Τετάρτη, 29 Σεπτεμβρίου 2010

Αγιολόγιο 2

Τιμόθεος 'Αγιος Απόστολος - Γεννήθηκε στα Λυστρά της Λυκαονίας της Μικράς Ασίας. Μαθήτευσε πλάι στον Απόστολο Παύλο. Διετέλεσε επίσκοπος Εφέσου, όπου σε μιά γιορτή των ειδωλολατρών, ενώ προσπαθούσε να αποτρέψει τα ατοπήματά τους, ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου. Το σκήνωμά του μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη στον ναό των Αγίων Αποστόλων τον 4ο αιώνα μ.Χ.
Επί αυτοκρατορίας Διοκλητιανού έζησαν και μαρτύρησαν ο κληρικός Τιμόθεος και η σύζυγος του Μαύρα. Ο Τιμόθεος ήταν κληρικός και κήρυκας του Ευαγγελίου στη Θηβαΐδα της Αιγύπτου, όπου έπαρχος ήταν ο σκληρός ειδωλολάτρης Αρριανός. Ο έπαρχος, ενοχλημένος από το θεάρεστο και θεόπνευστο έργο του κληρικού, κάλεσε τον Τιμόθεο να παραδώσει το ιερά βιβλία του στην πυρά. Ο Τιμόθεος αρνήθηκε με παρρησία να καταστρέψει τα βιβλία του, λέγοντας στον ηγεμόνα ότι τα θεωρεί -πνευματικά του παιδιά και ως πατέρας πρέπει να τα προστατέψει. Οργισμένος ο Αρριανός υπέβαλε τον Τιμόθεο σε φριχτά μαρτυρία, τα οποία ο Άγιος απέμενε με άκρα καρτερία. Για να κάμψει το σθένος του Τιμόθεου ο έπαρχος στράφηκε στη σύζυγο του Μαύρα, την οποία κολάκευε προκειμένου να λατρέψει τα είδωλα. Με παραίνεση του συζύγου της η Μαύρα ομολόγησε την πίστη της στον έναν και μοναδικό θεό. Τότε ο Αρριανός διέταξε το βασανισμό της Αγίας, η οποία με θάρρος διαφύλαξε την πίστη της. Στη συνέχεια ο ειδωλολάτρης έπαρχος διέταξε τη σταύρωση του αγίου ζεύγους. Στο σταυρό του μαρτυρίου, μάλιστα, ο παγκάκιστος πλησίασε τη Μαύρα θέλοντας να την αποσπάσει από την πίστη της. Φωτισμένη από τη θεία χάρη η Αγία τον απέπεμψε. Έτσι, το άγιο ζεύγος έλαβε με το θάνατο του το στέφανο του μαρτυρίου.
Ο όσιος Τιμόθεος ξεχώρισε για τον ταπεινό και ασκητικό του βίο, γι' αυτό και έλαβε από τον θεό το χάρισμα να τελεί θαύματα. Βαδίζοντας το μοναχικό δρόμο, έμεινε παρθένος στην ψυχή και στο σώμα, για να εξυψωθεί και να μεγαλουργήσει. Έζησε απομακρυσμένος από τα κοσμικά, σε έρημους και όρη, τρέφοντας τη ψυχή του με τη θεία πίστη και το πνεύύμα του με το θείο λόγο. Για τις αρετές του αυτές δέχθηκε από τον θεό τη χάρη να επιτελεί θαύματα. Μάλιστα θεράπευσε δαιμονισμένους και πολλούς άλλους ασθενείς. Ο όσιος Τιμόθεος ετελειώθη εν ειρήνη.
Οι Άγιοι Αγάπιος, Πλήσιος, Ρωμύλος, Τιμόλαος, οι δύο Αλέξανδροι και οι δύο Διονύσιοι έζησαν κατά την περίοδο που αυτοκράτορας των Ρωμαίων ήταν ο Διοκλητιανός. Ο Αγάπιος καταγόταν από τη Γάζα της Παλαιστίνης, ο Τιμόλαος από τον Εύξεινο Πόντο, ο Πλήσιος και οι δύο Αλέξανδροι από την Αίγυπτο, οι δύο Διονύσιοι από την Τρίπολη της Φοινίκης και ο Ρωμύλος από τη Διόσπολη, όπου ήταν υποδιάκονος. Ήταν όλοι χριστιανοί και διακρίνονταν για την ευσέβεια τους και για τη δύναμη της πίστης τους. Όταν ξεκίνησε ο διωγμός του Διοκλητιανού εναντίον των χριστιανών, οι οκτώ Άγιοι συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στον Ουρβανό, ηγεμόνα της Καισαρείας της Παλαιστίνης. Κατά τη διάρκεια της εξέτασης τους από τον Ουρβανό οι Άγιοι δε λιγοψύχησαν μπροστά στις απειλές του ειδωλολάτρη ηγεμόνα ούτε δελεάστηκαν από τις κολακείες του, αλλά με παρρησία ομολόγησαν την πίστη τους στον Χριστό. Όταν ο Ουρβανός διαπίστωσε πως δεν υπήρχε καμία περίπτωση να πείσει τους οκτώ Αγίους να αρνηθούν την πίστη τους, διέταξε και τους αποκεφάλισαν.
Οι Άγιοι Πρόχορος, Νικάνωρ, Τίμων και Παρμενάς ανήκαν στους εβδομήντα μαθητές του Κυρίου και ήσαν μεταξύ των επτά εκλεγμένων διακόνων της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων. Κήρυτταν το λόγο του Χριστού, ενώ παράλληλα μεριμνούσαν για τα άπορα μέλη της Εκκλησίας. Για το κήρυγμα τους βασανίσθηκαν και βρήκαν μαρτυρικό θάνατο και οι τέσσερις. Ο Πρόχορος παρέδωσε το πνεύμα του στη Μικρά Ασία, όπου λειτουργούσε ως επίσκοπος Νικομήδειας. Ο Νικάνωρ και ο Παρμένος ετελεύτησαν στην Ιερουσαλήμ, ενώ ο Ημών μαρτύρησε στη Βόστρα της Αραβίας. Έτσι και οι τέσσερις αναδείχθηκαν πιστοί διάκονοι στο έργο του Κυρίου.
Ο Άγιος Σεβαστιανός και οι συν αυτώ Ζωή, Τραγκυλίνος, Νικόστρατος, Κλαύδιος, Κάστωρ και Τιρβούτιος, Κάστουλος, Μαρκελλίνος και Μάρκος έζησαν την εποχή που ήταν αυτοκράτορες ο Διοκλητιανός και ο Μαξιμιανός. Ο Σεβαστιανός ήταν ευσεβής και ενάρετος και καθ' όλη τη ζωή του διακήρυττε την αλήθεια οδηγώντας πολλούς στη χριστιανοσύνη. Ο Μαρκελλίνος και ο Μάρκος, γιοι του ειδωλολάτρη Τρογκυλίνου, διδάχθηκαν και εν συνεχεία ομολόγησαν τη χριστιανική πίστη και για το λόγο αυτό υπέστησαν φρικτά βασανιστήρια. Όταν οι ειδωλολάτρες θέλησαν να τους αποκεφαλίσουν, οι γονείς τους προσπάθησαν να τους πείσουν να αρνηθούν τον Χριστό για να σώσουν τις ζωές τους. Τότε όμως παρενέβη ο Σεβαστιανός, ο οποίος εμψύχωσε τους νέους και μάλιστα προσέλκυσε στη χριστιανική πίστη τον πατέρα τους. Στη συνέχεια ο ίδιος, ο πρώην ειδωλολάτρης Τραγκυλίνος, οδήγησε στο δρόμο της αλήθειας το στυγνό έπαρχο. Λίγα χρόνια αργότερα ο Σεβαστιανός, ο Τραγκυλίνος, οι γιοι του καθώς και οι χριστιανοί Ζωή, Νικόστρατος, Κλαύδιος, Κάστωρ και Τιβούρτιος συνελήφθησαν και ομολόγησαν την πίστη τους στον Χριστό. Οι Άγιοι, έπειτα από φρικτά βασανιστήρια, βρήκαν μαρτυρικό θάνατο και ανήλθαν στεφανηφόροι στην αιώνια βασιλεία.
Η Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη ενός ανθρώπου ο βίος του οποίου υπήρξε υποδειγματικός όσον αφορά την αφοσίωση του στον Κύριό του, την ταπείνωση και το ζήλο με τον οποίο διήγε την ασκητική ζωή του. Ο όσιος Τίτος αγάπησε με θέρμη τον Χριστό και από νεαρή ηλικία έγινε μοναχός. Χάρη στις πολλές του αρετές και στη φιλευσπλαχνία την οποία επεδείκνυε απέναντι στους αδελφούς του έγινε πνευματικός ηγέτης πλήθους λαϊκών και μοναχών. Ο όσιος Τίτος εξεδήμησε προς Κύριον, αφήνοντας πίσω του πολλούς μιμητές.
Ο Άγιος Σεβαστιανός και οι συν αυτώ Ζωή, Τραγκυλίνος, Νικόστρατος, Κλαύδιος, Κάστωρ και Τιρβούτιος, Κάστουλος, Μαρκελλίνος και Μάρκος έζησαν την εποχή που ήταν αυτοκράτορες ο Διοκλητιανός και ο Μαξιμιανός. Ο Σεβαστιανός ήταν ευσεβής και ενάρετος και καθ' όλη τη ζωή του διακήρυττε την αλήθεια οδηγώντας πολλούς στη χριστιανοσύνη. Ο Μαρκελλίνος και ο Μάρκος, γιοι του ειδωλολάτρη Τρογκυλίνου, διδάχθηκαν και εν συνεχεία ομολόγησαν τη χριστιανική πίστη και για το λόγο αυτό υπέστησαν φρικτά βασανιστήρια. Όταν οι ειδωλολάτρες θέλησαν να τους αποκεφαλίσουν, οι γονείς τους προσπάθησαν να τους πείσουν να αρνηθούν τον Χριστό για να σώσουν τις ζωές τους. Τότε όμως παρενέβη ο Σεβαστιανός, ο οποίος εμψύχωσε τους νέους και μάλιστα προσέλκυσε στη χριστιανική πίστη τον πατέρα τους. Στη συνέχεια ο ίδιος, ο πρώην ειδωλολάτρης Τραγκυλίνος, οδήγησε στο δρόμο της αλήθειας το στυγνό έπαρχο. Λίγα χρόνια αργότερα ο Σεβαστιανός, ο Τραγκυλίνος, οι γιοι του καθώς και οι χριστιανοί Ζωή, Νικόστρατος, Κλαύδιος, Κάστωρ και Τιβούρτιος συνελήφθησαν και ομολόγησαν την πίστη τους στον Χριστό. Οι Άγιοι, έπειτα από φρικτά βασανιστήρια, βρήκαν μαρτυρικό θάνατο και ανήλθαν στεφανηφόροι στην αιώνια βασιλεία.
Οι Άγιοι Τρόφιμος, Σαββάτιος και Δορυμέδων έζησαν και μαρτύρησαν κατά τους χρόνους που αυτοκράτορας των Ρωμαίων ήταν ο Πρόβος. Ο Τρόφιμος και ο Σαββάτιος βρέθηκαν κάποια στιγμή στην Αντιόχεια, όταν γίνονταν εκδηλώσεις προς τιμήν του θεού των ειδωλολατρών Απόλλωνα. Οι δύο άνδρες αντικρίζοντας τα όργια που εκτυλίσσονταν μπροστά τους αντέδρασαν έντονα και γι' αυτό συνελήφθησαν από τον ηγεμόνα της περιοχής, τον Βικάριο. Όταν οι Άγιοι κλήθηκαν να απολογηθούν, με απαράμιλλο θάρρος δήλωσαν ότι είναι χριστιανοί και δεν υποχώρησαν μπροστά στις πιέσεις που δέχονταν από τους ειδωλολάτρες να αρνηθούν την πίστη τους. Για τη στάση τους αυτή βασανίσθηκαν τόσο που ο Σαββάτιος παρέδωσε το πνεύμα του ενώ βρισκόταν στη φυλακή. Ο Τρόφιμος υπέστη πλήθος μαρτυρίων από έναν άλλον ηγεμόνα, τον Περίννιο. Μάλιστα, ενώ ο Άγιος μάρτυρας βρισκόταν φυλακή τον επισκέφθηκε ένας χριστιανός βουλευτής, ο Δορυμέδων, τον οποίο και συνέλαβε ο ειδωλολάτρης ηγεμόνας. Τους δυο άνδρες, τον Τρόφιμο και τον Δορυμέδοντα, οι ειδωλολάτρες τους έριξαν στα θηρία, τα οποία όμως δεν τους πείραξαν καθόλου. Έπειτα από αυτό οι δήμιοι τους εθανάτωσαν με αποκεφαλισμό.
Οι Άγιοι Αρίσταρχος, Πούδης και Τρόφιμος ανήκαν στον κύκλο των εβδομήντα Αποστόλων του Κυρίου. Ήταν αφοσιωμένοι ακόλουθοι του Αποστόλου Παύλου, ο οποίος τους κατήχησε στη χριστιανική πίστη. Κήρυξαν τον ευαγγελικό λόγο μαζί με τον Απόστολο των Εθνών σε πάρα πολλές περιοχές, υπομένοντας κακουχίες και διωγμούς. Έχοντας επιτελέσει ανεκτίμητο ιεραποστολικό έργο οι τρεις συνεργάτες του Αποστόλου Παύλου βρήκαν μαρτυρικό θάνατο. Συγκεκριμένα, συνελήφθησαν και αποκεφαλίσθηκαν όταν ξέσπασε ο διωγμός του αυτοκράτορα Νέρωνα (54-68 μΧ). Το βίο και τη δράση των τριών Αγίων κατέγραψε και μας παρέδωσε ο επίσκοπος Τύρου Δωρόθεος.
Ο Άγιος Τυχών ο θαυματουργός έδρασε την εποχή των βασιλέων Αρκαδίου και Ονωρίου. Ανετράφη σε ευσεβή οικογένεια και γνώρισε από νωρίς τη χριστιανική πίστη και τις θείες βουλές. Λόγω του σεμνού και εγκρατούς βίου του χειροτονήθηκε διάκονος και στη συνέχεια επίσκοπος Αμαθούντος. Από τη θέση αυτή κατάφερε να αλιεύσει πολλές ψυχές αλλά και να σταθεί με αφοσίωση κοντά στους αδυνάτους και τους φτωχούς. Η παρρησία μάλιστα με την οποία δίδασκε, συγκλόνισε και πολλούς ειδωλολάτρες, οι οποίοι φωτίστηκαν και προσχώρησαν στο Χριστιανισμό. Ο Άγιος Τυχών κατέστρεψε αρκετούς ειδωλολατρικούς ναούς και στη θέση τους ύψωσε χριστιανικούς, που αποτέλεσαν σημαντική κληρονομιά για το ποίμνιο του. Μάλιστα είχε τιμηθεί από το θεό με το χάρισμα της θαυματουργίας και έκανε έτσι πολλά θαύματα και ευεργεσίες. Αναζωογόνησε ακόμα και ξερή γη με τις προσευχές του, για να βοηθήσει όσους είχαν ανάγκη. Άφοβα και ταπεινά έζησε όλα του τα χρόνια και αγωνίσθηκε μέχρι την τελευταία του πνοή για την αλήθεια. Τελικά εκοιμήθη εν ειρήνη και παρέδωσε την αγνή ψυχή του στον Κύριο.
Η Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη των Αγίων Λεοντίου, Υπατίου και Θεοδούλου, οι οποίοι μαρτύρησαν επί αυτοκρατορίας Βεσπασιανού. Ο Λεόντιος, που καταγόταν από την Ελλάδα, είχε φρόνημα θαρραλέο και γι' αυτό κατατάχθηκε στο στρατό. Ενάρετος και οξυδερκής καθώς ήταν, γρήγορα έλαβε το αξίωμα του στρατηγού. Όταν βρισκόταν στην Αφρική διδάχθηκε τη χριστιανική πίστη, στην οποία η τίμια ψυχή του ανταποκρίθηκε με θέρμη. Όμως το γεγονός αυτό πληροφορήθηκε ο ηγεμόνας της Φοινίκης Αδριανός, ο οποίος έστειλε τον Υπάτιο και τον Θεόδουλο να τον συλλάβουν. Οι δυο στρατιώτες διδάχθηκαν από τον Λεόντιο την πίστη στον Χριστό, με αποτέλεσμα ο Αδριανός να διατάξει τη θανάτωση και των τριών.
Ο όσιος Υπάτιος είχε πατρίδα τη Φρυγία και γεννήθηκε από θεοσεβείς γονείς. Έμαθε αρκετά γράμματα, στα δεκαοχτώ του έγινε μοναχός και κατόπιν ιερέας. θαύματα επιτελούνται δια του οσίου αναρίθμητα. Μόλις συμπλήρωσε τα ογδόντα του χρόνια αναπαύτηκε εν ειρήνη.
Ο Άγιος ιερομάρτυρας Υπάτιος, που καταγόταν από την Κιλικία της Μικρός Ασίας, διετέλεσε επίσκοπος Γαγγρών και συμμετείχε στην Α' Οικουμενική Σύνοδο, όπου και διέλαμψε λόγω της πνευματικής του διαύγειας και της ψυχικής του αγνότητας. Είχε αξιωθεί του χαρίσματος της θαυματοποιίας και έτσι βοήθησε και θεράπευσε πολλούς πιστούς. Βοήθησε μάλιστα και το βασιλιά Κωνστάντιο -γιο του Μεγάλου Κωνσταντίνου- όταν βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα άγριο θηρίο. Ο Άγιος με μοναδική ρωμαλεότητα πλησίασε το φοβερό θεριό,, το οποίο και ημέρεψε με τη δύναμη της προσευχής του. Το πλήθος εξεπλάγη από το γεγονός αυτό, γι' αυτό και άρχισε να δοξολογεί τον θεό που φανέρωσε έναν τέτοιο θαυματουργό άνθρωπο. Ο βασιλιάς επίσης του απένειμε τιμές και διέταξε να ζωγραφίσουν την εικόνα του Αγίου, την οποία τοποθέτησε σε περίοπτη θέση. Το λαμπρό έργο του όμως εξόργισε τους αιρετικούς και γι' αυτό αποφάσισαν να τον εξοντώσουν. Του έστησαν ενέδρα και τον χτύπησαν με πρωτοφανή αγριότητα. Ο Υπάτιος ετελειώθη και έλαβε τον αμάραντο στέφανο του μαρτυρίου. Πρέπει να σημειωθεί ότι κατά τη διάρκεια του ενταφιασμού του συνέβησαν πολλά θαύματα και προσελκύσθηκε πλήθος ανθρώπων στο χριστιανισμό.
Ύψωση Τιμίου Σταυρού. Όταν ο πρώτος χριστιανός αυτοκράτορας, ο Κωνσταντίνος ο Μέγας, πολεμούσε τον Μαξέντιο εμφανίσθηκε στον ουρανό το σχήμα του σταυρού, γύρω από τον οποίο σχηματίσθηκε με αστέρια η φράση «Εν τούτω νίκα». Ο Κωνσταντίνος διέταξε τότε να κατασκευαστεί ένας χρυσός σταυρός, ο οποίος προπορευόταν του στρατεύματος του. Ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου χάρη στη δύναμη του σταυρού επικράτησε του εχθρού του και αναγνώρισε τη δύναμη του χριστιανισμού. 'Έπειτα από λίγο καιρό ζήτησε από τη μητέρα του Ελένη να μεταβεί στα Ιεροσόλυμα και να αναζητήσει τον Τίμιο Σταυρό, πάνω στον οποίο σταυρώθηκε ο Κύριος. Πράγματι, η Ελένη πήγε στα Ιεροσόλυμα και όταν έφτασε στο Γολγοθά ζήτησε να γκρεμισθεί ο ειδωλολατρικός ναός της θεάς Αφροδίτης που υπήρχε εκεί και να αρχίσουν ανασκαφές στο γύρω χώρο. Από τις ανασκαφές βρέθηκαν τρεις σταυροί. Ο επίσκοπος Ιεροσολύμων Μακάριος για να αποκαλυφθεί ποιος από τους τρεις ήταν ο Σταυρός στον οποίο μαρτύρησε ο Κύριος, τοποθέτησε διαδοχικά πάνω τους μια νεκρή γυναίκα, η οποία αναστήθηκε όταν την άγγιξε ο τρίτος σταυρός. Έτσι αποκαλύφθηκε ότι αυτός ήταν ο Τίμιος Σταυρός του Κυρίου. Για να μπορούν μάλιστα να προσκυνήσουν τα πλήθη που συνέρεαν, ο Σταυρός του Κυρίου υψώθηκε σε μέρος υψηλό και αυτό αποκαλούμε «Ύψωση του Τιμίου Σταυρού».
Ο Άγιος Φανούριος έγινε γνωστός από τυχαία εύρεση της εικόνας του τον Ί4ο αιώνα στη Ρόδο. Εκεί βρέθηκε αρχαίος ναός με κατεστραμμένες εικόνες και μεταξύ αυτών και η καλά διατηρημένη εικόνα νεαρού στρατιώτη κρατώντας στο δεξί του χέρι σταυρό και λαμπάδα αναμμένη, γύρω δε από την εικόνα τα 12 μαρτύρια του. Τον παλιό ναό ανοικοδόμησε ο μητροπολίτης Ρόδου Νείλος ο Β" (1355-1369) και συνέταξε και την Ακολουθία του Αγίου.
Η Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη των οσίων Δαλμάτου, Φαύστου και Ισαακίου. Ο Δαλματίας ήταν στρατιώτης, γρήγορα όμως τη θεοσεβή ψυχή του κυρίευσε η επιθυμία να αφοσιωθεί στον Κοριό και Δημιουργό του. Ξεκίνησε, λοιπόν, μαζί με το γιο του Φαύστο να συναντήσει το μοναχό Ισαάκιο, η φήμη του οποίου είχε φέρει κοντά του πολλούς άνδρες. Ο Δαλματίας διακρίθηκε ανάμεσα στους υπόλοιπους μοναχούς για την αρετή του τόσο ώστε εξελέγη ηγούμενος μετά το θάνατο του ευσεβούς Ισαακίου. Μάλιστα, για τον ενάρετο βίο του ο Δαλμάτιος τιμήθηκε και από τη Γ Οικουμενική Σύνοδο που συνήλθε στο 431 μΧ. στην Έφεσο, στην οποία οι Πατέρες ανέδειξαν τον όσιο αρχιμανδρίτη. Το δρόμο του Δαλμάτου, ο οποίος τελείωσε τη ζωή του εν ειρήνη, ακολούθησε ο γιος του Φαύστος, αναδεικνύοντας εαυτόν άξιο διάδοχο του πατέρα του. Όσον αφορά τον όσιο Ισαάκιο, έμεινε ξακουστός για τη στάση την οποία επέδειξε απέναντι στον αιρετικό αυτοκράτορα Ουάλη, όταν αυτός κατά την εκστρατεία του ενάντια στους Σκύθες συνάντησε τον όσιο. Ο Ισαάκιος πέθανε σε βαθιά γεράματα.
Κατά την εποχή που ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Διοκλητιανός βασάνιζε και σκότωνε τους χριστιανούς έζησαν και μαρτύρησαν οι Άγιοι Ιανουάριος -επίσκοπος Νεαπόλεως- Σώσσος, Φαύστος, Ευτύχιος και Ακουτίων. Οι Άγιοι ζούσαν στην πόλη της Ιταλίας Νεάπολη και εργάζονταν ασταμάτητα για να κατακτήσουν κάθε χριστιανική αρετή και να οδηγήσουν στο δρόμο της αλήθειας τους πεπλανημένους ειδωλολάτρες. Όταν ξέσπασε ο διωγμός συνελήφθησαν από τον ηγεμόνα της Κομπανίας Τιμόθεο. Βασανίσθηκαν όλοι με το σκληρότερο τρόπο. Κατά τη διάρκεια των μαρτυρίων τους οι ειδωλολάτρες προσπαθούσαν να τους πείσουν πως δεν αξίζει να θυσιάσουν τη ζωή τους για τον Χριστό,, όμως οι Άγιοι έμειναν ακλόνητοι στην πίστη τους. Για τη στάση τους αυτή αποκεφαλίσθηκαν όλοι, εκτός από τον Άγιο Ιανουάριο, τον οποίο έριξαν σε πυρακτωμένη κάμινο. Με θεία παρέμβαση ο Ιανουάριος σώθηκε και ανασύρθηκε αβλαβής από το κολαστήριό του. Τότε οι δήμιοι του, αφού του έκοψαν τα νεύρα, τον αποκεφάλισαν. Με το μαρτυρικό τους θάνατο οι Άγιοι Ιανουάριος, Σώσσος, Φαύστος, Ευτύχιος και Ακουτίων ανήλθαν στεφανηφόροι στην ουράνια βασιλεία.
Ενώ ήταν ακόμη δεκαεπτά χρόνων, η Αγία Φεβρωνία επέλεξε το δρόμο της άσκησης και αποσύρθηκε σε μοναστήρι, όπου ηγουμένη ήταν η θεία της Βρυένη. Η Φεβρωνία διακρίθηκε ανάμεσα στις υπόλοιπες αδελφές της για τη σύνεση της και το ζήλο τον οποίο επεδείκνυε στις μοναστικές ασκήσεις. Κάποια μέρα ένα στρατιωτικό σώμα ειδωλολατρών που καταδίωκε χριστιανούς με επικεφαλής τον Σελήνο έφτασε στο μοναστήρι όπου ησύχαζε η Φεβρωνία. Οι μοναχές πρόλαβαν να εγκαταλείψουν τη μονή, αλλά η Αγία ήταν άρρωστη και δεν μπορούσε να μετακινηθεί. Έτσι, η Φεβρωνία συνελήφθη μαζί με τις συνασκήτριές της Βρυένη και Θωμαΐδα. Η Αγία, αφού απέρριψε πρόταση του Σελήνου να νυμφευθεί τον ανιψιό του, βασανίσθηκε και θανατώθηκε.
Ο όσιος Φιλάρετος ο Ελεήμων έζησε την εποχή της βασιλείας του Κωνσταντίνου ΣΤ'. Οι γονείς του τον νύμφευσαν με μια ταπεινή γυναίκα, με την οποία απέκτησε και τρία τέκνα. Όλη του τη ζωή την αφιέρωσε σττις αγαθοεργίες. Καταγινόταν με τη γεωργία και όλα του τα εισοδήματα τα μοίραζε στους φτωχούς και στους αρρώστους, με αποτέλεσμα ο ίδιος να στερείται ακόμη και τα αναγκαία. Με τη βοήθεια όμως του θεού, τιμήθηκε κάποτε με το αξίωμα του υπάτου και μπόρεσε από τη θέση αυτή να συνεχίσει τις φιλανθρωπίες του. Ο άγιος ανεπαύθη εν ειρήνη σε βαθιά γεράματα.
Οι μάρτυρες της Κυζίκου, δηλαδή ο Θέογνις, ο Ρούφος, ο Αντίπατρος, ο Θεόστιχος, ο Αρτεμάς, ο Μάγνος, ο Θεόδοτος, ο Θαυμάσιος και ο Φιλήμων, κατάγονταν από διάφορους τόπους, αλλά συνελήφθησαν όλοι μαζί στην Κύζικο, την περίοδο των διωγμών. Όταν οδηγήθηκαν για να απολογηθούν στον τοπικό άρχοντα, υπερασπίσθηκαν την πίστη τους με ξεχωριστή παρρησία και σθένος και γι' αυτό ρίχθηκαν στη φυλακή. Εκεί με τις προσευχές τους έπαιρναν δύναμη και συνέχισαν να αγωνίζονται για το Χριστό. Τελικά διατάχθηκε ο αποκεφαλισμός τους και έτσι έλαβαν τους στεφάνους του μαρτυρίου.
Οι Άγιοι Φιλήμων, Απφία, Άρχιππος και Ονήσιμος έζησαν και μαρτύρησαν όταν αυτοκράτορας των Ρωμαίων ήταν ο Νέρων (54-68 μΧ). Ο Φιλήμων και η Απφία ήταν σύζυγοι, ο Άρχιππος συγγενής τους και ο Ονήσιμος υπηρέτης του ζεύγους. Ήταν όλοι αρχικά ειδωλολάτρες, αλλά προσήλθαν στη χριστιανική πίστη από τον Απόστολο Παύλο. Έκτοτε οι Άγιοι αφοσιώθηκαν στη διάδοση του Ευαγγελίου και στη φιλανθρωπική δράση, μοιράζοντας τα υπάρχοντα τους στους φτωχούς. Κάποτε οι Άγιοι, ενώ ήταν συγκεντρωμένοι στην εκκλησία τους και προσεύχονταν στον θεό, πληροφορήθηκαν ότι οι ειδωλολάτρες ετοιμάζονταν να κάνουν έφοδο και να τους συλλάβουν. Αρκετοί χριστιανοί έφυγαν φοβισμένοι, όμως ο Φιλήμων, η Απφία, ο Ονήσιμος και ο Άρχιππος παρέμειναν στην εκκλησία, προετοιμασμένοι για ό,τι θα ακολουθούσε. Πράγματι, οι Άγιοι συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στον ηγεμόνα Ανδροκλέα, ενώπιον του οποίου ομολόγησαν την πίστη τους στον Χριστό. Μετά από αυτό ο Ανδροκλέας διέταξε να βασανισθούν σκληρά. Καθ' όλη τη διάρκεια των μαρτυρίων τους οι δήμιοι προσπαθούσαν να τους πείσουν να θυσιάσουν στα είδωλα, όμως οι Άγιοι αρνούνταν δοξολογώντας τον Κύριο. Αφού υπέμειναν πολλά βασανιστήρια, οι Άγιοι ετελειώθησαν δια λιθοβολισμού.
Ο Άγιος Φίλιππος καταγόταν από την Καισαρεία της Παλαιστίνης. Ήταν ένας από τους επτά διακόνους της πρώτης Εκκλησίας της Ιερουσαλήμ, τους οποίους χειροτόνησαν οι δώδεκα Απόστολοι. Ο Φίλιππος ήταν νυμφευμένος και είχε τέσσερις θυγατέρες, οι οποίες είχαν το προφητικό χάρισμα. Περιόδευσε σε πολλές πόλεις κηρύττοντας τον ευαγγελικό λόγο. Αρχικά πήγε στη Σαμάρεια, όπου βάπτισε χριστιανό τον Σίμωνα το μάγο. Στο δρόμο από την Ιερουσαλήμ προς τη Γάζα συνάντησε τον Αιθίοπα ευνούχο της βασίλισσας Κανδάκης, τον οποίο και βάπτισε. 'Έπειτα ο Φίλιππος μετέβη στην πόλη Άζωτο, όπου κήρυξε το λόγο του θεού, οδηγώντας πολλές ψυχές στη σωτηρία. Κατόπιν πήγε στις Τράλλεις, πόλη που βρισκόταν στη Λυδία της Μικράς Ασίας. Στην πόλη αυτή ο Φίλιππος έμεινε αρκετό καιρό κηρύττοντας το λόγο του Ευαγγελίου και διδάσκοντας τη χριστιανική πίστη. Χάρη στο κήρυγμα του πολλοί από τους κατοίκους πίστεψαν στον Χριστό και βαπτίσθηκαν. Για τη θεάρεστη δράση του ο Φίλιππος τιμήθηκε με το χάρισμα να επιτελεί θαύματα. Αφού, λοιπόν, ευαρέστησε το θεό, κτίζοντας μάλιστα και ιερό ναό, παρέδωσε το πνεύμα του στον Κύριο.
Ο Άγιος Απόστολος Φίλιππος γεννήθηκε στην πόλη απ΄ την οποία κατάγονταν και οι Απόστολοι Ανδρέας και Πέτρος, τη Βηθσαϊδά της Γαλιλαίος. Όταν ο Κοριός συνάντησε τον Φίλιππο τον κάλεσε κοντά Του. Ο Φίλιππος όχι μόνο δέχθηκε με χαρά, αλλά μόλις συνάντησε το φίλο του Ναθαναήλ, τον προέτρεψε να Τον ακολουθήσει κι εκείνος. Έπειτα από την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος ο Φίλιππος κληρώθηκε να κηρύξει το λόγο του Ευαγγελίου στις χώρες της Ασίας. Έχοντας συντρόφους του στο ευαγγελικό του έργο τον Απόστολο Βαρθολομαίο και την αδελφή του Μαριάμνη κήρυξε σε "πολλές πόλεις, αντιμετωπίζοντας καθημερινά πολλούς κίνδυνους και κακουχίες. Ο Άγιος Απόστολος Φίλιππος βρήκε μαρτυρικό θάνατο στην Ιεράπολη της Φρυγίας. Στον τόπο εκείνο ο Φίλιππος και οι σύντροφοί του είχαν οδηγήσει στη χριστιανική πίστη πλήθος κόσμου, γεγονός που εξόργισε τους ειδωλολάτρες, οι οποίοι και κρέμασαν στην πλατεία της πόλης τον Φίλιππο, τον Βαρθολομαίο και τη Μαριάμνη. Από το μαρτύριο αυτό οι ακόλουθοί του κατάφεραν να σωθούν, όμως ο Φίλιππος παρέδωσε το πνεύμα του στον Κύριο.
Η Αγία Φιλοθέη γεννήθηκε το 1522 μΧ. στην Αθήνα από ευσεβή και πλούσια οικογένεια. Πατέρας της ήταν ο Άγγελος Μπενιζέλος και μητέρα της η Συρίγα. Η Συρίγα ήταν γυναίκα στείρα, αλλά είχε ακλόνητη πίστη στον θεό και γι' αυτό δεν έχασε ποτέ την ελπίδα της. Μετά τις επίμονες προσευχές της στην Παρθένο Μαρία ο Κύριος χάρισε στη γυναίκα μια κόρη, την οποία ονόμασε Ρεβοόλα. Όταν η Αγία έγινε δώδεκα χρόνων, οι γονείς της την πίεσαν να παντρευτεί έναν Αθηναίο, ο οποίος την κακομεταχειριζόταν. Μετά το θάνατο του συζύγου της οι γονείς της επέμεναν να συνάψει η Φιλοθέη και δεύτερο γάμο, αλλά η ίδια είχε αποφασίσει να ταχθεί στην υπηρεσία του θεού. Τη μεγάλη περιουσία της τη χρησιμοποίησε, για να χτίσει μοναστήρια και νοσοκομεία, αλλά και για να ενισχύσει τους φτωχούς. Η στήριξη της στον αγώνα των υπόδουλων χριστιανών εξόργισε τους Τούρκους, οι οποίοι εισέβαλαν στο μοναστήρι όπου βρισκόταν η Αγία, τη μαστίγωσαν και την άφησαν σχεδόν μισοπεθαμένη. Η Φιλοθέη παρέδωσε το πνεύμα της στις 19 Φεβρουαρίου του 1589 μΧ.