Σάββατο, 13 Νοεμβρίου 2010

Δεν μέ καταλαβαίνει!

Δεν μέ καταλαβαίνει! Δέν μπο­ρούμε νά συνεννοηθούμε! Ζει στόν κόσμο του! Αδύνατον πια νά επικοινωνήσουμε!
Συνηθισμένο παράπονο αυτό, πού βγαίνει με πόνο από την καρδιά και διατυπώνεται με πίκρα από τα χείλη του φίλου για τον φίλο, του συνεργάτη για τον συνεργάτη, του παιδιού για τον πατέρα, του πατέρα για τον γιό, του συζύγου για την σύζυγο. Δεν με καταλαβαίνει! Που θα πάει αυτή ή κατάσταση;
Και αρχίζουν μετά οι βασανιστικοί λο­γισμοί, πού ταλαιπωρούν την ψυχή και συχνά ωθούν στα άκρα: Δεν τραβάει πια αυτή ή φιλία. Δεν μπορεί να προχώρησει αυτή ή συνεργασία. Δεν είναι οικογένεια αυτή. «Θα φύγω απ' το σπίτι», δηλώνει ό επαναστατημένος γιός. «Δεν την αντέχω άλλο», σκέπτεται απογοητευμένος ό σύ­ζυγος για την σύζυγο.
Και βέβαια οι απαισιόδοξοι λογισμοί συνεχίζονται, ή απογοήτευση αυξάνει, και ή καλλιέργεια σκέψεων για διακοπή των σχέσεων δεν σταματά, καθώς μάλιστα πί­σω απ' αυτά βρίσκεται οπωσδήποτε και κάποιος άλλος, πού δεν αφήνει σε ησυχία κανένα, αλλά είναι ό διαρκής ταραχοποι­ός, ό μέγας διαιρέτης, διασπαστής και διχαστής των ανθρώπων, ό μισόκαλος διάβολος.
Αλλά για στάσου, αδελφέ μου. Δεν σε καταλαβαίνει ή γυναίκα σου και βρίσκεσθε σε διαρκή εμπόλεμη κατάσταση; Δεν σε καταλαβαίνει ό φίλος σου, ό συνεταίρος κλπ. και σκέπτεσαι να τα χαλάσετε; Μη βιασθής. Στάσου λίγο ψύχραιμος και σκέψου: Δεν με καταλαβαίνει. Γιατί άραγε; Μήπως γι’ αυτό φταίω λίγο και εγώ;
Πρώτα - πρώτα, εξήγησες ψύχραιμα και πειστικά την σκέψη σου, ώστε ό άλλος να μπορεί να σε καταλάβει; Μίλησες ήρεμα και με καλή διάθεση, ώστε να βοηθήσεις στην ανάπτυξη ενός κλίματος εμπιστοσύνης, στη δημιουργία καλής ατμοσφαίρας, μέ­σα στην όποια μπορεί να ύπαρξη αλ­ληλοκατανόηση σύγκλιση απόψεων και καλή συνεργασία; Ή ξεκίνησες από την αρχή με προκαταλήψεις και αρνητική διάθεση, αμφισβητώντας τις καλές προ­θέσεις του άλλου, την δυνατότητα του και την διάθεση του να σε καταλάβει;
Αν αρχίζεις έτσι την συζήτησι, τότε μή­πως φταις εσύ πού δεν σε καταλαβαίνει; Διότι να ξέρης πώς ή αρνητική προδιάθεση, με την οποία πολλές φορές ξεκινάς, μπορεί να σε εκτρέπει και χωρίς μάλιστα να το καταλαβαίνεις. Μπορεί, χωρίς να το συνειδητοποιείς, να αρχίζεις τον λόγο με έντονο ύφος, με υψωμένη την φωνή, με προσβλητικούς χαρακτηρισμούς, πού βέβαια κάθε άλλο παρά βοηθητικοί είναι στο να γίνεις αντιληπτός, κατανοητός και στη συνέχεια αποδεκτός. Εσύ γίνεσαι ακατάληπτος με τον τρόπο σου και την συμπεριφορά σου, και πώς λοιπόν ζητείς να γίνουν καταληπτές οι ιδέες και οι προ­τάσεις σου; Χαμήλωσε επομένως τούς τόνους και προσπάθησε πιο ευγενικά και πιο συγκρατημένα. «Δούλον Κυρίου ού δει μάχεσθαι, άλλ' ήπιον είναι πρός πάντας» (Β'Τιμ. β'24).
Ακόμη, προσπάθησε πιο ταπεινά. Γιατί πρέπει να ξέρης πώς πίσω από κάθε αντιδικία κρύβεται και ό εγωισμός. Ή μάλλον δύο εγωισμοί κρύβονται. Διότι, ποιος είναι ελεύθερος απ' αυτό το πάθος; Ποιόν άφησε άθικτο αυτό το φοβερό θηρίο; Αν εσύ ξεκινάς με εγωισμό, τότε προκαλείς και τον εγωισμό του άλλου. Και μπορεί να καταλαβαίνει το δίκιο σου, αλλά να μη θέλει να το παραδεχτεί. Μόνο και μόνο για να μην υποταχτεί, για να μη ταπεινωθεί. Διότι αισθάνεται ότι εσύ δεν υπερασπίζεσαι τόσο το δίκαιο, όσο θέλεις να επιβάλεις δυναστικά το δικό σου. Έ, λοιπόν. Εγωισμό εσύ; Εγωισμό και ό άλλος. Δεν είναι λοιπόν ότι δεν σε καταλαβαίνει. Είναι ότι καταλαβαίνει τον εγωισμό σου και δεν θέλει να υποταχτεί. Κατάλαβε και σι τον εγωισμό σου και κάνε λίγο πίσω. Θα δεις τότε πόσο πιο πειστικός θα γίνει ό λόγος σου.
Τότε μπορεί να καταλάβεις και κάτι επιπλέον: ότι δεν έχεις και τόσο δίκιο όσο νομίζεις. Έχει και ό άλλος τα δίκια του. Και αν σκεφτείς πιο ήρεμα και ταπεινά, μπορεί κάποια στιγμή να καταλάβεις ότι συχνά όλο το δίκιο είναι με το μέρος του άλλου και δικό σου είναι το λάθος. Και τότε πρέπει ταπεινά να το παραδεχτείς. Θα εννοήσεις έτσι πόσο αναγκαίο είναι πολλές φορές όχι τόσο το να απαιτείς να σε καταλαβαίνουν, όσο το να είσαι και συ πρόθυμος να καταλαβαίνεις τούς άλλους. Πρέπει, όπως μας συμβουλεύει ό απόστολος Πέτρος, να είμαστε υποχωρητικοί ό ένας στον άλλο και έτσι να δέσουμε επάνω μας καλά σαν άλλο ένδυμα την ταπεινοφροσύνη-«πάντες άλλήλοις ύποτασσόμενοι την τα-πεινοφροσύνην έγκομβώσασθε» (Α' Πέτρ. ε' 5).
Όταν κάνουμε συζήτηση, έχουμε ζήτηση από κοινού. Δεν τα ξέρει όλα ό ένας και κάνει τον δάσκαλο στους άλλους. 'Αλλά όλοι ζητούμε από κοινού, όλοι ενεργούμε με ταπείνωση, «άλλήλοις ύποτασσόμενοι».
Ό Απόστολος μας υποδεικνύει και κάτι ακόμη πολύ σπουδαίο και βοηθητικό: «Κατανοώμεν αλλήλους εις παροξυσμόν αγάπης και καλών έργων», λέγει (Έβρ. Γ 24). Να «καταμανθάνωμεν αλλήλους», ό ένας με προσοχή και επι­μέλεια να βλέπει, να ακούει τον άλλον, να παρακολουθεί τις ανάγκες, τις δυσκολίες, τούς πειρασμούς του άλλου, να καταλαβαίνει τον πόνο του και τον αγώνα του, για να παρακινείται σε μεγαλύτερη αγάπη και στην συστηματική επιτέλεση των καλών έργων.
Υπάρχει αληθινή αγάπη μεταξύ μας; Τότε υπάρχει και αλληλοκατανόηση. Τότε καταλαβαίνει ό ένας τον άλλο. Τότε δεν α­παιτώ να με καταλαβαίνουν οι άλλοι όσο αγωνίζομαι εγώ να τούς καταλαβαίνω. Διότι τοποθετώ το δικό τους συμφέρον πάνω από το δικό μου, την δική τους α­νάγκη πιο μπροστά από την δική μου. Αυτό απαιτεί ή αγάπη και αυτό αυξάνει την αγάπη. Όταν με τέτοια αυξανόμενη αγάπη κατανοώ τον αδελφό, τότε και εκείνος, συγκινούμενος από την αγάπη μου, παρακινείται στο να με κατανοεί.
Ή ήρεμη διάθεση λοιπόν και ψυχραιμία, ή ταπείνωση και προπαντός ή βασίλισσα των αρετών, ή αγάπη, βοηθούν στην καλή επικοινωνία μεταξύ μας. Τότε δεν υπάρχει το παράπονο «Δεν με καταλαβαίνουν». Τότε υπάρχει ό αγώνας να καταλαβαίνουμε εμείς και να διακονούμε τούς άλλους. Τό­τε προπαντός υπάρχει ή χαρά της αλη­θινής κοινωνίας της αγάπης, πού μόνο κοντά στον Θεό μπορούμε τέλεια να την απολαμβάνουμε οι άνθρωποι.(