Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2011

Ο Άγιος Αμβρόσιος επίσκοπος Μεδιολάνων

Αβοκάτος των ανακτόρων
Ο Άγιος Αμβρόσιος γεννήθηκε το 440 μ.Χ. στη μεγάλη πόλη της Ιταλίας, τα Μεδιόλανα, την ξακουστή και περίφημη. Είναι το σημερινό Μιλάνο. Γεννήθηκε από γονείς ευσεβείς και
πολύ ευγενείς. Ο πατέρας του ήταν έπαρχος στην Γαλλία και λεγόταν και αυτός Αμβρόσιος. Μετά τον θάνατο των γονέων του, ο Αμβρόσιος έμεινε με μια μεγαλύτερη αδελφή του
τη Μαρκελλίνα. Μια φορά είδε την αδελφή του ο νέος, να φιλάει τα χέρια ενός Επισκόπου. Της έδωκε τότε και αυτός το δεξί του χέρι, λέγοντας:
- Φίλησε και αυτό, διότι κι εγώ θα γίνω Επίσκοπος.
Η αδελφή του όμως, δεν κατάλαβε την προφητεία του παιδιού και το επέπληξε. Όταν δε ο Αμβρόσιος έφθασε σε νόμιμη ηλικία, γνώριζε πολλές επιστήμες περισσότερο όμως
επιδόθηκε στη ρητορική. Όλοι τον θαύμαζαν, γιατί έμαθε σε λίγο καιρό, τόσα πολλά και τον ψήφισαν Αβοκάτο των Ανακτόρων, δηλ. ρήτορα, δικηγόρο, όπως λέμε σήμερα. Τους
ξεπερνούσε όλους ιδίως στη δικαιοσύνη, στην αλήθεια και στις άλλες αρετές, με τις οποίες ήταν τόσο λαμπρά στολισμένος.
Γίνεται Ηγεμών της Ιταλίας
Γι αυτό ο βασιλεύς Ουαλεντινιανός, που εξουσίαζε την Ρώμη και όλη την Ευρώπη, τον έκαμε ηγεμόνα, όχι μονάχα στα Μεδιόλανα, άλλα σ' όλη την Ιταλία. Κυβερνούσε λοιπόν
τον τόπον αυτόν με τόσην σύνεση και δια κρίση, ώστε όλος ο λαός ήταν ευχαριστημένος.
Τον ζητούν για Επίσκοπο
Εκείνη την περίοδο στα Μεδιόλανα πέθανε ο αιρετικός Αρχιερεύς, και οι Ορθόδοξοι διαπληκτίζονταν με τους αιρετικούς ποιον θα εκλέξουν Επίσκοπο. Ο Άγιος επέμβει να τους
χωρίσει και τότε θεία φώτιση ήρθε στο λαό, που ήξερε τις αρετές του Αγίου και του ζητούσε με μια φωνή να γίνει Επίσκοπος του.
Η χειροτονία του
Ο Άγιος στην αρχή αρνήθηκε στην αρχή να γίνει Επίσκοπος γιατί έλεγε ότι δεν ήταν άξιος. Άλλα όταν πληροφορήθηκε ότι ήταν θέλημα Θεού, δέχθηκε. Βαπτίσθηκε και κατόπιν
χειροτονήθηκε (τότε δεν βαπτίζονταν από μικροί). Έλαβε την αρχιερατική χάριν, εις τας επτά 7 Δεκεμβρίου. Εντός ολίγων ημερών έλαβε όλους τους βαθμούς της Ιεροσύνης.
Σ' όλη αυτή την διαδικασία, ήταν παρών και ο Βασιλεύς. Ο Μεγ Βασίλειος, μόλις χειροτονήθηκε ο Αμβρόσιος του έγραψε από την Καισάρεια επιστολή, στην οποία του έλεγε
και το έξης: «Ου παρά ανθρώπων παρέλαβες και εδιδάχθης το Ευαγγέλιον του Χριστού, αλλ' αυτός σε ο Κύριος από των κριτών της γης, επί την προεδρείαν των Αποστόλων
μετέθηκε.»
Η αγιασμένη του ζωή
Ο μέγας Αμβρόσιος, αφού χειροτονήθηκε, ζούσε σαν άγγελος. Νήστευε όλη την εβδομάδα και μόνον έτρωγε Σάββατο και Κυριακή. Έκανε και πολλές ελεημοσύνες σε
φυλακισμένους, φτωχούς Χριστιανούς κλπ. Όλο τον πλούτο που κληρονόμησε από τους γονείς του και χρήματα από την Μητρόπολη, τον μοίραζε στους φτωχούς, αδελφούς
πιστούς. Το ίδιο έκανε και για τα ακίνητα του πατέρα του. Τα χωράφια δηλ. τα αμπέλια, τα περιβόλια και τα άλλα τα αφιέρωσε στην Μητρόπολη, με την εντολή, να δίδουν από
τα έσοδα και στην αδελφή του για να συντηρείται, εφόσον ζει. Μετά τον θάνατο της όμως να μείνουν όλα στην Μητρόπολη. Για τον εαυτόν του δεν κράτησε τίποτε. Ήταν δε τόσον
πονετικός ο αείμνηστος, ώστε όταν κάποιος του εξομολογείτο κάποια θανάσιμη αμαρτία, έκλαιγε τόσο πολύ, ώστε δάκρυζε και ο εξομολογούμενος. Όταν δε μάθαινε, ότι κάποιος
έκανε μεγάλο αμάρτημα και δεν πήγαινε να εξομολογηθεί, μεταχειριζόταν όλα τα μέσα και τελικά προσευχόταν για κείνον, έως ότου τον φέρει στην εξομολόγηση.
Ο Άγιος θαυματουργεί
Ο θαυμάσιος Αμβρόσιος αγωνιζόταν σκληρά εναντίον στους αιρετικούς και κάθε ημέρα, πολλοί ξαναγύριζαν στην Ορθοδοξία, από το φωτεινό και ζωντανό παράδειγμά του.
Έκανε και θαύματα πολλά: γιάτρευε αρρώστους στο σώμα και στην ψυχή, ελευθέρωνε πολλούς από τα δαιμόνια που τους βασάνιζαν και πολλά άλλα έκαμνε. Τι αυτό δεν
πρόφθανε να κάνη άλλη υπηρεσία, παρά να βαφτίζει, να βαφτίζει πολλούς. Ανάμεσα σ' αυτούς, ήταν και ο ιερός Αυγουστίνος.
Φεύγει από το καταραμένο σπίτι
Κάποτε ο μεγάλος Αμβρόσιος, πήγαινε στην Ρώμη. Νυχτώθηκε στο δρόμο και φιλοξενήθηκε στο σπίτι κάποιου πλούσιου άνθρωπου. Εκείνος τους φιλοξένησε όλους
πλουσιοπάροχα. Το πρωί ο Άγιος τον ρώτησε αν δοκίμασε κάποια θλίψη στη ζωή του. Ο πλούσιος είπε, ότι ποτέ ο Θεός δεν τον λύπησε, δεν του έδωσε αρρώστια και μόνον
πλούσιες δωρεές ελάμβανε. Ο Άγιος, όταν, τ άκουσε αυτά, δάκρυσε και είπε στους κληρικούς του να φύγουν από, το καταραμένο εκείνο σπίτι, όσο μπορούσαν γρηγορότερα.
Όταν δε έβλεπε, ότι αργούσαν να ετοιμάσουν τα ζώα, διέταξε εντονότερα να φύγουν, για να μη τους προφθάσει η οργή του Θεού. Πράγματι! Δεν είχαν απομακρυνθεί ούτε ένα
στάδιο και άνοιξε η γη. Κατάπιε το σπίτι εκείνο με τον πλούσιο, τα πλούτη του και όλους τους συγγενείς του. Θεέ μου! τα θαυμάσιά σου, ανεξιχνίαστα είναι! Εκείνοι που
ακολουθούσαν τον Άγιο, θαύμασαν για το φοβερό αυτό γεγονός και τον ρώτησαν, πως το ήξερε; Ο Άγιος, τους είπε:
— Ο Θεός μας δίδει λύπη και πόνο και πειρασμούς, για να μας παιδαγωγήσει για τα μικρά αμαρτήματα και να μας δοξάσει ύστερα στην αιωνιότητα. Όταν δε κανείς εδώ στην γη,
έχει όλα τ' αγαθά, χωρίς λύπη, αρρώστια, πόνο, τότε αυτό είναι σημάδι, πως ο δίκαιος Κριτής, τον έχει καταδικάσει για πάντα. Του δίδει όμως όλα αυτά για μερικές αγαθοεργίες,
που έχει κάνει, Και προσθέτει ακόμη ο Άγιος: Όταν μας έρχονται πειρασμοί, βάσανα, πόνοι και κλαίμε απαρηγόρητα, τότε πρέπει όχι μονάχα να τα υποφέρουμε με υπομονή,
αλλά και να τον ευγνωμονούμε το Θεό, όπως άλλωστε κάνομε και για τον σωματικό μας γιατρό. Τον ευχαριστούμε το γιατρό και όταν ακόμη αυτός μας κόβει το σώμα. Αυτά και
πολύ περισσότερα, έλεγε ο Άγιος κι έτρεφε ψυχικά όσους τον άκουγαν.
Η μεταφορά των λειψάνων των Αγίων Μαρτύρων
Ο Άγιος Αμβρόσιος είχε τελειώσει την κατασκευή της Βασιλικής την οποία είχε οικοδομήσει πλησίον του τάφου του αδελφού του Αγ. Σατίρου, εις το κοιμητήριο των Αγίων
Μαρτύρων. Ήδη ζώντος του Αγίου, ο λαός την ονόμασε Αμβροσιάνα. Τα πλήθη, τον παρακαλούσαν να τελέσει με λαμπρότητα τα εγκαίνια της Βασιλικής που ήταν αφιερωμένη
στους Μάρτυρας, Αυτός όμως απαντούσε, ότι θα το κάμει, αν πρώτα βρει Λείψανα Μαρτύρων.
Ενώ έλεγε αυτά μια εσωτερική θεία έλλαμψη τον συνέπαιρνε. Ο Άγιος Αυγουστίνος και άλλοι λένε, ότι ο Άγιος Αμβρόσιος είχε αυτή την στιγμήν μίαν αποκάλυψη. Ο ίδιος
γράφοντας στην Μαρκελλίνα ομιλεί μόνον για μίαν προαίσθηση του τόπου, όπου θα έσκαπτε για να βρει τον κρυμμένο θησαυρό. Και πράγματι η προαίσθησης του βγήκε
αληθινή. Η χαρά του ήταν υπερβολική, όταν ανακάλυψε τα οστά των Άγιων Γερβασίου και Προτασίου. Περισσότερο από τρεις αιώνες ευρίσκοντο θαμμένα τα σώματα των
δύο Μιλανέζων αδελφών Γερβασίου και Προτασίου, των δύο τούτων αθλητών της Πίστεως, οι οποίοι μαρτύρησαν κατά τον πρώτο διωγμό στην εποχή του Νέρωνα.
Ο Άγιος Αμβρόσιος με τον κλήρο μετέφερε στα Μεδιόλανα τα Αγία Λείψανα των Μαρτύρων αυτών. Όταν έφθασαν στα Μεδιόλανα έγιναν πολλά θαύματα. Οι Μιλανέζοι
ευχαρίστησαν πολύ τον Αγ. Αμβρόσιο, διότι προσέφερε στην πόλη τους τα οστά δύο περιφανών τροπαιούχων, από τα πρώτα χριστιανικά άνθη. Τα λείψανα των δύο Μαρτύρων
ο Άγιος Αμβρόσιος τα έθεσε κάτω από την Άγια Τράπεζα της Βασιλικής
Η κοίμηση του
Και πολλά άλλα θαυμάσια έκανε ο Παντοδύναμος με τις προσευχές του Αγίου Αμβροσίου. Έτσι απλώθηκε η φήμη του σχεδόν σ' όλον τον κόσμο και πολλοί ήρχοντο από
μάκρυνες χώρες να δουν τον Άγιο και ν' ακούσουν τα λόγια εκείνα, που ήσαν γλυκύτερα και από το μέλι και την αμβροσία. Με αυτήν την αγία ζωή, πολιτεύτηκε ο γλυκύτατος
Αμβρόσιος. Έγραψε πολλά ψυχωφελή βιβλία και εφύλαξε το ποίμνιο του, μακριά από τους νοητούς λύκους!
Ο Άγιος παρέδωσε με προσευχή, την Αγία του ψυχή στα χέρια του Θεού εις ηλικία 57 ετών. Ήταν η 4η Απριλίου το 397 μ. Χ. Επειδή αυτήν την ημέρα συνήθως πέφτει Πάσχα,
η Μ. Εβδομάδα, δια τούτο η Εκκλησία τον εορτάζει εις τας 7 Δεκεμβρίου, που χειροτονήθηκε Επίσκοπος. Το Άγιο λείψανο του τοποθετήθηκε στην Μητρόπολη Μεδιολάνων,
που τόσο την λάμπρυνε. Και μετά θάνατον έκανε πολλά θαύματα, εις δόξαν Πατρός και Υιού και του Αγίου Πνεύματος, του Παντοδυνάμου Θεού. Αμήν.
Στίχος
Τὸ φθαρτὸν Ἀμβρόσιος ἐκδὺς σαρκίον, Θείας μετέσχεν ἀμβροσίας ἀξίως. Ἑβδόμῃ Ἀμβρόσιος ποτὶ ἄμβροτον ἤλυθεν οὖδας.
Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε
Ὡς θεῖος διδάσκαλος καὶ ἱεράρχης σοφός, δογμάτων ἀκρίβειαν μυσταγωγεῖς τοὺς πιστούς, Ἀμβρόσιε ὅσιε• λύεις αἱρετιζόντων τὴν ἀχλὺν τοῖς σοῖς λόγοις• φαίνεις
τῆς εὐσεβείας τὴν θεόσδοτον χάριν• ἐν ᾗ τούς σὲ γεραίροντας συντήρει ἀπήμονας.
Κοντάκιον
 Ἦχος γ’. Θείας πίστεως
Θείοις δόγμασι περιαστράπτων, ἀπημαύρωσας Ἀρείου πλάνην, Ἱερομύστα καὶ ποιμὴν Ἀμβρόσιε· θαυματουργῶν δὲ δυνάμει τοῦ Πνεύματος, πάθη ποικίλα σαφῶς
ἐθεράπευσας. Πάτερ Ὅσιε, Xριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.
Κοντάκιον. 
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον
Εὐσεβείας δόγμασι περιαστράπτων, ὡς φωστὴρ ἐξέλαμψας, τῇ οἰκουμένῃ ἐκ Δυσμῶν, καταφωτίζων τοὺς ψάλλοντας· χαίροις Πατέρων τὸ κλέος Ἀμβρόσιε.
Κάθισμα 
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ
Λόγους ζωῆς Πάτερ σοφὲ κεκτημένος, τὰς διανοίας τῶν πιστῶν καταρδεύεις, καὶ καρποφόρους χάριτι δεικνύεις ἀεί, τῶν αἱρετιζόντων δέ, κατακλύζεις τὰς φρένας,
χάριν ἀναβλύζων τε, ἰαμάτων ἐκπλύνεις, παθῶν παντοίων ῥύπον ἀληθῶς, ἱερομύστα θεόφρον Ἀμβρόσιε.
Μεγαλυνάριον
Χαίροις ἱερέων ἡ καλλονή, καὶ τῆς Ἐκκλησίας, στῦλος ὄντως ὁ θεαυγής· χαίροις Ὀρθοδόξων, δογμάτων μυστολέκτα, Ἀμβρόσιε τρισμάκαρ, Τριάδος πρόμαχε.