Δευτέρα, 14 Φεβρουαρίου 2011

Τα 7 Θαύματα του Νεότερου Κόσμου

Το 2001 ξεκίνησε μια πρωτοβουλία της ελβετικής οργάνωσης New7Wonders να επιλέξει τα νέα επτά θαύματα του κόσμου από 200 διατηρούμενα κερδοσκοπικά μνημεία. Την 1η Γενάρη 2006 ανακοινώθηκαν 21 μνημεία φιναλίστ και ξεκίνησε η ηλεκτρονική ψηφοφορία σε όλον τον κόσμο για να επιλεγούν τα επτά πρώτα. Η Αίγυπτος εξέφρασε την δυσαρέσκειά της, καθώς το μόνο αυθεντικό θαύμα της αρχαιότητας, η πυραμίδα της Γκίζας, θα έπρεπε να ανταγωνιστεί μοντέρνες κατασκευές, όπως το Άγαλμα της Ελευθερίας και το κτήριο της Όπερας στο Σίδνεϊ. Έτσι, αποφασίστηκε να ανακηρυχτεί επίτιμος υποψήφιος. Τα αποτελέσματα της ψηφοφορίας ανακοινώθηκαν 7-07-2007 και οι νικητές είναι: Το Σινικό τείχος της Κίνας, η Πέτρα στην Ιορδανία, το άγαλμα του Χριστού του Λυτρωτή στην Βραζιλία, το Μάτσου Πίτσου στο Περού, το Τσίτσεν Ίτζα στο Μεξικό, το Κολοσσαίο στη Ρώμη και το Ταζ Μαχάλ στην Ινδία.
Το Σινικό τείχος
Το Σινικό τείχος, είναι μια κινεζική οχύρωση που χτιζόταν από το τέλος του 14ου αιώνα μέχρι την αρχή του 17ου αιώνα π.Χ, κατά τη διάρκεια της δυναστείας Μινγκ, αρχικά, για να μην μπορούν ημι-νομαδικές φυλές του βορρά να το διασχίσουν με τα άλογά τους και αργότερα προκειμένου να προστατευθεί η Κίνα από τις επιδρομές μογγολικών και τούρκικων φυλών.
Το τείχος εκτείνεται σε μήκος 8.851,8 χλμ, σύμφωνα με πρόσφατη μέτρηση, αποτελώντας το μεγαλύτερο σε διαστάσεις ανθρώπινο οικοδόμημα. Κατασκευάστηκε από ασβεστόλιθο, πυρότουβλο και, λόγω έλλειψης οικοδομικών υλικών, χρησιμοποίησαν ακόμα και απορρίμματα, αναμειγνύοντας τα με ξύλα. Σε ορισμένες περιοχές, τα υλικά κατασκευής συγκολλούνταν με ένα κολλώδες μείγμα ρυζιού και ασπραδιού αυγών.
Κάθε αμυντικός πύργος-παρατηρητήριο έχει οπτική επαφή με τον προηγούμενο αλλά και με τον επόμενο, ώστε σε περίπτωση επίθεσης να μεταδίδεται από πύργο σε πύργο το μήνυμα μέχρι το Πεκίνο.
Αν και το 1938 ο Χαλιμπάρτον Ρίτσαρντ, στο δεύτερο βιβλίο των θαυμάτων, έγραψε ότι το τείχος είναι το μόνο ανθρώπινο κατασκεύασμα που είναι ορατό από τη Σελήνη, στην πραγματικότητα το τείχος είναι ανθρωπίνως αδύνατο να γίνει ορατό με γυμνό οφθαλμό από τόσο μεγάλη απόσταση.
Από το 1987, περιλαμβάνεται στη λίστα της UNESCO με τα μνημεία της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς.
Η Πέτρα της Ιορδανίας
Η ροδοκόκκινη πόλη Πέτρα είναι ένα αριστούργημα γλυπτικής, αφού είναι αρχαία πόλη λαξεμένη πάνω σε βράχο. Βρίσκεται 3 ώρες νότια του Αμάν και ήταν η αστραφτερή πρωτεύουσα της αραβικής φυλής των Ναβαταίων, οι οποίοι την ονόμαζαν Ράκμου, που σημαίνει «Βράχος με χρωματιστές ραβδώσεις».
Το όνομα «Πέτρα» δόθηκε από τους Έλληνες εμπόρους, επειδή οι κάτοικοί της την άνοιξη κατά τη διάρκεια μιας γιορτής προσφέρανε σε μια θεότητα διάφορα αγαθά, ως θυσία, πάνω σε μια μεγάλη πέτρα, νοτιοδυτικά της αρχαίας πόλης.
Γνώστες της τεχνολογίας νερού, οι Ναβαταίοι εξόπλισαν την πόλη τους με μεγάλες κατασκευές υπογείων σηράγγων και θαλάμους νερού, με τρόπο τόσο αξιοθαύμαστο που κατόρθωσαν να δημιουργήσουν σε μια τόσο άνυδρη περιοχή ένα δίκτυο περισυλλογής και διάθεσης των ομβρίων υδάτων, με νερό συνεχούς ροής.
Όταν η πόλη παράκμασε, χάθηκε από το χάρτη, περίπου τον 7ο αιώνα μ.Χ. H Πέτρα παρέμεινε στην αφάνεια για περισσότερο από 1.700 χρόνια, έως ότου την ανακαλύψει ξανά η περιέργεια και η επιμονή ενός Ελβετού εξερευνητή, του John Lewis Burckhart το 1812.
Σήμερα είναι τόσο διάσημη που έχουν γυριστεί και κάποιες ταινίες του Ιντιάνα Τζόουνς!
Αυτό που κάνει την Πέτρα ιδιαίτερα ελκυστική είναι η θέση της: βρίσκεται στο βάθος ενός στενού φαραγγιού χαραγμένου μέσα στην έρημο. Από την είσοδο ο επισκέπτης διασχίζει ένα εντυπωσιακό φαράγγι, μήκους ενός χιλιομέτρου ανάμεσα από χρωματιστούς θεόρατους βράχους που φθάνουν μέχρι και τα 100 μέτρα ύψος, φτιαγμένους από την πολύχρωμη άμμο της ερήμου και καταλήγει στο πιο εντυπωσιακό μνημείο της Πέτρας: το Ελ Χάζνεχ (ο θησαυρός).
Το Κολοσσαίο της Ρώμης
Είναι το μεγαλύτερο Ρωμαϊκό αμφιθέατρο όλων των εποχών, καθώς και το μεγαλύτερο σωζόμενο αρχαίο ρωμαϊκό κτίσμα του κόσμου.
Η αρχική του ονομασία ήταν Φλάβιο αμφιθέατρο γιατί είχε κτισθεί από τρεις αυτοκράτορες της δυναστείας των Φλαβίων. Ήταν μία προσπάθεια που σκοπό είχε να κερδίσει εντυπώσεις.
Η ονομασία Κολοσσαίο μάλλον προήλθε από τις κολοσσιαίες διαστάσεις του αμφιθεάτρου. Κάποιοι ιστορικοί λένε ότι έχει σχέση με το Κολοσσιαίο άγαλμα του Νέρωνα που βρισκόταν δίπλα. Το άγαλμα υπήρχε μέχρι και τον Μεσαίωνα, οπότε το μετακίνησαν πιθανότατα για να το λιώσουν.
Το Κολοσσαίο άρχισε να κατασκευάζεται στην εποχή του Βεσπασιανού το 72 μ.Χ., συνεχίστηκε την εποχή του Τίτου και τέλειωσε μέσα σε 8 χρόνια, το 80 μ.Χ, όταν ήταν αυτοκράτορας ο Δομιτιανός. Για να κατασκευαστεί, εργάστηκαν χιλιάδες Ιουδαίοι αιχμάλωτοι που είχαν συλληφθεί από τον Τίτο μετά την καταστροφή των Ιεροσολύμων.
Είχε σχήμα έλλειψης με περιφέρεια 524 μέτρων. Το ύψος του έφτανε περίπου 50 μέτρα και είχε 4 ορόφους. Από αυτούς, οι τρεις πρώτοι είχαν αψίδες και ο 4ος 40 παράθυρα.
Το εσωτερικό του Κολοσσαίου ήταν χωρισμένο σε κερκίδες, χωρητικότητας από 50 μέχρι 90 χιλιάδες θέσεις. Στις κερκίδες οι θεατές κάθονταν ανάλογα με την κοινωνική τους θέση και το επάγγελμα. Υπήρχαν 80 είσοδοι, ενώ η έξοδος γινόταν από 160 διαδρόμους γύρω από τις κερκίδες απ’ όπου λέγεται ότι μπορούσε να εκκενωθεί ο χώρος μέσα σε δέκα λεπτά.
Το Κολοσσαίο έμεινε θρυλικό ως το κέντρο των αιμοχαρών θεαμάτων που απολάμβανε η ρωμαϊκή αυλή στην εποχή της παρακμής της. Η αρένα είχε διαμορφωθεί κατάλληλα για να πραγματοποιούνται μονομαχίες και θηριομαχίες τις οποίες χρηματοδοτούσαν οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες. Εκεί οι μονομάχοι έλεγαν το περίφημο αντίο: «Χαίρε αυτοκράτορα, οι μελλοθάνατοι σε χαιρετούν». Για την τύχη των μονομάχων που τραυματίζονταν σοβαρά αποφάσιζε το πλήθος. Αν ο αυτοκράτορας σήκωνε τον αντίχειρα σήμαινε πως ο τραυματισμένος μπορούσε να ζήσει, διαφορετικά έπρεπε να παλέψει με τα άγρια ζώα μέχρι θανάτου. Εκτός από τους ανθρώπους σκοτώνονταν και ζώα. Τα πιο πολλά σκοτώθηκαν στους αγώνες που έγιναν το 248 για τα 1.000 χρόνια από την ίδρυση της Ρώμης. Εκεί ο ρωμαϊκός όχλος απέσπασε το χλευαστικό σχόλιο «Δεν χρειάζονται παρά άρτο και θεάματα».
Η τελευταία μονομαχία πραγματοποιήθηκε στις αρχές του 5ου αιώνα, αλλά λέγεται πως φρικτές θηριομαχίες συνεχίστηκαν για περίπου εκατό χρόνια. Εκεί γίνονταν επίσης μαρτύρια χριστιανών.
Μετά από σεισμούς και λεηλασίες κατά την διάρκεια των αιώνων σήμερα είναι ερείπιο και ένα από τα δημοφιλέστερα τουριστικά αξιοθέατα της σύγχρονης Ρώμης. Ο Πάπας το επισκέπτεται κάθε Μεγάλη Παρασκευή, εις μνήμην τον χριστιανών μαρτύρων.
Το Άγαλμα του Χριστού Λυτρωτή
Το 1922 πολίτες και κληρικοί συγκέντρωσαν 20.000 υπογραφές για να ζητήσουν από τον πρόεδρο Επιτάσιο Πεσόα την ανέγερση ενός αγάλματος. Τα σχέδια ήταν του Γάλλου γλύπτη Πολ Λαντοβσκί, ενώ ο Βραζιλιάνος μηχανικός Έτορ Ντα Σίλβα Κόστα ήταν αυτός που επελέγη για να επιβλέψει την κατασκευή του αγάλματος.
Πρόκειται για ένα ψηλό άγαλμα του Ιησού Χριστού, με απλωμένα τα χέρια. Βρίσκεται στην κορυφή του λόφου Κορκοβάντο (Corcovado), πάνω από το Ρίο ντε Τζανέιρο, στο εθνικό πάρκο του Δάσους Τιχούκα, σε ύψος 710 μέτρων, και είναι εγκατεστημένο με τρόπο τέτοιο, ώστε να κοιτάει την πόλη του Ρίο. Το άγαλμα ανεγέρθηκε στις 12 Οκτωβρίου 1931, μετά από εργασίες 5 ετών.
Οι επισκέπτες παλιά έπρεπε να ανεβαίνουν τα 220 σκαλιά για να φτάσουν στη βάση του αγάλματος. Σήμερα, η μεταφορά τους γίνεται με σύγχρονα μέσα, όπως ανελκυστήρες, που μεταφέρουν περίπου 14 άτομα, και τέσσερις κυλιόμενες σκάλες πλάτους 4 μέτρων, οι οποίες μπορούν να μεταφέρουν περίπου 9.000 επισκέπτες την ώρα.
Η ταυτότητα του αγάλματος

Ύψος μνημείου: 32 μέτρα
Ύψος βάσης: 8 μέτρα
Βάρος: 1.000 τόνοι
Υψόμετρο: 710 μέτρα, στην κορυφή του όρους Κορκοβάντο
Εγκαίνια: 1931
Εργασίες αναστήλωσης: Το 1980 με την ευκαιρία της επίσκεψης του Πάπα Ιωάννη Παύλου Β'. Το 2000 αρχίζει ένα μεγαλύτερο πρόγραμμα αποκατάστασης του μνημείου με νέο φωτισμό και πιο αυστηρές προδιαγραφές προστασίας του.
Θέα: Οι επισκέπτες μπορούν να δουν το Ρίο ντε Τζανέιρο πανοραμικά, τον κόλπο, το βουνό Σουγκαρλόαφ και τις παραλίες Ιπανέμα και Κοπακαμπάνα.
ΤΑΖ ΜΑΧΑΛ
Θεωρείται το αιώνιο μνημείο αγάπης και είναι ένα αριστούργημα ισλαμικής τέχνης, με εικόνες από το Κοράνι, στολισμένο με ημιπολύτιμες πέτρες, διαφανή μάρμαρα δουλεμένα με πολίτιμους λίθους, με δεκάδες κήπους, λίμνες, νησίδες και εισόδους, συνδυάζοντας με μοναδικό τρόπο την ινδική και την περσική αρχιτεκτονική.
Το Ταζ Μαχάλ κατασκευάστηκε εις μνήμη της συζύγου του Μογγόλου αυτοκράτορα Σαχ Γιαχάν Α' και πήρε το όνομά της, Μουμτάζ Μαχάλ, η οποία πέθανε λίγα λεπτά αφότου έφερε στην ζωή το 14ο παιδί τους. Η τελευταία της επιθυμία της ήταν να φτιάξει ένα μνημείο που όμοιό του ο κόσμος δεν θα ‘χε ξαναδεί. Οι εργασίες για την κατασκευή του μαυσωλείου άρχισαν το 1632 και ολοκληρώθηκαν μετά από 22 χρόνια, όταν και τοποθέτησαν το φέρετρο της βασίλισσας το οποίο φύλαγαν 2000 φρουροί. Όταν πέθανε ο αυτοκράτορας το 1666 θάφτηκε δίπλα στην σύζυγό του στο Ταζ Μαχάλ.
Για την κατασκευή του απασχολήθηκαν 20.000 εργάτες που δούλευαν καθημερινά. Η έκταση που καταλαμβάνει το κυρίως μαυσωλείο και όλο το συγκρότημα είναι ένα ορθογώνιο με διαστάσεις 580×350 μέτρα, με τετράγωνο κήπο στο κέντρο που πλαισιώνεται δύο άλλα μικρότερα επιμήκη κτίρια προσανατολισμένα κατά διεύθυνση Βορρά - Νότου. Σε όλη τη νότια πλευρά του όλου συγκροτήματος βρίσκεται η κύρια πύλη που είναι από ψαμμίτη. Η βόρεια πλευρά του συγκροτήματος περιλαμβάνει το Μαυσωλείο και καταλήγει στην όχθη του ποταμού Γιαμούνα. Δεξιά του Μαυσωλείου έχει ανεγερθεί τζαμί και αριστερά κτίριο ομοιόμορφο με το τζαμί, το λεγόμενο τζαβάμπ.
Το Μαυσωλείο είναι κτισμένο από λευκό μάρμαρο που έρχεται σε αντίθεση με τα δύο διπλανά κτίρια, το τέμενος και το τζαβάμπ, που είναι κτισμένα από κόκκινο ψαμμίτη. Το κυρίως κτίσμα του Μαυσωλείου βρίσκεται σε μαρμάρινο βάθρο ύψους 7 μέτρων, ενώ σε κάθε πλευρά υπάρχουν γωνιώδεις κατασκευές και τεράστιες τοξοειδές πύλες ύψους 33 μέτρων. Εσωτερικά ο κυρίως χώρος του είναι οκτάγωνος με ανάγλυφες διακοσμήσεις, στο κέντρο του οποίου βρίσκονται τα δύο κενοτάφια του Σάχη και της αγαπημένης του Μαχάλ. Στη συνέχεια και στο επίπεδο του κήπου βρίσκονται οι πραγματικοί τάφοι τους. Το Ταζ Mαχάλ επιστέφεται από ένα διπλό τρούλο από ίδιο λευκό υλικό.
Τσίτσεν Ίτζα
Η πυραμίδα του Kukulcan βρίσκεται στον αρχαιολογικό χώρο του Chichen-Itza βόρεια της χερσονήσου Γιουκατάν στο Μεξικό, χτίστηκε από τους Μάγιας περίπου στο 800 μ.Χ. και έχει ύψος 25 μέτρα Το μνημείο αυτό ήτανε το πέτρινο ημερολόγιο των Μάγιας, που αργότερα ονομάστηκε "το κάστρο" (El Castillo). Επίσης έχει ανακυρηχθεί Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς από την UNESCO το 1988.
Σε κάθε πλευρά της πυραμίδας υπάρχει μία σκάλα που αποτελείται από 91 μικρά και απότομα σκαλιά. Αν στο άθροισμα των σκαλιών (364) προσθέσουμε και το τελευταίο διάζωμα σχηματίζουμε τον αριθμό των ημερών του έτους. Τα 9 διαζώματα σε κάθε έδρα χωρίζονται στη μέση από τη σκάλα σχηματίζοντας 18 τμήματα που αντιπροσωπεύουν τους 18 μήνες (με 20 ημέρες ο καθένας) του ημερολογίου των Μάγιας. Σε κάθε ισημερία (21 Μαρτίου και 21 Σεπτεμβρίου) παρατηρείται στη βόρεια πλευρά ένα παράξενο φαινόμενο: το φως του ήλιου συνδυάζεται με τις σκιές και δημιουργούν μια σειρά από τρίγωνα. Το φαινόμενο διαρκεί περίπου 3 λεπτά.
Μάτσου Πίτσου στο Περού
Η αρχαία πόλη Μάτσου Πίτσου βρίσκεται στο νότιο Περού και είναι το αντιπροσωπευτικότερο δείγμα του πολιτισμού των Ίνκα.
Το Μάτσου Πίτσου στη γλώσσα Κέτσουα σημαίνει «αρχαίο βουνό». Βρίσκεται σε υψόμετρο 2700 μέτρων στη Σιέρα Βιλκαμπάμπα, στην αριστερή όχθη του παραποτάμου του Βιλκανότα και απέχει 80 χιλιόμετρα από την πόλη Κούσκο. Η πόλη είναι χτισμένη πάνω σε μια πολύ στενή κύρτωση του ορεινού όγκου της Σιέρα και έχει πυκνή βλάστηση με τυπική τροπική χλωρίδα.
Η πόλη ανακαλύφθηκε στις 24 Ιουλίου 1911 από τον Αμερικανό ιστορικό και αρχαιολόγο Χίραμ Μπίνγκαμ σε μια προσπάθεια να εντοπίσει τις χαμένες πόλεις των Ίνκας. Το Μάτσου Πίτσου χτίστηκε το 1460 και χρησίμευε ως αστρονομικό παρατηρητήριο, λατρευτικό κέντρο και θερινά ανάκτορα των βασιλέων. Η πόλη εγκαταλείφθηκε όταν ο ηγεμόνας Μάνκο Ίνκα ξεκίνησε αγώνα ανεξαρτησίας των Ίνκας από τους ισπανούς κατακτητές, γιατί όπως φάνηκε από τα ευρήματα εκείνη την εποχή στην πόλη χτύπησε μια μεταδοτική ασθένεια.
Σήμερα αποτελεί ένα καλά διατηρημένο αρχαιολογικό μνημείο και το 1983 κηρύχθηκε Περιοχή Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς από την UNESCO. Δεδομένου ότι αυτή η πόλη δεν λεηλατήθηκε από τους Ισπανούς όταν κατέκτησαν τους Ίνκας, θεωρείται ως ιδιαίτερα σημαντική πολιτιστική περιοχή για ένα λαό που έπαψε πλέον να υπάρχει.
Η πρόσβαση στην πόλη είναι δύσκολη, καθώς η πορεία μέχρι τα 2.350 μέτρα υψόμετρο γίνεται μόνο με τρένο και η υπόλοιπη διαδρομή με πεζοπορία. Έχουν μετρηθεί στη πόλη 200 κτίσματα που χωρίζονται μεταξύ τους με τοίχους, ανοιχτούς χώρους σαν πλατείες και μονοπάτια. Η πόλη χωρίζεται σε δυο τομείς από μια μεγάλη πλατεία: τον Αστικό και τον Αγροτικό τομέα. Ο Αστικός τομέας βρίσκεται στο βόρειο τμήμα της πόλης και περιλαμβάνει όλα τα τελετουργικά και διοικητικά κτίρια της πόλης μαζί με τα οικήματα, καθώς και τέσσερις πλατείες.
Στον Αγροτικό τομέα, στο νότιο τμήμα της πόλης, βρίσκονται όλοι οι αποθηκευτικοί και λειτουργικοί χώροι της πόλης. Στο ακραίο νότιο τμήμα του τομέα εντοπίζονται πολλές κατοικίες ενώ στο ψηλότερο μέρος του τομέα διακρίνεται η Άνω νεκρόπολη, όπου εντοπίστηκαν πολυάριθμοι τάφοι με 135 λείψανα γυναικόπαιδων, πράγμα το οποίο δημιούργησε ερωτηματικά στους ερευνητές και αρχαιολόγους της πόλης. Γύρω από τα οικήματα βρίσκονται αποθήκες και μεγάλοι περίβολοι οι οποίοι αποτελούν δείγμα τις περουβιανής αγροτικής καθημερινής ζωής.
http://lyk-chanion.chan.sch.gr/mag4/articles/7wnew.html