Πέμπτη, 30 Σεπτεμβρίου 2010

Αγιολόγιο 5

Οι Άγιοι Λαυρέντιος, Ξυστός και Ιππόλυτος έζησαν και μαρτύρησαν κατά την εποχή που αυτοκράτορας ήταν ο Δέκιος (249-251 μΧ.). Λίγο προτού ξεκινήσει ο διωγμός εναντίον των χριστιανών ο πάπας Ρώμης Ξυστός, ο οποίος καταγόταν από την Αθήνα, παρέδωσε τα ιερά σκεύη της Εκκλησίας στον αρχιδιάκονο Λαυρέντιο. 'Έπειτα από λίγο καιρό ο Ξυστός συνελήφθη από τον Δέκιο, μπροστά στον οποίο ομολόγησε την πίστη του στον Χριστό. Ο αυτοκράτορας διέταξε τότε τον αποκεφαλισμό του Ξυστού και τη σύλληψη του αρχιδιακόνου του. Όταν ο Λαυρέντιος οδηγήθηκε στον Δέκιο, εκείνος του ζήτησε τα ιερά σκεύη της Εκκλησίας, τα οποία ο Λαυρέντιος είχε πουλήσει για να μοιράσει τα χρήματα στους φτωχούς. Έτσι, ο Λαυρέντιος πήρε τις άμαξες τις οποίες του είχαν δώσει για να φορτώσει τους θησαυρούς της Εκκλησίας και έβαλε σε αυτές τους φτωχούς στους οποίους είχε μοιράσει τα χρήματα. Μόλις αντίκρισαν το θέαμα οι ειδωλολάτρες εξοργίσθηκαν και έβαλαν τον Λαυρέντιο πάνω σε σχάρα, κάτω από την οποία έκαιγαν κάρβουνα. Όταν αργότερα ο Ιππόλυτος, ένας ευσεβής χριστιανός, παρέλαβε το τίμιο λείψανο του Λαυρεντίου ο Δέκιος διέταξε να τον θανατώσουν.
Οι Άγιοι Ολυμπάς, Ροδίων, Σωσίπατρος, Τέρτιος, Έραστος και Κουάρτος ανήκουν στους εβδομήντα Αποστόλους του Ιησού Χριστού. Αφιέρωσαν τη ζωή τους στο κήρυγμα του ευαγγελικού λόγου, προσελκύοντας πολλούς ειδωλολάτρες στη χριστιανική πίστη. Ο Σωσίπατρος χειροτονήθηκε επίσκοπος Ικονίου, όπου και παρέδωσε το πνεύμα του εν ειρήνη, έχοντας προηγουμένως επιτελέσει αξιοθαύμαστο έργο. Ο 'Έραστος ήταν επίσκοπος Πανεάδος. Αφού υπήρξε άριστος ποιμένας των χριστιανών τους οποίους του εμπιστεύθηκε ο θεός, εξεδήμησε ειρηνικά προς τον Κύριον. Ο Κουάρτος υπήρξε επίσκοπος Βηρυτού. Ετελειώθη ειρηνικά, έχοντας οδηγήσει στο δρόμο της σωτηρίας πολλούς ειδωλολάτρες. Οι Άγιοι Ολυμπάς και Ροδίων έλαβαν τον δι' αποκεφαλισμού θάνατον στο μεγάλο διωγμό του Νέρωνα.
Η Aγία Ολυμπιάδα έζησε την εποχή των πατριαρχών Νεκταρίου και Αγίου Ιωάννου του Χρυσόστομου. Η οικογένεια της την εφοδίασε με πολλά πνευματικά και υλικά αγαθά, τα οποία επιστράτευσε στην υπηρεσία του χριστιανισμού. Ήταν μνηστευμένη, αλλά έχασε τον μνηστήρα της πολύ νέα. Τότε αποφάσισε να αφοσιωθεί στην Εκκλησία, αρνούμενη τις εγκόσμιες απολαύσεις. Τα πλούτη της τα προσέφερε στον Ιωάννη τον Χρυσόστομο και με την καθοδήγηση του ίδρυσε στη συνέχεια μοναστήρι. Πέθανε ενώ ήταν εξόριστη στη Νικομήδεια και πέρασε στην αιώνια βασιλεία.
Ο Άγιος Ονήσιμος ήταν δούλος στο σπίτι του Ρωμαίου πολίτη Φιλήμονα, ο οποίος είχε διδαχθεί τη χριστιανική πίστη από τον Απόστολο Παύλο. Ο Ονήσιμος δραπέτευσε από το σπίτι του Φιλήμονα, αφού πρώτα καταχράστηκε ένα ποσό, και πήγε στη Ρώμη. Όταν βρισκόταν εκεί, έμαθε ότι ο Απόστολος Παύλος, από το λόγο του οποίου πολύ είχε εντυπωσιαστεί ο Ονήσιμος, ήταν υπόδικος. Τότε αποφάσισε να συναντήσει τον Απόστολο, από τον οποίο και διδάχθηκε την πίστη στον Χριστό. Ο Αγιος αφιερώθηκε με ζήλο στην υπηρεσία του θεού, αλλά και του Απόστολου Παύλου. Όταν όμως ο Παύλος μαρτύρησε, ο Ονήσιμος συνελήφθη και εξορίστηκε για να σταματήσει να υπηρετεί το χριστιανισμό. Όμως ο Αγιος δεν απαρνήθηκε την πίστη του και συνέχισε να κηρύττει το λόγο του θεού. Όταν ο έπαρχος Τέρτυλλος επισκέφθηκε τον τόπο της εξορίας του Ονησίμου, οργίσθηκε από τη χριστιανική δράση του και διέταξε τα βασανιστήρια του. Αφού οι ειδωλολάτρες πλήγωσαν το σώμα του με βάναυσο τρόπο, ο Αγιος Ονήσιμος παρέδωσε το πνεύμα τουυ στο Δημιουργό του, λαμβάνοντας το στέφανο του μαρτυρίου.
Οι Άγιοι Φιλήμων, Απφία, Άρχιππος και Ονήσιμος έζησαν και μαρτύρησαν όταν αυτοκράτορας των Ρωμαίων ήταν ο Νέρων (54-68 μΧ). Ο Φιλήμων και η Απφία ήταν σύζυγοι, ο Άρχιππος συγγενής τους και ο Ονήσιμος υπηρέτης του ζεύγους. Ήταν όλοι αρχικά ειδωλολάτρες, αλλά προσήλθαν στη χριστιανική πίστη από τον Απόστολο Παύλο. Έκτοτε οι Άγιοι αφοσιώθηκαν στη διάδοση του Ευαγγελίου και στη φιλανθρωπική δράση, μοιράζοντας τα υπάρχοντα τους στους φτωχούς. Κάποτε οι Άγιοι, ενώ ήταν συγκεντρωμένοι στην εκκλησία τους και προσεύχονταν στον θεό, πληροφορήθηκαν ότι οι ειδωλολάτρες ετοιμάζονταν να κάνουν έφοδο και να τους συλλάβουν. Αρκετοί χριστιανοί έφυγαν φοβισμένοι, όμως ο Φιλήμων, η Απφία, ο Ονήσιμος και ο Άρχιππος παρέμειναν στην εκκλησία, προετοιμασμένοι για ό,τι θα ακολουθούσε. Πράγματι, οι Άγιοι συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στον ηγεμόνα Ανδροκλέα, ενώπιον του οποίου ομολόγησαν την πίστη τους στον Χριστό. Μετά από αυτό ο Ανδροκλέας διέταξε να βασανισθούν σκληρά. Καθ' όλη τη διάρκεια των μαρτυρίων τους οι δήμιοι προσπαθούσαν να τους πείσουν να θυσιάσουν στα είδωλα, όμως οι Άγιοι αρνούνταν δοξολογώντας τον Κύριο. Αφού υπέμειναν πολλά βασανιστήρια, οι Άγιοι ετελειώθησαν δια λιθοβολισμού.
Ο όσιος Ονούφριος καταγόταν από την Περσία. Από πολύ νωρίς εξέφρασε την επιθυμία να αφιερωθεί ολοκληρωτικά στον Κοριό. Αρνήθηκε τις εγκόσμιες απολαύσεις και εντάχθηκε σε μια κοινοβιακή αδελφότητα. Στο κοινόβιο αυτό, που βρισκόταν στην Ερμούπολη των Θηβών, πήρε τα πρώτα μαθήματα άσκησης και εγκράτειας. Χάρη στη βαθιά πίστη και την ταπεινοφροσύνη του ξεχώρισε ανάμεσα στους αδελφούς που τον περιέβαλαν με την απεριόριστη αγάπη και το θαυμασμό τους. Όταν άκουσε για πρώτη φορά το βίο του προφήτη Ηλία και του Ιωάννη του Προδρόμου, θέλησε να φύγει για την έρημο, μιμούμενος τη ζωή των εκεί ασκητών. Πρότυπο ασκητικής ζωής, ο Ονούφριος έμεινε στην έρημο, και μάλιστα επί εξήντα χρόνια δε συνάντησε άνθρωπο. Κάποτε ο μοναχός Παφνούτιος, που ταξίδευε στην έρημο μέρες προκειμένου να συναντήσει κάποιον ασκητή, βρήκε τον Ονούφριο κάτω από ένα φοίνικα. Έμαθε τα πάντα για το βίο του ασκητή, ο οποίος άφησε την τελευταία του πνοή μπροστά στον Παφνούτιο. Εκείνος τότε έθαψε το άγιο λείψανο κάτω από το φοίνικα.
Ο Άγιος Ορέστης καταγόταν από τα Τύανα της Καππαδοκίας. Έζησε και μαρτύρησε όταν αυτοκράτορας των Ρωμαίων ήταν ο Διοκλητιανός. Ήταν γνωστός για τη δύναμη της πίστης του και τη χριστιανική του δράση και γι' αυτό συνελήφθη από τον ηγεμόνα Μαξιμίνο, ο οποίος προσπάθησε να τον πείσει να αρνηθεί την πίστη του. Μπροστά στην άρνηση του Ορέστη ο Μαξιμίνος διέταξε το βασανισμό του. Ο Άγιος Ορέστης βρήκε μαρτυρικό θάνατο. Συγκεκριμένα, ετελειώθη όταν οι ειδωλολάτρες τον έδεσαν σε άλογο, το οποίο τον έσυρε για αρκετά χιλιόμετρα στο έδαφος.
Οι Άγιοι Ευστράτιος, Αυξέντιος, Ευγένιος, Μαρδάριος και Ορέστης έζησαν και μαρτύρησαν όταν αυτοκράτορας των Ρωμαίων ήταν ο Διοκλητιανός. Ήταν όλοι ευσεβείς και ενάρετοι και ανέπτυξαν πλούσια χριστιανική δράση. Ο Αγιος Ευστράτιος διετέλεσε ανώτερος αξιωματικός, θέλοντας να δοξάσει το όνομα του Χριστού και να διακηρύξει την αλήθεια παρουσιάστηκε στο δούκα Λυσία και ενώπιον του ομολόγησε την πίστη του με θαυμαστή παρρησία. Έπειτα από την ομολογία του Ευστρατίου, ο δούκας διέταξε να τον βασανίσουν. Ο Αγιος βρήκε μαρτυρικό θάνατο μέσα σε πύρινο κολαστήριο. Μαρτυρικό θάνατο υπέστη και ο συμπολίτης του και ιερέας Αυξέντιος, ο οποίος επειδή δεν υπέκυψε στις πιέσεις των ειδωλολατρών να αλλαξοπιστήσει θανατώθηκε με αποκεφαλισμό. Ο Μαρδάριος συνελήφθη επίσης από τον Λυσία, που προσπάθησε να τον πείσει να αρνηθεί τον Χριστό. Αντιμετώπισε όμως την ακλόνητη πίστη του Αγίου και γι' αυτό διέταξε να βασανισθεί και να θανατωθεί. Τέλος, ο Ευγένιος και ο Ορέστης, αφού ομολόγησαν ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο μόνος και αληθινός θεός, παρέδωσαν το πνεύμα τους στον Κύριο με μαρτυρικό θάνατο. Συγκεκριμένα ο Ευγένιος ετελέφθη ύστερα από φρικτά βασανιστήρια, ενώ ο Ορέστης θανατώθηκε σε πυρακτωμένο κρεβάτι.
Ο Άγιος Ουάρος ήταν από τα Τύανα και καταγόταν από οικογένεια επιφανή. Ο ίδιος ήταν χριστιανός και διακρινόταν για τις αρετές και τον ευσεβή βίο του. Μαρτύρησε στα χρόνια που αυτοκράτορες των Ρωμαίων ήταν ο Διοκλητιανός και ο Μαξιμιανός, στο στρατό των οποίων υπηρετούσε ως στρατιώτης. Οι συστρατιώτες και οι αξιωματικοί του δε γνώριζαν ότι ήταν χριστιανός, γεγονός που του επέτρεπε να επισκέπτεται στις φυλακές τους χριστιανούς που μαρτυρούσαν για την πίστη τους χωρίς να κινεί καμία υποψία. Κάποια στιγμή οι ειδωλολάτρες συνέλαβαν και φυλάκισαν επτά ασκητές, τους οποίους ο Ουάρος φρόντιζε όπως και τους υπόλοιπους χριστιανούς. Όμως ένας από αυτούς δεν άντεξε στη δοκιμασία και εξεδήμησε προς Κύριον. Όταν, λοιπόν, οι έξι ασκητές οδηγήθηκαν στον ηγεμόνα αυτός ρώτησε ποιος ήταν ο έβδομος. Τότε ο Ουάρος απάντησε πως ο έβδομος ασκητής ήταν αυτός και ομολόγησε την πίστη του στον Χριστό. Οι αξιωματικοί του προσπάθησαν να τον μεταπείσουν, αλλά μάταια. Ο Ουάρος είχε πάρει την απόφαση του να πεθάνει μαζί με τους άλλους χριστιανούς. Πράγματι, την επόμενη μέρα αποκεφαλίσθηκε μαζί με τους έξι ασκητές. Το τίμιο λείψανο του ετάφη από ευλαβείς χριστιανούς.
Οι Άγιοι Στάχυς, Απελλής, Αμπλίας, Ουρβανός, Νάρκισσος και Αριστόβουλος ανήκαν στους εβδομήντα Αποστόλους του Κυρίου. Πρόσφεραν όλοι ανεκτίμητο αποστολικό έργο, κηρύττοντας μέχρι το τέλος της ζωής τους τον ευαγγελικό λόγο. Μάλιστα, οι Άγιοι Αμπλίας, Ουρβανός και Νάρκισσος αξιώθηκαν να μαρτυρήσουν για τη δόξα του Χριστού. Συγκεκριμένα, ο Άγιος Στάχυς χειροτονήθηκε από τον Απόστολο Ανδρέα πρώτος επίσκοπος Βυζαντίου. Αφού ποίμανε για δεκαέξι χρόνια στην εκκλησία την οποία έχτισε ο ίδιος, απεβίωσε ειρηνικά. Ο Απελλής, επίσκοπος Ηράκλειας, ανεπαύθη εν ειρήνη έχοντας οδηγήσει στη χριστιανική πίστη πολλούς ανθρώπους. Οι Άγιοι Αμπλίας και Ουρβανός χειροτονήθηκαν επίσης από τον Απόστολο Ανδρέα επίσκοποι Οδυσσουπόλεως και Μακεδονίας αντίστοιχα. Βρήκαν και οι δυο μαρτυρικό θάνατο από τους ειδωλολάτρες επειδή γκρέμιζαν τα είδωλα. Ο Νάρκισσος έγινε επίσκοπος Αθηνών. Η χριστιανική του δράση και το θερμό του κήρυγμα εξόργισαν τους ειδωλολάτρες, οι οποίοι θανάτωσαν τον Άγιο υποβάλλοντας τον σε φριχτά βασανιστήρια. Τέλος, ο Αριστόβουλος χειροτονήθηκε επίσκοπος Βρετανίας και ποίμανε θεοφιλώς τους χριστιανούς που του εμπιστεύθηκε ο θεός για πολλά χρόνια. Απεβίωσε ειρηνικά.

Ο Άγιος Παγκράτιος καταγόταν από την Αντιόχεια. Οι γονείς του ήταν εύποροι και μετά το θάνατο τους ο Παγκράτιος κληρονόμησε μεγάλη περιουσία, την οποία διέθεσε στους φτωχούς. Το Ευαγγέλιο δίδαξε στον Παγκράτιο ο Απόστολος Πέτρος, ο οποίος και τον χειροτόνησε επίσκοπο Ταυρομενίου. Για την ευσεβή και ενάρετη δράση του, ο Κύριος τίμησε τον Άγιο με το χάρισμα της θαυματουργίας. Ο Παγκράτιος επιτέλεσε πολλά θαύματα και ενέταξε στους κόλπους της Εκκλησίας πλήθος ανθρώπων. Βρήκε όμως μαρτυρικό θάνατο, καθώς λιθοβολήθηκε από Ιουδαίους και ειδωλολάτρες.
Ο όσιος Παΐσιος καταγόταν από την Αίγυπτο και γεννήθηκε το 300 μ.Χ. από γονείς πλούσιους και ευσεβείς. Σε νεαρή ηλικία πήγε στην έρημο στον δάσκαλο Παμβώ, όπου απέκτησε θείες αρετές. Πλήθος ανθρώπων πήγαιναν να ακούσουν λόγια πνευματικά. Σε βαθιά γεράματα κατέβηκε στην κοντινότερη πόλη για να διδάξει. Πέθανε σε προχωρημένη ηλικία και ετάφη στην έρημο. Τα λείψανα του μεταφέρθηκαν στην ομώνυμη Μονή στην Πισιδία.
Ο μεγαλομάρτυρας Παντελεήμων έζησε την εποχή της βασιλείας του αυτοκράτορα Διοκλητιανού και καταγόταν από τη Νικομήδεια. Ο πατέρας του ήταν ειδωλολάτρης και η μητέρα του ευσεβής χριστιανή, που δυστυχώς πέθανε πρόωρα. Ο θεός όμως δεν άφησε τον Άγιο αβοήθητο μετά το θάνατο της μητέρας του. Τον αξίωσε να διδαχθεί τη χριστιανική πίστη από τον Ιερέα Ερμόλαο και την ιατρική τέχνη από έναν κορυφαίο γιατρό, τον Ευφρόσυνο. Με τη δύναμη της προσευχής του γέμισε αγαλλίαση και ειρήνη χιλιάδες ψυχές και θεράπευσε πολλούς ασθενείς, μεταξύ των οποίων και έναν τυφλό, που έγινε η αιτία της σύλληψης του Αγίου. Συγκεκριμένα, όταν πληροφορήθηκε ο βασιλιάς τη θεραπεία του τυφλού, τον κάλεσε και τον ρώτησε ποιος τον θεράπευσε και με ποιον τρόπο. Τότε εκείνος απάντησε ότι τον θεράπευσε ο Παντελεήμων με τη δύναμη της πίστης του. Ο πρώην τυφλός αποκεφαλίσθηκε αμέσως ενώ παράλληλα διατάχθηκε και η σύλληψη του Αγίου. Ο Παντελεήμων, παρά τις απειλές που δέχθηκε από το βασιλιά, παρέμεινε ακλόνητος και συνέχισε να ομολογεί την πίστη του. Τότε οδηγήθηκε σε φρικτά βασανιστήρια, από τα οποία βγήκε αλώβητος, γι' αυτό και τον αποκεφάλισαν. Ο Άγιος Παντελεήμων, με το μαρτυρικό του θάνατο, ανήλθε στους ουρανούς στεφανηφόρος.
Οι Άγιοι μάρτυρες Καρπός, Πάπυλος, Αγαθόδωρος και Αγαθονίκη κατάγονταν από την Πέργαμο. Έζησαν και μαρτύρησαν κατά τους χρόνους που αυτοκράτορας των Ρωμαίων ήταν ο διώκτης των χριστιανών Δέκιος. Ο Καρπός, ο οποίος είχε σπουδάσει, όπως και ο συνεργάτης του Πάπυλος, την ιατρική επιστήμη, ήταν επίσκοπος Θυατείρων. Στην επισκοπή του υπηρετούσε κι ένας ευσεβής χριστιανός, ο Αγαθόδωρος. Για τη χριστιανική τους δράση οι τρεις άνδρες συνελήφθησαν από τον ανθύπατο της Μικρός Ασίας Βαλέριο. Όταν οδηγήθηκαν μπροστά στον ηγεμόνα, αυτός τους ζήτησε να θυσιάσουν στους θεούς των ειδωλολατρών. Όμως οι Καρπός, Πάπυλος και Αγαθόδωρος αρνήθηκαν και ομολόγησαν, χωρίς να φοβηθούν, την πίστη τους στον Χριστό. Έπειτα από την ομολογία τους οι τρεις άνδρες βασανίσθηκαν σκληρά. Μάλιστα, ο Βαλέριος έδωσε εντολή στους δήμιους του να ανάψουν κάμινο και να ρίξουν μέσα τους Αγίους μαζί με την αδελφή του Παπύλου, Αγαθονίκη. Όμως μια καταρρακτώδης βροχή έσβησε τη φωτιά και οι τέσσερις Άγιοι σώθηκαν. Τότε ο ηγεμόνας διέταξε να αποκεφαλίσουν τους τρεις άνδρες και την Αγαθονίκη. Οι Άγιοι με το θάνατο τους κέρδισαν το στέφανο του μαρτυρίου.
Ο Άγιος Παράμονος και συν αυτώ τριακόσιοι εβδομήντα άγιοι μάρτυρες άθλησαν επί αυτοκρατορίας Δεκίου, ο οποίος υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους διώκτες των χριστιανών. Εκείνη την εποχή πολλοί ασθενείς επισκέπτονταν έναν τόπο κοντά στον Τίγρη ποταμό, όπου ανέβλυζαν ιαματικά ύδατα, για να θεραπευθούν. Εκεί πήγε κάποτε ο άρχοντας της Ανατολής Ακυλίνος για να βρει θεραπεία σε κάποια ασθένεια που τον βασάνιζε. Ως ακολουθία του, εκτός από τους στρατιώτες, είχε πάρει τον Παράμονο και άλλους τριακόσιους εβδομήντα χριστιανούς, τους οποίους κρατούσε φυλακισμένους μέχρι να αρνηθούν την πίστη τους. Ο Ακυλίνος πρόσφερε θυσία σε ένα βωμό της θεάς Ισιδος που βρισκόταν εκεί και στη συνέχεια ζήτησε από τους χριστιανούς να μιμηθούν την πράξη του. Κανένας από τους χριστιανούς δε δέχθηκε να θυσιάσει στη θεά των ειδωλολατρών. Αντιθέτως, άρχισαν όλοι μαζί να ψάλουν δοξολογία προς τον Κύριο και θεό τους, εξοργίζοντας ακόμη περισσότερο τον άρχοντα, ο οποίος διέταξε να θανατωθούν όλοι. Με το μαρτυρικό θάνατο τους ο Παράνομος και οι τριακόσιοι εβδομήντα Άγιοι που ετελειώθησαν από τα ξίφη των ειδωλολατρών ανήλθαν στεφανηφόροι στην ουράνια βασιλεία.
Ο όσιος Παρθένιος καταγόταν από τη Μικρά Ασία και έζησε επί αυτοκρατορίας του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Ήταν άνθρωπος αγράμματος και ασχολούνταν με το ψάρεμα. Όσα χρήματα εισέπραττε από την πώληση των ψαριών δεν τα κρατούσε για τον ίδιο, παρά τα μοίραζε στους φτωχούς. Με την επιθυμία να αποκτήσει υψηλού βαθμού θεολογική κατάρτιση, ώστε να μπορέσει να υπηρετεί τον Κύριο του καλύτερα, κατέβαλε επίμονες προσπάθειες και σε μεγάλη πλέον ηλικία έμαθε γράμματα. Εκτιμώντας τις αρετές του ο επίσκοπος Μελιτοπόλεως τον χειροτόνησε ιερέα, ενώ αργότερα χειροτονήθηκε επίσκοπος Λαμψάκου. Εκοιμήθη εν ειρήνη.
Ο όσιος Πατάπιος καταγόταν από τις Θήβες της Αιγύπτου. Από πολύ νωρίς γνώρισε την αλήθεια και ντυμένος με την πανοπλία της πίστης αποφάσισε να αφιερωθεί στο μοναχικό βίο. Ασκήτευσε πολλά χρόνια στην έρημο και κατόπιν πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου συνέχισε να ζει αυστηρή ασκητική ζωή. Για το λόγο αυτό ο θεός τον τίμησε με το χάρισμα της θαυματουργίας και μπόρεσε έτσι να βοηθήσει δεκάδες ανθρώπους, θεράπευσε τυφλούς και δαιμονισμένους και στάθηκε στο πλευρό όσων χρειάζονταν τη βοήθεια του. Ο όσιος απεβίωσε εν ειρήνη σε βαθύ γήρας.
Ο Άγιος Πατρίκιος με τη βαθιά του πίστη και την πνευματική του δύναμη έγινε ένας από τους πιο θερμούς υπερασπιστές του Ευαγγελίου. Ευλογημένος από τον θεό, είχε πνευματική διαύγεια τόση και παρρησία τέτοια ώστε πάλεψε με δεινότητα ενάντια στους ειδωλολάτρες και έφερε πολλούς ανθρώπους στο δρόμο της αλήθειας. Διετέλεσε επίσκοπος Προύσσης και από τη θέση αυτή μπόρεσε να ευεργετήσει παντοιοτρόπως το ποίμνιο του. Μάλιστα διάλεξε τρεις άξιους συνεργάτες, τον Ακάκιο, τον Μένανδρο και τον Πολύαινο, που αφιερώθηκαν ολοκληρωτικά στο αποστολικό τους έργο. Αυτό εξόργισε τον άρχοντα Ιούλιο, ο οποίος διέταξε τη σύλληψη του Πατρικίου. Ο Άγιος δε λύγισε μπροστά στις απειλές του Ιουλίου και με ρητορική δεινότητα ανέτρεψε την επιχειρηματολογία του. Συγκεκριμένα ο άρχοντας επιχείρησε να πείσει τον Άγιο να αρνηθεί τον Χριστό, λέγοντας ότι τα αναβλύζοντα θερμά ύδατα θερμαίνονται με την πρόνοια των θεών της ειδωλολατρικής θρησκείας. Ο Άγιος μάρτυρας όμως απάντησε ότι τα θερμά ύδατα, όπως και όλη η κτίση, είναι υπό την πρόνοια του ενός και μοναδικού θεού. Ο άρχοντας τότε εξοργισμένος διέταξε να αποκεφαλίσουν τον Πατρίκιο και τους τρεις συνεργάτες του.
Ο Άγιος μάρτυρας Λουκιλλιανός ήταν ιερέας των ειδώλων όταν άκουσε χριστιανικό κήρυγμα. Ο θείος λόγος ρίζωσε βαθιά στην ψυχή του και άρχισε να διακηρύσσει την πίστη του, εξοργίζοντας τον κόμη Λιβάνιο, ο οποίος διέταξε να υποβάλουν τον Λουκιλλιανό σε φρικτά βασανιστήρια. Οδηγήθηκε στη φωτιά μαζί με τέσσερα παιδιά τα οποία είχαν φυλακισθεί για τον ίδιο λόγο. Όμως δυνατή βροχή έσβησε τη φωτιά και έτσι μετέφεραν τον Άγιο και τους νέους στο Βυζάντιο όπου μαρτύρησε με σταυρικό θάνατο ενώ τα παιδιά αποκεφαλίσθηκαν. Η παρθένος Παύλη πήρε τα ιερά του λείψανα και τα ενταφίασε, γι' αυτό το λόγο βασανίσθηκε και αποκεφαλίσθηκε.
Ο Άγιος Απόστολος Παύλος γεννήθηκε στην Ταρσό της Κιλικίας. Ένθερμος εραστής του Μωσαϊκού Νόμου καθώς ήταν, υπήρξε σκληρός διώκτης των χριστιανών. Μετέβαινε μάλιστα στη Δαμασκό, για να κυνηγήσει του χριστιανούς. Τον κατεδίωκε όμως ο μεγάλος κυνηγός, ο Χριστός, ο Οποίος του φανερώθηκε και τον πρόσταξε να πάει στον Ανανία, ο οποίος τον κατήχησε και τον βάπτισε. Από τη στιγμή εκείνη ο Παύλος έγινε ο μεγαλύτερος κήρυκας του Ευαγγελίου σε όλη την οικουμένη. Αφού δίδαξε τη σωτήρια αλήθεια σε πολλούς ειδωλολάτρες, κατέληξε στη Ρώμη, όπου βρήκε μαρτυρικό θάνατο.
Ο Άγιος Παύλος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Υπήρξε γραμματέας του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Αλεξάνδρου, τον οποίο και διαδέχθηκε στον πατριαρχικό θρόνο. Η χειροτονία και ανάρρηση του Παύλου έλαβε χώρα ερήμην του αυτοκράτορα Κωνσταντίου, ο οποίος ήταν οπαδός του αρειανισμού. Όταν επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη ο αυτοκράτορας, απομάκρυνε από τον πατριαρχικό θρόνο τον Παύλο. Τότε ο Αγιος πήγε στη Ρώμη, όπου συνάντησε τον εξόριστο από τον Κωνστάντιο Μέγα Αθανάσιο. Πληροφορηθείς τα γεγονότα ο αδελφός του Κωνστάντιου και αυτοκράτορας της Δόσης Κώνστας, επενέβη ζητώντας να αποκατασταθούν στους πατριαρχικούς θρόνους τους ο Παύλος και ο Αθανάσιος. Το αίτημα του Κώνστα έγινε δεκτό και ο Παύλος επέστρεψε στο έργο του. Όταν όμως ο Κώνστας απεβίωσε, ο Κωνστάντιος εξόρισε τον Παύλο στον Κουκουσό της Αρμενίας. Στον τόπο αυτό ο Αγιος ετελειώθη από φανατικούς αρειανούς, οι οποίοι τον έπνιξαν με το ίδιο του το ωμοφόριο τη στιγμή που τελούσε τη θεία Λειτουργία. Με αυτόν το μαρτυρικό θάνατο παρέδωσε το πνεύμα του ο Αγιος Παύλος, λαμβάνοντας το στέφανο του μαρτυρίου.
Ο όσιος Παύλος ονομάσθηκε Απλός, διότι ήταν άνθρωπος άκακος και με τρόπους απλοϊκούς. Στο επάγγελμα ήταν γεωργός, εργασία την οποία ασκούσε με αφοσίωση. Άνθρωπος σεμνός και αγνός καθώς ήταν δεν είχε υποψιαστεί ότι η σύζυγος του είχε υποπέσει στο αμάρτημα της μοιχείας. Όταν κάποια μέρα γύρισε στο σπίτι του μετά την εργασία και βρήκε τη γυναίκα του να μοιχεύεται, δεν οργίστηκε, παρά πήρε την απόφαση να την εγκαταλείψει και να αφιερωθεί στο μοναχικό βίο. Πράγματι, πήγε στην έρημο και συντρόφευσε στην ασκητική ζωή τον Μέγα Αντώνιο. Έπειτα από πολλές ασκήσεις στην εγκράτεια επιβραβεύθηκε με το χάρισμα να θαυματουργεί. Ετελειώθη ειρηνικά.

Αγιολόγιο 4

Ο Άγιος Παφνούτιος έζησε και μαρτύρησε επί αυτοκρατορίας Διοκλητιανού, ο οποίος κήρυξε άγριο διωγμό εναντίον των χριστιανών. Όταν ξεκίνησε ο διωγμός ο Άγιος Παφνούτιος ησύχαζε στην έρημο της Αιγύπτου, αλλά αυτό δεν εμπόδισε τον έπαρχο Αρριανό, ο οποίος ξεκίνησε να τον συλλάβει. Μετά τη σύλληψη του Αγίου ο έπαρχος διέταξε και βασάνισαν φριχτά τον Παφνούτιο. Του ξέσκισαν βαθιά τις σάρκες, αλλά ο Άγιος προσευχήθηκε και οι πληγές επουλώθηκαν. Το θαύμα αυτό είδαν με τα μάτια τους δυο στρατιώτες, που πίστεψαν στον Χριστό, γεγονός που εξόργισε τον Αρριανό, ο οποίος διέταξε τον αποκεφαλισμό τους. Αλλά και όταν είχαν ρίξει στη φυλακή τον Παφνούτιο, αυτός κατάφερε να οδηγήσει στο δρόμο της αλήθειας σαράντα προκρίτους, τους οποίους ο έπαρχος έριξε στη φωτιά μαζί με τον Άγιο, ο οποίος όμως εξαφανίσθηκε από μπροστά του με τρόπο θαυματουργικό. Ο Παφνούτιος με δική του θέληση παρουσιάσθηκε ξανά στον ειδωλολάτρη έπαρχο. Ο Αρριανός αυτή τη φορά διέταξε να κομματιάσουν τον Άγιο, αλλά τα κομμάτια του ενώθηκαν και ο Παφνούτιος ήταν ακόμη ζωντανός. Τότε ο έπαρχος έστειλε τον Άγιο στή Ρώμη, όπου και σταυρώθηκε.
Ο Όσιος Παχώμιος γιος γονέων ευσεβών ζούσε στη μικρά Ρωσία. Αιχμαλωτίσθηκε από τους Τατάρους που τον πούλησαν σε Τούρκο στο Ουσάκι της Φιλαδέλφειας. Όταν προσπάθησαν να τον εξισλαμίσουν έφυγε σαν πραγματευτής στην Σμύρνη, και μετά στην Μονή Αγίου Παύλου στο Άγιο Όρος. 'Έγινε ενάρετοςς μοναχός και παράδειγμα αρετής. Επέστρεψε στο Ουσάκι να διδάξει αλλά εκεί τον αναγνώρισαν, τον φυλάκισαν και αποκεφαλίσθηκε στις 27/5/7730. Το λείψανο του βρίσκεται στη Μονή Ιωάννου θεολόγου στην Πάτμο.
Η Αγία Πελαγία γεννήθηκε στην πόλη Ταρσό της Κιλικίας και έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα Διοκλητιανού. Μεγάλωσε σε ειδωλολατρικό περιβάλλον, αλλά ζητούσε να μάθει για τη χριστιανική πίστη. Όταν ήταν ακόμη σε νεαρή ηλικία, παρουσιάσθηκε στον ύπνο της ο επίσκοπος Ρώμης. Συγκλονισθείσα από το όραμα η Αγία Πελαγία πήρε την απόφαση να βαπτισθεί χριστιανή, θέλοντας να αποφύγει την οργή της μητέρας της ισχυρίστηκε ότι θα πήγαινε να επισκεφθεί την τροφό της, η οποία ζούσσε σε άλλη πόλη. Όμως η Αγία μετέβη στη Ρώμη, όπου ο επίσκοπος, φωτισθείς από τον θεό, δέχθηκε να τη βαπτίσει. Στη συνέχεια η Πελαγία παρέδωσε τα πλούσια και πολυτελή ενδύματα της για να μοιραστούν στους φτωχούς. Όταν ο γιος του αυτοκράτορα και μνηστήρας της Πελαγίας έμαθε ότι η αγαπημένη του έγινε χριστιανή, έδωσε τέλος στη ζωή του. Τότε ο πατέρας του Διοκλητιανός κάλεσε την Πελαγία και της ζήτησε να αρνηθεί τον Χριστό και να ασπασθεί ξανά τα είδωλα. Δεν υπήρχε όμως περίπτωση η νεοφώτιστη "χριστιανή, που είχε πλέον γνωρίσει το δρόμο της αλήθειας, να απαρνηθεί την πίστη της. Έτσι ο Διοκλητιανός διέταξε να πυρακτώσουν ένα χάλκινο βόδι και να τη βάλουν μέσα. Με το μαρτυρικό της θάνατο η Πελαγία έλαβε το στέφανο του μαρτυρίου.
Ο Άγιος Απόστολος Πέτρος ήταν αδελφός του Απόστολου Ανδρέα και καταγόταν από την πόλη Βηθσαΐδα της Γαλιλαίος, όπου ζούσε με την οικογένεια του και ασκούσε το επάγγελμα του ψαρά. Όπως μαθαίνουμε από το Ευαγγέλιο, όταν ο Ιησούς πήγε στη λίμνη Γεννησαρέτ συνάντησε τα αδέλφια Πέτρο και Ανδρέα, που έριχναν τα δίχτυα τους. Μόλις ο Ιησούς Χριστός τους κάλεσε κοντά Του, εκείνοι άφησαν τα δίχτυα τους και Τον ακολούθησαν. Ο Απόστολος Πέτρος, αφού κήρυξε το λόγο του Ευαγγελίου και έγραψε δυο Καθολικές Επιστολές, σταυρώθηκε στη Ρώμη.
Οι Άγιοι Ιουλιανός, Μαρκιανός, Ιωάννης, Ιάκωβος, Αλέξιος, Δημήτριος, Φώτιος, Πέτρος, Λεόντιος και Μαρία η Πατρικία μαρτύρησαν στην εποχή του αυτοκράτορα Λέοντος Γ, του εικονομάχου. Ο πατριάρχης Αναστάσιος άρχισε να εφαρμόζει το διάταγμα του 728, το οποίο είχε εκδώσει ο Λέων. Όταν λοιπόν ένας αξιωματικός κατέβασε την εικόνα του Χριστού, οι χριστιανοί που έγιναν μάρτυρες του εγκλήματος εξοργίσθηκαν και έριξαν τον αξιωματικό από τη σκάλα στην οποία ήταν ανεβασμένος, με αποτέλεσμα να σκοτωθεί. Τότε ο αυτοκράτορας διέταξε τη θανάτωση πολλών εξ αυτών των χριστιανών, μεταξύ των οποίων και οι μάρτυρες των οποίων τη μνήμη γιορτάζουμε σήμερα.
Σήμερα η Εκκλησία μας (18 -5) τιμά τη μνήμη των Αγίων 8 μαρτύρων: Πείρου, Διονυσίου, Χριστίνης παρθένου, Ανδρέου, Παύλου, Βενεδίμου, Παυλίνου και Ηρακλείου. Αυτοί οι Άγιοι μαρτύρησαν στα χρόνια του αυτοκράτορα Δεκίου, τον 3ο μΧ. αιώνα. Ο πρώτος, ο Άγιος μάρτυρας Πέτρος, καταγόταν από τη Λάμψακο της Μικρός Ασίας. Συνελήφθη και οδηγήθηκε μπροστά στον άρχοντα για να θυσιάσει στην Αφροδίτη. Εκείνος όμως άκαμπτος ομολόγησε την πίστη του στον Κοριό και τιμωρήθηκε με φριχτά βασανιστήρια προτού παραδοθεί τελικά στον δήμιο. Ο Παύλος και ο Ανδρέας ήταν από τη Μεσοποταμία και συνυπηρετούσαν στο στρατό του Δεκίου. Όταν έφτασαν στην Αθήνα αφιερώθηκαν στη χριστιανική πίστη και έτσι συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν μαζί με τον Διονύσιο και τη Χριστίνα. Ο Παύλος, ο Ανδρέας, ο Διονύσιος και η Χριστίνα βασανίσθηκαν σκληρά, χωρίς να πτοηθούν από τα μαρτύρια. Στο τέλος λιθοβολήθηκαν όλοι μαζί, ενώ η Χριστίνα αποκεφαλίσθηκε. Το μένος των ειδωλολατρών δέχθηκαν και οι Άγιοι μάρτυρες Βενέδιμος, Παυλίνος και Ηράκλειος, οι οποίοι δρούσαν στην Αθήνα. Συνελήφθησαν και στη συνέχεια αποκεφαλίσθηκαν λαμβάνοντας το στέφανο του μαρτυρίου.
Οι Άγιοι Ακίνδυνος, Αφθόνιος, Πηγάσιος, Ελπιδοφόρος και Ανεμπόδιστος κατάγονταν από την Περσία και ήταν αξιωματούχοι του βασιλιά Σαπώρ Β' (325-379 μΧ.). Ο Ακίνδυνος, ο Πηγάσιος και ο Ανεμπόδιστος είχαν ασπασθεί τη χριστιανική θρησκεία και για το λόγο αυτό συνελήφθησαν και βασανίσθηκαν. Κατά τη διάρκεια του μαρτυρίου τους ήταν παρών και ο ίδιος ο βασιλιάς, ο οποίος βλασφημούσε τον Ιησού Χριστό. Οι Άγιοι δεν μπορούσαν να ανεχθούν τις ύβρεις του Σαπώρ και γι' αυτό με την προσευχή τους του αφαίρεσαν τη φωνή. Ο βασιλιάς έπειτα διέταξε να τοποθετήσουν τους Αγίους σε πυρακτωμένα σιδερένια κρεβάτια. Όταν όμως εκτελέσθηκε η διαταγή του ξέσπασε νεροποντή, η οποία έσβησε τη φωτιά. Βλέποντας το θαύμα αυτό ο παρευρισκόμενος Αφθονίας πίστεψε στη δύναμη του Χριστού και γι' αυτό αποκεφαλίσθηκε. Έπειτα οι δήμιοι τοποθέτησαν τους Αγίους μέσα σε δέρματα βοδιών και τους έριξαν στη θάλασσα. Όμως οι Άγιοι διασώθηκαν με θεία επέμβαση. Ο Ελπιδοφόρος και άλλοι επτά χιλιάδες άνθρωποι που είδαν το θαύμα πίστεψαν στον Ιησού Χριστό και για το λόγο αυτό ο βασιλιάς διέταξε να αποκεφαλίσουν και αυτούς. Οι Άγιοι Ακίνδυνος, Πηγάσιος και Ανεμπόδιστος ετελειώθησαν σε πυρακτωμένη κάμινο.
Ο Άγιος Πλάτων γεννήθηκε τον 3ο αιώνα μΧ. στην Άγκυρα της Μικρός Ασίας. Διακρινόταν για τη χριστιανική πίστη του και για τη φιλανθρωπική του δράση. Πράγματι, κήρυττε με ζήλο τη χριστιανική πίστη, ενώ παράλληλα μοίραζε στους φτωχούς την περιουσία του. Όταν πληροφορήθηκε τη δράση του ο ηγεμόνας Αγριππίνος διέταξε να συλλάβουν τον Πλάτωνα και να τον οδηγήσουν μπροστά του ώστε να τον ανακρίνει ο ίδιος. Ο Άγιος με παρρησία ομολόγησε την πίστη του στον Χριστό ενώπιον του ηγεμόνα, ο οποίος κατέβαλε μεγάλες προσπάθειες για να πείσει τον Άγιο να αρνηθεί την πίστη του. Ο Αγριππίνος, αφού συνειδητοποίησε πως ούτε οι απειλές του, αλλά ούτε και οι κολακείες του μπορούσαν να κλονίσουν την πίστη του Πλάτωνα, διέταξε να τον βασανίσουν. Πράγματι, οι δήμιοι, αφού χτύπησαν με, μαστίγιο τον Άγιο, τον έδεσαν σε πυρακτωμένο κρεβάτι και στη συνέχεια του καταξέσχισαν με σιδερένια νύχια τις σάρκες. 'Έπειτα από πολλά βασανιστήρια οι ειδωλολάτρες αποκεφάλισαν τον Άγιο Πλάτωνα, ο οποίος ανήλθε στεφανηφόρος στην ουράνια βασιλεία.
Ο όσιος Ποιμήν καταγόταν από την Αίγυπτο. Μαζί με τους αδελφούς του συνέστησαν μια μικρή μοναχική αδελφότητα σε ένα ερημικό μέρος της Αιγύπτου, όπου μόναζαν αφοσιωμένοι στην υπηρεσία του Κυρίου. Αφού διακρίθηκε σε κάθε αρετή, ο όσιος Ποιμήν παρέδωσε το πνεύμα του στον Κύριο.
Ο ιερομάρτυρας Πολύκαρπος υπήρξε μαθητής του Ευαγγελιστή Ιωάννη και διετέλεσε επίσκοπος Σμύρνης, αξίωμα που ανέλαβε με τρόπο θαυμαστό: Ο προηγούμενος επίσκοπος, ο μακαριστός Βουκόλος, προαισθανόμενος το τέλος του ζήτησε να αναλάβει το αξίωμα του ο Πολύκαρπος. Προτού ιερωθεί και λόγω της υποδειγματικής ζωής του είχε λάβει το χάρισμα να τελεί θαύματα. Σταμάτησε την ορμή φωτιάς που κατάκαιγε τα πάντα και έθρεψε κόσμο πεινασμένο με καρπούς που πολλααπλασίασε. Επίσης, με τη δύναμη της προσευχής του έστειλε βροχή που αναζωογόνησε την άγονη γη. Επί αυτοκρατορίας Αντωνίνουυ Πίου (138-161 μΧ.) άρχισε σκληρός διωγμός εναντίον των χριστιανών. Ο ανθύπατος Μικράς Ασίας Στάτιος Κοδράτος συνέλαβε τον Πολύκαρπο και του ζήτησε να απαρνηθεί την πίστη του και να βλασφημήσει τον Χριστό. Όμως ο Άγιος του απάντησε ότι σε όλη του τη ζωή υπηρετούσε τον Κύριο του χωρίς ποτέ αυτός να τον αδικήσει και ότι δεν μπορούσε να βλασφημήσει το Σωτήρα του. Ο Κοδράτος διέταξε τότε να τον ρίξουν στη φωτιά, από την οποία ο Πολύκαρπος βγήκε ανέγγιχτος. Στο τέλος οι διώκτες του τον αποκεφάλισαν και ο Πολύκαρπος έλαβε το στέφανο του μαρτυρίου στις 23 Φεβρουαρίου του έτους 156 μΧ.
Ο Άγιοι Ονησιφόρος και Πορφύριος μαρτύρησαν την εποχή του αυτοκράτορα Διοκλητιανού. Υπήρξαν ευσεβή μέλη της Εκκλησίας και καθημερινά διακινδύνευαν τη ζωή τους συλλέγοντας και ενταφιάζοντας τα λείψανα των χριστιανών που θανάτωναν οι ειδωλολάτρες. Όταν η δράση τους αυτή έγινε γνωστή συνελήφθησαν και ανακρίθηκαν από τους ειδωλολάτρες, στους οποίους οι Άγιοι δε δίστασαν να ομολογήσουν την πίστη τους στον Χριστό. Οι δυο άνδρες υποβλήθηκαν σε πολλά βασανιστήρια μετά την ομολογία τους και βρήκαν τραγικό θάνατο. Συγκεκριμένα, οι ειδωλολάτρες τους έδεσαν πίσω από άγρια άλογα που άρχισαν να καλπάζουν, προκαλώντας το θάνατο των Αγίων.
Ο όσιος Πατέρας μας Πορφύριος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, αλλά η θεολογική του δράση απλώθηκε σε πολλές περιοχές. Αρνούμενος την κοσμική και πλούσια ζωή που του πρόσφερε η οικογένεια του, αποσύρθηκε αρχικά σε μμια σκήτη στην Αίγυπτο για να αφιερωθεί στη μοναχική ζωή και στη συνέχεια πήγε στα Ιεροσόλυμα, όπου και χειροτονήθηκε ιεερέας. Γρήγορα ανέλαβε το αξίωμα του επισκόπου Γάζης και επιδόθηκε σε θαυμαστά και ιερά έργα, καθώς είχε λάβει το θείο χάρισμα να επιτελεί θαύματα. Στην προσπάθεια του να πολεμήσει τους αιρεετικούς και να προστατεύσει το ποίμνιο του από τις αδικίες, μετέβη στην Κωνσταντινούπολη για να ζητήσει τη βοήθεια του αυτοκράτορα. Εκεί, και με τη συμβολή του Ιωάννη του Χρυσόστομου, συνάντησε τη βασίλισσα, η οποία τον τίμησε και προοσφέρθηκε να τον βοηθήσει. Μάλιστα, λέγεται ότι ο Άγιος έκανε θαυμαστή πρόρρηση -την κυοφορία από τη βασίλισσα αρσενικού παιδιού- και έτσι, παρά τις αρχικές του αντιδράσεις, ο βασιλιάς δέχθηκε να ικανοποιήσει τα αιτήματα του. Με γραπτή εντολή του εκδιώχθηκαν οι αιρετικοί από τη Γάζα και με την οικονομική του συνεισφορά ο μακαριστός Πορφύριος κατάφερε να ανεγείρει εκκλησίες εκεί όπου προηγουμένως βρίσκονταν ειδωλολατρικοί ναοί. Μετά από είκοσι τέσσερα έτη χρηστού και πλούσιου σε θαύματα ιερατικού βίου, ο όσιος Πορφύριος εξεδήμησε προς Κύριον.
Οι Άγιοι Αρίσταρχος, Πούδης και Τρόφιμος ανήκαν στον κύκλο των εβδομήντα Αποστόλων του Κυρίου. Ήταν αφοσιωμένοι ακόλουθοι του Αποστόλου Παύλου, ο οποίος τους κατήχησε στη χριστιανική πίστη. Κήρυξαν τον ευαγγελικό λόγο μαζί με τον Απόστολο των Εθνών σε πάρα πολλές περιοχές, υπομένοντας κακουχίες και διωγμούς. Έχοντας επιτελέσει ανεκτίμητο ιεραποστολικό έργο οι τρεις συνεργάτες του Αποστόλου Παύλου βρήκαν μαρτυρικό θάνατο. Συγκεκριμένα, συνελήφθησαν και αποκεφαλίσθηκαν όταν ξέσπασε ο διωγμός του αυτοκράτορα Νέρωνα (54-68 μΧ). Το βίο και τη δράση των τριών Αγίων κατέγραψε και μας παρέδωσε ο επίσκοπος Τύρου Δωρόθεος.
Οι Άγιοι μάρτυρες Πρόκλος και Ιλάριος έζησαν την εποχή του αυτοκράτορα των Ρωμαίων Τραϊανού και κατάγονταν από ένα χωριό έξω από την Άγκυρα. Τους δύο Αγίους, εκτός από τη βαθιά πίστη και την πνευμονική τους ταύτιση, τους συνέδεε και συγγενικός δεσμός. Δεινοί ομολογητές της χριστιανικής αλήθειας, συνελήφθησαν από τον αυτοκράτορα και υπέστησαν φρικτά βασανιστήρια, τα οποία υπέμειναν με θαυμαστή καρτερία. Τελικά θανατώθηκαν, ο μεν Πρόκλος με βέλη, ο δε Ιλάριος με αποκεφαλισμό, και έλαβαν τον αμάραντο στέφανο του μαρτυρίου.
Ο Άγιος Προκόπιος γεννήθηκε στην Ιερουσαλήμ από το χριστιανό Χριστόφορο και την ειδωλολάτρισσα Θεοδοσία. Έζησε και μαρτύρησε κατά την εποχή που αυτοκράτορας ήταν ο Διοκλητιανός. Όταν η μητέρα του έμεινε χήρα οδήγησε τον νέο στον αυτοκράτορα Διοκλητιανό, ο οποίος τον διόρισε δούκα της Αλεξάνδρειας, δίνοντας του μάλιστα την εντολή να καταδιώκει και να βασανίζει τους χριστιανούς. Κατά την πορεία του προς την Αλεξάνδρεια όμως ο Προκόπιος είχε μια εμπειρία θαυμαστή, που άλλαξε τη ζωή του: Εμφανίστηκε σε αυτόν κρυστάλλινος σταυρός και την ίδια ώρα ακούστηκε φωνή να λέει: «Εγώ είμαι ο Εσταυρωμένος Υιός του θεού». Με τον τρόπο αυτό ο Κύριος απάλλαξε τον Προκόπιο από την πλάνη του και τον οδήγησε στο δρόμο της σωτηρίας. Λίγο καιρό αργότερα ο Προκόπιος γύρισε νικητής από εκστρατεία του κατά των Σαρακηνών. Η μητέρα του τότε τον προέτρεψε να θυσιάσει στα είδωλα, όμως αυτός αρνήθηκε. Όταν η μητέρα του κατάλαβε πως ο γιος της είχε πιστέψει στον Χριστό τον κατήγγειλε αμέσως στον έπαρχο Ούλκιο. Ο έπαρχος, αφού βασάνισε τον Προκόπιο και τον οδήγησε σε ειδωλολατρικό ναό, τον οποίο ο Αγιος γκρέμισε οδηγώντας στην πίστη του Χριστού τη μητέρα του και πολλούς άλλους, διέταξε τον αποκεφαλισμό του.
Ο όσιος Προκόπιος έζησε επί αυτοκρατορίας Λέοντα Γ του Ισαύρου (8ος αι.). Αγάπησε την ασκητική ζωή και γύμνασε την ψυχή του για να την απαλλάξει από τα πάθη και τις αδυναμίες των ανθρώπων. Δεν απομονώθηκε όμως στο κελί του, αλλά όταν ήρθε η ώρα υπερασπίσθηκε με ζήλο και σθένος την Ορθοδοξία. Σφοδρός εικονομάχος, ο Λέων ο Ίσαυρος ήταν υπεύθυνος για τη δίωξη και το βασανισμό πολλών φίλων των εικόνων, μεταξύ αυτών και του Προκοπίου, ο οποίος αναδείχθηκε μεγάλος ομολογητής της ορθόδοξης πίστης.
 Οι Άγιοι Ναζάριος, Γερβάσιος, Προτάσιος και Κέλσιος μαρτύρησαν επί αυτοκρατορίας Νέρωνα (57-68 μΧ.), ο οποίος προέβη σε ανελέητο διωγμό κατά των χριστιανών. Ο Ναζάριος καταγόταν από γονείς θεοσεβείς, οι οποίοι είχαν κατηχηθεί στο χριστιανισμό από τον Απόστολο Πέτρο. Σε νεαρή ηλικία ο Ναζάριος ορφάνεψε και όταν έφτασε στην ηλικία των είκοσι χρόνων ξεκίνησε περιοδεία με σκοπό να κηρύξει στους λαούς το λόγο του Ευαγγελίου. Όταν έφθασε στα Μεδιόλανα γνώρισε τον Προτάσιο και τον Γερβάσιο, δυο ευσεβείς χριστιανούς. Ο Ναζάριος συνέχισε το θεάρεστο έργο του μαζί με τους δύο άνδρες, κατηχώντας στη χριστιανική πίστη πλήθος ειδωλολατρών. Φεύγοντας για τη Γαλλία ο Ναζάριος διάλεξε για ακόλουθο του ένα νεαρό παιδί, τον Κέλσιο. Όταν ο Ναζάριος και ο Κέλσιος επέστρεψαν στα Μεδιόλανα συνελήφθησαν μαζί με τον Γερβάσιο και τον Προτάσιο από τον έπαρχο Ανούλιο. Στην άρνηση τους να προσκυνηθούνε τα είδωλα, ο Ανούλιος διέταξε τον αποκεφαλισμό και των τεσσάρων.
Οι Άγιοι Ραφαήλ, Νικόλαος και Ειρήνη, μαρτύρησαν το 1463 στη θέρμη της Λέσβου (9/4-Τρίτη Διακαιν.). Ο Άγιος Ραφαήλ εξ Ιθάκης έγινε μοναχός. Το 1453 μόναζε μαζί με τον Νικόλαο στη Μακεδονία. Ήρθαν στη Λέσβο το 1454 στη Μονή Θεοτόκου. Το 1463 μαρτύρησαν από τους Τούρκους. Τον μεν Ραφαήλ τον έκοψαν με πριόνι από το στόμα, τον δε Νικόλαο θανάτωσαν με φρικτά βασανιστήρια. Μαζί μαρτύρησε και ένα δωδεκάχρονο κορίτσι η Ειρήνη κόρη του προεστού της θέρμης. Την έκαψαν ζωντανή σε ένα πιθάρι μπροστά στους γονείς της. Γιορτάζονται στην ομώνυμη Ιερά Μονή της Λέσβου.
Οι Άγιοι Ηρωδίων, Άγαβος, Ρούφος, Φλέγων, Ασύγκριτος ανήκαν στον κύκλο των εβδομήντα Αποστόλων του Ιησού Χριστού. Ο Άγιος Ηρωδίων, ο οποίος υπήρξε διάκονος των Αγίων Αποστόλων, χειροτονήθηκε επίσκοπος Νέων Πατρών (Υπάτης) της Φθιώτιδας, όπου και δίδαξε τον ευαγγελικό λόγο. Ο Άγιος Άγαβος είναι αυτός ο οποίος αφού δέθηκε με τη ζώνη του Αποστόλου Παύλου, προφήτευσε ότι με αυτόν τον τρόπο θα δέσουν στα Ιεροσόλυμα οι Ιουδαίοι τον Παύλο, προφητεία που επαληθεύθηκε. Ο Άγιος Άγαβος βρήκε μαρτυρικό θάνατο. Ο Ρούφος, ο οποίος αναφέρεται από τον Απόστολο Παύλο στην προς Ρωμαίους επιστολή του, έγινε επίσκοπος στην πόλη της Θήβας στην Ελλάδα. Οι Άγιοι Φλέγων και Ασύγκριτος βρήκαν μαρτυρικό θάνατο από τους εξαγριωμένους Ιουδαίους και ειδωλολάτρες.
Οι Άγιοι Αγάπιος, Πλήσιος, Ρωμύλος, Τιμόλαος, οι δύο Αλέξανδροι και οι δύο Διονύσιοι έζησαν κατά την περίοδο που αυτοκράτορας των Ρωμαίων ήταν ο Διοκλητιανός. Ο Αγάπιος καταγόταν από τη Γάζα της Παλαιστίνης, ο Τιμόλαος από τον Εύξεινο Πόντο, ο Πλήσιος και οι δύο Αλέξανδροι από την Αίγυπτο, οι δύο Διονύσιοι από την Τρίπολη της Φοινίκης και ο Ρωμύλος από τη Διόσπολη, όπου ήταν υποδιάκονος. Ήτταν όλοι χριστιανοί και διακρίνονταν για την ευσέβεια τους και για τη δύναμη της πίστης τους. Όταν ξεκίνησε ο διωγμός του Διοκλητιανού εναντίον των χριστιανών, οι οκτώ Άγιοι συνελήφθησανν και οδηγήθηκαν στον Ουρβανό, ηγεμόνα της Καισαρείας της Παλαιστίνης. Κατά τη διάρκεια της εξέτασης τους από τον Ουρβανό οι Άγιοι δε λιγοψύχησαν μπροστά στις απειλές του ειδωλολάτρη ηγεμόνα ούτε δελεάστηκαν από τις κολακείες του, αλλά με παρρησία ομολόγησαν την πίστη τους στον Χριστό. Όταν ο Ουρβανός διαπίστωσε πως δεν υπήρχε καμία περίπτωση να πείσει τους οκτώ Αγίους να αρνηθούν την πίστη τους, διέταξε και τους αποκεφάλισαν.
Ο Άγιος Σάββας ο Στρατηλάτης ήταν Γότθος, έζησε τον 3ο αιώνα και υπηρετούσε στη Ρώμη. Επειδή ήταν χριστιανός πήγαινε τρόφιμα στους φυλακισμένους. Οι αξιωματικοί τον κατήγγειλαν στον αυτοκράτορα που προσπάθησε να τον πείσει να θυσιάσει στα είδωλα. Υποβλήθηκε σε βασανιστήρια και τελικά τον έριξαν μέσα σε καζάνι με πίσσα. Αφού δεν έπαθε το παραμικρό, του έδεσαν πέτρα σστο λαιμό και τον έριξαν στον Τίβερη ποταμό.
Ο όσιος Σάββας έζησε την εποχή του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Β' του Μικρού. Καταγόταν από την Καππαδοκία και ήταν γόνος επιφανούς και ευσεβούς οικογένειας. Έτσι από πολύ νωρίς γνώρισε τις θείες βουλές και αποφάσισε να αφιερωθεί στο μοναστικό βίο. Είχε μάλιστα τόση πίστη που κάποτε μπήκε σ' έναν κλίβανο πυρός, απ' τον οποίο όμως βγήκε αβλαβής με τη βοήθεια του θεού. Όταν ήταν δεκαοχτώ ετών έφυγε από το Μοναστήρι των Φλαβιανών όπου βρισκόταν και πήγε στα Ιεροσόλυμα. Από εκεί κατευθύνθηκε προς την έρημο της Ανατολής για να συναντήσει τον Μέγα Ευθύμιο. Ο Ευθύμιος τον έστειλε σ' ένα κοινόβιο, το οποίο διηύθυνε ο όσιος Θεόκτιστος. Ο Σάββας κατά την παραμονή του στο κοινόβιο έλαμψε λόγω του χαρακτήρα του, των αρετών του και της πνευματικής του ωριμότητας. Μάλιστα ήταν τόσο σοβαρός και ηθικός -παρά το νεαρό της ηλικίας του- που προσαγορεύτηκε παιδαριογέροντας από τον Μέγα Ευθύμιο. Ο Σάββας όσο μεγάλωνε τροφοδοτούσε όλο και περισσότερο το πνεύμα του, γ' αυτό και τιμήθηκε με το χάρισμα της θαυματουργίας. Το χάρισμα αυτό το επιστράτευσε στην υπηρεσία των φτωχών και των ασθενών και έτσι επιτέλεσε σημαντικότατα έργα. Σε ηλικία ενενήντα τεσσάρων ετών ανήλθε προς Κύριον εν ειρήνη.
Ο Άγιος μάρτυς Σαβίνος γεννήθηκε στην Ερμούπολη της Αιγύπτου από αριστοκρατική οικογένεια και μαρτύρησε κατά τα χρόνια που αυτοκράτορας ήταν ο Διοκλητιανός (284-305 μΧ.). Ήταν άνθρωπος διακεκριμένος για την πίστη του και το θεοσεβή βίο του. Όταν ξεκίνησε ο διωγμός ο Σαβίνος κρύφτηκε έξω από την Ερμούπολη, αλλά οι στρατιώτες του αυτοκράτορα τον ανακάλυψαν και τον οδήγησαν μπροστά στον ηγεμόνα της πόλης Αρριανό. Όταν ρωτήθηκε από τον ειδωλολάτρη ηγεμόνα για την πίστη του, ο Σαβίνος δε δίστασε με θάρρος να ομολογήσει την πίστη του στον Χριστό. Τότε ο Αρριανός διέταξε τους δημίους του να τον υποβάλουν σε φοβερά βασανιστήρια. Πράγματι, οι βασανιστές του, αφού του καταξέσκισαν τις σάρκες με σιδερένια νύχια, τον κατέκαυσαν με αναμμένες λαμπάδες. Ο Αρριανός όταν συνειδητοποίησε πως ούτε με τα βασανιστήρια μπορούσε να πείσει τον Σαβίνο να αλλαξοπιστήσει διέταξε να του δέσουν μια πέτρα στο λαιμό και να τον ρίξουν σε ένα ποτάμι. Με τον τρόπο αυτό ο Άγιος Σαβίνος παρέδωσε το πνεύμα του και έλαβε το στέφανο του μαρτυρίου
Ο προφήτης Σαμουήλ γεννήθηκε στην Αρμαθαίμ Σιφά, στο όρος Εφραίμ. Ανήκε στη φυλή του Λευί και ήταν τέκνο του Ελκανά και της πρώτης συζύγου του Άννας. Η Άννα ήταν αρχικά στείρα, αλλά ο θεός άκουσε τις προσευχές της και την αξίωσε να τεκνοποιήσει. Όταν η Άννα γέννησε τον Σαμουήλ θέλησε να ευχαριστήσει τον θεό που της χάρισε παιδί και γι' αυτό αφιέρωσε το γιο της σε Αυτόν. Όταν μεγάλωσε, ο Σαμουήλ αφιερώθηκε στην υπηρεσία του θεού και αναδείχθηκε μεγάλος προφήτης και κριτής του Ισραήλ. Προφήτευσε σαράντα έτη, κρίνοντας και νουθετώντας το λαό του. Έχρισε βασιλείς τον Σαούλ και τον Δαβίδ και πέθανε σε βαθιά γεράματα.
Ο όσιος Σαμψών καταγόταν από οικογένεια πλούσια και ευσεβή. Γεννήθηκε στη Ρώμη, όπου και σπούδασε φιλοσοφία και ιατρική. Έχοντας πάντα οδηγό του το χριστιανικό πρότυπο ζωής, έθεσε τις ιατρικές του γνώσεις στην υπηρεσία των φτωχών. Προσέτρεχε πάντα σε κάθε άπορο που τον είχε ανάγκη, χωρίς ποτέ να ζητά αμοιβή για τις υπηρεσίες που προσέφερε. Όταν πέθαναν οι γονείς του διένειμε στους πένητες τη μεγάλη περιουσία που κληρονόμησε και πήγε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί επισκέφθηκε όλα τα μοναστήρια. Σε αυτά έβρισκε καταφύγιο για να ησυχάζει και να μελετά τις ιερές γραφές. Η θεολογική κατάρτιση και οι αρετές του Σαμψών κίνησαν το ενδιαφέρον του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Μηνά, ο οποίος τον χειροτόνησε ιερέα. Κάποτε ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Ιουστινιανός Α' προσβλήθηκε από βαριά ασθένεια και ζήτησε τη βοήθεια του Σαμψών. Ο όσιος κατάφερε να σώσει τη ζωή του Ιουστινιανού και ο αυτοκράτορας, θέλοντας να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του και την εκτίμηση του απέναντι στον Σαμψών, έκτισε για να τον ευχαριστήσει νοσοκομείο, στο οποίο κατέφευγαν οι άποροι προκειμένου να θεραπευθούν. Έχοντας επιτελέσει έργο θεάρεστο και αξιομνημόνευτο, ο όσιος Σαμψών παρέδωσε το πνεύμα του εν ειρήνη.
Οι Άγιοι Σαμωνάς και Γουρίας μαρτύρησαν όταν διεξαγόταν ο σκληρότατος διωγμός κατά των χριστιανών, τον οποίο είχε κηρύξει ο αυτοκράτορας παν Ρωμαίων Διοκλητιανός. Ο Γουρίας καταγόταν από τη Σαργωκητία και ο Σαμωνάς από τη Γανάδα. Οι δύο άνδρες ήταν γνωστοί για το χριστιανικό έργο τους και για το λόγο αυτό συνελήφθησαν από τον ηγεμόνα της Έδεσσας Αντωνίνο, ο οποίος τους ζήτησε να αρνηθούν τον Χριστό. Οι Αγιοι όμως δε δείλιασαν και με παρρησία ομολόγησαν την πίστη τους. Έπειτα από την ομολογία τους αυτή, οι δυο άνδρες φυλακίσθηκαν και στη συνέχεια υπεβλήθησαν σε σκληρά βασανιστήρια. Οι Αγιοι Γουρίας και Σαμωνάς υπέμειναν με υποδειγματική καρτερία τα μαρτύρια τους. Στο τέλος οι ειδωλολάτρες τους αποκεφάλισαν και οι Αγιοι ανήλθαν στεφανηφόροι στην ουράνια βασιλεία.

Όταν ήταν αυτοκράτορας ο Θεόφιλος ο εικονομάχος, οι σαράντα δύο Μάρτυρες κατείχαν ανώτερα αξιώματα: ήταν στρατηγοί και ταξιάρχες. Στα χρόνια εκείνα η πόλη Αμόριον κυριεύθηκε από τους Αγαρηνούς και οι σαράντα δυο αξιωματούχοι πιάστηκαν αιχμάλωτοι και οδηγήθηκαν στη χώρα των αλλοθρήσκων. Εκεί διατήρησαν ακλόνητη την πίστη τους στον Χριστό και τίποτε δεν τους έκανε να δειλιάσουν και να αλλαξοπιστήσουν. Δε λογάριαζαν ούτε βάσανα ούτε μαρτύρια, αλλά αντέταξαν το ανδρείο τους φρόνημα και τη γενναιότητα της ψυχής τους σε κάθε περίσταση. Δέχθηκανν όλοι με πολλή χαρά τον αποκεφαλισμό τους.



Οι Άγιοι Αγαθόνικος, Ζωτικός, Ζήνωνας, Θεοπρέπιος, Ακίνδυνος και Σεβηριανός έζησαν και μαρτύρησαν την εποχή που αυτοκράτορας ήταν ο Μαξιμιανός (286-305 μ.Χ.). Στην περιοχή του Πόντου περνώντας από την πόλη Κάρπη ο Ευτόλμιος συνάντησε και θανάτωσε με τρόπο μαρτυρικό τον Άγιο Ζωτικό και τους μαθητές του. Στη Νικομήδεια πληροφορήθηκε ότι ένας εξέχων ειδωλολάτρης της πόλης είχε μυηθεί στο χριστιανισμό από τον Αγαθόνικο. Τότε συνέλαβε τον Αγαθόνικο και πολλούς άλλους χριστιανούς, τους οποίους οδήγησε στη Θράκη για να παρουσιαστούν στον αυτοκράτορα. Στο δρόμο όμως, κοντά στο χωριό Ποταμό, ο Ευτόλμιος σκότωσε τους Αγίους Ζήνωνα, Θεοπρέπιο, Ακίνδυνο και Σεβηριανό, επειδή δεν μπορούσαν πλέον να βαδίσουν. Όταν έφθασαν στο Βυζάνπο και έπειτα από διαταγή του βασιλιά, ο Ευτόλμιος αποκεφάλισε τον Αγαθόνικο και τους άλλους χριστιανούς έξω από το χωριό <<Αμμοι», στην περιοχή της Σηλυβρίας.
Οι Άγιοι Σέργιος και Βάκχος έζησαν και μαρτύρησαν όταν αυτοκράτορας των Ρωμαίων ήταν ο Μαξιμιανός, στο στρατό του οποίου υπηρετούσαν. Εκτιμώντας τις ικανότητες και τις αρετές του ο Μαξιμιανός έδωσε το αξίωμα του πριμικηρίου (πρώτου άρχοντα) στον Σέργιο και του σεκουνδικηρίου (δεύτερου άρχοντα) στον Βάκχο. Οι δύο άνδρες υπηρέτησαν τον αυτοκράτορα με σύνεση κι ανδρεία. Όταν όμως αυτός έμαθε πως οι δυο αξιωματικοί του ήταν χριστιανοί ταράχθηκε. Για να επιβεβαιώσει τις υποψίες του οργάνωσε ειδωλολατρική γιορτή, στην οποία κάλεσε τους δυο άνδρες. Όταν ο Σέργιος και ο Βάκχος αρνήθηκαν να θυσιάσουν στα είδωλα ο Μαξιμιανός πείσθηκε για την πίστη τους στον Χριστό και εξαγριωμένος διέταξε να τους αφαιρέσουν τα διακριτικά γνωρίσματα των αξιωμάτων του. Αφού τους διαπόμπευσαν, οι ειδωλολάτρες τους έστειλαν στον Αντίοχο, σε έναν ηγεμόνα της Ανατολής. Αυτός, αφού τους βασάνισε σκληρά, ζήτησε τον αποκεφαλισμό του Βάκχου. Τον Σέργιο, ο οποίος κάποτε είχε ευεργετήσει τον ηγεμόνα, ο Αντίοχος προσπάθησε να τον πείσει να αλλαξοπιστήσει. Όταν όμως πείσθηκε πως απέτυχε, ο ειδωλολάτρης ηγεμόνας δεν δίστασε να διατάξει να αποκεφαλίσουν και αυτόν.
ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΒΕΣΤΡΟΣ 2/1 - Γιος του Ρουφίνου, γεννήθηκε στη Ρώμη. Η αγάπη του για την χριστιανοσύνη εκδηλώθηκε από μικρή ηλικία. Το 314 μ.Χ. διαδέχτηκε τον πάπα Μιλτιάδη στο θρόνο της Ρώμης. Ο Σίλβεστρος υπήρξε δριμύς πολέμιος του Αρείου. Έκανε πολλά θαύματα. Πολλοί άνθρωποι πίστεψαν στο χριστιανικό λόγοκαι έσωσαν την ψυχή τους, όταν είδαν τον Άγιο να ανασταίνει τον ταύρο τον οποίο είχε σφάξει ένας Εβραίος μάγος. Ο Σίλβεστρος παρέδωσε την ψυχή του σε βαθιά γεράματα.
Οι Άγιοι Σίλας, Σιλουανός, Κρήσκης, Επαινετος και Ανδρόνικος ανήκαν στους εβδομήντα μαθητές του Κυρίου. Κήρυξαν τον ευαγγελικό λόγο στην Καρχηδόνα και στην Ιταλία και βάπτισαν πλήθος ειδωλολατρών. Προκειμένου να εκτελέσουν το έργο τους οι Άγιοι υπέστησαν πολλές κακουχίες, τις οποίες αντιμετώπισαν με θάρρος. Ο Σίλας μάλιστα φυλακίστηκε στους Φιλίππους της Μακεδονίας μαζί με τον Απόστολο Παύλο, τον οποίο και ακολούθησε σε πολλές περιοδείες του. Αργότερα έγινε επίσκοπος Κορίνθου. Ο Κρήσκης χειροτονήθηκε επίσκοπος Καρχηδόνας, ο Σιλουανός επίσκοπος Θεσσαλονίκης, ενώ ο Επαινετός επίσκοπος Καρθαγένης.