Τετάρτη, 6 Οκτωβρίου 2010

Η Μονή των Ποιμένων

Η Μονή των Ποιμένων γνώρισε μεγάλη ακμή κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες. Από τον 4ο αιώνα καθιερώθηκε ως ιερός προσκυνηματικός τόπος, αφού συνδέεται με την αποκάλυψη της Γεννήσεως του Θεανθρώπου Χριστού στους βοσκούς από τους αγγέλους (Λκ. β' 8 - 14).
Εδώ, λοιπόν, δύο χιλιόμετρα ανατολικά της Βηθλεέμ της Ιουδαίας, οι ταπεινοί βοσκοί ευαγγελίστηκαν την Γέννηση του Σωτήρος Χριστού. Τον χώρο του φυσικού σπηλαίου, όπου ήσαν οι Ποιμένες κατά την ώρα της χαρμόσυνης δοξολογικής αγγελίας, τον διαμόρφωσε η βασιλομήτωρ Αγία Ελένη σε ναό και το δάπεδό του το έστρωσαν με πολύχρωμο μωσαϊκό δάπεδο (326 - 333 μ.Χ.). Σύμφωνα με τον Άγιο Ιερώνυμο, αλλά και την τοπική παράδοση, δυτικά του σπηλαίου υπάρχουν οι τάφοι, τριών εκ των μακαρίων εκείνων Ποιμένων που πρώτοι προσκύνησαν το Θείο Βρέφος. Πάνω από το σπήλαιο των Ποιμένων σώζονται τα ερείπια μεγαλόπρεπης μαρμάρινης βασιλικής του 6ου αιώνος.
Η βασιλική αυτή είχε κτιστεί από τον αυτοκράτορα της Κωνσταντινουπόλεως Ιουστινιανό και καταστράφηκε από την επιδρομή των Σασσανιδών Περσών το 614 μ.Χ. Ξανακτίστηκε όμως και πάλι από τον Άγιον Μόδεστο Πατριάρχη Ιεροσολύμων (632 - 634 μ.Χ.), για να εξυπηρετήσει την πληθώρα των προσκυνητών και τις λατρευτικές ανάγκες του πολυσύχναστου πλέον Χριστιανο - Ορθοδόξου προσκυνήματος και μοναστηριού. Μετά την αραβική κατάκτηση και λεηλασία, κτίσθηκε και πάλι μοναστήρι, αλλά περικυκλωμένο με υψηλά τείχη για να προσφέρει άσυλο και προστασία στους μοναχούς της ερήμου, αφού η μονή ευρισκόταν μεταξύ της Αγίας Βηθλεέμ και της ερήμου της Ιουδαίας, και ήτο πέρασμα των μοναχών της Λαύρας του Αγίου Σάββα, της μονής του Αγίου Θεοδοσίου του κοινοβιάρχου, και των αναχωρητών της ερήμου. Στην μονή των Ποιμένων ξαπόσταιναν και διέμεναν με διακονίες που είχαν στην Βηθλεέμ.
Στην «ιστορία της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων» αναφέρεται, ότι στην μονή των Ποιμένων υπήρχε μοναστική αδελφότητα μέχρι τον 11ο - 12ο αιώνα. Αργότερα η μονή καταστράφηκε και πάλι, αλλά από τους Σταυροφόρους αυτήν την φορά. Από τότε η άλλοτε πασίγνωστη μονή των Ποιμένων ερήμωσε και παρέμεινε ως προσκύνημα και ως λατρευτικός χώρος των Ορθοδόξων της περιοχής και για τους λιγοστούς προσκυνητές που επισκέπτονταν την Αγία Γη στους μετέπειτα δύσκολους αιώνες της κατοχής των Μαμελούκων και Οθωμανών Τούρκων.
Από τον 5ο αιώνα και σε όλη τη βυζαντινή εποχή ο εορτασμός και η τελετή των Χριστουγέννων άρχιζε την παραμονή στο Προσκύνημα των Ποιμένων με απαγγελία εκτενών ευχών, τροπαρίων, μέχρι τις Μεγάλες Ώρες, ιδίως την 3η ώρα όπου γινόταν και η ανάγνωση του σχετικού χωρίου από το κατά Λουκάν Ιερό Ευαγγέλιο (β' 8 - 14). Κατόπιν, κλήρος και λαός σε μεγαλοπρεπή πομπή, επήγαιναν, ανέβαιναν με τα πόδια ψάλλοντας στην Βηθλεέμ, στο ιερόν Σπήλαιον της Γεννήσεως για την συνέχεια των Μεγάλων Ωρών και την ακολουθία του εσπερινού των Χριστουγέννων.
Η Ιερά Μονή των Ποιμένων κατέστη γνωστή στο πέρασμα των αιώνων ως «Ποιμενείον», η «Ποίμνιον» η «Δόξα εν Υψίστοις Θεώ», όπως επίσης και ως «Πύργος Γαδέρ», «τα χωράφια του Πατριάρχου Ιακώβ και της Ραχήλ», «τα κτήματα του Βοόζ» και ο χώρος της συναντήσεώς του με την Ρουθ, «τα κτήματα του Ωβήθ, του Ιεσσαί, του Βασιλέως Δαβίδ και ως η περιουσία των Αγίων Θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννης», και σύμφωνα με τους Ελληνορθόδοξους Άραβες..., «τα χωράφια της Παναγίας». Ο χώρος της μονής των Ποιμένων εφιλοξένησε στους κόλπους του αγίους ανθρώπους, ερημίτες, οσίους, θαυματουργούς ασκητές και ένα πλήθος μαρτύρων αναιρεθέντων υπό των Περσών, Αράβων κατακτητών και Σταυροφόρων.
Από την Λαυσαϊκή Ιστορία και από το βιβλίο «Άνθη της Ερήμου» πληροφορούμεθα και για τον Όσιο Ποσειδώνιο τον Θηβαίο ο οποίος ασκήτευσε στα χωράφια αυτά των Ποιμένων. Ο Επίσκοπος Παλλάδιος της Ελενοπόλεως της Βιθυνίας (364 - 431 μ.Χ.) αναφέρει τα εξής: «...Έζησα μαζί με τον Αββά Ποσειδώνιο τον Θηβαίο ένα χρόνο στην τοποθεσία Ποιμένιο, έξω από την Βηθλεέμ. Ο Αββάς Ποσειδώνιος ασκήτευσε σε αυτά τα κτήματα της δοξολογίας των Αγγέλων και των Ποιμένων. Ήτο άνθρωπος πράος, ασκητικότατος, άκακος, ταπεινός, απονήρευτος, εγκρατευτής, άνθρωπος της ησυχίας, της ειρήνης, της προσευχής, των πολλών αρετών. Είχε σαράντα χρόνια να γευτεί ψωμί. Ζούσε με άγρια βοτάνια (χόρτα) που μάζευε από τους αγρούς των Ποιμένων, και με χουρμάδες. Ζούσε με την παρουσία αγγέλων και αγίων, και επιτελούσε και ο ίδιος πλήθος θαυμάτων δια των προσευχών του και των ευχών του. Εξεδίωκε τα δαιμόνια από τους ανθρώπους και τους εθεράπευε από κάθε δαιμονική ενέργεια και επήρεια».
Η τοπική ευσέβεια έχει διασώσει τις εξής θαυμαστές ιστορίες και περιστατικά που συνέβησαν στο Προσκύνημα των Ποιμένων μεταξύ των ετών 1900 - 1971.
Ο Ελληνορθόδοξος άραβας και ευσεβής κάτοικος του χωριού των Ποιμένων Χαλίλ Αμπουφάρχα, ήτο πρόγονος του εφημερίου ιερέως του χωριού, και διηγόταν το εξής γεγονός που έζησε γύρω στα 1903, πριν από περίπου πέντε - έξι γενιές. Είχε λάβει το κλειδί του σπηλαίου να πάει ενωρίς να ανάψει τα καντήλια για τον όρθρο. Νομίζοντας ότι ήταν πέντε η ώρα το πρωί, επειδή ήταν πανσέληνος εκείνο το βράδυ, έφτασε στο σπήλαιο στις δύο μετά τα μεσάνυχτα πολύ νωρίτερα. Όταν έφτασε στον υπόγειο ναό, άκουσε (απ' έξω) ψαλμωδία, αλλά δίστασε να μπει μέσα επειδή οι φωνές του φάνηκαν άγνωστες. Αναρωτήθηκε ποιος άραγε να είχε ανοίξει τον ναό, και αφού πήρε θάρρος μπήκε μέσα στην εκκλησία. Βρέθηκε λοιπόν σε ουράνια θεία Λειτουργία αγγέλων. Παρατήρησε τότε μια Κυρία που στεκόταν κοντά στην Ωραία Πύλη, περιτριγυρισμένη από φωτοστέφανο. Στάθηκε ακίνητος ακούοντας με έκπληξι, θαυμασμό και απορία την ουράνια υμνωδία, διερωτώμενος πως άραγε ηξιώθη να βρεθεί σε ακολουθία αγγέλων, και ποία να ήταν αυτή η θαυμαστή γυναίκα.
Ξαφνικά άκουσε να έρχεται από πάνω, από την πόρτα του σπηλαίου, θόρυβος βημάτων αλόγου, καλπασμός αλόγου και ένας νεαρός καβαλάρης έφθασε έξω από το σπήλαιο. Μόλις μπήκε, μέσα τρέχοντας, πλησίασε την Κυρία η οποία τον ρώτησε με δυνατή φωνή: «Πού ήσουνα Άγιε Γεώργιε και άργησες να έλθεις, εσύ που δέχεσαι τα περισσότερα δώρα από τους πιστούς;». Και αυτός απήντησε: «Μητέρα του Θεού, Κυρία Θεοτόκε, μία βάρκα βυθιζότανε στο πέλαγος και ήμουν υποχρεωμένος να τρέξω να βοηθήσω τους ανθρώπους που επικαλέστηκαν την βοήθειά μου». Λέγοντας αυτά τίναξε τον μανδύα του που ήτο βρεγμένος, και πιτσίλισε το πρόσωπο και τα ενδύματα του Χαλίλ Αμπουφάρχα που ήταν παρών. Όταν τελείωσε η ουράνια αυτή Θεία Λειτουργία έλαβε αντίδωρο από τα χέρια της Παναγίας, και όταν εξαφανίστηκαν οι Άγγελοι, η Παναγία και ο Άγιος Γεώργιος, αυτός παρέμεινε με πειστήριον στα χέρια του το αντίδωρο και τις σταγόνες στα ρούχα του από τον μανδύα του Αγ. Γεωργίου, προς πίστωσιν αληθινή των κατοίκων του χωριού και του ιερέως που έφθασαν κατόπιν για τον όρθρο, και τους εξήγησε τα όσα θαυμαστώς είδε και άκουσε στο σπήλαιο των Ποιμένων.
Κάτι παρόμοιο συνέβη και σε έναν άλλον κάτοικο του χωριού του Μπετ Σαχούρ (χωρίον των ποιμένων) στον Χαλίλ Αλκασίς, ο οποίος ήταν πολύ τακτικός στην παρακολούθηση των ορθρινών ακολουθιών και Λειτουργιών στην εκκλησία του Σπηλαίου. Μια μέρα ο ευλαβής αυτός άνθρωπος σηκώθηκε πολύ ενωρίς και κατευθύνθηκε βιαστικά στην εκκλησία νομίζοντας ότι ήταν αυγή, ενώ ακόμη έλαμπε το φεγγάρι. Έφθασε στην εκκλησία, την βρήκε ανοιχτή, όπως περίμενε, και γεμάτη από κόσμο, αγνώστους βέβαια σ' αυτόν, που παρακολουθούσαν την Θεία Λειτουργία. Παρέμεινε στην Λειτουργία και στο τέλος πήρε αντίδωρο. Το πρωί ο ιερεύς του χωριού π. Νικόλαος άνοιξε την πόρτα του ναού που ο ίδιος είχε μόνον το κλειδί, και βρήκε τον κ. Χαλίλ Αλκασίς να κοιμάται στο στασίδι και να κρατά σφικτά στο χέρι του το αντίδωρο. (Ο Χαλίλ ευρέθη και συμμετείχε σε ουράνια Λειτουργία αγγέλων, που αυτοί είχαν ανοίξει το ναό και τον ξανάκλεισαν αφήνοντάς τον μέσα στο ναό που τον είχε πάρει ο ύπνος).
Μία ευσεβής ορθόδοξη γυναίκα από το Μπετ Σαχούρ, η κ. Αζίζε, που εκτελούσε χρέη οικονόμου στην οικία ενός επισκόπου στα Ιεροσόλυμα, ανέφερε συνήθως στον μακαριστό γέροντα Σεραφείμ, τον ηγούμενο της Λαύρας του Αγίου Σάββα, ότι, όταν ήσαν μικρά κορίτσια, με τις φίλες της, συνήθιζαν να πηγαίνουν στην μονή των Ποιμένων και να μαζεύουν αγριολούλουδα από τους αγρούς, και ότι μια φορά είδαν μέσα στους αγρούς την Θεοτόκο με πολύ λαμπρότητα και περιτριγυρισμένη από πλήθος αγγέλων....
Ένας άλλος γείτονας του Προσκυνήματος, αλλά μουσουλμάνος, έκλεβε κρυφίως πέτρες από την μονή και του παρουσιάστηκε η Παναγία. Τον διέταξε να επιστρέψει τις πέτρες η να τις πληρώσει στον γέροντα Σεραφείμ, διαφορετικά θα τον εύρισκε μεγάλο κακό στην οικογένειά του. Δεν το έκανε, και η γυναίκα του έμεινε έγκυος δυό φορές και τις δυό απέβαλε. Όταν επέστρεψε σε χρήματα τα κλεμμένα στο μοναστήρι κατάφερε και απέκτησε κατόπιν επτά τέκνα. Τα δύο πρώτα που ήσαν αγόρια, αν και μουσουλμάνος, για να ευχαριστήσει την Παναγία, τα βάπτισε ορθόδοξα στη μονή των Ποιμένων. Το ένα το ονόμασε κατά την βάπτιση Αΐσσα (δηλαδή Χρίστο) και το δεύτερο Μούσα (δηλ. Μωυσή).
(Η Παναγία του παρουσιάστηκε αρκετές φορές, μέχρι να μετανοήσει, και του ήταν πάντοτε απειλητική και θυμωμένη, λέγοντας ότι έκλεβε πέτρες από τα κτήματά της...).
Κάποτε στα ελαιομαζώματα της μονής ήλθαν κλέπτες πολύ πρωί, με σκοπό να κλέψουν τον καρπό. Γέμισαν ένα μεγάλο τσουβάλι και έφεραν ένα γαϊδούρι για να μεταφέρουν τις ελιές. Οι κλέπτες όμως, αν και ήσαν πολλοί, δεν μπορούσαν να σηκώσουν το σακκί παρά τις επανειλημμένες προσπάθειές τους. Ξαφνικά είδαν τότε μπροστά τους την Παναγία που τους είπε αυστηρά: « Ξέρετε τι κάνετε; Οι ελιές ανήκουν στην εκκλησία και δεν έχετε κανένα δικαίωμα να τις πάρετε!». Κατόπιν τους προειδοποίησε ότι οποιοσδήποτε θα έκλεβε κάτι από το Προσκύνημα και τους αγρούς των Ποιμένων, θα υπέφερε από συμφοράς στο μέλλον. Μόλις άκουσαν αυτά οι κλέφτες άφησαν τις ελιές και έφυγαν κατατρομαγμένοι. Αργότερα πήγαν και εξομολογήθηκαν στον ιερέα του χωριού, τον π. Αβραάμ. (Οι κλέφτες ήσαν Χριστιανοί ορθόδοξοι).
Είχαν συμβεί τόσα πολλά παρόμοια περιστατικά που οι κάτοικοι της περιοχής είχαν αποκτήσει μεγάλο σεβασμό και φόβο για την αγιότητα του χώρου της μονής των Ποιμένων, τόσο πολύ που συνήθιζαν φεύγοντας από το προσκύνημα να τινάζουν και την σκόνη ακόμα από τα παπούτσια τους ώστε να μην μεταφέρουν απολύτως τίποτε μαζί τους που ανήκε στον ιερό αυτό τόπο. Ακόμα κι όταν ο γέροντας Σεραφείμ εκλάδευσε τα ελαιόδενδρα της μονής και τους επρόσφερε στο χωριό τα κομμένα κλαδιά για καυσόξυλα, αυτοί αρνούνταν λέγοντας: «δεν θέλουμε να τα βάλουμε με την Παναγία»!
Τα δε ελαιόδενδρα της μονής ήσαν τόσο πολύ ευλογημένα που ακόμα και σε περίοδο ακαρπίας, μια χρονιά από εκατό δένδρα μάζεψαν μόνο δυο σακκιά ελιές, αυτά τα δυο σακκιά γέμισαν πάνω από είκοσι δοχεία και δέκα ακόμα νταμιτζάνες λάδι...,και συνέχισε να ρέει ασταμάτητα το λάδι από το ελαιοτριβείο του χωριού και επειδή δεν είχαν άλλα επί πλέον δοχεία να γεμίσουν, χρειάστηκε να προσευχηθούν για να σταματήσει να τρέχει το λάδι...!
Επειδή δεν υπήρχαν μοναχοί, ούτε φύλακες στην μονή των Ποιμένων, γύρω στα 1930, αν δεν παρουσιαζόταν η Παναγία, έβλεπαν οι κάτοικοι του χωριού ένα μεγάλο κίτρινο φίδι με σταυρό στο κεφάλι να φρουρεί το Προσκύνημα . Μια φορά ένας κάτοικος του χωριού ο Κώστας Αμπού Ηλίας Χούρη, ανηψιός του πατρός Νικολάου, του εφημέριου του χωριού, πήγε με τον πατέρα του στους αγρούς των Ποιμένων, όταν ξαφνικά είδαν ένα κίτρινο ερπετό, που έκανε παράξενο θόρυβο. Ο πατέρας έτρεξε αμέσως στο σπίτι και έφερε όπλο για να σκοτώσει το παράξενο ερπετό. Ενώ σημάδευε το φίδι, το όπλο δεν πυροδοτούσε, αν και προσπάθησε πολλές φορές. Έφυγε αμέσως από το χωράφι για να διορθώσει το όπλο, το οποίο έξω από το χωράφι πυροβολούσε κανονικά. Όταν επέστρεψε για να πυροβολήσει το φίδι, το όπλο του πάλι δεν λειτουργούσε. Διηγήθηκε κατόπιν το γεγονός στον αδελφό του, πατέρα Νικόλαο, ο οποίος του είπε, ότι το φίδι αυτό, είναι ο φρουρός, ο φύλακας του τόπου της μονής γι' αυτό και το όπλο του δεν δούλευε, δεν πυροδοτούσε!
Είναι πλήθος τα θαύματα που έχουν σημειωθεί και αναφερθεί στη μονή των Ποιμένων κατά την περίοδο των χρόνων 1900 - 1971. Δαιμονιζόμενοι γινόντουσαν καλά, κωφάλαλα παιδιά γινόντουσαν υγιή όταν τα σταύρωνε ο ιερεύς με το μεγάλο κλειδί της πόρτας του σπηλαίου των Ποιμένων. Μουσουλμάνοι ζητούσαν να βαπτιστούν, άνθρωποι που πήγαιναν με κακό σκοπό στη μονή να βεβηλώσουν η να κλέψουν, αόρατη δύναμη τους έδενε και κολλούσαν στη γη, είτε η Παναγία εμφανιζόταν, είτε το μεγάλο φίδι τους κατατρόμαζε, είτε κακό τους εύρισκε. Οι πιστοί, οι κάτοικοι του χωριού ζούσαν τόσα πολλά σημεία και θαυμαστά γεγονότα, που δεν τους ήταν παράξενο να βλέπουν αγγέλους, η την Θεοτόκο, η τον Άγιο Γεώργιο, οι οποίοι τους διόρθωναν σε οποιοδήποτέ τους λάθος. Ήταν ο κόσμος τότε τόσο απλοϊκός, οι άνθρωποι τόσο ταπεινοί και η καρδιά τους, η ψυχή τους αγαθή γη, που ο σπόρος του Θεού έπιανε, και δεν χρειαζόντουσαν ούτε κηρύγματα, ούτε βιβλία, ούτε λόγους, αλλά ένιωθαν την ίδια την παρουσία των αγγέλων, της Παναγίας μας και των Αγίων μας. Σήμερα όμως που οι άνθρωποι αγριέψαμε και λείπει από την ζωή μας η ειρήνη, η αγάπη του Θεού, η απλότης και πλεόνασε η αμαρτία, η διαφθορά, η ασωτία και το κακό...,πως μπορούμε να ελπίζουμε να δούμε σ' αυτήν την ζωή αγγέλους και να συμψάλλουμε μαζί τους; Είθε ο καλός Θεός να γίνει ίλεως για όλους εμάς, να μας ελεήσει, και να μας φωτίσει να μετανοήσουμε και εξομολογηθούμε αληθινά, για να βρούμε το χαμένο δρόμο της επιστροφής στην απλότητα, στην ταπείνωση, στην άδολη πίστη και στην σωτηρία. Αμήν