Τετάρτη, 12 Ιανουαρίου 2011

Το δόγμα της «Άσπιλης σύλληψης» της Θεοτόκου



ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΚΑΘΟΛΙΚΟΥΣ

Η «άσπιλη σύλληψη» της Θεοτόκου

Το δόγμα αυτό, το όποιο διετύπωσε το 1854 ο Πάπας Πίος ο 9ος, σημαίνει ότι η Παναγία γεννήθηκε άσπιλη, αναμάρτητη, δεν είχε το προπατορικό αμάρτημα, όπως το έχουμε όλοι οι άνθρωποι. Η διδασκαλία αυτή βέβαια περί της ασπίλου συλλήψεως δεν στηρίζεται πουθενά, ούτε στην Αγία Γραφή, ούτε στην διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας και έχει επίσης πολλά τρωτά σημεία.

Η ορθόδοξη άποψη

Ένα τρωτό σημείο αυτής της διδασκαλίας είναι ότι προσβάλλει την μοναδικότητα της γεννήσεως του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Μόνο ο Χριστός γεννήθηκε αναμάρτητος εκ Πνεύματος Αγίου, είναι η μοναδική περίπτωση κατά την οποία δεν μεσολάβησε σάρκα και αίμα. Ο Χριστός μας γεννήθηκε από την Παρθένο Μαρία, άνευ συνάφειας ανδρός. Δεν ήλθε σε σαρκική ένωση η Παναγία με άνδρα. Το Άγιο Πνεύμα επισκίασε την Παναγία και δι’ Αγίου Πνεύματος εγεννήθηκε ο Κύριος μας· ο Ιησούς Χριστός γεννήθηκε εκ Πνεύματος Αγίου από την Παρθένο Μαρία, γι’ αυτό και είναι αναμάρτητος. Η Παναγία όμως δεν γεννήθηκε εκ Πνεύματος Αγίου· γεννήθηκε από γονείς φυσιολογικά, κανονικά, από τον Ιωακείμ και από την Άννα. Προσβάλλει επομένως η διδασκαλία αυτή την μοναδικότητα της γεννήσεως του Χριστού. Η μοναδική γέννηση, η οποία έγινε εκ Πνεύματος Αγίου και είναι γι’ αυτό άσπιλη, είναι η γέννηση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.
Στην Ορθοδοξία έχουμε «αφθορον σύλληψιν» του Χριστού και όχι «άσπιλον σύλληψιν της Θεοτόκου».
Ενώ λοιπόν νομίζουν ότι με την άσπιλη σύλληψη υπερυψώνουν την Παναγία, ουσιαστικώς την μειώνουν. Γιατί η Παναγία εξυψώνεται πιο πολύ αν παρουσιασθεί ότι αυτά που κατόρθωσε, αυτή η αγιότης την οποία κατόρθωσε, δεν τα κατόρθωσε γιατί ήταν αναμάρτητη εκ φύσεως, τα κατόρθωσε γιατί ενώ ήταν άνθρωπος σαν εμάς, γεννήθηκε από φυσικούς γονείς, από τον Ιωακείμ και την Άννα, ενώ ήταν άνθρωπος καθόλα φυσιολογικός, είχε αυτήν την δική μας τη φύση, η οποία ρέπει προς την αμαρτία, κατόρθωσε εν τούτοις να καλλιεργήσει τις αρετές με πολλή άσκηση, με προσευχή, με νηστείες με εγκράτεια, με αγνότητα ιδιαιτέρως, και να φθάσει στα ύψη αυτά της αγιότητος, συνεργώντας και κοπιάζοντας η ίδια.
Εμείς οι πιστοί, θα πρέπει να την έχουμε ως παράδειγμα και ως δίδαγμα και ως στόχο. Εκείνη κατόρθωσε να φθάσει σ’ αυτήν την αγιότητα και να υμνείται δι’ όλων των αιώνων· Εκείνη ήταν σκεύος εκλογής. Λόγω της αγιότητός της κατόρθωσε και είλκυσε την προσοχή του Θεού και έγινε η αγαπητή του Θεού: «Χαίρε Κεχαριτωμένη. Ο Κύριος μετά σου. Ευλογημένη συ εν γυναιξί». Έδειξε με την άγια ζωή της, την άφθαστη υπακοή της, την πολλή ταπείνωση, την ανυπέρβλητη αγνότητα, μέχρι που μπορεί να υψωθεί ο άνθρωπος.

Οι ακρότητες της Μαριολατρείας και του Αντιδικομαριανισμού

Το δεύτερο στοιχείο για το οποίο αυτή η διδασκαλία δεν είναι ορθή είναι ότι ουσιαστικώς δεν ανεβάζει την Παναγία, την μειώνει, ενώ οι Παπικοί θέλουν να υψώσουν την Παναγία, υπερβολικά μάλιστα. Υπάρχουν εδώ ακρότητες, και ας πω για τις δύο αυτές ακρότητες και θα συνεχίσω τις σκέψεις που έκαμα προηγουμένως. Στην διδασκαλία για την Θεοτόκο υπάρχουν δύο ακρότητες. Η Ορθόδοξος εκκλησία είναι ανάμεσα, ακολουθεί τη χρυσή οδό. Ποιες είναι οι δύο αυτές ακρότητες; Η μια ακρότητα είναι αυτή η όποια υπερεξαίρει την Παναγία, κάνει την Παναγία Θεά, θεοποιεί την Παναγία, είναι η Μαριολατρεία. Διδάσκει ότι η Παναγία είναι Θεός, και αυτή την τάση υπηρετεί η διδασκαλία της Ρωμαϊκής εκκλησίας, της Παπικής εκκλησίας, περί του ότι η Παναγία είναι άσπιλη, την εξισώνει με τον Χριστό, ένα πρόσωπο της Αγίας Τριάδος.
Στο άλλο άκρο είναι ο λεγόμενος Αντιδικομαριανισμός, οι αντίθετοι, οι αντίδικοι της Μαρίας, οι εχθροί της Μαρίας, στην εποχή μας οι Προτεστάντες. Από την μία πλευρά οι παπικοί, οι Ρωμαιοκαθολικοί έχουν την Μαριολατρεία, κάνουν την Θεοτόκο Θεό, και από την άλλη πλευρά στη Δύση και πάλι, στην Ευρώπη, υπάρχει τελείως αντίθετη τάση, των έχθρων της Παναγίας. Ο πατήρ Θεόκλητος ο Διονυσιάτης σ’ ένα βιβλίο το όποιο έχει γράψει για την Παναγία δημοσιεύει ένα γράμμα του γέροντος του, Αθανασίου του Ιβηρίτη, ο οποίος αναφερόταν σ’ αυτήν την εχθρότητα που έχουν οι Προτεστάντες εναντίον της Παναγίας. Οι Ευαγγελικοί-Προτεστάντες, δεν πιστεύουν στις εικόνες, δεν έχουν καμία τιμή, κανένα σεβασμό προς την Παναγία. Αντίθετα εκφράζονται υποτιμητικά γι’ Αυτήν. Έχοντας λοιπόν κατά νουν ο Γέρων Αθανάσιος ο Ιβηρίτης την ασέβεια προς την Παναγία, εκφράζεται στο γράμμα αυτό πολύ σκληρά για τους Προτεστάντες και τους προτεσταντίζοντες. Δεν διστάζουν οι Άγιοι να χρησιμοποιήσουν σκληρές λέξεις, όταν υβρίζονται άγια πρόσωπα.
Ανάμεσα λοιπόν στις δύο αυτές τάσεις, από την μια πλευρά της Μαριολατρείας του Παπισμού και της εχθρότητος προς την Παναγία, της μειώσεως της Παναγίας, των Προτεσταντών είναι η δική μας η Ορθόδοξη εκκλησία, η όποια σέβεται και τιμά και υμνεί την Θεοτόκο με τόσους ύμνους, δεν κάνει όμως την Παναγία Θεά. Την τοποθετεί μετά τη Θεότητα. Οι ιερείς μνημονεύουμε πρώτα τον Χριστό και μετά την Παναγία.