Κυριακή, 12 Δεκεμβρίου 2010

Αληθινές χριστουγεννιάτικες ιστορίες - Αντίδοτο η αγάπη του Χριστού στον πόνο του διαζυγίου

Παραμονές Χριστουγέννων και ο Αντώνης έκρινε σκόπιμο να βγει λίγο έξω από το σπίτι του. Ο χρόνος που σε λίγο έδυε φόρτωσε στην πλάτη του βαρύ φορτίο πόνου που ήθελε να τον απαλύνει, να τον ξεχάσει έστω και για λίγο. Έτσι πήρε τους δρόμους και αναζήτησε παλιούς φίλους που θα βοηθούσαν να επαναφέρει στη μνήμη του ευτυχισμένες στιγμές του παρελθόντος. Ο χωρισμός με την αγαπημένη του γυναίκα Μαρία με την οποία έκανε τρία αληθινά αγγελούδια τον γέμιζε απόγνωση και απογοήτευση. Εκείνο όμως που τον πλήγωνε περισσότερο ήταν πως δεν μπορούσε να δώσει εξήγηση για το πως έφθασαν τα πράγματα ένα βήμα πριν από το διαζύγιο. Πονούσε βλέποντας ζωγραφισμένη τη θλίψη στα πρόσωπα των παιδιών του. Μία θλίψη που δεν αποχωρούσε ούτε με τα ακριβά δώρα που τους έκανε, ούτε με τα παιχνίδια και τις παιδικές χαρές. Τίποτε δεν μπορούσε να γιατρέψει τον πόνο των παιδιών. Πόνος που γινόταν πέτρα ασήκωτη και στην καρδιά του ίδιου.
Τι έφταιξε Θεέ μου; Ποιά ήταν η αιτία τόσου αβάσταχτου πόνου; Ξέρεις στ’ αλήθεια πόσο αγαπώ την οικογένειά μου, τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου. Ξέρεις πόσο προσπάθησα να διορθώσω ατέλειες και λάθη για να κρατήσω το δώρο που μου έδωσες. Ως Παντογνώστης βοήθησε με να συμπληρώσω το παζλ της ευτυχίας γιατρεύοντας τις προσωπικές ασθένειες, που έφεραν τη θλίψη στο επίκεντρο της οικογένειάς μου.
Αυτά σκεπτόταν καθώς προχωρούσε συλλογισμένος στο σχεδόν ερημικό δρόμο της επαρχιακής πόλης που ζούσε, προκειμένου να μεταβεί στο σπίτι του παιδικού του φίλου Μανώλη, που βρισκόταν δυό τετράγωνα πιο κάτω.
Στην πρώτη διασταύρωση συναντά μία μαυροντυμένη γιαγιά, η οποία πουλούσε κάστανα για να εξασφαλίσει τα προς το ζην. Ο Αντώνης συνήθιζε να αγοράζει από την γιαγιά Αναστασία κάστανα κυρίως από συμπόνια γι’ αυτήν. Ήξερε πως ήταν παντελώς εγκαταλειμμένη και προσπαθούσε μόνη της να επιβιώσει μιας και δεν είχε παιδιά και συγγενείς και η σύνταξη που έπαιρνε μετά το θάνατο του άνδρα της δεν έφθανε να πληρώσει ούτε καν το ενοίκιό της! «Κυρά Τασία βάλε μου είκοσι κάστανα. Ζεστά να είναι όπως πάντα», της είπε τρίβοντας ταυτόχρονα τα χέρια του για να ζεσταθούν. Εκείνη τον κοίταξε μες στα μάτια. «Αντώνη έμαθα πριν από λίγες ημέρες πως δεν τα πας καλά με τη γυναίκα σου και λυπήθηκα αφάνταστα. Δεν σου κρύβω πως έκλαψα πολύ. Και αυτό γιατί ποτέ δεν περίμενα δυό τόσα καλά παιδιά να φθάσουν ένα βήμα πριν από τον χωρισμό. Μεγάλη δοκιμασία περνάτε παιδάκι μου. Βαρύς και αβάσταχτος ο πόνος σας».
«Άστα κυρά Τασία μου μην τα αναμοχλεύεις γιατί ραγίζει η καρδιά μου», απάντησε ο Αντώνης ενώ ταυτόχρονα σκούπιζε ένα δάκρυ που κύλησε από το μάτι του.
«Καλό μου παιδί αν έχεις λίγο χρόνο κάτσε σ’ αυτό το σκαμπό για να σου πω μία ιστορία που μοιάζει με παραμύθι. Όμως είναι παραδειγματική για την εποχή που ζούμε. Να μου κάνεις και λίγο παρέα, για να περάσει η ώρα» είπε η γιαγιά.
Χωρίς να το πολυσκεφθώ κάθισα κοντά στο μαγκάλι για να ζεσταίνομαι λίγο μιας και το κρύο είχε αρχίσει να γίνεται τσουχτερό. Η γιαγιά Τασία γύρισε τα κάστανα και κάθισε ακριβώς δίπλα μου πιάνοντας το χέρι μου. Ένιωσα μία μητρική ζεστασιά που με γύρισε πολλά –πολλά χρόνια πίσω. Τότε δηλαδή που η γιαγιά μου, η μητέρα του πατέρα μου μας συγκέντρωνε μπροστά στο τζάκι για να μας διηγηθεί χριστουγεννιάτικες ιστορίες.
Ο βασιλιάς και ο φτωχός βιοπαλαιστής
«Κάποτε ένας βασιλιάς που διοικούσε μία μεγάλη χώρα έστειλε ανθρώπους του παλατιού σε διάφορες συνοικίες για να δουν πως οι άνθρωποι περνούν. Ήθελε με τον τρόπο αυτό να διαπιστώσει αν ο λαός του ήταν ευτυχισμένος.
Και ήρθε ένας από αυτούς τους απεσταλμένους πίσω και είπε στον άρχοντα ότι πέρασε πολλές φορές από μία συγκεκριμένη συνοικία και άκουγε κάθε φορά μέσα από ένα σπίτι τραγούδια γέλια και μουσικές. Αυτό έγινε μία και δυό και τρεις φορές. Απορούσε όμως γιατί εκεί ζούσαν φτωχοί άνθρωποι.
Τότε ο βασιλιάς παραξενεύτηκε. Αποφάσισε να πάει και ο ίδιος στη συνοικία αυτή. Από το συγκεκριμένο σπίτι άκουσε τα γέλια και τους χορούς τους. Την άλλη ημέρα έβαλε και φέρανε στο παλάτι τον φτωχό βιοπαλαιστή οικογενειάρχη, θέλοντας να μάθει την αιτία της ευτυχίας τους. Τρομαγμένος και αυτός και η οικογένειά του περίμεναν να μάθουν τι θα τους πει ο άρχοντας. Ο καλός αυτός οικογενειάρχης μπαίνοντας στη βασιλική αίθουσα έπεσε στα γόνατα και παρακάλεσε τον βασιλιά να του πει τι έκανε και τον έφεραν με το ζόρι στο παλάτι. Ο βασιλιάς τον γλυκοκοίταξε και τον ρώτησε. Θέλω να μου πεις την αλήθεια. Πως μπορείτε και γλεντάτε και τραγουδάτε αφού δεν έχετε λεφτά; Τα παιδιά σου από ότι γνωρίζω είναι οκτώ και μαζί με τη γυναίκα σου, τον παππού και τη γιαγιά φθάνετε δώδεκα νοματαίοι. Πως γίνεται να είσαι λοιπόν έτσι χαρούμενος; Ο φτωχός αναθάρρησε. Παίρνοντας μία ανάσα ανακούφισης είπε πως έτσι που είναι φτωχοί τι τους μένει άλλο. Να τραγουδάνε να χορεύουν να γελάνε. Και έτσι ήταν ευτυχισμένοι.
Τότε ο βασιλιάς χάρηκε και του έδωσε πολλά λεφτά για να κάνουν μία καλή δουλειά και να ξεφύγουν από την φτώχειά τους. Χαρούμενος εκείνος τον ευχαρίστησε και πήγε σπίτι όπου τον περίμεναν με αγωνία οι δικοί του. Τους είπε το και το έγινε στο παλάτι και τους άφησε μπροστά τους τα χρήματα που του έδωσε ο βασιλιάς. Η ζωή μας θα αλλάξει και θα είμαστε πλούσιοι» είπε γεμάτος χαρά. Και μαζί του όλοι καταχάρηκαν.
Ο βασιλιάς ύστερα από μία εβδομάδα πήγε από έξω από το σπίτι αυτό να δει πως είναι τώρα τα πράγματα που το χρήμα ήταν μπόλικο. Η απογοήτευσή του όμως ήταν μεγάλη. Θα μου πεις γιατί, αφού πήραν τόσα λεφτά;
Εδώ και ο βασιλιάς έκλαψε γιατί άκουγε τις φωνές και τα μαλώματα μεταξύ τους. Εσύ πήρες πιο πολλά, εγώ αδικήθηκα... Και άκουγε κλάματα και ότι μπορείς να βάλεις στο μυαλό σου. Την άλλη ημέρα λοιπόν τον φώναξε και του είπε. Πέρασα πολλές φορές από το σπίτι σου και άκουσα μαλώματα και κλάματα. Που είναι τώρα τα γέλια; Αμέσως ο φτωχός βιοπαλαιστής γονάτισε και είπε ντροπιασμένος. «Καλέ μου βασιλιά δεν θέλω τα λεφτά. Να έφερα πίσω, όσα απ’ αυτά απέμειναν. Αυτά μου στέρησαν την ευτυχία και τα γέλια. Από τότε που μου τα έδωσες άρχισαν τα προβλήματα και κινδυνεύω να χάσω την οικογένειά μου και τα παιδιά μου...
Καταλαβαίνεις λοιπόν παλικάρι μου πως ο Σατανάς τους χόρεψε για τα καλά βάζοντας στη θέση της αγάπης που είχαν πρώτα το χρήμα» είπε η γιαγιά ενώ ταυτόχρονα τοποθετούσε τα κάστανα στο σακουλάκι.
Η αφήγηση της είχε προκαλέσει μία εσωτερική διεργασία στον Αντώνη. Μια διεργασία που τον οδηγούσε στην εξεύρεση της αιτίας της δοκιμασίας του. Επιπλέον ένιωθε πλέον πως βρισκόταν πολύ κοντά στη λύση του προβλήματός του. Βουρκωμένος ο Αντώνης έβαλε 100 ευρώ στο χέρι της κυρά –Τασίας για τα κάστανα και έφυγε. «Αντώνη στάσου να πάρεις τα ρέστα σου» είπε η κυρά – Τασία.
«Καλά Χριστούγεννα κυρά-Τασούλα κράτα τα ρέστα» κατάφερε μετά δυσκολίας να ψελλίσει σκύβοντας ταυτόχρονα να ασπαστεί το χέρι της. «Σ’ ευχαριστώ, σ’ ευχαριστώ πολύ» επανέλαβε καθώς απομακρυνόταν βιαστικά.
Με ζωγραφισμένη την απορία στο πρόσωπό της η κυρά Τασία, αφού πρώτα του ευχήθηκε καλά Χριστούγεννα του υπέδειξε πως πήρε λάθος δρόμο και πως δεν είναι απ’ εκεί το σπίτι του φίλου του Μανώλη. Ο Αντώνης όμως ήδη είχε απομακρυνθεί σχεδόν τρέχοντας.
Κατευθύνθηκε προς το σπίτι της Μαρίας, της γυναίκας του, αφού πρώτα έκανε μία στάση στο ανθοπωλείο και αγόρασε δεκατέσσερα όμορφα άσπρα τριαντάφυλλα, όσα τα χρόνια του γάμου του. Στο πρόσωπό του διέκρινες μία σιγουριά. Σαν να ήξερε πλέον τι έκανε.
Χτύπησε το κουδούνι του σπιτιού. Καθώς η Μαρία του άνοιξε έπεσε γονατιστός μπροστά στα πόδια της κλαίγοντας. «Μαρία μου, το καθημερινό κυνήγι του χρήματος μου στέρησε την αγάπη και την ευτυχία από το σπιτικό. Υπήρξα ένθερμος εραστής του Μαμωνά και κινδυνεύω να καταστρέψω τα πάντα. Θεωρούσα πως ο πλούτος διώχνει τα προβλήματα και φέρνει την ευτυχία, αλλά έκανα τραγικό λάθος. Έδιωξα με τις πράξεις μου την αγάπη, μένοντας στην τυπικότητα μίας ανιαρής κουραστικής καθημερινότητας. Νόμιζα πως πλούτεψα με τα σπίτια, τα χρήματα και τις μπίζνες. Αλλά η αλήθεια είναι πως φτώχεψα, γιατί η άνεση μου στέρησε τη θέρμη της αγκαλιάς σου και πάγωσε τη σχέση μας» είπε ο Αντώνης κλαίγοντας.
«Τι παιχνίδι μου παίζεις πάλι Αντώνη; Η ζωή σου τελευταία έδειχνε πως δεν ήθελες εμένα αλλά τον πλούτο και την περιουσία μου; Τι σε έκανε λοιπόν τώρα να αλλάξεις; Δεν λογίζεσαι πως και εγώ τραβώ πλέον το δρόμο μου;» είπε απορημένη η Μαρία πιστεύοντας πως ο παλιός αγαπημένος της έπαιζε και πάλι ένα καλό θέατρο...
«Καλή μου γυναίκα μία ιστορία της κυρά –Τασίας που πουλά τα κάστανα εδώ πιο κάτω με έκανε να αναλογιστώ πόσο λανθασμένα λειτουργούσα» απάντησε ο Αντώνης. Στο άκουσμα του ονόματος της κυρά Τασίας η Μαρία μαλάκωσε και άλλαξε στάση. Έπιασε το χέρι του άνδρα της και τον σήκωσε. «Πέρασε μέσα να πιείς κάτι για να ζεσταθείς» του είπε και πήρε στην αγκαλιά της τα λουλούδια που της έφερε.
Τα παιδιά που ανέμελα έπαιζαν μπροστά στο τζάκι μόλις τον είδαν έτρεξαν στην αγκαλιά του, φωνάζοντας «μπαμπά –μπαμπά». Εκείνος τότε τα φίλησε και τους έδωσε τα κάστανα που είχε αγοράσει. Η Μαρία στη συνέχεια τα παρακάλεσε να πάνε στο δωμάτιό τους να παίξουν γιατί έπρεπε να μιλήσει ιδιαιτέρως με τον μπαμπά. Εκείνα υπάκουσαν.
Πηγαίνοντας προς την πρόχειρη σπιτική κάβα που διατηρούσαν για να βάλει ένα ποτήρι κόκκινο γλυκό κρασί ο Αντώνης παρατήρησε πως η Μαρία είχε αρχίσει να κλαίει. Του πρόσφερε το ποτήρι με το κρασί και κάθισε απέναντί του σκυμμένη.
«Μ’ απογοήτευσες Αντώνη. Τα έκανα θάλασσα. Πίστεψα πως δεν μ’ αγαπάς. Ο πόνος και η απόγνωση με έσπρωξαν στην αναζήτηση άλλου άνδρα. Νόμιζα πως σαν γυναίκα δεν αξίζω. Πως γέρασα, πως έγινα άσχημη. Έτρεχα σε πλαστικούς γιατρούς και σε ινστιτούτα αισθητικής αναζητώντας στην τεχνητή ομορφιά μία ελπίδα... Τα κάναμε μπάχαλο τα τρία τελευταία χρόνια. Πληγωθήκαμε και κυρίως πληγώσαμε τα παιδιά μας, τους γονείς μας, τους φίλους μας. Μάλιστα τα παιδιά άρχισα να τα θεωρώ ως εμπόδιο στο μέλλον μου. Χάσανε τα καημένα το γέλιο τους από τις δικές μας ανοησίες. Άρχισα να καπνίζω, να βρίζω, να πίνω, να γλεντώ στα διάφορα μπαρ. Από βασίλισσα που ήμουν έγινα μία δακτυλοδεικτούμενη γυναίκα προς αποφυγήν. Ούτε η μάνα μου πλέον δεν με θέλει, ούτε τα αδέλφια μου. Μόνο ο καημένος ο πατέρας μου συνεχίζει να κάνει προσπάθειες...» είπε η Μαρία. Και πρόσθεσε: «Δεν θα σε έβαζα στο σπίτι αν δεν άκουγα πως μία ιστορία της κυρά –Τασίας σε συγκλόνισε. Γιατί και σε μένα είπε μία ιστορία λίγες ημέρες πριν, η οποία στριφογυρίζει συνεχώς στο μυαλό μου».
«Σούύ είπε και σένα το ίδιο διδακτικό παραμύθι;» είπε με απορία ο Αντώνης.
«Δεν ξέρω αν είναι το ίδιο αλλά ακόμη το σκέφτομαι το γαλάζιο τριαντάφυλλο» απάντησε η Μαρία και άρχισε να εξιστορεί το παραμύθι της κυρά –Τασίας.
Το γαλάζιο τριαντάφυλλο
«Ήταν ένας βασιλιάς και είχε μία κόρη η οποία αγαπούσε έναν ασήμαντο φτωχό. Ο πατέρας της όμως ήθελε να της δώσει για άνδρα της έναν άρχοντα. Η κόρη όμως δεν δεχόταν και τους έδιωχνε όλους. Ωστόσο ο πατέρας της επέμεινε πολύ. Και για να απαλλαχθεί από την ιστορία της πολυζήτητης πλούσιας νύφης αλλά και για να ησυχάσουν από τους μνηστήρες που κατέφθαναν συνέχεια μία μέρα ο βασιλιάς πατέρας της είπε: «Βρε παιδί μου πες μου τι θέλεις;». Και η έξυπνη κόρη του είπε πως όποιος μου φέρει ένα γαλάζιο τριαντάφυλλο αυτόν θα πάρω. Κι αυτό γιατί ήξερε πως τριαντάφυλλο γαλάζιο δεν υπήρχε. Έτσι θα γλύτωνε από τους κάθε λογής υποψηφίους γαμπρούς. Ο πατέρας της έβγαλε τότε μία διαταγή. «Όποιος μου φέρει ένα γαλάζιο αληθινό τριαντάφυλλο θα τον κάνω γαμπρό».
Και έτσι, ησύχασε η κόρη από το βάσανο της προξενιάς. Όμως αυτός που αυτή αγαπούσε πήγε σε ένα ζωγράφο φίλο του και του είπε την ιστορία. Τότε σκέφτηκε ο ζωγράφος και του ζήτησε να φέρει ένα ολόασπρο τριαντάφυλλο. Ο ερωτευμένος έφερε στο ζωγράφο το άσπρο τριαντάφυλλο. Αυτός το έβαλε σε ένα τουρμπάνι στο οποίο έβαλε γαλάζια μπογιά. Το βούτηξε μέσα, το ξαναβούτηξε και το ξαναβούτηξε. Και στο τέλος το τριαντάφυλλο έγινε γαλάζιο. Χαρούμενος ο ερωτευμένος το έβαλε σε μία ωραία θήκη και παρουσιάστηκε μπροστά στο βασιλιά. Ο φρουρός είπε στο βασιλιά πως ήρθε ένας γαμπρός με ένα γαλάζιο τριαντάφυλλο. Και ο βασιλιάς τότε ζήτησε να μαζευτούν στην αίθουσα του θρόνου η γυναίκα του και όλοι οι αξιωματούχοι που βρίσκονταν εκεί και φυσικά και η κόρη του. Φθάνει και ο φτωχός ερωτευμένος εμπρός στο βασιλιά και του δίνει το τριαντάφυλλο. Όλοι έμειναν με το στόμα ανοικτό. Άρχισαν να το επεξεργάζονται για να δουν αν είναι αληθινό. Τότε ο βασιλιάς σηκώθηκε πήρε το χέρι της κόρης του και του φτωχού ερωτευμένου και τους έδωσε την ευχή του. Και είπε δυνατά. «Εδώ φαίνεται πως μόνο η αγάπη κάνει θαύματα».
Γι’ αυτό καλή μου Μαρία, μου είπε η κυρία Τασία όλες οι γυναίκες πρέπει να αγαπάτε τον πατέρα των παιδιών σας κι αυτός θα σας χαρίσει ένα γαλάζιο τριαντάφυλλο! Με ξάφνιασε η ιστορία της και τη ρώτησα αν έμαθε πως βρισκόμαστε σε διαδικασία διαζυγίου και γι’ αυτό μου είπε την ιστορία»
«Τι χωρίζεις με τον Αντώνη σου Μαρία; Μη παιδί μου κάνεις τέτοιο ατόπημα γιατί θα έρθεις στα χρόνιά μου και θα κλαις πικρά. Μακρυά από τον άνδρα σου και τα τρία παιδιά σου δύσκολα θα συναντήσεις την ευτυχία. Ο Αντώνης –πρόσθεσε- αν και ήταν φτωχός παιδάκι μου έχει πλούσια καρδιά. Μην τον χάσεις».
Έφυγα στ’ αλήθεια προβληματισμένη τόσο από την ιστορία, όσο και από τις παραινέσεις της. Σκεφτόμουν μάλιστα ανήμερα τα Χριστούγεννα να την καλέσω στο εορταστικό γεύμα μαζί με σένα.
«Μαρία μου τώρα που πλησιάζουν Χριστούγεννα και η αγάπη γεννιέται στο πρόσωπο του Χριστού θα ήθελα να δώσουμε μία υπόσχεση. Να προσπαθήσουμε να ξαναβρούμε στην φάτνη του Υιού του Θεού την αγάπη μας. Να ψάλουμε μαζί με τους αγγέλους την ειρήνη ευχόμενοι να μείνει για πάντα στις καρδιές μας. Δεν έπαψα να σε αγαπώ –έστω και λανθασμένα- πάντα. Για μένα είσαι ότι πιο όμορφο μου έδωσε ο Θεός. Είσαι άγγελος αληθινός που μου χάρισε τρία αληθινά αγγελούδια...» ψέλλισε με πολλή δυσκολία ο Αντώνης ενώ από τα μάτια του έτρεχαν ασταμάτητα δάκρυα. Η Μαρία τότε σηκώθηκε και τον αγκάλιασε. Έκλαιγε και αυτή. Έτσι αγκαλιασμένους τους βρήκαν τα παιδιά που κρυφά παρακολουθούσαν τους γονείς τους. Έτρεξαν κι αυτά κοντά τους και έπεσαν στην αγκαλιά τους. Η οικογένεια είχε σμίξει και μετά τρία χρόνια θα γιόρταζαν μαζί τα Χριστούγεννα.
Τη σκηνή διέκοψε ο μικρός Φώτης ο οποίος έτρεξε και έφερε από το δωμάτιό του ένα χαρτί που του έδωσε η δασκάλα του στο σχολείο. Ανέβηκε πάνω σε μία καρέκλα και με στόμφο άρχισε να το διαβάζει: «Χριστός γεννάται. Χριστός μας ενώνει και μας δίνει την χαρά πως τώρα ξέρουμε πως υπάρχει η συνέχεια της ζωής. Δεν χανόμαστε. Τα Χριστούγεννα είναι ένα ευχάριστο γεγονός και με τον τρόπο που η «κλινική» (το σπήλαιο) ήταν η πιο ακριβή το πνεύμα του ουρανού ήταν εκεί. Αυτό μας χαρίζει την πιο λαμπρή ημέρα γι’ αυτό αγκαλιάστε τους φτωχούς και τα ορφανά του πλανήτη αυτού, να χαρούν και αυτοί τα λαμπρά Χριστούγεννα. Ας υποδεχτούμε τον Κύριο και Θεό μας για να μας χαρίσει πάλι τη γαλήνη της ψυχής. Γι’ αυτό χαρείτε Χριστιανοί για τη γέννησή του. Γιατί Αυτός θα μας ενώσει με τον ουρανό».
Όλοι γελούσαν. Τα παιδιά άρχισαν να χορεύουν και να φωνάζουν χαρούμενα. Η αγάπη ένωσε το σπιτικό τους και η ευχή «καλά Χριστούγεννα» της κυρά Τασίας έπιασε τόπο.
Η οικογένεια την προσκάλεσε τα Χριστούγεννα να φάνε όλοι μαζί και εκείνη ανταποκρίθηκε. Καθισμένη κοντά στο τζάκι με τα παιδιά γύρω της άρχισε να τους μιλά για τον Χριστό μέχρι ο Αντώνης και η Μαρία ετοιμάσουν το τραπέζι: «Φώτη, Νικόλαε και Ελευθερία μου χρόνια και αιώνες πέρασαν από τον ερχομό του Κυρίου μας στον κόσμο που ταλαντευόταν γιατί έψαχνε ο καθένας να βρει ένα χειροπιαστό Θεό. Γι’ αυτό και ο πάνσοφος Θεός και Δημιουργός του πλανήτη γη και όλου του κόσμου με την ορθότητα Του έδωσε στον άνθρωπο τα πάντα. Όμως, παρ’ όλα αυτά ο κόσμος ένοιωθε πως κάτι λείπει. Ήθελε να ξέρει πιο πολλά για τη δημιουργία και τη συνέχεια αυτής. Έτσι, ο Πατέρας Θεός έστειλε τον Υιό Του, δια Πνεύματος στην Πάναγνη Μητέρα μας και Πλατυτέρα του ουρανού, την Παναγία μας που έφερε στον κόσμο τον Ιησού Χριστό. Ας τον υποδεχτούμε και πάλι όπως τότε η γέννησή του ήταν σπουδαία και λαμπερή. Ο ουρανός έφυγε και άγγελοι ψάλανε χαρμόσυνα... Χριστός γεννάται δοξάσατε, Χριστός εξ ουρανού απαντήσατε, Χριστός επί γης υψώθητε».