Παρασκευή, 1 Οκτωβρίου 2010

Αγιολόγιο 6

Η οσία Μαρία γεννήθηκε στην Αίγυπτο την εποχή του Ιουστινιανού (527-565). Από νεαρή ηλικία, αγνοώντας τις συμβουλές παν οικείων της, ακολούθησε το δρόμο της διαφθοράς και της ακολασίας για δεκαεφτά χρόνια. Κάποια στιγμή όμως, οδηγούμενη από θεία πρόνοια, η Μαρία βρέθηκε μαζί με άλλους ασελγείς νέους στα Ιεροσόλυμα τον καιρό που εορταζόταν η προσκύνηση του Τιμίου Σταυρού. Η Μαρία θέλησε να εισέλθει στην εκκλησία όπου βρισκόταν ο Σταυρός για να προσκυνήσει, όμως κάποια αόρατη δύναμη την εμπόδιζε να περάσει την είσοδο του ιερού ναού. Η οσία τότε συνειδητοποίησε ότι η αμαρτωλή ζωή της δεν ήταν αρεστή στα μάτια του Κυρίου και μετανόησε. Ζήτησε από την Παρθένο Μαρία να της επιτραπεί η είσοδος στο ναό, υποσχόμενη ότι θα ακολουθήσει την οδό της σωφροσύνης. Αφού προσκύνησε τον Τίμιο Σταυρό, η Μαρία αποχώρησε αποφασισμένηη να τηρήσει την υπόσχεση της. Αποσύρθηκε στην έρημο του Ιορδάνη, όπου αφιερώθηκε στην ασκητική ζωή για σαράντα επτά ολόκληρα χρόνια. Όλο αυτό το διάστημα η οσία το πέρασε με προσευχή και νηστεία, χωρίς μάλιστα να δει κανέναν άνθρωπο, παρά μόνο τον ιερομόναχο Ζωσιμά, ο οποίος της πρόσφερε τη θεία Κοινωνία.
Η Αγία Μαρίνα καταγόταν από την Αντιόχεια της Πισιδίας και έδρασε την εποχή του αυτοκράτορα Κλαυδίου. Ήταν μοναχοκόρη και μάλιστα ο πατέρας της ήταν ιερέας των ειδώλων. Δεν είχε συμπληρώσει το δωδέκατο έτος της ηλικίας της όταν πέθανε η μητέρα της και ο πατέρας της ανέθεσε την ανατροφή της σε κάποια χριστιανή γυναίκα. Η Αγία Μαρίνα τότε διδάχθηκε το Χριστιανισμό και άνοιξε την ψυχή της για να δεχτεί το Σωτήρα της Χριστό. Όταν ο έπαρχος Ολύμβριος πληροφορήθηκε τα σχετικά με αυτή, διέταξε να την οδηγήσουν μπροστά του και προσπάθησε με κάθε μέσο να τη μεταπείσει. Μάλιστα, θαμπωμένος από την ομορφιά της, της ζήτησε να γίνει γυναίκα του. Εκείνη αρνήθηκε και συνέχισε να ομολογεί την πίστη της. Γι΄ αυτό και υπέστη φρικτά βασανιστήρια. Αφού της καταξέσκισαν τις σάρκες με σιδερένια νύχια, την έριξαν στη φυλακή. Όταν την ανέκρινε για δεύτερη φορά και διαπίστωσε ότι παρέμενε ακλόνητη την έκαψε με αναμμένες λαμπάδες. Τότε όμως συνέβη μέγα θαύμα: Οι πληγές της έκλεισαν και όσοι βρίσκονταν εκεί έγιναν αμέσως χριστιανοί. Ο έπαρχος εξοργισμένος διέταξε να την αποκεφαλίσουν και έτσι η Αγία έλαβε το αμάραντο στεφάνι του μαρτυρίου.
Ο Άγιος Μαρίνος καταγόταν από τη Ρώμη. Έζησε και μαρτύρησε επί αυτοκρατορίας Καρίνου. Η οικογένεια του ήταν επιφανής και ο ίδιος είχε τιμηθεί με το αξίωμα του συγκλητικού. Όταν έγινε γνωστή η πίστηη του στον Χριστό συνελήφθη και δέχθηκε πιέσεις προκειμένου να θυσιάσει στα είδωλα. Εκείνος όμως έμεινε σταθερός στην πίστη του και για το λόγο αυτό υποβλήθηκε σε βασανιστήρια, από τα οποία βγήκε αλώβητος. Μάλιστα παραπλάνησε τον αυτοκράτορα, ζητώντας να του επιτρέψει να θυσιάσει σε ειδωλολατρικό βωμό, τον οποίο και συνέτριψε. Έπειτα από το γεγονός αυτό αποκεφαλίσθηκε.
Ο Απόστολος Μάρκος καταγόταν πιθανότατα από την Κύπρο, αλλά εγκαταστήθηκε στα Ιεροσόλυμα. Έδρασε κοντά στον Απόστολο Παύλο και διακήρυξε την χριστιανική αλήθεια στην Αίγυπτο, στη Λιβύη, στη Βαρβαρική και στην Πεντάπολη. Τιμήθηκε από τον θεό με το χάρισμα να θαυματουργεί, που έθεσε στην υπηρεσία του ποιμνίου του. Συνέγραψε και Ευαγγέλιο -το κατά Μάρκον- γι' αυτό και ονομάστηκε Ευαγγελιστής. Ο Απόστολος Μάρκος ρίχθηκε στη φυλακή όπου, υπέστη φρικτά βασανιστήρια, κατά τα οποία παρέδωσε το πνεύμα του στον θεό.
Μάρκος ο Ευγενικός - Οι γονείς του ήταν ο Γεώργιος και η Μαρία. 'Έγινε κληρικός ακολουθώντας τον δρόμο του πατέρα του και το 1436 εξελέγει αρχιεπίσκοπος Εφέσου. Διέσωσε την ορθόδοξη πίστη, καθώς ήταν ο μόνος που αρνήθηκε να υπογράψει πρωτόκολλο με το οποίο θα ενώνονταν οι δύο εκκλησίες.

Κατά τα χρόνια του σκληρού αυτοκράτορα Δεκίου (249-251 μΧ.) έζησαν οι επτά παίδες Μαξιμιλιανός, Εξακουστωδιανός, Ιάμβλιχος, Μαρτινιανός, Διονύσιος, Ιωάννης και Κωνσταντίνος. Ο Δέκιος εξαπέλυσε διωγμό κατά των χριστιανών, βασανίζοντας και δολοφονώντας πλήθος κόσμου. Οι επτά νέοι, έπειτα από πολλή σκέψη, αποφάσισαν να μοιράσουν στους φτωχούς τα υπάρχοντα να καταφύγουν σε σπήλαιο, ώστε να μην εξαναγκαστούν να αρνηθούν την πίστη τους. Στο καταφύγιο τους οι παίδες προσευχήθηκαν θερμά στον Κύριο να τους πάρει κοντά του για να μην πέσουν στα χέρια του Δεκίου. Η προσευχή τους εισακούστηκε και οι νέοι παρέδωσαν το πνεύμα τους. Εκατόν ενενήντα χρόνια μετά, επί βασιλείας Θεοδοσίου Β' του Μικρού, εμφανίστηκε αίρεση που αμφισβητούσε την ανάσταση των νεκρών. Ο αυτοκράτορας ήταν απελπισμένος και δεν ήξερε τι να πράξει. Ο Κύριος απάντησε στις προσευχές του με τον εξής θαυμαστό τρόπο: Ένα παιδί εμφανίσθηκε στην αγορά της Εφέσου, το οποίο αγόρασε ψωμί με νόμισμα της εποχής του Δεκίου. Έκπληκτοι οι κάτοικοι ανέκριναν το παιδί, το οποίο τους οδήγησε στη σπηλιά στην οποία είχε μαζί με τα αδέλφια του παραδώσει το πνεύμα του πολλά χρόνια πριν. Όταν οι Εφέσιοι αντίκρισαν όλα τα παιδιά ζωντανά κατάλαβαν ότι επρόκειτο για απάντηση του θεού στις κακοδοξίες των αιρετικών.

Ο Άγιος Μαρτίνος γεννήθηκε στο Τόδι της κεντρικής Ιταλίας και έδρασε στα χρόνια που αυτοκράτορας ήταν ο Κώνστας Β', ο οποίος ήταν οπαδός της αίρεσης του Μονοθελητισμού. Ο Μαρτίνος διετέλεσε πάπας Ρώμης από το 649 έως το 655 μΧ, αξίωμα το οποίο έθεσε στην υπηρεσία της Ορθοδοξίας. Για να ααποκαταστήσει την ορθή πίστη συγκάλεσε το 649 μΧ στη Ρώμη Σύνοδο, η οποία ανέτρεψε την αίρεση των Μονοθελητιστών. Επειδή όμως ο Μαρτίνος αποκήρυξε τους αιρετικούς πατριάρχες, συνελήφθη βίαια για να οδηγηθεί αιχμάλωτος στην Κωνσταντινούπολη. Ο αυτοκράτορας φυλάκισε τον Μαρτίνο, ενώ αργότερα τον εξόρισε στη Χερσώνα όπου παρέδωσε το πνεύμα του το 655 Μχ
Οι Άγιοι Μαρκιανός και Μαρτύριος έζησαν και άθλησαν κατά τον 4ο μΧ αιώνα. Ήταν ταχυγράφοι (νοτάριοι) του πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως Παύλου του Ομολογητή, ο οποίος είχε διαδεχθεί τον πατριάρχη Αλέξανδρο. Τα χρόνια εκείνα τη χριστιανοσύνη απασχολούσε η αίρεση του Αρείου, οπαδός της οποίας ήταν ο αυτοκράτορας Κωνστάντιος. Ο ασεβής αυτοκράτορας, μεταξύ των άλλων, συνέλαβε τον Παύλο, ο οποίος έμενε πιστός στα δόγματα της ορθής πίστης, και τον εξόρισε στην Αρμενία, όπου βρήκε μαρτυρικό θάνατο από αρειανούς. Οι Άγιοι Μαρκιανός και Μαρτύριος έμειναν πιστοί στο φρόνημα του Αγίου Πατριάρχη και δεν ενέδωσαν στις πιέσεις των αρειανών. Αντιθέτως, διακήρυτταν σε κάθε ευκαιρία ότι ο Ιησούς Χριστός ήταν ομοούσιος του Πατρός. Ο κακόδοξος Κωνστάντιος δεν ανέχθηκε τη στάση των Αγίων και διέταξε να τους συλλάβουν. Σε όλες τις προσπάθειες του να πείσει τους δύο άνδρες να δεχθούν την αιρετική διδασκαλία του Αρείου ο αυτοκράτορας αντιμετώπιζε την άρνηση τους. Οι Άγιοι Μαρκιανός και Μαρτύριος βρήκαν τελικά μαρτυρικό θάνατο από τους δημίους του αυτοκράτορα.
Ο Απόστολος και Ευαγγελιστής Ματθαίος καταγόταν από τη Γαλιλαίο. Προτού γίνει μαθητής του Κυρίου ασκούσε το επάγγελμα του τελώνη και ονομαζόταν Λευί. Μία μέρα και ενώ καθόταν στο τελωνείο του έξω από την Καπερναούμ, τον πλησίασε ο Ιησούς και του ζήτησε να Τον ακολουθήσει. Ο Ματθαίος υπάκουσε και δέχθηκε τον Κύριο στην οικία του, όπου παρέθεσε γεύμα σε Αυτόν καθώς και σε πολλούς τελώνες, με τους οποίους ο Ιησούς συζήτησε και συνέφαγε, ενέργεια για την οποία κατηγορήθηκε από κάποιους φαρισαίους. Όταν ο Κύριος πληροφορήθηκε τις κατηγορίες, απάντησε με τα εξής λόγια: «Δεν ήλθα για να καλέσω τους δικαίους, αλλά τους αμαρτωλούς σε μετάνοια». Έκτοτε ο Ματθαίος υπήρξε μαθητής και Απόστολος του Κυρίου. Έπειτα από την Ανάσταση του Ιησού Χριστού ο Ματθαίος ανέλαβε να κηρύξει το λόγο του Ευαγγελίου στους Πάρθους και στους Μήδους. Κατά την εκτέλεση του ιεραποστολικού του έργου ο Ματθαίος επιτέλεσε πλήθος θαυμάτων. Ως ευαγγελιστής έχει σύμβολο άνθρωπο φτερωτό. Στο ανεκτίμητης αξίας έργο του περιλαμβάνεται και η συγγραφή του πρώτου Ευαγγελίου της Καινής Διαθήκης.
Η Αγία μάρτυς Ματρώνα παρέδωσε την ψυχή της στον θεό, ενώ βρισκόταν κλεισμένη σε μια απάνθρωπη φυλακή. Έτσι απόλαυσε όμως αυτό που τόσο επόθησε η αγία ψυχή της, τη δόξα και την αιώνια βασιλεία του θεού. Η Ματρώνα από νεαρή ηλικία ήταν υπηρέτρια της συζύγου ενός Ιουδαίου αξξιωματικού, της Παυτίλλης, την οποία συνόδευε μόνο μέχρι την είσοδο της Συναγωγής, ενώ η ίδια μετέβαινε στην εκκλησία των χριστιανών. Κάποια στιγμή το γεγονός αυτό έγινε αντιληπτό από την κυρία της, η οποία έδειρε τη Ματρώνα ανηλεώς και κατόπιν την έκλεισε σε μια φυλακή, από την οποία συχνά την έβγαζε για να τη μαστιγώσει και να τη βασανίσει. Αφού καταπλήγωσε και καταξέσχισε το σώμα της Αγίας, η σκληρή Ιουδαία την έριξε ξανά στη φυλακή, όπου η Ματρώνα παρέμεινε για πολλές μέρες σε τραγική κατάσταση. Το σώμα της όμως δεν άντεξε τις τόσες κακουχίες και η Αγία Ματρώνα παρέδωσε στον Κύριο την αγία της ψυχή. Το ιερό λείψανο της ενταφιάσθηκε από τους χριστιανούς με τιμές. Όμως η σκληρή Ιουδαία τιμωρήθηκε για τα βασανιστήρια στα οποία υπέβαλε την Αγία Ματρώνα: έπεσε κατά λάθος από το τείχος σε ένα πατητήρι και σκοτώθηκε.
Ο Άγιος ιερομάρτυρας Μεθόδιος έζησε κατά την εποχή που η Ορθόδοξη Εκκλησία αντιμετώπιζε τις κακοδοξίες των οπαδών του αιρετικού Ωριγένη (6ος αι. μΧ.). Ο Μεθόδιος ήταν άνθρωπος με ξεχωριστές ικανότητες, με βαθιά καλλιέργεια και θεολογική κατάρτιση και διακρινόταν για τη σπάνια αρετή του. Από νεαρή κι όλας ηλικία αφιερώθηκε στην υπηρεσία του θεού και δεν άργησε να ανέβει στον επισκοπικό θρόνο των Πατάρων. Από το αξίωμα του πολέμησε με σθένος τις κακοδοξίες των αιρετικών και ο τρόπος του βίου του σε συνδυασμό με το άγιο έργο του έγιναν υπόδειγμα για τις ψυχές των χριστιανών. Δε σταμάτησε ούτε στιγμή να μάχεται για να διαφυλάξει την ορθή πίστη του ποιμνίου του και με τη σοφία των λούουν του κατάφερε να περιορίσει στο ελάχιστο την απειλή των αιρετικών. Για την ευόδωση του ιερού αγώνα του ο ιερέας του θεού έγραψε πλήθος συγγραμμάτων, τα οποία περιείχαν την αλήθεια του ορθόδοξου δόγματος. Όμως οι οπαδοί του Ωριγένη κατάφεραν να βάλουν στην υπηρεσία του Μεθοδίου ένα δικό τους άνθρωπο, ο οποίος κάποια μέρα που ο ιερέας ήταν άρρωστος επωφελήθηκε και τον αποκεφάλισε στο κρεβάτι του με ξίφος.
Η οσία Μελάνη έζησε όταν αυτοκράτορας του ρωμαϊκού κράτους ήταν ο Ονώριος. Η Μελάνη έλαβε χριστιανική ανατροφή και μεγάλωσε με την επιθυμία να αφιερωθεί ολόψυχα στην υπηρεσία του Κυρίου. Όμως οι γονείς της την πίεσαν να παντρευτεί και η Μελάνη για να μην τους στεναχωρήσει υποχώρησε. Με το σύζυγο της απέκτησε δυο παιδιά, τα οποία απεβίωσαν, όταν ήταν μικρά. Η καρδιά της οσίας γέμισε θλίψη, η οποία έγινε ακόμα μεγαλύτερη όταν λίγο καιρό αργότερα έχασε και τους γονείς της. Τότε η Μελάνη ζήτησε από το σύζυγο της να ζήσουν χωριστά και αποσύρθηκε σε εξοχικό κτήμα. Εκεί η οσία αφιερώθηκε στη μελέτη και στην προσευχή, αλλά και στη φροντίδα των πλησίον της. Στη συνέχεια αποφάσισε να μοιράσει την περιουσία της στους φτωχούς και να εισέλθει σε μοναστήρι. Εκεί η Μελάνη αξιοποίησε την ικανότητα της στην καλλιγραφία και αντέγραφε ιερά βιβλία. Σε μεγάλη ηλικία αποσύρθηκε σε ένα κελί στα Ιεροσόλυμα, όπου συγκέντρωσε κοντά της πολλές παρθένες, τις οποίες καθοδηγούσε στο δρόμο της αρετής. Παρέδωσε το πνεύμα της στον Κύριο ύστερα από χρόνια ασθένεια.
Ο Άγιος Μελέτιος γεννήθηκε το 310 μΧ. περίπου και καταγόταν από την πόλη Μελιτηνή της Μικρός Αρμενίας. Διετέλεσε επίσκοπος Σεβαστείας και το 360 μ.Χ. χειροτονήθηκε αρχιεπίσκοπος Αντιοχείας. Η θεοσέβεια του και οι πολλές αρετές του τον έκαναν γρήγορα αγαπητό στη χριστιανική κοινότητα. Για το λόγο αυτό όταν έφτασε στην Αντιόχεια, οι πιστοί έσπεευσαν να τον προϋπαντήσουν και να δεχθούν την ευλογία του. Όμως στη νέα του έδρα ο Μελέτιος έμεινε μόλις τριάντα ημέρες, καθώς οι οπαδοί της κακοδοξίας έπεισαν τον αυτοκράτορα Κωνστάντιο να τον εξορίσει στην Αρμενία. Όταν έγινε αυτοκράτορας ο Θεοδόσιος Α' ο Μέγας (379-395 μΧ.), κλήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη πολλοί επίσκοποι, για να πάρουν μέρος στη Β' Οικουμενική Σύνοδο, η οποία πραγματοποιήθηκε για να φέρει τέλος στην έριδα που είχε ξεσπάσει στους κόλπους της χριστιανοσύνης. Μεταξύ των επισκόόπων που κλήθηκαν από τον Θεοδόσιο ήταν και ο Μελέτιος, ο οποίος μάλιστα ήταν πρόεδρος της Συνόδου. Δυστυχώς ο Άγιος Μελέτιος εκοιμήθη προτού ολοκληρωθούν οι εργασίες της Συνόδου, το 381 μΧ.
Ο όσιος Μέμνων άφησε τον κόσμο για χάρη του θεού. Αφού έζησε δικαίως έγινε ηγούμενος σε ένα μοναστήρι. Ο θεός τον τίμησε με το χάρισμα της θαυματουργίας. Έκανε πολλά θαύματα βοηθώντας τους πιστούς τους οποίους διέσωζε από κίνδυνους όταν ζητούσαν τη βοήθεια του. Αφού μέχρι τέλους ευαρέστησε το θεό εξεδήμησε προς Κύριον, έχοντας μαζί του τον πλούτο και τα εφόδια της αρετής του.
Ο Άγιος Μηνάς έζησε και μαρτύρησε όταν αυτοκράτορες των Ρωμαίων ήταν ο Διοκλητιανός και ο Μαξιμιανός. Γεννήθηκε στην Αίγυπτο από γονείς ειδωλολάτρες, αλλά σε νεαρή ακόμα ηλικία διδάχθηκε την αλήθεια της χριστιανικής πίστης. Για ένα διάστημα υπηρέτησε στο στρατό υπό τον Αργυρίσκο στο Κοτυάειο της Φρυγίας. Όντας όμως ευσεβής χριστιανός δεν άντεξε να υπηρετεί στο στρατό των ειδωλολατρών. Για το λόγο αυτό παραιτήθηκε και κατέφυγε σε μια χριστιανική κοινότητα, η οποία ζούσε σε ένα όρος της Φρυγίας. Εκεί ο Μηνάς ασκήθηκε σκληρά στην εγκράτεια και στις χριστιανικές αρετές. Όταν ξέσπασε ο διωγμός, ο Μηνάς με όπλο τη δύναμη της πίστης του, έφυγε από το βουνό και πήγε στην πόλη, όπου ανάμεσα στους ειδωλολάτρες ομολόγησε με θάρρος την πίστη του στο Χριστό. Αμέσως συνελήφθη και φυλακίσθηκε. Έπειτα οι ειδωλολάτρες τον υπέβαλαν σε βασανιστήρια, τα οποία ο Αγιος υπέμεινε με περισσή καρτερία. Στο τέλος τον αποκεφάλισαν και ο Αγιος Μηνάς έλαβε το στέφανο του μαρτυρίου.
Ο Άγιος Μητροφάνης, ο πρώτος επίσκοπος της Κωνσταντινουπόλεως, έζησε κατά τα χρόνια του πρώτου χριστιανού αυτοκράτορα, του Μεγάλου Κωνσταντίνου (306-337 μ Χ.). Ήταν γιος του Δομετίου και ανιψιός του αυτοκράτορα Πρόβου. Όταν ο αδελφός του και επίσκοπος Βυζαντίου Πρόβος εξεδήμησε προς Κύριον ο Μητροφάνης τον διαδέχθηκε στον επισκοπικό θρόνο, αξίωμα το οποίο διατήρησε και όταν ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος έχτισε στη θέση του Βυζαντίου την ένδοξη πόλη που φέρει το όνομα του, την Κωνσταντινούπολη. Κατά την Α' Οικουμενική Σύνοδο ο Μητροφάνης δεν κατάφερε λόγω γήρατος να πάει στη Νίκαια, αλλά έστειλε τον πρωτοπρεσβύτερο του Αλέξανδρο, τον οποίο και όρισε διάδοχο του. Ο Άγιος Μητροφάνης αναπαύθηκε εν ειρήνη.
Ο προφήτης Δανιήλ ήταν ένας από τους τέσσερις μείζρνες προφήτες. Καταγόταν από βασιλική οικογένεια, που ανήκε στη φυλή του Ιούδα. Προφήτευσε επί εβδομήντα έτη προμηνύοντας την έλευση του Σωτήρα Ιησού Χριστού. Έζησε αυστηρό βίο και αρνήθηκε κάθε εγκόσμια απόλαυση. Όταν ο βασιλιάς Ναβουχοδονόσορ κατέστρεψε την Ιερουσαλήμ, ο Δανιήλ μαζί με τους παίδες Ανανία, Αζαρία και Μισαήλ αιχμαλωτίσθηκαν και οδηγήθηκαν στη Βαβυλώνα. Οι Τρεις Παίδες, επειδή δεν υπάκουσαν στη διαταγή του βασιλιά να προσκυνήσουν μια χρυσή εικόνα, ρίχθηκαν σε πυρακτωμένη κάμινο, από την οποία με θεία παρέμβαση βγήκαν αβλαβείς αφού τους φρόντιζε άγγελος Κυρίου.
Ο όσιος Μιχαήλ καταγόταν από τη Φρυγία και οι γονείς του ήταν πλούσιοι και ευσεβείς. Ανατράφηκε με βάση τις θείες εντολές, για να φτάσει στη συνέχεια στο ύψιστο σημείο της θεογνωσίας. Ο πρώτος σταθμός της θαυμαστής του πορείας ήταν η Κωνσταντινούπολη, όπου και συνδέθηκε με έναν άγιο άνθρωπο, τον θεοφύλακτο. Και οι δυο μαζί αποσύρθηκαν σε ένα μοναστήρι στον Εύξεινο Πόντο για να αφοσιωθούν με ευλάβεια στο χριστιανικό έργο. Το μοναστήρι είχε ιδρύσει ο πατριάρχης Ταράσιος, ο οποίος τους χειροτόνησε ιερείς και στη συνέχεια επισκόπους. Από τη θέση του επισκόπου ο Μιχαήλ δίδαξε το θείο λόγο, συνέτρεξε τους φτωχούς και τους ασθενείς και πολέμησε με σφοδρότητα την πλάνη των αιρέσεων. Όταν οι αιρετικοί κήρυξαν διωγμό ενάντια στις ιερές εικόνες, ο Μιχαήλ με γενναιότητα και ξεχωριστή παρρησία υπεράσπισε την πίστη του και φίμωσε τα στόματα των δυσσεβών. Εξοργισθείς τότε ο αυτοκράτορας Λέων ο Αρμένιος τον φυλάκισε σε ένα φρούριο, που ονομαζόταν Ευδοκίας. Ο όσιος συνέχισε να διακηρύσσει την αλήθεια, με αντίτιμο συνεχείς εξορίες από τόπο σε τόπο, για να καταλήξει τέλος καταταλαιπωρημένος σε μια ανθυγιεινή περιοχή. Εκεί παρέδωσε το πνεύμα του στον Κύριο και κοσμήθηκε με διπλούς στεφάνους όσιος και μάρτυς συγχρόνως.
Ο προφήτης Μιχαίας ήταν γιος του Ιωράμ και ανήκε στη φυλή του Εφραίμ. Γεννήθηκε στην πόλη Μωρασθεί το 748 π.Χ. και έζησε επί βασιλείας των Ιωάθαμ, Άχαζ και Εζεκίου. Ήταν σύγχρονος του Ησαΐα και συγκαταλέγεται στους δώδεκα λεγόμενους «ελάσσονες (μικρούς) προφήτες». Στις προφητείες του προανήγγειλε την καταστροφή της Σαμάρειας και την έλευση του Μεσσία. Ο Μιχαίας δε σταμάτησε να ελέγχει το λαό του Ισραήλ, από τον οποίο ζητούσε να είναι συνεπής στα καθήκοντα του απέναντι στον θεό και να διάγει βίο ευσεβή. Όμως ο Μιχαίας δεν περιόρισε τον έλεγχο του στο λαό, παρά στηλίτευε και το βασιλιά Άχαζ, επειδή ήταν άνθρωπος αμαρτωλός και έρεπε προς την ειδωλολατρία. Την κριτική του Μιχαίου δέχθηκε και ο γιος του Άχαζ, Ιωράμ, ο οποίος ήταν επίσης ασεβής. Οι προσπάθειες του προφήτη να συνετίσει τους δυο άνδρες και να τους πείσει να εξιλεωθούν προκάλεσαν την οργή τους, την οποία εξέφρασαν με βίαιο τρόπο. Συγκεκριμένα, ο Ιωράμ συνέλαβε τον προφήτη Μιχαία και τον θανάτωσε με τρόπο μαρτυρικό.
Ο Άγιος Μύρων γεννήθηκε σε μια πόλη κοντά στην Κνωσό της Κρήτης. Ήταν άνθρωπος ευσεβής και φιλεύσπλαχνος. Καλλιεργούσε με μόχθο τη γη του και έδινε μεγάλο μέρος από τη συγκομιδή του στους φτωχούς. Για τις αρετές του ο Μύρων χειροτονήθηκε το 180 μ.Χ. επίσκοπος Κρήτης. Ο Θεός μάλιστα αξίωσε τον Μύρωνα να επιτελεί θαύματα. Παρέδωσε το πνεύμα του εν ειρήνη, σε ηλικία εκατό χρόνων.
Ο όσιος Μωυσής καταγόταν από την Αίγυπτο. Για ένα μεγάλο διάστημα της ζωής του ζούσε μακριά από το θεό. Ήταν αρχικά ληστής και ένας από τους πιο διαβόητους κακοποιούς της εποχής του. Όμως κάποτε αδίκησε ένα χριστιανό, ο οποίος έδειξε απέναντι του μεγάλη επιείκεια. Το γεγονός αυτό άλλαξε τη σκέψη και τη ζωή του Μωυσή, ο οποίος όχι μόνο δέχθηκε τη χριστιανική διδασκαλία, αλλά αποφάσισε να αφιερώσει τη ζωή του στην υπηρεσία του Χριστού. Για το λόγο αυτό πήγε σε ένα μοναστήρι και προσήλθε στη μετάνοια. Κάποτε εισήλθαν στο κελί του δυο ληστές, τους οποίους ο ρωμαλέος Μωυσής κατάφερε να συλλάβει. Ήταν όμως σε μετάνοια και δε θέλησε να τιμωρήσει τους δύο ανθρώπους που επιχείρησαν να τον κλέψουν. Οι δυο ληστές συγκινήθηκαν από το μεγαλείο του και ζήτησαν από τους μοναχούς να τους επιτρέψουν να ενταχθούν στη μοναστική ζωή. Ο όσιος Μωυσής θανατώθηκε από ένα ειδωλολάτρη ληστή, ενώ βρισκόταν στο εβδομηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του.
Οι Άγιοι Ναζάριος, Γερβάσιος, Προτάσιος και Κέλσιος μαρτύρησαν επί αυτοκρατορίας Νέρωνα (57-68 μΧ.), ο οποίος προέβη σε ανελέητο διωγμό κατά των χριστιανών. Ο Ναζάριος καταγόταν από γονείς θεοσεβείς, οι οποίοι είχαν κατηχηθεί στο χριστιανισμό από τον Απόστολο Πέτρο. Σε νεαρή ηλικία ο Ναζάριος ορφάνεψε και όταν έφτασε στην ηλικία των είκοσι χρόνων ξεκίνησε περιοδεία με σκοπό να κηρύξει στους λαούς το λόγο του Ευαγγελίου. Όταν έφθασε στα Μεδιόλανα γνώρισε τον Προτάσιο και τον Γερβάσιο, δυο ευσεβείς χριστιανούς. Ο Ναζάριος συνέχισε το θεάρεστο έργο του μαζί με τους δύο άνδρες, κατηχώντας στη χριστιανική πίστη πλήθος ειδωλολατρών. Φεύγοντας για τη Γαλλία ο Ναζάριος διάλεξε για ακόλουθο του ένα νεαρό παιδί, τον Κέλσιο. Όταν ο Ναζάριος και ο Κέλσιος επέστρεψαν στα Μεδιόλανα συνελήφθησαν μαζί με τον Γερβάσιο και τον Προτάσιο από τον έπαρχο Ανούλιο. Στην άρνηση τους να προσκυνηθούνε τα είδωλα, ο Ανούλιος διέταξε τον αποκεφαλισμό και των τεσσάρων.
Η Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη τον προφήτη Ναούμ,που έδρασε γυρνά στον 7ο αιώνα π.Χ., στο βασίλειο του Ιούδα. Σ' ένα λαμπρό σύγγραμμα του, που επιγράφεται «Λήμμα Νινευή», περιέγραφε με θαυμαστές λεπτομέρειες την πολιορκία και την καταστροφή της Νινευή. Έδινε σημάδια μάλιστα πα>ς η περιοχή θα καταστραφεί από γλυκά νερά και υπόγεια πυρκαγιά, προφητεία που πραγματοποιήθηκε. Ο προφήτης Ναούμ, με το έργο αυτό, άφησε σημαντική πνευματική κληρονομιά. Ο προφήτης απεβίωσε εν ειρήνη και σε βααθιά γεράματα.
Οι Άγιοι Αδριανός και Ναταλία κατάγονταν από τη Νικομήδεια και έζησαν κατά την εποχή του Μαξιμιανού. Ο Αδριανός είδε μια μέρα είκοσι τρεις χριστιανούς που επρόκειτο να μαρτυρήσουν για την πίστη τους, τους οποίους και ρώτησε για ποιο λόγο ήταν πρόθυμοι να υπομείνουν τα βασανιστήρια που ετοίμαζαν γι' αυτούς οι ειδωλολάτρες. Όταν οι χριστιανοί του απάντησαν ότι προσέμεναν τα αγαθά που προσφέρει ο θεός σε αυτούς που υποφέρουν για Αυτόν, ο Αδριανός εντυπωσιάστηκε και δήλωσε οικειοθελώς το όνομα του ανάμεσα σε αυτά των μαρτύρων. Τότε οι ειδωλολάτρες τον έκλεισαν στη φυλακή, όπου έτρεξε να τον βρει η σύζυγος του Ναταλία, η οποία τον ενθάρρυνε να μην υποκύψει στα βασανιστήρια που τον περίμεναν. Αφού υπέμενε πολλά μαρτύρια ο Αδριανός παρέδωσε το πνεύμα του. Όταν όμως οι ειδωλολάτρες επιχείρησαν να κάψουν τα λείψανα των μαρτύρων του Χριστού μια δυνατή νεροποντή έσβησε τη φωτιά που είχαν ανάψει. Η Ναταλία, που ήταν παρούσα, πήρε τότε το σώμα του Αγίου και το έθαψε στον τόπο όπου αργότερα ενταφιάσθηκε και η ίδια.
Ο όσιος Νείλος ο Νέος καταγόταν από τον Άγιο Πέτρο Κυνουρίας. Μαζί με τον θείο και δάσκαλο του Μακάριο εντάχθηκαν στην Μονή Μαλεβής. Εκεί χειροτονήθηκε Ιεροδιάκονος και Ιερομόναχος. Πήγε στο Άγιος Όρος και αφού έζησε ασκητική ζωή, απεβίωσε το 1651. Επί βασιλείας του Κωνσταντίνου, γιου του Μεγάλου Κωνσταντίνου, και ενώ αρχιεπίσκοπος Ιεροσολύμων ήταν ο Κύριλλος, εμφανίσθηκε για δεύτερη φορά ο Τίμιος Σταυρός. Το 346 μ.Χ. περίπου, κατά τη διάρκεια της Αγίας Πεντηκοστής (στις 7 Μαΐου) εμφανίσθηκε στον ουρανό ο Τίμιος και Ζωοποιός Σταυρός, σχηματισμένος από εκθαμβωτικό φως. Όλος ο λαός μπορούσε να δει τον Τίμιο Σταυρό, που εκτεινόταν μέχρι το όρος των Ελαίων. Το εκπληκτικό αυτό θέαμα προκάλεσε συγκίνηση και χαρά στις ψυχές όλων όσοι βρίσκονταν στην Ιερουσαλήμ. Έτσι, άνθρωποι κάθε ηλικίας συγκεντρώθηκαν στην εκκλησία, όπου δόξασαν τον θεό και τον ευχαρίστησαν που τους αξίωσε να δουν αυτό το θέαμα.
Ο Άγιος Νεκτάριος γεννήθηκε την 1η Οκτωβρίου του 1846 στη Θράκη από θεοφιλή οικογένεια. Αρχικά ονομαζόταν Αναστάσιος. Σε ηλικία δεκατεσσάρων χρόνων πήγε στην Κωνσταντινούπολη όπου εργάσθηκε σκληρά έξι χρόνια. Αργότερα, χειροτονήθηκε διάκονος και ονομάσθηκε Νεκτάριος. Στη συνέχεια πήγε στην Αθήνα, όπου σπούδασε θεολογία, και μετά μετέβη στην Αλεξάνδρεια. Εκεί χειροτονήθηκε μητροπολίτης και απέκτησε μεγάλη φήμη για το ήθος και τα κηρύγματα του. Συκοφαντήθηκε και αναγκάστηκε να έλθει στην Ελλάδα, όπου εργάσθηκε ους ιεροκήρυκας και διευθυντής στη Ριζάρειο Σχολή. Ίδρυσε τη γνωστή Μονή στην Αίγινα και αφιερώθηκε στο κήρυγμα του Ευαγγελίου. Παρέδωσε το πνεύμα του εν ειρήνη στις 8 Νοεμβρίου του 1920.
Ο Άγιος Νέστωρ μαρτύρησε επί αυτοκρατορίας Διοκλητιανού και Μαξιμιανού. Ενώ βρισκόταν σε νεαρή ηλικία, πληροφορήθηκε ότι ο αυτοκράτορας Μαξιμιανός εκόμπαζε για το γιγαντόσωμο και ανίκητο μονομάχο του, το Λυαίο. Χλεύαζε μάλιστα τους χριστιανούς και καλούσε οποιονδήποτε ήθελε να τον αντιμετωπίσει στους επικείμενους αγώνες στο στάδιο της πόλης. Ο Νέστωρ πήρε την παράτολμη απόφαση να καταπολεμήσει με τη βοήθεια του θεού τον θηριώδη μονομάχο. Για το σκοπό αυτό επισκέφθηκε στη φυλακή το Δημήτριο και ζήτησε τη βοήθεια του. Ο Δημήτριος προσευχήθηκε για τη νίκη του στο θεό, και μάλιστα του προείπε ότι θα αξιωθεί να μαρτυρήσει για την πίστη του. Ο Νέστωρ, αναθαρρημένος από τις ευχές του Αγίου Δημητρίου, εισήλθε στο στάδιο και συνεπλάκη με τον Λυαίο, τον οποίο και θανάτωσε με ένα χτύπημα στην καρδιά. Ο Μαξιμιανός, ο οποίος βρισκόταν στο στάδιο και παρακολουθούσε τον αγώνα, θεώρησε προσωπική προσβολή το γεγονός και διέταξε να θανατώσουν με τη λόγχη τους δυο γενναίους άντρες.
Η Αγία μάρτυς Νίκη ήταν μεταξύ αυτών που πίστεψαν στον Χριστό από τα θαύματα που έκανε ο Άγιος Γεώργιος ο Μεγαλομάρτυς κατά τη διάρκεια του ενδόξου μαρτυρίου του επί Διοκλητιανού (284-304). Στη συνέχεια υυπέστη μαζί με άλλους, θάνατο δια αποκεφαλισμού.
Ο Άγιος Νικήτας έζησε κατά τους χρόνους που αυτοκράτορας ήταν ο Μεγάλος Κωνσταντίνος (306-337). Γεννήθηκε στη χώρα των Γότθων, οι οποίοι κατοικούσαν την περιοχή που βρισκόταν πέραν του ποταμού Ίστρου, από γονείς ευγενείς και πλούσιους. Σε νεαρή ηλικία διδάχθηκε τη χριστιανική πίστη από το Γότθο επίσκοπο Θεόφιλο και έκτοτε αφοσιώθηκε στην προσπάθεια να καλλιεργήσει όλες τις χριστιανικές αρετές και να μελετήσει σε βάθος τις άγιες γραφές. Εξαιτίας της χριστιανικής του δράσης ο Άγιος Νικήτας συνελήφθη από τον άρχοντα Αθηνάριχο, ο οποίος προσπάθησε να τον πείσει να αρνηθεί τον Χριστό. Όμως ο ειδωλολάτρης έπαρχος βρέθηκε μπροστά στο άκαμπτο φρόνημα του Αγίου, ο οποίος υπερασπίσθηκε μέχρι τέλους την πίστη του. Ο Νικήτας υπέστη πολλά μαρτύρια, τα οποία υπέμενε με καρτερία και με το θάρρος που του έδινε η δύναμη της πίστης του. Τελικά οι ειδωλολάτρες, αφού τον υπέβαλαν σε πολλά βασανιστήρια, τον έριξαν στην πυρά, όπου ο Νικήτας παρέδωσε το πνεύμα του. Με τρόπο θαυματουργό όμως το λείψανο του Αγίου έμεινε άθικτο από τη φωτιά και φυλάχτηκε από κάποιον χριστιανό προς σωτηρία ψυχής και σώματος των ευλαβών προσκυνητών.
Η Εκκλησία μας ( 13 Μαρτίου) μνημονεύει την ανακομιδή του λειψάνου του πατέρα μας Νικηφόρου, πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, την οποία και επιμελήθηκαν οι ευσεβείς αυτοκράτορες Θεοδώρα και Μιχαήλ και ο πανίερος πατριάρχης Μεθόδιος. Συγκεκριμένα, οι δυο αυτοί αυτοκράτορες ανέλαβαν την εξουσία αμέσως μετά το χριστιανομάχο Θεόφιλο. Με θεία πρόνοια, απομάκρυναν τον Ιωάννη από τον πατριαρχικό θρόνο και στη θέση του διόρισαν τον Μεθόδιο. Από κοινού αποφάσισαν να αποκαταστήσουν την Ορθοδοξία και να αναστηλώσουν Ως άγιες εικόνες. Στη συνέχεια, υποκινούμενοι από την πίστη τους, συμφώνησαν να μεταφέρουν στην Κωνσταντινούπολη το ιερό λείψανο του Νικηφόρου, ο οποίος είχε απομακρυνθεί βίαια από τον πατριαρχικό θρόνο. Έτσι ο Μεθόδιος, ακολουθούμενος από ιερείς και πολλούς πιστούς, μετέβη στη Μονή του Αγίου Θεοδώρου όπου βρισκόταν το άγιο λείψανο και, αφού το προσκύνησε, το τοποθέτησε σε λειψανοθήκη και το μετέφερε με το βασιλικό πλοίο στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί το ασπάστηκαν οι Βασιλείς και η Σύγκλητος και στη συνέχεια το απέθεσαν στη Μεγάλη Εκκλησία. Έπειτα από ολονυκτία αγρυπνία το μετέφεραν στο Ναό των Αγίων Αποστόλων, στις 13 Μαρτίου, την ίδια ημερομηνία που ο Άγιος είχε εξοριστεί. Από τότε η Σύναξή του τελείται στο Ναό αυτό και την αυτή ημερομηνία.
Ο Άγιος Νικηφόρος έζησε επί αυτοκρατορίας Βαλεριανού και Γαλλιηνού. Ο Νικηφόρος συνδεόταν στενά με ένα ιερέα, τον Σαπρίκιο, ο οποίος όμως μίσησε τον Άγιο πιστεύοντας τα λόγια ενός συκοφάντη. Ο Νικηφόρος ζητούσε επανειλημμένα από τον ιερέα να τον συγχωρήσει, μάταια όμως. Το 257 μ Χ. άρχισε ανελέητος διωγμός των χριστιανών και ανάμεσα στους συλληφθέντες ήταν και ο Σαπρίκιος, ο οποίος βασανίσθηκε σκληρά. Όταν οι ειδωλολάτρες αποφάσισαν να αποκεφαλίσουν τον Σαπρίκιο, ο Νικηφόρος έτρεξε κοντά του, έπεσε στα πόδια του και ζητούσε να συμφιλιωθεί μαζί του, υπενθυμίζοντας του τη διδασκαλία του Χριστού για συγχώρεση. Η άρνηση και η αδιαλλαξία του Σαπρίκιου τον έκαναν ανάξιο στα μάτια του θεού να θυσιαστεί για χάρη Του. Χωρίς πλέον τη δύναμη της θείας Χάρης δεν άντεξε τα βασανιστήρια και όταν ήρθε η ώρα να τον αποκεφαλίσουν ο Σαπρίκιος λύγισε και ζήτησε να θυσιάσει στα είδωλα. Ο Νικηφόρος τον παρακαλούσε να μην αρνηθεί την πίστη του και τελικά οι δήμιοι αποκεφάλισαν τον Νικηφόρο, που έτσι αξξιώθηκε του μαρτυρικού στεφάνου.Ο Άγιος Νικηφόρος γεννήθηκε τον 8ο αιώνα μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη. Οι γονείς του Θεόδωρος και Ευδοκία ήταν άνθρωποι ευσεβείς και κατάνονταν από αριστοκρατική γενιά. Η προσήλωση μάλιστα του πατέρα του στην ορθή πίστη έγινε αιτία να διωχθεί Και να εξοριστεί από τον εικονομάχο αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ε' τον Κοπρώνυμο. Ο Νικηφόρος έλαβε άριστη εκπαίδευση και απέκτησε ορθόδοξη παιδεία. Σε νεαρή ηλικία έγινε αρχιγραμματέας του αυτοκράτορα, αλλά γρήγορα ένιωσε την ανάγκη να ζήσει αφοσιωμένος στη μελέτη και στην άσκηση και για το λόγο αυτό πήγε στην Προποντίδα. Όταν απεβίωσε ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ταράσιος ο αυτοκράτορας Νικηφόρος Α' κάλεσε τον Νικηφόρο να πάρει τη θέση του πατριάρχη. Το 873 μΧ. στον αυτοκρατορικό θρόνο ανήλθε ο δυσσεβής Λέων Ε' ο Αρμένιος, ο οποίος κίνησε διωγμό κατά των αγίων εικόνων. Ο Νικηφόρος έδωσε σκληρούς αγώνες για να προστατέψει την Ορθοδοξία, προκαλώντας τη μήνιν του αυτοκράτορα, ο οποίος το 875 τον απομάκρυνε από τον πατριαρχικό θρόνο. 'Έπειτα από χρόνια εξορίας, και αφού έδωσε σκληρές μάχες για να διαφυλάξει την πίστη του, ο Νικηφόρος παρέδωσε το πνεύμα του.
Ο όσιος Νικηφόρος γεννήθηκε στα Καρδάμυλα της Χίου το 1750 από ευσεβείς γονείς. Αφιερώθηκε από τους γονείς του στην εκκλησία για να διασωθεί από το λοιμό. Μπήκε στη Νέα Μονή σαν δόκιμος, διακρίθηκε για την ευφυΐα του γι' αυτό εστάλη στη χώρα για σπουδές. Το 1802 ανέλαβε τη διεύθυνση της Νέας Μονής και συνέγραψε την ιστορία της. Πέθανε το 1821 αφού έζησε όσια ζωή.
Ο Άγιος Νικόλαος έδρασε την εποχή των αυτοκρατόρων Διοκλητιανού, Μαξιμιανού και Μεγάλου Κωνσταντίνου. Στην αρχή αφιερώθηκε στον ασκητικό βίο, λόγω όμως της ξεχωριστής αρετής του τιμήθηκε -χωρίς να το επιδιώξει- με το αξίωμα του αρχιεπισκόπου Μύρων. Από τη θέση αυτή καθοδηγούσε με αγάπη το ποίμνιο του και ομολογούσε με παρρησία την αλήθεια. Για το λόγο αυτό συνελήφθη από τους τοπικούς άρχοντες και ρίχτηκε στη φυλακή. Όταν όμως ανήλθε στον αυτοκρατορικό θρόνο ο Μέγας Κωνσταντίνος ελευθερώθηκαν όλοι οι χριστιανοί και έτσι ο Νικόλαος επανήλθε στο αξίωμα του. Μάλιστα έλαβε μέρος και στην Α' Οικουμενική Σύνοδο, όπου ξεχώρισε για τη σοφία και την ηθική του τελειότητα. Προικισμένος με το χάρισμα της θαυματουργίας έσωσε πολλούς ανθρώπους και όσο ήταν εν ζωή αλλά και μετά την κοίμηση του. Για παράδειγμα, όταν κάποτε κινδύνευσε κάποιος ταξιδιώτης στη θάλασσα -λόγω σφοδρών ανέμων- και επικαλέστηκε τη βοήθεια του Αγίου σώθηκε, και μάλιστα ενώ βρισκόταν στη μέση του πελάγους βρέθηκε αβλαβής στο σπίτι του. Το μέγιστο αυτό θαύμα έγινε αμέσως γνωστό στην Κωνσταντινούπολη και ο λαός της πόλης προσήλθε αμέσως σε λιτανεία και αγρυπνία προκειμένου να υμνήσει το θαυματουργό Άγιο.
Ο Άγιος Νίκων έδρασε την εποχή του ηγεμόνα Κυντιανού και καταγόταν από την επαρχία της Νεαπόλεως της Ιταλίας. Εκτός από τα ηθικά και πνευματικά του χαρίσματα ο Άγιος ξεχώριζε για το σθένος του και τις στρατιωτικές του ικανότητες. Σε μια κρίσιμη μάχη, μάλιστα, ζήτησε τη βοήθεια του Κυρίου, ενθυμούμενος τις συμβουλές της χριστιανής μητέρας του. Μετά τη μάχη, επέστρεψε στο σπίτι του νικητής αλλά και αποφασισμένος να βαπτισθεί και να αφοσιωθεί στη διάδοση της χριστιανικής αλήθειας. Ξεκίνησε έτσι για την περιοχή της Κωνσταντινουπόλεως, έκανε όμως την πρώτη του στάση στη Χίο, όπου και παρέμεινε μερικές μέρες νηστεύοντας και αγρυπνώντας. Στη συνέχεια και κατόπιν θείας εντολής αποσύρθηκε στο όρος Γόνου, όπου συνάντησε κάποιο μοναχό, ο οποίος τον βάπτισε και τον χειροτόνησε ιερέα και έπειτα επίσκοπο. Στην περιοχή αυτή συυγκεντρώθηκαν και άλλοι μοναχοί, οι οποίοι, υπό την προστασία του Αγίου, διέλαμψαν με τα σημαντικά έργα τους. Έφυγαν όμως από εκεί όλοι μαζί και πήγαν στην Ιταλία, όπου δέχθηκαν την επίθεση του ηγεμόνα και, αφού συνελήφθησαν, οδηγήθηκαν σε φρικτά βασανιστήρια. Ο Άγιος Νίκων δαρείς ανηλεώς ετελειώθη και έλαβε από τον Κύριο το στέφανο του μαρτυρίου.
Οι Άγιες Μηνοδώρα, Μητροδώρα και Νυμφοδώρα ήταν αδελφές. Από μικρή ηλικία αφοσιώθηκαν στην υπηρεσία του Κυρίου. Η σωφροσύνη τους και οι αρετές τους τις έκαναν ιδιαίτερα αγαπητές ανάμεσα στους χριστιανούς. Μάλιστα οι τρεις αδελφές άφησαν για την αγάπη του Χρίστου την πόλη τους και πήγαν σε μια τοποθεσία από όπου ανέβλυζαν τα θερμά νερά των Πυθίων για να ησυχάσουν. Στον τόπο αυτό ασκήθηκαν στην εγκράτεια και σε κάθε χριστιανική αρετή και γι' αυτό έλαβαν από τον θεό το χάρισμα να θαυματουργούν. Χάρη στις τρεις αδελφές πολλοί χριστιανοί βρήκαν θεραπεία σε ασθένειες που τους βασάνιζαν. Όταν όμως ένας ειδωλολάτρης ηγεμόνας, ο Φρόντων, πληροφορήθηκε τη χριστιανική δράση των γυναικών, έστειλε στρατιώτες του για να τις συλλάβουν. Οι αδελφές δε φοβήθηκαν μπροστά στις απειλές του αυτοκράτορα και με θάρρος ομολόγησαν την πίστη τους. Ο Φρόντων διέταξε τα πιο φριχτά βασανιστήρια για τις τρεις γυναίκες, οι οποίες παρέδωσαν ένδοξα το πνεύμα τους στον Κοριό. Όταν μάλιστα ο Φρόντων θέλησε να ρίξει στην πυρά τα λείψανα τους, μια καταρρακτώδης βροχή έσβησε τη φωτιά.
Η Οσία Ξένη - Καταγόταν από την Ρώμη, αλλά έδρασε στην πόόλι των Μυλασών. Λίγο πριν τον γάμο της, εγκατέλειψε την κοσμική ζωή και με δύο θεραπαινίδες αποσύρθηκε στα Μύλαισα για να χτίσει ιερό ναό, αλλά και μοναστήρι όπου και ασκήτευσε. Όταν εντεφιάσθηκε και ενώ ήταν μεσημέρι φανερώθηκε σταυρός σχηματισμένος από αστέρια, ο οποίος σαν θείο στεφάνι περιέλουσε τον τάφο της. Το θεϊκό σημάδι εξαφανίστηκε αμέσως μετά τον ενταφιασμό της. Ότι γνωρίζουμε για την Αγία Ξένη το αποκάλυψε στις μοναχές του μοναστηριού μία εκ των θεραπαινίδων της, λίγο προτού πεθάνει.
Ο Άγιος Ξενοφών - Μεγαλούργησε στην Κωνσταντινούπολι, όταν αυτοκράτορας ήταν ο Ιουστινιανός. Με την γυναίκα του Μαρία και τα παιδιά του Αρκάδιο και Ιωάννη ακολούθησαν τον δρόμο του Κυρίου. Όταν έστειλε να σπουδάσουν τα παιδιάτου, αυτά χάθηκαν σε ένα ναυάγιο. Πήγε μαζί με την γυναίκα του να τα ψάξει. Όταν τα βρήκε, είδε ότι και τα δυό του παιδιά ήταν αφιερωμένα στον μοναχικό βίο. Τότε και αυτός με την γυναίκα του μαζί, έγιναν μοναχοί. Ο Θεός εκτιμώντας τον ενάρετο βίο του, του έδωσε το χάρισμα να κάνει θαύματα. Εκοιμήθη με την γυναίκα του, εν ειρήνη.