Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2010

Ο Όσιος Ιωάννης ο Καλυβίτης ο διά Χριστόν πτωχός

Ο Όσιος Ιωάννης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και έζησε περί τα μέσα του 5ου αιώνα μ.Χ. Ο πατέρας του ονομαζόταν Ευτρόπιος και ήταν συγκλητικός. Η μητέρα του ονομαζόταν Θεοδώρα.Ο Ιωάννης από πολύ μικρή ηλικία αγάπησε τον μοναχικό βίο και φοβούμενος μήπως, ριπτόμενος στον κοσμικό στρόβιλο, έχανε το ηθικό του και τη σωτηρία της ψυχής του, έφυγε από την πατρική οικία και ήλθε στη Μονή των Ακοιμήτων, όπου εκάρη μοναχός. Αλλά, με τον καιρό, η αγάπη των γονέων του τον έβαλε στον πειρασμό της επιστροφής στην πατρική οικία. Ο πειρασμός έγινε ακόμα μεγαλύτερος, όταν πληροφορήθηκε ότι η μητέρα του ήταν απαρηγόρητη για την εξαφάνισή του, ο δε πατέρας του ζούσε βίο κοσμικό, ξοδεύοντας τα πλούτη του σε ματαιότητες και φαντασίες. Επιθύμησε λοιπόν να τους δει, όχι μόνο για να αναπαύσει με την παρουσία του την ψυχή τους, αλλά και για να παρηγορήσει τη μητέρα του και να συντελέσει στη μετάνοια του πατέρα του. Θα ήταν όμως αυτό δυνατό, εάν παρουσιαζόταν ως υιός τους και τους απηύθυνε τις συμβουλές και τις παρακλήσεις του;
Σχετικά, λοιπόν, με το πρόβλημά του πληροφόρησε τον ηγούμενο της Μονής και του ζήτησε να επιτρέψει να πάει στους γονείς του. Ο ηγούμενος, πράγματι, έδωσε την ευλογία του να πραγματοποιήσει την επιθυμία του. Έτσι ο Όσιος, ενδύθηκε με παλαιά και τριμμένα ράσα και με την πτωχική αυτή εμφάνιση, έφθασε έξω από το σπίτι των γονιών του. Τους παρουσιάσθηκε ως μοναχός, χωρίς να τους πει ποιος είναι. Η ευγένεια της φυσιογνωμίας του και η φρόνηση των λόγων του έκαναν την μητέρα του να τον παρακαλέσει να έρχεται καθημερινά στο σπίτι. Αλλά και ο πατέρας του τον συμπάθησε για την ευεργετική επιρροή που εξάσκησε στην καρδιά της συζύγου του.Κατασκεύασε, λοιπόν, έξω, στην αυλή του σπιτιού, μια πολύ μικρή καλύβα όπου και έμενε, χωρίς κανείς να γνωρίζει ποιος ήταν. Μετά τρία χρόνια οι προσπάθειές του, με τη θεία Χάρη, άρχισαν να αποφέρουν καρπούς. Ο πατέρας του άρχισε να ζει Χριστιανική ζωή και η μητέρα του είχε ελευθερωθεί από το ζόφο της επιθυμίας. Και τότε ο Ιωάννης σκέφθηκε, ότι πλησίαζε η ώρα που θα μπορούσε να φανερωθεί.
Αλλά ο Κύριος της ζωής και του θανάτου, η όντως ζωή, του γνώρισε με μυστικό τρόπο, ότι ήταν η ώρα να τον καλέσει πλησίον Του. Τότε ο Όσιος κάλεσε κοντά του τους γονείς του, τους έδειξε το χρυσόδετο Ευαγγέλιο, το οποίο είχαν φτιάξει προς χάρη του και με τον τρόπο αυτό τους φανέρωσε τον εαυτό του. Με γαλήνη τους απηύθυνε λόγους παρηγοριάς και εγκαρδιώσεως και τους παρακάλεσε να μείνουν αφιερωμένοι στον Θεό και τον πλησίον, αφιερώνοντας τα πλούτη τους στους πτωχούς και ενδεείς των οποίων η ζωή φθείρεται και η αξιοπρέπεια κινδυνεύει από τις έσχατες στερήσεις. Ακολούθως, παρέδωσε το πνεύμα του στα χέρια του θεού.

Απολυτίκιο. Ήχος δ'. Ταχύ προκατάλαβε.
Εκ βρέφους τον Κύριον, επιποθήσας θερμώς, τον κόσμον κατέλιπες, και τα εν κόσμω τερπνά, και ήσκησας άριστα έπηξας την καλύβην, προ πυλών σων γονέων έθραυσας τας ενέδρας, των δαιμόνων παμμάκαρ διό σε Ιωάννη ο Χριστός, αξίως εδόξασε.

Κοντάκιον. Ήχος β’ Τα άνω ζητών.
Ποθήσας σοφέ, πτωχείαν χριστομίμητον, γονέων των σων, τον πλούτον εγκατέλιπες, και το Ευαγγέλιον εν χερσί σου κρατών ηκολούθησας, Ιωάννη Χριστώ τω Θεώ, πρεσβεύων απαύστως υπέρ πάντων ημών.