Παρασκευή, 10 Δεκεμβρίου 2010

Το παιδί με το απλωμένο χέρι

Τα παιδιά είναι παράξενα.
Τα βλέπεις στον ύπνο και στον ξύπνιο, στη φαντασία. Προτού να στηθούν τα Χριστουγεννιάτικα δέντρα κι όταν στήνονται, πριν τα Χριστούγεννα, συναντούσα ολοένα στο δρόμο, σε μια ορισμένη γωνιά, ένα αγοράκι, όχι πάνω από επτά ετών.
Στην τρομερή παγωνιά, ήταν ντυμένο σχεδόν καλοκαιρινά, αλλά ο λαιμός του ήταν τυλιγμένος με κάτι κουρέλια, δηλαδή όλο και το φρόντιζε κάποιος, στέλνοντάς το έξω.
Περιφερόταν με απλωμένο χέρι και ζητιάνευε.
Τον όρο αυτόν, τον επινόησαν τα ίδια τα παιδιά.
Είναι πλήθος τα παιδιά αυτά. Στριφογυρίζουν στο διάβα σας και ουρλιάζουν λυπητερά κάτι που τους μάθανε.
Αυτός όμως δεν ούρλιαζε και μιλούσε κάπως με αφέλεια και ασυνήθιστα, κοιτώντας με μ’ εμπιστοσύνη στα μάτια, δηλαδή μόλις έμπαινε στο επάγγελμα.
Στις ερωτήσεις μου αποκρίθηκε πως η αδερφή του είναι άνεργη, άρρωστη. Μπορεί να ήταν αλήθεια, έμαθα όμως αργότερα πως τα παιδιά αυτά είναι πλήθος αμέτρητο.
Τα στέλνουν ‘’ν’ απλώσουν το χέρι’’, έστω και στην πιο φοβερή παγωνιά και, αν δε μαζέψουν τίποτα, σίγουρα τα περιμένει ξυλοφόρτωμα. Όταν μαζέψει μερικά καπίκια, το παιδί γυρίζει με κόκκινα, ξυλιασμένα χέρια σε κάποιο υπόγειο, όπου μπεκρολογά μια συμμορία αλήτες και τεμπέληδες.
Εκεί στα υπόγεια, μπεκρολογούν μαζί τους οι πεινασμένες και ξυλοφορτωμένες γυναίκες τους, ενώ δίπλα τους τσιρίζουν τα βυζανιάρικά τους. Βότκα και βρωμιά και διαφθορά και πάνω από όλα, η βότκα!
Το αγόρι το στέλνουν αμέσως μετά τα καπίκια που μάζεψε, στο καπηλειό για να φέρει κι άλλο κρασί.
Για πλάκα, του ρίχνουν στο στόμα ένα καρτούτσο και ξεκαρδίζονται στα γέλια, όταν το παιδί, με κομμένη ανάσα, πέφτει κάτω σχεδόν λιπόθυμο..
Όταν το αγόρι αυτό μεγαλώσει, το στέλνουν το γρηγορότερο σε κανένα εργοστάσιο, αλλά ότι βγάλει, είναι πάλι υποχρεωμένο να το φέρει στους τεμπελχανάδες, για τη βότκα. Αλλά και πριν τα στείλουν στο εργοστάσιο, τα παιδιά αυτά γίνονται τέλειοι εγκληματίες. Αλητεύουν στην πόλη και ξέρουν τέτοια κατατόπια σε διάφορα υπόγεια, που μπορεί να τρυπώσουν απαρατήρητα, για να κοιμηθούν τη νύχτα.
Ένας από αυτούς, κοιμήθηκε κάμποσες νύχτες αράδα σε έναν θυρωρό, μέσα σε μια καλαθούνα, έτσι που εκείνος ούτε το πρόσεξε.
Είναι αυτονόητο, πως αυτά τα παιδιά γίνονται και κλέφτες. Η κλεψιά γίνεται πάθος, ακόμα και σε παιδιά οκτώ χρονών, που δε καταλαβαίνουν ότι κάνουν εγκληματική πράξη.
Τελικά, τα υπομένουν όλα. Την πείνα, το κρύο, το ξύλο, με μόνο αντάλλαγμα την ελευθερία. Και φεύγουν από τους τεμπέληδες γονείς τους και αλητεύουν για τον εαυτό τους.
Το άγριο αυτό πλάσμα, πολλές φορές, δε καταλαβαίνει τίποτα, ούτε πού ζει, ούτε σε ποιο έθνος ανήκει, ούτε αν υπάρχει Θεός, ούτε τίποτα.
Και λένε για τα παιδιά αυτά κάτι πράγματα απίστευτα, αλλά αληθινά.