είπε και έκατσαν να απολαύσουν τα μοσχομυριστά εδέσματα των μικρών τους φίλων.
Το «αργότερα» έφτασε μαζί με την ώρα να αποκαλυφθεί όλη η αλήθεια και τα σκιουράκια αναγκαστικά τους αφηγήθηκαν όλη την αλήθεια της φυγής τους.
Έφυγαν από το σπίτι τους γιατί η μητριά τους ήταν πολύ κακιά μαζί τους, τα έβαζε να κάνουν όλες τις δουλειές μόλις ο πατέρας του έφευγε για να φέρει το φαγητό και έλειπε πολλές μέρες κάθε φορά και έτσι η μητριά τους τα εκβίαζε ότι θα τα πετάξει έξω στο κρύο για τιμωρία άμα δεν κάνουν ότι θέλει αυτή!
Ούτε στο σχολείο δεν τα άφηνε να πάνε , ούτε να παίξουν αλλά ούτε και να φάνε δεν τους άφηνε μόνο λίγα ψίχουλα και νερό για να μη πεθάνουν!
Έτσι τα σκιουράκια δεν άντεξαν και έφυγαν για να πάνε να βρούνε τον μπαμπά τους να τα προστατέψει από αυτή την κακιά σκιουρίνα που τους βρήκε για μαμά. Όμως έπιασε μεγάλη χιονοθύελλα και χάθηκαν τα σκιουράκια και μόλις είδαν το φως στο σπίτι των Μελένιων αν και φοβόντουσαν πολύ, χτύπησαν την πόρτα για βοήθεια.
Ο μπαμπάς Μελένιος αφού έμεινε για λίγη ώρα σιωπηλός είπε στα σκιουράκια ότι θα τα βοηθήσει να βρουν τον μπαμπά τους αλλά σήμερα γιατί τα αρκουδάκια έπρεπε να ξαναπέσουν στο βαρύ χειμωνιάτικο ύπνο τους , βλέπεται ήταν ακόμη χειμώνας.
Έτσι αφού έντυσαν τα σκιουράκια με χοντρά ρούχα τα πήρε αγκαλιά ο μπαμπάς Μελένιος και βγήκαν έξω στο κατάλευκο από τα χιόνια δάσος να ψάξουν να βρουν το καταφύγιο του μπαμπά σκίουρου.
Δεν άργησαν να το βρουν, και χτυπάνε την πόρτα και η καρδούλα των δύο σκίουρων πάει να σπάσει από την αγωνία και την λαχτάρα μέχρι που ανοίγει δειλά δειλά η πόρτα και ο μπαμπάς σκίουρος έκπληκτος αντικρίζει τα δύο παιδιά του. Αφού σφιχταγκαλιάστηκαν ο μπαμπάς αρκούδος αναλαμβάνει να πει όλη την αλήθεια στο μπαμπά σκίουρο για τα μαρτύρια των μικρών στα χέρια της μητριάς σκιουρίνας.
Έκπληκτος ο μπαμπάς σκίουρος ξαναγκαλιάζει τα παιδιά του και κλαίγοντας τους υπόσχεται να διώξει την κακιά μητριά από το σπίτι και να μείνουν όλοι μαζί ευτυχισμένοι.
Το ίδιο βράδυ ξαναβρίσκει τώρα την οικογένεια των Μελένιων στο τελευταίο τους χειμωνιάτικο δείπνο να συζητάνε με τα παιδιά τους την αξία της οικογένειας και της αγάπης μέσα από την ιστορία του Ντίκη και της αδελφής του Μάγια!
Την ώρα που καληνυχτήθηκαν ο μικρός Μελής φωνάζει δυνατά:
«Μαμά, Μπαμπά ,τώρα στα αλήθεια νιώθω πιο μεγάλος,
έμαθα τι πάει να πει οικογένεια και αγάπη!
είμαι πολύ τυχερός που σας έχω για γονείς!
Σας αγαπώ
Καληνύχτα»
Όμως ο μικρός Μελής δεν έμαθε μόνο τι πάει να πει αγάπη και οικογένεια, έμαθε και για τον σεβασμό που πρέπει να έχουνε αναμεταξύ τους τα μέλη μιας οικογένειας και αργότερα όταν θα μεγαλώσει θα αγαπά και θα σέβεται όλα τα πλάσματα του Θεού και αυτά εκείνον!
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
























