Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2011

Ο Όσιος Ιλαρίων ο Μέγας

Και ο Άγιος Ιλαρίων που μας ήρθε απ’ έξω και έζησε και κοιμήθηκε στον τόπο μας, είναι ένα τέτοιο πρότυπο για όλους. Πρότυπο πίστεως και υπακοής στον Θεό.
Αλλά και πρότυπο αγωνιστικότητας και γνήσιας αρετής. Μια γρήγορη ματιά στις κύριες πτυχές της ζωής του θα μας το αποδείξει.
Ο ισάγγελος αυτός άγιος, γεννήθηκε στην κωμόπολη της Παλαιστίνης την Θαβαθά, που βρίσκεται πέντε περίπου μίλια μακριά από την αρχαία πόλη των
Φιλισταίων, την Γάζα. Οι γονείς του, πλούσιοι ειδωλολάτρες φρόντισαν από νωρίς να δώσουν στο παιδί τους μια ξεχωριστή μόρφωση. Ο πόθος του όμως να
γνωρίσει την αλήθεια οδήγησε κάποτε τα βήματά του και σε χριστιανικές συγκεντρώσεις. Ο ενθουσιασμός του για όσα άκουε και ο ζήλος του να γνωρίσει
περισσότερα, προχωρούσε μέρα με τη μέρα για να καταλήξει κάποτε στην αποδοχή της νέας θρησκείας και να βαπτισθεί. Η χαρά και η ευτυχία του αγνού νέου
την ημέρα εκείνη, που φόρεσε τον λευκό χιτώνα του βαπτίσματος, υπήρξε αφάνταστα μεγάλη. Μια απόδειξη τούτης της χαράς είναι και η πλούσια χρηματική
προσφορά του για χάρη των πτωχών αδελφών του Χριστού.
Η πνευματική ζωή τον συνείχε κυριολεκτικά. Πόθος του ένας:
Ν’ αποχωρισθεί από καθετί που θα τον κρατούσε δεμένο με τα υλικά, τα γήινα και ελεύθερος να τραβήξει τον δύσκολο, μα ευλογημένο δρόμο, που φέρει τον
άνθρωπο στον ουρανό.
Αυτή την εποχή στην Αλεξάνδρεια και σ’ όλη την Αίγυπτο κυριαρχούσε η φήμη του Μεγάλου Αντωνίου. Κοντά σ’ αυτόν ο ζηλωτής νέος επιθύμησε να μαθητεύσει
έστω και για λίγο. Χωρίς να χάσει καιρό ένα πρωί άφησε την πολυθόρυβη πόλη και τράβηξε στην έρημο. Βρήκε τον Άγιο ερημίτη και έμεινε κοντά του αρκετό
καιρό. Ο ζηλωτής νέος αγωνίστηκε ν’ αυξήσει τις διανοητικές του δυνάμεις και να αποκτήσει σιγά – σιγά τα εφόδια που χρειαζόταν για τους κατοπινούς του
αγώνες. Κύριο σκοπό της υπάρξεώς του έβαλε ν’ αρέσει στον Θεό. Και όλες του οι δυνάμεις, όλες του οι προσπάθειες, όλοι του οι αγώνες σε τούτο και μόνο
στράφηκαν: Στο πως να καλλιεργήσει μέσα του το «κατ’ εικόνα», για να επιτύχει «το καθ’ ομοίωσιν». Στο πως ν’ αναπτύξει τα χαρίσματα με τα οποία τον επροίκισε
ο Πανάγαθος Θεός, για να επιτύχει να γίνει κάποια μέρα γνήσια εικόνα του Θεού. Ένας αληθινός άνθρωπος αρετής. Ένας Άγιος.
Με τούτη την απόφαση και τούτο τον πόθο και σκοπό ως θησαυρό πολύτιμο στην ψυχή του αποχαιρέτησε κάποιο πρωινό τον πνευματικό του πατέρα και
καθοδηγητή της ερήμου Αντώνιο και πήρε τον δρόμο της επιστροφής στην πατρίδα του. Ποθούσε να δει τους γονείς του, γιατί έμαθε πως δεν ήσαν καλά στην
υγεία. Και ακόμη ήθελε να τακτοποιήσει και μερικά περιουσιακά στοιχεία, που ήσαν εκκρεμή. Σαν έφθασε, πήγε και κτύπησε την πόρτα του σπιτιού του. Κάποιος
γείτονας που άκουσε το κτύπημα, βγήκε και του είπε πως τόσο ο πατέρας όσο και η μητέρα του είχαν εδώ και αρκετό καιρό φύγει από τούτο τον κόσμο.
Λυπημένος ο φιλόστοργος νέος και ακολουθούμενος από τον γείτονα τράβηξε προς το κοιμητήριο. Πάνω από το χώμα του τάφου που σκέπαζε τ’ αγαπημένα
πρόσωπα, γονάτισε. Για ώρες έμεινε εκεί προσευχόμενος με ιερή κατάνυξη.
Στην πατρίδα του ο εραστής της αγγελικής ζωής δεν στάθηκε για πολύ. Αφού μοίρασε την πατρική περιουσία στους πτωχούς και αποχαιρέτησε τους γνωστούς,
ανεχώρησε. Γεμάτος αποφασιστικότητα προχώρησε για την εκπλήρωση του ιερού σκοπού του. 
Και άρχισε να κυρήττει ο όνομα του Χριστού παντού. Και το 
κήρυγμά του συγκινεί και ενθουσιάζει. Μα και πείθει και οικοδομεί. Ένα μεγάλο ποσοστό από τους ειδωλολάτρες που κατοικούσαν στις περιοχές εκείνες της Γάζας
και της Νότιας Παλαιστίνης δέχτηκαν το κήρυγμα της σωτηρίας χάρη στον Άγιο και έγιναν χριστιανοί. Αλλά και οι αιρετικοί που ζούσαν στα μέρη εκείνα, στο
πρόσωπο του Οσίου βρήκαν τον σθεναρό και ακαταμάχητο πρόμαχο της Ορθοδοξίας.
Αφού για ένα χρονικό διάστημα ο ζηλωτής εργάτης του Ευαγγελίου ασχολήθηκε με το ιεραποστολικό έργο, κατόπιν αποσύρθηκε στην αγαπημένη του έρημο. Εκεί
κοντά στο λιμάνι του Μαϊουμά προχώρησε και έστησε το ησυχαστήριό του. Τριάντα επτά χρόνια πέρασε στο μέρος αυτό. Τριάντα επτά ολόκληρα χρόνια αυστηρής
ασκήσεως. Ένας τρίχινος σάκος, που ταλαιπωρούσε το κορμί του, ήταν το φόρεμά του χειμώνα – καλοκαίρι. Στον λαιμό έφερε μία δερμάτινη λωρίδα, δώρο του
πνευματικού του πατέρα, του Μεγάλου Αντωνίου. Κατοικία του είχε μία σπηλιά μ’ ένα στενότατο κελί. Και τροφή του λίγα ξερά σύκα και μερικά αγρία χόρτα. Με την
αυστηρή του τούτη εγκράτεια, αλλά και την θερμή και αδιάλειπτη προσευχή και την συνεχή μελέτη της Αγίας Γραφής αγωνιζόταν κάθε μέρα για ένα πράγμα μόνο:
Στο πως να αρέσει στον Θεό. Πέτυχε να γίνει η ψυχή του κατοικητήριο Αυτού του Αγίου Πνεύματος, ώστε τίποτα στον κόσμο να μην τον φοβίζει και να μη τον
ταράσσει.
Το παρακάτω περιστατικό είναι ενδεικτικό του θάρρους και της τόλμης που διέκρινε τον Όσιο.
Κάποτε εκεί στην ερημιά, στην αρχή που πήγε, μια συμμορία από ληστές τον είχε επισημάνει και τον πλησίασε με κακές διαθέσεις.
- Τι θα έκαμνες, καλόγηρε, αν εδώ στην ερημιά που είσαι μόνος, σου επετίθεντο ληστές; τον ρώτησε με προσποιητή αφέλεια ο αρχηγός τους.
- Τι έχει να φοβηθεί ένας γυμνός σαν και έμενα; απήντησε με πραότητα κι αταραξία ο ερημίτης.
- Και αν σε σκοτώσουν; πρόσθεσε ο ληστής.
- Ο θάνατος δεν φοβίζει εκείνον, που είναι έτοιμος να πεθάνει, ξανάπε ο ερημίτης. Ο θάνατος κλείει τούτη την ζωή την προσωρινή. Μα ανοίγει την άλλη, την
αιώνια, την πραγματική. Σ’ αυτήν βαδίζουμε όλοι.
Τα λόγια του αυτά και ο τρόπος με τον οποίο τα είπε έκαμαν τους ληστές σκεφτικούς. Απομακρύνθηκαν σιωπηλοί, για να ξαναγυρίσουν σε λίγο. Κάθισαν μπροστά
στο κελί του και άρχισαν να ζητούν από αυτόν πιο πολλές εξηγήσεις. Στο τέλος ομολόγησαν τον σκοπό τους και με δάκρυα γονάτισαν μπροστά του και ζήτησαν
συγχώρηση. Ο Άγιος τους συγχώρησε και εξακολούθησε την διδασκαλία του. Από την ημέρα εκείνη συνεχίστηκαν οι επισκέψεις με αποτέλεσμα στο τέλος να
πιστέψουν και να βαπτιστούν όχι μονάχα αυτοί, αλλά και άλλοι ομοεθνείς τους που κατοικούσαν στην πόλη της Ιδουμαίας, Ελούζη. Έτσι ο Άγιος πήρε τον τίτλο:
Απόστολος των Σαρακηνών.
Η φήμη της αγιότητας του οσίου διαδόθηκε τόσο πολύ, ώστε νωρίς πλήθη από μοναχούς συγκεντρώθηκαν γύρω του. Με τον τρόπο αυτό πολλά μοναστήρια
φύτρωσαν σε όλη εκείνη την περιοχή. Για τούτο δίκαια θεωρείται ο ιερός ασκητής ως ο εισηγητής του μοναχισμού στην Παλαιστίνη, καθώς και ο Μέγας Αντώνιος
εισηγητής του μοναχισμού στην Αίγυπτο. Στη μεγάλη φήμη του Ιλαρίωνα, πολύ συνέβαλε και το θαυματουργικό του χάρισμα. Πολλά, πάρα πολλά θαύματα
αναφέρονται σ’ αυτόν. Θεραπείες διαφόρων ασθενειών και δαιμονισμένων.
Οι καθημερινές επισκέψεις στο κελί του Άγιου για θεραπεία και συνομιλία μ’ αυτόν είχαν γίνει τόσες πολλές με τον καιρό, που ο μακάριος ασκητής πήρε την
απόφαση να φύγει από τον τόπο εκείνο. Παρά τις παρακλήσεις των γνωστών του, που με δάκρυα τον προέπεμψαν στο τέλος, ο Ιλαρίων στην ηλικία των 63
περίπου χρόνων έφυγε από την Παλαιστίνη. Στην αρχή κατευθύνθηκε στην Αίγυπτο. Με συνοδεία μερικούς μαθητές του προχώρησε και έφτασε στο αναχωρητήριο
του Αγίου Αντωνίου. Ο μεγάλος ερημίτης είχεν ήδη πεθάνει. Δύο μαθητές του ανέλαβαν την ξενάγησή τους. Ύστερα από λίγες μέρες παραμονή τους στον τόπο
εκείνο, ο Άγιος προχώρησε με την συνοδεία του και από τη μία έρημο στην άλλη κατέβηκε σε μία παραλιακή πόλη της Λιβύης, την Άβασσο.
Την εποχή αυτή στον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως ανέβηκε ο Ιουλιανός ο Παραβάτης (361 – 363). Οι Αρειανοί που αναθάρρησαν από τη στάση του
αυτοκράτορα άρχισαν ν’ αναζητούν τον Άγιο για να τον κακοποιήσουν. Ο Ιλαρίων σαν το έμαθε, έφυγε και από εκεί και με πλοίο πέρασε στην Σικελία και μετά
στην Δαλματία.
Τα πολλά θαύματα, που με την χάρη του Θεού έκανε στα μέρη που περνούσαν, προσείλκυαν καθημερινά στον τόπο που διέμενε πλήθη ανθρώπων, που έπασχαν
από διάφορες αρρώστιες. Στο ταξίδι ένα πλοίο ληστρικό τους κυνήγησε. Οι ταξιδιώτες, που το είδαν, τρόμαξαν κυριολεκτικά και άρχισαν να κλαίνε. Ο Άγιος όμως
τους ενίσχυσε και στο τέλος τους έσωσε. Την ώρα που το εχθρικό πλοίο τους πλησίαζε και ετοιμαζόταν να τους κτυπήσει, ο Ιλαρίων έριξε μία πέτρα ανάμεσα στα
δυό πλοία. Ένα τείχος ορθώθηκε μπροστά στους ληστές που δεν τους άφησε να προχωρήσουν. Έτσι ασφαλισμένο πια το πλοίο με τον Άγιο συνέχισε το ταξίδι του
και έφτασαν στην Πάφο.
Η πόλη, όπως μας αναφέρει ο Άγιος Νεόφυτος, ήταν τότε καταστρεμμένη από σεισμούς εξ αίτιας της ασέβειας των κατοίκων της. Έξω από αυτή και ανάμεσα στα
ερείπια συνέχισε ο Άγιος τους ασκητικούς του αγώνες. Επειδή όμως και στο μέρος αυτό άρχισαν να τον επισκέπτονται πολλοί για θεραπεία, δυό χρόνια μόνο
έμεινε στον τόπο εκείνο. Από εκεί προχώρησε και έφτασε στο μεγάλο και δύσβατο βουνό, με τα πανύψηλα δένδρα και τα πολλά νερά. Μα και τον ειδωλολατρικό
ναό που ήταν αφιερωμένος κατά την παράδοση στην «θεά του έρωτα». Στον τόπο αυτό έστησε ο Άγιος το ησυχαστήριό του. Πέντε χρόνια έζησε εκεί. Χρόνια
δημιουργικά, ευλογημένα.
Με την διδασκαλία του την ζωντανή και τα πολλά του θαύματα σιγά – σιγά η λατρεία των ειδώλων εκτοπίσθηκε και την θέση της πήρε η αληθινή θρησκεία του
γλυκύτατου Ιησού. Στην ηλικία των ογδόντα χρόνων ο θαυματουργός ασκητής αρρώστησε. Αφού κάλεσε κοντά του τα πνευματικά του παιδιά και τα συνεβούλεψε
να μένουν πιστά μέχρι θανάτου στην διδασκαλία του Κυρίου, τα ευλόγησε και αφήκε την αγνή ψυχή του να μεταπηδήσει στους πάμφωτους κόσμους του ουρανού
(371 μ.Χ.). Οι Κύπριοι θρήνησαν με την καρδιά τους τον αγαπημένο τους ερημίτη και έθαψαν με μεγάλες τιμές το σκήνωμά του στον χώρο εκείνο.
Οι χριστιανοί της Παλαιστίνης, σαν έμαθαν τον θάνατο του Οσίου, έστειλαν εδώ τον μαθητή του Ησύχιο, ο οποίος με τρόπο ανέσκαψε τον τάφο. Χωρίς να τον
αντιληφθεί κανένας πήρε τα ιερά λείψανα και τα μετέφερε στην Παλαιστίνη. Εκεί οι χριστιανοί τα εναπέθεσαν με ξεχωριστές τιμές στη Μονή του Μαϊουμά.



Ἀπολυτίκιον.  
Ἦχος ἅ’. Τῆς ἐρήμου πολίτης. Ἐγκρατείας τή αἴγλη λαμπρυνθεῖς τήν διάνοιαν, ἤστραψας θαυμάτων ἀκτίνας Ἰλαρίων Πατήρ ἠμῶν, καί γέγονας φωστήρ περιφανής, καί στύλος εὐσεβείας
θεαυγῆς, καταυγάζων τή ἐνθέω σου βιοτή, τούς πίστει προσιόντας σοί. Δόξα τῷ δεδωκότι σοί ἰσχύν, δόξα τῷ σέ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργούντι διά σου,
πάσιν ἰάματα.

Ἀπολυτίκιον 

Ἦχος πλ. δ’.
Ταῖς τῶν δακρύων σου ροαῖς, τῆς ἐρήμου τό ἄγονον ἐγεώργησας• καί τοῖς ἐκ βάθους στεναγμοῖς, εἰς ἑκατόν τούς πόνους ἐκαρποφόρησας• καί γέγονας
φωστήρ τή οἰκουμένη, λάμπων τοῖς θαύμασιν, Ἰλαρίων Πατήρ ἠμῶν ὅσιε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῶ, σωθῆναι τάς ψυχᾶς ἠμῶν.

Κοντάκιον. 

Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος.
Ὡς φωστήρα ἄδυτον, τοῦ νοητοῦ σέ Ἡλίου, συνελθόντες σήμερον, ἀνευφημοῦμεν ἐν ὕμνοις• ἔλαμψας, τοῖς ἐν τῷ σκότει τῆς ἀγνωσίας, ἅπαντας, ἀναβιβάζων
πρός θεῖοv ὕψος, Ἰλαρίων τούς βοώντας• χαίροις ὤ Πάτερ, τῶν Ἀσκητῶν ἡ κρηπίς.

Μεγαλυνάριον.
Ὠφθης ὡς ἐλαία καρποτελής, ἐν οἴκω Κυρίου, Ἰλαρίων Πατήρ ἠμῶν, ἔργων σου ἐλαίω, φαιδρῶς καθιλαρύνων, Χριστοῦ τήν Ἐκκλησίαν, σέ μεγαλύνουσαν.