Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2011

Το κήρυγμα του Παύλου είναι από το Θεό

Tου αρχιμ. Αθανασίου Σιαμάκη
Στην αποστολική περικοπή από την προς Γαλάτας Επιστολή, η οποία είναι η πιο κατάλληλη για την εορτή του Ιακώβου του λεγομένου αδελφοθέου, που άγεται σήμερα, διότι αναφέρεται σ’ αυτήν το όνομά του, ο απόστολος Παύλος απαντώντας σε συκοφαντίες ψευδαποστόλων αποδεικνύει ότι τόσο η διδασκαλία του όσο και το έργο του προέρχονται από το Θεό. Για να γίνει ο λόγος πιο σαφής, θ’ αναφερθώ στο ιστορικό που ανάγκασε τον απόστολο Παύλο να γράψει την Επιστολή του αυτή.
Λέω λοιπόν ότι οι Γαλάτες προς τους οποίους απευθύνει την Επιστολή του ήταν νομάδες Γάλλοι ή Κέλτες, που ξεκίνησαν από τη σημερινή Γαλλία με αρχηγό τους πιθανώς τον Λουτάριο και κινούνταν προς την Ανατολή. Μετά από πολλές πιέσεις και αποκρούσεις από τους Έλληνες και τους λαούς των Βαλκανίων, τελικά, τον Γ΄ π.Χ. αιώνα, εγκαταστάθηκαν στη γύρω από τη σημερινή Άγκυρα της Μ. Ασίας περιοχή, όπου εξελληνίστηκαν στη γλώσσα και στον τρόπο ζωής και συνάμα απέβαλαν τον προηγούμενο βαρβαρικό χαρακτήρα τους. Από τότε η περιοχή είναι γνωστή ως Γαλατία.
Αυτούς τους ανθρώπους ο απόστολος Παύλος τους επισκέφθηκε δύο φορές κατά τη Δευτέρα και Τρίτη περιοδεία του (Πρξ 16,6 και 18,23)και οι άνθρωποι τον αγάπησαν, πίστεψαν στο κήρυγμά του, και έγιναν Χριστιανοί. Όταν έφυγε όμως, τους επισκέφθηκαν άλλοι ψευδοδιδάσκαλοι αιρετικοί και τους έλεγαν ότι για να σωθεί κάποιος δεν φτάνει να πιστέψει στο Χριστό και να βαπτιστεί, αλλά απαραιτήτως πρέπει και να περιτμηθεί και να τηρεί το μωσαϊκό νόμο. Και το χειρότερο, συκοφαντούσαν τον απόστολο Παύλο ότι δεν είναι απόστολος, δεν είναι από τους δώδεκα, δεν διδάχτηκε το ευαγγέλιο από το Χριστό, δεν τον γνώρισε προσωπικά, όπως οι δώδεκα, για να καταρρακώσουν το κύρος του και γίνουν αυτοί πιστευτοί. Και έπεισαν αρκετούς.
Οι Γαλάτες δεν κατάλαβαν ότι οι επισκέπτες τους αυτοί είναι κακόβουλοι και συκοφάντες του Παύλου και του Χριστού, και κλονίστηκε η πίστη τους. Όταν το έμαθε ο απόστολος Παύλος, λυπήθηκε και οργίστηκε. Και για να τους μεταπείσει τους έγραψε Επιστολή, την προς Γαλάτας, στην οποία, παρά το ταραγμένο ύφος του, σκοπός του ήταν να περισώσει το αποστολικό του κύρος και την αξιοπιστία του κηρύγματός του. Μέσα σ’αυτό το απαντητικό και απολογητικό πλαίσιο εντάσσεται και η αποστολική μας περικοπή, στην οποία τους λέει.
Σας κάνω γνωστό, αδερφοί μου Γαλάτες, ότι το ευαγγέλιο που σας κήρυξα, δεν είναι ανθρώπινο, αλλά θείο. Ούτε οι άλλοι απόστολοι, οι δώδεκα, ούτε και εγώ το παρέλαβα από άνθρωπο, ούτε το διδάχτηκα από άνθρωπο, αλλά το παρέλαβα και το διδάχτηκα με προσωπική αποκάλυψη του αναστημένου Ιησού Χριστού σ’ εμένα, την ώρα που πήγαινα στη Δαμασκό, για να καταδιώξω τους Χριστιανούς. Αυτό το μαρτυρεί και το παρελθόν μου. Θα έχετε ακούσει ασφαλώς για τη συμπεριφορά μου τον καιρό που ακολουθούσα τον ιουδαϊκό νόμο, ότι δεν είχα καμμιά σχέση με την εκκλησία του Θεού, με τους αποστόλους της και τους Χριστιανούς της. Αντιθέτως την καταδίωκα και την πολιορκούσα στενά, για να συλλάβω τα μέλη της, τους δασκάλους και τους απλούς Χριστιανούς, και να τους οδηγήσω στις φυλακές.
Πιο νωρίς, όταν ήμουν στη μαθητική και νεανική ηλικία, προόδευα στο χώρο του ιουδαϊσμού και του έθνους μου παραπάνω από τους συνομηλίκους μου, αναπτύσσοντας μεγαλύτερο ζήλο για τις παραδόσεις των πατέρων μας. Αυτό διαπιστώνεται από τη συμμετοχή μου στο λιθοβολισμό του Στεφάνου, για την οποία τώρα μετανοώ και συντρίβομαι.
Κι όταν ευαρεστήθηκε ο Θεός που με ξεχώρισε από τότε που ήμουν στην κοιλιά της μάνας μου και με κάλεσε η χάρη του με το όραμα εκείνο, για να μου αποκαλύψει το Γιό του, για να τον κηρύττω στα έθνη που τον αγνοούσαν, ευθύς αμέσως δεν παρέδωσα τον εαυτό μου σε κάποιον άνθρωπο ή διδάσκαλο, ούτε ανέβηκα στα Ιεροσόλυμα για να συναντήσω τους αποστόλους, που είχαν εκλεγεί απόστολοι πριν από μένα, για να μαθητεύσω σε κάποιον από αυτούς, αλλά πήγα στη Αραβία, που εκτείνεται νοτιοανατολικώς της Νεκράς θαλάσσης και συνορεύει με την Παλαιστίνη, και από την Αραβία επέστρεψα πάλι κατ’ ευθείαν στη Δαμασκό της Συρίας. Δεν πέρασα καν από τα Ιεροσόλυμα.
Κι αφού πέρασαν έτσι τρία χρόνια από τότε που επέστρεψα στο Χριστό, ανέβηκα στα Ιεροσόλυμα, για να γνωρίσω τον Πέτρο. Έμεινα τότε κοντά του όλο κι όλο δεκαπέντε μέρες. Άλλον από τους αποστόλους δεν είδα παρά μόνο τον Ιάκωβο τον αδελφό του Κυρίου.
Όλ’ αυτά σας τα λέω, για να σας αποδείξω ότι δεν μαθήτευσα σε κανέναν απόστολο, όπως με συκοφαντούν, αλλά το ευαγγέλιο το παρέλαβα κατ’ ευθείαν από τον ίδιο τον Κύριο. Και τα λέω όχι από υπερηφάνεια ούτε από καταφρόνηση των άλλων αποστόλων, διότι εγώ είμαι ελάχιστος των αποστόλων και δεν αξίζω να λέγομαι απόστολος, ενώ ο Ιάκωβος και ο Πέτρος και ο Ιωάννης είναι οι στύλοι της Εκκλησίας. Τα λέω για να ξέρετε τι ευαγγέλιο σας κήρυξα. Το ευαγγέλιο του Χριστού και μόνο αυτό, όπως το παρέλαβα από τον ίδιο.
Πώς να μη θαυμάσει κανείς την ταπεινοφροσύνη του ανδρός, αλλά και τη φιλαλήθεια και τη διαύγεια των λόγων του και την πειστικότητα; Παραμένει εξάλλου αιώνιο παράδειγμα ενδιαφέροντος για τη σωτηρία των ανθρώπων, αλλά και βράχος αμετακίνητος στο έργο του, παρ’ όλες τις τέτοιες δυσκολίες που συναντούσε, όπως οι ελεεινές και εξοντωτικές συκοφαντίες.
Ο Ιάκωβος, όπως και ο Ιούδας, και όλοι οι άλλοι, οι λεγόμενοι αδελφοί του Κυρίου, δεν ήταν αδερφός του ομομήτριος, όπως λένε οι σύγχρονοι αιρετικοί προτεστάντες και χιλιασταί, ούτε ετεροθαλής αδελφός του, παιδί του Ιωσήφ από άλλη γυναίκα, όπως συνήθως λέγεται κατ’ αρχήν στον ορθόδοξο χώρο, όχι κακώς βέβαια, αλλά ο Ιάκωβος και οι άλλοι αναφερόμενοι στην Καινή Διαθήκη ως αδερφοί του Κυρίου, ήταν ξαδέρφια του από την πλευρά του θετού πατέρα του Ιωσήφ· ήταν απλώς ο παιδικός του στενότερος ή και ευρύτερος συγγενικός του περίγυρος. Διότι αδεφλοί στα χρόνια της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης λέγονται και οι πρώτοι και οι δεύτεροι εξάδερφοι, ακόμη και οι συμφυλέτες και ομοεθνείς.
Στην αρχή ο Ιάκωβος δεν είχε πιστέψει στο Χριστό, και τον ειρωνεύονταν. Μετά την ανάσταση όμως πίστεψε και έγινε κήρυκάς του στα Ιεροσόλυμα και στο Δέλτα του Νείλου, και στύλος της εκκλησίας των Ιεροσολύμων, και συγγραφεύς της Καθολικής Επιστολής, που φέρει το όνομά του. Ήταν ολίγων γραμμάτων άνθρωπος, αλλά με τη βοήθεια κάποιου Χριστιανού εγγραμμάτου, σε μια περίοδο που οι αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες του Χριστού ήταν ανάγκη να γράψουν επιστολές, για να μη νοθευθεί η διδασκαλία του Χριστού από τους αιρετικούς, έγραψε και ο Ιάκωβος. Έγραψε την απλή και πρακτική και διδακτική Επιστολή του.
Ο Ιάκωβος έδωσε τα συγχαρητήρια στον απόστολο Παύλο, όταν μαζί με τον Πέτρο και τον Ιωάννη τον δέχτηκαν στα Ιεροσόλυμα σαν ομότιμο απόστολο και τον γνώρισαν για πρώτη φορά. Τότε άκουσαν να τους λέει το κήρυγμά του, που παρέλαβε κατ’ ευθείαν από τον Κύριο, τί κηρύττει δηλαδή στα έθνη. Και του έδωσαν το δεξί τους χέρι, διότι κήρυττε και αυτός το ίδιο και ένα και μοναδικό ευαγγέλιο, που κήρυτταν και αυτοί. Ο Παύλος είχε ήδη 14 χρόνια που κήρυττε το ευαγγέλιο, όταν συναντήθηκε με τους τρεις στύλους της εκκλησίας.
Αυτά τα ολίγα και έγκυρα γνωρίζουμε για τον Ιάκωβο, τον λεγόμενο αδελφόθεο, του οποίου τιμάται σήμερα η μνήμη.
http://apotixisi.blogspot.com/