Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2011

Οι Άγιοι Γαλακτίων και Επιστήμη

Οι Άγιοι Γαλακτίων και Επιστήμη έζησαν τον 3ο αιώνα μ.Χ., όταν αυτοκράτορας ήταν ο Δέκιος.
Οι Έλληνες γονείς του Γαλακτίωνα, Κλειτοφών και Λευκίππη, ήταν πρώτα ειδωλολάτρες. Κάποιος, όμως, ιερομόναχος, που ονομαζόταν Ουνούφριος, τους προσείλκυσε στη
χριστιανική πίστη. Από τότε διέθεταν τα πλούτη τους σε κάθε αγαθοεργία. Το δε γιο τους Γαλακτίωνα ανέθρεψαν «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου». Δηλαδή, με παιδαγωγία
και νουθεσία, σύμφωνη με το θέλημα του Κυρίου. Και η παιδαγωγία αυτή δεν άργησε να φέρει τους θαυμαστούς καρπούς της. Ο Γαλακτίων όταν μεγάλωσε, νυμφεύθηκε μία
ωραία κόρη, την Επιστήμη, την οποία ο ίδιος είλκυσε στο Χριστό.
Η ζωή τους κυλούσε αφιερωμένη στην υπηρεσία του λόγου του Θεού και στη διακονία του πλησίον, ώσπου ξέσπασε ο διωγμός του Δεκίου. Τότε, ο μεν Γαλακτίων πήγε σε
μοναστήρι του όρους Σινά, η δε Επιστήμη σε γυναικείο κοινόβιο.
Αλλά η λαίλαπα του διωγμού έφθασε και στα μέρη εκείνα, με αποτέλεσμα να συλληφθεί ο Γαλακτίων από τον άρχοντα Ούρσο. Όταν το πληροφορήθηκε αυτό η Επιστήμη,
έτρεξε και παρακάλεσε τους διώκτες να συλλάβουν και αυτή προς ενίσχυση του συζύγου της. Ο άρχοντας Ούρσος, μη μπορώντας να τους πείσει να αλλαξοπιστήσουν,
αφού τους βασάνισε σκληρά στο τέλος τους αποκεφάλισε (περί το 250 μ.Χ.).
Στίχος
Ἀσυνδυάστους συζύγους κτείνει ξίφος, τὴν ψυχικὴν σύζευξιν ἠγαπηκότας. Τμήθη Ἐπιστήμη Γαλακτίων τ' ἑνὶ πέμπτῃ.
Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Tὴν λαμπρὰν ξυνωρίδα τῶν μαρτύρων τιμήσωμεν ὥσπερ συζυγίαν ἀρίστην καὶ κλειτὴν καὶ θεόφρονα• τὸν θεῖον Γαλακτίωνα πιστοί, ὁμοῦ σὺν
Ἐπιστήμῃ τῇ σεμνῇ. Δι' ἀσκήσεως γὰρ πόνων ἀθλητικὴν ἐξήνθησαν φαιδρότητα. Δόξα τῷ ἐνισχύσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ στεφανώσαντι, δόξα τῷ
ἐνεργοῦντι δι' ὑμῶν πᾶσιν ἰάματα.
Κοντάκιον 
Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Μαρτύρων Χριστοῦ, τοῖς δήμοις ἠριθμήθητε, ἀγῶσι στεῤῥοῖς, φαιδρῶς ἀγωνισάμενοι, Γαλακτίων ἔνδοξε, σῦν συζύγῳ σεπτῇ καὶ συνάθλῳ σου,
Ἐπιστήμη, τῷ μόνῳ Θεῷ, πρεσβεύοντες ἄμφω ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.
Κοντάκιον.
 Ἦχος α’. Χορὸς Ἀγγελικός.
Ἀγνείας τῷ φωτί, τὰς ψυχὰς φωτισθέντες, καὶ κόσμου τὴν ἀχλύν, ὁμοφρόνως λιπόντες, λυχνία ὠς δίφωτος, τοῖς πιστοῖς ἀνελάμψατε, δι’ ἀσκήσεως,
καὶ μαρτυρίου τοῖς ἄθλοις, ζεῦγος ἔνδοξον, ἠ Ἐπιστήμη ἡ θεία, σὺν τῷ Γαλακτίωνι.
Κάθισμα 
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ἀσκήσει λαμπρύνας σου, τὸ ὀπτικὸν τῆς ψυχῆς, ἀκτῖσιν ἀθλήσεως, φωταγωγεῖς τοὺς πιστούς, Γαλακτίων μακάριε· ὅθεν σου τὴν ἁγίαν, καὶ φωσφόρον
ἡμέραν, πίστει ἐπιτελοῦμεν, εὐσεβῶς σοι βοῶντες· Ὡς ἔχων παρρησίαν πρὸς Χριστόν, πρέσβευε σωθῆναι ἡμᾶς.
Ὁ Οἶκος
Τὸν γενναῖον ἐν Μάρτυσι Γαλακτίωνα, ἐν ᾀσμάτων ᾠδαῖς εὐφημήσωμεν, σὺν τῇ πανευκλεεῖ συζύγῳ, τῇ φερωνύμῳ Ἐπιστήμῃ· οὗτοι γὰρ καθεῖλον
τοῦ ἐχθροῦ τὸ φρύαγμα, καὶ εἰδώλων τὸ ἄθεον ἤλεγξαν, τὴν δὲ πίστιν Χριστοῦ ἀνεκήρυξαν. Διὸ περιφανῶς λαβόντες παρ' αὐτοῦ, τοὺς στεφάνους
τῆς ἀφθαρσίας, ἀπαύστως πρεσβεύουσιν ὑπέρ πάντων ἡμῶν.
Μεγαλυνάριον.
Ζεῦγος θεοφόρητον καὶ σεπτόν, συζυγία θεία, Γαλακτίων ὁ ἱερός, σὺν τῇ Ἐπιστήμη, τοῦ θεοδρόμου βίου, ἡμᾶς τὴν ἐπιστήμην, μυσταγωγήσατε.