Πέμπτη, 30 Σεπτεμβρίου 2010

Αγιολόγιο 4

Ο Άγιος Παφνούτιος έζησε και μαρτύρησε επί αυτοκρατορίας Διοκλητιανού, ο οποίος κήρυξε άγριο διωγμό εναντίον των χριστιανών. Όταν ξεκίνησε ο διωγμός ο Άγιος Παφνούτιος ησύχαζε στην έρημο της Αιγύπτου, αλλά αυτό δεν εμπόδισε τον έπαρχο Αρριανό, ο οποίος ξεκίνησε να τον συλλάβει. Μετά τη σύλληψη του Αγίου ο έπαρχος διέταξε και βασάνισαν φριχτά τον Παφνούτιο. Του ξέσκισαν βαθιά τις σάρκες, αλλά ο Άγιος προσευχήθηκε και οι πληγές επουλώθηκαν. Το θαύμα αυτό είδαν με τα μάτια τους δυο στρατιώτες, που πίστεψαν στον Χριστό, γεγονός που εξόργισε τον Αρριανό, ο οποίος διέταξε τον αποκεφαλισμό τους. Αλλά και όταν είχαν ρίξει στη φυλακή τον Παφνούτιο, αυτός κατάφερε να οδηγήσει στο δρόμο της αλήθειας σαράντα προκρίτους, τους οποίους ο έπαρχος έριξε στη φωτιά μαζί με τον Άγιο, ο οποίος όμως εξαφανίσθηκε από μπροστά του με τρόπο θαυματουργικό. Ο Παφνούτιος με δική του θέληση παρουσιάσθηκε ξανά στον ειδωλολάτρη έπαρχο. Ο Αρριανός αυτή τη φορά διέταξε να κομματιάσουν τον Άγιο, αλλά τα κομμάτια του ενώθηκαν και ο Παφνούτιος ήταν ακόμη ζωντανός. Τότε ο έπαρχος έστειλε τον Άγιο στή Ρώμη, όπου και σταυρώθηκε.
Ο Όσιος Παχώμιος γιος γονέων ευσεβών ζούσε στη μικρά Ρωσία. Αιχμαλωτίσθηκε από τους Τατάρους που τον πούλησαν σε Τούρκο στο Ουσάκι της Φιλαδέλφειας. Όταν προσπάθησαν να τον εξισλαμίσουν έφυγε σαν πραγματευτής στην Σμύρνη, και μετά στην Μονή Αγίου Παύλου στο Άγιο Όρος. 'Έγινε ενάρετοςς μοναχός και παράδειγμα αρετής. Επέστρεψε στο Ουσάκι να διδάξει αλλά εκεί τον αναγνώρισαν, τον φυλάκισαν και αποκεφαλίσθηκε στις 27/5/7730. Το λείψανο του βρίσκεται στη Μονή Ιωάννου θεολόγου στην Πάτμο.
Η Αγία Πελαγία γεννήθηκε στην πόλη Ταρσό της Κιλικίας και έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα Διοκλητιανού. Μεγάλωσε σε ειδωλολατρικό περιβάλλον, αλλά ζητούσε να μάθει για τη χριστιανική πίστη. Όταν ήταν ακόμη σε νεαρή ηλικία, παρουσιάσθηκε στον ύπνο της ο επίσκοπος Ρώμης. Συγκλονισθείσα από το όραμα η Αγία Πελαγία πήρε την απόφαση να βαπτισθεί χριστιανή, θέλοντας να αποφύγει την οργή της μητέρας της ισχυρίστηκε ότι θα πήγαινε να επισκεφθεί την τροφό της, η οποία ζούσσε σε άλλη πόλη. Όμως η Αγία μετέβη στη Ρώμη, όπου ο επίσκοπος, φωτισθείς από τον θεό, δέχθηκε να τη βαπτίσει. Στη συνέχεια η Πελαγία παρέδωσε τα πλούσια και πολυτελή ενδύματα της για να μοιραστούν στους φτωχούς. Όταν ο γιος του αυτοκράτορα και μνηστήρας της Πελαγίας έμαθε ότι η αγαπημένη του έγινε χριστιανή, έδωσε τέλος στη ζωή του. Τότε ο πατέρας του Διοκλητιανός κάλεσε την Πελαγία και της ζήτησε να αρνηθεί τον Χριστό και να ασπασθεί ξανά τα είδωλα. Δεν υπήρχε όμως περίπτωση η νεοφώτιστη "χριστιανή, που είχε πλέον γνωρίσει το δρόμο της αλήθειας, να απαρνηθεί την πίστη της. Έτσι ο Διοκλητιανός διέταξε να πυρακτώσουν ένα χάλκινο βόδι και να τη βάλουν μέσα. Με το μαρτυρικό της θάνατο η Πελαγία έλαβε το στέφανο του μαρτυρίου.
Ο Άγιος Απόστολος Πέτρος ήταν αδελφός του Απόστολου Ανδρέα και καταγόταν από την πόλη Βηθσαΐδα της Γαλιλαίος, όπου ζούσε με την οικογένεια του και ασκούσε το επάγγελμα του ψαρά. Όπως μαθαίνουμε από το Ευαγγέλιο, όταν ο Ιησούς πήγε στη λίμνη Γεννησαρέτ συνάντησε τα αδέλφια Πέτρο και Ανδρέα, που έριχναν τα δίχτυα τους. Μόλις ο Ιησούς Χριστός τους κάλεσε κοντά Του, εκείνοι άφησαν τα δίχτυα τους και Τον ακολούθησαν. Ο Απόστολος Πέτρος, αφού κήρυξε το λόγο του Ευαγγελίου και έγραψε δυο Καθολικές Επιστολές, σταυρώθηκε στη Ρώμη.
Οι Άγιοι Ιουλιανός, Μαρκιανός, Ιωάννης, Ιάκωβος, Αλέξιος, Δημήτριος, Φώτιος, Πέτρος, Λεόντιος και Μαρία η Πατρικία μαρτύρησαν στην εποχή του αυτοκράτορα Λέοντος Γ, του εικονομάχου. Ο πατριάρχης Αναστάσιος άρχισε να εφαρμόζει το διάταγμα του 728, το οποίο είχε εκδώσει ο Λέων. Όταν λοιπόν ένας αξιωματικός κατέβασε την εικόνα του Χριστού, οι χριστιανοί που έγιναν μάρτυρες του εγκλήματος εξοργίσθηκαν και έριξαν τον αξιωματικό από τη σκάλα στην οποία ήταν ανεβασμένος, με αποτέλεσμα να σκοτωθεί. Τότε ο αυτοκράτορας διέταξε τη θανάτωση πολλών εξ αυτών των χριστιανών, μεταξύ των οποίων και οι μάρτυρες των οποίων τη μνήμη γιορτάζουμε σήμερα.
Σήμερα η Εκκλησία μας (18 -5) τιμά τη μνήμη των Αγίων 8 μαρτύρων: Πείρου, Διονυσίου, Χριστίνης παρθένου, Ανδρέου, Παύλου, Βενεδίμου, Παυλίνου και Ηρακλείου. Αυτοί οι Άγιοι μαρτύρησαν στα χρόνια του αυτοκράτορα Δεκίου, τον 3ο μΧ. αιώνα. Ο πρώτος, ο Άγιος μάρτυρας Πέτρος, καταγόταν από τη Λάμψακο της Μικρός Ασίας. Συνελήφθη και οδηγήθηκε μπροστά στον άρχοντα για να θυσιάσει στην Αφροδίτη. Εκείνος όμως άκαμπτος ομολόγησε την πίστη του στον Κοριό και τιμωρήθηκε με φριχτά βασανιστήρια προτού παραδοθεί τελικά στον δήμιο. Ο Παύλος και ο Ανδρέας ήταν από τη Μεσοποταμία και συνυπηρετούσαν στο στρατό του Δεκίου. Όταν έφτασαν στην Αθήνα αφιερώθηκαν στη χριστιανική πίστη και έτσι συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν μαζί με τον Διονύσιο και τη Χριστίνα. Ο Παύλος, ο Ανδρέας, ο Διονύσιος και η Χριστίνα βασανίσθηκαν σκληρά, χωρίς να πτοηθούν από τα μαρτύρια. Στο τέλος λιθοβολήθηκαν όλοι μαζί, ενώ η Χριστίνα αποκεφαλίσθηκε. Το μένος των ειδωλολατρών δέχθηκαν και οι Άγιοι μάρτυρες Βενέδιμος, Παυλίνος και Ηράκλειος, οι οποίοι δρούσαν στην Αθήνα. Συνελήφθησαν και στη συνέχεια αποκεφαλίσθηκαν λαμβάνοντας το στέφανο του μαρτυρίου.
Οι Άγιοι Ακίνδυνος, Αφθόνιος, Πηγάσιος, Ελπιδοφόρος και Ανεμπόδιστος κατάγονταν από την Περσία και ήταν αξιωματούχοι του βασιλιά Σαπώρ Β' (325-379 μΧ.). Ο Ακίνδυνος, ο Πηγάσιος και ο Ανεμπόδιστος είχαν ασπασθεί τη χριστιανική θρησκεία και για το λόγο αυτό συνελήφθησαν και βασανίσθηκαν. Κατά τη διάρκεια του μαρτυρίου τους ήταν παρών και ο ίδιος ο βασιλιάς, ο οποίος βλασφημούσε τον Ιησού Χριστό. Οι Άγιοι δεν μπορούσαν να ανεχθούν τις ύβρεις του Σαπώρ και γι' αυτό με την προσευχή τους του αφαίρεσαν τη φωνή. Ο βασιλιάς έπειτα διέταξε να τοποθετήσουν τους Αγίους σε πυρακτωμένα σιδερένια κρεβάτια. Όταν όμως εκτελέσθηκε η διαταγή του ξέσπασε νεροποντή, η οποία έσβησε τη φωτιά. Βλέποντας το θαύμα αυτό ο παρευρισκόμενος Αφθονίας πίστεψε στη δύναμη του Χριστού και γι' αυτό αποκεφαλίσθηκε. Έπειτα οι δήμιοι τοποθέτησαν τους Αγίους μέσα σε δέρματα βοδιών και τους έριξαν στη θάλασσα. Όμως οι Άγιοι διασώθηκαν με θεία επέμβαση. Ο Ελπιδοφόρος και άλλοι επτά χιλιάδες άνθρωποι που είδαν το θαύμα πίστεψαν στον Ιησού Χριστό και για το λόγο αυτό ο βασιλιάς διέταξε να αποκεφαλίσουν και αυτούς. Οι Άγιοι Ακίνδυνος, Πηγάσιος και Ανεμπόδιστος ετελειώθησαν σε πυρακτωμένη κάμινο.
Ο Άγιος Πλάτων γεννήθηκε τον 3ο αιώνα μΧ. στην Άγκυρα της Μικρός Ασίας. Διακρινόταν για τη χριστιανική πίστη του και για τη φιλανθρωπική του δράση. Πράγματι, κήρυττε με ζήλο τη χριστιανική πίστη, ενώ παράλληλα μοίραζε στους φτωχούς την περιουσία του. Όταν πληροφορήθηκε τη δράση του ο ηγεμόνας Αγριππίνος διέταξε να συλλάβουν τον Πλάτωνα και να τον οδηγήσουν μπροστά του ώστε να τον ανακρίνει ο ίδιος. Ο Άγιος με παρρησία ομολόγησε την πίστη του στον Χριστό ενώπιον του ηγεμόνα, ο οποίος κατέβαλε μεγάλες προσπάθειες για να πείσει τον Άγιο να αρνηθεί την πίστη του. Ο Αγριππίνος, αφού συνειδητοποίησε πως ούτε οι απειλές του, αλλά ούτε και οι κολακείες του μπορούσαν να κλονίσουν την πίστη του Πλάτωνα, διέταξε να τον βασανίσουν. Πράγματι, οι δήμιοι, αφού χτύπησαν με, μαστίγιο τον Άγιο, τον έδεσαν σε πυρακτωμένο κρεβάτι και στη συνέχεια του καταξέσχισαν με σιδερένια νύχια τις σάρκες. 'Έπειτα από πολλά βασανιστήρια οι ειδωλολάτρες αποκεφάλισαν τον Άγιο Πλάτωνα, ο οποίος ανήλθε στεφανηφόρος στην ουράνια βασιλεία.
Ο όσιος Ποιμήν καταγόταν από την Αίγυπτο. Μαζί με τους αδελφούς του συνέστησαν μια μικρή μοναχική αδελφότητα σε ένα ερημικό μέρος της Αιγύπτου, όπου μόναζαν αφοσιωμένοι στην υπηρεσία του Κυρίου. Αφού διακρίθηκε σε κάθε αρετή, ο όσιος Ποιμήν παρέδωσε το πνεύμα του στον Κύριο.
Ο ιερομάρτυρας Πολύκαρπος υπήρξε μαθητής του Ευαγγελιστή Ιωάννη και διετέλεσε επίσκοπος Σμύρνης, αξίωμα που ανέλαβε με τρόπο θαυμαστό: Ο προηγούμενος επίσκοπος, ο μακαριστός Βουκόλος, προαισθανόμενος το τέλος του ζήτησε να αναλάβει το αξίωμα του ο Πολύκαρπος. Προτού ιερωθεί και λόγω της υποδειγματικής ζωής του είχε λάβει το χάρισμα να τελεί θαύματα. Σταμάτησε την ορμή φωτιάς που κατάκαιγε τα πάντα και έθρεψε κόσμο πεινασμένο με καρπούς που πολλααπλασίασε. Επίσης, με τη δύναμη της προσευχής του έστειλε βροχή που αναζωογόνησε την άγονη γη. Επί αυτοκρατορίας Αντωνίνουυ Πίου (138-161 μΧ.) άρχισε σκληρός διωγμός εναντίον των χριστιανών. Ο ανθύπατος Μικράς Ασίας Στάτιος Κοδράτος συνέλαβε τον Πολύκαρπο και του ζήτησε να απαρνηθεί την πίστη του και να βλασφημήσει τον Χριστό. Όμως ο Άγιος του απάντησε ότι σε όλη του τη ζωή υπηρετούσε τον Κύριο του χωρίς ποτέ αυτός να τον αδικήσει και ότι δεν μπορούσε να βλασφημήσει το Σωτήρα του. Ο Κοδράτος διέταξε τότε να τον ρίξουν στη φωτιά, από την οποία ο Πολύκαρπος βγήκε ανέγγιχτος. Στο τέλος οι διώκτες του τον αποκεφάλισαν και ο Πολύκαρπος έλαβε το στέφανο του μαρτυρίου στις 23 Φεβρουαρίου του έτους 156 μΧ.
Ο Άγιοι Ονησιφόρος και Πορφύριος μαρτύρησαν την εποχή του αυτοκράτορα Διοκλητιανού. Υπήρξαν ευσεβή μέλη της Εκκλησίας και καθημερινά διακινδύνευαν τη ζωή τους συλλέγοντας και ενταφιάζοντας τα λείψανα των χριστιανών που θανάτωναν οι ειδωλολάτρες. Όταν η δράση τους αυτή έγινε γνωστή συνελήφθησαν και ανακρίθηκαν από τους ειδωλολάτρες, στους οποίους οι Άγιοι δε δίστασαν να ομολογήσουν την πίστη τους στον Χριστό. Οι δυο άνδρες υποβλήθηκαν σε πολλά βασανιστήρια μετά την ομολογία τους και βρήκαν τραγικό θάνατο. Συγκεκριμένα, οι ειδωλολάτρες τους έδεσαν πίσω από άγρια άλογα που άρχισαν να καλπάζουν, προκαλώντας το θάνατο των Αγίων.
Ο όσιος Πατέρας μας Πορφύριος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, αλλά η θεολογική του δράση απλώθηκε σε πολλές περιοχές. Αρνούμενος την κοσμική και πλούσια ζωή που του πρόσφερε η οικογένεια του, αποσύρθηκε αρχικά σε μμια σκήτη στην Αίγυπτο για να αφιερωθεί στη μοναχική ζωή και στη συνέχεια πήγε στα Ιεροσόλυμα, όπου και χειροτονήθηκε ιεερέας. Γρήγορα ανέλαβε το αξίωμα του επισκόπου Γάζης και επιδόθηκε σε θαυμαστά και ιερά έργα, καθώς είχε λάβει το θείο χάρισμα να επιτελεί θαύματα. Στην προσπάθεια του να πολεμήσει τους αιρεετικούς και να προστατεύσει το ποίμνιο του από τις αδικίες, μετέβη στην Κωνσταντινούπολη για να ζητήσει τη βοήθεια του αυτοκράτορα. Εκεί, και με τη συμβολή του Ιωάννη του Χρυσόστομου, συνάντησε τη βασίλισσα, η οποία τον τίμησε και προοσφέρθηκε να τον βοηθήσει. Μάλιστα, λέγεται ότι ο Άγιος έκανε θαυμαστή πρόρρηση -την κυοφορία από τη βασίλισσα αρσενικού παιδιού- και έτσι, παρά τις αρχικές του αντιδράσεις, ο βασιλιάς δέχθηκε να ικανοποιήσει τα αιτήματα του. Με γραπτή εντολή του εκδιώχθηκαν οι αιρετικοί από τη Γάζα και με την οικονομική του συνεισφορά ο μακαριστός Πορφύριος κατάφερε να ανεγείρει εκκλησίες εκεί όπου προηγουμένως βρίσκονταν ειδωλολατρικοί ναοί. Μετά από είκοσι τέσσερα έτη χρηστού και πλούσιου σε θαύματα ιερατικού βίου, ο όσιος Πορφύριος εξεδήμησε προς Κύριον.
Οι Άγιοι Αρίσταρχος, Πούδης και Τρόφιμος ανήκαν στον κύκλο των εβδομήντα Αποστόλων του Κυρίου. Ήταν αφοσιωμένοι ακόλουθοι του Αποστόλου Παύλου, ο οποίος τους κατήχησε στη χριστιανική πίστη. Κήρυξαν τον ευαγγελικό λόγο μαζί με τον Απόστολο των Εθνών σε πάρα πολλές περιοχές, υπομένοντας κακουχίες και διωγμούς. Έχοντας επιτελέσει ανεκτίμητο ιεραποστολικό έργο οι τρεις συνεργάτες του Αποστόλου Παύλου βρήκαν μαρτυρικό θάνατο. Συγκεκριμένα, συνελήφθησαν και αποκεφαλίσθηκαν όταν ξέσπασε ο διωγμός του αυτοκράτορα Νέρωνα (54-68 μΧ). Το βίο και τη δράση των τριών Αγίων κατέγραψε και μας παρέδωσε ο επίσκοπος Τύρου Δωρόθεος.
Οι Άγιοι μάρτυρες Πρόκλος και Ιλάριος έζησαν την εποχή του αυτοκράτορα των Ρωμαίων Τραϊανού και κατάγονταν από ένα χωριό έξω από την Άγκυρα. Τους δύο Αγίους, εκτός από τη βαθιά πίστη και την πνευμονική τους ταύτιση, τους συνέδεε και συγγενικός δεσμός. Δεινοί ομολογητές της χριστιανικής αλήθειας, συνελήφθησαν από τον αυτοκράτορα και υπέστησαν φρικτά βασανιστήρια, τα οποία υπέμειναν με θαυμαστή καρτερία. Τελικά θανατώθηκαν, ο μεν Πρόκλος με βέλη, ο δε Ιλάριος με αποκεφαλισμό, και έλαβαν τον αμάραντο στέφανο του μαρτυρίου.
Ο Άγιος Προκόπιος γεννήθηκε στην Ιερουσαλήμ από το χριστιανό Χριστόφορο και την ειδωλολάτρισσα Θεοδοσία. Έζησε και μαρτύρησε κατά την εποχή που αυτοκράτορας ήταν ο Διοκλητιανός. Όταν η μητέρα του έμεινε χήρα οδήγησε τον νέο στον αυτοκράτορα Διοκλητιανό, ο οποίος τον διόρισε δούκα της Αλεξάνδρειας, δίνοντας του μάλιστα την εντολή να καταδιώκει και να βασανίζει τους χριστιανούς. Κατά την πορεία του προς την Αλεξάνδρεια όμως ο Προκόπιος είχε μια εμπειρία θαυμαστή, που άλλαξε τη ζωή του: Εμφανίστηκε σε αυτόν κρυστάλλινος σταυρός και την ίδια ώρα ακούστηκε φωνή να λέει: «Εγώ είμαι ο Εσταυρωμένος Υιός του θεού». Με τον τρόπο αυτό ο Κύριος απάλλαξε τον Προκόπιο από την πλάνη του και τον οδήγησε στο δρόμο της σωτηρίας. Λίγο καιρό αργότερα ο Προκόπιος γύρισε νικητής από εκστρατεία του κατά των Σαρακηνών. Η μητέρα του τότε τον προέτρεψε να θυσιάσει στα είδωλα, όμως αυτός αρνήθηκε. Όταν η μητέρα του κατάλαβε πως ο γιος της είχε πιστέψει στον Χριστό τον κατήγγειλε αμέσως στον έπαρχο Ούλκιο. Ο έπαρχος, αφού βασάνισε τον Προκόπιο και τον οδήγησε σε ειδωλολατρικό ναό, τον οποίο ο Αγιος γκρέμισε οδηγώντας στην πίστη του Χριστού τη μητέρα του και πολλούς άλλους, διέταξε τον αποκεφαλισμό του.
Ο όσιος Προκόπιος έζησε επί αυτοκρατορίας Λέοντα Γ του Ισαύρου (8ος αι.). Αγάπησε την ασκητική ζωή και γύμνασε την ψυχή του για να την απαλλάξει από τα πάθη και τις αδυναμίες των ανθρώπων. Δεν απομονώθηκε όμως στο κελί του, αλλά όταν ήρθε η ώρα υπερασπίσθηκε με ζήλο και σθένος την Ορθοδοξία. Σφοδρός εικονομάχος, ο Λέων ο Ίσαυρος ήταν υπεύθυνος για τη δίωξη και το βασανισμό πολλών φίλων των εικόνων, μεταξύ αυτών και του Προκοπίου, ο οποίος αναδείχθηκε μεγάλος ομολογητής της ορθόδοξης πίστης.
 Οι Άγιοι Ναζάριος, Γερβάσιος, Προτάσιος και Κέλσιος μαρτύρησαν επί αυτοκρατορίας Νέρωνα (57-68 μΧ.), ο οποίος προέβη σε ανελέητο διωγμό κατά των χριστιανών. Ο Ναζάριος καταγόταν από γονείς θεοσεβείς, οι οποίοι είχαν κατηχηθεί στο χριστιανισμό από τον Απόστολο Πέτρο. Σε νεαρή ηλικία ο Ναζάριος ορφάνεψε και όταν έφτασε στην ηλικία των είκοσι χρόνων ξεκίνησε περιοδεία με σκοπό να κηρύξει στους λαούς το λόγο του Ευαγγελίου. Όταν έφθασε στα Μεδιόλανα γνώρισε τον Προτάσιο και τον Γερβάσιο, δυο ευσεβείς χριστιανούς. Ο Ναζάριος συνέχισε το θεάρεστο έργο του μαζί με τους δύο άνδρες, κατηχώντας στη χριστιανική πίστη πλήθος ειδωλολατρών. Φεύγοντας για τη Γαλλία ο Ναζάριος διάλεξε για ακόλουθο του ένα νεαρό παιδί, τον Κέλσιο. Όταν ο Ναζάριος και ο Κέλσιος επέστρεψαν στα Μεδιόλανα συνελήφθησαν μαζί με τον Γερβάσιο και τον Προτάσιο από τον έπαρχο Ανούλιο. Στην άρνηση τους να προσκυνηθούνε τα είδωλα, ο Ανούλιος διέταξε τον αποκεφαλισμό και των τεσσάρων.
Οι Άγιοι Ραφαήλ, Νικόλαος και Ειρήνη, μαρτύρησαν το 1463 στη θέρμη της Λέσβου (9/4-Τρίτη Διακαιν.). Ο Άγιος Ραφαήλ εξ Ιθάκης έγινε μοναχός. Το 1453 μόναζε μαζί με τον Νικόλαο στη Μακεδονία. Ήρθαν στη Λέσβο το 1454 στη Μονή Θεοτόκου. Το 1463 μαρτύρησαν από τους Τούρκους. Τον μεν Ραφαήλ τον έκοψαν με πριόνι από το στόμα, τον δε Νικόλαο θανάτωσαν με φρικτά βασανιστήρια. Μαζί μαρτύρησε και ένα δωδεκάχρονο κορίτσι η Ειρήνη κόρη του προεστού της θέρμης. Την έκαψαν ζωντανή σε ένα πιθάρι μπροστά στους γονείς της. Γιορτάζονται στην ομώνυμη Ιερά Μονή της Λέσβου.
Οι Άγιοι Ηρωδίων, Άγαβος, Ρούφος, Φλέγων, Ασύγκριτος ανήκαν στον κύκλο των εβδομήντα Αποστόλων του Ιησού Χριστού. Ο Άγιος Ηρωδίων, ο οποίος υπήρξε διάκονος των Αγίων Αποστόλων, χειροτονήθηκε επίσκοπος Νέων Πατρών (Υπάτης) της Φθιώτιδας, όπου και δίδαξε τον ευαγγελικό λόγο. Ο Άγιος Άγαβος είναι αυτός ο οποίος αφού δέθηκε με τη ζώνη του Αποστόλου Παύλου, προφήτευσε ότι με αυτόν τον τρόπο θα δέσουν στα Ιεροσόλυμα οι Ιουδαίοι τον Παύλο, προφητεία που επαληθεύθηκε. Ο Άγιος Άγαβος βρήκε μαρτυρικό θάνατο. Ο Ρούφος, ο οποίος αναφέρεται από τον Απόστολο Παύλο στην προς Ρωμαίους επιστολή του, έγινε επίσκοπος στην πόλη της Θήβας στην Ελλάδα. Οι Άγιοι Φλέγων και Ασύγκριτος βρήκαν μαρτυρικό θάνατο από τους εξαγριωμένους Ιουδαίους και ειδωλολάτρες.
Οι Άγιοι Αγάπιος, Πλήσιος, Ρωμύλος, Τιμόλαος, οι δύο Αλέξανδροι και οι δύο Διονύσιοι έζησαν κατά την περίοδο που αυτοκράτορας των Ρωμαίων ήταν ο Διοκλητιανός. Ο Αγάπιος καταγόταν από τη Γάζα της Παλαιστίνης, ο Τιμόλαος από τον Εύξεινο Πόντο, ο Πλήσιος και οι δύο Αλέξανδροι από την Αίγυπτο, οι δύο Διονύσιοι από την Τρίπολη της Φοινίκης και ο Ρωμύλος από τη Διόσπολη, όπου ήταν υποδιάκονος. Ήτταν όλοι χριστιανοί και διακρίνονταν για την ευσέβεια τους και για τη δύναμη της πίστης τους. Όταν ξεκίνησε ο διωγμός του Διοκλητιανού εναντίον των χριστιανών, οι οκτώ Άγιοι συνελήφθησανν και οδηγήθηκαν στον Ουρβανό, ηγεμόνα της Καισαρείας της Παλαιστίνης. Κατά τη διάρκεια της εξέτασης τους από τον Ουρβανό οι Άγιοι δε λιγοψύχησαν μπροστά στις απειλές του ειδωλολάτρη ηγεμόνα ούτε δελεάστηκαν από τις κολακείες του, αλλά με παρρησία ομολόγησαν την πίστη τους στον Χριστό. Όταν ο Ουρβανός διαπίστωσε πως δεν υπήρχε καμία περίπτωση να πείσει τους οκτώ Αγίους να αρνηθούν την πίστη τους, διέταξε και τους αποκεφάλισαν.
Ο Άγιος Σάββας ο Στρατηλάτης ήταν Γότθος, έζησε τον 3ο αιώνα και υπηρετούσε στη Ρώμη. Επειδή ήταν χριστιανός πήγαινε τρόφιμα στους φυλακισμένους. Οι αξιωματικοί τον κατήγγειλαν στον αυτοκράτορα που προσπάθησε να τον πείσει να θυσιάσει στα είδωλα. Υποβλήθηκε σε βασανιστήρια και τελικά τον έριξαν μέσα σε καζάνι με πίσσα. Αφού δεν έπαθε το παραμικρό, του έδεσαν πέτρα σστο λαιμό και τον έριξαν στον Τίβερη ποταμό.
Ο όσιος Σάββας έζησε την εποχή του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Β' του Μικρού. Καταγόταν από την Καππαδοκία και ήταν γόνος επιφανούς και ευσεβούς οικογένειας. Έτσι από πολύ νωρίς γνώρισε τις θείες βουλές και αποφάσισε να αφιερωθεί στο μοναστικό βίο. Είχε μάλιστα τόση πίστη που κάποτε μπήκε σ' έναν κλίβανο πυρός, απ' τον οποίο όμως βγήκε αβλαβής με τη βοήθεια του θεού. Όταν ήταν δεκαοχτώ ετών έφυγε από το Μοναστήρι των Φλαβιανών όπου βρισκόταν και πήγε στα Ιεροσόλυμα. Από εκεί κατευθύνθηκε προς την έρημο της Ανατολής για να συναντήσει τον Μέγα Ευθύμιο. Ο Ευθύμιος τον έστειλε σ' ένα κοινόβιο, το οποίο διηύθυνε ο όσιος Θεόκτιστος. Ο Σάββας κατά την παραμονή του στο κοινόβιο έλαμψε λόγω του χαρακτήρα του, των αρετών του και της πνευματικής του ωριμότητας. Μάλιστα ήταν τόσο σοβαρός και ηθικός -παρά το νεαρό της ηλικίας του- που προσαγορεύτηκε παιδαριογέροντας από τον Μέγα Ευθύμιο. Ο Σάββας όσο μεγάλωνε τροφοδοτούσε όλο και περισσότερο το πνεύμα του, γ' αυτό και τιμήθηκε με το χάρισμα της θαυματουργίας. Το χάρισμα αυτό το επιστράτευσε στην υπηρεσία των φτωχών και των ασθενών και έτσι επιτέλεσε σημαντικότατα έργα. Σε ηλικία ενενήντα τεσσάρων ετών ανήλθε προς Κύριον εν ειρήνη.
Ο Άγιος μάρτυς Σαβίνος γεννήθηκε στην Ερμούπολη της Αιγύπτου από αριστοκρατική οικογένεια και μαρτύρησε κατά τα χρόνια που αυτοκράτορας ήταν ο Διοκλητιανός (284-305 μΧ.). Ήταν άνθρωπος διακεκριμένος για την πίστη του και το θεοσεβή βίο του. Όταν ξεκίνησε ο διωγμός ο Σαβίνος κρύφτηκε έξω από την Ερμούπολη, αλλά οι στρατιώτες του αυτοκράτορα τον ανακάλυψαν και τον οδήγησαν μπροστά στον ηγεμόνα της πόλης Αρριανό. Όταν ρωτήθηκε από τον ειδωλολάτρη ηγεμόνα για την πίστη του, ο Σαβίνος δε δίστασε με θάρρος να ομολογήσει την πίστη του στον Χριστό. Τότε ο Αρριανός διέταξε τους δημίους του να τον υποβάλουν σε φοβερά βασανιστήρια. Πράγματι, οι βασανιστές του, αφού του καταξέσκισαν τις σάρκες με σιδερένια νύχια, τον κατέκαυσαν με αναμμένες λαμπάδες. Ο Αρριανός όταν συνειδητοποίησε πως ούτε με τα βασανιστήρια μπορούσε να πείσει τον Σαβίνο να αλλαξοπιστήσει διέταξε να του δέσουν μια πέτρα στο λαιμό και να τον ρίξουν σε ένα ποτάμι. Με τον τρόπο αυτό ο Άγιος Σαβίνος παρέδωσε το πνεύμα του και έλαβε το στέφανο του μαρτυρίου
Ο προφήτης Σαμουήλ γεννήθηκε στην Αρμαθαίμ Σιφά, στο όρος Εφραίμ. Ανήκε στη φυλή του Λευί και ήταν τέκνο του Ελκανά και της πρώτης συζύγου του Άννας. Η Άννα ήταν αρχικά στείρα, αλλά ο θεός άκουσε τις προσευχές της και την αξίωσε να τεκνοποιήσει. Όταν η Άννα γέννησε τον Σαμουήλ θέλησε να ευχαριστήσει τον θεό που της χάρισε παιδί και γι' αυτό αφιέρωσε το γιο της σε Αυτόν. Όταν μεγάλωσε, ο Σαμουήλ αφιερώθηκε στην υπηρεσία του θεού και αναδείχθηκε μεγάλος προφήτης και κριτής του Ισραήλ. Προφήτευσε σαράντα έτη, κρίνοντας και νουθετώντας το λαό του. Έχρισε βασιλείς τον Σαούλ και τον Δαβίδ και πέθανε σε βαθιά γεράματα.
Ο όσιος Σαμψών καταγόταν από οικογένεια πλούσια και ευσεβή. Γεννήθηκε στη Ρώμη, όπου και σπούδασε φιλοσοφία και ιατρική. Έχοντας πάντα οδηγό του το χριστιανικό πρότυπο ζωής, έθεσε τις ιατρικές του γνώσεις στην υπηρεσία των φτωχών. Προσέτρεχε πάντα σε κάθε άπορο που τον είχε ανάγκη, χωρίς ποτέ να ζητά αμοιβή για τις υπηρεσίες που προσέφερε. Όταν πέθαναν οι γονείς του διένειμε στους πένητες τη μεγάλη περιουσία που κληρονόμησε και πήγε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί επισκέφθηκε όλα τα μοναστήρια. Σε αυτά έβρισκε καταφύγιο για να ησυχάζει και να μελετά τις ιερές γραφές. Η θεολογική κατάρτιση και οι αρετές του Σαμψών κίνησαν το ενδιαφέρον του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Μηνά, ο οποίος τον χειροτόνησε ιερέα. Κάποτε ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Ιουστινιανός Α' προσβλήθηκε από βαριά ασθένεια και ζήτησε τη βοήθεια του Σαμψών. Ο όσιος κατάφερε να σώσει τη ζωή του Ιουστινιανού και ο αυτοκράτορας, θέλοντας να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του και την εκτίμηση του απέναντι στον Σαμψών, έκτισε για να τον ευχαριστήσει νοσοκομείο, στο οποίο κατέφευγαν οι άποροι προκειμένου να θεραπευθούν. Έχοντας επιτελέσει έργο θεάρεστο και αξιομνημόνευτο, ο όσιος Σαμψών παρέδωσε το πνεύμα του εν ειρήνη.
Οι Άγιοι Σαμωνάς και Γουρίας μαρτύρησαν όταν διεξαγόταν ο σκληρότατος διωγμός κατά των χριστιανών, τον οποίο είχε κηρύξει ο αυτοκράτορας παν Ρωμαίων Διοκλητιανός. Ο Γουρίας καταγόταν από τη Σαργωκητία και ο Σαμωνάς από τη Γανάδα. Οι δύο άνδρες ήταν γνωστοί για το χριστιανικό έργο τους και για το λόγο αυτό συνελήφθησαν από τον ηγεμόνα της Έδεσσας Αντωνίνο, ο οποίος τους ζήτησε να αρνηθούν τον Χριστό. Οι Αγιοι όμως δε δείλιασαν και με παρρησία ομολόγησαν την πίστη τους. Έπειτα από την ομολογία τους αυτή, οι δυο άνδρες φυλακίσθηκαν και στη συνέχεια υπεβλήθησαν σε σκληρά βασανιστήρια. Οι Αγιοι Γουρίας και Σαμωνάς υπέμειναν με υποδειγματική καρτερία τα μαρτύρια τους. Στο τέλος οι ειδωλολάτρες τους αποκεφάλισαν και οι Αγιοι ανήλθαν στεφανηφόροι στην ουράνια βασιλεία.

Όταν ήταν αυτοκράτορας ο Θεόφιλος ο εικονομάχος, οι σαράντα δύο Μάρτυρες κατείχαν ανώτερα αξιώματα: ήταν στρατηγοί και ταξιάρχες. Στα χρόνια εκείνα η πόλη Αμόριον κυριεύθηκε από τους Αγαρηνούς και οι σαράντα δυο αξιωματούχοι πιάστηκαν αιχμάλωτοι και οδηγήθηκαν στη χώρα των αλλοθρήσκων. Εκεί διατήρησαν ακλόνητη την πίστη τους στον Χριστό και τίποτε δεν τους έκανε να δειλιάσουν και να αλλαξοπιστήσουν. Δε λογάριαζαν ούτε βάσανα ούτε μαρτύρια, αλλά αντέταξαν το ανδρείο τους φρόνημα και τη γενναιότητα της ψυχής τους σε κάθε περίσταση. Δέχθηκανν όλοι με πολλή χαρά τον αποκεφαλισμό τους.



Οι Άγιοι Αγαθόνικος, Ζωτικός, Ζήνωνας, Θεοπρέπιος, Ακίνδυνος και Σεβηριανός έζησαν και μαρτύρησαν την εποχή που αυτοκράτορας ήταν ο Μαξιμιανός (286-305 μ.Χ.). Στην περιοχή του Πόντου περνώντας από την πόλη Κάρπη ο Ευτόλμιος συνάντησε και θανάτωσε με τρόπο μαρτυρικό τον Άγιο Ζωτικό και τους μαθητές του. Στη Νικομήδεια πληροφορήθηκε ότι ένας εξέχων ειδωλολάτρης της πόλης είχε μυηθεί στο χριστιανισμό από τον Αγαθόνικο. Τότε συνέλαβε τον Αγαθόνικο και πολλούς άλλους χριστιανούς, τους οποίους οδήγησε στη Θράκη για να παρουσιαστούν στον αυτοκράτορα. Στο δρόμο όμως, κοντά στο χωριό Ποταμό, ο Ευτόλμιος σκότωσε τους Αγίους Ζήνωνα, Θεοπρέπιο, Ακίνδυνο και Σεβηριανό, επειδή δεν μπορούσαν πλέον να βαδίσουν. Όταν έφθασαν στο Βυζάνπο και έπειτα από διαταγή του βασιλιά, ο Ευτόλμιος αποκεφάλισε τον Αγαθόνικο και τους άλλους χριστιανούς έξω από το χωριό <<Αμμοι», στην περιοχή της Σηλυβρίας.
Οι Άγιοι Σέργιος και Βάκχος έζησαν και μαρτύρησαν όταν αυτοκράτορας των Ρωμαίων ήταν ο Μαξιμιανός, στο στρατό του οποίου υπηρετούσαν. Εκτιμώντας τις ικανότητες και τις αρετές του ο Μαξιμιανός έδωσε το αξίωμα του πριμικηρίου (πρώτου άρχοντα) στον Σέργιο και του σεκουνδικηρίου (δεύτερου άρχοντα) στον Βάκχο. Οι δύο άνδρες υπηρέτησαν τον αυτοκράτορα με σύνεση κι ανδρεία. Όταν όμως αυτός έμαθε πως οι δυο αξιωματικοί του ήταν χριστιανοί ταράχθηκε. Για να επιβεβαιώσει τις υποψίες του οργάνωσε ειδωλολατρική γιορτή, στην οποία κάλεσε τους δυο άνδρες. Όταν ο Σέργιος και ο Βάκχος αρνήθηκαν να θυσιάσουν στα είδωλα ο Μαξιμιανός πείσθηκε για την πίστη τους στον Χριστό και εξαγριωμένος διέταξε να τους αφαιρέσουν τα διακριτικά γνωρίσματα των αξιωμάτων του. Αφού τους διαπόμπευσαν, οι ειδωλολάτρες τους έστειλαν στον Αντίοχο, σε έναν ηγεμόνα της Ανατολής. Αυτός, αφού τους βασάνισε σκληρά, ζήτησε τον αποκεφαλισμό του Βάκχου. Τον Σέργιο, ο οποίος κάποτε είχε ευεργετήσει τον ηγεμόνα, ο Αντίοχος προσπάθησε να τον πείσει να αλλαξοπιστήσει. Όταν όμως πείσθηκε πως απέτυχε, ο ειδωλολάτρης ηγεμόνας δεν δίστασε να διατάξει να αποκεφαλίσουν και αυτόν.
ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΒΕΣΤΡΟΣ 2/1 - Γιος του Ρουφίνου, γεννήθηκε στη Ρώμη. Η αγάπη του για την χριστιανοσύνη εκδηλώθηκε από μικρή ηλικία. Το 314 μ.Χ. διαδέχτηκε τον πάπα Μιλτιάδη στο θρόνο της Ρώμης. Ο Σίλβεστρος υπήρξε δριμύς πολέμιος του Αρείου. Έκανε πολλά θαύματα. Πολλοί άνθρωποι πίστεψαν στο χριστιανικό λόγοκαι έσωσαν την ψυχή τους, όταν είδαν τον Άγιο να ανασταίνει τον ταύρο τον οποίο είχε σφάξει ένας Εβραίος μάγος. Ο Σίλβεστρος παρέδωσε την ψυχή του σε βαθιά γεράματα.
Οι Άγιοι Σίλας, Σιλουανός, Κρήσκης, Επαινετος και Ανδρόνικος ανήκαν στους εβδομήντα μαθητές του Κυρίου. Κήρυξαν τον ευαγγελικό λόγο στην Καρχηδόνα και στην Ιταλία και βάπτισαν πλήθος ειδωλολατρών. Προκειμένου να εκτελέσουν το έργο τους οι Άγιοι υπέστησαν πολλές κακουχίες, τις οποίες αντιμετώπισαν με θάρρος. Ο Σίλας μάλιστα φυλακίστηκε στους Φιλίππους της Μακεδονίας μαζί με τον Απόστολο Παύλο, τον οποίο και ακολούθησε σε πολλές περιοδείες του. Αργότερα έγινε επίσκοπος Κορίνθου. Ο Κρήσκης χειροτονήθηκε επίσκοπος Καρχηδόνας, ο Σιλουανός επίσκοπος Θεσσαλονίκης, ενώ ο Επαινετός επίσκοπος Καρθαγένης.