Παρασκευή, 17 Σεπτεμβρίου 2010

Είναι η Εκκλησία ορατή ή αόρατη;

Η πρώτη Εκκλησία ήταν και ορατή πραγματικότη­τα, όχι μόνο αόρατη, επειδή η Κεφαλή, ο Χριστός, ήταν αόρατος. Ήταν συγκεκριμένη κοινότητα και κοινωνία, που περιελάμβανε και την άσκηση των αγίων αρετών του Χριστού (Α' Κορ. ια' 1). Στο κέντρο του ενδιαφέροντός της ήταν η σύναξη της Κυριακής με κέντρο την «κλάσιν του άρτου» (Πράξ. κ' 7). Όποιος άνηκε σ' αυτή τη συγ­κεκριμένη κοινότητα και ελάμβανε μέρος στη χριστιανι­κή σύναξη, ονομαζόταν και ήταν χριστιανός, όποιος δεν άνηκε σ' αυτή την σύναξη, δεν ήταν χριστιανός.
Το ότι η πρώτη Εκκλησία ήταν ορατή πραγματικό­τητα αποδεικνύεται και από την όλη δομή της. Εκτός από τους αποστόλους, υπήρχαν σ' αυτήν και άλλα πρό­σωπα, στα οποία είχαν ανατεθεί συγκεκριμένες λειτουρ­γίες. Υπήρχαν πρεσβύτεροι και διάκονοι ή, όπως ανα­φέρεται σε άλλα σημεία της αγίας Γραφής, επίσκοποι και διάκονοι (Φιλιπ. a' 1. Α' Τιμ. ε' 17. Πράξ. κ' 28 κ.ο.κ.).
Είχε δηλαδή συγκεκριμένη Ιεραρχία, που όμως δεν τοποθετήθηκε από ανθρώπους, αλλά από το Πνεύμα το Άγιο (Πράξ. κ'28).
Όταν εδημιουργούνταν κάποια σοβαρά προθήματα που αναφέρονταν στην πίστη, συνερχόταν σύνοδος των αποστόλων που ελάμβανε συγκεκριμένες αποφάσεις, που γίνονταν σεβαστές από όλες τις χριστιανικές κοινότητες, σαν αποφάσεις της Εκκλησίας, με την καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος.
Η αποστολική σύνοδος ήταν το στόμα της Εκκλησίας, η οποία Εκκλησία είναι «ο στύ­λος και το εδραίωμα της αληθείας» (Πράξ. ιε' 22-29. Α' Τιμ.γ' 15).
Η Εκκλησία για την οποία κάνει λόγο η αγία Γρα­φή, η πρωτοχριστιανική Εκκλησία, ήταν τόσο ορατή και συγκεκριμένη, ώστε στα μέλη της συμπεριλαμβάνον­ταν και ασθενικά, ακόμη και «νεκρά» μέλη, τα οποία εκκαλούνταν σε μετάνοια, για να μην αποβληθούν (Ματθ. ιγ' 30, 47. Ιούδα 12, 23. Α' Κορ. ε' 1, 11).