Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2011

Τo πρόσωπο του Ιησού Χριστού στις αιρέσεις, την ιστορία και την Εκκλησία


Ο Ιησούς ως ‘σημείον αντιλεγόμενον’

Όταν κάποτε ο Ιησούς αναρωτήθηκε μπροστά στους μαθητές του, λέγοντας «άραγε, όταν έλθει ο Υιός του Ανθρώπου (για να αποδώσει δικαιοσύνη), θα βρει την (ζωντανή) πίστη πάνω στη γη;» (Λουκ. 18,8), ασφαλώς γνώριζε καλά ότι ο ίδιος ήταν, είναι και θα είναι ‘σημείον αντιλεγόμενον’ (Λουκ. 2,34), δηλαδή σημείο αντιλογίας, διαφωνίας και κρίσης μεταξύ των ανθρώπων, αφού πάνω στον Ιησού Χριστό -ως άξονα, κέντρο και βάση της ιστορίας- και στο τι εκείνος εκφράζει και εκπροσωπεί, στέκεται διαχρονικά όλη η ανθρωπότητα, αντλώντας νόημα και σκοπό από αυτό ακριβώς το ερώτημα.
Ποιος υπήρξε λοιπόν ο Ιησούς Χριστός, για τον οποίον καταναλώθηκαν τόσοι και τόσοι τόνοι μελανιού, στην προσπάθεια να προσεγγίσουν κάπως την μεγαλειώδη ύπαρξή του, τη διδασκαλία του και τα θαύματά του; Τι ήταν ο Υιός της Ναζαρέτ, τον οποίον ανήγγειλαν δεκάδες προφητείες, εκατοντάδες χρόνια πριν γεννηθεί; Φανταστική επινόηση; Ένας απλός μαραγκός και τεχνίτης; Σπουδαίος φιλόσοφος; Κοινωνικός αναμορφωτής; Ή Θεάνθρωπος;
Στην εποχή Του, η πνευματικά πρωτόγνωρη διδασκαλία του κατά του φαρισαϊσμού, της τυπολατρίας, της έλλειψης αγάπης μεταξύ των ανθρώπων και υπέρ της αληθινής και καρδιακής λατρείας, χώρισε τους ανθρώπους σε ευνοϊκά και αρνητικά διακείμενους προς το πρόσωπό του. Η φυσική αδυναμία να κατανοήσουν λογικά το θεανδρικό πρόσωπό του, ο έλεγχος στην υποκρισία των θρησκευτικών ηγετών και η επαναστατικότητα της αγάπης προς τους εχθρούς που δίδασκε, οδήγησαν πολλούς σε αμφισβήτηση του μεγαλείου του. Πλήθος αιρέσεων, στη συνέχεια, ερμήνευαν διαφορετικά από την Εκκλησία την υπόστασή του, ενώ στα νεότερα χρόνια αμφισβητήθηκε η θεότητά του από το Διαφωτισμό και από ορθολογιστές διανοούμενους, όπως ο Βολταίρος, Νίτσε, Ρενάν, Στράους κ.α.
Ο ίδιος γνώριζε καλά ότι θα πυροδοτήσει μια ατέλειωτη σειρά από αντιδράσεις μεταξύ των ανθρώπων στο όνομά του. Και αυτό εννοεί, όταν προφητεύει: «μη νομίσετε ότι ήρθα για να φέρω (μια ψευδή) ειρήνη πάνω στη γη» (Ματθ. 10, 34-36) και ακόμη: «φωτιά (ζήλο ή αντίθετα μίσος απέναντί μου) ήρθα να βάλω στη γη και τι άλλο θέλω αν τώρα έχει πλέον ανάψει» (Λουκ. 12,49). Πράγματι, στο όνομα του Ιησού, στο τι εκείνος εκφράζει, προξενήθηκαν και προξενούνται σειρά αντιδράσεων, μεταξύ συγγενών, φίλων και αγνώστων, στο διάβα των αιώνων.

Ο Ιησούς στην αίρεση, τον ορθολογισμό και την παραθρησκεία

Μέσα στην ιστορία, προσέγγισαν πολλοί άνθρωποι τον Ιησού δια της φαντασίας τους και με μόνη τη λογική τους ικανότητα. Αν και μέσα στα Ευαγγέλια, η εικόνα του Χριστού ξεπροβάλει τέλεια και μεγαλειώδης, ως αληθινός, αψεγάδιαστος και ισότιμος με τον Θεό Υιός του, εν τούτοις, ήδη από το τέλος του 1ου αιώνα μ.Χ. εμφανίζονται οι πρώτες οργανωμένες προσπάθειες αλλοίωσης του προσώπου του: Οι Δοκήτες. Αυτοί πίστευαν ότι ο Χριστός υπήρξε κυρίως πνεύμα, ότι διέθετε φαινομενικό σώμα, και ότι η ύλη και η ιστορία έρχονταν σε δεύτερη μοίρα. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης, εκφράζοντας το πνεύμα της Εκκλησίας, γράφει: «κάθε πνεύμα που δεν ομολογεί ότι ο Ιησούς Χριστός ήρθε ως άνθρωπος, δεν είναι από τον Θεό» (Α΄ Ιω. 4,3).
Με τη σειρά του ο Γνωστικισμός, αρνήθηκε την ενσάρκωση, την αξία του σώματος και την πραγματική ανάσταση του Χριστού. Τα γνωστικά ‘ευαγγέλια’, προχωρημένη γραφίδα του αρχικού γνωστικισμού, γραμμένα τον 2ο και 3ο αιώνα και με περιεχόμενο αντι-αποστολικό και αντι-εκκλησιαστικό, διαχώριζαν τον σαρκικό Ιησού από τον Χριστό-πνεύμα, ήταν γεμάτα από αποκαλυπτόμενα μόνο στους τελείους υποτίθεται μυστήρια, χώριζαν τον κόσμο δυαλιστικά σε πνευματικά ανώτερο και κατώτερο, και παρουσίαζαν τον Χριστό ως θεϊκό όν που θεληματικά κλείστηκε σε ανθρώπινο σώμα, μέχρις ότου να οδηγήσει τους ανθρώπους στην απελευθέρωση του θεϊκού τους πυρήνα, καταδικάζοντας το σώμα σε μελλοντική διάλυση, αφού έτσι κι αλλιώς το θεωρούσαν προσωρινό και ευτελές. Οι πρώτοι Πατέρες και διδάσκαλοι τότε της Εκκλησίας (αντιγνωστικοί), ο Ιγνάτιος ο Θεοφόρος, ο Τερτυλλιανός, ο Ιππόλυτος, ο Ειρηναίος Λουγδούνου, Επιφάνιος, Ωριγένης κ.α., ανέλαβαν το έργο της ορθοτόμησης της αλήθειας. Ο Ιησούς ήταν πράγματι τέλειος άνθρωπος επί γης, αφού γεννήθηκε, περιτμήθηκε, μεγάλωσε, μισήθηκε, υπέστη ατιμωτικά πάθη, σταυρώθηκε και αναστήθηκε. Ήταν όμως και Θεός, που φανερώθηκε ως άνθρωπος και γεννήθηκε από την μητέρα του Μαρία κατ’ οικονομία Θεού (βλ. και Darrell L. Bock, Κώδικας Ντα Βίντσι: Λογοτεχνική Φαντασία και Χριστιανική Θρησκεία, εκδ. Περίπλους, Αθ. 2005).
Δοκητικής μορφής και γνωστικής ήταν και το σύστημα του Μαρκίωνα. Αυτός απομακρύνθηκε ως κακόδοξος γνωστικός τόσο από τον πατέρα του, επίσκοπο Σινώπης του Πόντου, όσο και από την Σμύρνη, με απόφαση του αγίου Πολυκάρπου. Μορφωμένος και πλούσιος, εκκλησιαστικός θα λέγαμε ‘τυχοδιώκτης’, κατόρθωσε και αναμείχθηκε στα θέματα της Εκκλησίας της Ρώμης το 140 μ.Χ., αφού δώρισε και σημαντικό ποσό για τις ανάγκες της τοπικής Εκκλησίας. Διαχώριζε τον καλό Θεό της Καινής Διαθήκης από τον κακό και κατώτερο Θεό, δημιουργό της Παλαιάς Διαθήκης. Ο Χριστός, κατά τον Μαρκίωνα, απεστάλη από τον αγαθό Θεό της αγάπης για να λυτρώσει τον άνθρωπο. Δεν σαρκώθηκε πραγματικά παρά φαινομενικά, και δεν έπαθε, ούτε σταυρώθηκε, όπως ισχυρίζονταν οι ευαγγελιστές. Η ‘Εκκλησία’ του απέρριπτε την ύλη και τον Ιουδαϊσμό, συνέταξε κανόνα εκκλησιαστικών βιβλίων και δεχόταν ως γνήσιο μόνο το ευαγγέλιο του Λουκά (τμήμα αυτού) και τον απόστολο Παύλο. Η διδασκαλία του επεκτάθηκε στην Αίγυπτο, Συρία, Μεσοποταμία και Μικρά Ασία. Ο Ιουστίνος,ο Ειρηναίος και ο Τερτυλλιανός έγραψαν ιδιαιτέρως κατά του Μαρκίωνα, απ’ όπου γνωρίζουμε και τις χριστιανικές του αποκλίσεις (βλ. Βικιπαίδεια, el.wikipedia.org/wiki).
Στις Ιουδαϊζουσες αιρέσεις ανήκαν και οι Εβιωνίτες ή Εβιωναίοι. Οι οπαδοί της αίρεσης θεωρούσαν τον Χριστό είτε σαν ένα απλό άνθρωπο που δικαιώθηκε στη συνέχεια από τον Θεό και προέκοψε ηθικά, είτε απέρριπταν τη θεϊκή του υπόσταση, δεχόμενοι όμως την συνέργεια Αγίου Πνεύματος και Παναγίας για τη γέννησή του. Δεχόντουσαν και την αναγκαία τήρηση του Μωσαϊκού Νόμου για τη σωτηρία των ανθρώπων, ενώ έδιναν λιγότερη σπουδαιότητα στα τέσσερα Ευαγγέλια και απέρριπταν τις διδασκαλίες του αποστόλου Παύλου, τον οποίον θεωρούσαν προδότη της πίστεως. Τηρούσαν μάλιστα όχι μόνο την ημέρα του Σαββάτου, αλλά και την Κυριακή, την οποία τιμούσαν με το χριστιανικό της περιεχόμενο (βλ. antiairetikos.blogspot.com/2008/06/blog-post.html).
Ανάμεσα στις γνωστικές θρησκείες που προέκυψαν από ανάμειξη χριστιανισμού, ινδουισμού, ζωροαστρισμού και βουδισμού υπήρξε και ο Μανιχαϊσμός. Εμφανίστηκε τον 3ο αιώνα μ.Χ. στη Μέση Ανατολή, με ιδρυτή τον Μάνη, θρησκευόμενο ευγενή από την Περσία (216-277). Ο Μάνης δίδασκε ότι ο ίδιος, ως απεσταλμένος του Αγίου Πνεύματος, ήταν η πλήρης φανέρωση και αποκάλυψη του Θεού, μετά την κατ’ αυτόν αποτυχία των Ζαρατούστρα, Βούδα και Ιησού, που προηγήθηκαν. Ως γνωστικός ο Μάνης δίδασκε ότι η ψυχή του ανθρώπου δεν είναι παρά μια σπίθα φωτός που δι’ απορροής εξήλθε από την Θεότητα και δεσμεύτηκε στην ύλη. Η σωτηρία είναι λοιπόν η επιστροφή του πνεύματος στη σφαίρα του θείου φωτός και η απαλλαγή από τη δυναστεία του σώματος. Ο Μανιχαϊσμός ανέπτυξε αξιόλογη ιεραποστολική δράση και οργανώθηκε σε εκκλησία, με ιερατικούς βαθμούς όμοιους με τους εκκλησιαστικούς (el.wikipedia.org).
Η ιστορία όμως της αίρεσης (της αλλοίωσης και διαστρέβλωσης της αλήθειας) δεν έχει τέλος. Ο Άρειος, ένας πρεσβύτερος στην Αλεξάνδρεια, υποστήριξε ότι ο Χριστός δεν είναι Θεός, αλλά το πρώτο κτίσμα, το πρώτο τέλειο δημιούργημα του Θεού, που πλάσθηκε προτού γίνει ο κόσμος. Η διδασκαλία αυτή, που οδήγησε σε μεγάλη αναστάτωση διότι έθιγε τη θεότητα του Κυρίου, καταδικάστηκε στην 1η Οικουμενική Σύνοδο (325 μ.Χ.).
Ορισμένοι κύκλοι πιστών, χρησιμοποιώντας τη δύναμη περισσότερο της λογικής για την κατανόηση της Χριστολογικής αλήθειας και όχι τόσο την εμπειρία της Εκκλησίας, οδηγήθηκαν σε μια άλλη μεγάλη πλάνη. Υποστήριξαν, με αρχηγέτη τον Νεστόριο, αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως, ότι η Παναγία γέννησε τον άνθρωπο Χριστό, με τον οποίον, αργότερα, ενώθηκε ο Θεός Λόγος. Ότι ο Ιησούς δηλαδή γεννήθηκε ως απλός άνθρωπος και στην συνέχεια, μετά από την ηθική του εξέλιξη, τον επισκέφθηκε ο Υιός του Θεού και ενώθηκε μαζί του. Ονόμαζαν μάλιστα οι νεστοριανοί την Παναγία Χριστοτόκο και όχι Θεοτόκο. Η θέση αυτή καταδικάστηκε στην 3η Οικουμενική Σύνοδο, που έγινε στην Έφεσο το 431. Πολέμιος του Νεστόριου υπήρξε ο αρχιμανδρίτης Ευτυχής, που έφτασε στο άλλο άκρο. Κατέληξε ότι ο Χριστός ήταν μόνο Θεός, γιατί, κατά τη γνώμη του, η ανθρώπινη φύση του Χριστού απορροφήθηκε από την θεϊκή του φύση. Αυτό ονομάστηκε Μονοφυσιτισμός και καταπολεμήθηκε από την 4η Οικουμενική Σύνοδο (Χαλκηδόνα 451).
Μια άλλη μερίδα πιστών, με μπροστάρη τον Απολλινάριο, επίσκοπο Λαοδικείας, δίδασκαν ότι ο Χριστός διέθετε ψυχή και σώμα μόνο, ενώ τη θέση του πνεύματος κατέλαβε ο Θείος Λόγος. Δέχονταν βέβαια τριχοτομία του ανθρώπου: σώμα, ψυχή και πνεύμα. Στην ουσία, μείωναν και διέστρεφαν και πάλι την ανθρώπινη φύση του Χριστού, ενώ η διδασκαλία αυτή καταδικάστηκε στη συνείδηση της Εκκλησίας από την 2η Οικουμενική Σύνοδο, το 381. Καί ο Μονοθελητισμός, στη συνέχεια, απορρίφθηκε δια Συνόδου από την Εκκλησία (6η Οικουμενική, ΚΠολη, 680/1), που υποστήριζε ότι ο Χριστός είχε μια μόνο θέληση, τη θεϊκή, αφού αυτή τελικά απορρόφησε την ανθρώπινη. Ακόμη και η Εικονομαχία, που ταλαιπώρησε αφάνταστα, για πάνω από 100 χρόνια, την Εκκλησία και την Πολιτεία (αφού είμαστε ταυτόχρονα θρησκευτικά και πολιτικά όντα), αρνιόταν στην ουσία την αξία της σάρκωσης του Θεού στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, δεδομένου ότι αν δεν απεικονίσουμε τον Κύριο αρνιόμαστε την σωτήρια αποστολή του στον κόσμο και γενικά το ποιόν του και την έλευσή του. Γινόμαστε στην περίπτωση αυτή μονοφυσίτες και δοκητιστές. Στην πραγματικότητα, εικονίζοντας τον Θεάνθρωπο, δηλώνουμε ότι δεν διαχωρίζουμε τις δύο φύσεις του, αφού και οι δύο είναι αδιάσπαστα και αρμονικά ενωμένες στο ένα του πρόσωπο. Η τιμή προς τις εκκλησιαστικές εικόνες αποκαταστάθηκε με την 7η Οικουμενική Σύνοδο, το 787 μ.Χ.
Ο Παυλικιανισμός, μια χριστιανική αίρεση του 8ου αιώνα, είχε αρχή από τη Μικρά Ασία και περιεχόμενο Μαρκιωνιτικό και Γνωστικό. Πίστευε σε δύο Θεούς, τον πονηρό θεό της Παλαιάς Διαθήκης και τον ‘επουράνιο πατήρ’, τον αγαθό Θεό, του οποίου ο Χριστός ήταν ταυτόχρονα υιός και κτίσμα. Ο Ιησούς είχε σώμα κατά δόκηση και όχι υλικό και δεν σαρκώθηκε πραγματικά, αλλά απλά πέρασε μέσα από το σώμα της Μαρίας. Οι Παυλικιανοί απέρριπταν την Π.Δ., τους προφήτες και τα εκκλησιαστικά μυστήρια, ενώ δεχόντουσαν τα Ευαγγέλια και ιδιαίτερα εκτιμούσαν τον απόστολο Παύλο (βλ. Βικιπαίδεια & Ανδρέα Θεοδώρου: ‘απαντήσεις σε ερωτήματα δογματικά – συμβολικά – ιστορικοδογματικά’, εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθ. 1999).
Τέλος, από την πλευρά των μετά Χριστόν εμφανισθέντων θρησκειών, ο Ισλαμισμός δέχεται την υπερφυσική γέννηση του Χριστού, τα θαύματά του, την Ανάληψή του και την Δευτέρα αυτού Παρουσία, το μεγαλείο της Παναγίας, τον παράδεισο και την κόλαση. Απορρίπτει όμως τα κυριότερα δόγματα του Χριστιανισμού, ήτοι την αλήθεια της Αγίας Τριάδος, την θεότητα του Χριστού, τη σταύρωση και ανάστασή του.
Στη σύγχρονη (κυρίως από τον 18ο αι. κ.ε.) δυτική ορθολογιστική προβληματική, συνεγράφησαν αρκετοί βίοι του Ιησού, αναμεμειγμένοι με πραγματικά και φανταστικά στοιχεία. Ορισμένοι υποστήριξαν ότι ο Χριστός και οι μαθητές του υπήρξαν απεικονίσεις του ζωδιακού κύκλου (Γάλλος Ντυπουί). Άλλοι έγραψαν ότι ο Ιησούς ενσαρκώνει τον Απόλλωνα, ενώ κάποιοι αρνήθηκαν την ιστορική του ύπαρξη (Μπρούνο Μπάουερ και Λουί Κουσού). Σοσιαλιστές διανοούμενοι είδαν τον Ιησού σαν έναν επαναστάτη κατά του κατεστημένου (Κάουτσκυ). Κοινωνικοί επαναστάτες είδαν σ’ αυτόν τον ανατροπέα της καθεστηκυίας τάξεως και έναν αγωνιστή που αργότερα οι οπαδοί του αναγόρευσαν σε Θεό. Στο πλαίσιο του Μαρξισμού, ο Χριστός υπήρξε ο σκλάβος που εναντιώθηκε στους Ρωμαίους, αλλά απορρίφθηκε από το λαό του και πέθανε στο σταυρό. Ο Βολταίρος αρνήθηκε την θεότητα του Χριστού, ενώ θαύμαζε απεριόριστα τη διδασκαλία του. Ο πρώιμος Νίτσε καταπολέμησε τη διδασκαλία της αγάπης του Θεανθρώπου, αλλά αργότερα δέχθηκε την ποιότητα της αγάπης των Ευαγγελίων ως κύριο μοχλό αλλαγής των πεπαλαιωμένων αξιών. Ο Ερνέστος Ρενάν, ενώ δεν δεχόταν τη θεότητα του Ιησού, έγραψε πολύ επαινετικά λόγια για την προσωπικότητά του. Ο Στράους, ενώ αμφισβητεί την ιστορικότητα του Χριστού, ενθουσιάζεται από το περιεχόμενο των Ευαγγελίων και από το πυρ της αγάπης που διακατείχε και επεδείκνυε στη ζωή του ο Ιησούς. Ένα από τα σύγχρονα πορτραίτα που αποδόθηκαν στον Ιησού απ’ τη μεριά των Ρομαντικών ήταν και ο ‘γλυκύς Ιησούς’, ο καλοσυνάτος ανθρωπιστής και σύντροφος των ανθρώπων. Τέλος, από το χώρο της ψυχιατρικής, ο Φρόϋντ είδε τον Ιησού ως απελευθερωτή της ανθρωπότητας από την έννοια του Θεού Πατέρα-φόβητρου, που είχαν σχηματίσει περί αυτού οι Ιουδαίοι, ενώ ο Έριχ Φρομ θεωρεί ότι η ιδέα περί Μεσσίου-Χριστού είναι αποτέλεσμα περισσότερο ιστορικής διαμόρφωσης (βλ. Νικολάου Γ. Νευράκη: Χριστιανισμός και Θρησκεύματα, Αθ. 1999).
Στην προβαλλόμενη από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα αποκρυφιστική Νέα Εποχή (Ν.Ε.), ο Θεός εμφανίζεται ως Θεία, απρόσωπη αρχή και ο Χριστός ως ‘χριστική συνείδηση’ μέσα μας, ως εσωτερική αρμονία και ‘υπερσυνειδητότητα’, που ποτέ φυσικά (για τους οπαδούς της) δεν ενσαρκώθηκε ιστορικά. Στην Ν.Ε. επικρατεί ο νόμος του Κάρμα (συσσώρευση πράξεων) και η Μετενσάρκωση, που ακυρώνουν τη γέννηση και σταυρική θυσία του Θεανθρώπου. Διάφορες Θεοσοφικές ομάδες πιστεύουν ότι όντα ανώτερης ποιότητας συμβουλεύουν την ανθρωπότητα για τη σωτηρία του πλανήτη, ενώ είτε περιμένουν την έλευση ενός αποκρυφιστή μεσσία, είτε διδάσκουν ότι ο ίδιος μας ο εαυτός είναι ο ξεχασμένος ‘Χριστός’, που πρέπει κατ’ αυτούς να ενεργοποιηθεί. Στις διάφορες ανατολικές σχολές Γιόγκα και σε δυτικές εκδοχές τους, ισχυρίζονται ότι διαλογισμός και προσευχή είναι το ίδιο και το αυτό και πως ενώνονται με τη ‘συνείδηση του Χριστού’, επιτυγχάνοντας ‘διεύρυνση συνείδησης’ και ένωσης με το απόλυτο Ένα.
Στον αποκρυφισμό, το σατανισμό και σε ορισμένους παραθρησκευτικούς συλλόγους δεν διαχωρίζεται ο Χριστός από τον εωσφόρο, αλλά θεωρούνται ‘οι δύο όψεις του ιδίου νομίσματος’. Πολλές ομάδες της Ν.Ε. δεν δέχονται ύπαρξη προσωπικού Θεού, ενώ άλλες διδάσκουν τον ερχομό του ‘αβατάρα’ της Ν.Ε., του ‘υδροχοϊκού Χριστού’ ως μεσσία τους. Ακόμη, πνευματιστές και υπνωτιζόμενα μέντιουμ κηρύττουν πως ο κάθε άνθρωπος είναι το ‘φως του Θεού’ και εν υπνώσει Χριστός και ότι μπορούμε να σωθούμε από μόνοι μας, αφού και ο Χριστός, λένε, εξελίχθηκε από ‘ψιλός’ άνθρωπος σε πλήρη ‘εσωτερική συνειδητότητα’, ή ότι ο Χριστός υπήρξε η μετεμψύχωση ενός αρχικού πνεύματος που εμφανίστηκε πρωτύτερα στην Π.Δ. με διάφορες προφητικές μορφές.
Στο χώρο των εσχατολογικών κινημάτων, τόσο οι Αντβεντιστές της 7ης Ημέρας, όσο και οι Μάρτυρες του Ιεχωβά, συνεχώς δήλωναν και δηλώνουν νέες χρονολογίες προσδιορισμού της Β΄ Παρουσίας του Κυρίου, που ξεπερνιούνται χωρίς αυτή να συμβεί, ενώ δεν δέχονται την μεταβολή του άρτου και του οίνου σε σώμα και αίμα Χριστού κατά τη Θεία Ευχαριστία. Απορρίπτουν την ειδική ιερωσύνη, άρα και τα μυστήρια, ενώ κατηγορούν τις χριστιανικές Ομολογίες για αποστασία. Μάλιστα, οι Μάρτυρες του Ιεχωβά απορρίπτουν και την Αγία Τριάδα, καθώς και τη θεότητα Χριστού και Αγίου Πνεύματος.
Οι Μορμόνοι (Εκκλησία του Ιησού Χριστού των Αγίων των Τελευταίων Ημερών) έχουν διαφορετικές από τον χριστιανικό κόσμο Άγιες Γραφές, θεωρούν ότι η Εκκλησία ξέφυγε από τη σωτηρία και δέχονται ότι ο Θεός έφτασε να γίνει Θεός δια της ηθικής προόδου από το στάδιο του απλού ανθρώπου. Πιστεύουν σε δύο αρχικές θεότητες: τον Ελοχίμ, πατέρα όλων των πνευμάτων του ανθρωπίνου γένους, ο οποίος γέννησε τον Ιεχωβά, που ταυτίζουν με τον Ιησού Χριστό. Οι Θεοί, για τους Μορμόνους, συνευρίσκονται με τις γυναίκες συζύγους τους και γεννούν απογόνους. Με μια τέτοια συνεύρεση γεννήθηκε και ο Ιησούς Χριστός. Δέχονται μάλιστα και οι Μορμόνοι χιλιετή κυβέρνηση Χριστού στη γη (όπως οι Αντβεντιστές και οι Μ.τ.Ι.), δεύτερη ανάσταση μετά ταύτα και τελική κρίση.
Η ονομαζόμενη ‘Χριστιανική Επιστήμη’ αρνείται τη μοναδικότητα του Θεανθρώπου Χριστού στην ιστορία, εφόσον δέχεται ‘χριστική κατάσταση’ μέσα στον άνθρωπο, εσωτερική δύναμη θεραπείας. Ο κορεάτης Μούν, που ίδρυσε το 1960 την Ενωτική Εκκλησία, ισχυρίζεται ότι είναι ο ίδιος ο Χριστός. Με τη θεά-γυναίκα του πρόκειται, λένε, να σώσουν την ανθρωπότητα στη νέα χρυσή εποχή. Ο ιστορικός Ιησούς, ‘διδάσκει’ ο Μουν, απέτυχε να οδηγήσει την ανθρωπότητα στην ένωση με τον Θεό και κυριαρχήθηκε από τον σατανά, ενώ ο ίδιος ο Μουν, ο ‘Κύριος της δεύτερης παρουσίας’, ο ‘δεύτερος Μεσσίας’ είναι η ‘ενσάρκωση του Θεού’ (βλ. π. Αντωνίου Αλεβιζόπουλου: (α) ‘Εγχειρίδιο αιρέσεων και παραχριστιανικών ομάδων’, (β) ‘Αποκρυφισμός, Γκουρουισμός, Νέα Εποχή’ & Μιχαήλ Γ. Χούλη: ‘Η Ψευδώνυμος Γνώσις’, εκδ. Στερέωμα, Θεσσαλονίκη).

Ο Ιησούς στην ιστορία

Ο Ιησούς Χριστός γεννήθηκε, σύμφωνα και με τον μεγάλο ιστορικό και γιατρό της Πρώτης Εκκλησίας Λουκά, στα χρόνια του αυτοκράτορα Οκταβιανού Αυγούστου (31 π.Χ. – 14 μ.Χ.). Σ’ αυτόν αναφέρονται οι τέσσερις ευαγγελιστές Ματθαίος, Μάρκος, Λουκάς και Ιωάννης, οι επιστολές της Καινής Διαθήκης και εκείνες του αποστόλου Παύλου. Αλλά και οι ιστορικοί: Ιώσηπος (Ιουδαίος), Τάκιτος και Σουετώνιος (Ρωμαίοι), Πλίνιος ο νεώτερος (110 μ.Χ.), διοικητής της Βιθυνίας, το εβραϊκό Ταλμούδ, ο ειδωλολάτρης Θαλλός (55 μ.Χ.), καθώς και οι αιρετικές πρωτοχριστιανικές ομάδες. Ο Ιώσηπος αναφέρει ότι ο Ιησούς υπήρξε ‘παραδόξων έργων ποιητής’, ότι δηλαδή έκανε μεγάλα θαύματα και σημεία ανάμεσα στο λαό, όπως τα περιγράφουν και οι ευαγγελιστές, ενώ ο Πλίνιος αναφέρει σε επιστολή του προς τον αυτοκράτορα Τραϊανό ότι οι χριστιανοί λάτρευαν τον Χριστό ως Θεό, μόλις 10 χρόνια μετά τη συγγραφή του 4ου ευαγγελίου. Το Ταλμούδ τέλος ερμηνεύει, από την πλευρά των Ιουδαίων, τη θαυματουργική δράση του Ιησού ως μαγεία, ενώ δέχεται χωρίς ενδοιασμούς την ιστορική του ύπαρξη. Ακόμη και ο Κέλσος, ο αρνητής πλατωνικός φιλόσοφος του β’ μισού του 2ου αιώνα, δεν αμφέβαλε για την ιστορικότητα του Χριστού, αν και επιτίθεται στο έργο του «Αληθής Λόγος» κατά της διδασκαλίας της Εκκλησίας και εναντίον των θαυμάτων του Κυρίου. Ο Λουκιανός, από τα Σαμόσατα της Συρίας (125-195 μ.Χ.), σοφιστής του 2ου μ.Χ. αιώνα, αναφέρει ότι ο «πρώτος νομοθέτης» των χριστιανών, «ο ανεσκολοπισμένος εκείνος σοφιστής», σταυρώθηκε στην Παλαιστίνη, επειδή δίδαξε μια νέα θρησκεία στον κόσμο (στο έργο του ‘Περί της Περεγρίνου τελευτής’). Τέλος, ολόκληρη σειρά αιρετικών των πρωτοχριστιανικών χρόνων δεν αμφισβήτησαν ποτέ την ιστορικότητα του Ιησού Χριστού, όπως οι Γνωστικοί (Βασιλείδης, Σατουρνείλος, Βαλεντίνος) ο Μαρκίωνας, ο Μάνης, ο Μοντανός κ.α. (βλ. και Λεωνίδου Κ. Διαμαντόπουλου: ‘Ιησούς ο Χριστός, ως ιστορική προσωπικότης’, εκδ. ‘Ο Σωτήρ’, Αθ. 1996).
Το ερώτημα ‘γιατί δεν ασχολήθηκαν περισσότεροι ιστορικοί στην εποχή Του με τον Χριστό;’, απαντάται ικανοποιητικά αν αναλογιστούμε ότι, στα χρόνια των αποστόλων Του, ο αριθμός των Ιουδαίων στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία έφτανε μέχρι και τα πέντε εκατομμύρια, ενώ οι χριστιανοί αριθμούνταν σε μερικές χιλιάδες μόνο. Όχι μόνο λοιπόν αρκετοί ιστορικοί της εποχής δεν έδωσαν σημασία, αρχικά, σε ένα κίνημα που δεν διέφερε στα μάτια τους από τα τόσα πνευματικά και επαναστατικά κινήματα των χρόνων τους, αλλά και πολλοί εξ αυτών αντιπαθούσαν το Ιουδαϊκό έθνος, ενώ απέφευγαν να αναφέρουν ακόμη και το όνομά του. Συν τω χρόνω αυξάνονται και οι ιστορικές μαρτυρίες για τη ζωή και διδασκαλία του Ιησού (βλ. και Ανδρέα Κεφαλληνιάδη: ‘Μια τάξη γεμάτη απορίες’, εκδ. ‘Φωτοδότες’).
Ο Ιησούς στην Εκκλησία

Ο Ιησούς Χριστός ήταν και είναι Θεάνθρωπος και όχι απλός άνθρωπος. Οι αποδείξεις για την θεανθρωπότητά Του είναι οι εξής:
1. Οι θαυμαστές προφητείες γι’ αυτόν, που εκπληρώθηκαν στη ζωή και το έργο Του. Στις προφητείες της Π.Δ. αναγγέλλεται η θεϊκή του φύση: «Παιδί γεννήθηκε σε μας. Γιος μάς δόθηκε. Και η εξουσία του θα είναι πάνω στον ώμο του (δηλώνει τη θεότητά του). Και θα του δώσουν το όνομα: Μεγάλης Βουλής άγγελος, Θαυμαστός Σύμβουλος, Θεός Ισχυρός, Πατέρας του Μελλοντικού Αιώνα, Άρχοντας της ειρήνης» (Ησαΐας 9,5). Η Παλαιά Διαθήκη λοιπόν προετοιμάζει τον κόσμο για την έλευση του Χριστού, γι' αυτό και θεωρείται “παιδαγωγός εις Χριστόν”. Μερικές αντιπροσωπευτικές προφητείες:
Η Γένεση (49,10) αποκαλύπτει ότι ο Μεσσίας θα προερχόταν από τη φυλή του Ιούδα,
ο Ιερεμίας ανέφερε ότι θα είναι από τη γενιά του Δαυίδ (23,5)
και μίλησε για την σφαγή των νηπίων από τον αιμοσταγή Ηρώδη (38,15),
ενώ ο Δανιήλ προφήτευσε για την θεία γέννηση του Εκλεκτού (2,45)
και για την αδιάφθορη βασιλεία του Μεσσία (7,14).
Ο μεγάλος Ησαϊας αναφωνεί: “Να, η Παρθένος θα συλλάβει και θα γεννήσει υιόν, που θα ονομαστεί Εμμανουήλ (δηλ. ο Θεός μαζί μας)” (7,14)
και προφητεύει ότι ο Μεσσίας θα είναι απόγονος του Ιεσσαί (11,1).
Ο Μιχαίας εντοπίζει την Βηθλεέμ ως γενέτειρα του Χριστού (5,1).
Ο Ζαχαρίας επισημαίνει την τιμή της προδοσίας του Αναμάρτητου, δηλαδή τα 30 αργύρια (11,12),
αλλά και την θριαμβευτική είσοδό Του στην Ιερουσαλήμ πάνω σε γαϊδουράκι (9,9).
Ο Ησαϊας για τα Πάθη του Κυρίου προφήτευσε: “Αυτός τις αμαρτίες μας κουβαλάει και για μας υποφέρει” (53,4).
Ακόμη μας λέει ότι από τα πάθη Του εμείς γιατρευτήκαμε (53,5)
και πως παρέμεινε άφωνος μπροστά στους κατηγόρους Του (53,7).
Ο 22ος Ψαλμός μάς ενημερώνει πως στον Μεσσία θα τρυπούσαν χέρια και πόδια και πως θα πέθαινε με σταυρικό θάνατο (22,16) {ειπώθηκε σε εποχή που δεν ήταν γνωστός στους Ιουδαίους ο σταυρικός τρόπος θανάτου},
αλλά και ο Ψλμ. 69,21 πως στη δίψα Του θα του προσέφεραν ξύδι και χολή.
Μάλιστα θα τρυπούσαν και την πλευρά Του (Ζαχ. 12,10).
Παρόλα αυτά κανένα από τα οστά Του δεν θα έσπαζε (Ψλμ. 34,20),
ενώ στους δύο συσταυρούμενους ληστές (Ησ. 53,12) οι στρατιώτες έσπασαν τα σκέλη (για να επισπεύσουν τον θάνατο).
Τα ρούχα Του μάλιστα θα τα μοιράζονταν, ενώ για τον χιτώνα Του θα έβαζαν κλήρο (Ψλμ. 22,18).
Ο Αμώς μας πληροφορεί για την συσκότιση του ηλίου την ώρα της σταύρωσης του Ιησού (8,9)
και ο προφήτης Μαλαχίας προείπε για το φάρμακο αθανασίας, την Θεία Ευχαριστία και για την γέννηση του “θεολογικού δείκτη” του Μεσσία, τον Πρόδρομο Ιωάννη (3,1).
Σημαντική είναι η προφητεία του Ησαϊα, 800 χρόνια π.Χ., πως ενώ “ο τάφος του Μεσσία ορίστηκε με τους κακούργους, στον θάνατό Του στάθηκε με τον πλούσιο” (53,9). Και αυτό επαληθεύτηκε, αφού πέθανε βέβαια ανάμεσα σε δύο ληστές, αλλά θάφτηκε στον τάφο του πλούσιου βουλευτή της εποχής, του Ιωσήφ από την Αριμαθαία, ο οποίος και ζήτησε από τον Πιλάτο το άπνουν ένδοξο σώμα.
Για την ανάσταση του Εκλεκτού Υιού του Θεού, ο Δαυίδ προείπε: “Δεν θα εγκαταλείψεις την ψυχή μου στον άδη, ούτε θα επιτρέψεις στον άγιό σου να υποστεί σωματική αποσύνθεση” (Ψλμ. 16,10), πράγμα που μόνο στον Ιησού πραγματοποιήθηκε.
Εκτός βέβαια από τις Παλαιοδιαθηκικές προφητείες έχουν καταγραφτεί πλήθος άλλες προφητείες εξωβιβλικών λαών, που νοσταλγούν έναν ουράνιο σωτήρα της ανθρωπότητας. Ο Βολταίρος παρατήρησε ότι όλα τα μάτια και οι ελπίδες ήσαν στραμμένες στην Παλαιστίνη, απ’ όπου αναβλάστησε ‘η ρίζα του Ιεσαί’, ο Χριστός. Ο Σωκράτης στην Απολογία του αναφέρθηκε σε πνευματικό απεσταλμένο του Θεού, που θα ξυπνούσε από πνευματικό ύπνο τους Αθηναίους. Ο Πλάτωνας, στην Πολιτεία του, περιγράφει κάποιον Δίκαιο, που θα πάθει, θα μαστιγωθεί και θα καρφωθεί σε ξύλο. Στον Προμηθέα Δεσμώτη του Αισχύλου (στίχ. 1026-9), ο Ερμής προφητεύει πως ο Προμηθέας θα σωζόταν μόνο από Θεό, γιο Παρθένου, που θα κατέβαινε στον άδη, παίρνοντας πάνω Του τα πάθη των ανθρώπων. Ο Βούδας, 500 χρόνια π.Χ., δήλωσε ότι ‘μετά από 500 χρόνια η διδασκαλία μου θα εξασθενήσει’. Αλλά και ο Κομφούκιος (Κίνα, 6ος π.Χ. αι.) αποκάλυψε: ‘δεν μου δόθηκε η ικανοποίηση να δω έναν Θεάνθρωπο’ (βλ. Λ. Φιλιππίδη: Ιστορία της Εποχής της Κ.Δ., Αθ. 1958 & Νικολάου Γ. Νευράκη: Ο Χριστός και ο Καινούριος Κόσμος του Θεού, Αθ. 1989).
2. Οι διώξεις, μαστιγώσεις, φυλακίσεις και το μαρτυρικό τέλος των 10 αποστόλων Του (εκτός από τον Ιούδα που απαγχονίσθηκε και τον Ιωάννη το Θεολόγο που πέθανε σε μεγάλη ηλικία), που δεν θα δεχόντουσαν να τα υποστούν για μια αόριστη φήμη περί αναστάσεως του Ιησού. Ήσαν απολύτως πεπεισμένοι εξ ιδίων οφθαλμών, ιδίας ακοής και ψηλαφήσεως για τη θεότητά Του (Α΄ Ιω. 1,1). Άλλωστε, δεν θυσιάζεται κάποιος για ένα ψέμα, αλλά για μια ατράνταχτη αλήθεια που αλλάζει τη ζωή και τη σκέψη. Έχουμε ισχυρές ιστορικές πηγές που πιστοποιούν ότι:
- O απόστολος Πέτρος μαρτύρησε επί Νέρωνος στη Ρώμη πάνω σε σταυρό,

- O άγιος Ανδρέας μαρτύρησε πάνω σε σταυρό στη Πάτρα,

- O άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος και Ευαγγελιστής υπέστη κακουχίες και βασανισμούς, εξορίστηκε στη Πάτμο επειδή πίστευε στο Χριστό, προς το τέλος του 1ου αιώνα, και κοιμήθηκε εν ειρήνη στην Έφεσο.
- Ο Ιάκωβος, υιός Ζεβεδαίου θανατώθηκε από τον Ηρώδη,

- O Φίλιππος σταυρώθηκε ανάποδα στην Ιεράπολη της Φρυγίας,

- O Βαρθολομαίος (ταυτίζεται με τον Ναθαναήλ) κήρυξε στην Ινδία (δηλ. στην Αρμενία), όπου και μαρτύρησε,

- O Ματθαίος ο Ευαγγελιστής κήρυξε στην Αιθιοπία (δηλ. στη Κολχίδα) και την Περσία, όπου και μαρτύρησε,
- O λεγόμενος αρχικά δύσπιστος Θωμάς κήρυξε στην ανατολή την ανάσταση του Χριστού, όπου και μαρτύρησε δια λογχισμού,

- O Ιάκωβος, υιός Αλφαίου κήρυξε το ευαγγέλιο στην Αίγυπτο και σταυρώθηκε στη πόλη Ostracina.

- Ο Ιούδας ο Θαδδαίος ή Λεββαίος πιθανόν μαρτύρησε στην Έδεσσα της Συρίας.

- Ο Σίμων ο Ζηλωτής ή Κανανίτης αναφέρεται από πολλές πηγές ότι μαρτύρησε χωρίς να γνωρίζουμε τον τόπο του μαρτυρίου του.

- Ο Ματθίας κήρυξε μεν στα Ιεροσόλυμα, όπως λέει και ο άγιος Ιππόλυτος, αλλά λιθοβολήθηκε και έπειτα αποκεφαλίστηκε.

- Από τους Εβδομήκοντα αποστόλους ο Στέφανος ο Αρχιδιάκονος και Πρωτομάρτυς λιθοβολήθηκε από τους Ιουδαίους στα Ιεροσόλυμα,

- O Ιάκωβος ο Αδελφόθεος, πρώτος επίσκοπος Ιεροσολύμων, λιθοβολήθηκε έως θανάτου από τους Εβραίους.

- Ο Μάρκος ο Ευαγγελιστής κήρυξε στην Αλεξάνδρεια, όπου μαρτύρησε έχοντας συρθεί στους δρόμους της πόλης και στη συνέχεια ρίχτηκε στην πυρά.

- Ο Λουκάς ο ευαγγελιστής σταυρώθηκε πάνω σε ελιά.

- Οι απόστολοι Ολυμπάς και Ροδίων μαρτύρησαν μαζί στη Ρώμη δι’αποκεφαλισμού.

- Οι απόστολοι Αρίσταρχος, Πούδης και Τρόφιμος μαρτύρησαν μαζί με το Παύλο στη Ρώμη δι’ αποκεφαλισμού.

- Γνωρίζουμε ακόμη το μαρτύριο του Συμεώνος υιού του Κλεώπα, ο οποίος υπήρξε 2ος επίσκοπος Ιεροσολύμων και σταυρώθηκε επί Τραϊανού.

- Τέλος, γνωρίζουμε από τον Κλήμη τον Αλεξανδρέα και τον Ευσέβιο ότι και αυτή η σύζυγος του αποστόλου Πέτρου μαρτύρησε, αφού τον ακολούθησε σε πολλές περιοδείες του (βλ.  www.oodegr.com/oode/grafi/kritiki/ma8ites1.htmwww.oodegr.com/oode/grafi/kritiki/ma8ites1.htm/, άρθρο: Οι απόστολοι που θυσιάστηκαν για την πίστη τους).
3. Η μαρτυρία του αποστόλου Παύλου, που υπήρξε αρχικά ως Σαούλ σκληρός διώκτης των χριστιανών, ενώ όταν έγινε χριστιανός μετά από προσωπική αγιοπνευματική συνάντηση με τον ίδιο τον αναστημένο Χριστό, υπέστη ραβδισμούς, εξορίες, φυλακίσεις, ναυάγια, μεγάλες ταλαιπωρίες και αυτόν τον θάνατο χάριν του Χριστού.
4. Η αλήθεια της Καινής Διαθήκης. Μερικά στοιχεία:
Επισημαίνεται στα Ευαγγέλια (γράφτηκαν 60-100 μ.Χ.) ότι στον κήπο της Γεθσημανή και κατά την αναμονή της σύλληψης του Κυρίου, το πρόσωπό Του έσταζε χοντρές σταγόνες ιδρώτα και αίμα (Λουκ. 22,44). Αυτό επαληθεύεται σήμερα ότι μπορεί να συμβεί σε καταστάσεις υψηλού στρες και μεγάλης αγωνίας.
Από την πληγή Του πάνω στο σταυρό, μας πληροφορεί ο ευαγγελιστής Ιωάννης, και μετά το λογχισμό που υπέστη, έτρεξε αίμα και νερό (19,34). Ο ορός αυτός (νερό και αιμοσφαίρια), που σχηματίζεται στο περικάρδιο ενός νεκρού ανθρώπου και σταματά την κίνηση της καρδιάς, είναι σήμερα μια μοναδική ιατροδικαστική απόδειξη ότι ο αρχηγός της Ζωής είχε πράγματι πεθάνει.
Συγχώρεσε τους σταυρωτές Του από το σταυρό που ήταν καρφωμένος, και λίγο πριν ξεψυχήσει, μέσα σε μεγάλη οδύνη και πόνο. Το γεγονός σημαίνει πως δεν υπήρξε συμφεροντολόγος θρησκειοφιλόσοφος, αλλά αληθινός και γνήσιος διδάσκαλος.
Τοπωνύμια, πρόσωπα, πολιτικοί και θρησκευτικοί τίτλοι, ονόματα, συνήθειες της εποχής Του κ.α., αποδείχθηκαν από την αρχαιολογία απολύτως ιστορικά και πραγματικά, ώστε να θαυμάζει κανείς για την σοβαρότητα των διηγήσεων. Μερικά στοιχεία:
- Σε ανασκαφή του 1961, και σε μια μικρή επιγραφή θεάτρου στο μεσογειακό λιμάνι της Καισάρειας, αποδείχθηκε ότι υπήρξε πράγματι ο Πόντιος Πιλάτος. Μέχρι τότε αμφισβητείτο το όνομα αυτό.
–Μέχρι το 1910 πιστευόταν ότι το Ικόνιο ήταν πόλη της Λυκαονίας και όχι της Φρυγίας, όπως έγραφε ο ευαγγελιστής Λουκάς. Τότε όμως ο αρχαιολόγος σερ Γουίλιαμ Ράμσεϊ με την ανακάλυψη μνημείου (και αργότερα με άλλες ανακαλύψεις διαφόρων) δικαίωσε την πληροφορία του τρίτου Ευαγγελίου.
–Πληροφορίες ιστορικές ακόμη δεν υπήρχαν για τον “τετράρχη Λυσανία”, που έδρασε στην Αβιληνή, εκτός από τις καταγραφές του ευαγγελιστή Λουκά. Αρχαιολογικό όμως εύρημα κοντά στην Δαμασκό, της εποχής του 29 μ.Χ., επιβεβαίωσε και πάλι την διήγηση του Λουκά.

–Ο Λουκάς και πάλι μας δίνει την μοναδική ιστορική καταγραφή του “ανθύπατου Σέργιου Παύλου” (Πράξ. 13,7), ο οποίος είχε εξουσία στην Κύπρο. Επιγραφή του 55 μ.Χ., που βρέθηκε στα μέσα του 19ου αι., πιστοποιεί το όνομα και την ιδιότητα του μνημονευθέντος ανδρός.

–Σε ιεραποστολικό ταξίδι του απ. Παύλου στην Έφεσο, εναντιώθηκαν σε αυτόν οι αργυροχόοι που επωφελούνταν από αγαλματίδια της θεάς Αρτέμιδος (Πράξ. 19,35). Μετά από ανασκαφική δραστηριότητα όχι μόνο βρέθηκαν διάφορα ειδώλια προς τιμήν της θεάς στην αρχαία Έφεσο, αλλά και ο ίδιος ο περί ου ο λόγος ναός.

–Η αναφορά ακόμη του Λουκά στον Γαλλίωνα, ανθύπατο της Αχαϊας, έχει εξακριβωθεί από επιγραφή που αναφέρεται ακριβώς σ' αυτόν τον “Λούκιο Ιούνιο Γαλλίωνα”.

–Ανασκαφές επίσης στην Κόρινθο αποκάλυψαν ότι ο Γάϊος, που αναφέρεται από τον απ. Παύλο στην προς Ρωμαίους επιστολή του (16,23), ήταν υπεύθυνος για τα δημόσια έργα στην Κόρινθο. Συνεργεί λοιπόν η αρχαιολογική σκαπάνη στην αλήθεια της Αγίας Γραφής και συμπληρώνει το έργο της, σε αντίθεση με τις αντιεπιστημονικές απόψεις διαφόρων αθέων στοχαστών.
–Ανακαλύφθηκε ακόμη και το «Λιθόστρωτο», ο τόπος που δικάστηκε ο Ιησούς, ενώ δεν υπήρχε πρωτύτερα καμία άλλη εκτός της Γραφής (Ιω. 19,13) μαρτυρία.
–Προσδιορίστηκε και ο χώρος της «Κολυμβήθρας της Βηθεσδά», που και πάλι αναφέρεται μόνο από την Καινή Διαθήκη, κατά τη διάρκεια ανασκαφών το 1988.
–Επιγραφή που βρέθηκε κοντά στο θέατρο της παλαιάς Κορίνθου αποδεικνύει αληθινό και πάλι τον απ. Παύλο, όταν γράφοντας στους Ρωμαίους (16,23) αναφέρει κάποιον Έραστο ως αξιωματούχο της πόλης
(βλ. Josh McDowell: (α)‘ζητώ Αποδείξεις’, εκδ. ‘Ο Λόγος’, Πειραιάς 2005 & (β) ‘Άχρηστο το μυαλό στην πίστη;’, εκδ. ‘Ο Λόγος’, 2002).
Οι ευαγγελιστές λένε ωμή την αλήθεια, όλη την αλήθεια, χωρίς να ντρέπονται, με μεγάλη ειλικρίνεια και χωρίς πάθος. Λχ.
- δεν διστάζουν να γράψουν ότι ο κορυφαίος απόστολος Πέτρος φοβήθηκε για τη ζωή του μπροστά σε τρείς υπηρέτες και εγκατέλειψε τον Χριστό,

- ότι ο Χριστός επίσης προδόθηκε από ένα μαθητή του, τον Ιούδα,

- ότι ακόμη και ο Χριστός είχε κλονιστεί ως άνθρωπος λίγο πριν τον σταυρικό θάνατό του και έπεφτε ο ιδρώτας του με χοντρές σταγόνες στη γη,

- ότι όλοι οι μαθητές του τον εγκατέλειψαν στις πιο δύσκολες στιγμές του,

- ότι δεν καταλάβαιναν συχνά τα όσα τους δίδασκε,

- ότι μάλωναν και ζήλευαν μεταξύ τους για πρωτοκαθεδρίες,

- ότι συγκρούστηκαν κάποτε διαλεκτικά οι μεγάλοι απόστολοι Πέτρος και Παύλος, όσον αφορά το αν έπρεπε να τηρούνται οι ιουδαϊκές συνήθειες από τους εξ εθνών χριστιανούς,

- ότι το σκεύος εκλογής, ο θείος Παύλος, υπήρξε πριν τη γνωριμία του με το Χριστό σκληρός πολέμιος των χριστιανών,
- ότι οι ίδιοι οι μαθητές του Χριστού δεν πίστευαν στην ανάστασή του και κατηγόρησαν ως μισότρελες της μυροφόρες και πολλά άλλα.
Έπειτα περιγράφουν τα γεγονότα, ακόμα και τα πιο δυσάρεστα χωρίς πάθος και καμία αντιπάθεια.
- Π.χ. αν και άφησαν οι μαθητές Του οικογένειες, περιουσίες, εργασία, και υπέστησαν φυλακίσεις, διωγμούς και θανάτους υπέρ του Χριστού, όταν αναφέρονται γραπτώς σε γεγονότα των κατεξοχήν υπαίτιων για τα κακοπαθήματά τους, δηλ. του Ιούδα, του Πιλάτου, των σταυρωτών του Χριστού στρατιωτών κ.α., δεν τους κακολογούν, δεν ξεστομίζουν εκφράσεις άγριες εναντίον τους, αλλά περιγράφουν τα πάντα ψυχρά, ιστορικά, αντικειμενικά, και μάλιστα αρμονικά μεταξύ τους. Αυτό σημαίνει αυθεντικότητα και αξιοπιστία.
- Διαφορετικά, αν έγραφαν οι ευαγγελιστές ή ο Παύλος παραμύθια, θα έγραφαν π.χ. για τον Χριστό ότι έλαμπε πάνω στο σταυρό, ότι ήταν μοναδικός και ιδιαίτερα θεϊκός όσο συναναστρεφόταν τους ανθρώπους, ότι άνοιγε τους ουρανούς με τις προσευχές του, ότι γελούσε όταν βασανιζόταν γιατί δεν πονούσε, και τόσα άλλα, που βλέπουμε σε παιδικά παραμύθια ή σε απόκρυφα κείμενα. Τίποτε από αυτά. Η εξουσία και δύναμη του Χριστού περιγράφεται τόσο πεζά, και χωρίς εξιδανικεύσεις, που απορεί κανείς με την αλήθεια, την απλότητα και την ειλικρίνεια των γραφομένων
(βλ. και αρχιμ. Βασ. Μπακογιάννη: ‘Θρησκείες: Πλάνη;’, εκδ. Ν. Παναγόπουλου, Αθ. 1995).
Όσα περιγράφουν ότι θα συμβούν η Π.Δ. και η Κ.Δ. συνέβησαν πραγματικά και αληθινά και ακόμη ειδοποιούν για τα μελλούμενα να συμβούν γεγονότα:
- Για την Θεοτόκο λ.χ. αναφέρει η Κ.Δ. ότι θα την μακαρίζουν όλες οι γενεές (Λουκ. 1,48), γεγονός που συνέβη και ισχύει εδώ και 2.000 χρόνια.
- Για τον Χριστό αναφέρει ότι θα είναι ‘σημείον αντιλεγόμενον’ (Λουκ. 2,34), δηλαδή ότι θα αποκτήσει πολλούς φίλους αλλά και πολλούς εχθρούς, όπως ισχύει μέχρι και σήμερα.

- Όταν υψωθώ, λέγει ο Χριστός (μετά την ανάληψή Του), θα τραβήξω όλους κοντά μου (ως πνευματικός μαγνήτης). Αυτό και συνέβη στα εκατομμύρια των πιστών χριστιανών.

- Το νέφος εκατομμυρίων μαρτύρων (αν και είχε προείπει ο Χριστός ότι οι πιστοί του θα διωχθούν και θα θανατωθούν), οι χιλιάδες άγιοι και τα θαύματά τους, η στροφή σ’ αυτόν χιλιάδων Ισραηλιτών (αν και απαγορευόταν να θεοποιήσουν άνθρωπο), πιστοποιούν την αλήθεια της Εκκλησίας και την ανάστασή Του.
- Ο Χριστός είχε ακόμη πει: «Γκρεμίστε τον ναό αυτόν και σε τρεις ημέρες θα τον οικοδομήσω και πάλι» (Ιω. 2,19). Μετά την ανάστασή Του έγινε γνωστό ότι ως ναό εννοούσε το άχραντο σώμα Του.
- Οι προφητείες που ο ίδιος ο Χριστός εξήγγειλε πραγματοποιήθηκαν. Είχε πει ότι η Εκκλησία Του δεν θα καταστραφεί ποτέ (Ματθ. 16,18) και ότι η Ιερουσαλήμ θα καταστρεφόταν ολοσχερώς ( Ματθ. 24,2). Αυτό έγινε ιστορικά το 70 μ.Χ. από τα ρωμαϊκά στρατεύματα.
Και προς τα πίσω:
- Τα άφθαρτα λείψανα και η θαυματουργία πολλών αγίων υποδεικνύουν την σωματική ανάσταση και τα θαύματα του Χριστού.
- Η διορατικότητα και προορατικότητα σύγχρονων μακαριστών γεροντάδων (Παϊσίου, Πορφυρίου, Ιακώβου Τσαλίκη κ.α.) αποδεικνύει την προορατική αγία φύση του Χριστού, όταν λ.χ. είπε κάποτε στον Ναθαναήλ: «προτού σε φωνάξει ο Φίλιππος σε είδα (πνευματικά) να βρίσκεσαι κάτω από τη συκιά» (Ιω. 1,49). Προφανώς ο απόστολος προσευχόταν μυστικά και θερμά στον Θεό.
Οι ειδικοί επιστήμονες μελετούν σήμερα πάνω από 600.000 τουλάχιστον μικρά και μεγάλα τμήματα αντιγράφων της ελληνικής Αγίας Γραφής (Παλαιάς και Καινής Διαθήκης),
που απέχουν ελάχιστα χρόνια από τα πρωτότυπα κείμενα και που διαφέρουν μεταξύ τους μόνο σε ορισμένες λεπτομέρειες. Το χειρόγραφο π.χ. John Ryland, που περιέχει τμήμα του Κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, χρονολογείται περί το 130 μ.Χ., δηλαδή 30 μόλις χρόνια περίπου μετά την συγγραφή του τελευταίου ευαγγελίου!, ενώ για την Π.Δ. τα αρχαιότερα κείμενα που διαθέτουμε ανακαλύφθησαν το 1947 στη Νεκρά Θάλασσα και χρονολογούνται από τον 1ο π.Χ. αι. Οι χριστιανικές ελληνικές Γραφές είναι τα αρχαιότερα και πολυπληθέστερα διασωθέντα χειρόγραφα, σε αντίθεση με όλα τα άλλα διασωθέντα των Ελλήνων και Ρωμαίων αρχαίων συγγραφέων (Πλάτωνα, Θουκιδίδη, Σοφοκλή, Αριστοτέλη, Ιουλίου Καίσαρα κ.α.), που απέχουν από την χρονολογία πρωτότυπης συγγραφής τους από 1.000 (Ιούλιος Καίσαρας) έως και 1.600 περίπου χρόνια (Κάτουλλος).
Τα μοναδικά θαύματα που πραγματοποίησε ο Κύριος, αποδεικνύουν τη θεότητά Του.
Δεν είχαν γίνει πριν απ’ αυτόν, ούτε θα γίνουν ξανά ποτέ παρόμοια. Διότι θεράπευσε παράλυτους, τυφλούς, κωφούς, ανάπηρους, ανέστησε νεκρούς, γαλήνεψε τρικυμίες κ.λπ., ενώ δεν θα χωρούσε ο κόσμος όλος τα γραφόμενα σε βιβλία θαύματά Του, σύμφωνα με τον ευαγγελιστή Ιωάννη (21,25). Με αυθυποβολή δεν έχουν φυσικά γίνει ποτέ θεραπείες όγκων ή αναστάσεις νεκρών, ενώ η υπόθεση ότι μόνο το 10% του εγκεφάλου μας χρησιμοποιείται αποτελεί σύγχρονο μύθο που αρνούνται οι νευροεπιστήμες (βλ. περιδ. Discovery and Science, τ. 2, 2005). Η ακαϊα στις πυροβασίες των αναστενάρηδων, Ελλαδικώς και παγκοσμίως -και μάλιστα πατώντας ξυπόλητοι σε κάρβουνα θερμοκρασίας πάνω από 800ο C χωρίς το παραμικρό έγκαυμα- αποδεικνύει ότι υπάρχουν υπερφυσικές δυνάμεις για τις οποίες η επιστήμη δεν γνωρίζει την προέλευση και την ουσία τους. Υπνωτισμένος άλλωστε μπορεί να μείνει κάποιος το πολύ μέχρι έξι ώρες. Ούτε βέβαια θεραπεύονται δια του υπνωτισμού οι οργανικές παθήσεις, ούτε προσθέτει ο υπνωτισμός κάποια νέα δύναμη θεραπείας πέραν της φυσιολογικής των ανθρώπων εν εγρηγόρσει ευρισκομένων. Τέλος, τα θαύματα του Κυρίου γίνονταν δημόσια, στο φως της ημέρας και τα έβλεπαν καθημερινά και οι ενάντιοι σ’ αυτόν, ώστε να μένουν στη συνέχεια αναπολόγητοι στο κήρυγμα των αποστόλων. Όχι μόνο ο Πέτρος ονομάζει τον εαυτό του «μάρτυρα των παθημάτων του Χριστού» (Α’ Πέτρ. 5,1), αλλά και καταδεικνύει, στο κήρυγμά του προς τους ομοεθνείς του, τον συγκεκριμένο Ιησού από Ναζαρέτ, του οποίου ο Θεός απέδειξε την θεία Του καταγωγή με θαύματα και σημεία εξαίρετα, «όπως και εσείς τα γνωρίζετε» (Πράξ. 2,22)
5. Οι πρώιμοι εκκλησιαστικοί Πατέρες και συγγραφείς (πολύ κοντά στα γεγονότα του Θείου Πάθους) αναγνωρίζουν τον Χριστό ως Θεό επί της γης,
πολύ πριν αναγνωριστεί επίσημα από όλες τις τοπικές Εκκλησίες ο Κανόνας των γνησίων βιβλίων της Καινής Διαθήκης (που έτσι και αλλιώς διαβάζονταν στις συνάξεις των χριστιανών ως γνήσια αποστολικά κείμενα). Τονίζουν μάλιστα ότι γεννήθηκε από την Παρθένο Μαρία και από το Άγιο Πνεύμα για την δική μας σωτηρία. Τον θεωρούν ίσο με τα άλλα της Τριάδος πρόσωπα. Ο Χριστός μάλιστα προϋπήρχε και έχει συνεχή δεσμό με τον Πατέρα. Διδάσκουν ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο Κύριός μας, ο αιώνιος αρχιερέας, ο Υιός του Θεού. Είναι παντοδύναμος και σύνθρονος με τον Πατέρα. Συνδημιουργός με τον Θεό, λυτρωτής και μελλοντικός κριτής, Θεός ο ίδιος. Ο Χριστός είναι ο επί πάντων Θεός, ο οποίος ξέπλυνε τις αμαρτίες της ανθρωπότητας. Αδύνατον μάλιστα ο χριστιανός να θεωθεί αν δεν πιστεύει στην θεότητα του Χριστού. Τέλος, ο Χριστός είναι ο Θεός μας και μάλιστα Θεός των κρυπτών δυνάμεων. Οι πρώιμες αυτές, ιστορικές και θεολογικές μαρτυρίες της αρχαίας Εκκλησίας ανήκουν στους:
Κλήμεντα Ρώμης (101 μ.Χ.)
Ø Ιγνάτιο Αντιοχείας, τον Θεοφόρο (μόλις το 110 μ.Χ.),
Πολύκαρπο Σμύρνης (115 μ.Χ.)
Επιστολή Βαρνάβα (135 μ.Χ.)
Διδαχή των Δώδεκα Αποστόλων (140 μ.Χ.)
Ø Απολογητή Αριστείδη (140 μ.Χ.)
Ιουστίνο, το φιλόσοφο και μάρτυρα (150 μ.Χ.)
Ø Τατιανό το Σύρο (170 μ.Χ.)
Ø Μελίτωνα Σάρδεων (177 μ.Χ.)
Ø Ειρηναίο Λουγδούνου (189 μ.Χ.)
Ø Κλήμεντα Αλεξανδρέα (200 μ.Χ.)
Ø Τερτυλλιανός (210 μ.Χ.)
Νοβατιανό (220 μ.Χ.)
Ø Ιππόλυτο (230 μ.Χ.)
Ø Ωριγένη (250 μ.Χ.)
Κυπριανό Καρθαγένης (250 μ.Χ.)
Γρηγόριο τον Θαυματουργό (265 μ.Χ.)
Αρνόβιο (305 μ.Χ.)
(βλ..www.oodegr.com/oode/theos/airetika/da_vinci3.htm & www.impantokratoros.gr
6. Οι αδιάψευστες μαρτυρίες των Κατακομβών (υπόγειες στοές-τάφοι-καταφύγια των χριστιανών σε περιόδους διωγμών) πιστοποιούν την πίστη των διωκομένων χριστιανών στη θεότητα του Χριστού, ήδη από τα μέσα του 2ου αιώνα. Ιδιαίτερα η παράσταση του Καλού Ποιμένα, τα σύμβολα ΙΧΘΥΣ (Ιησούς Χριστός Θεού Υιός Σωτήρ) και το πρώτο και τελευταίο γράμμα της αλφαβήτου Α και Ω για τον Χριστό, που παραπέμπει κι αυτό στην θεότητά του, όπως διακηρύσσεται στην Αποκάλυψη (κεφ. 1, 21 & 22) (βλ. Ιεράς Μητροπόλεως Σύρου: Πρακτικά Β΄ Επιστημονικής Ημερίδος, Κατακόμβες της Μήλου, Μήλος 2010 & Σπύρου Φίλου: Απάντηση (κριτική) στον κώδικα ντα βίντσι, εκδ. Πέργαμος, 2007).


Ιησούς Χριστός, ο προ αιώνων Θεός

Όταν ο Ιησούς ρώτησε τους μαθητές του «ποιος λένε οι άνθρωποι ότι είμαι;», εκείνοι απάντησαν ότι τον θεωρούν ότι είναι είτε ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, είτε ο προφήτης Ηλίας, είτε ο προφήτης Ιερεμίας είτε κάποιος άλλος μεγάλος προφήτης. Ο Ιησούς τότε τους ρώτησε: ‘Εσείς, ποιος λέτε ότι είμαι;’ Αμέσως ο απόστολος Πέτρος απάντησε: «Εσύ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του ζωντανού» (Ματθ. 16,15-16). Ο Χριστός επαίνεσε την αποκάλυψη που δέχθηκε εκείνη την ώρα ο Πέτρος και του είπε μάλιστα ότι πάνω στη δυνατή αυτή πίστη (τον βράχο της πίστεως) θα οικοδομήσει την Εκκλησία Του, ώστε οι πύλες του άδου να μην μπορούν να την σαλεύσουν. Έκτοτε, και μετά ιδίως την ανάστασή Του, οι απόστολοι βασισμένοι σ’ αυτήν την πίστη σχημάτισαν την πρώτη Εκκλησία Του, με τα φλογερά κηρύγματά τους, την αγιοπνευματική θαυματουργία τους, τα φοβερά μαρτύρια που υπέστησαν και τέλος το θάνατό τους στο όνομα Εκείνου, τον οποίον, μετά την ανάστασή του, είδαν επανειλημμένως μπροστά τους, ενώ παράλληλα τους ενίσχυσε, τους δίδαξε, τους καθοδήγησε, τους ερμήνευσε τις Γραφές, μέχρις ότου αναληφθεί. Άλλωστε ένας πατέρας γνωρίζεται καλύτερα από τα παιδιά του και όχι από τους εκτός οικογενείας. Τα (πνευματικά) παιδιά του Χριστού ήσαν οι άγιοι απόστολοι, που κατέγραψαν ότι ήταν Θεός επί γης. Ακόμη, ο νομοδιδάσκαλος Γαμαλιήλ, κατά τη διάρκεια της δίκης των αποστόλων Πέτρου και Ιωάννου, αν και δεν ήταν χριστιανός, σοφά αποκάλυψε: «Ό,τι είναι εκ Θεού δεν χάνεται» (Πράξ. 5,38-39). Το γεγονός επαληθεύτηκε μέχρι σήμερα με την εξάπλωση της χριστιανικής διδασκαλίας στα πέρατα του κόσμου (βλ. και ‘Θρησκείες: Πλάνη;’).
Ο Ιησούς Χριστός επομένως, και σύμφωνα με την αλήθεια της Εκκλησίας, την εμπειρία των αγίων, τις Παλαιοδιαθηκικές προφητείες, τις εν Πνεύματι αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων, την λειτουργική μαρτυρία:
1. Είναι Θεάνθρωπος: Σύμφωνα με τον ευαγγελιστή Ιωάννη, τον Θεολόγο της Πρώτης Εκκλησίας, «Στην αρχή ήταν ο Λόγος και ο Λόγος ήταν Θεός…. Ο Λόγος έγινε άνθρωπος και σκήνωσε ανάμεσά μας, και είδαμε τη δόξα του, δόξα που έχει ο μονογενής Υιός από τον Πατέρα του, πλήρης χάριτος και αληθείας» (Ιω. 1,1-14). Ο απ. Παύλος, που μαρτύρησε για τον Χριστό, ενώ αρχικά ήταν σκληρός διώκτης των χριστιανών, γράφει στους Γαλάτες: «Όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, έστειλε ο Θεός τον Υιό του, που γεννήθηκε από γυναίκα, υποτάχθηκε στο νόμο, για να εξαγοράσει τους υπό τον νόμο, ώστε να απολαύσουμε την υιοθεσία» (4,5).
2. Είναι αδιάσπαστα ενωμένος με τον υπερτέλειο και άπειρο Θεό: «Εγώ και ο Πατέρας μου είμαστε ένα» (Ιωάννη 10,30), διακηρύσσει ο ίδιος. Στον απόστολο Φίλιππο, που του ζήτησε κάποτε να τους αποκαλύψει τον Πατέρα του, τού λέγει: «Τόσο καιρό είμαι μαζί σας Φίλιππε και δεν με γνώρισες;» (Ιω. 14, 8-10). Και στον απόστολο Θωμά, που ρώτησε να μάθει τον δρόμο προς τον Θεό, απαντά: «Εγώ είμαι ο δρόμος, η αλήθεια και η ζωή».
3. Είναι Θεός ο ίδιος: Ο απόστολος των εθνών γράφει: «Αν και είχε την Θεότητα εκ φύσεως (εν μορφή Θεού υπάρχων), δεν φοβήθηκε να αφήσει τη δόξα του. Αλλά ταπεινώθηκε (εαυτόν εκένωσε), λαμβάνοντας μορφή ανθρώπου» (Φιλιπ. 2,6-7). Ο δύσπιστος απόστολος Θωμάς, βλέποντάς τον αναστημένο, ομολογεί: «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου» (Ιω. 20,28). Ο Ιησούς όχι μόνο δεν τον διορθώνει, αλλά του λέει: ‘επειδή με είδες Θωμά πίστεψες; Μακάριοι όσοι θα πιστέψουν χωρίς να με δουν’ (εννοείται με τα σωματικά τους μάτια). Στους Ιουδαίους δήλωσε: «Πριν καν υπάρξει ο Αβραάμ, Εγώ Είμαι» (Ιω. 8,58). Οι Ιουδαίοι εξέλαβαν τα λόγια Του (όπως και φυσικά ήταν) ως ταύτισή του με τον ύψιστο Θεό. Γι’ αυτό και πήραν πέτρες να τον λιθοβολήσουν. Γιατί πράγματι ο Θεός χρησιμοποιεί για τον εαυτόν του την έκφραση «Εγώ Είμαι» στην Π.Δ. (Έξοδος 3,14). Ο Ιησούς Χριστός, στην Αποκάλυψη, λέγει περί εαυτού: «Εγώ είμαι το Α και το Ω, Εκείνος που υπάρχει, υπήρχε και θα έλθει και πάλι, ο Παντοκράτορας» (1,8) και ακόμη: «Ο πρώτος και ο τελευταίος, η Αρχή και το Τέλος» (22,13).
Η πίστη της Εκκλησίας για το πρόσωπο του Κυρίου εκφράζεται άριστα στον σχετικό Όρο της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου (451 μ.Χ.), που διακήρυξε ότι ο Χριστός:
είναι ομοούσιος με τον Θεό Πατέρα του,
είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος,
έχει δύο φύσεις τέλειες, τη θεία και την ανθρώπινη, που συνυπάρχουν αρμονικά και ασύγχυτα στο ένα του πρόσωπο, το πρόσωπο του Υιού και Λόγου του Θεού, του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος.
Γεννήθηκε από τον Πατέρα του έξω από το χρόνο και «προ πάντων των αιώνων»,
ενώ μέσα στο χρόνο γεννήθηκε ως άνθρωπος από την Παναγία Θεοτόκο, όταν έκρινε ο Θεός ότι έφτασε ο κατάλληλος καιρός (το πλήρωμα του χρόνου).
Γιατί όμως ο Κύριος γεννήθηκε από Παρθένο; Γιατί η γέννησή του έπρεπε να έχει πάρει αυτή την ιδιαίτερη μορφή;
Ωραιότατα στο σημείο αυτό μας απαντά ο Κάλλιστος Ware, επίσκοπος Διοκλείας: Η παρθενική γέννηση υποδεικνύει, είναι ‘σημείο’, της μοναδικότητας του Υιού. Σημαίνει ότι το παιδί της Μαρίας είναι άνθρωπος, αλλά δεν είναι μόνο άνθρωπος. Είναι περιχωρούμενος και υπερβατικός, μέσα στην ιστορία, αλλά και δημιουργός της ιστορίας. Η γέννησή του δεν εξηγείται παρά μόνο αν αποδοθεί σε Θεία πρωτοβουλία. Η ενσάρκωση δεν υποδηλώνει ένα νέο άνθρωπο που γεννήθηκε στον κόσμο. Αλλά τον ίδιο τον Υιό του Θεού, ο οποίος ενώ προϋπήρχε αιώνια, έλαβε και ανθρώπινη μορφή και έγινε όμοιος με μας σε όλα, εκτός από την αμαρτία. Η παρθενική γέννηση λοιπόν υποστηρίζει και επισημαίνει την αιώνια προΰπαρξη του Υιού του Θεού. Και δίκαια η Παρθένος Μαρία ονομάζεται Θεοτόκος, αφού ο γιός της δεν είναι άλλος από τον μονογενή Υιό του Θεού (βλ. ‘Ο Ορθόδοξος Δρόμος, εκδ. Επτάλοφος, 1994, σελ. 90-91).
Συνοπτικά και ευκρινέστατα ο χριστιανικός ύμνος του Ρωμανού του Μελωδού διατυπώνει την πίστη της Εκκλησίας στο πρόσωπο του Κυρίου ως εξής: «Παιδίον νέον, ο προ αιώνων Θεός».
http://www.egolpion.com/proswpo_xristou.el.aspx