Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2011

Η Αγία Αναστασία η Ρωμαία, η Οσιομάρτυς

Η Άγια Αναστασία κατήγετο από τη Ρώμη, έζησε δε κατά τους χρόνους του αιμοβόρου και χριστιανομάχου Δεκίου το 250 περίπου μ.Χ. Δεν έχανε τον καιρό της η Αναστασία στα
μάταια και πρόσκαιρα Αυτή προσπαθούσε να στολίσει την ψυχή της με αρετές, για να αρέσει στο Χριστό. Όταν έγινε είκοσι ετών, αυτή η σεβαστή κόρη, απαρνήθηκε γονείς και
συγγενείς, Μίσησε τον πλούτο και την δόξα. Εγκατέλειψε και όλες τις κοσμικές απολαύσεις και επήγε να ζήση μέσα σε Παρθενώνα.
Την εποχή εκείνη δεν είχαν δημιουργηθεί ακόμη τα Μοναστήρια. Γι αυτό πολλές νέες, που ήθελαν να αφιερωθούν στο Θεό, ζούσαν όλες μαζί σε ένα σπίτι μέσα εις τας πόλεις.
Εκεί ασχολούνταν με την λατρεία του Θεού και με την διάδοση της χριστιανικής πίστεως στους ειδωλολάτρες και στους εβραίους. Μία μορφωμένη προϊσταμένη, πού ονομαζόταν
Σοφία, την δέχτηκε και την δίδαξε τους κανόνες του παρθενικού βίου. Η Αναστασία μέρα με την ημέρα και με την βοήθεια του Θεού αύξανε τις αρετές της.
Την συλλαμβάνουν
Ο διάβολος όμως, βλέποντας αυτό προσπαθούσε με κάθε τρόπο να την διώξει από τον Παρθενώνα. Χρησιμοποίησε τα όργανα του και αυτά επήγαν και ανέφεραν στον διοικητή,
Πρόβο ονομαζόμενο, ότι η Αναστασία δεν πιστεύει στους θεούς, πού πιστεύουν εκεί οι Ρωμαίοι, και ότι αναγνωρίζει, ότι ο Θεός είναι ο Κτίστης του παντός.
Ο Πρόβος, τότε εξαγριώθηκε εναντίον της Αναστασίας. Έδωσε διαταγή να την συλλάβουν.
Στο δικαστήριο των ασεβών.
Ο άρχοντας προσπαθώντας με κολακείες και υποσχέσεις να της βρει πλούσιο γαμπρό, προσπαθούσε να την πείσει να θυσιάσει στους θεούς αλλιώς θα δοκίμαζε την μανία του.
Όμως η Αναστασία με γεναίο φρόνημα του απάντησε στις κολακείες και τις απειλές του:
— Για μένα, άρχοντα μου, Νυμφίος είναι ο Χριστός. Ο θάνατος μου για χάρη Του είναι προτιμότερος και από τη ζωή μου. Για τον Χριστό μου αρνήθηκα όλες τις κοσμικές
απολαύσεις. Οι πληγές, οι μαστιγώσεις, οι διάφορες τιμωρίες, για μένα είναι ευχάριστα, όταν τα υπομένω προς χάριν Εκείνου. Κάνε λοιπόν ότι έχεις να κάνης. Εγώ σου
δηλώνω καθαρά: ξύλινους και πέτρινους θεούς σε καμία περίπτωση δεν θα λατρεύσω.
Της σπάζουν τα δόντια και την γυμνώνουν
Ακούγοντας αυτά ο ηγεμόνας διέταξε να την χτυπήσουν στο πρόσωπο. Τόσο την χτύπησαν που της έσπασαν τα δόντια και έτρεχε στο πρόσωπο της αίμα. Έπειτα έδωσε
διαταγή να την γυμνώσουν για να την ρεζιλέψουν όμως η Αγία έμενε σταθερή στην πίστη της και ευχαριστούσε τον Κύριο.
Την καίουν
Ο άρχοντας όμως θύμωσε πάρα πολύ και διέταξε να βασανίσουν αλύπητα την νέα. Διέταξε και έμπηξαν στη γη τέσσερεις μεγάλους πασσάλους. Εκεί επάνω σ' αυτούς
κρέμασαν την κόρη. Για να την βασανίσει ακόμη πιο πολύ, διέταξε να βάλουν από κάτω φωτιά. Έτσι., άρχισε να καίγεται το σώμα της κόρης από τις φλόγες, ενώ στην ράχη
την χτυπούσαν οι υπηρέτες του αυτοκράτορα. Από τα πολλά βασανιστήρια από τις φλόγες και από τα κτυπήματα των υπηρετών του αυτοκράτορα το σώμα της κόρης κα
σχίσθηκε. Η Άγια είχε τόσους πόνους, πού κανείς δεν μπορεί να τους περιγράψει. Οι φλέβες της είχαν ανοίξει και το αίμα της έτρεχε και η φωτά σιγά-σιγά την έκαιγε.
Η κύρη όμως παρ’ όλα αυτά, δεν δείλιασε.
Στον τροχό
Το απάνθρωπο όμως εκείνο θηρίο, βλέπονιας, την κόρη να βαστάει ακόμα, διέταξε να την κατεβάσουν από εκεί να την βάλουν σε τροχούς. Η μηχανή του τροχού έσπαζε τα
κόκκαλα της Αγίας. Εκείνη όμως παρ' όλα αυτά ακόμη βαστούσε με τη δύναμη ταυ Θεού. Υπέμενε όλα εκείνα τα βασανιστήρια η Αγία, λέγοντας σιγανά:
— Θεέ μου, Εσύ πού χαρίζεις δύναμη και υπομονή, μην απομακρύνεσαι από μένα αυτή την στιγμή, γιατί οι σάρκες μου έχουν καεί και τα κόκκαλα μου έχουν σπάσει. Θεέ μου,
χάρισέ μου υπομονή να μείνω σταθερή μέχρι τέλους.
Όταν η κόρη τελείωσε τα λόγια αυτά, ώ του θαύματος! Αμέσως βρέθηκε γεμάτη υγεία, χωρίς ίχνος εγκαύματος. Την κοίταξε ο αιμοχαρής τύραννος και απορούσε. Δυστυχώς
όμως εκείνος ο ανόητος ήταν πωρωμένος και δεν κατάλαβε το θαύμα.
Τα σιδερένια νύχια
Διέταξε τότε να κρεμάσουν και πάλι την κόρη, και με σιδερένια νύχια να της ξεσχίσουν το σώμα. Η Αγία όμως παρ' όλα αυτά εξακολουθούσε να προσεύχεται, χωρίς να
υπολογίζει τα βασανιστήρια. Τότε ήλθε βοήθεια από τον Θεό και τα χέρια των δημίων έμειναν ξερά και ακίνητα. Απόρησε τότε ο άρχοντας για το γεγονός αυτό και σηκώθηκε
από τον θρόνο του. Δεν ήξερε τί να κάνη. Έλεγε, ότι η Αναστασία είναι μάγισσα και γι' αυτό γίνονται αυτά τα καταπληκτικά πράγματα. Δεν ήθελε δε ο ελεεινός επ' ουδενί
λόγω να πιστέψει στο Χριστό.
Της κόβουν τους μαστούς
Ο διάβολος έβαλε στο νου αυτοκράτορα να κόψει τους μαστούς της κόρης. Οι δήμιοι άρχισαν το απάνθρωπο έργο τους. Η Αγία όμως με το βλέμμα της στραμμένο προς τον
ουρανό και με την σκέψη της καρφωμένη στο Χριστό, υπέμεινε, χωρίς γογγυσμό και αυτό ακόμη το βασανιστήριο.
Ο τύραννος τότε, βλέποντας υπεράνθρωπη την υπομονή της Αναστασίας προσπάθησε να βρει άλλο τρόπο για να βασανίσει ακόμη περισσότερο την Αγία. Διέταξε να της
βγάλουν όλα τα δόντια της και τα νύχια.
Άρχισαν οι βασανιστές με τις τανάλιες να της ξεριζώνουν τα νύχια. Οι πόνοι ήσαν τρομεροί, αφόρητοι. Η Αγία όμως λες και δεν αισθανόταν κανένα πόνο. Στεκόταν ήρεμη σαν
να μη συνέβαινε τίποτε. Ευχαριστούσε μόνο τον Κύριο, επειδή αξιώθηκε να πάθη για χάρι του. Έβριζε συγχρόνως συνέχεια τούς θεούς, πού λάτρευαν ο Αυτοκράτορας και
οι άλλοι ειδωλολάτρες.
Της ξεριζώνουν τη γλώσσα
Επειδή δεν μπορούσε ο άπιστος άρχοντας να υπομένει τα λόγια αυτά της Αγίας, διέταξε να της κόψουν την γλώσσα. Αλλά να την κόψουν βαθειά από τον φάρυγγα. Εκείνη,
όταν άκουσε τη διαταγή αυτή ζήτησε να την αφήσουν για λίγο να προσευχηθεί στον Κύριό της με φωνή για τελευταία φορά. Της επέτρεψαν. Ευχαρίστησε τότε τον Θεό και
τον παρεκάλεσε να την δυναμώσει να βαστάξει μέχρι τέλους και να πεθάνει ένδοξα. Επίσης τον παρεκάλεσε να της δώσει την δύναμη να θεραπεύει κάθε αρρώστια. Όταν
τελείωσε η Αγία την προσευχή της, θεϊκή φωνή ακούστηκε από ψηλά, λέγοντάς της, ότι θα γίνει ότι ζήτησε.
Η κόρη όταν άκουσε την φωνή χάρηκε πάρα πολύ και είπε στον άρχοντα να κάνη αυτό πού πριν από λίγο διέταξε. Οι σκληροί δήμιοι τότε της τράβηξαν την γλώσσα με τανάλια
και την έκοψαν σύρριζα. Τα ρούχα της βάφτηκαν κόκκινα από το αίμα.
Αποκεφαλίζεται
Η Αγία τότε από τα πολλά βασανιστήρια, ζήτησε λίγο νερό να βρέξει το ματωμένο στόμα της. Έτρεξε αμέσως με προθυμία και της έδωσε νερό κάποιος Χριστιανός, πού
ονομαζόταν Πρόβος. Εκείνος όμως έπειτα από λίγο πλήρωσέ πάρα πολύ ακριβά την πράξη του. Ο Αυτοκράτορας διέταξε, ουρλιάζοντας από μανία, να κόψουν το κεφάλι
του Πρόβου και της Αναστασίας.
Για μερικές ημέρες το σώμα της Άγιας έμεινε εκεί, όπου μαρτύρησε, χωρίς να το αγγίζει κανείς άνθρωπος ή ζώο με την βοήθεια της θείας χάριτος.
Η Σοφία από την στιγμή, που είχε φύγει η Αγία, γονατιστή συνέχεια παρακαλούσε τον Θεό να βοηθήσει την Αγία να αντιμετωπίσει τα βασανιστήρια του άρχοντα νικηφόρα.
Σε μια στιγμή όμως ενώ εκείνη με θερμά δάκρυα προσευχόταν στον Θεό, παρουσιάστηκε μπροστά της ένας άγγελος Κυρίου και της ανακοίνωσε το μαρτύριο και το τέλος της
Αναστασίας. Εκείνη τότε από το γεγονός χάρηκε υπερβολικά.
Ευχαριστούσε το Θεό, πού την αξίωσε να είναι πνευματική μητέρα μιας Αγίας. Κατόπιν ο Άγγελος την βοήθησε να εύρη το άγιο λείψανο της Αγίας. Εκείνη όταν το είδε, με θερμά
δάκρυα το καταφιλούσε λέγοντας:
— Παιδί μου, πού σε ανάθρεψα με τόσον κόπο, σε ευχαριστώ, διότι άκουσες τις συμβουλές μου, φύλαξες τις υποσχέσεις πού είχες δώσει, και έτσι μπόρεσες ντυμένη με το
ολόλευκο φόρεμα της αγνότητος και στολισμένη με τις πληγές του μαρτυρίου σου να αντικρίσεις τον Χριστό μας μέσα σε όλο το μεγαλείο του. Σε παρακαλώ θερμά βοήθησε με
και μένα τώρα πού είμαι γερασμένη και παρακάλεσε τον Θεό να κληρονομήσω την αιώνια Βασιλεία.
Όταν τελείωσε τα λόγια της και ενώ σκεπτόταν, πώς θα μπορέσει να σηκώσει το Άγιο λείψανο, παρουσιάσθηκαν μπροστά της δύο σεβαστοί άνδρες. Αυτοί σήκωσαν το λείψανο
και με την Σοφία το μετέφεραν στη Ρώμη και το τοποθέτησαν μέσα σε μία Εκκλησία.
Η μνήμη της Αγίας Οσιομάρτυρος Αναστασίας της Ρωμαίας η οποία τόσα βασανιστήρια υπέμεινε για την δόξα του Χριστού μας, τιμάται από την Εκκλησία μας στις 29 Οκτωβρίου.
Στίχος
Κάρας τομὴν ἤνεγκε ῥώμῃ καρδίας, βλάστημα Ῥώμης, Μάρτυς Ἀναστασία. Τλῆ δὲ Ἀναστασίη ἐνάτη ξίφος εἰκάδι ὀξύ.

Ἀπολυτίκιον. 
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ἀσκήσει ἐκλάμψασα, ὥσπερ παρθένος σεμνή, ἀθλήσεως αἵμασι, τὴν τῆς ἁγνείας στολήν, ἐνθέως ἐφοίνιξας• ὅθεν Ἀναστασία, ὡς Ὁσία καὶ Μάρτυς, χάριτας
ἰαμάτων, ἀπαστράπτεις τῷ κόσμῳ, πρεσβεύουσα τῷ Σωτήρι, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Κοvτάκιοv.
Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Παρθενίας νάμασι, καθηγνισμένη Ὁσία, μαρτυρίου αἵμασι, Αvαστασία πλυθεῖσα, παρέχεις, τοῖς ἐν ἀνάγκαις τῶν νοσημάτων, ἴασιν, καὶ σωτηρίαν τοῖς προσιοῦσιν,
ἐκ καρδίας• ἰσχὺν γὰρ νέμει, Χριστὸς ὁ βρύων, χάριν ἀέναοv.

Κάθισμα
Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτὴρ.
Ἐκ βρέφους τῷ Θεῷ, ἀνετέθης Ὁσία, νεκρώσασα σαρκός, ἐγκρατείᾳ τὰ πάθη, εἰς ὕψος δ' ἀνέδραμες, μαρτυρίου περίδοξον, ἐναθλήσασα, Ἀναστασία νομίμως,
καὶ τόν δράκοντα, καταβαλοῦσα εἰς χάος, δυνάμει τοῦ Πνεύματος.

Μεγαλυνάριον.
Ἔφυς ὥσπερ ῥόδον πανευθαλές, ἐν δικαιοσύνης, τοῖς λειμῶσιν ἀσκητικῶς, καὶ ὀσμὴν χαρίτων, ἀθλητικῶς ἐκπέμπεις, σεμνὴ Ἀναστασία, τοῖς σὲ γεραίρουσι.