Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2011

Αναστάσιμα - Εξαποστειλάρια

Το Α'.
Τοίς μαθηταίς συνέλθωμεν
εν όρει Γαλιλαίας,
πίστει Χριστόν θεάσασθαι,
λέγοντα εξουσίαν
λαβείν των άνω και κάτω·
μάθωμεν πώς διδάσκει,
βαπτίζειν εις το όνομα
του Πατρός έθνη πάντα
και του Υιού
και αγίου Πνεύματος και συνείναι
τοίς μύσταις, ως υπέσχετο,
έως της συντελείας.

Ας συγκεντρωθούμε μαζί με τους μαθητάς του Κυρίου στο όρος της Γαλιλαίας, όπως τους ώρισε Εκείνος, και με πίστι πολλή ας κυττάξωμε τον αναστάντα Χριστό και ας τον ακούσωμε να λέη, ότι επήρε πλέον και με την ανθρωπίνη φύσι του την εξουσία του ουρανού και της γης· να μάθωμεν ακόμη κατά ποίο τρόπο διδάσκει να βαπτίζουν οι μαθηταί του όλους εκείνους που ανήκουν ακόμη στα ειδωλολατρικά έθνη, στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος· και ότι θα μείνη μαζύ με τους μαθητάς του καθώς Εκείνος έδωκε την υπόσχεσι, μέχρι της συντελείας των αιώνων.
Εάν φαντασθούμε μια τέτοια κοινή συγκέντρωσι με το Χριστό και τους μαθητάς του, η ψυχή μας σκιρτάει από ανέκφραστη χαρά. Είναι μικρό να βλέπης τον αναστημένο Χριστό και να σού ομιλή για την δόξα του και να σε διδάσκη το θέλημά του; Ευσεβείς πόθοι του εκκλησιαστικού υμνογράφου, θα ειπούν μερικοί. Και όμως δεν είναι έτσι. Αρκεί να σκεφθούμε την ευχαριστιακή σύναξι της Κυριακής, δηλαδή την συμμετοχή μας στην Θεία Λειτουργία της Κυριακής, για να είμεθα ακριβώς μέσα σ' αυτήν την ατμόσφαιρα της αγιότητος και της πραγματικής παρουσίας του Χριστού. Στο ναό μας, κάθε Κυριακή, συγκεντρωμένοι με τους λειτουργούς του Κυρίου, συγκροτούμε την Εκκλησία, με κεφαλή τον Χριστό μας. Βαπτισμένοι στο όνομα της Αγίας Τριάδος και σε κοινωνία με την θριαμβεύουσα Εκκλησία, περιμένομε την στιγμή, που το Άγιο Πνεύμα, θα μετατρέψη τα τίμια δώρα σε Σώμα και Αίμα του Ιησού Χριστού. Κι όταν μετά από λίγο θα γινώμεθα μέτοχοι του Ποτηρίου, θα έχωμε μέσα μας το Χριστό σταυρωμένο και αναστημένο, όπως το είπε ο θείος Απόστολος «οσάκις γάρ αν εσθίητε τον άρτον τούτον και το ποτήριον πίνητε τον εμόν θάνατον καταγγέλετε». (Α' Κορινθ. ια', 26). Να λοιπόν η συνάντησι με τον Χριστό, ή καλύτερα, η ένωσι μετά του Χριστού «εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον». Αμήν.

Το Β'.
Τόν λίθον θεωρήσασαι
αποκεκυλισμένον
αι μυροφόροι έχαιρον·
είδον γάρ νεανίσκον
καθήμενον εν τώ τάφω
και αυτός ταύταις έφη·
Ιδού Χριστός εγήγερται·
είπατε σύν τώ Πέτρω
τοίς μαθηταίς·
Εν τώ όρει φθάσατε Γαλιλαίας,
εκεί υμίν οφθήσεται,
ως προείπε τοίς φίλοις.
Οταν οι μαθήτριες του Κυρίου, που έφερναν τα μύρα για να αλείψουν το άχραντο Σώμα Του, είδαν πώς είχε μετακινηθή ο λίθος από το μνημείο, εγέμισαν από χαρά· διότι συγχρόνως είδαν να κάθεται επάνω στον άδειο τάφο ένας λαμπροφορεμένος άγγελος και αυτός τους είπε· Κυττάξτε, ο Χριστός έχει αναστηθή· αναγγείλατέ το στους μαθητάς και στον Πέτρο μαζύ· και τρέξετε αμέσως στο γνωστό όρος της Γαλιλαίας, διότι εκεί πρόκειται να εμφανισθή για χάρι σας, καθώς προείπε στους αγαπητούς του μαθητάς.
Το γεγονός της Αναστάσεως του Κυρίου γνωστοποιείται για πρώτη φορά στο κύκλο των προσφιλών του προσώπων. Οι ψυχές τους πλημμυρίζουν από χαρά. Οι ελπίδες τους αναπτερώνονται. Ο Πέτρος ξαναβρίσκει τον εαυτό του και τρέχει πότε στον κενό τάφο και πότε στο όρος της Γαλιλαίας. Από στόμα σε στόμα η Ανάστασι του Κυρίου θα πληρώση όλη την Ιερουσαλήμ και, μετά την Πεντηκοστή, ολόκληρο τον κόσμο.
Αυτό το αναστάσιμο μήνυμα μας φέρει και σήμερα, ημέρα Κυριακή, η Εκκλησία του Χριστού, αγαπητέ αναγνώστα. Εάν αυτό το μήνυμα δεν ανανεώνεται μέσα μας, τότε θα νεκρωθούμε ψυχικά. Η Ανάστασι του Χριστού είναι ανάστασι της ψυχής κάθε χριστιανού. Είναι τόσοι οι πειρασμοί, είναι τόσοι οι τοξευμοί του διαβόλου, ώστε, αν κυριαρχήση η αμαρτία, ο πνευματικός θάνατος θα είναι βέβαιος για μας. Ένας χριστιανός όμως, με αναστημένη ψυχή, ξέρει να γρηγορή, να αγωνίζεται, να προσεύχεται, να κοινωνή, να μελετά και να βρίσκεται πάντοτε, με ανοιχτά τα μάτια της ψυχής του, μπροστά στο κενό τάφο του Κυρίου ή στο όρος της Γαλιλαίας· για να δή τον Χριστό αναστημένο και παντοδύναμο, να ευλογή και να αγιάζη αυτούς που τον πιστεύουν. Ανάστασι του Χριστού· ανάστασι των ψυχών μας· κήρυγμα πανευφρόσυνο, αναλλοίωτο και αιώνιο· αυτή η χαρά μας, αυτή και η ελπίδα μας.
Το Γ'.
Οτι Χριστός εγήγερται
μη τις διαπιστείτω·
εφάνη τη Μαρία γάρ,
έπειτα καθωράθη
τοίς εν αγρόν απιούσι·
μύσταις δε πάλιν ώφθη
ανακειμένοις ένδεκα,
ούς βαπτίζειν εκπέμψας
εις ουρανούς,
όθεν καταβέβηκεν, ανελήφθη,
επικυρών το κήρυγμα
πλήθεσι των σημείων.
Ας μη αμφιβάλλη κανείς ότι ο Χριστός έχει αναστηθή εκ νεκρών· διότι ενεφανίσθη στη Μαρία, έπειτα παρουσιάσθηκε σε δυό από τους μαθητάς που επήγαιναν σε κάποιο αγρό· πάλιν δε ενεφανίσθη στους ένδεκα μαθητάς που είχαν συγκεντρωθή για να συζητήσουν και να δειπνήσουν· αφού δε έδωκε την εντολή σ' αυτούς τους μαθητάς για να βαπτίζουν, ανελήφθη στους Ουρανούς, από όπου είχε κατεβή, επικυρώνοντας έτσι την αναγγελία για το γεγονός της Αναστάσεως με πλήθη τέτοιων αποδεικτικών σημείων.
Όποιος αμφιβάλλει για την Ανάστασι του Χριστού, αμφιβάλλει αυτομάτως για όλη την προσωπική του πνευματική υπόστασι· καταδικάζει τον εαυτό του σε μια πρόσκαιρη, επίγεια ζωή, χωρίς την προέκτασι της αιωνιότητος, που μας εχάρισε ο αναστημένος Χριστός. Τά ιερά Ευαγγέλια και οι ύμνοι της Εκκλησίας μας θυμίζουν τα συγκεκριμένα περιστατικά των εμφανίσεων του Κυρίου μετά την Ανάστασί του, με τους αυτόπτες μάρτυρες, και κυρίως τους Αποστόλους, που, μετά απ' αυτή την αναστάσιμη εμπειρία και τις εντολές του Κυρίου, εκήρυξαν σ' όλο τον κόσμο το Ευαγγέλιο.
Τί είναι η Ανάστασι του Χριστού, σαν γεγονός, για την δική μας ψυχή; Ενισχύει το ιεραποστολικό μας φρόνημα; Ανανεώνει πάντοτε μέσα μας την ελπίδα για τον Ουρανό; Δίνει φτερά στα πόδια μας για να γίνωμε κήρυκες της αγάπης; Mάς φέρνει στην αναστάσιμη λειτουργία της Κυριακής, για να την ξαναζήσωμε μυστηριακά; Εάν έχωμε τέτοια σκιρτήματα ψυχής, τότε σημαίνει πώς η φλόγα της Αναστάσεως καίει μέσα στην ύπαρξί μας, και ο αναστάς Χριστός κατευθύνει την ζωή μας. Ο όρθρος της Κυριακής με τα Ευλογητάρια, με τα αναστάσιμα Εξαποστειλάρια και τους ύμνους των Αίνων, ας είναι μια νέα αφορμή, κάθε φορά, για την είσοδο και την παραμονή μας στον ατέλειωτο λειτουργικό χώρο της Εκκλησίας μας.
Το Δ'.
Ταίς αρεταίς αστράψαντες,
ίδωμεν επιστάντας
εν ζωηφόρω μνήματι
άνδρας εν αστραπτούσαις
εσθήσεσι μυροφόροις
κλινούσαις εις γήν όψιν·
του ουρανού δεσπόζοντος
έγερσιν διδαχθώμεν
και προς ζωήν
εν μνημείω δράμωμεν σύν τώ Πέτρω,
και το πραχθέν θαυμάσαντες,
μείνωμεν Χριστόν βλέψαι.
Λαμπροφορεμένοι με τις αρετές του Χριστού, ας δούμε να στέκωνται στο κενό σημείο, από όπου ανέτειλε η νέα ζωή, δυό αγγέλους ντυμένους με αστραφτερά φορέματα, μπροστά στις μυροφόρους, που έκλιναν το πρόσωπό τους προς τη γη, από τη λάμψι που αντίκρυσαν· την ώρα αυτή που εδέσποζεν ο Ουρανός, ας διδαχθούμε την Ανάστασι του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και ας τρέξωμε μαζί με τον Πέτρο προς το μνημείο, εκεί που ευρίσκεται η αληθινή ζωή, και αφού θαυμάσωμε την νέα αυτή πραγματικότητα, ας παραμείνωμε για να δούμε τον αναστημένο Χριστό.
Πόσο πηγαία και ειλικρινής είναι η επιθυμία του εκκλησιαστικού υμνογράφου, να βρεθή μπροστά στον κενό τάφο του Χριστού! Έρχεται στο νού η εικόνα της παρουσίας των λαμπροφορεμένων αγγέλων, των σεμνών και φοβισμένων μυροφόρων· σκέπτεται έπειτα την δύναμι του Ουρανού και ζητεί να τρέξωμε στον τάφο, για να θαυμάσωμε την Ανάστασι και να αντικρύσωμε τον Χριστό.
Όλο το μυστικό για την επιτυχία αυτής της πορείας, ο ποιητής, το περικλείει στις τρεις πρώτες λέξεις του ύμνου· «ταίς αρεταίς αστράψαντες». Γιά να δούμε την λαμπρότητα της Αναστάσεως, πρέπει να αστράφτωμε κι εμείς με τις αρετές μας. Χωρίς την αγνότητα των προθέσεων, χωρίς την καθαρότητα της ψυχής, χωρίς την δύναμι της πίστεως, χωρίς τον οπλισμό της αγάπης, χωρίς τον φωτισμό της καλωσύνης, πώς μπορούμε να αντικρύσωμε τον κενό τάφο και τον Χριστό; Αν λοιπόν την καρδιά μας κατακαίη μια τέτοια επιθυμία, ας κυττάξωμε να λαμπροστολιστούμε με τις αρετές, για να αξιωθούμε μιας τέτοιας μεγάλης τιμής.
Το Ε'.
Η ζωή και οδός Χριστός
εκ νεκρών τώ Κλεόπα
και τώ Λουκά συνώδευσεν,
οίσπερ και επεγνώσθη
εις Εμμαούς, κλών τον άρτον·
ων ψυχαί και καρδίαι
καιόμεναι ετύγχανον,
ότε τούτοις ελάλει
εν τη οδώ
και Γραφαίς ηρμήνευεν, ά υπέστη·
μεθ' ων, «ηγέρθη», κράξωμεν,
«ώφθη τε και τώ Πέτρω».
Ο αναστημένος από τους νεκρούς Κύριος Ιησούς Χριστός, που είναι η πραγματική ζωή και η οδός συνώδευσε τους δυό αποστόλους, τον Κλεόπα και το Λουκά στην πορεία προς την κωμόπολι Εμμαούς, όπου βεβαίως, όταν έφθασαν, απεκαλύφθη σ' αυτούς, την ώρα ακριβώς που έκοβε σε κομμάτια και τους εμοίραζε τον άρτο· αυτών των αποστόλων οι ψυχές και οι καρδιές είχαν κυριευθή από την φλόγα του θείου ζήλου και της αφοσιώσεως στο Χριστό, όταν ωμιλούσε σ' αυτούς σε όλο το διάστημα της πορείας, και τους εξηγούσε με τις άγιες Γραφές, όσα μαρτύρια υπέφερε κατά την σταυρική θυσία του· μαζύ μ' αυτούς τους αποστόλους ας φωνάξωμε χαρούμενα, ότι ανεστήθη ο Χριστός και ενεφανίσθη και στον Πέτρο.
Μπορεί να μη τον ανεγνώρισαν αμέσως τον Χριστό οι δυό απόστολοι, αγαπητέ αναγνώστα· όμως η καρδιά τους εφλέγετο από τον θείο ζήλο και την αφοσίωσι σ' αυτόν, επειδή ήτο ο Κύριός τους κι ο Διδάσκαλός τους. Κι έτσι αξιώθηκαν, έστω και την τελευταία στιγμή, να τον δούν πάλι μπροστά τους και να μείνουν εκστατικοί, όταν τον έχασαν από τα μάτια τους. Μερικές φορές ζητούμε όλοι μας να καταλάβωμε περισσότερα πράγματα από την ζωή του Χριστού και να εισδύσωμε βαθύτερα στο μυστήριο της θείας οικονομίας του. Μά αυτό δεν μπορεί να γίνη μόνο με μαθηματικές αντιλήψεις και λογικά σχήματα. Πρίν απ' όλα χρειάζεται αυτός ο θερμός ζήλος και η αφοσίωσι στο Χριστό· το αποστολικό φρόνημα και ο θείος φόβος· το δόσιμο της καρδιάς στο Χριστό, και η έμπνευσι της ζωής μας από την Χάρι του· γιατί η πίστι προηγείται από την πεποίθησι και την γνώσι· η πίστι είναι δώρο του ουρανού, ενώ η γνώσι είναι απόκτημα του ανθρώπου. Χρειάζεται η πίστι για να αποκαλυφθεί και σε μας ο Χριστός και να μας εξηγήση ο ίδιος το Πάθος του και την Ανάστασί του. Θα ήταν ώρα ευλογίας και ανέκφραστης χαράς, όταν παίρναμε κι εμείς την πορεία προς κάποιους Εμμαούς για να αξιωθούμε, με θερμή την καρδιά μας από αγάπη στο Χριστό, να τον δούμε να τεμαχίζη τον άρτο και να μας προσφέρη την μερίδα μας.
Το ΣΤ'.
Δεικνύων ότι άνθρωπος,
Σώτερ, εί κατ' ουσίαν,
αναστάς εκ του μνήματος,
βρώσεως συμμετέσχες,
και μέσον στάς εδίδασκες
μετάνοιαν κηρύσσειν·
ευθύς δε προς ουράνιον
ανελήφθης Πατέρα
και μαθηταίς
πέμπειν τον Παράκλητον επηγγείλω·
υπέρθεε, Θεάνθρωπε,
δόξα τη σή εγέρσει.
Αποδεικνύοντας ότι είσαι στην ουσία τέλειος άνθρωπος, Ιησού Χριστέ και Σωτήρ μας, αφού ανεστήθης από το μνήμα, όπου είχες ενταφιασθή, έλαβες μέρος στο φαγητό, που σού παρέθεσαν οι μαθηταί σου· και αφού εστάθηκες στο μέσον της συντροφιάς τους, τους εδίδασκες να κηρύττουν στον κόσμο την μετάνοια· ευθύς αμέσως δε ανελήφθης στον Πατέρα που βρίσκεται στους Ουρανούς, ενώ υπεσχέθης να στείλης στους μαθητάς το Άγιον Πνεύμα για να τους ενισχύη· μοναδικέ Θεέ μας και Θεάνθρωπε, αιωνία ανήκει σε σένα η δόξα για την Ανάστασί σου.
Ενώπιόν μας πάντοτε προβάλλεται το μυστήριο της ενανθρωπήσεως του Λόγου· ο Χριστός έγινε τέλειος άνθρωπος, εκτός αμαρτίας, για την σωτηρία μας. Ένα τέτοιο μυστήριο, δεν είναι εύκολο να το ξεπερνά κανείς, όταν μάλιστα σκύβη να μελετήση τα ιερά μας κείμενα. Ο ποιητής του τροπαρίου, σχολιάζοντας το γεγονός της εμφανίσεως του Κυρίου μετά την Ανάστασί του, και την συμμετοχή του στο φαγητό των Αποστόλων, το βλέπει σαν μια πρόσθετη απόδειξι της ανθρωπίνης φύσεως και ουσίας του Ιησού Χριστού. Αν δεν δεχθούμε αυτό το θεμελιακό δίδαγμα της ανθρωπίνης ουσίας του Λόγου, τότε δεν μπορούμε να προχωρήσωμε σε καμμιά άλλη σκέψι, σχετική με το μυστήριο της θείας οικονομίας. Μέ αυτή, λοιπόν, την ταυτόχρονη θεϊκή και ανθρώπινη παρουσία του ο Χριστός, εδίδασκε τους μαθητές να κηρύσσουν την μετάνοια και λίγο πριν αναληφθή στους Ουρανούς, υπεσχέθη να τους στείλη το Άγιο Πνεύμα. Αυτό το Άγιο Πνεύμα, που ήλθε την ημέρα της Πεντηκοστής, και έκτοτε μένει στην Εκκλησία του Χριστού, είναι άραγε μέσα και στη δική μας την ύπαρξι; Είναι έτοιμη η ψυχή μας, έχομε κατάλληλο φρόνημα, έχομε αναστάσιμη χαρά, όπως οι μαθηταί του Κυρίου, για να βρίσκη ο Παράκλητος τόπο διαμονής και να μας επισκιάζη; Κάθε μια μέρα, σαν την σημερινή, ας είναι μια ανανέωσι της ψυχής μας, ώστε μέσα στην αναστάσιμη χαρά, να ευχαριστούμε τον Θεό για την αγάπη του και να προσφέρωμε την ψυχή μας για να «σκηνώνη εν ημίν» το Άγιον Πνεύμα.
Το Ζ'.
Οτι ήραν τον Κύριον
της Μαρίας ειπούσης,
επί τον τάφον έδραμον
Σίμων Πέτρος και άλλος
μύστης Χριστού, ον ηγάπα·
έτρεχον δε οι δύο
και εύρον τα οθόνια
ένδον κείμενα μόνα,
και κεφαλής
ήν δε το σουδάριον χωρίς τούτων
διό πάλιν ησύχασαν,
τον Χριστόν έως είδον.
Οταν η Μαρία η Μαγδαληνή είπε στους δύο μαθητάς ότι επήραν τον Χριστό από εκεί όπου τον είχαν θάψει, τότε αυτοί, ο Σίμων Πέτρος δηλαδή και ο άλλος αφωσιωμένος μαθητής του ο Ιωάννης, που ιδιαιτέρως τον αγαπούσε ο Χριστός, έτρεξαν προς τον τάφο· έτρεχαν δε μαζύ και οι δύο και - όταν έφθασαν - βρήκαν τους νεκρικούς επιδέσμους, με τους οποίους είχαν τυλίξει το νεκρό σώμα του Ιησού, να είναι στη θέσι τους, χωρίς να έχουν καθόλου ανακατωθή· ακόμη δε και το κάλυμμα της κεφαλής του ήταν χωριστά από τους επιδέσμους, τακτοποιημένο σε κάποια θέσι· μετά από αυτό το γεγονός, που έπειθε πώς δεν πήρε κανείς το Χριστό, αλλ' ότι εκείνος ανεστήθη, οι μαθηταί έμειναν ήσυχοι, μέχρις ότου, μάλιστα, τον είδαν, όταν ενεφανίσθη ενώπιόν τους αναστημένος.
Η Μαγδαληνή ήταν ανήσυχη. Ο σεβασμός και η αφοσίωσί της στο Διδάσκαλο, έφεραν τα βήματά της στο μνημείο, που το βρήκε κενό. Σε λίγο, οι δυό μαθηταί, ο Πέτρος και ο Ιωάννης, έβλεπαν με τα μάτια τους, πώς ο τάφος ήταν κενός, και όλα έπειθαν πώς ο Χριστός ανεστήθη. Βέβαιοι πλέον για την Ανάστασι, περίμεναν μέχρι την ώρα που τον είδαν μέσα στο «υπερώον» της Ιερουσαλήμ. Η ανησυχία της Μαρίας και το τρέξιμο των μαθητών στον τάφο, μας δίνουν το μέτρο της δικής μας ανησυχίας και τον δείκτη του δικού μας δρόμου, για να βρεθούμε στον κενό τάφο. Από κεί θα αντλήσωμε δύναμι ακατανίκητη και φωτισμό πλούσιο, για να βρούμε την ειρήνη και την ηρεμία των λυτρωμένων παιδιών του Θεού. Βεβαιωμένοι για την ζωηφόρο Ανάστασι του Χριστού, τρέχομε το πρωί της Κυριακής στο ναό του Θεού, για να ακούσωμε τα αναστάσιμα μηνύματα του λυτρωμού και της χαράς. Κανένας άλλος χώρος, και τοπικά και πνευματικά, δεν μπορεί να μας δώση, ό,τι μας προσφέρει ο ναός μας, η εκκλησία μας. Μόνον εκεί βρίσκει κανείς την γαλήνη και την καθαρότητα. Μόνον εκεί βλέπει ζωντανό τον Χριστό, την γλυκειά Παναγία και τους συμπαθείς Αγίους. Και καθώς αξιωνόμαστε να δεχθούμε μέσα μας τον Χριστό με το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, περιμένομε την ημέρα που θα τον δούμε σ' όλη του την δόξα μαζί με την Μητέρα του και τους Αγίους βρίσκοντας κοντά του την αιώνια χαρά και την ευφροσύνη.
Το Η'.
Δύο αγγέλους βλέψασα
ένδοθεν του μνημείου
Μαρία εξεπλήττετο,
και Χριστόν αγνοούσα
ως κηπουρόν επηρώτα·
«Κύριε, που το σώμα
του Ιησού μου τέθεικας»·
κλήσει δε τούτον γνούσα
είναι αυτόν
τον Σωτήρα, ήκουσε·
«Μή μου άπτου·
προς τον Πατέρα άπειμι·
ειπέ τοίς αδελφοίς μου.
Καθώς η Μαρία η Μαγδαληνή έβλεπε να φρουρούν το κενό μνημείο δυό άγγελοι, ο ένας προς το μέρος της κεφαλής και ο άλλος προς το μέρος των ποδιών, κατεχόταν από μεγάλη κατάπληξι· και επειδή δεν καταλάβαινε τον Χριστό, που ήταν μπροστά της αναστημένος, τον ερωτούσε σαν να ήταν ο κηπουρός· Κύριε, που έχεις βάλει το άχραντο σώμα του Διδασκάλου μου Ιησού; Όταν δε κατάλαβε από τον τόνο της φωνής του, πώς αυτός ήταν ο Χριστός, κι όταν είπε το όνομά της, άκουσε (τον Σωτήρα Χριστό να της λέγη)· μη με εγγίζης· πηγαίνω τώρα προς τον Πατέρα μου· δόσε αυτή την αγγελία στους αδελφούς μου και μαθητάς μου.
Αυτή η αγάπη της Μαγδαληνής στο Χριστό, της εχάρισε την μεγάλη τιμή να τον δή και να τον ακούση πρώτη μετά την Ανάστασί του. Καθώς διηγείται ο ιερός ευαγγελιστής Ιωάννης, ενώ η Μαγδαληνή είδε άδεια, αλλά στη θέσι τους, τα οθόνια και το σουδάριο και έτρεξε να το πή στους μαθητάς Πέτρο και Ιωάννη, που ήλθαν να τα δούν κι αυτοί, εκείνη έμενε έξω από το μνημείο και έκλαιγε, γιατί δεν ήξερε, που μετέφεραν τον Χριστό. Εκεί, λοιπόν, ανάμεσα στη θλίψι και στα δάκρυά της, στον πόνο της και στην ελπίδα, αντικρύζει τον Διδάσκαλο, που σε λίγο θα την προσφωνήση με το όνομά της. Ας μετρήσωμε εμείς την αγάπη μας και την αφοσίωσί μας στο Χριστό. Πόσο τον αγαπούμε; Πόσες φορές διερωτώμεθα αν είναι κοντά μας; Πόσες φορές τον ανακαλύπτομε μέσα στην ψυχή μας; Μήπως Εκείνος έρχεται, κι εμείς θολωμένοι από την αθυμία, δεν κατορθώνομε να τον αναγνωρίσωμε; Ας απαντήσωμε με ειλικρίνεια στον εαυτό μας. Εάν θέλωμε να ακούσωμε το όνομά μας στη Βασιλεία μας και να βρεθούμε στα δεξιά του, ας του δείξωμε όλη την αγάπη μας και την αφοσίωσί μας. Ο Χριστός είναι το Α και το Ω της ζωής μας.
Το Θ'.
Συγκεκλεισμένων, Δέσποτα,
των θυρών ως εισήλθες
τους αποστόλους έπλησας
Πνεύματος Παναγίου,
ειρηνικώς εμφυσήσας,
οίς δεσμείν τε και λύειν
τας αμαρτίας είρηκας·
και οκτώ μεθ' ημέρας
την σήν πλευράν
τώ Θωμά υπέδειξας και τας χείρας,
μεθ' ού βοώμεν· «Κύριος
και Θεός σύ υπάρχεις».
Ενώ οι πόρτες του υπερώου είχαν κλεισθή καλά, Δέσποτα Ιησού Χριστέ, καθώς εμπήκες μέσα θαυματουργικά, εγέμισας τους αποστόλους με το Πανάγιο Πνεύμα, αφού ενεφύσισες σ' αυτούς την ειρήνη την δική σου και τους είπες πώς έχουν το δικαίωμα να δεσμεύουν και να συγχωρούν τις αμαρτίες· μετά από οκτώ μέρες, στον ίδιο τόπο, έδειξες την πλευρά σου και μετά τα χέρια σου στο Θωμά· μαζί μ' αυτόν ομολογούμε με δυνατή φωνή· σύ υπάρχεις Κύριος και Θεός μας.
Ποιό είναι το δικό μας υπερώο, αγαπητέ αναγνώστα; Είτε είναι κλειστές είτε όχι οι θύρες του ναού μας, ο Χριστός ευρίσκεται πάντοτε εκεί· ιδιαίτερα στις ώρες της θείας λατρείας και στη θεία Ευχαριστία της Κυριακής ο Χριστός είναι «εν τώ μέσω ημών», και μας ευλογεί, μας αγιάζει, μας ειρηνεύει. Μέσα στο ιερό Αρτοφόριο, τοποθετημένο επάνω στην αγία Τράπεζα, ευρίσκεται το Σώμα του και το Αίμα του, που προσφέρεται εκτάκτως στους πιστούς και όταν δεν έχωμε τελέσει την θεία Λειτουργία. Όλος ο ναός είναι πλημμυρισμένος από αυτή την παρουσία του Χριστού και το Πνεύμα το Άγιον μας χαριτώνει και μας οδηγεί «εις πάσαν την αλήθειαν». Ο ναός μας, λοιπόν, ο ναός κάθε ενορίας, είναι και ένα υπερώο. Καθώς όμως στην ώρα της κοινής λατρείας προβάλλει στην Ωραία Πύλη ο λειτουργός του Θεού, η σκέψι μας πρέπει να σταματά στην εξουσία που έδωκε στους ιερείς του ο Χριστός να λύουν ή να δεσμεύουν τις αμαρτίες. Μέ την δύναμι της μετανοίας οι πιστοί καταφεύγουν στον πνευματικό τους, και εκεί, μέσα στο ιερό μυστήριο της εξομολογήσεως, αποθέτουν τα κρίματά τους, και ανανεωμένοι την ημέρα της Κυριακής, ξαναβρίσκονται στην αναστάσιμη χαρά της Λειτουργίας και γίνονται κοινωνοί του μυστηρίου της Ευχαριστίας· «Το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού εις άφεσίν σου αμαρτιών και εις ζωήν την αιώνιον».
Το Ι'.
Τιβεριάδος θάλασσα
σύν παιδί Ζεβεδαίου,
Ναθαναήλ, τώ Πέτρω τε
σύν δυσίν άλλοις πάλαι,
και Θωμάν είχε προς άγραν·
οί, Χριστού τη προστάξει,
εν δεξιοίς χαλάσαντες
πλήθος είλκον ιχθύων·
ον Πέτρος γνούς
προς αυτόν ενήχετο, οίς το τρίτον
φανείς, και άρτον έδειξε
και ιχθύν επ' ανθράκων.
Η θάλασσα της Τιβεριάδος είχε ψαράδες τους μαθητάς του Κυρίου, και συγκεκριμένα τον Ναθαναήλ, τον Θωμά μαζύ με τους υιούς του Ζεβεδαίου και τον Πέτρο και άλλους δύο ακόμη· αυτοί οι μαθηταί με την εντολή του Χριστού, αφού έρριξαν τα δίχτυα στη δεξιά πλευρά του πλοίου, έπιασαν πλήθος από ψάρια· όταν ο Πέτρος κατάλαβε ότι αυτός ήταν ο Χριστός έπεσε στη θάλασσα και εκολύμπησε προς το μέρος του· σ' αυτούς τους μαθητάς, αφού εφανερώθηκε για τρίτη φορά ο Χριστός, προσέφερε ψωμί και ψάρι που ψηνόταν επάνω στα κάρβουνα.
Απογοητευμένοι οι μαθηταί, μετά τα τραγικά γεγονότα που ωδήγησαν τον Χριστό στο θάνατο, και παρ' ότι είχαν μάθει για την Ανάστασι, επιδόθηκαν στο ψάρεμα. Εκείνη την φορά ολόκληρη νύχτα εκουράστηκαν και δεν έπιασαν κανένα ψάρι. Αλλ' όταν πήραν την εντολή από τον Χριστό, για το που θα ρίξουν τα δίχτυα, αυτά σε λίγο γέμισαν τόσο πολύ από τα πολλά ψάρια, που κατάπληκτοι οι μαθηταί από το θέαμα, δεν μπορούσαν να το πιστεύσουν. Ενθουσιασμένος ο Πέτρος έπεσε στη θάλασσα, για να φθάση πιο γρήγορα στον αναστάντα Χριστό. Το ερώτημα, λοιπόν, είναι σαφές. Μπορούμε με την ζωή μας και με το φρόνημά μας να έχωμε μαζύ μας τον Χριστό για οδηγό και εμπνευστή; Μέχρι τώρα, πόσες φορές του αφήσαμε χώρο για να μας δείξη, τι έπρεπε να κάνωμε, για να επιτύχωμε στις τόσες καλές επιδιώξεις της ζωής μας; Ο Χριστός μπορεί να μας οδηγήση εκεί που πρέπει· και για τα πνευματικά, και για τα υλικά. Πάντοτε, όμως, κατά το συμφέρον της ψυχής μας. Σε μας ανήκει να του προσφέρωμε την θέλησί μας, την καρδιά μας. Κι όταν και στις επιτυχίες και στις αποτυχίες, τα δίχτυά μας είναι γεμάτα ή άδεια, ξέροντας πώς γίνεται το θέλημα του Θεού, συγκρατούμε τον ενθουσιασμό, λογικευόμεθα ή και υπομένομε καρτερικά. Ευλογημένη που είναι η χριστιανική ζωή, όταν την κατευθύνη ο Αρχηγός της ζωής, ο Κύριος Ιησούς!
Το ΙΑ'.
Μετά την θείαν έγερσιν
τρίς τώ Πέτρω «φιλείς με;»,
πυθόμενος ο Κύριος,
των ιδίων προβάτων
προβάλλεται ποιμενάρχην
ός ιδών ον ηγάπα
ο Ιησούς επόμενον,
ήρετο τον Δεσπότην.
«Ούτος δε τι»;
«Εάν θέλω», έφησε, «μένειν τούτον,
έως και πάλιν έρχομαι,
τι προς σε, φίλε Πέτρε;».
Μετά από την θεία και ένδοξη Ανάστασί του, αφού ο Χριστός έμαθε και εβεβαιώθηκε, μετά από τρεις αλλεπάλληλες ερωτήσεις με το «φιλείς με», για την αγάπη του Πέτρου προς αυτόν (έτσι ο Πέτρος αποκατεστάθη στο αποστολικό αξίωμα), τον προβάλλει σαν αρχηγό και ποιμένα των δικών του λογικών προβάτων· όταν, εν τώ μεταξύ, ο Πέτρος είδε τον Ιωάννη, που τον αγαπούσε ιδιαιτέρως ο Χριστός, να τον ακολουθή, τότε ερώτησε τον Δεσπότη Χριστό· «Κύριε, τι θα γίνη μ' αυτόν εδώ και τι του επιφυλάσσεις»; Και ο Χριστός του απήντησε· «Κάμε την υπόθεσι, ότι εγώ θέλω να μείνη ο Ιωάννης σ' αυτή την ζωή, ώσπου να ξανάρθω στη δευτέρα παρουσία μου· εσένα σε τι αφορά και τι θα κερδήσης, αν το μάθης, αγαπητέ μου Πέτρε;».
Κάθε αναστάσιμο Εξαποστειλάριο, αντλεί το περιεχόμενό του, από το αντίστοιχο εωθινό Ευαγγέλιο. Έτσι σήμερα το θέμα είναι παρμένο, από όσα μας διηγείται ο ευαγγελιστής Ιωάννης στο κα' κεφάλαιο του Ευαγγελίου του. Στο διηγούμενο περιστατικό, ο Χριστός, μετά την Ανάστασί του, αποκατέστησε τον Πέτρο στο αποστολικό αξίωμα, γιατί ο ενθουσιώδης μαθητής είχε απαρνηθή τρεις φορές τον Χριστό στην αυλή του αρχιερέως. Έκλαψε όμως, τόσο πολύ, σαν ένα μικρό παιδί· μετενόησε με όλη τη δύναμι της ψυχής του. Αν λοιπόν, κάποτε αρνηθήκαμε ή επικράναμε τον Χριστό, ας αφήσουμε την ψυχή μας να κλάψη από αληθινή μετάνοια. Εκείνος θα μας φορέση και πάλι την λαμπρή στολή της ψυχής και θα μας επαναφέρη στη προηγούμενη θέσι μας. Πόσο μεγάλη, πόσο δυνατή είναι η μετάνοια! Κι όταν από κάποια περιέργεια ο Πέτρος ερωτούσε τον Χριστό για τον Ιωάννη, ο Χριστός και πάλι του απηύθυνε τους λόγους της οικοδομής. Πρόσεχε, Πέτρε, μη νοιάζεσαι για τον Ιωάννη και για το τι εγώ του επιφυλάσσω. Σύ να προσέχης για την σωτηρία σου. Ας αφήσωμε, αγαπητέ αναγνώστα, την περιέργεια και τις ανόητες θρησκευτικές απορίες· ας αφήσωμε την κατάκρισι εις βάρος των άλλων και ας κυττάξωμε, πώς θα είμαστε πάντοτε κοντά στον Χριστό· πώς θα πορευώμεθα τον δρόμο που θα μας οδηγήση στη σωτηρία. Το πιο μεγάλο έργο στη ζωή μας είναι να δώσωμε τον εαυτό μας στο Χριστό και στην Εκκλησία του, για να μας αγιάση και να μας σώση.
http://www.egolpion.com/E99D69D9.el.aspx