Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2011

Oι Άγιοι Ευστράτιος, Αυξέντιος, Ευγένιος, Μαρδάριος και Ορέστης

Ειδωλολατρική μανία
Οι Άγιοι μάρτυρες Αυξέντιος, Ευγένιος Ευστράτιος, Μαρδάριος και Ορέστης, έζησαν κατά τους χρόνους τω αντίχριστων αυτοκρατόρων Διοκλητιανού και Μαξιμιλιανού,
που βασίλευσαν κατά τα έτη 284-304.
Ο Άγιος Ευστράτιος αποφασίζει να μπει στον αγώνα
Την εποχή λοιπόν αυτήν που γινόταν η μεγάλη αιματοχυσία, ήταν στην πόλη των Αραβράκων και ο μακάριος Ευστράτιος. Αυτός ήταν θεοσεβής και ενάρετος άνθρωπος.
Εκτελούσε τις εντολές του Θεού με ευλάβεια και σεβασμό. Είχε και αξίωμα της πολιτείας σπουδαίο. Ήταν Σκρινιάριος δηλ. χαρτοφύλαξ. Ήτο και πολύ μορφωμένος. Βλέποντας,
λοιπόν, ο μακάριος τα εγκλήματα εις βάρος των Χριστιανών πικραινότανε κάθε μέρα και παρακαλούσε τον Χριστό με δάκρυα και νηστείες, να τους γλυτώσει από τα λυπηρό αυτά
πράγματα. Επιθυμούσε και αυτός ν' αγωνισθεί με τούς Αγίους και να τον αξιώσει ο Κύριος να μαρτυρήσει. Φοβότανε όμως την μεγάλη σκληρότητα και τις αμέτρητες μηχανές των
τιμωριών και των βασάνων. Σκέφθηκε όμως να κάνει μια δοκιμή, για να δει, αν αυτά ήτο θέλημα Κυρίου να μαρτυρήσει. Έτσι έβγαλε την ζώνη και είπε σε έναν δούλο του να πάει
να την αφήσει στην Αγία Τράπεζα και άμα δει ότι την παίρνει ο πρεσβύτερος Αυξέντιος να μην κάνει τίποτα εάν όμως την έπαιρνε κάποιος άλλος να την πάρει πίσω. Πήγε ο
δούλος και έκανε ότι του είπε. Την ζώνη την πήρε ο πρεσβύτερος και όταν το έμαθε ο Άγιος αυτό κατάλαβε πως ήταν Θείο θέλημα να μαρτυρήσει και χάρηκε πολύ.
Την επομένη ημέρα ο Ευστράτιος επήγε στην φυλακή και παρακαλούσε τους φυλακισμένους Αγίους, να κάμουν δέηση γι' αυτόν. Ο Λυσίας είχε καθίσει επί θρόνου στην πλατεία,
εις το μέσον της πόλεως. Περίμενε να του φέρουν τούς φυλακισμένους όλους για εξέταση.
Γενναία ομολογία και βασανιστήρια
Τότε καταφθάνει ο Ευστράτιος επικεφαλής όλων των κρατουμένων Χριστιανών. Στέκεται ενώπιον του Λυσίου και άρχισε να τον ελέγχει με θάρρος και γενναιότητα. Ο Λυσίας στην
αρχή θαύμασε το απροσδόκητο θάρρος του ανδρός. Αλλά κατόπιν έδωσε διαταγή να τον γυμνώσουν και να τον δέρνουν αλύπητα. Όταν σταμάτησαν να τον δέρνουν τον εξέτασε
και προσπάθησε να τον ελέγξει. Όμως ο Άγιος με θάρρος και γενναιότητα ομολογούσε την Πίστη του. Οργισμένος ο Λυσίας από την ομολογία του Ευστράτιου έδωσε διαταγή να
τον κρεμάσουν και από κάτω να βάλουν φωτιά να καίει, κατόπιν να σχίζουν τις σάρκες με σιδερένια νύχια. Έβλεπε ο τύραννος όμως πως ο Άγιος τα επέμενε όλα με χαρά και
έδωσε τότε διαταγή να του ρίξουν ξύδι και αλάτι στις πληγές του. Ο Άγιος τα υπέμεινε με καρτερία και έλεγε στον τύραννο:
—Εάν νομίσεις ότι με τα βασανιστήρια αυτά, μου δίδεις ταλαιπωρία, πλανάσαι, ταλαίπωρε. Εσύ σήμερα με αξίωσες να απολαύσω τ' αγαθά εκείνα, που ποθούσα.
Και εγώ Χριστιανός είμαι
Ένα αξιωματούχος, ονόματι Ευγένιος, που παρέστεκε στον Ευστράτιο ως υπάλληλος της διοικήσεως και ήταν και συμπολίτης του, φώναξε λέγοντας:
-Λυσία, κι εγώ Χριστιανός είμαι και την θρησκεία σου αναθεματίζω και δεν υπακούω εις τα βασιλικά διατάγματα και τα δικά σου προστάγματα, καθώς και ο κύριος μου Ευστράτιος.
Βλέποντας αυτά ο άρχοντας και τρέμοντας από οργή και θυμό, διέταξε να δέσουν και τους δύο Αγίους με αλυσίδες. Να δέσουν όλο το σώμα τους και να τους φυλακίσουν μαζί με
τους υπολοίπους Χριστιανούς μέχρι νεωτέρας διαταγής του. Στην φυλακή όλοι οι Χριστιανοί προσευχήθηκαν στον Θεό και ζήτησαν δύναμη για τον αγώνα τους.
Η μαρτυρική πορεία
Την επομένη ημέρα, διέταξε ο Λυσίας τους δούλους του να ετοιμάσουν, ότι χρειαζόταν για οδοιπορία, θα έφευγαν για την Νικόπολη. Πήγε κατόπιν στον Άγιο Ευστράτιο και του
έδωσε ένα ζευγάρι παπούτσια να βάλει και να τον ακολουθήσει μαζί με όλους τους φυλακισμένους. Τα παπούτσια αυτά είχαν καρφιά μέσα και τρυπούσαν τα πόδια του μάρτυρα.
Δύο μέρες οδοιπορούσαν μέχρις που έφτασαν στα Αλάβρακα.
Ο Μαρδάσιος τρέχει στο Μαρτύριο
Την ώρα που έμπαινε η συνοδεία του Αγίου την είδε ο Μαρδάριος ο οποίος δεν ήξερε πολλά γράμματα αλλά ήταν αρκετά πλούσιος. Όταν είδε την συνοδεία να περνάει άναψε
μέσα του πόθος να ακολουθήσει τον Άγιο. Έτσι μίλησε στην γυναίκα του και αυτή τν παρότρυνε να αξιωθεί και να θυσιασθεί για τον Κύριο χωρίς να σκεφτεί τα παιδιά του γιατί ο
Κύριος θα μεριμνούσε για αυτούς. Έτσι ο Μαρδάριος γεμάτος χαρά, αγκάλιασε τα δυο παιδιά του, προσευχήθηκε στον Κύριο και κατόπιν έτρεξε να φτάσει τους Αγίους στον
Ευστράτιο:
- Δέσποτα Κορισίδη, όπως το άκακον πρόβατο έτσι ήλθα κι εγώ σε σένα, αν και είμαι ανάξιος, να σε συνοδεύσω. Δέξε με, λοιπόν κι εμένα εις τον Δεσπότη Χριστό και Σωτήρα
ως συμμάρτυρα.
Κατόπιν εφώναξε στους ειδωλολάτρες:
- Ακούσατε υπηρέτες τού διαβόλου! Χριστιανός είμαι και εγώ, όπως κι ο κύριος μου Ευστράτιος.
Τότε οι στρατιώτες έδεσαν και αυτόν και τον φυλάκισαν μαζί με τους άλλους Αγίους. Ανήγγειλαν δε εις τον Λυσία το γεγονός. Εκείνος έγινε έξω φρενών από τον θυμό του.
Ο Αυξέντιος: Δεν θα μπορέσεις να μου αλλάξεις την Πίστη
Την Επομένη ο Λυσίας διέταξε να φέρουν για εξέταση τον πρεσβύτερο Αυξέντιο, που είχαν φυλακισμένο και του λέγει:
—Αυξέντιε, ελευθέρωσε μας και μας από τους κόπους και σώσε τον εαυτό σου. Άλλαξε μυαλό και πέσε στην αγαθότητα των θεών να σε συγχωρήσουν.
— Άκουσε με του λέγει ο Αυξέντιος. Σε διαβεβαιώνω η Πίστη μου δεν αλλάζει. Έναν Θεόν ξέρω και αυτόν σέβομαι. Και όσες αναρίθμητες πληγές και αν μου δημιουργήσεις,
θα τους δεχθώ. Και αν με άλλα βασανιστήρια με φλόγα, με σίδερο, με κατακάψεις, δεν θα μπορέσεις να μεταστρέψεις την Πίστη μου.
Τότε ο τύραννος έδωκε εναντίον του την τελευταία απόφαση να τον αποκεφαλίσουν σε δάσος έρημο και να αφήσουν το λείψανο του να το φάνε τα άγρια θηρία. Έτσι και έκαμαν
οι δήμιοι.
Να λέγεις: Χριστιανός είμαι
Ύστερα διέταξε να φέρουν τον Μαρδάριο. Ο Μαρδάριος ζήτησε από τον Ευστράτιο να του ευχηθεί και να τους διδάξει τι να αποκριθεί στον τύραννο, γιατί φοβόταν σαν
αγράμματος που ήταν μήπως δεν τα πει καλά και τον ειρωνευτούν. Τότε ο Άγιος Ευστράτιος του είπε:
—Επίμενε, αδελφέ Μαρδάριε, να λέγεις, Χριστιανός είμαι και να μην αποκριθείς σε τίποτε άλλο.
Όταν άρχισε ο δικαστής να τον ρωτάει ο Άγιος έλεγε συνέχεια «Χριστιανός είμαι». Τότε ο δικαστής εξοργίστηκε και έδωσε διαταγή να του τρυπήσουν τους αστραγάλους και
από τις τρύπες να περάσουν σχοινιά και να τον κρεμάσουν και ύστερα με πυρωμένες σούβλες να κατακαίνε το σώμα του. Ο άγιος επί πολλή ώρα υπέμεινε τον μαρτύριο και
ανέπεμπε δέηση, λέγοντας:
- Κύριε Δέσποτα, ευχαριστώ σε, διότι με καταξίωσες αυτά τα αγαθά. Επόθησα το σωτήριόν σου και αγάπησα αυτό πάρα πολύ. Δέξε εν ειρήνη το Πνεύμα μου.
Αφού είπε αυτά παρέδωκε την αγία του ψυχή εις χείρας Θεού. Οι υπηρέτες του τυράννου κατέβασαν από το ξύλο το Άγιο Λείψανο.
Το μαρτύριο του Ευγενίου
Κατόπιν διέταξε ο άρχοντας: Φέρετε εδώ τον άχρηστο Ευγένιο, που τόλμησε προχθές και μας έβρισε.
Πράγματι! Έφεραν λοιπόν τον Ευγένιο και του λέγει ο Λυσίας:
—Πες μου, ελεεινέ, ποιός δαίμονας σε εξαγρίωσε τόσον, ώστε με τόσην αυθάδεια να μας βρίσεις, χωρίς να βάλεις καν στο νου σου το αυστηρό δικαστήριο, αδιάντροπε;
—Ο Θεός μου, απάντησε, που καταργεί τους δαίμονες, τους οποίους συ προσκυνάς, με δυνάμωσε και ρου χάρισε θάρρος να περιφρονήσω την εξουσία σου, σκύλε,
και υιέ του διαβόλου, που θα παραδοθείς μαζί με αυτόν στη Κόλαση.
Ο Λυσίας έγινε θηρίο από τον θυμό και λέγει:
-Κόψετε τη γλώσσα του και τα χέρια του και συντρίψτε του τα σκέλη, για να μάθη να ομιλεί φρονιμότερα.
Οι υπηρέτες εξετέλεσαν την διαταγή και ο Άγιος παρέδωσε την ψυχή του εις τον Θεό.
Ο χρυσούς Σταυρός του Ορέστη
Κατόπιν καθόταν ο Λυσίας σε ένα μέρος και καλούσε τούς στρατιώτες του ένα - ένα με το όνομά τους. Περνούσαν μπροστά του και έδειχναν ο καθένας την ανδρεία του και την
εμπειρία του. Ήταν μεταξύ αυτών και ένας στρατιώτης ωραιότερος από τους άλλους, εύμορφος στο πρόσωπο και υψηλός ατό ανάστημα. Ονομαζόταν Ορέστης. Όταν τον είδε ο
Λυσίας, παίνεψε την ωραιότητα του και τον κάλεσε να ρίψει το ακόντιο στο στόχο. Καθώς όμως σήκωσε το χέρι να τινάξει το κοντάρι, έφυγε στο πλάι ο χιτώνας του και φάνηκε
ένας χρυσός σταυρός, που κρεμόταν στο στήθος του. Όταν είδε αυτό έδωσε διαταγή να τον φυλακίσουν μαζί τον Ευστράτιο. Κατόπιν έφτασε πολύ πλήθος Χριστιανών που
ομολογούσε την πίστη του. Ο Λυσίας φοβούμενος έστειλε τον Ορέστη και τον Ευστράτιο στον Αγρικόλα για τους καταφέρει εκείνος να τους αλλάξει.
Ο Άγιος Ορέστης πάνω στο πυρακτωμένο κρεβάτι
Προστάζει τότε ο τύραννος, να φέρουν αμέσως ένα σιδερένιο κρεβάτι και κάτω ν’ ανάψουν φωτιά πολλή, ώστε να σταυθηροβολή και να βάλουν επάνω τον Ορέστη. Κατόπιν
λέγει στον Ευστράτιο:
—Δίκαιον είναι να δεις πρώτα την τιμωρία, που σε περιμένει, κι ύστερα να περάσεις το βασανιστήριο, για να δείξεις περισσότερο την υπομονή και το θάρρος σου. Όταν
ετοιμάσθηκαν όλα και πήγαιναν τον μακάριο Ορέστη στο πυρωμένο κρεβάτι, δειλίασε. Τότε του λέγει ο Ευστράτιος:
—Μη δειλιάζεις, αδελφέ Ορέστη, διότι μόνον η θεωρία της τιμωρίας έχει φόβο. Δεν θα καταλάβεις τίποτε αν πορευθείς με θάρρος πίστεως. Ο Θεός είναι κοντά μας και μας
βοηθά, θυμήσου την γενναιότητα του μακαρίου Αυξεντίου και του Μαρδαρίου και μη φανείς αμελέστερος από αυτούς. Σε λίγη ώρα περνά ο πόνος και μένει ο θησαυρός
ατελείωτος εις τούς ουρανούς.
Ο Ορέστης πήρε θάρρος, όταν άκουσε τα λόγια αυτά. Έτρεξε με ανδρεία στο πυρωμένο κρεβάτι και αφού έκαμε τον Σταυρό του, εξάπλωσε όλο του το σώμα επάνω στο
κρεβάτι, φωνάζοντας με μεγάλη φωνή:
-Κύριε εις χείρας σου παραδίδω το πνεύμα μου.
Παρέδωσε δε το πνεύμα. Κατόπιν από αυτό, ο άρχων διέταξε να βάλουν τον Ευστράτιο πάλι φυλακή για να εξετασθεί και πάλι αργότερα.
Η διαθήκη
Ο Άγιος στην φυλακή έγραψε την διαθήκη του στην οποία έδινε εντολή τα λείψανα των Αγίων Αυξεντίου, Μαρδαρίου, Ευγενίου και Ορέστη να ταφούν μαζί με τα δικά του στην
περιοχή όπου επεδείκνυε, γιατί τους είχε υποσχεθεί ότι όταν τελείωνα θα τα έθεταν όλα μαζί. Κατόπιν όρισε τα περουσιακά του στοιχεία όπως έκρινε και ζήτησε να
ελευθερωθούν οι δούλοι του.
Στην φυλακή το βράδυ τον επισκέφτηκε ο Επίσκοπος Σεβαστείας αφού πρώτα χρημάτισε τους φύλακες. Ο επίσκοπος ήθελε να του μιλήσει. Κατόπιν ο Άγιος του ζήτησε να
εκτελέσει αυτός την διαθήκη του και να μεριμνήσει να βάλει όλα τα λείψανα μαζί. Κατόπιν ο Επίσκοπος κοινώνησε τον Άγιο τα Άχραντα Μυστήρια και αποχώρησε.
Πυρί τελειούται
Την επόμενη ημέρα έδωσε διαταγή να φέρουν τον Ευστράτιο μπροστά του ο δικαστής. Βλέποντας, όμως ο άρχων την σταθερότητα του Ευστρατίου στην πίστη τού Χριστού και
τη μεγάλη του προθυμία, δια το μαρτύριο, έγραψε με δυσκολία αυτήν την απόφαση:
- Τον Ευστράτιο, τού οποίου η ψυχή δεν επείσθη στο πρόσταγμα των βασιλέων και δεν ηθέλησε να προσκυνήσει τους Θεούς, διατάσσω να καεί στη φωτιά και να λάβει το τέλος
της ζωής του.
Όταν άκουσε ο Άγιος την απόφαση, προσευχήθηκε στον Κύριο. Όταν τελείωσε την προσευχή του ο Άγιος, είδε ότι οι υπηρέτες είχαν αναμμένη την φωτιά εις το καμίνι. Έκαμε
τότε το σημείο του Σταυρού εις το όνομα τού Δεσπότου Χριστού, και μπήκε μέσα, ψέλνοντας και χαρούμενος. Οι φλόγες παρέλαβαν το σώμα του Αγίου και εντός ολίγου,
παρέδωσε την Αγία του ψυχή εις χείρας του Παντοκράτορας Θεού. Ήταν η 13η Δεκεμβρίου.
Ύστερα ο επίσκοπος επήρε τα άγια λείψανα του Αγίου Ευστρατίου και του Αγίου Ορέστη και τα έφερε εκεί όπου ήταν τα λείψανα των άλλων Αγίων, όπως του παρήγγειλε ο
Άγιος Ευστράτιος.
Στίχος
Τὸν Εὐστράτιον καὶ συνάθλους δὶς δύω, Ἅπαξ δύω κτείνουσι πῦρ τε καὶ ξίφος. Τούς γε σὺν Εὐστρατίῳ δεκάτῃ τρίτῃ ἔκτανεν ἄορ.
Ἀπολυτίκιον
 Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ
Ἡ πενταυγὴς τῶν ἀθλοφόρων χορεία, τῇ τῶν ἀγώνων νοητῇ δαδουχίᾳ, τὴν οἰκουμένην ἅπασαν αὐγάζει νοητῶς• ὁ σοφὸς Εὐστράτιος,
σὺν Αὐξεντίῳ τῷ θείῳ, Ὀρέστης καὶ Μαρδάριος καὶ Εὐγένιος ἅμα, οὗς εὐφημοῦντες εἴπωμεν πιστοί• χαίροις μαρτύρων πεντάριθμε σύλλογε.
Κοντάκιον
 Ἦχος β΄. Τὴν ἐν πρεσβείαις
Φωστὴρ ἐφάνης λαμπρότατος Χριστοκήρυξ, τοῖς ἐν σκότει τῆς ἀγνωσίας καθημένοις· πίστιν ὡς δόρυ δὲ περιθέμενος, τῶν δυσμενῶν
τὰ θράση, οὐκ ἐπτοήθης Εὐστράτιε, Ῥητόρων ὑπάρχων εὐγλωττότερος.
Ἕτερον Κοντάκιον. 
Ἦχος β΄. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου
Ὡς Ἀθλοφόροι ἐν πᾶσιν ἀήττητοι, οἱ τοῦ Σωτῆρος πεντάριθμοι Μάρτυρες, πρεσβείαις ἀπαύστως προσάγετε, ὑπὲρ ἡμῶν πρὸς τὸν μόνον
Φιλάνθρωπον, διδόναι ἡμῖν θεῖον ἔλεος.
Κάθισμα 
Ἦχος πλ. δ΄. Τὴν Σοφίαν καὶ Λόγον
Της Τριάδος τῇ πίστει ὀχυρωθείς, ἀληθείας σφενδόνῃ καθοπλισθείς, τῆς πλάνης κατέβαλες, τὸ ἀλλόφυλον θράσος, καὶ τοῦ ἐχθροῦ ἁρπάσας,
τῶν λόγων τὴν μάχαιραν, ἐν αὐτῇ ἀπέτεμες, τοῦ ψεύδους τὴν ἔνστασιν· ὅθεν τοῖς τροπαίοις, θριαμβεύων τῆς νίκης, τῷ σώματι τέθνηκας, τῷ
δὲ πνεύματι ἔζησας, Ἀθλοφόρε Εὐστράτιε· πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ,
τὴν ἄγίαν μνήμην σου.
Ὁ Οἶκος
Τὸ ζοφερὸν Χριστὲ τῆς ψυχῆς μου διασκέδασον, ὅπως ἀνυμνήσω λαμπρῶς χορὸν Μαρτύρων πεντάριθμον, Αὐξέντιον, τὸν ἐν αὐξήσει θεϊκῆς
πολιτείας ἀνατραφέντα, καὶ τὸν σοφὸν καὶ γενναῖον ἐν τοῖς ἄθλοις Εὐγένιον, σὺν τούτοις καὶ τὸν Ὀρέστην, τὸν τοῖς θείοις διαιτώμενον ὄρεσι,
Μαρδάριον τὸν ἁπλούστατον, οὗ ὑπῆρξεν Εὐστράτιος καθηγητής, Ῥητόρων ὑπάρχων εὐγλωττότερος.
Μεγαλυνάριον
Σύμμορφοι ἐν ἄθλοις τοῖς ἱεροῖς, Εὐστράτιε μάκαρ, καὶ Αὐξέντιε ἱερέ, σὺν τῷ Εὐγενίῳ, Μαρδάριε Ὀρέστα, ἡμᾶς ἐν ὁμονοίᾳ διατηρήσατε.