Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2011

O Άγιος Αρέθας ο Μεγαλομάρτυρας και οι «σὺν αὐτῶ»

Ο Χριστιανός βασιλεύς Ελεσβαάν και ο Εβραίος Δουνουάν
Ο Άγιος Αρέθας ήταν πρώτος της πόλεως Νέγρας (Νταντσράν) της βορείου Υεμένης στην Αιθιοπία. Το αραβικό του όνομα είναι αλ Χαρίτ ίμπν Κάμπ. Την εποχή εκείνην βασίλευε
στην Κωνσταντινούπολη ο ευσεβέστατος Ιουστίνος.
Κατά τον πέμπτον χρόνο της βασιλείας του, ήτοι το έτος 528, βασίλευε εις την Αιθιοπία ο Χριστιανικότατος Ελεσβαάν, ο περίφημος και ονομαστός δια την αρετή και ευσέβεια του,
είχε όμως αντίπαλο του έναν Εβραίο τον Δουνουάν. Μετά από πολλούς πολέμους μεταξύ τους, ο Εβραίος κατόρθωσε να αναλάβει τυραννικώς την αρχή. Και άρχισε πόλεμο
αμέσως εναντίον των Χριστιανών.
Ο Εβραίος Δουνουάν επιτίθεται κατά της Νέγρας
Η πόλις Νεγρά, όπου ήταν άρχοντας ο Αρέθας, ήτο πόλις πολυάριθμος, αλλά υπαγόταν στην Ομιρίτιδα, την οποίαν εξουσίαζε ο Εβραίος. Οι πολίτες της όμως ήταν Χριστιανοί.
Αλλά ο διάβολος μπήκε μέσα στον Εβραίο Δουνουάν και τον παρακινούσε να πολεμήσει την πόλη. Εκίνησε πόλεμο κατά των Χριστιανών, και όσους εύρε έξω από τα τείχη της
πόλεως τους σκότωσε άγρια, άλλους δε τους αιχμαλώτισε.
Ορκίζεται, ότι δεν θα τους πειράξει
Η Νεγρά όμως ήταν πόλις οχυρά και οι κάτοικοι αυτής πολέμησαν με γενναιότητα. Μη μπορώντας, λοιπόν, ο Εβραίος να νικήσει με πόλεμο, έβαλε στο νου του ο δόλιος να την
κατακτήσει με πανουργία. Ορκίζεται, λοιπόν, ενώπιον των Χριστιανών, εις τον αληθή Θεό των πατέρων του, ο Όποιος έδωκε τον νόμο, ότι δεν θα κάμει σ’ αυτούς κανένα κακόν.
Μόνον θέλει να τον αφήσουν να περάσει, να δει σαν εξουσιαστής και έπειτα θα φύγει.
Οι Χριστιανοί, με την συναίσθηση, τι εστί όρκος, πίστεψαν στον όρκο του Δουνουάν, αλλά έκαμαν προσευχή προς τον Κύριο:
Δέσποτα Χριστέ Υιέ του θεού, Σύ είσαι κατά των επιόρκων εκδικητής. Εάν λέγουν ψέματα οι εχθροί σ’ αυτά, πού ορκίσθηκαν, η Χάρις σου ας δώσει σ’ αυτούς εκδίκηση. Ημείς
είμαστε έτοιμοι να ζημιωθώμεν όλη μας την περιουσία και αυτήν την ζωή μας, παρά να αρνηθούμε το Άγιο σου Όνομα.
Αφού τελείωσαν την προσευχή, άνοιξαν τις πόρτες της πόλεως, και ο πονηρός Εβραίος άρχοντας μπήκε σαν λύκος στο μαντρί.
Την άλλην ημέρα κάλεσε ο μιαρός τους άρχοντας όλους και τους πλουσίους της πόλεως, να βγουν και αυτοί, να δουν το δικό του στράτευμα, πού ήταν έξω. Μόλις βγήκαν όλοι
έξω, ο Εβραίος χωρίς προσχήματα, άλλαξε όψη. Έγινε θηρίο. Παρέβηκε τους όρκους του, τους γύμνωσαν από όλα τα υπάρχοντα τους και κατόπιν τους φυλάκισε.
Ο Αρέθας και ο Λαός ομολογούν σταθερά.
Τον μακάριο Αρέθα τον συμβούλεψε να αρνηθεί τον Κύριο. Άρχισε να του λέγει διάφορες φλυαρίες εναντίον του Κυρίου. Παρακινούσε δε και τον Άγιο και τους άλλους να
εκτελέσουν την επιθυμία του, ειδεμή θα τους Θανατώσει με διάφορα βασανιστήρια.
Και εκείνοι του απάντησαν:
— Εμείς όλοι έχομε μια γνώμη, να πάθουμε για την αγάπη του Χριστού, σκληρά και απάνθρωπα βασανιστήρια. Μη ενοχλείσαι να μας δοκιμάσεις. Αλλά μάθε, για τις βλασφημίες
τις οποίες τολμάς και λέγεις κατά του Χριστού, ακόμη δε και για τους όρκους, πού έκαμες και δεν φύλαξες, ασεβέστατε, έχεις να πάρεις γρήγορα την ανταπόδοση.
Ο τύραννος κατόπιν πήγε στις Μοναχές και αφού δεν κατάφερε να τις αλλάξεις άρχισε να βλασφημεί το όνομα του Χριστού, τότε μερικές γυναίκες δεν υπέφεραν την βλασφημία
αυτήν αλλά έβρισαν τον τύραννο, παρακαλώντας τον Χριστό να τον εκδικηθεί. Τότε ο Εβραίος έδωκε εντολή να τις αποκεφαλίσουν και αυτές και τις άλλες πού ήσαν από τα
περίχωρα.
Θυσιάζεται πλούσια Χριστιανή μητέρα με τις θυγατέρες της
Τότε φέρανε μπροστά του μια πλούσια χήρα με τις θυγατέρες της. Αυτός με κολακείες προσπάθησε να τις αλλάξει και τότε η χήρα του είπε τα εξής:
- Αυτόν, πού σού έδωσε τη ζωή και τη βασιλεία κατηγορείς, ταλαίπωρε; θα έπρεπε να τον προσκυνείς ως Θεό αληθινό και συ τολμάς να τον υβρίζεις, αχάριστε; Δεν φοβάσαι
μήπως έλθει φωτιά από τον ουρανό και σε κατακάψει, αδιάντροπε; Ποιά τιμή χρειάζομαι από σένα; Μη γένοιτο να γίνω τόσον ανόητη και να συναναστρέφομαι με τους εχθρούς
του Κυρίου μου.
Ο τύραννος έγινε πυρ και μανία από το θυμό του και διέταξε να κόψουν σύρριζα τα μαλλιά και αυτής και των θυγατέρων της, και να τις πομπεύσουν ενώπιον όλου του λαού, για
να εντραπούν και περιφρονηθούν. Κατόπιν αφού είδε ότι έμεναν σταθερές στην πίστη τους έσφαξαν τις θυγατέρες της και μετά θανάτωσαν την μακαρία χήρα αυτή.
Ο Αγ. Αρέθας μπροστά στον Εβραίο
Την επομένη ημέρα κάθισε ο τύραννος σε μέρος υψηλό και διέταξε να φέρουν μπροστά του, τον Αρέθα με τους συντρόφους του, πού ήσαν 340. Ο τύραννος με απειλές
προσπάθησε να αλλάξει τον Αρέθα και τους συντρόφους του.
Ο Αρέθας όμως παράμεινε πιστός στην Πίστη του και αμέσως στράφηκε προς τούς Μάρτυρες. Με γλυκύτατο πρόσωπο, θέλοντας να τους προθυμοποιήσει προς το Μαρτύριο,
τους είπε τα σοφότατα αυτά λόγια:
— Άνδρες συμπολίτες, συγγενείς και φίλοι μου, ξέρετε πόσα επάθαμε, διότι πιστέψαμε σ’ αυτόν τον ψεύτη και επίορκο; Τον ακούσατε με τα ίδια σας τα αφτιά, πόσες βλαστημίες
είπε εις τον Θεό ο υπερήφανος. Είδατε πόσους σκότωσε άδικα. Ήταν καλό, να μη τον είχαμε πιστέψει από την αρχή, και θα νικούσαμε τότε με την δύναμη του Θεού στον
πόλεμο. Ας προτιμήσουμε ημείς το καλλίτερο. Ας αγοράσουμε με τον πρόσκαιρο θάνατο την ζωή την αιώνιο. Και μη νομίσει κανένας από σας, ότι επειδή είμαι γέρων επιθυμώ
τον θάνατον (ο Άγιος ήταν 95 ετών) και γι’ αυτό παρακινώ και τους άλλους. Όλοι, νέοι και γέροι πεθαίνομε. Λοιπόν, άλλος θάνατος δεν είναι ενδοξότερος και ωφελιμότερος από
τον θάνατον του Μαρτυρίου. Με αυτόν μετέχομε του πάθους του Χριστού και της δόξης του γινόμαστε κοινωνοί. Μη φανεί, λοιπόν, κανείς από σας ολιγόψυχος. Μη φανεί δειλός.
Μη προτιμήσει την παρούσα ζωή, πού είναι και σύντομη και γεμάτη βάσανα, από την αιώνια και χαρούμενη. Εάν όμως είναι κανένας από σας δειλός, ας φύγει από τον μαρτυρικό
αυτό χορό και ας χαθεί.
Ναι, Χριστέ και Λόγε του Θεού αληθέστατε! Όποιος σε αρνηθεί για την πρόσκαιρη ζωή, ας στερηθεί την αιώνια, και ας χάση και αυτήν ο δειλός, και ας άνοιξη η γη να τον καταπιεί.
Όταν το πλήθος του λαού άκουσαν τα λόγια αυτά, φώναξαν όλοι και με θερμότατα δάκρυα είπαν:
-Eχε θάρρος, τίμιε Πάτερ. Κανένας δεν είναι μεταξύ μας, πού να θέλει να χωριστεί από την συντροφιά μας. Όλοι είμαστε έτοιμοι, να δεχθούμε το μακάριο τέλος μαζί σου.
Και ο Άγιος ικανοποιημένος από τα λόγια τους, τους λέγει:
— Εγώ να σας προλάβω όλους. Να γίνω οδηγός σας εις την σωτηρία σας. Όπως σε όλα τα πρόσκαιρα μου δίνατε τα πρωτεία, έτσι και τώρα. Μάλιστα σας παρακαλώ να με
συγχωρήσετε, πού θέλω να υπάγω πρώτος στον Δεσπότη μου. Ακόμη δε, σας δίνω μια τελευταία εντολή: Όποιος από τους υιούς μου η από τους άλλους συγγενείς απομείνει
ζωντανός, να κληρονομήσει τα πράγματά μου, εάν φυλάξουν την Ορθόδοξο Πίστη του Χριστού. Αφιερώνω ακόμη τρία πατρικά μου κτήματα, πού αποτελούνται από κήπους
ωραιότατους, στην Μητρόπολη, την οποία μέλλουσα να κτίσουν εις την πόλη μας.
Κατάλαβε λοιπόν ο βασιλεύς, ότι δεν πρόκειται να ιούς απομακρύνει από την πίστη του Χριστού διότι ήταν ακλόνητοι.
Τότε διέταξε τους στρατιώτες του, να τους μεταφέρουν στο ποτάμι, πού ονομαζόταν Ωδίας, και εκεί να τους αποκεφαλίσουν όλους.
Ο Αρέθας με τους συντρόφους του σφάζονται
Έφτασαν τέλος στον τόπον της θυσίας. Ο μακάριος Αρέθας ήταν πολύ γέρων, έφθασε εκεί υποβασταζόμενος. Όλοι ήσαν χαρούμενοι και ευτυχισμένοι και αμέσως έκαμαν
προσευχή.
Αφού προσευχήθηκαν οι Άγιοι, έκαμαν τον τελευταίον ασπασμό και φίλησε ο ένας τον άλλον χαρούμενοι.
Έπειτα πρώτος από τους άλλους ο Μακάριος Αρέθας, πού δεν μπορούσε να περπατήσει μόνος του από το γήρας και την περιπέτεια, αποκεφαλίζεται.
Οι υπόλοιποι αμέσως πήραν ως μύρο πολύτιμο το Άγιο Αίμα του και αφού χρήσθηκαν με αυτό, αποκεφαλίστηκαν και αυτοί όλοι.

Ἀπολυτίκιον.
Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Εὐσεβείᾳ ἐμπρέπων τῇ ἀθλήσει δεδόξασαι, τὴν τῶν Χριστοκτόνων κακίαν καθελὼν τῇ ἐνστάσει σου• διὸ καὶ προσενήνοχας Χριστῷ, Μαρτύρων ἀρραγῆ
συνασπισμόν, ὥσπερ θεῖος παιδοτρίβης καὶ ὁδηγός, Ἀρέθα παμμακάριστε. Δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι
διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.


Κοντάκιον.
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Εὐφροσύνης πρόξενος ἡμῖν ἐπέστη, ἡ φωσφόρος σήμερον, τῶν Ἀθλοφόρων ἑορτή• ἣv ἐκτελοῦντες δοξάζομεv, τὸν ἐv ὑψίστοις ὑπάρχοντα Κύριον.


Ὁ Οἶκος
Τὸν νοῦν μου φώτισον Χριστέ, τῇ αἴγλῃ τῶν ἀγώνων, Ἀρέθα τοῦ γενναίου, καὶ πάντων τῶν ἁγίων τῶν ἀθλησάντων σὺν αὐτῷ• πρῶτος γὰρ ἁπάντων ἀνεδείχθη
ὁ στερρός, φαιδρῶς παραταξάμενος κατὰ τῶν ἀθετούντων τὴν σάρκωσιν σου, τοῦ ὑπὲρ φύσιν σαρκωθέντος καὶ τεχθέντος, ἵνα ἡμᾶς λυτρώσῃς τῆς πλάνης,
καὶ δείξῃς ἀπλανῶς τοῖς βουλομένοις διοδεύειν τὴν ὁδὸν τοῦ μαρτυρίου, ἣν οἱ Ἀθληταὶ ἐβάδισαν, σὲ ἀνυμνοῦντες τὸν ἐν ὑψίστοις ὑπάρχοντα Κύριον.


Μεγαλυνάριον.
Κλῆρος περιούσιος καὶ λαός, ἔχων ταξιάρχην, τὸν Ἀρέθαν τὸν εὐκλεῆ, τῇ τῶν πρωτοτόκων, συνήφθη Ἐκκλησίᾳ, μαρτυρικοῖς ἀγῶσιν• ὃν μεγαλύνωμεν.