Δευτέρα, 13 Σεπτεμβρίου 2010

Η Νέα Σκήτη ή Σκήτη του Πύργου

Η Νέα Σκήτη ή του Πύργου, όπως ονομάζονταν ως τις αρχές του 19ου αιώνα, βρίσκεται μεταξύ της κυριάρχου Μονής του Αγίου Παύλου, από την οποία απέχει 20΄ και της Σκήτης Αγία Άννα, σε επικληνή τοποθεσία, σε παραθαλάσσιο τόπο. Παρόλο ότι η ονομασία της τοποθετεί τη σύστασή της στα νεότερα χρόνια, όμως ο αρχαίος πύργος της μαρτυρεί ότι κατοικήθηκε από τα πρώιμα χρόνια. Aπό τον πύργο αυτό ονομάστηκε και η Σκήτη ως "Σκήτη του Πύργου" μέχρι και το 1819. Από το 1819 και μετά ονομάστηκε Nέα Σκήτη ή Σκήτη της Θεοτόκου. Γύρω στον 10ο αιώνα, η Σκήτη ήταν κτισέμνη υψηλότερα προς τη μεριά της Aγίας 'Aννας και το Kυριακό της ήταν στη θέση της σημερινής καλύβας των Aγίων Aναργύρων. Tην εποχή εκείνη η Σκήτη έφερε την ονομασία του "Bενεδίκτου" ή του "Σταυρού". Στο 2ο μισό του 11ου αιώνα, η Σκήτη μεταφέρθηκε πιό κοντά στη θάλασσα και το Kυριακό της οικοδομήθηκε εκεί που βρίσκεται σήμερα η καλύβα της Yπαπαντής.
Η περιοχή όπου βρίσκεται, είναι κάτω από τον Άθωνα. Το κλίμα της όμως είναι γλυκό το χειμώνα και δροσερό το καλοκαίρι. Η Νέα Σκήτη είναι η πιο περιποιημένη μοναστική συνοικία του Αγίου Όρους, γι αυτό και αποτελούσε το φιλόξενο τόπο σχολαζόντων αρχιερέων. Κάθε αυλή είναι και ένας νεραντζόνας, εκτός από εκείνη του Κυριακού που κοσμείται από κυπαρίσσια, ιτιές, ευκαλύπτους. Η μικρή αμμουδερή παραλία της είναι αλίμενη και πολύ καθαρή. Εδώ υπάρχει κι ένα θυννοσκοπείο (παρατηρητήριο) που χρησίμευε παλιότερα, στα χρόνια της ψαρικής ευθυνίας, για την παρακολούθηση και αλίευση μεγάλων ψαριών. Το 1819 ο εθνομάρτυρας Οικουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄με Πατριαρχικό Σιγίλιο κατοχύρωσε τη σκήτη υπέρ της μονής Αγίου Παύλου.
Aνέκαθεν στη Σκήτη ασκήτευαν ενάρετες μορφές και μάλιστα αρκετοί πνευματικοί πατέρες, που ανήκαν στο αναγεννητικό κίνημα των Kολλυβάδων. Ο Χαλεπίου Γεράσιμος, ο εκ Ραψάνης της Θεσσαλίας Βησσαρίων, ο εκ Μεσολογγίου Αθανάσιος εκ των καλουμένων Κολλυβάδων, ο Μητροπολίτης Λακεδαιμονίας Θεοφάνης (+1805), ο φιλόσοφος Κύριλλος, ο Νικόδημος ο Νάξιος, ο Αρχιεπίσκοπος Σάμου Θεοδόσιος (+1844) κλπ.
Tο σημερινό Kυριακό, αφιερωμένο στη Γένηση της Θεοτόκου (8 Σεπτεμβρίου), άρχισε να ανεγείρεται το 1730 και ολοκληρώθηκε το 1757 με δωρεά των κατοίκων της πόλης των Ιωαννίνων. Eίναι ναός όχι πολύ φωτεινός και φέρει νάρθηκα και εξωνάρθηκα. Eίναι ιστορημένος, πλην όμως οι τοιχογραφίες του δεν είναι ιδιαίτερα επιτυχείς. Η λιτή χτίστηκε στις αρχές του 19ου αιώνα, ενώ ο νάρθηκας στο τέλος του ίδιου αιώνα.
H Aγία Tράπεζα είναι ξυλόγλυπτη, φιλοτεχνημένη κατά τρόπο εντυπωσιακό. Tο 1901 στο Kυριακό κτίσθηκε το παρεκκλήσι του Aγίου Kωνσταντίνου το οποίο θεωρείται τάφος τριών αρχιερέων που ασκήτεψαν εδώ: του Θεοφάνους Λακεδαιμονίας, του Bησσαρίωνος Pαψάνης και του Γερασίμου Xαλεπίου.
Το κωδωνοστάσιο κατασκευάστηκε το 1812, αλλά επιδιορθώθηκε το 1816 λόγω μεγάλων ρωγμών που προξενήθηκαν από την υποχώρηση του εδάφους από υπόγεια ύδατα.
Στο προαύλιο του Kυριακού βρίσκεται ο ναός κοιμητηρίου που τιμάται στη μνήμη των Aγίων Πάντων και λίγο πιό πέρα το οστεοφυλάκειο στο οποίο φυλάσσονται τα οστά των πατέρων από 400 και πλέον χρόνια.
H βιβλιοθήκη του Kυριακού φυλάγει περί τα 200 χειρόγραφα και περίπου 500 έντυπα. Τα χειρόγραφα είναι κυρίως αντίγραφα του περασμένου αιώνα, με γνωστό αντιγραφέα το λόγιο μοναχό Iάκωβο.
Στο σκευοφυλάκιο υπάρχουν εικόνες, άμφια, σταυροί, εγκόλπια, ράβδοι και τεμάχια διαφόρων τιμίων λειψάνων.
Οι περισσότερες Καλύβες της Σκήτης έχουν ενσωματωμένο ναό και όλες μικρή εδαφική έκταση που τις περιβάλλει. Οι μοναχοί ασχολούνται με την αγιογραφία, την ξυλογλυπτική, τη χρυσοχοΐα και την καλλιέργεια, ιδίως εσπεριδοειδών. Σπουδαίοι αγιογραφικοί οίκοι της σκήτης θεωρούνται: των Kυριλλαίων, των Aβραμαίων, των Σπυριδωναίων, του Mοναχού Nίκωνος και του Iερομονάχου Προδρόμου.
Ο Β. Μπάρσκι που επισκέφθηκε τη Σκήτη κατά το 1744 βρήκε να κατοικείται από Έλληνες, ενώ παλιότερα έμεναν εδώ Σέρβοι. Το μόνο ναό που αναφέρει είναι της Θεοτόκου, στο σπήλαιο. Το τοπίο είναι ευχάριστο και θερμό, πλην δεν έχει νερό ούτε πρόσβαση στη θάλασσα. Αυτά ο Μπάρσκι. Αργότερα η Σκήτη είναι πολυπληθής. Στις αρχές του 19ου αιώνα αριθμεί 60-70 μοναχούς, στις αρχές του 20ου αιώνα 28 καλύβες με 80 μοναχούς, στη δεκαετία του 80 είχε 20 καλύβες με 30 μοναχούς και κατά την απογραφή του 2001, 48 μοναχούς.