Τρίτη, 31 Μαρτίου 2009

Ὁ Ἅγιος Ὑπάτιος ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Γαγγρῶν

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Ὑπάτιος ἦταν Ἐπίσκοπος Γαγγρῶν κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Μεγάλου Κωνσταντίνου καὶ ἔλαβε μέρος στὴν Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἡ ὁποία συνῆλθε τὸ ἔτος 325 μ.Χ., στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας. Διακρίθηκε γιὰ τὴν πιστότητά του στὰ ὀρθόδοξα δόγματα καὶ τὴν σφοδρὴ πολεμική του κατὰ τῶν δυσσεβῶν αἱρετικῶν καὶ μάλιστα τῶν Ἀρειανῶν. Ἡ στάση του αὐτὴ ἐξήγειρε τοὺς πληγέντες Νοβατιανούς, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσαν μὲ κάθε τόπο τὴν ἐξόντωσή του. Γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτόν, τὸ ἔτος 326 μ.Χ. πλήρωσαν κάποιους εἰδωλολάτρες, οἱ ὁποῖοι σὲ κρημνώδη περιοχὴ ἐπιτέθηκαν κατὰ τοῦ Ἁγίου μὲ ξύλα καὶ πέτρες καὶ τὸν ἄφησαν μισοπεθαμένο. Πρὶν ξεψυχήσει, μία ἐκ τῶν φανατικῶν αἱρετικῶν γυναικῶν τὸν θανάτωσε διὰ λίθου.
Ἔτσι ὁ Ἅγιος Ὑπάτιος μαρτύρησε καὶ κληρονόμησε τὴν Βασιλεία τῆς Τριαδικῆς Θεότητος.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὁσίως ἱέρευσας, τῷ ἐπὶ πάντων Θεῶ, καὶ πρόεδρος ἔνθεος, τῆς Ἐκκλησίας Γαγγρῶν, ἐδείχθης Ὑπάτιε, Ὅθεν θαυματουργίαις, διαλάμπων ποικίλαις, σύνθρονον τῷ Τεκόντι, τὸν Υἷον ὠμολώγεις, δι' ὃν καὶ χαίρων ἤθλησας, Ἱερομάρτυς ἔνδοξε.

Ὁ Ἅγιος Ἰωνὰς Μητροπολίτης Μόσχας καὶ πασῶν τῶν Ρωσιῶν

Ὁ Ἅγιος Ἰωνὰς γεννήθηκε στὸ χωριὸ Σολιγκαλὶτς τῆς ἐπαρχίας Κοστρόμα τῆς Ρωσίας. Ὁ πατέρας του Θεόδωρος Ὀπουάσεβ φρόντισε γιὰ τὴν Χριστιανικὴ ἀνατροφὴ καὶ διαπαιδαγώγηση τοῦ υἱοῦ του καὶ τὸν ἔστειλε στὴ μονὴ τοῦ Γκαλίτς. Ἐκεῖ ἦταν ὑπὸ τὴν πνευματικὴ καθοδήγηση τῶν στάρετς Βαρθολομαίου, Ἰωάννου καὶ Ἰγνατίου τοῦ εἰκονογράφου.
Τὸ ἔτος 1433 ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Μούρωμα καὶ Ριαζᾶν καὶ ἄρχισε νὰ ἐργάζεται γιὰ τὴν πνευματικὴ οἰκοδόμηση τοῦ ποιμνίου του. Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Μητροπολίτου Ρωσίας Γερασίμου (1433-1435), ὁ Ἅγιος Ἰωνὰς προεβλήθηκε ὑπὸ τοῦ ἡγεμόνος τῆς Ρωσίας Βασιλείου Βασίλιεβιτς ὡς διάδοχός του. Ἐξελέγη Μητροπολίτης Ρωσίας ὑπὸ τοπικῆς Συνόδου, ποὺ συγκλήθηκε ἐσπευσμένα, δὲν μετέβη ὅμως στὴν Κωνσταντινούπολη, γιὰ νὰ λάβει τὴν Πατριαρχικὴ εὐλογία κατὰ τὸ κανονικὸ ἔθος. Μετὰ τὸ πέρας τῆς διαμάχης τῶν ἡγεμόνων Βασιλείου καὶ Γεωργίου Δημητρίεβιτς, κατὰ τὶς ἀρχὲς τοῦ 1436, ὁ Ἅγιος μετέβη στὴν Κωνσταντινούπολη, ἀλλὰ ἡ προγενέστερη καθυστέρηση ὑπῆρξε ἡ ἀφορμὴ γιὰ τὴν ἀποστολὴ τοῦ Πελοποννήσιου Ἰσιδώρου, ὡς Μητροπολίτου Ρωσίας.
Ὁ Ἰσίδωρος μετέβη στὴ Ρωσία μετὰ τοῦ Ἁγίου Ἰωνά. Ὁ Ρῶσος ἡγεμόνας εἶχε κάθε λόγο νὰ εἶναι δυσαρεστημένος μὲ τὶς ἐνέργειες τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ λίγο ἐκτίμησε τὸν Μητροπολίτη Ἰσίδωρο γιὰ τὴν εὐφυΐα καὶ τὴν πολυμάθειά του. Οἱ λόγοι τῆς ἐνέργειας αὐτῆς τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως πρέπει νὰ ἦταν σχετικοὶ εἴτε πρὸς τὴν γενικότερη προσπάθεια γιὰ τὴν διατήρηση τῆς πειθαρχίας τῶν ὑπαγομένων σὲ αὐτὸ Μητροπόλεων, εἴτε γιατί ἀποσκοποῦσαν στὴν τοποθέτηση Ἕλληνα Ἱεράρχη σὲ τέτοια ἐπίκαιρη θέση, ὅπως ἦταν ἡ Μητρόπολη Ρωσίας.
Λίγο μετὰ τὴν ἄφιξή του στὴν Μόσχα, ὁ Μητροπολίτης Ἰσίδωρος ἔπεισε τὸν Ρῶσο ἡγεμόνα γιὰ τὴν συμμετοχὴ τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας στὴν Σύνοδο τῆς Φερράρας. Ὁ ἡγεμόνας πείσθηκε μὲ τὸ ἐπιχείρημα τοῦ Ἰσιδώρου ὅτι καὶ ἡ ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν θὰ ἐπιτυγχανόταν καὶ ἡ αὐτοκρατορία θὰ διασῳζόταν, διατηρούμενης τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὁ Ρῶσος ἡγεμόνας δέχθηκε, χορήγησε δὲ ἀξιόλογο χρηματικὸ ποσὸ καὶ πολυπρόσωπη ἀκολουθία.
Ὁ Ἰσίδωρος ἀναχώρησε ἀπὸ τὴν Μόσχα στὶς 8 Σεπτεμβρίου 1437 καὶ ἔφθασε στὴ Φερράρα στὶς 18 Αὐγούστου 1438. Ἡ Σύνοδος, ἂν καὶ οἱ Βυζαντινοὶ εἶχαν φθάσει ἀπὸ τὸν μῆνα Μάρτιο, δὲν εἶχε ἀρχίσει ἀκόμη τὶς ἐργασίες της. Ἡ συμμετοχὴ τοῦ Ἰσιδώρου στὶς συζητήσεις δὲν ἦταν μεγάλη, ἂν καὶ ὁ ρόλος αὐτοῦ στὴν καθόλου ἐξέλιξη τῆς ὑποθέσεως ὑπῆρξε σημαντικός. Γενικῶς ἀκολουθοῦσε τὶς ἀπόψεις τοῦ Βησσαρίωνος Νικαίας.
Μετὰ ἀπὸ πολλὲς ζυμώσεις καὶ ὑπὸ ἀπειλὴ πάντοτε τοῦ τουρκικοῦ κινδύνου, ὁ ὅρος τῆς ἑνώσεως ἔγινε δεκτὸς στὶς 5 Ἰουλίου 1439, ὁ δὲ Ἰσίδωρος ἦταν ἀπὸ τοὺς πρώτους, οἱ ὁποῖοι δέχθηκαν τὴν ἕνωση. Τὰ πράγματα ὅμως δὲν ἐξελίχθηκαν ὅπως ἀνέμενε ὁ Ἰσίδωρος. Ἡ κατάληξη ἦταν ἡ καταδίκη τοῦ Ἰσιδώρου ἀπὸ Σύνοδο καὶ ὁ ἐγκλεισμός του στὴ μονὴ Τσουντώφ. Στὶς 15 Σεπτεμβρίου ὁ Ἰσίδωρος διέφυγε καὶ ἔφθασε στὸ Νόβγκοροντ. Ἀπὸ ἐκεῖ κατέφυγε στὸν ἡγεμόνα τῆς Λιθουανίας Καζιμίρ, μετὰ δὲ ἀπὸ λίγο στὴν Ρώμη.
Ὁ Ἅγιος Ἰωνὰς ἀπεστάλη πάλι στὴν Κωνσταντινούπολη, ἀλλὰ ὅταν ὁ ἡγεμόνας ἔμαθε ὅτι καὶ ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως εἶχε δεχθεῖ τὴν ἕνωση, διέταξε τὴν ἀποστολὴ νὰ ἐπιστρέψει. Ὁ Ἅγιος Ἰωνὰς καταστάθηκε Μητροπολίτης ὑπὸ Συνόδου τὸ ἔτος 1448 καὶ ἀπέστειλε στὸν Πατριάρχη ἐπιστολή, γιὰ νὰ λάβει τὴν εὐλογία του.
Ὁ Ἅγιος Ἰωνὰς ἀναδείχθηκε πρότυπο ποιμένα. Ἦταν πνευματικὸς πατέρας, θαυματουργὸς καὶ προορατικός. Ὅταν οἱ Ἀγαρηνοὶ περικύκλωσαν τὴν Μόσχα, ὁ Ἅγιος τοὺς ἀπώθησε μὲ τὴν προσευχή του.
Στὰ τελευταῖα χρόνια τοῦ βίου του εὐχόταν νὰ βασανισθεῖ ἀπὸ κάποια ἀσθένεια, γιὰ νὰ λιώσει σὰν τὸ χρυσὸ στὸ χωνευτῆρι. Ὁ Θεὸς ἄκουσε τὴν προσευχή του καὶ ἐπέτρεψε τὴ δοκιμασία. Τὰ πόδια τοῦ Ἁγίου γέμισαν πληγές. Ἔτσι, δοξολογώντας τὸ Ὄνομα τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ, κοιμήθηκε τὸ ἔτος 1461

Ὁ Ἅγιος Ἰννοκέντιος Μητροπολίτης Μόσχας καὶ Ἱεραπόστολος Ἀλάσκας

Ὁ Ἅγιος Ἰννοκέντιος γεννήθηκε στὶς 26 Αὐγούστου 1797 στὸ χωριὸ Ἀνζίσκογιε τῆς Σιβηρίας τῆς ἐπαρχίας Ιρκουτσκ, ἀπὸ πτωχοὺς καὶ εὐσεβεῖς γονεῖς, τὸν Εὐσέβειο καὶ τὴ Θέκλα Ποπλώφ. Τὸ κατὰ κόσμον ὄνομά του ἦταν Ἰωάννης, πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Νηστευτοῦ (τιμᾶται 2 Σεπτεμβρίου).
Στὴν συνέχεια σπουδάζει στὸ ἐκκλησιαστικὸ σεμινάριο τοῦ Ἰρκούτσκ
Ὁ Ἅγιος ἐπιστρέφει μὲ τὴν οἰκογένεια στὴν Μόσχα τὸ 1838 καὶ τοποθετεῖται στὸν καθεδρικὸ ναὸ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου στὸ Κρεμλίνο. Ὅμως, στὶς 25 Νοεμβρίου 1835 ἀνήμερα στὴν ἑορτή της, ἡ πρεσβυτέρα Αἰκατερίνη πεθαίνει. Ὁ Ἅγιος μὲ τὴν συμβολὴ τοῦ Μητροπολίτου Μόσχας Φιλαρέτου, κείρεται μοναχὸς στὶς 27 Νοεμβρίου 1840 καὶ λαμβάνει τὸ ὄνομα Ἰννοκέντιος, πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁγίου Ἰννοκεντίου τοῦ Ἰρκούτσκ.
Τὸ ἔργο του στὴν Ἀλάσκα εἶναι τεράστιο. Ἐργάζεται μέσα σὲ ἕνα ἀφάνταστα δύσκολο περιβάλλον, διατρέχοντας τὶς παγωμένες ἐκτάσεις καὶ κινδυνεύοντας συνεχῶς. Ἡ ἵδρυση σχολείων ἀποτελεῖ κύριο μέλημά του. Γράφει γι’ αὐτό, τὸ 1845, στὸν Μητροπολίτη Μόσχας Φιλάρετο: «Προσπάθησα νὰ διδάξω ὅλα τὰ παιδιὰ τοῦ Θεοῦ. Ἂν οἱ Ἀλλεουτιανοὶ μὲ ἀγαποῦν, τὸ κάνουν μόνο γιατί τοὺς ἔχω διδάξει».
Τὴν ἴδια περίοδο, μὲ ἀπόφαση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας, ἡ Ἐπισκοπὴ τοῦ Ἁγίου Ἰννοκεντίου ἐπεκτείνεται περιλαμβάνοντας στοὺς κόλπους της ὅλη τὴ Γιακουτία καὶ ἡ ἕδρα μετατίθεται ἀπὸ τὴν πόλη Σίτκα στὸ Γιακουτσκ τῆς Σιβηρίας. Ἐκεῖ ἀκολουθοῦν νέοι ἱεραποστολικοὶ ἀγῶνες.
Ὁ Ἅγιος Ἰννοκέντιος εἶναι πλέον 70 ἐτῶν καὶ ἔχει χάσει τὶς σωματικές του δυνάμεις, ὑποφέροντας πολὺ ἀπὸ τὰ μάτια του. Ἡ ἐπιθυμία του εἶναι νὰ παραιτηθεῖ καὶ νὰ ἐγκαταβιώσει σὲ κάποιο μοναστῆρι. Ὅμως ὁ Θεός, ποὺ κηδεμονεύει τὴν ἱστορία τοῦ κόσμου, οἰκονόμησε ἀλλιῶς τὰ πράγματα. Στὶς 25 Μαΐου 1868 ἐκλέγεται Μητροπολίτης Μόσχας.
Καὶ ἀπὸ τὴ νέα αὐτὴ ἔπαλξη ἐργάσθηκε σκληρά. Παρέδωσε τὴν ἁγία ψυχή του στὸν Κύριο, τὸ Μέγα Σάββατο, στὶς 31 Μαρτίου τοῦ ἔτους 1879 καὶ ἐνταφιάσθηκε στὴ Λαύρα τῆς Ἁγίας Τριάδος τοῦ Σεργίου.

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ πρίγκιπας

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης (Ντανίλοβιτς), ὁ ἀποκαλούμενος Καλιτά, ἦταν υἱὸς τοῦ Ἁγίου Δανιήλ, πρίγκιπα τῆς Μόσχας (τιμᾶται 4 Μαρτίου) καὶ γεννήθηκε περὶ τὸ ἔτος 1290. Τὸ ὄνομά του ἐμφανίζεται γιὰ πρώτη φορὰ στὰ λειτουργικὰ Μηναῖα τοῦ Νόβγκοροντ μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1296-1297, ὅπου διαβάζουμε, πὼς ὅταν οἱ κάτοικοι τῆς πόλεως αὐτῆς κάλεσαν τὸν πρίγκιπα Δανιὴλ τῆς Μόσχας νὰ καταλάβει τὸν θρόνο της, αὐτὸς τοὺς ἔστειλε τὸν υἱό του Ἰωάννη. Πιθανόν, ὄχι ἀργότερα ἀπὸ τὸ 1299, ὁ Ἰωάννης ἐγκαταλείπει τὸ Νόβγκοροντ καὶ ἐπιστρέφει στὴν Μόσχα.
Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ πατέρα του, κατὰ τὸ ἔτος 1303, ὁ Ἰωάννης ὑποχρεώθηκε ἀρχικὰ νὰ στηρίξει τὸν ἀδελφό του Γεώργιο, τὸν ὁποῖο καὶ διαδέχθηκε ἀργότερα ὡς πρίγκιπας τῆς Μόσχας, στὴν διαμάχη τῆς μελλοντικῆς πρωτεύουσας μὲ τὴν ἀνταγωνίστρια πόλη Τβέρ. Τὸ θετικὸ ἀποτέλεσμα τῆς διαμάχης, ἀποδιδόμενο στὴν πολιτικὴ ἐπιδεξιότητα τοῦ Ἰωάννου, θὰ καθορίσει τὴν ὁριστικὴ ἐπικράτηση τῆς Μόσχας.
Μὲ μὶα πρώτη νίκη ἐναντίων τῶν στρατευμάτων τῆς Τβέρ, ποὺ εἶχαν καταλάβει τὴν πόλη τοῦ Περεγιασλάβλ, ὁ Ἰωάννης τὴν ἀνακαταλαμβάνει τὸ ἔτος 1304/1305. Κατὰ τὰ ἔτη 1320-1326, μὲ ἀφορμὴ τοὺς γάμους τῶν θυγατέρων τῶν ἡγεμόνων, συνάπτει συμμαχίες μὲ τοὺς πρίγκιπες τοῦ Ροστώβ, Μπελοζὲρκ καὶ Γιαροσλάβλ, συνασπίζοντάς τους ἐναντίων τῆς Τβέρ.
Στὶς 15 Αὐγούστου τοῦ 1327, στὴν Τβέρ, σκοτώνεται σὲ μία λαϊκὴ ἐξέγερση, καθοδηγούμενη ἀπὸ τὸν Ἅγιο πρίγκιπα Ἀλέξανδρο Μιχαήλοβιτς, ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ χάνῃ Οὐζμπὲκ Κόλχαν. Ὁ Ἀλέξανδρος καταφεύγει στὸ Πσκὼφ καὶ ἡ πόλη τῆς Τβὲρ καταλαμβάνεται καὶ ἀνατίθεται στὸν Κωνσταντῖνο Μιχαήλοβιτς, σύζυγο μιᾶς ἀνεψιᾶς τοῦ Ἰωάννου. Τὸ 1329 ὁ Ἰωάννης ἀποστέλλει τὸν στρατό του ἐναντίων τοῦ Πσκώφ, ὁ Μητροπολίτης Θεόγνωστος ἀναθεματίζει τοὺς κατοίκους της, ἐπειδὴ ἔδωσαν ἄσυλο στὸν πρίγκιπα Ἀλέξανδρο, καὶ ὁ Ἀλέξανδρος Μιχαήλοβιτς ἐξαναγκάζεται νὰ ἐγκατασταθεῖ ἀρχικὰ στὴ Λιβονία καὶ ἀργότερα στὴ Λιθουανία.
Τὸ ἔτος 1331 ὁ Ἰωάννης ἀποκτᾷ ἀπὸ τὸ χάνῃ τὸν τίτλο τοῦ μεγάλου πρίγκιπα. Τὰ πράγματα ὅμως δὲν θὰ ἡσύχαζαν. Τὸ ἔτος 1338 ὁ Ἀλέξανδρος τῆς Τβὲρ πέτυχε τὴν συγγνώμη τοῦ χάνῃ Οὐζμπὲκ καὶ ἐπανῆλθε στὸν θρόνο. Τὸ 1339 ὁ Ἰωάννης πηγαίνει στὴν Χρυσὴ Ὀρδὴ καὶ κατηγορεῖ τὸν Ἀλέξανδρο πὼς σκευωρεῖ ἐναντίον τοῦ Χάνῃ. Λίγο ἀργότερα ὁ Ἀλέξανδρος καὶ ὁ υἱός του Θεόδωρος ἔρχονται κατηγορούμενοι στὴν Χρυσὴ Ὀρδὴ καὶ δικάζονται. Γιὰ νὰ ταπεινώσει τὴν Τβέρ, ὁ Ἰωάννης ἀφαιρεῖ τὶς καμπάνες ἀπὸ τὸν καθεδρικὸ ναὸ τοῦ Σωτῆρος καὶ τὶς μεταφέρει στὴν Μόσχα.
Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἡγεμονίας τοῦ Ἰωάννου ἐκδίδεται ἕνα πολύτιμο χειρόγραφο, γνωστὸ ὡς Sijskoe Evangelie, στὸ ὁποῖο ἔχει γραφεῖ ἕνας πανηγυρικὸς λόγος γιὰ τὴν δικαιοσύνη καὶ τὴν εἰρήνη στὴ Ρωσικὴ γῆ, καὶ πραγματοποιεῖται ἡ οἰκοδόμηση μὲ πέτρα ὁλόκληρου τοῦ ἀρχιτεκτονήματος τοῦ Κρεμλίνου. Στὶς 4 Αὐγούστου τοῦ ἔτους 1326, ἀκολουθώντας τὴν συμβουλὴ τοῦ ἡλικιωμένου Μητροπολίτου Πέτρου, ὁ Ἰωάννης θὰ ἀποτολμήσει τὴν κατασκευὴ τοῦ καθεδρικοῦ ναοῦ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ἡ Μόσχα θὰ συνεχίσει τὴν παράδοση τῆς προηγούμενης πρωτεύουσας, Βλαντιμήρ, ὅπου ἡ ἀφοσίωση καὶ ἡ τιμὴ στὸ πρόσωπο τῆς Παναγίας εἶχε ἰδιαίτερα καλλιεργηθεῖ.
Ὁ Ἰωάννης θὰ διατηρήσει στενοὺς δεσμοὺς μὲ τὸν Μητροπολίτη Πέτρο καὶ ἀμέσως μετὰ τὸν θάνατό του θὰ κινήσει τὴν διαδικασία τῆς ἁγιοποιήσεώς του, ἀποστέλλοντας στὴ Σύνοδο τοῦ Βλαντιμίρ, τὸ ἔτος 1327, μία ἐπιστολή, ποὺ κατέγραφε τὰ πραγματοποιηθέντα θαύματα ἐπάνω στὸν τάφο τοῦ Μητροπολίτου Πέτρου.
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη στὶς 31 Μαρτίου 1340 ἢ 1341, ἀφοῦ ἤδη εἶχε γίνει μοναχὸς παίρνοντας τὸ ὄνομα Ἀνανίας. Τὸ ἱερὸ σκήνωμά του ἐνταφιάσθηκε στὸν καθεδρικὸ ναὸ τοῦ Ἀρχαγγέλου στὸ Κρεμλίνο.
Ἤδη κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ βίου του εἶχε ἀναπτυχθεῖ θρησκευτικὴ εὐλάβεια γύρω ἀπὸ τὸ πρόσωπό του. Ὁ Ἰωάννης παρουσιάζεται ὡς ὑπερασπιστὴς τῆς Ὀρθοδοξίας, ὡς ἕνας κυβερνήτης δίκαιος καὶ φιλάνθρωπος. Τὸ Πατερικὸν τοῦ μοναστηριοῦ τοῦ Βολοκολάμκ, τοῦ 16ου αἰῶνος μ.Χ., μεταφέρει τὴν ἀφήγηση τοῦ ἡγουμένου τοῦ Μπορόφκ, κατὰ τὸν ὁποῖο μία μοναχὴ εἶδε σὲ ὅραμα τὴν μορφὴ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου μέσα στὴν δόξα τοῦ Παραδείσου, νὰ βγάζει ἀπὸ τὴν τσάντα του (καλιτά) θησαυροὺς καὶ νὰ τοὺς μοιράζει στοὺς πτωχούς.

Ὁ Ὅσιος Βλάσιος ὁ ἐξ Ἀμορίου



Ὁ Ὅσιος Βλάσιος καταγόταν ἀπὸ τὴν πόλη τοῦ Ἀμορίου καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 909 ἢ 912 μ.Χ.







Ὁ Ὅσιος Στέφανος ὁ Θαυματουργὸς


Ὁ Ὅσιος Στέφανος ὁ Θαυματουργὸς ἦταν ἀσκητής. Μὲ τὸν ἀσκητικό του ἀγῶνα εὐαρέστησε τὸν Θεὸ καὶ κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη. Ἕνα ἀπὸ τὰ στιχηρὰ τοῦ Ἑσπερινοῦ λέγει γιὰ τὸν Ὅσιο: «Ἰδρώσι τῆς ἀσκήσεως παθῶν πυρκαϊᾶν, ἱερέ, ἀποσβέσας καθαρώτατον Χριστοῦ σκεῦος, πάτερ, ἐδείχθηκε. Δι’ ὁ καὶ Ἀγγέλοις τῷ θείῳ θρόνω παρίσταται».

Ὁ Ἅγιος Θεόφιλος ὁ Μάρτυρας καὶ οἱ σὺν αὐτῶ μαρτυρήσαντες ἐν Κρήτῃ

Ὁ Ἅγιος Θεόφιλος μαρτύρησε μὲ τὴν οἰκογένειά του στὴν Κρήτη. Στὸ α’ στιχηρὸ τοῦ Ἑσπερινοῦ ὑπάρχει πληροφορία περὶ τοῦ μαρτυρίου τῆς συζύγου του: «…καὶ νυμφῶνος θείου ἐχώρησας ἔνδον, νενυμφευμένην τῷ Χριστῷ διὰ βασάνων τοῦ σώματος τὴν σύζυγον ἀγόμενος…». Στὸ α’ τροπάριο τῆς γ’ Ὠδῆς τοῦ Κανόνος γίνεται λόγος περὶ μαρτυρίου καὶ τῶν τέκνων του. Προφανῶς ἔχουμε περίπτωση οἰκογενειακοῦ μαρτυρίου ἀνάλογο πρὸς ἐκείνου τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Εὐσταθίου (τιμᾶται 20 Σεπτεμβρίου) καὶ τοῦ Ἁγίου Ἑσπέρου (τιμᾶται 2 Μαΐου). Πιθανότατα οἱ Ἅγιοι μαρτύρησαν κατὰ τὴν ἐποχὴ τῶν διωγμῶν τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας.

Οἱ Ἅγιοι Μένανδρος καὶ Σαβίνος οἱ Μάρτυρες καὶ οἱ σὺν αὐτῶν τριάντα ὀκτῶ Μάρτυρες

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Μένανδρος καὶ Σαβίνος κατάγονταν ἀπὸ τὴν Ἐρμούπολη τῆς Αἰγύπτου καὶ μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους τριάντα ὀκτὼ Μάρτυρες Χριστιανούς, ἦταν στρατιῶτες στὴν χώρα τῶν Καππαδόκων, κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου (361-363 μ.Χ.). Ὅταν πληροφορήθηκαν γιὰ τὸ μαρτύριο τῶν Ἁγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων (τιμοῦνται 9 Μαρτίου) καὶ μὲ ποιὸ τρόπο ἀγωνίσθηκαν, ἔνιωσαν ζῆλο καὶ οἱ ἴδιοι καί, ἀφοῦ ἔριξαν τὰ ὅπλα μπροστὰ στὸν ἡγεμόνα, μὲ μεγάλη φωνὴ ὁμολόγησαν τὸν Χριστὸ ὡς ἀληθινὸ Θεὸ καὶ τοὺς ἑαυτοὺς τους ἀληθινοὺς δούλους Αὐτοῦ. Τότε συνελήφθησαν καὶ γυμνώθηκαν. Τόσο δὲ πολὺ τοὺς κατέγδαραν τὶς σάρκες ἀπὸ τὰ χτυπήματα τῶν ραβδιῶν, ὥστε μόλις καὶ μετὰ βίας νὰ μποροῦν νὰ θεωροῦνται ὡς ἰδέα ἀνθρώπων. Στὴν συνέχεια τοὺς ἔριξαν στὴν φυλακὴ χωρὶς φροντίδα καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο, ἀφοῦ τοὺς ἔσυραν ἔξω μὲ δεμένα τὰ χέρια καὶ τὰ κεφάλια μὲ σιδερένιες θηλιές, παρουσιάσθηκαν στὸν ἡγεμόνα, ὁ ὁποῖος ἔδωσε ἐντολὴ καὶ τοὺς ἀποκεφάλισαν.
Ἔτσι οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ Μάρτυρες, ὅπως καὶ οἱ Ἅγιοι Τεσσαράκοντα, τῶν ὁποίων τὸ μαρτύριο ζήλεψαν, εἰσῆλθαν στὴν χαρὰ τοῦ Κυρίου τους καὶ ἔλαβαν τὸν ἁμαράντινο στέφανο τῆς δόξας.

Ὁ Ἅγιος Ἀκάκιος ὁ Ὁμολογητὴς Ἐπίσκοπος Μελιτινὴς

Ὁ Ἅγιος Ἀκάκιος, Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Μελιτινῆς, ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως Δεκίου (249-251 μ.Χ.). Ἐπειδὴ κήρυττε τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ καταγγέλθηκε στοὺς εἰδωλολάτρες καὶ συνελήφθη ἀπὸ αὐτούς. Ἀφοῦ δέθηκε, ὁδηγήθηκε στὸν Μαρκιανό, τὸν ὕπατο τῆς χώρας, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ὁμολόγησε τὸ Ὄνομα τοῦ Κυρίου καὶ ἔκανε διεξοδικὴ ἀναφορὰ στὴν Θεότητα καὶ στὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας. Στηλίτευσε δὲ καὶ χλεύασε τοὺς θεοὺς τῶν Ἐθνικῶν καὶ τὴν πλάνη τους. Ἐξαιτίας αὐτῆς του τῆς στάσης, ἀφοῦ βασανίσθηκε, κλείσθηκε στὴν φυλακή.
Ὁ Μαρκιανὸς ἀνήγγειλε στὸν βασιλέα Δέκιο τὰ γενόμενα. Αὐτὸς διέταξε νὰ ἀπολύσουν τὸν Ἅγιο ἀτιμώρητο καὶ ἀνύβριστο. Ἔτσι, ἀφοῦ ἀπελευθερώθηκε ὁ Ἅγιος, περιέφερε στὴν σάρκα του τὰ σημάδια τοῦ Χριστοῦ, φωτίζοντας καὶ ὀδηγώντας πολλοὺς στὴν ποίμνη τοῦ Κυρίου, μὲ θαύματα καὶ διδάγματα.
Ὁ Ἅγιος Ἀκάκιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2009

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος γεννήθηκε περὶ τὸ ἔτος 525 μ.Χ. καὶ ἦταν υἱὸς εὐσεβοῦς καὶ εὔπορης οἰκογένειας. Ἔλαβε πλούσια μόρφωση, γι’ αὐτὸ καὶ τὸν ἀποκαλοῦσαν «σχολαστικό», ἀλλὰ σὲ ἡλικία δεκαέξι ἐτῶν, ἀφοῦ ἐγκατέλειψε τὸν κόσμο, παραδόθηκε στὴν πνευματικὴ καθοδήγηση τοῦ Γέροντος Μαρτυρίου, στὸ ὄρος Σινά, ὅπου ἔμεινε μέχρι τὸ θάνατό του.
Στὴν συνέχεια ἐπισκέφθηκε μοναχικὲς κοινότητες στὴ Σκήτη καὶ Ταβέννιση τῆς Αἰγύπτου, ἀργότερα δὲ ἐγκαταστάθηκε σὲ κελὶ τῆς ἐρήμου τοῦ Σινᾶ, ποὺ ἀπεῖχε δυὸ ὧρες ἀπὸ τὴ μονὴ τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης.
Ὁ βιογράφος τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου, Δανιὴλ ὁ Ραϊθηνός, μᾶς δίνει μερικὲς πληροφορίες γιὰ τὸν βίο του, κυρίως ὅμως μᾶς παρουσιάζει τὸ πῶς ἀναδείχθηκε δεύτερος Μωυσῆς καθοδηγώντας τοὺς νέους Ἰσραηλῖτες ἀπὸ τὴν γῆ τῆς δουλείας στὴν γῆ τῆς ἐπαγγελίας. Μὲ τὴν λίγη τροφὴ νίκησε τὸ κέρας τοῦ τύφου τῆς οἰήσεως καὶ τῆς κενοδοξίας, πάθη πολὺ λεπτὰ καὶ δυσδιάκριτα γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἐμπλέκονται στὶς κοσμικὲς ἐνασχολήσεις. Μὲ τὴν ἡσυχία, νοερὰ καὶ σωματική, ἔσβησε τὴν φλόγα τῆς καμίνου τῆς σαρκικῆς ἐπιθυμίας. Μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν δικό του ἀγῶνα ἐλευθερώθηκε ἀπὸ τὴν δουλεία στὰ εἴδωλα. Ἀνέστησε τὴν ψυχή του ἀπὸ τὸν θάνατο ποὺ τὴν ἀπειλοῦσε. Μὲ τὴν ἀπονέκρωση τῆς προσπάθειας καὶ μὲ τὴν αἴσθηση τῶν ἀΰλων καὶ οὐρανίων ἔκοψε τὰ δεσμὰ τῆς λύπης. Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ἔγινε ὁ κατεξοχὴν ἄνθρωπος, ὁ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ πλασμένος καὶ ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ ἀνακαινισμένος. Καὶ μὲ ὅσα ἔγραψε δὲν μετέφερε σὲ ἐμᾶς μόνο τὶς ἀνθρώπινες γνώσεις ἀλλὰ τὴν ἴδια του τὴν ὕπαρξη, γι’ αὐτὸ ὁ λόγος του εἶναι ἀφοπλιστικὸς καὶ θεραπευτικός.
Μετὰ ἀπὸ σαράντα χρόνια ἄσκηση στὴν ἔρημο, σὲ προχωρημένη πλέον ἡλικία, ἐξελέγη ἡγούμενος τῆς μονῆς Σινᾶ, ἐνῷ πρὸς τὸ τέλος τοῦ βίου του ἀποσύρθηκε πάλι στὴν ἔρημο, ὅπου κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη σὲ ἡλικία ἑβδομήντα ἐτῶν, κατὰ τὸ ἔτος 600 μ.Χ.
Ἡ μνήμη του ἑορτάζεται, ἐπίσης, τὴν Δ’ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν.
Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ἔγραψε δυὸ περίφημα συγγράμματα: τὴν «Κλίμακα» καὶ τὸ «Λόγο πρὸς τὸν Ποιμένα». Ἡ «Κλίμακα» εἶναι συνέχεια τῶν ἡσυχαστικῶν κειμένων τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης παρουσιάζει τὰ στάδια τῆς τελειώσεως σὲ τριάντα κεφάλαια. Τὴν ἰδέα τῆς κλίμακος ἐμπνεύστηκε ἀπὸ τὸ ὅραμα τοῦ Ἰακώβ, τὸν δὲ ἀριθμὸ τριάντα ἀπὸ τὴν ἡλικία τῆς ὡριμότητας κατὰ τὴν ὁποία ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἄρχισε τὴν δημόσια δράση Του.
Κατ’ ἀρχὰς περιγράφει τὸ πρῶτο στάδιο τῆς μοναχικῆς ζωῆς, ποὺ συνιστᾶται στὴν ἀναχώρηση ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ ἀπὸ καθετὶ ποὺ ὑπενθυμίζει τὸν κόσμο, τὴν ξενιτεία. Ἔπειτα ἔρχεται ἡ περιγραφὴ τοῦ ἀγῶνος τοῦ ἀσκητοῦ, μεταξὺ τῶν ἀρετῶν καὶ κακιῶν, οἱ ὁποῖες περιγράφονται ἀνάμεικτες: λύπη, ὑπακοή, μετάνοια, μνήμη θανάτου, κατὰ Θεὸν πένθος, ἀοργησία, μνησικακία, καταλαλιά, σιωπή. Τὰ τελευταία κεφάλαια ὁμιλοῦν γιὰ τὴν ἐν ἀγάπῃ τελείωση, τὴν ἡσυχία καὶ τὴν ἐσωτερικὴ προσευχή.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ'. Θείας πίστεως.
Θεῖον κλίμακα, ὑποστηρίξας, τὴν τῶν λόγων σου, μέθοδον πάσι, Μοναστῶν ὑφηγητὴς ἀναδέδειξαι, ἐκ πρακτικῆς Ἰωάννη καθάρσεως, πρὸς θεωρίας ἀνάγων τὴν ἔλαμψιν. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Χορὸς ἀγγελικὸς.
Καρποὺς ἀειθαλεῖς, ἐκ σὴς βίβλου προσφέρων, διδάγματα Σοφέ, καθηδύνεις καρδίας, τῶν τουτοις μετὰ νήψεως, προσεχόντων μακάριε, κλῖμαξ γάρ ἐστι, ψυχᾶς ἀνάγουσα γῆθεν, πρὸς οὐράνιον, καὶ διαμένουσαν δόξαν, τῶν πίστει τιμώντων σε.

Ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος Ἐπίσκοπος Ιρκουτσκ καὶ πάσης Σιβηρίας

Ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος, κατὰ κόσμος Στέφανος Κρισταλέφσκιυ, γεννήθηκε στὶς 25 Δεκεμβρίου 1703 στὴν Οὐκρανία, κοντὰ στὴν περιοχὴ τοῦ Τσέρνιγκωφ, ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς. Ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία ἀγάπησε τὴν Ἐκκλησία καὶ τὸ μοναχικὸ βίο. Ἀνέπτυξε σπουδαία ἱεραποστολικὴ δράση καὶ ἐξελέγη Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Ἰρκούτσκ.
Ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1771, κατὰ τὴν Δευτέρα ἡμέρα τοῦ Πάσχα. Ἐνῷ ἀναμενόταν ἡ ἀπόφαση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου περὶ τοῦ ἐνταφιασμοῦ τοῦ ἱεροῦ λειψάνου, ἡ σορός του παρέμεινε ἄταφη ἐπὶ ἕξι μῆνες, χωρὶς νὰ ὑποστεῖ τὴν παραμικρὴ ἀλλοίωση. Τὸ γεγονὸς αὐτό, καθὼς καὶ ἡ φήμη τοῦ αὐστηροῦ ἀσκητικοῦ του βίου, προσείλκυσαν πλήθη πιστῶν, οἱ ὁποῖοι προσκυνοῦσαν τὸ ἱερὸ λείψανο ὡς σκήνωμα Ἁγίου τοῦ Θεοῦ. Τὰ ἱερὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου διασώθηκαν θαυματουργικὰ ἀπὸ τὴν πυρκαγιὰ ποὺ κατέστρεψε ὁλοσχερῶς τὸν καθεδρικὸ ναὸ τοῦ Ἰρκούτσκ
Ἡ ἀνακήρυξη τῆς ἁγιοποιήσεώς του ἔγινε ἀπὸ τὴ Ρωσικὴ Ἐκκλησία στὶς 23 Ἀπριλίου 1918.

Ὁ Ἅγιος Ἰωὴλ ὁ Προφήτης

Ὁ Προφήτης Ἰωὴλ εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς Δώδεκα Προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Τὸ ὄνομα Ἰωὴλ προῆλθε ἀπὸ τὴν σύντμηση τοῦ Γιχβὲλ (=ὁ Γιεχωβὰ εἶναι Θεός). Ἦταν ὁ υἱὸς τοῦ Βαθουήλ. Ἀπὸ τὴν συχνὴ καὶ ἀποκλειστικὴ ἀναφορά του στὸν Ἰούδα καὶ τὴν Ἱερουσαλήμ, τὴ Σιῶν καὶ τὸ ναό, φαίνεται ὅτι προφήτευσε στὴν Ἰουδαία καὶ μάλιστα στὴν Ἱερουσαλήμ. Ὁρισμένοι ἐρευνητὲς ἀναβιβάζουν χρονικὰ τὸν Προφήτη Ἰωὴλ σὲ πολὺ παλιὰ ἐποχή, πρὶς ἀπὸ τὸν Προφήτη Ἀμῶς καὶ τὸν προφήτη Ἠσαΐα, κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τῆς βασιλείας τοῦ Ἰωᾶς (836-797 π.Χ.), ἐνῷ ἄλλοι τάσσουν τὸ βιβλίο του μετὰ τὴ βαβυλώνιο αἰχμαλωσία (500-400 π.Χ.).
Ἐκτὸς ἀπὸ τὶς ἄλλες προφητεῖες, ὁ Προφήτης Ἰωὴλ προφήτευσε περὶ τῆς καθόδου τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς: «Κατὰ τὴν περίφημη ἐκείνη ἡμέρα στὰ ὄρη θὰ τρέχει τὸ γλυκὸ μέλι καὶ στοὺς λόφους θὰ ρέει ἄφθονο τὸ γάλα καὶ ὅλες οἱ πηγὲς θὰ ἀναβλύζουν ὕδατα. Κυρία πηγὴ θὰ πηγάζει ἀπὸ τὸ ναὸ τοῦ Κυρίου καὶ θὰ φθάνει τὸ πότισμά της μέχρι τοῦ μακρινοῦ χειμάρρου τῶν σχοίνων».
Ὁ Προφήτης Ἰωὴλ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη. Ἡ Ἐκκλησία τιμᾷ τὴν μνήμη του, ἐπίσης, στὶς 19 Ὀκτωβρίου.

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Πατριάρχης Ἱεροσολύμων

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους Πατριάρχες τῶν Ἱεροσολύμων. Ἴσως νὰ πρόκειται γιὰ τὸν Ἅγιο ἐκεῖνο, ἐπ’ ὀνόματι τοῦ ὁποίου κτίσθηκε στὴν Κύπρο, κατὰ τὸ ἔτος 1901, ἡ μονὴ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου. Φαίνεται ὅτι καὶ ὁ Ἅγιος αὐτὸς Πατριάρχης ἔφερε τὸ ἴδιο ἐπίθετο μὲ τὸν προγενέστερο Ἅγιο Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Χρυσόστομο καὶ ἦταν στὴν καταγωγὴ Κύπριος.
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη



Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Ἀσκητὴς



Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης, λόγω τῶν διωγμῶν κατὰ τῶν Χριστιανῶν, κατέφυγε στὴν Αἰγυπτιακὴ ἔρημο, μέσα σὲ ἕνα ξερὸ πηγάδι, ὅπου τρεφόταν ἀπὸ τοὺς ἀσκητὲς τῆς ἐρήμου καὶ διῆλθε τὸν βίο του μὲ προσευχὴ καὶ νηστεία. Κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη.

Ὁ Ἅγιος Ζαχαρίας ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Κορίνθου

Ὁ Ἅγιος Ζαχαρίας ἦταν Ἐπίσκοπος Κορίνθου. Συκοφαντήθηκε ἀπὸ τοὺς Τούρκους ὅτι συνεργαζόταν μὲ τοὺς Ἐνετοὺς κατὰ τὴν ἐκστρατεία τοῦ Μοροζίνη στὴν Ἑλλάδα γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῶν Ἑλλήνων. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ συνελήφθη καί, ἀφοῦ βασανίσθηκε σκληρά, ὁδηγήθηκε στὸν κριτή, ὁ ὁποῖος τὸν προέτρεψε νὰ ἀρνηθεῖ τὴν πίστη του καὶ νὰ ἀσπασθεῖ τὴν μουσουλμανικὴ θρησκεία. Ὁ Ζαχαρίας μὲ ἀποστροφὴ ἀρνήθηκε καὶ καταδικάσθηκε νὰ καεῖ ζωντανὸς στὴ φωτιά. Ὅμως οἱ Χριστιανοὶ τῆς Κορίνθου κατόρθωσαν, διὰ χρημάτων, νὰ μεταβάλουν τὸ φρικτὸ αὐτὸ τρόπο τῆς θανατικῆς καταδίκης. Ἔτσι ὁ Ἅγιος ἀποκεφαλίσθηκε στὴν Κόρινθο τὴν Κυριακὴ τῆς Σταυροπροσκυνήσεως τοῦ ἔτους 1684 καὶ δέχθηκε τὸ στέφανο τοῦ μαρτυρίου.

Κυριακή, 29 Μαρτίου 2009

Κυριακή Δ΄ νηστειών

Μαρκ. θ΄17-31
Αγ. Ιωάννου της Κλίμακος
Διδάσκαλε ήνεγκα τον υιόν μου προς Σε, έχοντα πνεύμα άλαλον...
Ενας πονεμένος πατέρας φέρνει το γιό του στο Χριστό να τον θεραπεύσει. Είναι δαιμονισμένος και όταν θέλει ο διάβολος τον ρίχνει κάτω, αφρίζει, τρίζει τα δόντια του και παραλύει... Πολλές φορές τον πέταξε στη φωτιά και στο νερό για να τον θανατώσει, καθότι "ανθρωποκτόνος απ αρχής"!
Πόσο και σήμερα ο διάβολος έχει κυριεύσει τη νεολαία! Ζούμε στην εποχή του Αντιχρίστου για την οποία μας μιλάει η Αποκάλυψη και πολλοί βλέπουν να εκπληρώνονται οι έσχατες προφητείες και να πλησιάζει το τέλος του κόσμου... Ας είμαστε έτοιμοι κάθε στιγμή, ο Κύριος έρχεται!
Ερχονται μερικοί γονείς σε μας τους ψυχιάτρους όταν είναι πια πολύ αργά και ρωτάνε πως θα προστατέψουν τα ώριμα ήδη παιδιά τους από τα ναρκωτικά, από τον πανσεξουαλισμό, από τη μαγεία. Και μέχρι τώρα τι έκανες αγαπητέ μου; Δεν είναι μόνο να γεννήσεις παιδί αλλά και να το μεγαλώσεις σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Το οδήγησες από νωρίς στο Χριστό και την εκκλησία; Αν λυπάσαι να το στεναχωρήσεις από μικρό και προσπαθείς να κάνεις τον καλό, ικανοποιώντας του τα χατήρια, τότε θα σου το πάρει γρήγορα ο διάβολος και μετά θα τρέχεις αλλά θα είναι αργά.
Και ιδών Αυτόν ευθέως το πνεύμα εσπάραξεν αυτόν, και πεσων επί της γής εκυλίετο αφρίζων.Ακόμη και στο πλησίασμα του Κυρίου ο δαίμονας ταράσσεται και σπαράσσει. Ρίχνει κάτω τον νέο σε μια προσπάθεια να κάνει όσο κακό ακόμη μπορεί γιατί καταλαβαίνει ότι η εξουσία του τελειώνει. Και σήμερα όταν ο δαίμονας βλέπει το σταυρό του Χριστού ή εναν ιερέα που έχει τη χάρη του Θεού, να πλησιάζει (εξορκισμοί) φρίσσει και σπαράσσει και φωνάζει "με καίς... καίγομαι" κι ας μη βλέπουμε εμείς πουθενά καπνό και φωτιά. Να έτσι θα είναι η κόλαση! Ο διάβολος και όσοι τον ακολουθούν δεν θα μπορούν να αντέξουν τη φωτεινή παρουσία του Θεού σ όλη την οικουμένη και θα καίγονται ακατάπαυστα...
Πόσος χρόνος εστί ως τούτο γέγονεν αυτώ; Ο δε είπε π α ι δ ι ό θ ε ν...
Δεν ήξερε ο Χριστός από πότε είναι έτσι ο νέος εκείνος; Το γνώριζε αλλά σαν καλός ψυχαναλυτής ήθελε να το θυμίσει και στον πατέρα του για να του πεί ότι κάτι έφταιξε & αυτός σαν γονιός και το παιδί του ταλαιπωρείται έτσι αφού "αμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα"...
Αλλ εί τι δύνασαι, βοήθησον ημίν σπλαγχνισθείς εφ ημάς. Ο δε Ιησούς είπεν αυτώ: το εί δύνασαι πιστεύσαι πάντα δυνατά τω πιστεύοντι. Και ευθέως κράξας ο πατήρ του παιδίου μετά δακρύων έλεγε: Πιστεύω Κύριε, βοήθει μου τη απιστία.
Να λοιπόν που δοκιμάστηκε πραγματικά η πίστη του πατέρα. Αν μπορείς να κάνεις κάτι λυπήσου μας και κάνε το, λέει στο Χριστό.
Και ο Κύριος απαντά " αν εσύ μπορεί να πιστέψεις...όλα είναι δυνατά σ εκείνον που πιστεύει"
Τι παράξενο γιατί δεν είπε ότι όλα είναι δυνατά σε μένα; Επειδή η άπειρη δύναμη του Θεού είναι δεδομένη, απλώς το αν θα ενεργοποιηθεί εξαρτάται αποκλειστικά από την πίστη του άνθρώπου.Και είπε άλλοτε ο Κύριος ότι "αν έχετε πίστη έστω λίγη, σαν το σιναπόσπορο, θα πείτε σ αυτό το βουνό να κινηθεί και εκείνο θα αλλάξει θέση!" (Ματθ.ιζ΄20)
Και ο πατέρας τι απαντάει; Πιστεύω Κύριε, βοήθει μου τη απιστία.Η ανάγκη και η αγάπη για το παιδί του τον κανουν να κινητοποιήσει όλα τα αποθέματα της πίστης του... αλλά δεν φτάνουν.Ζητάει και τη βοήθεια του Θεού! Να μια μεγάλη ακόμη αλήθεια.
Ακόμη και στην πίστη μας βοηθάει ο Θεός όταν του το ζητήσουμε! Γι αυτό και οι μαθητές του είχαν πεί καποτε στον Κύριο "πρόσθες ημίν πίστιν" Και αυτό θα πρέπει να το λέμε συνέχεια και μείς διότι τίποτε καλό δεν μπορούμε να αποκτήσουμε πάνω μας, χωρίς τη βοήθεια του Θεού.
Το πνεύμα το άλαλον και κωφόν, εγω σοι επιτάσσω, έξελθε εξ αυτού και μηκέτι εισέλθης εις αυτόν.
Ποιός είναι αυτός που λέει "Εγώ σε προστάζω δαίμονα, φύγε αμέσως από αυτόν"! Ολα τα θαύματα που έκαναν οι Απόστολοι και οι Αγιοι τα έκαναν στο όνομα του Ιησού Χριστού ή του Θεου επειδή Αυτός είναι η πηγή κάθε δυνάμεως . Ο Κύριος όμως δείχνει άλλη μια φορά τη θεότητά του αφού δεν επικαλείται κανένα όνομα αλλά τον Εαυτό του, αφού αυτός είναι ο ίδιος ο Θεός. Ποιός από τους μεγάλους ανθρώπους που πέρασαν ποτέ από τον κόσμο τόλμησε να πεί ότι είναι ο Θεός; Κανείς! Μόνον ο Κύριος Η.Ι.Χ και τούτο γιατί ήταν πράγματι Θεός & το αποδείκνυε κάθε στιγμή.
Τούτο το γένος εν ουδενί δύναται εξελθείν ει μη εν προσευχή και νηστεία.
Δεν είναι δυνατόν να νικήσουμε τούς δαίμονες παρά με την προσευχή στο Θεό και τη νηστεία.Μιλούσα προ καιρού, με ένα νέο και μου έλεγε ότι πηγαίνει στην εκκλησία σποραδικά, αλλά δεν έχει πέσει σε καμιά σοβαρή αμαρτία... Προσεύχεσαι του λέω; Λέει κάνω το σταυρό μου πριν κοιμηθώ! Ε του λέω είσαι σα νεκρός για το Χριστό και για την εκκλησία αφού δεν προσεύχεσαι. Γιατί η προσευχή είναι η επικοινωνία του ανθρώπου με το Θεό και ο άνθρωπος από εκεί αντλεί κάθε δύναμη και τη θεία χάρη. Του σύστησα να αγοράσει ένα προσευχητάρι και να αρχίσει από κεί...
Πράγματι αδελφοί μου χωρίς την προσευχή δεν μπορεί ο άνθρωπος να προκόψει πνευματικά όσο και αν το επιθυμεί! Το είπε ό Χριστός "χωρίς εμού ού δύνασθε ποιείν ουδέν" αν όμως ζητήσουμε τη βοήθεια του Θεού τότε "ουδέν αδυνατήσει υμίν " (Ματθ. ιζ΄21)
Μερικοί θεωρούν την προσευχή σαν μια τυπική υποχρέωση. Ομως είναι μια απόλυτη ανάγκη και όπως το λουλούδι μαραίνεται όταν το ποτίζουμε με το σταγονόμετρο," στη χάση και στη φέξη" έτσι και η ψυχή του ανθρώπου στεγνώνει & μαραίνεται όταν δεν ζητάμε τη δροσιά του ουρανού με την προσευχή.
Ο ιερός Χρυσόστομος λέει: "μνημονευτέον του Θεού μάλον ή αναπνευστέον" Δηλαδή πιο πολύ χρειάζεται να θυμάται κανείς το Θεό, κάθε στιγμή, παρά να ανασαίνει! Η μνήμη λοιπόν του Θεού, ισοδυναμεί με προσευχή & είναι απαραίτητη για να μην πάθει κανείς πνευματική ασφυξία!
Ας σκεφτεί όμως ο καθένας πόσο θυμάται το Θεό στη ζωή του...Καμιά φορά φεύγουμε από το σπίτι χωρίς να κάνουμε ούτε το σταυρό μας και αφού κάνουμε όλες τις δουλειές μας όλη την ημέρα, το βράδυ θα πουμε μισοκοιμισμένοι ένα "Πάτερ ημών" και ζήτημα είναι αν θα προλάβουμε να ανοίξουμε γραμμή επικοινωνίας με τον ουρανό...
Τι προκοπή να περιμένουμε τότε πνευματική όταν όλη μέρα δώσαμε τόσες ευκαιρίες στο διάβολο να μας δέσει και τώρα ούτε 5 λεπτά δεν μπορούμε να διαθέσουμε για την προσευχή.Δεν βλέπετε τους μοναχούς που έχουν κύριο έργο τους την προσευχή; Γι αυτό έφυγαν από τον κόσμο, για να είναι συνέχεια με τον Κύριο. Γνωρίζω όμως και οικογένειες που είναι πραγματικά κατ οίκον εκκλησίες και έχουν τακτές ώρες προσευχής, όπου όλοι μαζί ενώνουν τις προσευχές τους προς το Θεό και εκείνος τους ευλογεί πλούσια.Συζητούσα με κάποιους νέους προχθές και μου έλεγαν: ώραία όλα αυτά περί προσευχής και πνευματικής ζωής αλλά δεν πρέπει να αφήσουμε ελεύθερο τον εαυτό μας για να πάμε στην εκκλησία όταν το αισθανθούμε;
Οχι αγαπητέ, επειδή για να ανεβείς μια σκάλα θα πρέπει να σηκώσεις το πόδι σου και όσο πιο πολύ γυμνάζεσαι τόσο περισσότερο έχεις διάθεση για αγώνα. Πάρτε παράδειγμα από τους αθλητές που κάνουν προπόνηση. Ξεκινάνε σε αργό ρυθμό και στην αρχή λίγους γύρους στο στάδιο και σιγά σιγά πετυχαίνουν καλές επιδόσεις και γίνονται πρωταθλητές. Μπορεί να γίνει κανείς αθλητής χωρίς να γυμνάζεται; Το ίδιο και στήν πνευματική ζωή, χρειάζεται αγώνας και συνεχής προσπάθεια.
Επειτα μην περιμένεις να κυλήσεις από μόνος σου γιατί στον κατήφορο μόνο κυλάς! Στον ανηφορο ανεβαίνεις με προσπάθεια, όταν μάλιστα έχεις και το διάβολο να σε τραβάει προς το γκρεμό!Και η νηστεία τι ρόλο παίζει; Να που σήμερα το λέει καθαρά ο Χριστός ότι είναι όπλο κατά του δαβόλου. Και ο ίδιος όταν ήταν στην έρημο νήστεψε 40 μέρες και νίκησε ολοκληρωτικά τον πονηρό. Αν δεν νικήσουμε τη σάρκα με την άσκηση, δεν είναι δυνατόν το πνεύμα μας να πετάξει στο Θεό και σίγουρα όταν το στομάχι είναι γεμάτο δυσκολεύεται να συγκεντρωθεί ο νούς στην προσευχή.
Γι αυτό & σήμερα ο Αγιος Ιωάννης που τον τιμούμε & ήταν σπουδαίος και φωτισμένος ασκητής του θεοβαδίστου όρους, Σινά (& ηγούμενος της Ι.Μ Αγ.Αικατερίνας) μας παρουσιάζει στο βιβλίο του η Κλίμακα τα σκαλοπάτια των αρετών και την τέχνη πώς να ξεφεύγουμε από τις παγίδες του διαβόλου και την οκνηρία μας.
Πρέπει όλοι να διαβάσουν αυτό το βιβλίο αν θέλουν να πάρουν μια γεύση της πνευματικής ζωής και πώς αυτή κατορθώνεται.
Ας βαδίσουμε λοιπόν το δρόμο της νηστείας & της ασκήσεως ώστε να είμαστε περισσότερο έτοιμοι να συναντήσουμε τον Κύριο στην προσευχή και τα μυστήρια της εκκλησίας και να μένουμε ενωμένοι μαζί Του.
Α μ ή ν

Ὁ Ἅγιος Μᾶρκος Ἐπίσκοπος Ἀρεθουσίων

Άγιος Μάρκος επίσκοπος Αρεθουσίων, Κύριλλος διάκονος, και των εν Ασκάλωνι και Γάζη παρθένων γυναικών και ιερωμένων ανδρών

Eις τον Mάρκον.
Eπαγρυπνήσας πρώτα πολλαίς αικίαις,
Ύπνωσε Mάρκος θείον ειρήνης ύπνον.

Eις τον Kύριλλον.
Γαστήρ Kυρίλλου Λευΐτου διά ξίφους,
Ωσεί πάχος γης είπε Δαβίδ ερράγη.

Eις τας Παρθένους.
Kείνται γυναίκες βρώσεως χοίροις σκάφαι,
Γαστρός παθούσαι ρήξιν εκ χοιροφρόνων.
Eικάδι ηδ’ ενάτη αθληταί εις πόλον ίκον.

O Άγιος Μάρκος ήταν επίσκοπος Αρεθουσίων και ήκμασε στα χρόνια του Μ. Κωνσταντίνου και του βασιλέως Κωνσταντίου (337-361 μ.Χ.). Το έτος 341 μ.Χ. συμμετείχε στην Σύνοδο της Αντιόχειας. Στα Πρακτικά μάλιστα αυτής, διασώζεται «Έκθεσις Πίστεως Μάρκου Αρεθουσίων». Το επόμενο έτος συμμετείχε στην αντιπροσωπεία Επισκόπων, η οποία μετέβη στα Τρέβηρα για να συναντήσει τον αυτοκράτορα Κώνσταντα. Το έτος 343 μ.Χ. έλαβε μέρος στην Σύνοδο της Φιλιππουπόλεως και το έτος 351 μ.Χ. στην Σύνοδο του Σιρμίου, η οποία καταδίκασε τον Φωτεινό, Επίσκοπο Σιρμίου, ως οπαδό του αιρετικού Επισκόπου Αγκύρας, Μαρκέλλου. Τον συναντάμε, επίσης, στην Σύνοδο της Σελευκείας της Ισαυρίας, το έτος 358 μ.Χ. Μια μέρα, κινούμενος από θείο ζήλο, γκρέμισε ένα ναό των ειδώλων και τον έκανε εκκλησία. Όταν όμως ανέλαβε αυτοκράτωρ ο Ιουλιανός ο Παραβάτης, συνέλαβε το Μάρκο, διότι γκρέμισε τον ειδωλολατρικό ναό. Τότε οι στρατιώτες, αφού τον γύμνωσαν και τον μαστίγωσαν αλύπητα, τον έριξαν μέσα σε χαντάκια με βρώμικο νερό. Μετά τον έβγαλαν από 'κει, και τον παρέδωσαν σε μικρά παιδιά, να τον τρυπούν με βελόνες. Έπειτα, έβρεξαν το σώμα του με άλμη. Κατόπιν τον άλειψαν με μέλι και τον κρέμασαν ανάποδα στον ήλιο, για να είναι τροφή στις μέλισσες και στις σφήκες. Όλα αυτά τα βάσανα ο Μάρκος τα υπέστη με ανδρεία και πολλή υπομονή. Οπότε, βλέποντας οι ειδωλολάτρες αυτή την ανδρεία και μεγαλοψυχία του γέροντα Μάρκου, έγινε στις ψυχές τους μέγα θαύμα. Αφού τον κατέβασαν από 'κει που τον είχαν κρεμασμένον, μετενόησαν, έγινε διδάσκαλος τους και έμαθαν άπ' αυτόν την αληθινή πίστη. Ο Άγιος Μάρκος κοιμήθηκε με ειρήνη.
Επί Ιουλιανού του Παραβάτη έλαμψε και ο Διάκονος Κύριλλος, καύχημα της Εκκλησίας της Φοινίκης. Επειδή στάθηκε αμετακίνητος στη χριστιανική ομολογία και κήρυττε κατά των ειδώλων, κίνησε τη μανία των ειδωλολατρών, οι όποιοι με ξίφη άνοιξαν την κοιλιά του και χύθηκαν τα σπλάχνα του. Με τον ίδιο θάνατο τελείωσαν τη ζωή τους και αρκετές παρθένες γυναίκες στην Ασκάλωνα και τη Γάζα, καθώς και μερικοί ιερωμένοι, των οποίων h μνήμη συνεορτάζεται την ήμερα αυτή.

Απολυτίκιο
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ἀρεθουσίων ὁ σοφὸς Ποιμενάρχης, ὑπὲρ Χριστοῦ Μᾶρκε στερρῶς ἠνωνίσω, ἐν τὴ Φοινίκη δὲ ὢ Κύριλλε Διάκονε, Μάρτυς ὤφθης ἔνθεος, καὶ ἐν Γάζῃ τὴ πόλει, ἅμα καὶ Ἀσκάλωνι, Ἱερεῖς θεοφόροι, μετὰ Γυναίων ἤθλησον σεμνῶν, οὖς ὡς ὀπλίτας, Χριστοῦ μακαρίσωμεν.

Έτερο Απολυτίκιο
Ἦχος πλ. δ’. Τὸ προσταχθὲν.
Δι' ἐγκρατείας τῶν παθῶν τᾶς πυριφλέκτους, ἀπονεκρώσαντες ὁρμᾷς καὶ τᾶς κινήσεις, τοῦ Χριστοῦ οἱ Μάρτυρες ἔλαβον τὴν χάριν, τᾶς νόσους ἀποδιώκειν τῶν ἀσθενῶν, καὶ ζῶντες καὶ μετὰ τέλος θαυματουργείν, ὄντως θαῦμα παράδοξον! ὅτι ὀστέα γυμνά, ἐκβλύζoυσιν ἰάματα, Δόξα τῷ μόνῳ Θεῶ ἠμῶν.

Ὁ Ἅγιος Κύριλλος ὁ Ἱερομάρτυρας καὶ οἱ σὺν αὐτῶ ἄνδρες καὶ γυναῖκες Μάρτυρες ἐν Ἀσκαλώνι καὶ Γάζη

Ὁ διάκονος Κύριλλος, ἐπὶ αὐτοκράτορα Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου, γκρέμισε εἰδωλολατρικοὺς ναοὺς καὶ ἔκαψε τὰ ξόανα τῶν ψεύτικων θεῶν, στὴν Φοινίκη. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ συνελήφθη ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες καὶ θανατώθηκε μὲ ἀπάνθρωπο τρόπο: ἄνοιξαν τὴν κοιλιά του καὶ τοῦ ἔβγαλαν τὰ σπλάχνα.
Μὲ τὸν ἴδιο ἀπάνθρωπο τρόπο μαρτύρησαν στὴν Ἀσκαλώνα καὶ στὴν Γάζα, τὸ ἔτος 363 μ.Χ., ἄνδρες καὶ γυναῖκες, ἱερεῖς καὶ μοναχές, τῶν ὁποίων ἀφαίρεσαν τὰ σπλάχνα καὶ ἔριξαν ἐντὸς τῆς κοιλιᾶς αὐτῶν κριθάρι, γιὰ νὰ τὸ φάνε οἱ χοῖροι.
Ἔτσι οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ Μάρτυρες καὶ Ὁμολογητὲς τῆς πίστεως, μαρτύρησαν καὶ ἔλαβαν τὸ ἁμαράντινο στέφανο τῆς δόξας τοῦ Κυρίου.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τὸ προσταχθὲν.
Δι' ἐγκρατείας τῶν παθῶν τᾶς πυριφλέκτους, ἀπονεκρώσαντες ὁρμᾷς καὶ τᾶς κινήσεις, τοῦ Χριστοῦ οἱ Μάρτυρες ἔλαβον τὴν χάριν, τᾶς νόσους ἀποδιώκειν τῶν ἀσθενῶν, καὶ ζῶντες καὶ μετὰ τέλος θαυματουργείν, ὄντως θαῦμα παράδοξον! ὅτι ὀστέα γυμνά, ἐκβλύζoυσιν ἰάματα, Δόξα τῷ μόνῳ Θεῶ ἠμῶν.

Ὁ Ἅγιος Ἐφραὶμ Ἀρχιεπίσκοπος Ροστὼβ Ρωσίας

Ὁ Ἅγιος Ἐφραὶμ κόσμησε τὸν ἀρχιερατικὸ θρόνο τοῦ Ροστὼβ ἀπὸ τὸ ἔτος 1427 μέχρι τὸ 1454 Χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Φώτιο στὶς 13 Ἀπριλίου 1427. Σύμφωνα μὲ τὰ τοπικὰ Χρονικὰ ἄρχισε ἀμέσως τὴν ἀνοικοδόμηση τῆς μονῆς Βαρινίσκιυ τοῦ Πσκώφ, στὸν τόπο ὅπου βρισκόταν ἡ οἰκία τοῦ εὐγενοῦς Κυρίλλου, πατέρα τοῦ Ἁγίου Σεργίου τοῦ Ραντονέζ.
Ὁ Ἐπίσκοπος Ἐφραὶμ ὑπῆρξε φίλος καὶ προστάτης τῶν μοναχῶν καὶ συναντιλήπτορας τοῦ Ἁγίου Ἀσκητοῦ Γρηγορίου τῆς Πάλμα.
Ὁ Ἅγιος Ἐφραὶμ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1454.


Ὁ Ὅσιος Ἠσύχιος ὁ Σιναΐτης



Ὁ Ὅσιος Ἠσύχιος ἔζησε τὸν 7ο αἰῶνα μ.Χ. καὶ διετέλεσε ἡγούμενος τῆς μονῆς Σινᾶ. Κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη.




Οἱ Ὅσιοι Μᾶρκος, Ἰωνὰς καὶ Βάσσος



Οἱ Ὅσιοι Πατέρες Μᾶρκος, Ἰωνὰς καὶ Βάσσος ἔζησαν καὶ ἀσκήτεψαν στὴ Λαύρα τοῦ Πσκὼφ τῆς Ρωσίας κατὰ τὸν 14ο καὶ 15ο αἰῶνα μ.Χ. Κοιμήθηκαν ὁσίως μὲ εἰρήνη.

Ὁ Ἅγιος Διάδοχος Ἐπίσκοπος Φωτικὴς τῆς Παλαιᾶς Ἠπείρου

Ὁ Ἅγιος Διάδοχος, Ἐπίσκοπος Φωτικής, εἶναι μία μεγάλη πατερικὴ καὶ μοναχικὴ φυσιογνωμία τοῦ 5ου αἰῶνα μ.Χ. Τὸ ἔτος 458 μ.Χ. ὑπογράφει, ὡς Ἐπίσκοπος Φωτικής, μαζὶ μὲ ἄλλους Ἠπειρῶτες Ἐπισκόπους, ἐπιστολὴ πρὸς τὸν αὐτοκράτορα Λέοντα τὸν Α’ περὶ τοῦ θανάτου τοῦ Προτερίου Ἀλεξανδρείας, τὴν ὁποία ἐπιστολὴ πιθανῶς συνέταξε ὁ ἴδιος. Ὡς ἐκ τούτου εἶναι προφανὲς ὅτι ὁ Ἅγιος Διάδοχος ἀναδείχθηκε σὲ Ἐπίσκοπο Φωτικὴς μεταξὺ τῶν ἐτῶν 451-458 μ.Χ.
Ὁ ἱερὸς Φώτιος διασῴζει πληροφορία τῆς συνοδικῆς Ἐπιστολῆς τοῦ Σωφρονίου Ἱεροσολύμων, κατὰ τὴν ὁποία μεταξὺ τῶν κυριοτέρων ἀντιπάλων τῶν Μονοφυσιτῶν ἦταν καὶ ὁ Ἅγιος Διάδοχος, ἂν καὶ ἡ ἀρχιερατεῖα του τοποθετεῖται στὴν μετὰ τὴν Σύνοδο τῆς Χαλκηδόνος ἐποχή. Ὁ Ἐπίσκοπος Βίτης Βίκτωρ, κατὰ τὸ ἔτος 486 μ.Χ., στὴν Ἱστορία τοῦ διωγμοῦ τῆς Ἀφρικανικῆς Ἐπαρχίας χαρακτηρίζει τὸν Ἅγιο «ὡς ἄξιο παντὸς εἴδους ἐπαίνου, διότι σῴζονται πολυάριθμα μνημεῖα λόγου του ὑπὲρ τοῦ καθολικοῦ δόγματος». Ἀπὸ αὐτὸ ὑποθέτουμε ὅτι ὁ Ἅγιος Διάδοχος πρέπει νὰ κοιμήθηκε πρὸ τοῦ 486 μ.Χ., ποῦ ἦταν τὸ ἔτος συγγραφῆς τῆς Ἱστορίας τοῦ Βίκτωρος.Ὁ Ἅγιος Διάδοχος εἶναι κὰτ ἐξοχὴν ἀσκητικὸς συγγραφέας, πλαισιώνει ὅμως τὴν ἀσκητική του μὲ τὴ θεολογία. Καὶ ἐνῷ παρουσιάζει τὸ δικό του πρωτότυπο τρόπο ἐκφράσεως, δὲν ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὰ παραδεδεγμένα. Ὡς πρὸς τὴν θεολογικὴ ἔκφραση διακρίνεται γιὰ τὴ λεπτότητα, τὴν ἀκρίβεια καὶ τὴ θέρμη. Εἶναι ἄγνωστος ὁ ἀριθμὸς τῶν ἔργων τοῦ Ἁγίου Διαδόχου, ἀλλὰ ἔχουν διασωθεῖ τρία: «Ὅρασις», Λόγος εἰς τὴν Ἀνάληψιν τοῦ Κυρίου» καὶ «Λόγος ἀσκητικὸς γνώσεως πρακτικῆς καὶ διακρίσεως πνευματικῆς».Τὸ βιβλίο μὲ τίτλο «Τὰ ἑκατὸν γνωστικὰ κεφάλαια» εἶναι τὸ σπουδαιότερο βιβλίο τοῦ Ἁγίου Διαδόχου Φωτικῆς. Ὅπως πολὺ εὔστοχα παρατηρεῖ ὁ Σεβασμιότατος Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ἰερόθεος, στὸ βιβλίο αὐτὸ γίνεται λόγος γιὰ τὴ γνώση τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι ὑπαρξιακὴ καὶ ὄχι ἐγκεφαλικὴ – στοχαστική.
Ὁ Ἅγιος Διάδοχος στὸ προοίμιο τοῦ βιβλίου αὐτοῦ ἐκθέτει τοὺς «δέκα ὅρους», ποὺ εἶναι κατὰ κάποιο τρόπο τὰ κύρια σημεῖα τοῦ βιβλίου καὶ θὰ μπορούσαμε κατ’ ἐπέκταση νὰ ἰσχυρισθοῦμε ὅτι εἶναι οἱ δέκα ὄροι τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Συγκεκριμένα γράφει:
◦Πρῶτος ὅρος τῆς πίστεως: Ἔννοια περὶ Θεοῦ ἀπαθής. Ἡ πίστη εἶναι ἡ ἀπαθὴς ἔννοια περὶ Θεοῦ.
◦Δεύτερος ὅρος τῆς ἐλπίδος: ἐκδημία τοῦ νοῦ ἐν ἀγάπῃ πρὸς τὰ ἐλπιζόμενα. Μετὰ τὴν πίστη ἀπαραίτητη προϋπόθεση τῆς πνευματικῆς ζωῆς εἶναι ἡ ἐλπίδα. Τὰ ἐλπιζόμενα εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
◦Τρίτος ὅρος τῆς ὑπομονῆς: Τὸν ἀόρατον ὡς ὁρατὸν ὀρώντα τοὶς τῆς διανοίας ὀφθαλμοὶς ἀδιαλείπτως καρτερείν. Ἡ ὑπομονὴ εἶναι ἀπαραίτητος ὅρος γιὰ τὴν πνευματικὴ ζωή, γιατί ἡ πορεία αὐτὴ συνεπάγεται πολλὲς μεταβολὲς καὶ ἀλλοιώσεις.
◦Τέταρτος ὅρος τῆς ἀφιλαργυρίας: Οὕτω θέλειν τὸ μὴ ἔχειν ὡς θέλειν τὶς τὸ ἔχειν. Ἡ πορεία πρὸς τὸν Θεὸ πρέπει νὰ γίνεται μὲ ἀπαθῆ τρόπο. Μέσα σὲ αὐτὴ τὴν προοπτικὴ τίθεται καὶ ἡ ἀφιλαργυρία – ἀκτημοσύνη.
◦Πέμπτος ὅρος τῆς ἐπιγνώσεως: Ἁγνοεὶν ἐαυτὸν ἐν τῷ ἐκστήναι τὸν Θεόν. Ἡ ἐπίγνωση τῶν ἁμαρτημάτων μας εἶναι ἀπαραίτητη προϋπόθεση τῆς πορείας τῆς ἀναγεννήσεως τοῦ ἀνθρώπου.
◦Ἕκτος ὅρος τῆς ταπεινοφροσύνης: Λήθη τῶν κατορθουμένων προσευχῆς. Ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι ἀπαραίτητος ὅρος τῆς πορείας τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὴν ἕνωσή του μὲ τὸν Θεό.
◦Ἕβδομος ὅρος τῆς ἀοργησίας: Ἐπιθυμία πολλὴ τοῦ μὴ ὀργίζεσθαι. Ἡ πνευματικὴ πορεία τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν Θεὸ εἶναι πορεία ἀγάπης καὶ πρὸς τὴν ἀγάπη, ὁπότε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχει κατάσταση ὀργῆς, ὡς παρὰ φύση ἐνέργεια τοῦ θυμικοῦ τῆς ψυχῆς.
◦Ὄγδοος ὅρος τῆς ἁγνείας: Αἴσθησις ἀεὶ κεκολλημένη Θεῶ. Ὅταν μεταμορφώνονται οἱ ψυχικὲς καὶ σωματικὲς δυνάμεις ἀπὸ τὴ Θεία Χάρη, τότε ὁ ἄνθρωπος διακρίνεται γιὰ τὴν ἁγνότητα καὶ τὴν καθαρότητα καὶ αἰσθάνεται ὁλοκληρωτικὰ παραδομένος στὸν Θεό.
◦Ἔνατος ὅρος τῆς ἀγάπης: Αὔξησις φιλίας πρὸς τοὺς ὑβρίζοντας. Ἡ ἀγάπη εἶναι ἐνδυνάμωση τῆς φιλίας πρὸς αὐτοὺς ποὺ μᾶς ὑβρίζουν.
◦Δέκατος ὅρος τῆς τελείας ἀλλοιώσεως: Ἐν τρυφῇ Θεοῦ χαρὰν ἠγείσθαι τὸ στυγνὸν τοῦ θανάτου. Ὁ τελευταῖος ὅρος τῆς πνευματικῆς ζωῆς καὶ τῆς προσωπικῆς ἀναγεννήσεως τοῦ ἀνθρώπου συνδέεται στενότατα μὲ τὴν τέλεια ἀλλοίωση. Ἡ ἀλλοίωση εἶναι ἡ μεταμόρφωση τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ἀπαλλαγή του ἀπὸ τὶς μεταπτωτικὲς ἐνέργειες καὶ ἡ πλήρωσή του ἀπὸ τὴν ἐνέργεια τοῦ Παναγίου Πνεύματος.

Ὁ Ἅγιος Εὐστάθιος ὁ Ὁμολογητὴς Ἐπίσκοπος Κίου

Ὁ Ἅγιος Εὐστάθιος ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τῆς εἰκονομαχίας. Ἀπὸ τὴν μικρή του ἡλικία ἀγάπησε τὸν μοναχικὸ βίο, γι’ αὐτὸ καὶ ἐκάρη μοναχός. Διακρινόμενος γιὰ τὴν εὐσέβεια καὶ τὴν πίστη του, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος καὶ ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Κίου τῆς Βιθυνίας. Καταδιώχθηκε ἀπὸ τοὺς εἰκονομάχους γιὰ τὴν προσήλωσή του στὶς Ἀποστολικὲς Παραδόσεις καὶ μὴ δεχόμενος νὰ γίνει κοινωνὸς τῆς πλάνης, ἐξορίσθηκε καὶ πέθανε στὴν ἐξορία, ἀφοῦ ὑπέστη πολλὲς θλίψεις καὶ κακουχίες.

Οἱ Ἅγιοι Ἰωνάς, Βαραχήσιος, Ἄβιβος, Ζανιθᾶς, Ἠλίας, Λάζαρος, Μάρης, Μαρουθᾶς, Ναρσής, Σάββας καὶ Σιμιάθος οἱ Μάρτυρες

Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ Μάρτυρες ἔζησαν κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως τῶν Περσῶν Σαβωρίου καὶ αὐτοκράτορα Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου.Οἱ Ἅγιοι Ἰωνὰς καὶ Βαραχήσιος, ὄντας μοναχοί, ἀναχώρησαν γιὰ τὴν Περσία. Ἐκεῖ στὴν πόλη Μαρβιαβώχ, βρῆκαν τοὺς Ἁγίους Μάρτυρες Ἄβιβο, Ζανιθά, Ἠλία, Λάζαρο, Μάρη, Μαρουθά, Ναρσή, Σάββα καὶ Σιμιάθη, ποὺ ἦταν ἔγκλειστοι στὴν φυλακὴ καὶ τοὺς ἐνθάρρυναν γιὰ τοὺς μαρτυρικοὺς ἀγῶνες. Γι’ αὐτὸ τὸν λόγο συνελήφθησαν καὶ ὁδηγήθηκαν στοὺς ἄρχοντες τῶν Περσῶν Μασδράδ, Σιρῶ καὶ Μαρμισή, οἱ ὁποῖοι τοὺς συμβούλευσαν νὰ ἀρνηθοῦν τὸν Χριστὸ καὶ νὰ προσκυνήσουν τὴν φωτιά, τὸ νερὸ καὶ τὸν ἥλιο. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ὑπάκουσαν, τοὺς ἔδεσαν καὶ ἄρχισαν νὰ τοὺς χτυποῦν ἀλύπητα. Καὶ ἀφοῦ τοὺς χτύπησαν, τοὺς ἔσυραν μὲ τραχιὰ ραβδιὰ καὶ τοὺς ἄφησαν ἔξω στὴν παγωνιὰ ὅλη τὴ νύχτα.
Στὴν συνέχεια ἔκοψαν τὰ δάκτυλα τῶν χεριῶν καὶ τῶν ποδιῶν τοῦ Ἁγίου Ἰωνὰ καὶ τὸν ἔδεσαν σφικτὰ σὲ δένδρο. Ἐκεῖ τὸν πριόνισαν στὴ μέση καὶ τὸν ἔριξαν σὲ λάκκο. Τὸν Ἅγιο Βαραχήσιο, ἀφοῦ τὸν ἔσυραν γυμνὸ στὰ ἀγκάθια, τὸν ἔριξαν σὲ λάκκο καὶ ἔχυσαν βραστὴ πίσσα ἐπάνω στὸν φάρυγγά του, καὶ ἔτσι τελειώθηκε ὁ βίος του.
Τὸ ἴδιο σκληρὰ βασανίσθηκαν καὶ οἱ ἄλλοι Ἅγιοι Μάρτυρες, οἱ ὁποῖοι θανατώθηκαν μὲ πικρότατο θάνατο. Τὰ ἱερὰ λείψανα αὐτῶν ἀγοράστηκαν ἀπὸ κάποιον εὐσεβῆ Χριστιανό, ὁ ὁποῖος τὰ ἐνταφίασε μὲ εὐλάβεια.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Χορὸν ἐννεάριθμον, πανευκλεῶν Ἀθλητῶν, καὶ λόνοις καὶ πράξεσι, πρὸς μαρτυρίου ὁδόν, λαμπρῶς ἐνισχύσατε, ὅθεν ἠγωνιαμένοι, σὺν αὐτοὶς θεοφρόνως, ἅμα Βαραχησίω, Ἰωνὰ θεοφόρε, πρεσβεύσατε τῷ Κυρίῳ, χάριν δοῦναι ἠμὶν καὶ ἔλεος.

Σάββατο, 28 Μαρτίου 2009

Ὁ Ὅσιος Ἰλαρίων ὁ Νέος

Ὁ Ὅσιος Ἰλαρίων διετέλεσε ἡγούμενος τῆς μονῆς Πελεκητῆς στὴν Τριγλὶα καὶ διακρίθηκε γιὰ τὸ ἀσκητικό του ἦθος, τὸ φιλόθεο ζῆλο του, τὸ χάρισμα τῆς ἐλεημοσύνης καὶ τοὺς πνευματικοὺς ἀγῶνες. Γι’ αὐτὸ ὁ Ἅγιος Θεὸς τὸν προίκισε μὲ τὸ προορατικὸ χάρισμα. Ὁ Ὅσιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 754 μ.Χ.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.

Ἰλαρότητι τρόπων καλλωπιζόμενος, ὡς καθαρώτατον σκεῦος τῆς ἐπιπνοίας Χριστοῦ, τῆς ἐνθέου βιοτῆς ἐδείχθης ἔσοπτρον ὅθεν ἀστράπτεις νοητῶς, ἀρετῶν μαρμαρυγᾶς, Πατὴρ ἠμῶν Ἰλαρίων, πρὸς ἀπλανῆ ὁδηγίαν, καὶ σωτηρίαν τῶν ψυχῶν ἠμῶν.

Ἕτερο Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. δ’.
Ἐν σοῖ Πάτερ ἀκριβῶς, διεσώθη τὸ κατ' εἰκόνα, λαβῶν γὰρ τὸν Σταυρόν, ἠκολούθησας τῷ Χριστῷ, καὶ πράττων ἐδίδασκες, ὑπεραρᾶν μὲν σαρκός, παρέρχεται γάρ, ἐπιμελείσθαι δὲ ψυχῆς, πράγματος ἀθανάτου, διὸ καὶ μετὰ Ἀγγέλων συναγάλλεται, Ὅσιε Ἰλαρίων τὸ πνεῦμα σου

Ὁ Ἅγιος Εὐστράτιος ὁ Νηστευτὴς ὁ Ὁσιομάρτυρας

Ὁ Ὅσιος Εὐστράτιος, ἀπόγονος μιᾶς πλούσιας οἰκογένειας τοῦ Κιέβου, διέθεσε στοὺς πτωχοὺς ὅλα τὰ πλούτη του καὶ ἐγκαταβίωσε στὴ Λαύρα τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου, ὅπου ἀφιερώθηκε στὴν ἄσκηση καὶ τὴ νηστεία. Στὶς εἰκόνες περιγράφεται μὲ ἀνοιχτοῦ χρώματος μαλλιά, ἀραιὴ γενειάδα, ντυμένος μὲ τὸ μοναχικὸ ράσο καὶ ἀνυπόδητος.
Μόλις ὁ Ὅσιος ἔγινε μοναχός, ἄρχισε νὰ ἀγωνίζεται κατὰ τῶν σαρκικῶν παθῶν καὶ τοῦ διαβόλου μὲ τὰ ὅπλα τοῦ φωτός, τὴν ἀγρυπνία, τὴν προσευχὴ καὶ προπαντὸς τὴν χριστομίμητη νηστεία. Μὲ τὸν ἀγῶνα καὶ τὴν σκληρὴ ἐγκράτεια, ταπείνωσε τοὺς δαίμονες καὶ ἐξουδετέρωνε τὶς προσβολές τους. Πάντοτε θυμόταν ὅτι ὁ Κύριός του, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, μὲ τὴν σαρανταήμερη νηστεία καὶ τὴν προσευχή Του κατέβαλε τὸν πονηρό, ἐνῷ ἀντίθετα ὁ πρωτόπλαστος Ἀδάμ, λόγω τῆς ἀποτυχίας του στὸ νὰ φανεῖ ἐγκρατής, ἔπεσε καὶ ἐξορίσθηκε ἀπὸ τὸν Παράδεισο. Ἔτσι ὁ γενναῖος Εὐστράτιος ἕλιωσε πραγματικὰ τὸ σῶμα του μὲ τὴν αὐστηρὴ νηστεία, ἀλλὰ μαζὶ μὲ αὐτὸ ἕλιωσε καὶ τὰ πάθη καὶ διέλυσε τὶς δαιμονικὲς πλεκτᾶνες. Γι’ αὐτὸ ἐπονομάσθηκε Νηστευτής.
Ὁ Βίος τοῦ Ὁσίου Εὐστρατίου περιγράφει, μὲ ἰδιαίτερη ἐπιμέλεια, τὶς περιστάσεις τοῦ μαρτυρίου του. Στὶς 20 Ἰουλίου τοῦ ἔτους 1096, ἡ Λαύρα τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου, ἔγινε ξαφνικὰ στόχος ἐπιθέσεως τῶν Πολόφσκυ, οἱ ὁποῖοι καθοδηγούμενοι ἀπὸ τὸν Μπονγιὰκ τὸν Φιλάργυρο, λεηλάτησαν τὴ μονὴ καὶ αἰχμαλώτισαν μοναχοὺς καὶ ἐργάτες αὐτῆς καὶ τοὺς πούλησαν ὡς σκλάβους στὴν Βυζαντινὴ πόλη Χερσόνησο, στὴν Ταυρίδα.
Ὁ Ὅσιος Εὐστράτιος καὶ ἄλλοι πενήντα αἰχμάλωτοι ἀγοράστηκαν ἀπὸ ἕνα Ἑβραῖο τῆς Χερσονήσου, ὁ ὁποῖος, γιὰ νὰ τοὺς ἐξαναγκάσει νὰ ἀσπασθοῦν τὴν ἰουδαϊκὴ πίστη τοὺς ἄφησε νὰ ὑποφέρουν ἀπὸ τὴν πεῖνα καὶ τὴ δίψα. Καθὼς ἡ ἀποδοχὴ τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ σήμαινε ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὴν σκλαβιά, μετὰ ἀπὸ ἕξι χρόνια σκληρῆς δουλείας, οἱ αἰχμάλωτοι ἦταν ἕτοιμοι νὰ ἀρνηθοῦν τὸν Χριστό. Ὁ Ὅσιος Εὐστράτιος, ὅμως, τοὺς ἔπεισε νὰ μὴν ἀρνηθοῦν τὴν ὑπόσχεση ποὺ ἔδωσαν μὲ τὸ βάπτισμα. Μετὰ ἀπὸ δέκα τέσσερις ἡμέρες ὅλοι πέθαναν ἀπὸ πεῖνα καὶ δίψα, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Ὅσιο Εὐστράτιο, ποὺ εἶχε συνηθίσει στὶς πολυήμερες νηστεῖες. Ὁ ἰδιοκτήτης λοιπόν, ὀργισμένος, τὸν κατηγόρησε γιὰ τὸν θάνατο τῶν συντρόφων του καὶ διέταξε νὰ σταυρωθεῖ ἀνήμερα τοῦ Χριστιανικοῦ Πάσχα. Σύμφωνα μὲ τὸν Βίο, ὁ Ὅσιος Εὐστράτιος ἔζησε γιὰ δεκαπέντε ἀκόμα ἡμέρες ἐπάνω στὸν σταυρὸ καὶ βρῆκε τὴν δύναμη νὰ συζητήσει μὲ τὸν Ἑβραῖο ἰδιοκτήτη ἐὰν ὁ σταυρικὸς θάνατος ἦταν ἀτιμία ἢ προνόμιο καὶ νὰ προφητέψει γιὰ τοὺς δουλοκτῆτες του μία ἐπικείμενη θεομηνία. Μόλις τὸ εἶπε αὐτό, μαχαιρώθηκε.
Οἱ ἀνόσιοι σταυρωτὲς κατέβασαν τὸ ἱερὸ λείψανο ἀπὸ τὸν σταυρὸ καὶ τὸ ἔριξαν στὴν θάλασσα. Ἡ ἀνεξερεύνητη οἰκονομία τοῦ Θεοῦ μετέφερε τὸ τίμιο σκήνωμα θαυματουργικά, χωρὶς ἀνθρώπινη μεσολάβηση, στὰ σπήλαια τῆς Λαύρας τοῦ Κιέβου. Ἐκεῖ τὸ βρῆκαν μὲ κατάπληξη καὶ δέος οἱ μοναχοί, ἐκεῖνοι ποὺ εἶχαν σωθεῖ καὶ εἶχαν ἐπιστρέψει στὴ μονὴ μετὰ ἀπὸ τὸ πέρασμα τῶν Πολόφσκυ καὶ τὸ ἐνταφίασαν μὲ τιμὲς καὶ δοξολογίες. Στὸν τόπο αὐτὸ παραμένει μέχρι σήμερα, ἄφθορο καὶ δοξασμένο, ἐπιτελώντας ἀναρίθμητα θαύματα στοὺς πιστούς.

Ὁ Ὅσιος Στέφανος ὁ Θαυματουργὸς ἐκ Ρωσίας

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ἐκ Γεωργίας




Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ἦταν Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Μανγκλίσι τῆς ἀνατολικῆς Γεωργίας καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1751.

Ὁ Ὅσιος Ἠσύχιος ὁ Ἱεροσολυμίτης

Ὁ Ὅσιος Ἠσύχιος ἔζησε καὶ ἀσκήτεψε στὴν Παλαιστίνη κατὰ τὸν 5ο αἰῶνα μ.Χ. καὶ διακρίθηκε στὴν συγγραφὴ πνευματικῶν κειμένων. Ὑπῆρξε γέννημα καὶ θρέμμα τῶν Ἱεροσολύμων. Ἀφοῦ μελέτησε σὲ βάθος τὴν Ἁγία Γραφή, πλούτισε σὲ γνώσεις γιὰ τὸν Θεό. Ἀκολούθως, ἀφοῦ ἀναχώρησε καὶ ἔγινε μοναχός, ζοῦσε στὴν ἔρημο ἐπισκεπτόμενος τοὺς Ὁσίους Πατέρες ποὺ εὑρίσκονταν ἐκεῖ καὶ συλλέγοντας ἀπὸ τὸν καθένα τὰ ἄνθη τῆς ἀρετῆς ὡς φιλόπονη μέλισσα. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ διαφύγει τῆς προσοχῆς, τόση ἀρετή, ἀφοῦ ἐξαναγκάστηκε ἀπὸ τὸν τότε Ἀρχιερέα τῶν Ἱεροσολύμων, χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος. Καὶ προσμένοντας ἐπάνω στὸν Τάφο τοῦ Κυρίου καὶ στοὺς ἄλλους τόπους, στοὺς ὁποίους ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς ὑπέμεινε τὰ Ἅγια Πάθη γιὰ χάρη μας, ἄντλησε πηγὲς γνώσεως καὶ σοφίας. Γι’ αὐτὸ ἑρμήνευσε καὶ διασαφήνισε κάθε Γραφὴ καὶ προέβη σὲ ὠφέλεια πολλῶν.
Στὰ στοιχεῖα αὐτὰ τοῦ Συναξαρίου, ὁ Θεοφάνης στὴ Χρονογραφία του προσθέτει τὴν πληροφορία ὅτι ἡ χειροτονία τοῦ Ὁσίου Ἠσυχίου σὲ πρεσβύτερο, τελέσθηκε ἀμέσως μόλις ἀναδείχθηκε στὸν ἀρχιεπισκοπικὸ θρόνο τῆς Ἀλεξανδρείας ὁ Ἅγιος Κύριλλος (412 μ.Χ.). Ὁ δὲ Κύριλλος Σκυθοπολίτης, ὁ ὁποῖος γνωρίζει τὰ πράγματα ἀπὸ τὴν τοπικὴ παράδοση, πλὴν τῶν χαρακτηρισμῶν γιὰ τὸν Ὅσιο, «πρεσβύτερος καὶ τῆς Ἐκκλησίας διδάσκαλος», «πεφωτισμένος», «θεολόγος», «φωστήρ», παρέχει καὶ τὴν εἴδηση, ὅτι κατὰ τὸν ἐγκαινιασμὸ τοῦ ναοῦ τῆς μονῆς τοῦ Εὐθυμίου ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Ἰουβενάλιο (422-458 μ.Χ.), τὸ 428 ἢ 429 μ.Χ., στὴν συνοδεία αὐτοῦ παρίστατο καὶ ὁ Ὅσιος Ἠσύχιος πρὸς μεγάλη χαρὰ τοῦ Ἁγίου Εὐθυμίου.
Ὁ Ὅσιος ἀναμείχθηκε ἐνεργὰ στοὺς δογματικοὺς ἀγῶνες τῆς ἐποχῆς κοντὰ στὸ πλευρὸ τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, τοῦ ὁποίου τὴν ἀντινεστοριακὴ πολιτικὴ ἀκολούθησε, ὅπως συνάγεται καὶ ἀπὸ τὸ τμῆμα τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας του, τὸ ὁποῖο παρατίθεται στὰ Πρακτικὰ τῆς Ε’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (553 μ.Χ.).
Ὁ Ὅσιος, ἀφοῦ ἔγινε σὲ ὅλους γνωστὸς καὶ ἀξιοθαύμαστος καὶ ὑπηρετοῦσε τὸν Θεὸ μὲ κάθε τρόπο, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη καὶ ἀνέβηκε μὲ χαρὰ πρὸς τὸν Κύριο. ὁ τάφος του ἐδεικνύετο ἀκόμη περὶ τὸ ἔτος 570 μ.Χ. στὴν ἀνατολικὴ πύλη τῶν Ἱεροσολύμων, ὅπου ὑπῆρχε παρεκκλῆσι πρὸς τιμήν του, γίνονταν λατρευτικὲς συνάξεις καὶ διανέμονταν στοὺς πτωχοὺς δῶρα.
Ὡς ἔργα τοῦ Ὁσίου Ἠσυχίου θεωροῦνται τά: «Ὑπόμνημα εἰς τὸ Λευιτικόν», «Ὑπόμνημα εἰς τὸν Ἰώβ», «Ἑρμηνεία Ψαλμῶν», «Ἑρμηνεία εἰς τὸν Ἠσαΐαν», «Στιχηρὸν τῶν Ἰβ’ Προφητῶν», «Ἑρμηνεία εἰς τᾶς ὠδᾶς», «Συναγωγὴ ἀποριῶν καὶ ἐπιλύσεων», «Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία», «Ὁμιλίαι».

Ὁ Ἅγιος Μποϋᾶν ὁ ἐπονομαζόμενος Ἐνραβωτὰ πρίγκιπας τῶν Βουλγάρων

Ὁ Ἅγιος Μποϋᾶν ἦταν υἱὸς τοῦ βασιλέως τῆς Βουλγαρίας Ὁμουρτὰγ (816-831 μ.Χ.), τὴν ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποία οἱ Βούλγαροι ἦταν ἀκόμη στὸ σκοτάδι τῆς εἰδωλολατρίας. Ἐνῷ ἦταν πρωτότοκος, μετὰ τὸν θάνατο τοῦ πατέρα του, δὲν ἔγινε βασιλέας, ἀλλὰ ἡ ἐξουσία πέρασε στὸν μικρότερο ἀδελφό του Μαλαμίρ.
Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοῦ 9ου αἰῶνα μ.Χ., δηλαδὴ ἀπὸ τότε ποὺ ἄρχισε ἡ βασιλεία τοῦ φιλοπόλεμου Κρούμμου (803-814 μ.Χ.), οἱ Χριστιανοὶ διώκονταν, ἰδιαίτερα στὶς περιοχὲς ποὺ εἶχαν ἀποσπασθεῖ ἀπὸ τοὺς Βυζαντινούς.
Ὅταν ὁ ἀδελφὸς τοῦ Ἁγίου ἀνέκτησε τὴν ἐξουσία, θέλησε νὰ βεβαιωθεῖ ὅτι ὁ Μποϋᾶν δὲν εἶχε ἀσπασθεῖ τὴν χριστιανικὴ πίστη. Γι’ αὐτὸ τοῦ πρότεινε νὰ συμμετάσχει σὲ ἕνα εἰδωλολατρικὸ θυσιαστικὸ συμπόσιο. Στὴν ἄρνηση τοῦ Ἁγίου νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα, ὁ βασιλέας διέταξε τὸν διὰ ἀποκεφαλισμοῦ θάνατό του. Ἦταν περὶ τὸ ἔτος 833 μ.Χ.
Σύμφωνα μὲ τὴν μαρτυρία τοῦ Θεοφύλακτου, Ἀρχιεπισκόπου Ἀχρίδος (1090-1126), ὁ πρίγκιπας Μποϋᾶν κατὰ τὴν στιγμὴ τοῦ μαρτυρίου του προφήτευσε τὰ ἀκόλουθα: «Αὐτὴ ἡ πίστη, γιὰ τὴν ὁποία σήμερα πεθαίνω, θὰ διαδοθεῖ στὴν χώρα τῶν Βουλγάρων. Ἐσεῖς μάταια προσπαθεῖτε νὰ τὴν καταστρέψετε μὲ τὸν θάνατό μου. Τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ θὰ ὑπάρχει παντοῦ. Θὰ ἀνεγερθοῦν ναοὶ καθαροὶ καὶ ἁγνοὶ πρὸς τιμὴν τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καὶ ἱερεῖς καθαροὶ καὶ ἁγνοὶ θὰ Τὸν διακονήσουν. Τὰ εἴδωλα καὶ οἱ βωμοί σας θὰ καταστραφοῦν, σὰν νὰ μὴν ὑπῆρξαν ποτέ».
Τρία χρόνια ἀργότερα ὁ βασιλέας Μαλαμὶρ πέθανε. Ὁ ἀπόγονος τοῦ Ἁγίου Μποϋᾶν βαπτίσθηκε Χριστιανός, τὸ ἔτος 865 μ.Χ., καὶ ἀνακήρυξε τὴν ὀρθόδοξη πίστη ὡς πίστη τοῦ κράτους.

Ὁ Ὅσιος Διονύσιος ὁ Ἐλεήμων

Γιὰ τὸν Ἅγιο Διονύσιο τὸν Ἐλεήμονα, Μητροπολίτη Λαρίσης καὶ κτίτορα τῆς μονῆς τοῦ Ἁγίου Νικολάου Ἀναπαυσὰ τῶν Μετεώρων, δὲν διασῴζονται ἁγιολογικᾶ κείμενα, ἀκολουθίες, συναξάρια ἢ βίος.
Ὁ Ἅγιος Διονύσιος εἰκονίζεται σὲ τοιχογραφία τοῦ 1627 στὸ ἀριστερὸ κλίτος τοῦ ναοῦ τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων Τρικάλων, ὅπου κατὰ χρονολογικὴ σειρὰ ἀπὸ ἀριστερὰ πρὸς δεξιὰ τοιχογραφοῦνται ἑπτὰ «Ἅγιοι Ἀρχιεπίσκοποι Λαρίσης». Ὁ Ἅγιος Θωμὰς ὁ Γοριανίτης, ὁ Ἅγιος Κυπριανὸς ὁ Θαυματουργός, ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος ὁ Λογιώτατος καὶ Νέος Θεολόγος, ὁ Ἅγιος Βησσαρίων, ὁ Ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἐλεήμων, ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Ἡσυχαστὴς καὶ ὁ Ἅγιος Βησσαρίων τοῦ Σωτῆρος.
Ἡ ἐπιγραφὴ τῆς τοιχογραφίας (ὁ Ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἐλεήμων Ἀρχιεπίσκοπος [λαρίσης]), μαρτυρεῖ ὅτι ὁ Ἅγιος καταξιώθηκε στὴ συνείδηση τοῦ πιστοῦ ποιμνίου του καὶ συγκαταριθμήθηκε στὴν τιμητικὴ χορεία τῶν τοπικῶν Ἁγίων τῆς περιοχῆς. Ἀκόμη, ἡ ἐπωνυμία Ἐλεήμων ποὺ τοῦ ἀποδόθηκε, ἀποδεικνύει ἀναντίρρητα τὴν πλούσια προσφορά του, τόσο στὸν Ἐκκλησιαστικὸ ὅσο καὶ στὸν κοινωνικὸ τομέα, ὡς φιλεύσπλαχνου διακόνου σὲ ὅσους βρίσκονταν σὲ χαμηλὴ κοινωνικὴ κατάσταση καὶ ὡς παρηγορητὴ σὲ ἐκείνους ποὺ ἔπασχαν.Μὲ βάση τὴν χρονολογικὴ σειρὰ τῶν παραπάνω ἑπτὰ Ἁγίων Μητροπολιτῶν τῆς Λάρισας, ἡ ἀρχιερατεῖα τοῦ Ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἐλεήμονος, πρέπει νὰ τοποθετηθεῖ μετὰ τὸ 1489-1490 καὶ πρὶν τὸ 1499 καὶ ὁπωσδήποτε θὰ ἦταν μικρῆς διάρκειας. Περὶ τὸ ἔτος 1499 ὁ Ἅγιος Διονύσιος παραιτήθηκε ἀπὸ τὸ ἀξίωμά του καὶ τὴν θέση του κατέλαβε ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Ἡσυχαστής. Μετὰ τὴν παραίτησή του ἀποσύρθηκε καὶ μόνασε στὴ μονὴ Ἁγίου Νικολάου τοῦ Ἀναπαυσά, τῆς ὁποίας ὑπῆρξε καὶ ὁ νεότερος κτίτορας.
Ἐπίσης ὁ Ἅγιος Διονύσιος Λαρίσης μνημονεύεται πολλὲς φορὲς στὸ «Σύγγραμμα Ἱστορικόν» ἢ «Χρονικὸν τῶν Μετεώρων», τὸ ὁποῖο πρέπει νὰ γράφτηκε λίγο μετὰ τὸ ἔτος 1529. Σύμφωνα λοιπόν, μὲ τὸ κείμενο αὐτό, ὁ Ἅγιος Διονύσιος ἦταν ἐκεῖνος ποὺ πρῶτος ἔδωσε τὸν τίτλο τοῦ ἡγουμένου στὸν «πατέρα» τῆς μονῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Μετεώρου, ἱερομόναχο Ἰωάσαφ, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε καμία σχέση πρὸς τὸν ὁμώνυμο κτίτορα τῆς μονῆς βασιλέα Ἰωάννη Οὔρεση Παλαιολόγο – Ἰωάσαφ μοναχό, καὶ κατόπιν τὸν χειροτόνησε Ἐπίσκοπο Φαναρῖου.
Ὁ Ὅσιος Διονύσιος κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη, τὴν Μεγάλη Πέμπτη τοῦ ἔτους 1510

Ὁ Ἅγιος Ἠρωδίων ὁ Ἀπόστολος Ἐπίσκοπος Ταρσοῦ

Ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος Ἠρωδίων ἀνῆκε στὸν κύκλο τῶν Ἑβδομήκοντα Ἀποστόλων τοῦ Κυρίου. Στὴν συνέχεια χειροτονήθηκε ἀπὸ αὐτοὺς Ἐπίσκοπος Ταρσοῦ καὶ ἀκολούθησε τὸν Ἀπόστολο Πέτρο στὴν Ρώμη. Ἐκεῖ τελειώθηκε μαρτυρικά, ἀφοῦ ἀποκεφαλίσθηκε, ἐπὶ αὐτοκράτορα Νέρωνος (54-68 μ.Χ.), μετὰ τοῦ Ὀλυμπᾶ (τιμᾶται 10 Νοεμβρίου).




Ὁ Ὅσιος Φαῦστος ὁ Θαυματουργὸς ἐκ Ρωσίας



Ὁ Ὅσιος Φαῦστος ἔζησε καὶ ἀσκήτεψε στὴν περιοχὴ Βολογκντὰ τῆς Ρωσίας. Ἡ μνήμη του συνεορτάζεται μετὰ τῶν Ὁσίων Κυρίλλου καὶ Σπυρίδωνος (τιμᾶται 5 Δεκεμβρίου), τὴν Δευτέρα Κυριακὴ τῆς Πεντηκοστῆς.




Ὁ Ἅγιος Μστισλάβος ὁ πρίγκιπας τοῦ Βλαντιμὶρ


Ὁ Ἅγιος Μστισλάβος ἔζησε στὴν Ρωσία κατὰ τὸν 12ο αἰῶνα μ.Χ. καὶ ἦταν υἱὸς τοῦ πρίγκιπα τοῦ Βλαντιμὶρ Ἀνδρέου Βογκολιούμποβο. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1173.




Ὁ Ὅσιος Ἰλαρίων ἐκ Ρωσίας


Ὁ Ὅσιος Ἰλαρίων ἀσκήτεψε στὴ μονὴ Ποκρόφσκοε Ὀζέρκσκοε τῆς Ρωσίας καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1476.







Ὁ Ὅσιος Ἰωνὰς ἐκ Ρωσίας



Ὁ Ὅσιος Ἰωνὰς καταγόταν ἀπὸ τὴν Ρωσία καὶ ἔζησε κατὰ τὰ τέλη τοῦ 15ου καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 16ου αἰῶνα μ.Χ. Ἀσκήτεψε στὴ νῆσο Κλιμέντσυ καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1534.

Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2009

Δ' Χαιρετισμοί

Eῖχος εἶ τῶν παρθένων,
Θεοτόκε Παρθένε,
καὶ πάντων τῶν εἰς σὲ προστρεχόντων.
Ὁ γὰρ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς,
κατεσκεύασέ σε ποιητής, Ἄχραντε,
οἰκήσας ἐν τῇ μήτρα σου,
καὶ πάντας σοι προσφωνεῖν διδάξας•
Χαῖρε, ἡ στήλη τῆς παρθενίας,
χαῖρε, ἡ πύλη τῆς σωτηρίας.
Χαῖρε, ἀρχηγὲ νοητῆς ἀναπλάσεως,
χαῖρε, χορηγὲ θεϊκῆς ἀγαθότητος.
Χαῖρε, σὺ γὰρ ἀνεγέννησας τοὺς συλληφθέντας αἰσχρῶς,
χαῖρε, σὺ γὰρ ἐνουθέτησας τοὺς συληθέντας τὸν νοῦν.
Χαῖρε, ἡ τὸν φθορέα τῶν φρενῶν καταργοῦσα,
χαῖρε, ἡ τὸν σπορέα τῆς ἁγνείας τεκοῦσα.
Χαῖρε, παστάς ἀσπόρου νυμφεύσεως,
χαῖρε, πιστοὺς Κυρίῳ ἁρμόζουσα.
Χαῖρε, καλὴ κουροτρόφε παρθένων,
χαῖρε, ψυχῶν νυμφοστόλε ἁγίων.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Ὕμνος ἅπας ἡττᾶται,
συνεκτείνεσθαι σπεύδων,
τῷ πλήθει τῶν πολλῶν οἰκτιρμῶν σου•
ἰσαρίθμους γὰρ τῇ ψάμμῳ ὠδάς,
ἂν προσφέρωμέν σοι, Βασιλεῦ ἅγιε,
οὐδὲν τελοῦμεν ἄξιον,
ὧν δέδωκας ἡμῖν τοῖς σοὶ βοῶσιν•
Ἀλληλούια.

Φωτοδόχον λαμπάδα,
τοῖς ἐν σκότει φανεῖσαν,
ὁρῶμεν τὴν ἁγίαν Παρθένον•
τὸ γὰρ ἄυλον ἅπτουσα φῶς,
ὁδηγεῖ πρὸς γνῶσιν θεϊκὴν ἅπαντας,
αὐγῇ τὸν νοῦν φωτίζουσα,
κραυγῇ δὲ τιμωμένη ταῦτα•
Χαῖρε, ἀκτὶς νοητοῦ ἡλίου,
χαῖρε, βολὶς τοῦ ἀδύτου φέγγους.
Χαῖρε, ἀστραπὴ τὰς ψυχὰς καταλάμπουσα,
χαῖρε, ὡς βροντὴ τοὺς ἐχθροὺς καταπλήττουσα.
Χαῖρε, ὅτι τὸν πολύφωτον ἀνατέλλεις φωτισμόν,
Χαῖρε, ὅτι τὸν πολύρρυτον ἀναβλύζεις ποταμόν.
Χαῖρε, τῆς κολυμβήθρας ζωγραφοῦσα τὸν τύπον,
χαῖρε, τῆς ἁμαρτίας ἀναιροῦσα τὸν ρύπον.
Χαῖρε, λουτὴρ ἔκπλυνων συνείδησιν,
χαῖρε, κρατὴρ κιρνῶν ἀγαλλίασιν.
Χαῖρε, ὀσμὴ τῆς Χριστοῦ εὐωδίας,
χαῖρε, ζωὴ μυστικῆς εὐωχίας.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Χάριν δοῦναι θελήσας,
ὀφλημάτων ἀρχαίων,
ὁ πάντων χρεωλύτης ἀνθρώπων,
ἐπεδήμησε δι’ἑαυτοῦ,
πρὸς τοὺς ἀποδήμους τῆς αὐτοῦ Χάριτος•
καὶ σχίσας τὸ χειρόγραφον,
ἀκούει παρὰ πάντων οὕτως•
Ἀλληλούια.

Ψάλλοντές σου τὸν τόκον,
ἀνυμνοῦμέν σε πάντες,
ὡς ἔμψυχον ναόν, Θεοτόκε.
Ἐν τῇ σῇ γὰρ οὶκήσας γαστρί,
ὁ συνέχων πάντα τῇ χειρὶ Κύριος,
ἡγίασεν, ἐδόξασεν, ἐδίδαξε βοᾶν σοὶ πάντας•
Χαῖρε, σκηνὴ τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγου,
χαῖρε, Ἁγία ἁγίων μείζων.
Χαῖρε, κιβωτὲ χρυσωθεῖσα τῷ Πνεύματι,
χαῖρε, θησαυρὲ τῆς ζωῆς ἀδαπάνητε.
Χαῖρε, τίμιον διάδημα βασιλέων εὐσεβῶν,
χαῖρε, καύχημα σεβάσμιον ἱερέων εὐλαβῶν.
Χαῖρε, τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἀσάλευτος πύργος,
χαῖρε, τῆς Βασιλείας τὸ ἀπόρθητον τεῖχος.
Χαῖρε, δι' ἧς ἐγείρονται τρόπαια,
χαῖρε, δι' ἧς ἐχθροὶ καταπίπτουσι.
Χαῖρε, χρωτὸς τοῦ ἐμοῦ θεραπεία,
χαῖρε, ψυχῆς τῆς ἐμῆς σωτηρία.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Ὦ πανύμνητε Μῆτερ,
ἡ τεκοῦσα τὸν πάντων ἁγίων,
ἁγιώτατον Λόγον•
δεξαμένη γὰρ τὴν νῦν προσφοράν,
ἀπὸ πάσης ρῦσαι συμφορᾶς ἅπαντας,
καὶ τῆς μελλούσης λύτρωσαι κολάσεως,
τοὺς σοὶ βοῶντας•
Ἀλληλούια.

Άγιος Αναστάσιος ο Νεομάρτυρας ο Ναυπλιώτης

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Ἀναστάσιος γεννήθηκε στὸ Ναύπλιο καὶ ἦταν Ζωγράφος. Ἐξισλαμίσθηκε ἀπὸ τοὺς Τούρκους καὶ ἀφοῦ ᾖλθε στὸν ἑαυτό του, ἀποκήρυξε τὸν Ἰσλαμισμὸ καὶ ὁμολόγησε μὲ παρρησία καὶ γενναιότητα τὴν πίστη του στὸν Χριστό. Οἱ Τοῦρκοι προσπάθησαν νὰ τὸν δελεάσουν καὶ τὸν ἀπείλησαν μὲ τὴν ζωή του. Ἐκεῖνος ὅμως παρέμεινε ἀκλόνητος στὴ χριστιανικὴ ὁμολογία του καὶ ὑπέστη μαρτυρικὸ θάνατο στὸ Ναύπλιο, τὸ ἔτος 1655 μ.Χ., ἀφοῦ διαμελίσθηκε ἀπὸ τοὺς Τούρκους.

Άγιος Αγγελής ο Νεομάρτυρας

Ο Άγιος Αγγελής ο Νεομάρτυρας γιατρός από το Άργος
Ευλαβής, φιλήσυχος, φιλακόλουθος και ευσεβής ο Αγγελής, έκανε το επάγγελμα του γιατρού στο Άργος. Σε κάποια θρησκευτική συζήτηση με έναν Γάλλο, υπεραμύνθηκε τη Χριστιανική πίστη και δέχτηκε να μονομαχήσει χωρίς όπλο με τον Γάλλο, που ήταν οπλισμένος. Ο Γάλλος μπροστά στην πίστη του Αγγελή δείλιασε και ο Αγγελής αναδείχτηκε και επίσημα νικητής. Μετά τη νίκη αυτή ο Αγγελής, αποφάσισε να μαρτυρήσει για τον Χριστό. Εγκατέλειψε λοιπόν την ιατρική και κλείστηκε στο υπερώο του σπιτιού του.
Ξαφνικά όμως, άγνωστο για ποιο λόγο, το Σάββατο του Λαζάρου του έτους 1813, αρνήθηκε τον Χριστό και έγινε Μουσουλμάνος! Επειδή δημιούργησε επεισόδιο σε καφενείο του Ναυπλίου, ενώ βρισκόταν μεθυσμένος, οι αρχές τον εξόρισαν στη Χίο. Εκεί μετανοημένος, έβρεχε κάθε μέρα με δάκρυα μετανοίας τους ναούς και προσευχόταν. Επίσης έδινε αφορμές στους Τούρκους, επιζητώντας το μαρτύριο. Κάποτε μπήκε σε κάποιο Τελωνείο και ομολόγησε ότι ήταν Χριστιανός. Οι Τούρκοι τον έδειραν ανελέητα και τον έκλεισαν σιδηροδέσμιο στη φυλακή του Κάστρου της Χίου. Αλλ’ επειδή παρέμεινε σταθερός στην Χριστιανική ομολογία του, αποκεφαλίστηκε στις 3 Δεκεμβρίου 1813.

Άγιος Λεωνίδης

Μεταξύ της πόλης της Νέας Επιδαύρου και του Αγίου Μάρτυρος Λεωνίδη και της συνοδείας Αυτού, αποτελούμενης από επτά γυναίκες, υπάρχει ιερός και άγιος δεσμός. Πότε άρχισε αυτή η αγία σχέση δεν γνωρίζουμε ακριβώς. Όμως, κάποια στοιχεία που υπάρχουν μαρτυρούν την ιερή αυτή σχέση.Το 1833 ο τότε εφημέριος της κοινότητας ιερεύς Νικόλαος Νάτσουλης, έκτισε ναό προς τιμήν και δόξα του Αγίου Λεωνίδη.
Ο Άγιος Λεωνίδης αποκαλείται, στο απολυτίκιο του «Μέγας πρόμαχος Επιδαύρου».
Το 1916 μετά από συνεχή όνειρα, ευσεβείς κάτοικοι της Επιδαύρου, καλούντο να «εύρουν κρυμμένον θησαυρόν» κάτω από τα θεμέλια των ερειπίων του ιερού ναού της Υπεραγίας Θεοτόκου. Όταν, επί τέλους έσκαψαν στο σημείο που είχε υποδειχτεί, κατ΄ αρχήν βρήκαν ιερή εικόνα της Παναγίας και κατόπιν σε βάθος 70 εκατοστών, αποκαλύφτηκαν επτά σκελετοί που όπως αποδείχτηκε ανήκαν σε γυναίκες. Συγχρόνως, παρουσιάστηκε και πέτρινη πλάκα η οποία αφού μετακινήθηκε αποκάλυψε ανδρικό σκελετό ο οποίος μαρτυρούσε ότι ο άνθρωπος αυτός είχε υποστεί στραγγαλισμό ενώ ευωδία αναδυόταν εκ του τάφου.
Το Μαρτύριο του Αγίου και των επτά συνοδών του
Ο Άγιος Λεωνίδης και η συνοδεία του αποτελούμενη από επτά γυναίκες, συνελήφθησαν το Μέγα Σάββατον του έτους 250 μ.Χ. και οδηγήθηκαν στην Κόρινθο, ενώπιον του ηγεμόνα Ανθυπάτου Βενούστου, ο οποίος τους ζήτησε να αρνηθούν την πίστη τους και να γλυτώσουν την ζωή τους. Ο Άγιος και οι περί Αυτόν γυναίκες ασάλευτοι στην αγάπη τους για τον Θεό και τον Χριστιανισμό, δεν δέχτηκαν να αλλαξοπιστήσουν. Καταδικάστηκαν σε θάνατο. Τον Άγιο Λεωνίδη τον κρέμασαν και τον « ξέσκισαν». Μετά, το άγιο σκήνωμά του μαζί με τις επτά γυναίκες οδηγήθηκε στην θάλασσα. Καθ΄οδόν οι γυναίκες έψαλλαν και δόξαζαν τον Θεό. «Έν μίλιον έδραμον, Κύριε, στράτευμα με εδίωξε, Κύριε, και ούκ ηρνησάμην σε, Κύριε, σώσον μου το πνεύμα». Με πλοιάριο διάνυσαν περίπου τέσσερα μίλια μακριά από τις ακτές. Εκεί αφού τις έδεσαν με πέτρες, τις έριξαν στο βυθό, μία ημέρα πρίν από το Άγιον Πάσχα. χριστιανοί της Επιδαύρου, που παρακολουθούσαν από απόσταση τις δραματικές στιγμές του Αγίου και των επτά Αγίων γυναικών, περισυνέλλεξαν τα νεκρά σώματα και τα ενταφίασαν.
Μια διευκρίνιση
Μέχρι πρότινος πολλοί πίστευαν ότι ο Άγιος Λεωνίδης ήταν επίσκοπος Αθηνών. Μετά από σοβαρές έρευνες του Σεβασμιώτατου Μητροπολίτη Αργολίδας κυρού Χρυσοστόμου Β΄ αποδείχτηκε ότι ο Άγιος Λεωνίδης της Επιδαύρου δεν υπήρξε ποτέ επίσκοπος. Υπάρχουν δύο Άγιοι με το ίδιο όνομα. Ο Άγιος Λεωνίδης, επίσκοπος Αθηνών και ο απλός Μάρτυρας Λεωνίδης και οι περί αυτόν επτά γυναίκες, ο οποίος καταγόταν από την περιοχή της τροιζήνας. Εκεί, στην Ν. Επίδαυρο, φυλάσσονται ευλαβικά τα ιερά λείψανα τους, σύμβολα αγώνα και θυσίας στο όνομα του Θεού και της Χριστιανοσύνης. Η Εκκλησία μας τιμά την μνήμη τους στις 16 Απριλίου.
Πηγή: ΑΡΓΟΛΙΚΗ ΑΡΓΕΙΑΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Όσιος Λεόντιος ό Αθωνίτης ό Μυροβλήτης

Ο βίος του οσίου Λεοντίου του νέου σώζεται στο χειρόγραφο 677 σελ. φ 1-36 της Ιεράς Μονής του Αγίου Διονυσίου, Άγιου Όρους, το όποιο γράφτηκε περί τα τέλη του 18ου αιώνα και είναι μετάφραση προηγούμενου κειμένου από τις αρχές του 17ου αιώνα.Γεννήθηκε το 1520 στο Άργος σύμφωνα με τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη και την παράδοση των πατέρων της Ιεράς Μονής Διονυσίου. Για τούς γονείς του και την παιδική του ηλικία δεν γνωρίζουμε τίποτα. Μπορούμε να συμπεράνουμε όμως ότι ό Όσιος είχε ευσεβείς γονείς, αφού σε ηλικία 17 ετών, το 1537, «ησύχαζε» σε ένα «μονίδριο» της Αργολίδας, επιλέγοντας τον μοναχικό βίο.Ο Όσιος, αφού εγκατέλειψε τούς γονείς του, τούς συγγενείς και φίλους, δόθηκε στη νηστεία, στις προσευχές και στις ασκήσεις του σώματος, στη μελέτη των Θείων Γραφών και στα θεάρεστα έργα.
Το έτος 1537, όταν οι Τούρκοι άρχισαν την επίθεση εναντίον του Ναυπλίου, ό Λεόντιος προφήτεψε ότι το κάστρο θα ερχόταν στα χέρια των Αγαρηνών, πράγμα το όποιο και έγινε το 1540. Μετά την κατάληψη του Ναυπλίου από τούς Τούρκους, ο Λεόντιος κατέφυγε στο Άγιο Όρος, το όποιο αγάπησε πολύ, και ζήτησε να μονάσει στην Ιερά Μονή του Αγίου Διονυσίου. Για να τον δεχτούν του έθεσαν δύο όρους: 1) Ότι δεν θα εγκαταλείψει ποτέ την Μονή και 2) ότι θα αναλάβει οποιοδήποτε διακόνημα του ανατεθεί.
Κατοίκησε στο Ιερό κοινόβιο της Μονής Διονυσίου και για 60 ολόκληρα χρόνια δεν βγήκε από το Μοναστήρι. Έτσι αξιώθηκε του διορατικού και προφητικού χαρίσματος. Μετά τον θάνατο του, τα Ιερά του λείψανα ανέβλυσαν Μύρο. Ο όσιος Λεόντιος απεβίωσε το 1605 σε ηλικία 85 ετών.

Η Συνάντησις – Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους – Όσιος Θεοδόσιος ο Νέος.

Ανατολικά της πόλης του Άργους, σε μια ταπεινή σπηλιά, ασκητεύει ένας ταπεινός και ήρεμος Αθηναίος, ο οποίος στο όνομα της αγάπης του Θεού, εγκαταλείπει το «κλεινόν άστυ» όπου γεννήθηκε το 862 μ.Χ. και με νηστεία και προσευχή λατρεύει τον Κύριο. Πρόκειται για τον Άγιο Θεοδόσιο τον Νέο.
Κακόβουλοι και συκοφάντες άνθρωποι κατηγορούν τον ερημίτη στον Άγιο Επίσκοπο Άργους, ότι δήθεν είναι αγύρτης και λαοπλάνος. Ο Άγιος στενοχωριέται και με θλίψη κατανοεί ότι πρέπει να λάβει μέτρα για το καλό της Εκκλησίας. Σκοπεύει να απομακρύνει τον ασκητή Θεοδόσιο από την περιοχή.Τότε δέχεται την επιστολή του Πατριάρχη Νικολάου να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη. Αποφασίζει να αντιμετωπίσει το θέμα του ασκητή Θεοδόσιου, μετά την επάνοδο του.
Στην Πόλη και ενώ η Σύνοδος βρίσκεται σε εξέλιξη, παρουσιάζεται στον Άγιο, ως όραμα, ο Θεοδόσιος και του αποκαλύπτει την εις βάρος του σκευωρία. Ταυτοχρόνως όμως παρουσιάζεται και στον Πατριάρχη και τον παρακαλεί να αποτρέψει τον Επίσκοπο να τον εκδιώξει από το ασκητήριο του.
Γίνεται έτσι φανερό το θέλημα του Θεού. Ο Άγιος Πέτρος γυρίζει στο Άργος και, παίρνοντας τον δρόμο μόνος του, πηγαίνει προς συνάντηση του Άγιου ασκητή Θεοδόσιου.
Ο Άγιος Θεοδόσιος, με το Θείο χάρισμα της προορατικότητας, γνωρίζει την επίσκεψη του Επισκόπου του. Τοποθετεί αναμμένα κάρβουνα και λιβάνι στο σκούφο του και κατεβαίνει να τον προϋπαντήσει. Εκεί, κάτω από το βλέμμα του Θεού, συναντιούνται οι δύο Άγιοι. Η Εκκλησία αγάλλεται. Ο Άγιος Πέτρος μαθαίνει όλη την αλήθεια για τον Θεοδόσιο, τον χειροτονεί Ιερέα και τον ορίζει συνεργό και βοηθό στο έργο του.
Όταν ο Θεός καλεί κοντά του τον Άγιο Θεοδόσιο, ο Άγιος Πέτρος συγκεντρώνει όλο τον κλήρο της περιοχής και τον κηδεύει ιεροπρεπώς, μπροστά στο Ναό του Τιμίου Προδρόμου, που ο ίδιος ο Άγιος Θεοδόσιος είχε κτίσει.

Ἡ Ὁσία Ματρώνα ἡ Ὁμολογήτρια ἡ ἐν Θεσσαλονίκῃ

Ἡ Ὁσία Ματρώνα ἔζησε στὴ Θεσσαλονίκη καὶ συγκαταλέγεται μεταξὺ τῶν Μαρτύρων τῶν πρώτων αἰώνων τῆς Ἐκκλησίας μας, κατὰ τὴν περίοδο τῶν διωγμῶν. Ὑπῆρξε ἀκόλουθος μιᾶς πλούσιας καὶ εὐγενοῦς Ἰουδαίας, μὲ τὸ ὄνομα Παντίλλα ἢ Παυτίλλα, ἡ ὁποία ἦταν σύζυγος τοῦ στρατοπεδάρχη τῆς Θεσσαλονίκης. Καθημερινὰ συνόδευε τὴν κυρία της στὴ συναγωγὴ τῆς πόλεως, ὅπου ὡστόσο δὲν πήγαινε ἡ ἴδια, διότι κρυφὰ κατέφευγε σὲ χριστιανικὸ ναό, γιὰ νὰ προσευχηθεῖ.Mοιραία, ὅμως, ἐπειδὴ γιὰ πολὺ καιρὸ ἡ Ματρώνα ξεγελοῦσε τὴν κυρία της, μία λάθος κίνηση στάθηκε ἀφορμὴ γιὰ νὰ ἀποκαλυφθεῖ ἡ ταυτότητά της. Σὲ μία ἑορτὴ τῶν Ἰουδαίων, κατὰ τὴν ὁποία συνήθιζαν νὰ τρῶνε πικρὰ χόρτα καὶ ἄζυμα, ἡ Ματρώνα ἄργησε νὰ ἐπιστρέψει ἀπὸ τὸ ναὸ καὶ ὅταν ἔφθασε στὴν συναγωγὴ γινόταν ἡ τελετὴ τῶν Ἐπιτιμίων. Ἕνας ἀπὸ τοὺς δούλους τῆς Παντίλλας κατήγγειλε ὅτι ἡ Ματρώνα ἦταν Χριστιανὴ καὶ ὅτι ἐξαπατᾷ τὴν κυρία της, φροντίζοντας κάθε φορὰ ποὺ αὐτὴ προσερχόταν στὴν συναγωγή, ἐκείνη νὰ πηγαίνει στὴν Ἐκκλησία. Αὐτὸ προκάλεσε τὴν ὀργὴ τῆς Παντίλλας, ποὺ δὲν δίστασε, ξεσπώντας σὲ κραυγές, νὰ τὴν κατηγορήσει ὅτι εἶναι ἐχθρικὴ πρὸς αὐτήν. Διέταξε ἀμέσως τὴν σύλληψή της καί, ἀφοῦ τὴν συνέλαβαν καὶ τὴν ἔδεσαν, ἄρχισαν νὰ τὴν μαστιγώνουν. Ἡ Ματρώνα, ὅμως, μὲ παρρησία δήλωσε ὅτι εἶναι Χριστιανὴ καὶ ὅτι, ἂν καὶ ἡ κυρία της ἐξουσίαζε τὸ σῶμα της καὶ τὴν ἴδια της τὴν ζωή, ὡστόσο δὲν μποροῦσε νὰ τὴν μεταπείσει σὲ ὅσα πίστευε.Ἡ Παντίλλα, ἀφοῦ τὴν ἁλυσόδεσε, διέταξε νὰ τὴν φυλακίσουν καὶ νὰ σφραγίσουν τὴν πόρτα τοῦ κελιοῦ της. Ἔπειτα ἀπὸ τρεῖς ἡμέρες, νωρὶς τὸ πρωί, πῆγε ἡ ἴδια νὰ δεῖ ἂν ἡ Ματρώνα ζεῖ. Ἔκπληκτη διαπίστωσε ὅτι εἶχε ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὰ δεσμά της καὶ στεκόταν φωτεινὴ ψάλλοντας, χωρὶς νὰ ἔχει τὸ παραμικρὸ ἴχνος τραύματος καὶ βασανισμοῦ. Ἐξοργισμένη ἡ Παντίλλα διέταξε νὰ δέσουν πάλι τὴν Ματρώνα καὶ νὰ τὴν μαστιγώσουν ἀνηλεῶς. Ἐκείνη, ἔκπληκτη γιὰ τὴν ἰδιαίτερη σκληρότητα τῆς κυρίας της, τὴν ρώτησε γιατί τὴν βασάνιζε, ὀμολογώντας ὡστόσο τὴν πίστη της στὸν Χριστό. Καταπονημένη ἀπὸ τὰ βασανιστήρια καὶ μὴν μπορώντας νὰ σταθεῖ στὰ πόδια της, ἡ Ματρώνα κλείσθηκε καὶ πάλι στὴν φυλακή.Ἔπειτα ἀπὸ τρεῖς ἡμέρες, ὅταν ἡ Παντίλλα ἐπισκέφθηκε τὸ κελὶ τῆς φυλακῆς τῆς Ἁγίας, ἀντίκρισε τὸ ἴδιο θέαμα. Τὴν Μάρτυρα ἀπελευθερωμένη ἀπὸ τὰ δεσμά της, μὲ τὸ ἴδιο φωτεινὸ πρόσωπο, παρὰ τὰ βασανιστήρια καὶ τὴν πεῖνα ποὺ ὑπέστη ἐπὶ δεκατέσσερις ἡμέρες. Τότε ἡ κυρία της, γεμάτη ὀργή, διέταξε νὰ δέσουν τὴν Ματρώνα σὲ δρύινα ξύλα καὶ νὰ τὴν βασανίσουν. Ἐξαντλημένη ἡ Ἁγία ἀπὸ τὶς μαστιγώσει καὶ μὲ τὸ σῶμα της γεμάτο σημάδια, ψέλλισε μὲ ἀδύναμη φωνὴ λίγες λέξεις προσευχῆς καὶ παρέδωσε τὸ πνεῦμα της.Ἡ Παντίλλα διέταξε τότε κάποιον μὲ τὸ ὄνομα Στρατόνικος, νὰ τυλίξει τὸ λείψανο τῆς Ἁγίας σὲ δέρμα καὶ στὴν συνέχεια νὰ τὸ ρίξει ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη τῆς πόλεως. Τὸ ἱερὸ λείψανό της τὸ παρέλαβαν οἱ Χριστιανοὶ καὶ τὸ ἐνταφίασαν μὲ εὐλάβεια κοντὰ στὴν Λεωφόρο, δηλαδὴ τὴν Ἐγνατία ὁδό. Μετὰ τὸ τέλος τῶν διωγμῶν, ὁ Ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης Ἀλέξανδρος πῆρε τὸ σκήνωμα τῆς Μάρτυρος καὶ τὸ μετέφερε μέσα στὴν πόλη καί, ἀφοῦ ἔκτισε ναό, τὸ ἀπέθεσε ἐντὸς αὐτοῦ.
Τὴν ἐποχὴ τῆς Φραγκοκρατίας, ὅμως, τὸ σκήνωμα τῆς Ἁγίας μεταφέρθηκε στὴν Βαρκελώνη καὶ ἐναποτέθηκε σὲ ναό, ποὺ καταστράφηκε κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Ἐκτὸς τῶν τειχῶν τῆς Θεσσαλονίκης ὑπῆρχε καὶ μονὴ ἀφιερωμένη στὴν Ἁγία Ματρώνα.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Γνώμην ἀήττητον, Ματρώνα φέρουσα, πίστιν τὴν ἔνθεον, ἄσυλον ἔσωσας, μὴ δουλωθεῖσα τὴν ψυχήν, Ἑβραίων τὴ ἀπηνεία ὅθεν ἀριστεύσασα, καὶ τὸν δόλιον κτείνασα, μυστικῶς νενύμφευσαι, τῷ Δεσπότῃ τῆς κτίσεως. Αὐτὸν οὒν ἐκτενῶς ἐκδυσώπει, πάσης ἠμᾶς ρυσθήναι βλάβης.

Ο Καλόγερος Σαμουήλ και το Κούγκι

Ο ρασοφόρος πολέμαρχος Σαμουήλ ήταν εθνεγέρτης του Σουλίου. Τα φλογερά του λόγια, γεμάτα πίστη και πατριωτισμό προκαλούσαν ενθουσιασμό.» Τα παλικάρια του Σουλίου ακούγοντας της φωνής του, άνδρες και γυναίκες, εγίνοντο πολεμισταί…» γράφει ο Πουκεβίλ. Δραστήριος και σώφρων κατασκευάζει χαρακώματα, χτίζει πύργους, διευθύνει συχνά ο ίδιος δύο μικρά τηλεβόλα που αποτελούν το πυροβολικό των Σουλιωτών. Από καιρού εις καιρόν αφανίζεται. Πηγαίνει σε γειτονικούς τόπους για να εξασφαλίσει τρόφιμα στη Σουλιώτικη δημοκρατία με ανταλλαγή κομποσχοινιών και εικόνων… Σε καιρό πολέμου υψώνει και στερεώνει τα λάβαρο στο κωδονοστάσιο της Εκκλησίας της Αγίας Παρασκευής στο Κούγκι «ο δε σταυρός κυματίζων εν τω αέρι αγγέλλει εις το Σούλι την επίσημων της μάχης ημέραν». Μετά την Συνθήκη αποχώρησης των Σουλιωτών, που υπογράφτηκε στις 12 Δεκεμβρίου του 1803, ο Σαμουήλ αρνείται να συμφωνήσει και να συμβιβαστεί. Αρνείται να συνθηκολογήσει. Επί 48 ώρες αντιστέκεται στο «χείμαρρο των βαρβάρων». Περίμενε τους κατακτητές να μπουν στο» οπλοφυλακείον» του και έκοψε το νήμα της ζωής του, όπως γράφει ο Πουκεβίλ, βάζοντας φωτιά στην πυρίτιδα «ήτις μετ΄ αυτού ανετίναξε πολλούς των μωαμεθανών…». Αναφέρεται μάλιστα ότι λίγο πριν, όταν ένας από τους Τούρκους αξιωματούχους της επιτροπής παραλαβής του φρουρίου και του πολεμικού υλικού είχε μιλήσει με χαιρεκακία, για το πώς φαντάζεται ότι θα τον μεταχειριστεί ο Αλής καθώς πέφτει ήδη στα χέρια του, ο Σαμουήλ, κατά τον Π.Α. Σαλαπόντα, απαντά: -«Δεν είναι άξιος ο πασάς να πιάση Σουλιώτη που ξεύρει πολλά μονοπάτια του θανάτου»!

Ο Χορός του Ζαλόγγου

Στις 12 Δεκεμβρίου του 1803, ύστερα από πολυετείς και αιματηρές μάχες, το ηρωικό Σούλι έπεσε στα χέρια του Αλή πασά. Όσοι δεν άντεξαν, εξαντλημένοι από την πείνα και τις κακουχίες, παραδόθηκαν με τον όρο να αποσυρθούν με τα όπλα τους ελεύθεροι εκεί όπου θα επιθυμούσαν. Την ίδια ημέρα, ο καλόγερος Σαμουήλ, αρνούμενος να εγκαταλείψει τον τόπο, του έβαλε φωτιά και ανατίναξε την αποθήκη τροφίμων και πολεμοφοδίων στο Κούγκι. Ο πασάς θεωρώντας από το γεγονός αυτό αποδεσμευμένο τον εαυτό του από τους όρους της συνθήκης, διέταξε να κυκλωθούν τα μέρη απ’ όπου θα περνούσαν οι οικογένειες των Σουλιωτών.Η πρώτη ομάδα που κατευθυνόταν προς την Πάργα υπό τις οδηγίες του Φώτη Τζαβέλα και του Δήμου Δράκου, κάπου 2.000 άτομα, κατάφερε πολεμώντας σκληρά να φθάσει στον προορισμό της. Όμως, οι εκατό και πλέον οικογένειες που είχαν καταφύγει στο Ζάλογγο αντιμετώπισαν και πάλι τη μανία των Αλβανών. Ένα σώμα 160 ανδρών από τον Κίτσο Μπότσαρη πέτυχε να διασπάσει τις γραμμές των πολιορκητών, οι υπόλοιποι όμως βρήκαν τον θάνατο ή αιχμαλωτίστηκαν.Στις 18 Δεκεμβρίου του 1866, 57 γυναίκες με τα παιδιά τους προτίμησαν να γκρεμιστούν στο βάραθρο από το υψηλότερο μέρος του Ζαλόγγου παρά να χάσουν την ελευθερία τους. Ο Χορός του Ζαλόγγου, παραμονές Χριστουγέννων του 1803, αποτελεί αιώνιο σύμβολο για τη γυναίκα που προτίμησε τον θάνατο από την ατίμωση και τη δυστυχία, δίνοντας νέα ώθηση στους αγώνες των Ελλήνων για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού. Οι εικόνες των γυναικών με τα βρέφη στην αγκαλιά και οι ηρωικές στιγμές τους έχουν χαραχθεί ανεξίτηλα στις μνήμες κάθε Έλληνα κι έχουν εμπνεύσει τη δημοτική μας ποίηση: «Στη στεριά δε ζει το ψάρι / ούτ’ ανθός στην αμμουδιά / κ’ οι Σουλιώτισσες δε ζούνε / μέσ’ τη μαύρη τη σκλαβιά». Προς τιμήν τους, στο σημείο όπου έπεσαν, ανεγέρθηκε μνημείο ύστερα από Πανελλήνιο έρανο

Η έξοδος του Μεσολογγίου

"Τα μάτια μου δεν είδαν τόπον ενδοξότερον από τούτο το αλωνάκι"
Δ. ΣΟΛΩΜΟΣ
Με την έκρηξη της επανάστασης, μετά την Πελοπόννησο, ολόκληρη η Στερεά Ελλάδα είχε επαναστατήσει και είχαν απελευθερωθεί πολλές περιοχές. Μάλιστα οργανώθηκε και πολιτικά με τη "Γερουσία" στο Μεσολόγγι και τον "Άρειο Πάγο" στα Σάλωνα.Ο Σουλτάνος όμως αποφάσισε να αντιδράσει οργανωμένα με δυο στρατιές. Η δεύτερη με τους Κιουταχή και Ομέρ Βρυώνη κατέληξε στο Μεσολόγγι, στις 25 Οκτωβρίου 1822, το οποίο οι Τούρκοι πολιόρκησαν. Ύστερα από λίγες μέρες, στις 31 Δεκεμβρίου, οι Τούρκοι αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία και να επιστρέψουν στην Ήπειρο.
Μετά τη συμφωνία του Σουλτάνου και του Μεχμέτ Αλή της Αιγύπτου, η εισβολή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο συνδυάστηκε με επιχειρήσεις από τους Τούρκους στη Στερεά Ελλάδα, με κύριο στόχο το Μεσολόγγι. Της νέας εκστρατείας ηγείται και πάλι ο Κιουταχής που με πανίσχυρη στρατιά 35.000 ανδρών έφτασε στο Μεσολόγγι στα μέσα Απριλίου 1825. Είναι η δεύτερη και καθοριστική πολιορκία της πόλης που κατέληξε στην ηρωική έξοδο.
1η Φάση της πολιορκίας: Από τον Απρίλιο ως το Δεκέμβριο του 1825 κράτησε η πρώτη φάση της πολιορκίας, και στο διάστημα αυτό οι Τούρκοι έφτασαν σε απόσταση μερικών δεκάδων μέτρων από το τείχος. Μια ισχυρή επίθεση του Κιουταχή στις 21 Ιουλίου 1825 απέτυχε και τρεις μέρες αργότερα μια ελληνική νυκτερινή αντεπίθεση προκάλεσε σοβαρότατες απώλειες στο τουρκικό στρατόπεδο. Στο μεταξύ ελληνικά πλοία είχαν διασπάσει το θαλάσσιο αποκλεισμό και είχαν εφοδιάσει τους πολιορκουμένους με τροφές και πολεμοφόδια, ενώ στις αρχές Αυγούστου η άμυνα του Μεσολογγίου ενισχύθηκε με 1500 ακόμα άντρες. Μετά τις άκαρπες επιθέσεις του ο Κιουταχής αποσύρθηκε στις γύρω υπώρειες και κατά διαστήματα βομβάρδιζε την πόλη, χωρίς όμως την ασφυκτική πίεση των πρώτων μηνών.
2η Φάση της πολιορκίας: Το Δεκέμβριο του 1825 άρχιζε η δεύτερη φάση της πολιορκίας όταν ο Ιμπραήμ έφτασε στο Μεσολόγγι με ισχυρή δύναμη (10.000 άνδρες), αποφασισμένος να το καταλάβει. Μετά την απόρριψη από τους πολιορκούμενους της πρότασής του για παράδοση, η πολιορκία έγινε στενότερη και από το Φεβρουάριο οι πολιορκούμενοι πιέζονταν από τις επιθέσεις των Αιγυπτίων και από την πείνα. Τα νησάκια της λιμνοθάλασσας, προπύργια του Μεσολογγίου, έπεσαν στα χέρια του εχθρού, εκτός από την Κλείσοβα, που η νίκη των Ελλήνων υπήρξε θριαμβευτική. Οι πολιορκούμενοι μάταια περίμεναν την ενίσχυσή τους από το Ναύπλιο, και η προσπάθεια του ελληνικού στόλου να λύσει την πολιορκία από τη θάλασσα αποδείχτηκε αδύνατη. Μόνη λύση μέσα σε αυτές τις συνθήκες, που διαρκώς χειροτέρευαν, απέμεινε η έξοδος.
Το Μεσολόγγι το 1825 αποτελούσε σε μικρογραφία μια μικρή Ελλάδα, στην καρδιά της Ελλάδος, γιατί μέσα στην πόλη εκείνη δεν ήταν κλεισμένοι μόνο Μεσολογγίτες και Πελοποννήσιοι, αλλά και αντιπρόσωποι όλων των ελληνικών πληθυσμών από τον Ισθμό και επάνω. Κατά την πρώτη φάση της πολιορκίας οι πολιορκούμενοι με συνεχείς αντεπιθέσεις αλλά και με συνεχή ανεφοδιασμό, έστω και δύσκολα, από τον ελληνικό στόλο υπέμειναν την πολιορκία. Η θέση των Ελλήνων χειροτέρεψε κατά την δεύτερη φάση της πολιορκίας. Είχαν κουραστεί από την εννεάμηνη πολιορκία και ιδίως από την έλλειψη τροφίμων. Η κατάσταση βέβαια ήταν περισσότερο τραγική για τους αρρώστους και τους πληγωμένους. Μολαταύτα η μαχητικότητά τους ήταν άκαμπτη και αμετακίνητη η απόφασή τους να νικήσουν ή να πεθάνουν, ιδιαίτερα των ντόπιων που έφθασαν στον ύψιστο βαθμό του ηρωισμού και της αυτοθυσίας. Μετά την κατάληψη του Βασιλαδίου, του Ντολμά και του Πόρου (μόνο η Κλείσοβα έμενε ακόμα στους Έλληνες) οι πολιορκούμενοι απελπισμένοι και εξαντλημένοι από τη φοβερή πείνα και τις άλλες στερήσεις, μόνο από την άφιξη του στόλου περίμεναν σωτηρία.Από τα μέσα κιόλας Φεβρουαρίου η κατάσταση στο Μεσολόγγι είχε αρχίσει να γίνεται τραγική. Πολλές οικογένειες είχαν αρχίσει να στερούνται εντελώς τα τρόφιμα και αναγκάζονταν να σφάζουν άλογα, μουλάρια, γαϊδούρια και κατόπιν σκύλους, γάτες, ποντικούς. Αλλά και αυτά έλειψαν. Από τις 16 Μαρτίου άρχισαν να τρώνε αρμυρίκια, πικρά χόρτα που φύτρωναν κοντά στη θάλασσα. Ο υποσιτισμός και οι αρρώστιες εξασθένιζαν τους ρωμαλέους οργανισμούς των ανδρών της φρουράς και προκαλούσαν πολλούς θανάτους. Από τον Απρίλιο όμως τα ολιγάριθμα ελληνικά πλοία με ναύαρχο το Μιαούλη, απέτυχαν σε επανειλημμένες προσπάθειες να διασπάσουν τον αποκλεισμό του τουρκοαιγυπτιακού στόλου. Στους πολιορκούμενους δεν έμενε άλλη λύση από την έξοδο.Για τους ασθενείς και πληγωμένους, αποφάσισαν να μεταφερθούν στα πιο οχυρωμένα σπίτια και εκεί να πεθάνουν πολεμώντας. Εκείνοι δέχτηκαν. "Τα παράθυρα να μας αφήσετε ανοιχτά μονάχα, και ώρα σας καλή ! Ο Θεός να μας ανταμώσει στον άλλο κόσμο" είπαν και αποχαιρετίστηκαν πολιορκημένοι, απελπισμένοι πια, πήραν την οριστική απόφαση να επιχειρήσουν έξοδο τη νύχτα της 10ης Απριλίου προς την 11η, Κυριακή των Βαΐων, και ειδοποίησαν σχετικά τους Έλληνες του στρατοπέδου της Δερβέκιστας να προσπαθήσουν να φέρουν αντιπερισπασμό στους Τούρκους. Αποφάσισαν να σκοτώσουν όλους τους αιχμαλώτους, καθώς και τα γυναικόπαιδα για να μην πέσουν στα χέρια των Τούρκων. Ενώ η πρώτη απόφαση πραγματοποιήθηκε, τη δεύτερη απέτρεψε ο επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ. Οι ασθενείς και τραυματισμένοι μεταφέρθηκαν στα πιο οχυρά σπίτια και εκεί να πεθάνουν πολεμώντας.Το μεσημέρι της 10ης Απριλίου καταρτίστηκε το σχέδιο και το δειλινό άρχισαν όλοι να μαζεύονται στις προσδιορισμένες θέσεις. Κατά τις 6.30 ακούστηκε επάνω στο Ζυγό η ομοβροντία του ελληνικού επικουρικού σώματος, που είχε φθάσει από τη Δερβέστικα. Όταν νύχτωσε οι περισσότεροι της φρουράς είχαν βγει έξω από την πόλη και περίμεναν το σύνθημα του ξεκινήματος. Το σχέδιό τους όμως προδόθηκε και οι Τουρκοαιγύπτιοι άρχισαν να τους κτυπούν με πυκνά πυρά κανονιών και τουφεκιών. Τελικά οι Έλληνες αποφάσισαν να κινηθούν' όρμησαν οι άνδρες των δύο πρώτων σωμάτων με τα γιαταγάνια και τα σπαθιά τους επάνω στις εχθρικές γραμμές. Καμιά δύναμη δεν ήταν ικανή να αναχαιτήσει το χείμαρρο εκείνο των απελπισμένων. Ο καθένας τους κοίταζε πως να ανατρέψει τα εμπόδια που βρίσκονταν μπροστά του και να περάσει. Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε από το τρίτο σώμα των γυναικοπαίδων η φωνή "οπίσω, οπίσω, μωρέ παιδιά!" και αποχωρίστηκαν μερικοί από τα δύο πρώτα σώματα. Η σύγκρουση ήταν φονικότατη. Οι Έλληνες ανατρέπουν όποιον βρουν μπροστά τους και προχωρούν αφήνοντας πίσω πολλούς νεκρούς. Την πορεία τους συνόδευσαν δύο εκρήξεις από την πόλη. Η πρώτη από την έκρηξη των υπονόμων και η άλλη από την ανατίναξη της πυριτιδαποθήκης με τον ηρωικό Χρήστο Καψάλη. Οι Έλληνες είχαν απώλειες και από τους κρυμμένους στα διάφορα υψώματα και τις χαράδρες Αλβανούς. Μολαταύτα αντιμετώπιζαν με σταθερότητα τον αόρατο εχθρό.Είχε αρχίζει να γλυκοχαράζει η Κυριακή των Βαΐων, όταν η μάχη έπαψε. Εκεί επάνω μόνο, στην κορυφή του Ζυγού, μπόρεσαν να αναπνεύσουν λίγο ελεύθερα. Από τους 3000 στρατιωτικούς που πήραν μέρος στην έξοδο, μόνο 1300 σώθηκαν. οι υπόλοιποι 1700 σκοτώθηκαν στις συμπλοκές της εξόδου. Από τις γυναίκες, 13 μόνο Σουλιώτισσες σώθηκαν και από τα παιδιά τρία ή τέσσερα. Οι απώλειες των Τουρκοαιγυπτίων υπολογίστηκαν σε 5000. Τη ντροπή του ελληνικού εμφυλίου πολέμου εξαγνίζει η θυσία μιας πόλης και των αγωνιστών της.Η θυσία του Μεσολογγίου, που επί 12 ολόκληρους μήνες αντιστάθηκε ηρωικά, προώθησε το ελληνικό ζήτημα, όσο καμιά άλλη ελληνική νίκη: πλημμύρισε τους άλλους Έλληνες και τους Ευρωπαίους με αισθήματα θαυμασμού για τους άνδρες της φρουράς του και τον ηρωικό πληθυσμό του Μεσολογγίου. Πραγματικά σπάνια συναντά κανείς στις σελίδες της ιστορίας παραδείγματα παρόμοιας υπεράνθρωπης ψυχικής αντοχής. Οι φλόγες του Μεσολογγίου θέρμαναν τις καρδιές των πολιτισμένων λαών και τους ξεσήκωσαν σε μια αληθινή σταυροφορία για την απελευθέρωση του ελληνικού έθνους.