Τρίτη, 18 Ιανουαρίου 2011

Παναγία - Ιστορικές εικόνες


ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΑΜΟΛΥΝΤΟΣ

Η ονομασία προ­έρχεται από τον ύμνο του Αποδεί­πνου «Άσπιλε, Αμόλυντε, Άχρα­ντε...» πού συνέθεσε ο μοναχός Παύλος της μονής Ευεργέτιδος. Η Αμόλυντος στην ορθόδοξη εικονο­γραφία ονομάζεται και Παναγία του Πάθους, γιατί ο Χριστός ενατε­νίζει τους δύο Αγγέλους που εικο­νίζονται εκατέρωθεν της Παναγίας και κρατούν στα χέρια τους τα σύμ­βολα του πάθους, δηλ. τον Σταυρό, τη Λόγχη και το Σπόγγο.

ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΑΡΚΟΥΔΙΩΤΙΣΣΑ

Η Παναγία η Αρκουδιώτισσα από τα Χανιά της Κρήτης (Ακρωτήρι). Εδώ βρίσκεται η περίφημη σπηλιά της Αρκουδιώτισσας. Στο κέντρο της ένας τεράστιος σταλαγμίτης θυμίζει αρκούδα που σκύβει να πιει νερό από μια γούρνα πλάι της. Στην περιοχή αυτή το πρόβλημα της λειψυδρίας είναι μεγάλο. Οι κάτοικοι μάζευαν το νερό σταγόνα σταγόνα, αλλά κάποτε μια θεόρατη αρκούδα ανακάλυψε τη σπηλιά κι ερχόταν και τους το ΄πινε. οι κάτοικοι παραφύλαξαν να δουν ποιος τους κλέβει το νερό. αλλά όταν αντίκρισαν το πελώριο ζώο, φοβήθηκαν και κάποιος έβγαλε μια κραυγή: "Παναγία μου, πρόφταξε!" και πριν προλάβουν να καταλάβουν τι έγινε το ζώο πέτρωσε. Για να θυμούνται το θαύμα Της , έχτισαν μέσα στη σπηλιά το εκκλησάκι "Της Παναγιάς της Αρκουδιώτισσας" που γιορτάζει της Υπαπαντής κάθε 2 Φεβρουαρίου. Εντός του σπηλαίου βρίσκεται ναός της Υπαπαντής. Λέγεται και Αρκούδια, Αρκούδα ή Αρκούδαινα.

ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΒΛΑΧΕΡΝΑ

Άλλο ένα λαμπρό δείγμα της δόξας και της θρησκευτικότητας των φίλεργων χριστιανών της Βυζαντινής Άρτας και των Κομνηνοδουκάδων δεσποτών τους. Είναι κτισμένο αντικριστά στο ερειπωμένο παλάτι των Κομνηνών στο κάστρο, κλείνοντας στους κόλπους του δυο βασιλικές σαρκοφάγους.
Τραυματισμένο σήμερα το μνημείο, ασκεί μια ξεχωριστή γοητεία, όχι τόσο για την πρωτότυπη αρχιτεκτονική του, όσο για το μεγάλο όνομα και την ιστορία που κουβαλάει πάνω του, στοιχεία πολύτιμα για την ιχνηλάτηση μιας συγκεκριμένης εποχής, μιας συγκεκριμένης τέχνης και τεχνοτροπίας, ενός συγκεκριμένου τόπου: της Άρτας του δεσποτάτου της Ηπείρου.
Βρίσκεται στο χωριό Βλαχέρνα, απέναντι απ' την Άρτα, και πήρε το όνομα απ' την ξακουστή Παναγία των Βλαχερνών της Κωνσταντινούπολης. Ιδρύθηκε στις αρχές του 10ου αιώνα, ως τρίκλιτη θολωτή βασιλική και στα μέσα του 13ου αιώνα (1250-1260) ανακατασκευάστηκε απ' τον (ή επί) Μιχαήλ Β΄ και μετασκευάστηκε σε τρουλλαίο. Στο νέο κτίσμα ενσωματώθηκαν υλικά και ολόκληρα τμήματα τοίχων απ' τον αρχικό ναό, όπως εύκολα το διακρίνει κανείς, κυρίως στη νότια και ανατολική πλευρά του μνημείου. Είναι εμφανές ότι ο νάρθηκας προστέθηκε λίγο αργότερα, δηλαδή στο τέλος του 13ου αιώνα, ενώ το κωδωνοστάσιο που είναι ενσωματωμένο στη δυτική πλευρά, είναι πολύ νεότερη προσθήκη (19ος αιώνας).
Απ' το παλιό μοναστήρι μόνο ο ναός σώζεται ακέραιος, ενώ τα γύρω εγκαταλειμμένα κελλιά, ο περιβολότοιχος και ο πυλώνας είναι κτίσματα του περασμένου αιώνα (συγκεκριμένα ο ωραίος τοξωτός πυλώνας κτίστηκε το 1833). Μέχρι το 1814 ο ναός τιμόνταν στη μνήμη της Κοίμησης της Θεοτόκου, από τότε όμως τιμάται στη μνήμη της κατάθεσης της Τίμιας Εσθήτας της Παρθένου και πανηγυρίζει στις 2 Ιουλίου. Σήμερα λειτουργεί ως ενοριακός ναός του χωριού, στο οποίο έδωσε και την επωνυμία του.
Σήμερα ο ναός, παρά τις φθορές και τις αλλοιώσεις που του έχει προκαλέσει ο χρόνος, κρατά τον επισκέπτη σε μια ευλαβική προσήλωση και τον κάνει να αναρριγά όταν βρίσκεται μπροστά στις σαρκοφάγους των εργατών της δόξας του Δεσποτάτου, της οποίας εξαίρετο δείγμα αποτελεί και ο περικαλλής ναός της Παναγίας της Βλαχερνιτίσσης, ή της Παναγίας της Βλαχιόρινας, όπως επικράτησε να τον λένε οι Αρτινοί.
ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΓΙΑΤΡΙΣΣΑ

Η ιστορία της Αγίας εικόνας της Παναγίας της Γιάτρισσας στο Λουτράκι είναι η εξής: Κάθε καλοκαίρι ερχόταν στο Λουτράκι για ιαματικά λουτρά μια γυναίκα ονόματι Μαρία, που ήταν μαία. Έμενε στο σπίτι της Μαρίας Σώκου, με την οποία είχε φιλικές σχέσεις. Η Μαρία αυτή όταν πήγε να προσκυνήσει στους Αγίους Τόπους, έφερε ένα δώρο στη Μαρία Σώκου, την εικόνα της Παναγίας με βρέφος το Χριστό στην αριστερή της πλευρά. Στα Ιεροσόλυμα, ο πωλητής είχε πει στη Μαρία, να δώσει την εικόνα σε Θεοσεβείς ανθρώπους, που να πιστεύουν σ' αυτήν, να της ανάβουν κεριά και το καντήλι της να καιει μέρα και νύχτα, διότι είναι θαυματουργή εικόνα.
Η Μαρία όλα αυτά τα είπε στη Μαρία Σώκου. Ακόμη της είπε ότι μετά από 20 μέρες από την παράδοση της Αγίας εικόνας θα πεθάνει όπως και έγινε.
Η εικόνα ήλθε στα χέρια της Σώκου το 1928. Η ευλάβεια των κατοίκων του Λουτρακίου, αλλά και ξένων με το χρόνο μεγάλωνε. Τότε σκέφτηκαν να κάνουν μια εκκλησία. Δημιουργήθηκε μία επιτροπή με την βοήθεια του τότε Σεβασμιότατου Μητροπολίτου Κορινθίας Δαμασκηνού και των Δωρητών, και έκτισαν σε οικόπεδο που τους προσέφερε ο Ιωάννης Μάρρας απέναντι από την σημερινή εκκλησία τον πρώτο ναό της Παναγίας της Γιάτρισσας, ονομάστηκε έτσι λόγω των θαυμάτων θεραπείας που έκανε.
Παναγία η Γιάτρισσα ονομάζεται και το μοναστήρι που βρίσκεται στον Ταϋγετο σε υψόμετρο 1100 μέτρων, και γιορτάζει ανήμερα του Γενεσίου της Θεοτόκου.
Στην μονή υπάρχει η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας και αγίασμα.

ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΓΚΡΕΜΝΙΩΤΙΣΣΑ

Η βυζαντινή εκκλησία της Παναγίας της Γκρεμνώτισσας πήρε το όνομά της επειδή βρίσκεται σκαρφαλωμένη σ΄έναν απόκρημνο βράχο στυο νησάκι Ίος. Η παράδοση λέει ότι στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, κάποιοι Κρητικοί έβαλαν την εικόνα της Παναγιάς, που φιλοξενείται πλέον εδώ πάνω, σε μια σχεδία , για να την φυγαδεύσουν από το νησί τους και να τη σώσουν. Η θαυματουργή εικόνα, που ονομάζεται και "Οδηγήτρια", έφτασε στη ΄Ιο και οι ντόπιοι αποφάσισαν μια εκκλησία για να τη στεγάσουν. αλλά ότι έχτιζαν την ημέρα, την νύχτα γκρεμιζόταν . Ωσπου κατάλαβαν ότι η χάρη Της ήθελε την εκκλησιά Της να βλέπει προς την ιδιαίτερη πατρίδα της! και πραγματικά , από το μέρος που τελικά χτίστηκε η εκκλησία, όταν ο ορίζοντας είναι καθαρός , φαίνεται η Κρήτη.
Η εκκλησία της Παναγίας χτίστηκε το 1797 και η παράδοση λέει πως στα χρόνια της τουρκοκρατίας όταν η Κρήτη στέναζε ύπο το ζυγό των Τούρκων, Κρητικοί θέλοντας να σώσουν την θαυματουργή εικόνα της Παναγίας την έβαλαν σε μια σχεδία και την εμπιστεύτηκαν στη θάλασσα.Την βρήκαν οι νησιώτες στα βράχια του Μυλοπότα και την μεταφέραν στον Ναό του Αγ.Νικολάου το πρωί η εικόνα βρέθηκε ψηλά στον βράχο δίπλα στον Ναό Αγ.Ελευθέριου την ξαναμετέφεραν και η εικόνα ξαναβρέθηκε στον βράχο αυτό έγινε 3 φορές μέχρι που την τοποθέτησαν στην εκκλησία του Αγ.Ελευθέριου .Λόγω των θαυμάτων που έκανε αποφάσισαν να φτίαξουν το Ναό της δίπλα στην εκκλησία της Αγ.Αικατερίνης η οποία βρίσκετε επιίσης ψηλά.Εκεί όμως παρουσιάστηκε νέο θαύμα. Κάθε πρωί τα θεμέλια έλειπαν από τη θέση τους και τα έβρισκαν κάτω από τον Άγιο Ελευθέριο, σε μέρος απόκρημνο. Οι κάτοικοι κατάλαβαν ότι εκεί έπρεπε να κτίσουν την εκκλησία για να βλέπει προς την Κρήτη, οπότε όλοι μαζι οι κάτοικοι βοήθησαν να χτιστεί κουβαλόντας πέτρες και λάσπη.Αυτή είναι η ίστορια της Παναγίας της Γκρεμιώτισσας σας το συνιστώ να την επισκεφτείτε, ο περίπατος στα σοκάκια ανάμεσα στα λευκά σπιτάκια με τους λίγους ντόπιους να κάθονται στα μπαλκόνια να σου πιάνουν κουβέντα ...είναι πολύ όμορφα και γραφικά.

ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΓΟΡΓΟΝΑ

Το μικρό πανέμορφο αυτό εκκλησάκι που βρίσκεται σκαρφαλωμένο σε ένα βράχο στο γραφικό ψαροχώρι Σκάλα Συκαμνιάς, στη Λέσβο. Πήρε το όνομα του από την ομώνυμη εικόνα που παρουσιάζει την Παναγία με ουρά γοργόνας!. Την έχει φιλοτεχνήσει άγνωστος λαϊκός ζωγράφος , αλλά έχει γίνει ξακουστή και από ομότιτλο μυθιστόρημα του μεγάλου μας πεζογράφου Στρατή Μυριβήλη.

ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΔΟΜΙΑΜΙΤΙΣΣΑ

Το Μοναστήρι των Δομιανών, ένα απ' τα σημαντικότερα Μεταβυζαντινά μνημεία με πολύτιμη προσφορά στο Έθνος και στην Ορθοδοξία. Ο Ι. Ναός της Παναγίας της Δομιανίτισσας λειτούργησε για άγνωστο χρονικό διάστημα σαν μοναστήρι, αυτό μαρτυρούν η αρχιτεκτονική και τα δομικά στοιχεία του Ναού δηλ. χαμηλές πόρτες με ημικύκλιο, μικρά παράθυρα ψηλά στους τοίχους, μεγάλα ανώγεια κελιά όπως των μεγάλων Μοναστηριών, το αγίασμα που αναβλύζει στο εσωτερικό του Ναού σε βάθος 2 μέτρων κάτω απ' το δάπεδο.
Ο χρόνος που πρωτοχτίστηκε ο Ι. Ναός είναι δύσκολο να προσδιοριστεί αλλά σύμφωνα με παραδόσεις και με κάποιο γράφημα σε παλιό παραπέτασμα της Ωραίας Πύλης πιθανόν να χτίστηκε κατά το 16ο αι. Πυρπολήθηκε εν μέρει και καταστράφηκε αργότερα η δυτική πλευρά του Ι. Ναού επειδή συμμετείχαν οι μοναχοί σε προεπαναστατικά κινήματα.Για τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Δομιανίτισσας που βρισκόταν στη γειτονική Βράχα και ήρθε από 'κει στους Δομιανούς και για το χτίσιμο της Εκκλησίας η ιερή παράδοση λέει ότι βρέθηκε στα κλαδιά ενός μεγάλου πουρναριού το οποίο υπάρχει και σήμερα κοντά στην Εκκλησία. Κάθε βράδυ έβλεπαν ένα φως στο μέρος εκείνο. Το θαύμα μαθεύτηκε, το άκουσαν κι οι Βραχινοί και πήγαν να την πάρουν. Στο γυρισμό για το χωριό τους ξάπλωσαν να κοιμηθούν, όταν άνοιξαν τα μάτια τους η εικόνα είχε εξαφανιστεί. Γύρισαν στους Δομιανούς και πάλι βρήκαν την εικόνα στα κλαδιά του πουρναριού. Την ξαναπήραν και ξεκίνησαν για το χωριό τους, όμως πάλι τους ξανάφυγε. Την πήραν την εικόνα για πολλοστή φορά αλλά ξανάφυγε. Τότε κι αυτοί παραιτήθηκαν και την άφησαν να μείνει εκεί που της άρεσε, στους Δομιανούς. Οι Δομιανίτες έχτισαν μια εκκλησία και τοποθέτησαν τη θαυματουργή εικόνα μέσα.

ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΖΙΔΑΝΙΩΤΙΣΣΑ

Η σεπτή και θαυματουργή εικόνα της Παναγίας είναι από τα λίγα κειμήλια, που διασώθηκαν δια μέσου των αιώνων μέχρι σήμερα, αφού πέρασε από πολλές μπόρες και φουρτούνες της ιστορίας. Μας είναι άγνωστος ο αγιογράφος, καθώς και ο χρόνος που φιλοτεχνήθηκε. Γεγονός είναι πάντως ότι η εικόνα αυτή είναι πολύ παλιά.
Ασημώθηκε με βαρύ ασήμι το 1755 από τον τεχνίτη Θεόδωρο από τους Καλαρύτες Ιωαννίνων, όπως φαίνεται και από τη σχετική επιγραφή που βρίσκεται στη βάση της εικόνας επί Αρχιερατείας του Επισκόπου Σερβίων και Κοζάνης Ιγνατίου.
Αναφέρεται, ότι το έτος 1918 έπληξε την Κοζάνη θανατηφόρα γρίππη, η οποία σταμάτησε με θαυματουργική παρέμβαση της Παναγίας της Ζιδανιώτισσας, που μεταφέρθηκε στην πόλη, όπου τελέστηκαν αγρυπνίες, παρακλήσεις και λιτανείες.
Πολλές μαρτυρίες υπάρχουν επίσης από τα παλιά χρόνια μέχρι σήμερα για θαύματα της Παναγίας στην οποία καταφεύγουν οι πιστοί στις δύσκολες περιστάσεις της ζωής τους, επιζητώντας την ίαση της ψυχής και του σώματος.

ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΚΑΛΥΒΙΑΝΗ

Η Μονή Καλυβιανής αποτελεί ένα ξεχωριστό παράδειγμα μοναστηριού που ταύτισε την πίστη και τη λατρεία με την κοινωνική προσφορά και το φιλανθρωπικό έργο. Βρίσκεται στην περιοχή Καλύβια Μεσαράς, κοντά στις Μοίρες, και είναι ένα από τα πιο σημαντικά προσκυνήματα της Κρήτης.
Από τις ελάχιστες σωζόμενες πληροφορίες-ενδείξεις εικάζεται ότι στην τοποθεσία αυτή υπήρχε μοναστήρι αφιερωμένο στην Παναγία, που καταστράφηκε όταν έγινε η επιδρομή των Οθωμανών εναντίον της Κρήτης στα μέσα του 17ου αι. Το άγνωστο μοναστήρι λειτουργούσε ήδη στα χρόνια των Ενετών και πιθανότατα η περίοδος της ίδρυσής του ανάγεται στην εποχή του Βυζαντίου. Μετά την κατάκτηση της Κρήτης (1669) οι Οθωμανοί καταπάτησαν τη γύρω περιοχή, όχι όμως και το ναό που λειτουργούσε σποραδικά μέχρι το 1821 και κατά καιρούς τα παλιά κελλιά στέγαζαν μεμονωμένους ασκητές.
Μεταξύ των ετών 1821-1865 ο ναός εγκαταλείφθηκε από τους χριστιανούς και χρησιμοποιήθηκε από τους Οθωμανούς κατοίκους του γειτονικού χωριού Καλύβια σαν στάβλος ή αποθήκη. Το 1865, ένα χρόνο πριν τη μεγάλη Κρητική επανάσταση, ο Ιωάννης Μαργιολάκης από το χωριό Άγιος Ιωάννης άρχισε να επισκευάζει το ναό, και κυρίως το Άγιο Βήμα. Οι Οθωμανοί δεν τον εμπόδισαν. Όμως ο θρησκευτικός φανατισμός των Μουσουλμάνων της Κρήτης ώθησε δύο παιδιά να βεβηλώσουν το μικρό αυτό ναό. Το ένα παιδί πέθανε και το άλλο αρρώστησε. Το γεγονός συζητήθηκε έντονα σε όλο τον κάμπο της Μεσαράς και από τότε άρχισε η Καλυβιανή να αποκτά φήμη και να καταφτάνουν προσκυνητές. Οι Οθωμανοί οργισμένοι προσπαθούσαν να επιβάλουν απαγορεύσεις και να εμποδίσουν τους προσκυνητές να προσέρχονται στο ναό. Το θέμα πήρε τόσο μεγάλες διαστάσεις ώστε το 1873 ήταν το κύριο θέμα της Κρήτης. Η υπόθεση αυτή οδήγησε στην επέμβαση του Οικουμενικού Πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄ και του σουλτάνου, που μετέθεσαν αντίστοιχα τον μητροπολίτη Μελέτιο και τον Διοικητή του Ηρακλείου Μουσταφά Πασά. Τον ίδιο χρόνο οι Δημογέροντες του Ηρακλείου έστειλαν μία εκτενή έκθεση των γεγονότων στους εκπροσώπους των χριστιανικών κρατών, προκειμένου να πιέσουν την οθωμανική πλευρά, ώστε να πάψει να εμποδίζει τους χριστιανούς στην εκτέλεση των θρησκευτικών καθηκόντων τους.
Παρά τις όποιες δυσκολίες η προσέλευση των πιστών συνέχισε να αυξάνει. Σημαντικό ρόλο σ’ αυτό διαδραμάτισε ο Ματθαίος Μιχελινάκης που, σύμφωνα με την παράδοση, βρήκε (1873) την εικόνα της Παναγίας κάτω από ένα δέντρο. Η είδηση αυτή προκάλεσε μεγάλη συγκίνηση. Η εικόνα θεωρήθηκε θαυματουργή και πλήθος πιστών άρχισαν να συρρέουν από κάθε γωνιά της Κρήτης. Πολλοί πιστοί αφιέρωναν μέρος της κινητής και ακίνητης περιουσίας τους στη μονή, με αποτέλεσμα να ολοκληρωθεί η πλήρης επισκευή του ναού που είχε ξεκινήσει το 1865 και να χτιστούν νέα βοηθητικά οικήματα στις εκτάσεις γύρω από το ναό που εξαγοράστηκαν από τους Οθωμανούς. Η φήμη της μονής ξεπέρασε σύντομα τα σύνορα της Κρήτης, γεγονός που καταγράφει και ο λογοτέχνης Ιωάννης Κονδυλάκης από τη Βιάννο στα τέλη του 19ου αι.

ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΚΑΜΑΡΙΑΝΗ

Στην παλιά Αλικαρνασσό (Μ. Ασία) καθόταν μια γυναίκα στο σπίτι της. Αυτή είδε στον ύπνο της μια μαυροφόρα γυναίκα να της λέγει να φύγει από το σπίτι της γιατί ήταν δικό της. Το λέει στον άνδρα της και της λέει όνειρο είναι. Αλλά το όνειρο αυτό επαναλήφθηκε τρεις φορές.
Τότε της λέει ο άνδρας της όταν την ξαναδεί να τη ρωτήσει ποια γυναίκα είναι. Πράγματι όταν την ξαναείδε την ρωτά, «Ποια είσαι και μου λες να φύγω από σπίτι μου;» τότε εκείνη της απαντά: « Είμαι η Παναγία και σκάψετε στο τάδε μέρος να βρείτε την εικόνα μου. Θέλω να μου κτίσετε εκεί σπίτι (εκκλησία δηλαδή). Πήγαν και έσκαψαν και βρήκαν την εικόνα σ’ ένα καμαράκι, γι’ αυτό την λένε και Καμαριανή.

Ακούστε τώρα το μεγάλο θαύμα της Καμαριανής:

Στον Τουρκικό πόλεμο πήρανε όλους τους Χριστιανούς έξω από την πόλη μικρούς και μεγάλους. Η Μαριγίτσα Τακόρη που καθόταν απέναντι από το εκκλησάκι πήρε την εικόνα της Παναγίας μαζί της και την παρακαλούσε να βοηθήσει τον κόσμο. Και Ω του θαύματος: Εκεί που περίμεναν τον θάνατο ήρθε ειδοποίηση από τον Μεγάλο Τούρκο να μην σκοτώσουν τους Χριστιανούς μόνο να αφήσουν να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Μετά ήρθε άλλη διαταγή να φύγει ο κόσμος και να πάει στα Δωδεκάνησα που ήταν κοντά. Τότε λέγει η Μαριγίτσα Τακόρη «Παναγία μου’ το σπιτάκι δεν μπορώ να το πάρω αλλά εσένα δεν θα σε αφήσω στους Τούρκους (διότι αυτή περιποιόταν το εκκλησάκι της)».
Έτσι και έγινε. Πήρε την εικόνα και ήλθανε στην Κάλυμνο. Εκεί την είχε σπίτι της από όπου την παίρνανε οι Καλύμνιες και της κάνανε ξενύχτια και λειτουργίες. Τα παιδιά της οικογένειας Τακόρη πήγαν στην Αθήνα να εργασθούν και πήραν την εικόνα μαζί τους.
Μάθανε οι πατριώτες ότι η Καμαριανή Παναγία βρίσκεται στην Αθήνα. Τότε φεύγει από την Νέα Αλικαρνασσό ένας παπάς Τιμόθεος με μια επιτροπή και πηγαίνει στην Αθήνα και βρίσκουν το σπίτι που ζούσαν τα παιδιά της οικογενείας Τακόρη. Τους είπαν: «να μας δώσετε την Παναγία την Καμαριανή γιατί θέλουν οι πατριώτες να την έχουν στην νέα πατρίδα (Ν. Αλικαρνασσό) να την προσκυνούν και να τους προστατεύει από κάθε κακό». Αυτοί την έδωσαν.
Με μεγάλη χαρά την υποδέχθηκαν οι πατριώτες, την τοποθέτησαν μέσα στον Ναό του Αγίου Νικολάου και έκτοτε πόθος των κατοίκων ήταν κτισθεί μια καινούργια εκκλησία της Παναγίας για να τιμάται το εικόνισμα της Παναγίας της Καμαριανής. Γι’ αυτό το σκοπό δώρισε οικόπεδο η χήρα Διονυσία Βαρδαξή. Το εκκλησιαστικό συμβούλιο για να εκπληρωθεί η επιθυμία των ενοριτών αποφάσισε να κτίσει την εκκλησία.

ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΚΑΡΔΙΩΤΙΣΣΑ

Χαρακτηριστικό του τύπου της Παναγίας της Καρδιώτισσας είναι η ιδιόμορφη στάση του παιδιού Ιησού που είναι γυρισμένο όλο προς την Παναγία με την πλάτη προς τον θεατή. Η παραλλαγή αυτή εφαρμόζεται σε σειρά κρητικών κυρίως εικόνων του 15ου αιώνα με σημαντικότερη την Καρδιώτισσα του Βυζαντινού Μουσείου, την οποία υπογράφει ο γνωστός Κρητικός ζωγράφος Άγγελος. Η στάση αυτή του παιδιού που εφαρμόζεται στην φυγή στην Αίγυπτο και τη Βρεφοκτονία ήταν γνωστή στη σημειολογία της μελλοντικής θυσίας του νηπίου Χριστού. Αποκαλυπτικό γι’ αυτή την εικονογραφική σχέση στοιχείο δίνεται στο απόκρυφο κείμενο του Μαρτυρίου του αγίου Ματθαίου, όπου ο Χριστός εμφανίζεται στον Απόστολο “εν σχήματι των ψαλλόντων εν τώ παραδείσω νηπίων”, εκεί γίνεται και η ταύτιση του παιδιού της Καρδιώτισσας με τα νήπια της βρεφοκτονίας του Ηρώδη.

ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΜΑΧΑΙΡΙΩΤΙΣΣΑ

Η Παναγία η Μαχαιριώτισσα είναι μια θαυματουργός εικόνα της Παναγίας που ευρίσκεται στην Ιερά μονή του Μαχαιρά στην Κύπρο. Η εικόνα θεωρείται μία από τις 70 εικόνες της Παναγίας που αγιογράφησε ο Απόστολος Λουκάς και τον τότε καιρό βρισκόταν πάνω από την Αγία Σορό, δηλαδή την αγία Έσθητα (φόρεμα) και την αγία Ζώνη της Θεοτόκου, στον ναό της Παναγίας στις Βλαχέρνες. Αυτό ενισχύεται από την επιγραφή «Αγιοσορίτισσα» πάνω στην εικόνα, η οποία μεταλλάχθηκε αργότερα σε «Μαχαιριώτισσα». Σύμφωνα με μιά προφορική παράδοση, κατά τον καιρό της Εικονομαχίας (716-843 μ.Χ.) ένας ασκητής έφερε στην Κύπρο από την Κωνσταντινούπολη την εικόνα της Παναγίας της Αγιοσορίτισσας, και εγκαταστάθηκε σε μιά σπηλιά στην τοποθεσία που βρίσκεται σήμερα το μοναστήρι. Μετά την κοίμηση του ασκητού η εικόνα ξεχάστηκε και βάτοι κάλυψαν την είσοδο της σπηλιάς μέχρι τον 12° αιώνα, όταν η Παναγία με θαυματουργικό τρόπο έδωσε ένα μαχαίρι στους οσίους ασκητές Νεόφυτο και Ιγνάτιο, για να κόψουν τους βάτους και έτσι να βρουν την εικόνα. Όταν ο όσιος Νεόφυτος κοιμήθηκε, κοντά στον Iγνάτιο προσήλθε ένας άλλος γηραιός μοναχός, ο Προκόπιος. Οι δύο αυτοί πατέρες αποφάσισαν, όταν η αδελφότητα έγινε πολυπληθής, να ανεγείρουν μοναστήρι, το όποιο θα λειτουργούσε σύμφωνα με το κοινοβιακό πρότυπο που ακολουθούσαν τα μεγάλα μοναστικά κέντρα της εποχής.

ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΜΟΛΥΒΔΟΣΚΕΠΑΣΤΗ

Μονή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου βρίσκεται στο Μολυβδοσκέπαστο (14ος αιώνας), δίπλα στα Ελληνοαλβανικά σύνορα, στο σημείο συμβολής Αώου και Σαραντάπορου. Το μοναστήρι διατηρεί σήμερα την παλιά του όψη, με ψηλά τείχη γύρω του, που περιβάλλουν τα ανακαινισμένα κελιά, το καθολικό, δύο ανεξάρτητα καμπαναριά και ένα ωραίο κήπο. Η μονή πήρε το όνομά της από τα μολυβδόφυλλα που κάλυπταν τη στέγη του καθολικού. Το καθολικό της είναι αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Χρονολογείται στις αρχές του 14ου αιώνα και είναι κτισμένο σε έναν αρκετά σύνθετο τύπο: στην ανατολική πλευρά ο ναός είναι τρίκογχος με πολύ ψηλό τρούλο και δυτικά μονόχωρος, σταυρεπίστεγος. Ο ναός πιστεύεται ότι κτίσθηκε σε τρεις φάσεις: αρχικά κτίστηκε το τρίκογχο τμήμα ανατολικά, στο οποίο προστέθηκε η σταυρεπίστεγη αίθουσα (πρέπει να έγινε σε δύο φάσεις) και αργότερα ο ανοιχτός νάρθηκας, που χωρίζεται από τον κυρίως ναό με χοντρή δρύινη πόρτα με σκαλισμένες εικόνες από την Αγία Γραφή. Η παράδοση αναφέρει πως η Μονή κτίσθηκε το 7ο αιώνα από τον Κωνσταντίνο Πωγωνάτο (671-672 μ.Χ.), ενώ σύμφωνα με την επιγραφή του 1537 που υπάρχει πάνω από την δυτική είσοδο, ανακαινίσθηκε στα μέσα του 14ου αιώνα (από τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Ανδρόνικο Κομνηνό).Σπουδαία κειμήλια για τη Μονή αποτελούν το ξυλόγλυπτο εικονοστάσι, κάποιες φορητές εικόνες και κυρίως η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας και του Χριστού Παντοκράτορα.

ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΟΛΥΜΠΙΩΤΙΣΣΑ

Η ονομασία «Παναγία Ολυμπιώτισσα» οφείλεται στο γεγονός ότι η εικόνα προέρχεται από παλιό μοναστήρι της Καρυάς Ολύμπου. Όταν διαλύθηκε το μοναστήρι αυτό, η εικόνα μεταφέρθηκε στη μονή της Ελασσόνας. Δεν γνωρίζουμε την ημερομηνία αυτής της μεταφοράς διότι χάθηκαν τα παλιά ιστορικά στοιχεία κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, όπως αναφέρεται σε χειρόγραφο της μονής. Από το ίδιο χειρόγραφο όμως προκύπτει ότι σύμφωνα με προφορική παράδοση παλαιότερων πατέρων της μονής η μεταφορά έγινε κατά τους βυζαντινούς χρόνους.

Ο θρύλος της μεταφοράς

Η μεταφορά της εικόνας συνδέεται και με ένα θρύλο, σύμφωνα με τον οποίο, μετά τη διάλυση της μονής της Καρυάς, η εικόνα της Παναγίας με θαυματουργικό τρόπο ξεκίνησε για να έρθει στη μονή της Ελασσόνας. Τη νύχτα, ένας βοσκός είδε να βγαίνει ένα περίεργο φως από σωρό αγρίων χόρτων της περιοχής. Επειδή φοβήθηκε, έριξε μια πέτρα προς το μέρος από όπου έρχονταν το φως. Ευθύς αμέσως ένιωσε να παραλύει το χέρι του και τρομαγμένος έτρεξε στην Καρυά και διηγήθηκε το γεγονός στους συγχωριανούς του. Την επόμενη μέρα πήγαν όλοι μαζί στο σημείο εκείνο και, αφού έψαξαν, βρήκαν την εικόνα της Παναγίας στην οποία ήταν σφηνωμένη η μικρή πέτρα που είχε πετάξει ο βοσκός. Αμέσως ο βοσκός μετενόησε και το χέρι του έγινε καλά, και οι κάτοικοι της Καρυάς με λιτανεία μετέφεραν την εικόνα στη μονή της Ελασσόνας όπου βρίσκεται και τιμάται μέχρι σήμερα.Η εικόνα αυτή σήμερα εκτίθεται για προσκύνημα και καλύπτεται με μία ασημένια πλάκα. Η Παναγία παριστάνεται όρθια χωρίς το θείο βρέφος, με σταυρωμένα τα χέρια σε στάση προσευχής. Πάνω στην εικόνα υπάρχει η συντομογραφία «Μήτηρ Θεού» που παραπέμπει στην τεχνοτροπία των βυζαντινών χρόνων, ενώ σε εμφανές σημείο υπάρχει και η μικρή πέτρα σφηνωμένη.

ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΩΝ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΩΝ

Ο Ιερός Ναός της Παναγίας Σταυροφόρων χτίστηκε το 1205 µ.χ. από τους Σταυροφόρους γι' αυτό και η oνoµασία. Κτίστηκε σύμφωνα µε τις υπάρχουσες πληροφορίες πάνω στα ερείπια παλαιότερου ναού ο οποίος και είχε κτισθεί στο όνομα της Παναγίας τον 8ο ή 9ο µ.χ. αιώνα όπου σύμφωνα µε την παράδοση εκκλησιαζόταν οι στρατιώτες του Νικηφόρου Φωκά όταν ήλθαν από το Βυζάντιο και απελευθέρωσαν την Κρήτη από τους Άραβες (Σαρακηνούς). Η βασιλική αυτή λειτουργούσε σαν καθολικός ναός σε όλη την διάρκεια της Ενετοκρατίας και από τον 14ο αιώνα αναφέρεται ως Παναγία των Σταυροφόρων.
Μετά την παράδοση του Ηρακλείου από τους Ενετούς στους Τούρκους το φθινόπωρο του 1669 και αμέσως τα πρώτα χρόνια της Τουρκοκρατίας µετεβλήθει σε τζαµί και αφιερώθηκε εις τον Αγκεµπούτ πασά του Χουσκιαλή. Μετά την αναχώρηση των Τούρκων από το Ηράκλειο οι χριστιανοί της πόλεως που ήξεραν ότι πριν το τζαµί ήταν εκκλησία και επειδή μέσα στο Ιερό υπήρχε ένα μικρό τµήµα τοιχογραφίας όπου απεικoνίζετo ο Άγιος Μάρκος, υπέθεσαν ότι ο Ναός αυτός ήταν του Aγioυ Μάρκου και τον ονόμασαν Αγ. Μάρκον.
Έτσι τον ήξεραν οι Ηρακλειώτες μέχρι το 1955 όποτε άρχισαν οι ενέργειες για την αναστήλωση του. Η ονοµασiα Παναγία Σταυροφόρων, αναφέρεται στο βιβλίο του Ιταλού αρχαιολόγου Γκερόλα ο οποίος στις αρχές του αιώνα απεστάλη από το Ενετικό Ινστιτούτο, Γραµµάτων και Τεχνών για να μελετήσει τα σωζόµενα μεσαιωνικά µνηµεία της Κρήτης. Έτσι το φθινόπωρο του 1954 άρχισε να αναπτύσσεται η ιδέα αναστηλώσεως του Ναού, µε την πρωτοβουλία του τότε Μητροπολίτου Κρήτης Ευγενίου και συµµετοχή παραγόντων της πόλεως ήτοι της Εφορίας Bυζαvτινών αρχαιοτήτων και άλλων. Το ταμείο αρχαιολογικών απαλλοτριώσεων ενέκρινε την αγορά και ζήτησε την έγκριση της αναστηλώσεως του από το αρμόδιο αρχαιολογικό συμβούλιο.

ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΗΣ ΤΑΤΑΡΝΑΣ

Η παράδοση τοποθετεί την ίδρυση του Μοναστηριού στις αρχές του 12ου αιώνα, συγκεκριμένα στο 1111. «Βασιλομονάστηρο» το αποκαλούσαν οι παλαιοί και πίστευαν πως το έχτισε η Αγία Θεοδώρα, Βασίλισσα της Άρτας. Όμως η Άγια αυτή Βασίλισσα έζησε αργότερα, τουλάχιστον μετά εκατό χρόνια. Επομένως δεν μπορεί να είναι κτητόρισσα, μπορεί όμως να βοήθησε για την ανάδειξή του. Έχομε μαρτυρίες ότι βοήθησε πολλά μοναστήρια της περιοχής. Η Ευρυτανία ήταν τότε στην επικράτειά της.
Το μοναστήρι βούλιαξε το 1963. Η περιοχή αναστατώθηκε με την κατολίσθηση του 1963 που είναι αδύνατο να ξεχωριστούν τα πρώτα κτίσματα απ' τα δεύτερα. Απ' αυτό το παλαιό «Βασιλομονάστηρο» πρέπει να προέρχεται η ψηφιδωτή Ιερή Εικόνα της Άκρας Ταπεινώσης τού 12-13ου αιώνα, που σώζεται μέχρι σήμερα ως «θησαυρός απόθετος» στο Σκευοφυλάκιο της Μονής.
Γι' αυτή την Εικόνα μιλάει με πολύ σεβασμό η παράδοση. Λέει σχετικά: Απέναντι, στα βουνά του Βάλτου, πέρα απ' τον Αχελώο, κάποιος αγνός και ευλαβής βοσκός φύλαγε τα πρόβατά του. Ξαφνικά κάποιο βράδυ βλέπει έκπληκτος ένα ζωηρό φως να λάμπει στο σκοτάδι, ακριβώς απέναντι, κατά την πλευρά της Ευρυτανίας. Του έκαμε μεγάλη εντύπωση. Ο τόπος εκεί όπου φαίνονταν το φως ήξερε ότι ήταν έρημος. Το φως εκείνο ήταν λαμπρό, δεν ήταν φωτιά που μπορούσαν να ανάψουν ποιμένες την νύχτα. Την άλλη νύχτα το φως ξαναφάνηκε. Έφεγγε όλη την νύχτα. Με το χάραμα χανόταν. Ξαναφάνηκε και την τρίτη νύχτα. Κατάλαβε ο αγαθός τσοπάνης, ότι ήταν σημάδι θεϊκό. Πώς όμως να εντοπίσει το σημείο; Την ημέρα που φαινόταν ο τόπος δεν φαινόταν το φως. Την νύχτα που φαινόταν το φως, δεν διακρίνονταν η περιοχή. Και ήταν αρκετά μακριά. Ξάφνου, την τρίτη νύχτα ο νους του φωτίσθηκε. Έμπηξε στη γη μια διχάλα. Ακούμπησε πάνω σ' αυτή το ραβδί του. Στόχεψε με το ένα μάτι προς τα εκεί που φαινόταν το φως. Όταν μάτι, ραβδί και φως μπήκαν στην ίδια ευθεία, σταθεροποίησε το ραβδί. Περίμενε με αγωνία να ξημερώσει. Σαν έφεξε καλά, ξανακοιτάει και πάλι. Τώρα ο τόπος εντοπίσθηκε εύκολα. Ξεκινά γεμάτος λαχτάρα και χαρά. Περνά κολυμπώντας τον Άσπρο κι ανηφορίζει. Φθάνει σ' ένα τόπο γεμάτο βάτα. Κόβει και κόβεται, ματώνει, ξεσχίζεται, αλλ' αυτός συνεχίζει. Η επιμονή του αμείβεται. Ανάμεσα στα βάτα βρίσκει μια εικόνα μικρή. Αναγαλλιάζει. Απ' αυτή προέρχονταν το φως. Είναι με μικρές ψηφίδες ιστορημένη, μικρές σαν κεφάλι καρφίτσας. Παριστάνει τον Κύριο αμέσως μετά την Αποκαθήλωση. Είναι η Άκρα Ταπείνωση. Είναι έργο μοναδικό στον κόσμο, όπως λένε οι ειδικοί. Παλαιότερα την είχαν στην εκκλησία για προσκύνηση. Παρ' ολίγο να καταστραφεί εντελώς. Οι ευλαβείς γυναίκες ξεκολλούσαν κρυφά ψηφίδες για φυλακτά. Σε λίγο θα ‘μενε μόνο το σανίδι. Τώρα φυλάσσεται στο σκευοφυλάκιο.
Το 1555 στον έρημο τόπο της Ευρυτανίας εμφανίζονται δύο πατέρες απ' την Μονή των Μεγάλων Πυλών, απ' το Μοναστήρι του Δουσίκου. Ο προηγούμενος ιερομόναχος Μεθόδιος και ο μοναχός Δαβίδ. Αυτοί αποφάσισαν να ξαναχτίσουν το μοναστήρι και να του δώσουν πάλι ζωή. Έργο δύσκολο ακόμη και με τα σημερινά δεδομένα. Δώδεκα ώρες με τα πόδια το Καρπενήσι, δώδεκα το Βραχώρι (Αγρίνιο), δώδεκα ο Κραβασαράς. Όλα κουβαλιόνται με τα μουλάρια. Αλλ' η θερμή τους πίστη θαυματούργησε. Σ' ένα χρόνο το Μοναστήρι στήθηκε.
Γύρω στο 1600, έχουμε τις πρώτες μαρτυρίες για συμμετοχή του μοναστηριού σε επαναστατικά κινήματα και, συγκεκριμένα, στο πρώτο από τα δύο που οργάνωσε ο μητροπολίτης Λαρίσης Διονύσιος ο Φιλόσοφος και το οποίο κατέπνιξαν οι Τούρκοι το 1601. Μετά την καταστροφή του 1601, η Μονή Τατάρνας πέρασε μια τριαντακονταετία ερήμωσης και δυστυχίας.
Κατά την επόμενη ιστορική φάση - μετά το 1650 - που μπορεί να θεωρηθεί περίοδος ακμής, πρωταγωνίστησε ο όσιος Ευγένιος ο Αιτωλός.
Από την περίοδο αυτή γνωρίζουμε τρία ονόματα σημαντικών ηγουμένων της Μονής, οι οποίοι ανέλαβαν το αξίωμα αυτό με την καθοδήγηση του Ευγένιου. Αυτοί ήταν ο Δαμασκηνός από το Βάλτο, ο Ιάκωβος από το Πέτα και ο Ανανίας ο οποίος διέμενε στο μοναστήρι και ονομαζόταν δεσπότης της Τατάρνας.
Την ταραγμένη αυτή περίοδο, οπότε μεγάλο μέρος των επιχειρήσεων διεξήχθη στην Δυτική Στερεά, η Μονή Τατάρνας λόγω της θέσης της βρέθηκε στο κέντρο της εξέγερσης. Η Μονή καταστράφηκε ολοκληρωτικά το 1821. Μέχρι τότε όμως υπέστη πολλές λεηλασίες, πυρπολήσεις και αρπαγές ζώων, τόσο από τους Τούρκους διότι ήταν ύποπτο για φιλοξενία κλεφταρματωλών, όσο και από ποικίλες ληστρικές συμμορίες που λυμαίνονταν την περιοχή. Η σημαντικότερη από τις καταστροφές αυτές θα πρέπει να ήταν εκείνη του 1821, οπότε οι καλόγεροι μαζί με τον ηγούμενο Κυπριανό βοήθησαν τον Οδυσσέα Ανδρούτσο στην νικηφόρα μάχη κατά των Τούρκων, που έγινε κοντά στην γέφυρα της Τατάρνας.
Το μοναστήρι ξανακτίσθηκε μέχρι 1844 και έγινε όμοιο με το παλαιό, αλλά σε θέση που απείχε 500 μ. νότια. Όμως πολύ γρήγορα δημιουργήθηκαν ρηγματώσεις από σεισμούς και καθιζήσεις, (ίσως γιατί είχε κτισθεί σε ακατάλληλο έδαφος), και τελικά κατέρρευσε ολόκληρο το κτιριακό συγκρότημα κατά την εποχή δημιουργίας της τεχνητής λίμνης, το 1963.
Το μοναστήρι δεν ξαναβρήκε από τότε την παλαιά του αίγλη και τούτο κυρίως διότι είχαν μεταβληθεί ριζικά οι ιστορικές συνθήκες που προκάλεσαν την ακμή του στο παρελθόν. Το καινούργιο μοναστήρι άρχισε να κτίζεται το 1970, σε απόσταση 500μ. νοτιανατολικά από το παλαιό. Σήμερα υπάρχουν πενιχρά λείψανα του μοναστηριού του 1556 στην θέση Παλιομονάστηρο, ενώ κοντά σ' εκείνη του κτίσματος του 1841 έχει ανεγερθεί το Κάθισμα του Αγίου Σάββα.

ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΗΣ ΦΙΛΕΡΗΜΟΥ

Η εικόνα της Παναγίας της Φιλερήμου, είναι ένα από τα σημαντικά χριστιανικά κειμήλια. Θεωρήθηκε ότι είναι έργο του Αποστόλου και Ευαγγελιστού Λουκά, αλλά η ιστορία της εικόνας φαίνεται να ξεκινά από τον 11ο αιώνα. Το πρόσωπο της Παναγίας είναι ζωγραφισμένο στον καμβά, που έπειτα εφαρμόστηκε στην ξύλινη επιφάνεια.
Πολλοί πιστεύουν ότι η εικόνα προέρχεται από την Ιερουσαλήμ. Ορισμένοι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι μέλη του Τάγματος του Αγίου Ιωάννου την έφεραν στη Ρόδο, το έτος 1000, όπου αργότερα πήρε και το προσωνύμιο από το λόφο Φιλέρημο, στον οποίο εφιλοξενήθη, και έγινε η προστάτιδα του νησιού. Άλλοι λένε ότι το Τάγμα του Αγίου Ιωάννη την βρήκε ήδη στο νησί, μετά από την κατάκτησή του το έτος 1309, και ότι οι κάτοικοι την είχαν ήδη καθιερώσει ως προστάτιδά τους.
Η εικόνα της Παναγίας της Φιλερήμου, εγκαταστάθηκε στο λόφο της Φιλερήμου ως και το 1523, οπότε και το νησί περιήλθε στην οθωμανική κατοχή. Στη συνέχεια μετεφέρθη από τους Ιππότες στη Γαλλία έπειτα στην Ιταλία, τη Μάλτα, τη Ρωσία, όπου και παρέμεινε ως και την επανάσταση του 1917, τη Δανία, ενώ από το 2002 φιλοξενείται στο Μπλε Παρεκκλήσι του Εθνικού Μουσείου Μαυροβουνίου.

ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΧΟΖΟΒΙΩΤΙΣΣΑ

Η Παναγία η Χοζοβιώτισσα στην Αμοργό είναι ένα επιβλητικό βυζαντινό μοναστήρι χτισμένο επάνω σε βράχο ύψους 300 μέτρα από τη θάλασσα που τιμάται στα Εισόδια της Θεοτόκου. Το κατάλευκο μοναστήρι χτίστηκε το 1017 μ.Χ. και ανακαινίστηκε 70 χρόνια αργότερα από τον αυτοκράτορα Αλέξιο Κομνηνό, ενώ οφείλει την ονομασία του στο μικρασιατικό χωριό Χόζοβο.
Για τον τρόπο άφιξης της εικόνας στην Αμοργό υπάρχουν δύο παραδόσεις: Η πρώτη λέει ότι η εικόνα βρέθηκε μέσα σε μια βάρκα εκεί ακριβώς που είναι κτισμένο το σημερινό μοναστήρι. Λέγεται ότι την εικόνα τοποθέτησε μια ευσεβής κυρία μέσα σε βάρκα από την πόλη Χόζοβα της Παλαιστίνης και την άφησε να ταξιδέψει μόνη της στην θάλασσα, για να γλιτώσει από τα χέρια των εικονομάχων.
Η δεύτερη εκδοχή λέει ότι τη θαυματουργική εικόνα έφεραν στην Αμοργό μοναχοί από το μοναστήρι του Χοτζεβά της Παλαιστίνης, που βρίσκεται κοντά στην Ιεριχώ, οι οποίοι έφυγαν λόγω των διωγμών από τους εικονομάχους. Περνώντας από την Κύπρο οι μοναχοί έπεσαν πάνω σε ληστές που βεβήλωσαν, έσχισαν στα δύο και έριξαν στη θάλασσα την εικόνα. Τα δύο τεμάχια ήρθαν με θαυματουργικό τρόπο κάτω από το βράχο της Αμοργού κι ενώθηκαν μόνα τους χωρίς να διακρίνεται τίποτε. Άλλοι λένε ότι συγκολλήθηκαν από τους μοναχούς που συνέχισαν το ταξίδι τους, έφτασαν στην Αμοργό και έκτισαν το μοναστήρι στον τόπο που τους υπέδειξε η Παναγία. Μάρτυρας για τον τόπο αυτό ήταν η σμίλη, που για αιώνες βρισκόταν σφηνωμένη στο βράχο και έπεσε το 1952.