Τετάρτη, 28 Ιουλίου 2010

Προς Τιμόθεων Β΄ επιστολή Παύλου

Β ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ 1


Β Τιμ. 1,1 Παῦλος, ἀπόστολος Χριστοῦ Ἰησοῦ διὰ θελήματος Θεοῦ κατ᾿ ἐπαγγελίαν ζωῆς τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ,
Β Τιμ. 1,1 Εγώ, ο Παύλος, που εκλήθην απόστολος του Ιησού Χριστού με το θέλημα του Θεού δια να κηρύττω προς τους άλλους, δια να κερδήσω και εγώ ο ίδιος σύμφωνα με την θείαν υπόσχεσιν την αιωνίαν ζωήν, η οποία αποκτάτε δια του Ιησού Χριστού,

Β Τιμ. 1,2 Τιμοθέῳ ἀγαπητῷ τέκνῳ· χάρις, ἔλεος, εἰρήνη ἀπὸ Θεοῦ πατρὸς καὶ Χριστοῦ Ἰησοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν.
Β Τιμ. 1,2 στον Τιμόθεον, το αγαπητόν μου πνευματικόν τέκνον, είθε να είναι η χάρις, το έλεος, η ειρήνη από τον Θεόν πατέρα και από τον Κυριον ημών Ιησούν Χριστόν.

Β Τιμ. 1,3 Χάριν ἔχω τῷ Θεῷ, ᾧ λατρεύω ἀπὸ προγόνων ἐν καθαρᾷ συνειδήσει, ὡς ἀδιάλειπτον ἔχω τὴν περὶ σοῦ μνείαν ἐν ταῖς δεήσεσί μου νυκτὸς καὶ ἡμέρας,
Β Τιμ. 1,3 Ευχαριστώ τον Θεόν, τον οποίον λατρεύω καθώς έχω διδαχθή από τους προγόνους μου με καθαράν συνείδησιν, τον ευχαριστώ, διότι συνεχώς και ακατάπαυστα σε ενθυμούμαι εις τας δεήσεις μου ημέραν και νύκτα.

Β Τιμ. 1,4 ἐπιποθῶν σε ἰδεῖν, μεμνημένος σου τῶν δακρύων, ἵνα χαρᾶς πληρωθῶ,
Β Τιμ. 1,4 Αναλογιζόμενος δε τα δάκρυά σου, όταν εχωριζόμεθα, επιθυμώ παρά πολύ να σε ίδω, δια να γεμίσω από χαράν.

Β Τιμ. 1,5 ὑπόμνησιν λαμβάνων τῆς ἐν σοὶ ἀνυποκρίτου πίστεως, ἥτις ἐνῴκησε πρῶτον ἐν τῇ μάμμῃ σου Λωΐδι καὶ τῇ μητρί σου Εὐνίκῃ, πέπεισμαι δὲ ὅτι καὶ ἐν σοί.
Β Τιμ. 1,5 Ενθυμούμαι δε συνεχώς την ανυπόκριτον και ειλικρινή πίστιν σου, η οποία πρώτον είχεν κατοικήσει εις την ψυχήν της μάμμης σου Λωΐδος και της μητρός σου Ευνίκης· έχω δε την πεποίθησιν, ότι κατοικεί και παραμένει επίσης και εις σε.

Β Τιμ. 1,6 δι᾿ ἣν αἰτίαν ἀναμιμνήσκω σε ἀναζωπυρεῖν τὸ χάρισμα τοῦ Θεοῦ, ὅ ἐστιν ἐν σοὶ διὰ τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν μου·
Β Τιμ. 1,6 Δι' αυτό και σου υπενθυμίζω να αναζωπυρώνης το χάρισμα του Θεού, που υπάρχει εις σε και το οποίον έχεις λάβει με την επίθεσιν των ιδικών μου χειρών.

Β Τιμ. 1,7 οὐ γὰρ ἔδωκεν ἡμῖν ὁ Θεὸς πνεῦμα δειλίας, ἀλλὰ δυνάμεως καὶ ἀγάπης καὶ σωφρονισμοῦ.
Β Τιμ. 1,7 Διότι δεν μας έδωκεν ο Θεός πνεύμα δειλίας, ώστε να φοβούμεθα δυσκολίας και απειλάς και διωγμούς, αλλά μας έδωκε πνεύμα δυνάμεως, δια να νικώμεν, και αγάπης και σωφρονισμού, ώστε με σύνεσιν να καθοδηγούμεν στον δρόμον του Θεού τον ευατόν μσας και τους άλλους.

Β Τιμ. 1,8 μὴ οὖν ἐπαισχυνθῇς τὸ μαρτύριον τοῦ Κυρίου ἡμῶν μηδὲ ἐμὲ τὸν δέσμιον αὐτοῦ, ἀλλὰ συγκακοπάθησον τῷ εὐαγγελίῳ κατὰ δύναμιν Θεοῦ,
Β Τιμ. 1,8 Και, λοιπόν, μη δειλιάσης ποτέ και μη εντραπής να ομολογής την καλήν μαρτυρίαν του Κυρίου μας Ιησού Χριστού· μη εντραπής ακόμη και εμέ, τον δέσμιον και φυλακισμένον δια την ομολογίαν του Χριστού, αλλά κακοπάθησε μαζή μου προς χάριν του Ευαγγελίου, σύμφωνα με την δύναμιν, που δίδει ο Θεός.

Β Τιμ. 1,9 τοῦ σώσαντος ἡμᾶς καὶ καλέσαντος κλήσει ἁγίᾳ, οὐ κατὰ τὰ ἔργα ἡμῶν, ἀλλὰ κατ᾿ ἰδίαν πρόθεσιν καὶ χάριν, τὴν δοθεῖσαν ἡμῖν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ πρὸ χρόνων αἰωνίων,
Β Τιμ. 1,9 Αυτός ο Θεός μας έσωσε και μας εκάλεσε με κλήσιν αγίαν, όχι δια την αξίαν των έργων μας, αλλά σύμφωνα με την ιδικήν του αγαθήν θέλησιν και χάριν, η οποία μας εδόθη δια του Ιησού Χριστού, πριν ακόμη λάβη ύπαρξιν ο κόσμος (εφ' όσον προαιωνίως είχεν αποφασίσει ο Θεός την σωτηρίαν μας).

Β Τιμ. 1,10 φανερωθεῖσαν δὲ νῦν διὰ τῆς ἐπιφανείας τοῦ σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, καταργήσαντος μὲν τὸν θάνατον, φωτίσαντος δὲ ζωὴν καὶ ἀφθαρσίαν διὰ τοῦ εὐαγγελίου,
Β Τιμ. 1,10 Εφανερώθη δε αυτή η χάρις τώρα με την ενανθρώπησιν και εμφάνησιν εν μέσω των ανθρώπων του σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, ο οποίος κατήργησε μεν τον θάνατον και με το θείον του φως έκαμε να λάμψη η αιωνία ζωή και η αφθαρσία, δια μέσου των αληθειών του Ευαγγελίου.

Β Τιμ. 1,11 εἰς ὃ ἐτέθην ἐγὼ κήρυξ καὶ ἀπόστολος καὶ διδάσκαλος ἐθνῶν.
Β Τιμ. 1,11 Εις αυτό το Ευαγγέλιον και εγώ έχω κληθή και τεθή από τον Θεόν κήρυξ και Απόστολος και διδάσκαλος των εθνών.

Β Τιμ. 1,12 δι᾿ ἣν αἰτίαν καὶ ταῦτα πάσχω, ἀλλ᾿ οὐκ ἐπαισχύνομαι· οἶδα γὰρ ᾧ πεπίστευκα, καὶ πέπεισμαι ὅτι δυνατός ἐστι τὴν παραθήκην μου φυλάξαι εἰς ἐκείνην τὴν ἡμέραν.
Β Τιμ. 1,12 Ακριβώς δε διότι είμαι κήρυξ του Ευαγγελίου, πάσχω αυτάς τας ταλαιπωρίας, αλλά δεν εντρέπομαι (ούτε δια τα δεσμά ούτε δια την φυλάκισίν μου), διότι γνωρίζω ποίος είναι αυτός, στον οποίον έχω απολύτως εμπιστευθή τον ευατόν μου, και είμαι απολύτως πεπεισμένος, ότι είναι ικανός και δυνατός να φυλάξη έως την μεγάλην εκείνην ημέρα της Δευτέρας παρουσίας τον θησαυρόν του αποστολικού μου έργου, τον οποίον αυτός μου έχει εμπιστευθή.

Β Τιμ. 1,13 ὑποτύπωσιν ἔχε ὑγιαινόντων λόγων ὧν παρ᾿ ἐμοῦ ἤκουσας, ἐν πίστει καὶ ἀγάπῃ τῇ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ·
Β Τιμ. 1,13 Ως υπόδειγμα υγιούς και ανοθεύτου διδασκαλίας πρέπει να έχης και να κρατής στερεά τους λόγους, τους οποίους από εμέ ήκουσες περί της πίστεως και της αγάπης, που δίδει και καλλιεργεί εις τας καρδίας μας ο Χριστός.

Β Τιμ. 1,14 τὴν καλὴν παραθήκην φύλαξον διὰ Πνεύματος Ἁγίου τοῦ ἐνοικοῦντος ἐν ἡμῖν.
Β Τιμ. 1,14 Τον καλόν και ανεκτίμητον θησαυρόν της ευαγγελικής διδασκαλίας, που σου ενεπιστεύθη ο Θεός, φύλαξέ τον ανόθευτον και ακέραιον με την δύναμιν και την χάριν του Αγίου Πνεύματος, το οποίον κατοικεί μέσα μας.

Β Τιμ. 1,15 Οἶδας τοῦτο, ὅτι ἀπεστράφησάν με πάντες οἱ ἐν τῇ Ἀσίᾳ, ὧν ἐστι Φύγελλος καὶ Ἑρμογένης.
Β Τιμ. 1,15 Γνωρίζστούτο, ότι δηλαδή με εγκατέλειψαν και έφυγαν μακρυά όλοι αυτοί, που ευρίσκονται τώρα εις την Ασίαν, μεταξύ των οποίων είναι ο Φυγελλος και ο Ερμογένης.

Β Τιμ. 1,16 δῴη ἔλεος ὁ Κύριος τῷ Ὀνησιφόρου οἴκῳ, ὅτι πολλάκις με ἀνέψυξε καὶ τὴν ἅλυσίν μου οὐκ ἐπῃσχύνθη,
Β Τιμ. 1,16 Είθε να δώση ο Κυριος έλεος εις την οικογένειαν του Ονησιφόρου, διότι πολλές φορές μου έδωσεν αναψυχήν, άνεσιν και ξεκούρασμα, και δεν εντράπηκεν ο Ονησίφορος την αλυσίδα, με την οποίαν είμαι δεμένος.

Β Τιμ. 1,17 ἀλλὰ γενόμενος ἐν Ῥώμῃ σπουδαιότερον ἐζήτησέ με καὶ εὗρε·
Β Τιμ. 1,17 Αλλά, όταν ήλθεν εις την Ρωμην, με ανεζήτησε με πολύν ζήλον και δραστηριότητα και με εύρε.

Β Τιμ. 1,18 δῴη αὐτῷ ὁ Κύριος εὑρεῖν ἔλεος παρὰ Κυρίου ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ· καὶ ὅσα ἐν Ἐφέσῳ διηκόνησε, βέλτιον σὺ γινώσκεις.
Β Τιμ. 1,18 Είθε ο Κυριος να δώση να εύρη έλεος εκ μέρους του Κυρίου κατά την μεγάλην εκείνην ημέραν της Δευτέρας Παρουσίας. Τα όσα δε αυτός μου προσέφερε και το πόσον με εξυπηρέτησεν εις την Εφεσον, το γνωρίζεις συ καλύτερα.


Β ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ 2


Β Τιμ. 2,1 Σὺ οὖν, τέκνον μου, ἐνδυναμοῦ ἐν τῇ χάριτι τῇ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ,
Β Τιμ. 2,1 Συ λοιπόν, τέκνον μου, να ενδυναμώνεσαι με την χάριν, που δίδει ο Ιησούς Χριστός (δια να μένης πιστός εις αυτόν και εις εμέ, χωρίς να επηρεάζεσαι από το παράδειγμα εκείνων, που με εγκατέλειψαν).

Β Τιμ. 2,2 καὶ ἃ ἤκουσας παρ᾿ ἐμοῦ διὰ πολλῶν μαρτύρων, ταῦτα παράθου πιστοῖς ἀνθρώποις, οἵτινες ἱκανοὶ ἔσονται καὶ ἑτέρους διδάξαι.
Β Τιμ. 2,2 Και αυτά που έχεις ακούσει και διδαχθή από εμέ, παρουσία πολλών μαρτύρων, αυτά να τα εμπιστευθής ως ανεκτίμητον θησαυρόν εις πιστούς και αξιοπίστους ανθρώπους, οι οποίοι θα είναι ικανοί και άλλους να διδάξουν τας αληθείας του Ευαγγελίου.

Β Τιμ. 2,3 σὺ οὖν κακοπάθησον ὡς καλὸς στρατιώτης Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Β Τιμ. 2,3 Συ λοιπόν κακοπάθησε σαν καλός στρατιώτης του Ιησού Χριστού.

Β Τιμ. 2,4 οὐδεὶς στρατευόμενος ἐμπλέκεται ταῖς τοῦ βίου πραγματείαις, ἵνα τῷ στρατολογήσαντι ἀρέσῃ.
Β Τιμ. 2,4 Εχε δε υπ' όψιν σου, ότι κανείς, καθ' ον χρόνον υπηρετεί στρατιώτης, δεν περιπλέκεται εις τας μερίμνας και φροντίδας του βίου, δια να υπηρετή έτσι και να αρέση εις εκείνον, που τον εστρατολόγησε.

Β Τιμ. 2,5 ἐὰν δὲ καὶ ἀθλῇ τις, οὐ στεφανοῦται, ἐὰν μὴ νομίμως ἀθλήσῃ.
Β Τιμ. 2,5 Εάν δε και συμμετέχη κανείς εις αθλητικούς αγώνας, δεν παίρνει ως βραβείον τον στέφανον, εάν δεν αγωνισθή κατά τρόπον νόμιμον.

Β Τιμ. 2,6 τὸν κοπιῶντα γεωργὸν δεῖ πρῶτον τῶν καρπῶν μεταλαμβάνειν.
Β Τιμ. 2,6 Ο γεωργός, που κοπιάζει δια την καλλιέργειαν του αγρού και την συγκομιδήν των προϊόντων, πρώτος αυτός πρέπει ν' απολαμβάνη τους καρπούς των κόπων του. (Ετσι και συ από τον πνευματικόν αγρόν, στον οποίον κατ' εντολήν του Θεού εργάζεσαι, πρέπει να απολαμβάνης όχι μόνον την πρέπουσα υπόληψιν και τιμήν, αλλά και τα μέσα της συντηρήσεώς σου).

Β Τιμ. 2,7 νόει ἃ λέγω· δῴη γάρ σοι ὁ Κύριος σύνεσιν ἐν πᾶσι.
Β Τιμ. 2,7 Ενόησε αυτά που σου λέγω. Είθε δε να σου δίδη πάντοτε ο Θεός σύνεσιν και σοφίαν, ώστε να κατανοής όλα.

Β Τιμ. 2,8 Μνημόνευε Ἰησοῦν Χριστὸν ἐγηγερμένον ἐκ νεκρῶν, ἐκ σπέρματος Δαυΐδ, κατὰ τὸ εὐαγγέλιόν μου,
Β Τιμ. 2,8 Να ενθυμήσαι τον Ιησούν Χριστόν, ο οποίος έχει αναστηθή εκ νεκρών και κατάγεται κατά το ανθρώπινον από τον Δαυΐδ, σύμφωνα με το Ευαγγέλιόν μου,

Β Τιμ. 2,9 ἐν ᾧ κακοπαθῶ μέχρι δεσμῶν ὡς κακοῦργος· ἀλλ᾿ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ οὐ δέδεται.
Β Τιμ. 2,9 προς χάριν του οποίου ευαγγελίου εγώ ταλαιπωρούμαι και πάσχω, ώστε να είμαι φυλακισμένος και δεμένος με αλυσίδες σαν κακούργος· αλλά ο λόγος του Θεού δεν έχει δεθή (από τίποτε δεν εμποδίζεται στο να διαδίδεται και να κατακτά ψυχάς).

Β Τιμ. 2,10 διὰ τοῦτο πάντα ὑπομένω διὰ τοὺς ἐκλεκτούς, ἵνα καὶ αὐτοὶ σωτηρίας τύχωσι τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ μετὰ δόξης αἰωνίου.
Β Τιμ. 2,10 Δια τούτο υπομένω όλα αυτά προς χάριν εκείνων, που έχει εκλέξει ο Θεός, δια να επιτύχουν και αυτοί την σωτηρίαν, που προσφέρει ο Χριστός μαζή με την αιωνίαν δόξαν.

Β Τιμ. 2,11 Πιστὸς ὁ λόγος· εἰ γὰρ συναπεθάνομεν, καὶ συζήσομεν·
Β Τιμ. 2,11 Αξιόπιστος είναι αυτός ο λόγος· διότι εάν απεθάναμεν, δια του βαπτίσματος, μαζή με τον Χριστόν, μαζή του και θα ζήσωμεν αιωνίως και εις την μέλλουσαν ζωήν.

Β Τιμ. 2,12 εἰ ὑπομένομεν, καὶ συμβασιλεύσομεν· εἰ ἀρνούμεθα, κἀκεῖνος ἀρνήσεται ἡμᾶς·
Β Τιμ. 2,12 Εάν υπομένωμεν τας θλίψεις, όπως στον τέλειον βαθμόν τας υπέμεινεν Εκείνος, και θα βασιλεύσωμεν μαζή με αυτόν. Εάν όμως τον αρνούμεθα και Εκείνος θα μας αρνηθή.

Β Τιμ. 2,13 εἰ ἀπιστοῦμεν, ἐκεῖνος πιστὸς μένει· ἀρνήσασθαι ἑαυτὸν οὐ δύναται.
Β Τιμ. 2,13 Εάν ημείς δεικνύωμεν απιστίαν και αμφιβολίαν εις όσα μας έχει υποσχεθή, Εκείνος όμως μένει πιστός εις τας υποσχέσστου. Δεν ημπορεί ποτέ να αρνηθή τον εαυτόν του και να αθετήση τας υποσχέσστου.

Β Τιμ. 2,14 Ταῦτα ὑπομίμνησκε, διαμαρτυρόμενος ἐνώπιον τοῦ Κυρίου μὴ λογομαχεῖν εἰς οὐδὲν χρήσιμον, ἐπὶ καταστροφῇ τῶν ἀκουόντων.
Β Τιμ. 2,14 Αυτά να υπενθυμίζης στους πιστούς, εξορκίζων αυτούς ενώπιον του Κυρίου να μη λογομαχούν και φιλονεικον, διότι αι φιλονεικίαι αυταί όχι μόνον χρήσιμοι δεν είναι, αλλά φέρουν καταστροφήν στους ακούοντας.

Β Τιμ. 2,15 σπούδασον σεαυτὸν δόκιμον παραστῆσαι τῷ Θεῷ, ἐργάτην ἀνεπαίσχυντον, ὀρθοτομοῦντα τὸν λόγον τῆς ἀληθείας.
Β Τιμ. 2,15 Προσπάθησε με ζήλον και δραστηριότητα να αναδείξης και να παραστήσης τον εαυτόν σου ενώπιον του Θεού άμεμπτον και τέλειον, εργάτην που δεν φοβάται μήπως εντροπιασθή δι' αμέλειαν η ατέλειαν του έργου του, και ο οποίος ακολουθεί τον ορθόν δρόμον στο κήρυγμα της αληθείας του Ευαγγελίου.

Β Τιμ. 2,16 τὰς δὲ βεβήλους κενοφωνίας περιΐστασο· ἐπὶ πλεῖον γὰρ προκόψουσιν ἀσεβείας,
Β Τιμ. 2,16 Απόφευγε δε τας ασεβείς ματαιολογίας, που δεν έχουν υγιές και ουσιαστικόν περιεχόμενον, διότι αυτοί, που τας λέγουν και τας ακολουθούν, θα προχωρήσουν και θα περιπέσουν εις μεγαλυτέραν ασέβειαν.

Β Τιμ. 2,17 καὶ ὁ λόγος αὐτῶν ὡς γάγγραινα νομὴν ἕξει· ὧν ἐστιν Ὑμέναιος καὶ Φιλητός,
Β Τιμ. 2,17 Και η διδασκαλία αυτών σαν γάγγραινα θα απλωθή και θα καταφάγη καρδίας. Μεταξύ αυτών των ψευδοδιδασκάλων είναι ο Υμέναιος και ο Φιλητός,

Β Τιμ. 2,18 οἵτινες περὶ τὴν ἀλήθειαν ἠστόχησαν, λέγοντες τὴν ἀνάστασιν ἤδη γεγονέναι, καὶ ἀνατρέπουσι τήν τινων πίστιν.
Β Τιμ. 2,18 οι οποίοι εξέπεσαν και απεπλανήθησαν από την αλήθειαν, με το να λέγουν ότι τάχα η ανάστασις έχει πλέον γίνει και κρημνίζουν έτσι την πίστιν μερικών.

Β Τιμ. 2,19 ὁ μέντοι στερεὸς θεμέλιος τοῦ Θεοῦ ἕστηκεν, ἔχων τὴν σφραγῖδα ταύτην· ἔγνω Κύριος τοὺς ὄντας αὐτοῦ· καὶ ἀποστήτω ἀπὸ ἀδικίας πᾶς ὁ ὀνομάζων τὸ ὄνομα Κυρίου.
Β Τιμ. 2,19 Ο στερεός όμως και θεμελιωμένος εις την ορθήν πίστιν του Θεού, στέκει ακλόνητος, έχων αυτήν την σφραγίδα και επιγραφήν· “Εγνώρισε ο Κυριος εκείνους, οι οποίοι είναι ιδικοί του”. Και “ας φύγη μακρυά από κάθε αδικίαν εκείνος, που ομολογεί και επικαλείται το όνομα του Κυρίου”.

Β Τιμ. 2,20 ἐν μεγάλῃ δὲ οἰκίᾳ οὐκ ἔστι μόνον σκεύη χρυσᾶ καὶ ἀργυρᾶ, ἀλλὰ καὶ ξύλινα καὶ ὀστράκινα, καὶ ἃ μὲν εἰς τιμήν, ἃ δὲ εἰς ἀτιμίαν.
Β Τιμ. 2,20 Εις ένα δε μεγάλο σπίτι δεν υπάρχουν μόνον σκεύη χρυσά και αργυρά, αλλά και σκεύη ξύλινα και πήλινα· και άλλα μεν είναι προωρισμένα δια χρήσιν τιμητικήν, αλλά δε δι' ασήμαντον και ευτελή.

Β Τιμ. 2,21 ἐὰν οὖν τις ἐκκαθάρῃ ἑαυτὸν ἀπὸ τούτων, ἔσται σκεῦος εἰς τιμήν, ἡγιασμένον καὶ εὔχρηστον τῷ δεσπότῃ, εἰς πᾶν ἔργον ἀγαθὸν ἡτοιμασμένον.
Β Τιμ. 2,21 Εάν, λοιπόν, καθαρίσή κανείς τον εαυτόν του και τον προφυλάξη από τας πλάνας και τα πάθη, που είπα παραπάνω, θα είναι σκεύος εις τιμητικήν χρήσιν, αγιασμένον και εύχρηστον στον δεσπότην, ετοιμασμένον δια κάθε αγαθόν έργον.

Β Τιμ. 2,22 τὰς δὲ νεωτερικὰς ἐπιθυμίας φεῦγε, δίωκε δὲ δικαιοσύνην, πίστιν, ἀγάπην, εἰρήνην μετὰ τῶν ἐπικαλουμένων τὸν Κύριον ἐκ καθαρᾶς καρδίας.
Β Τιμ. 2,22 Τας δε ακρίτους και επιβλαβείς επιθυμίας, αι οποίαι παρατηρούνται συνήθως μεταξύ των νεωτέρων κατά την ηλικίαν, απόφευγέ τας. Επεδίωκε δε να αποκτήσης δικαιοσύνην, πίστιν, αγάπην, ειρήνην με εκείνους που επικαλούνται τον Κυριον με καθαράν και αγνήν καρδίαν.

Β Τιμ. 2,23 τὰς δὲ μωρὰς καὶ ἀπαιδεύτους ζητήσεις παραιτοῦ, εἰδὼς ὅτι γεννῶσι μάχας·
Β Τιμ. 2,23 Μη δίνης σημασίαν, αλλά απόφευγε τας ανοήτους και ανικάνους να μορφώσουν τον άνθρωπον συζητήσεις, γνωρίζων, ότι αυταί δημιουργούν και αναπτύσσουν φιλονεικίας και αντιπαθείας.

Β Τιμ. 2,24 δοῦλον δὲ Κυρίου οὐ δεῖ μάχεσθαι, ἀλλ᾿ ἤπιον εἶναι πρὸς πάντας, διδακτικόν, ἀνεξίκακον,
Β Τιμ. 2,24 Ο δούλος δε του Κυρίου δεν πρέπει να φιλονεική και να ερίζη, αλλά να είναι ήπιος προς όλους, διδακτικός, ανεξίκακος,

Β Τιμ. 2,25 ἐν πρᾳότητι παιδεύοντα τοὺς ἀντιδιατιθεμένους, μήποτε δῷ αὐτοῖς ὁ Θεὸς μετάνοιαν εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας,
Β Τιμ. 2,25 και να παιδαγωγή με πραότητα εκείνους, που αντιτίθενται εις την αλήθειαν, μήπως και ο Θεός τους δώση κάποτε μετάνοιαν, δια να γνωρίσουν έτσι καλά την αλήθειαν,

Β Τιμ. 2,26 καὶ ἀνανήψωσιν ἐκ τῆς τοῦ διαβόλου παγίδος, ἐζωγρημένοι ὑπ᾿ αὐτοῦ εἰς τὸ ἐκείνου θέλημα.
B Τιμ. 2,26 και εξυπνήσουν και συνέλθουν από την παγίδα του διαβόλου, από τον οποίον έχουν συλληφθή ως δούλοι, δια να πράττουν το θέλημά του.


Β ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ 3


Β Τιμ. 3,1 Τοῦτο δὲ γίνωσκε, ὅτι ἐν ἐσχάταις ἡμέραις ἐνστήσονται καιροὶ χαλεποί·
Β Τιμ. 3,1 Μαθε δε τούτο· ότι κατά τας τελευταίας ημέρας που θα επακολουθήσουν, θα παρουσιασθούν στον δρόμον της Εκκλησίας καιροί δύσκολοι, περιστάσεις επικίνδυνοι,

Β Τιμ. 3,2 ἔσονται γὰρ οἱ ἄνθρωποι φίλαυτοι, φιλάργυροι, ἀλαζόνες, ὑπερήφανοι, βλάσφημοι, γονεῦσιν ἀπειθεῖς, ἀχάριστοι, ἀνόσιοι,
Β Τιμ. 3,2 διότι οι άνθρωποι θα είναι φίλαυτοι, φιλάργυροι, αλαζονικοί, υπερήφανοι, φιλοκατήγοροι και ύβρισται, απειθείς στους γονείς, αχάριστοι, χωρίς ιερόν και όσιον,

Β Τιμ. 3,3 ἄστοργοι, ἄσπονδοι, διάβολοι, ἀκρατεῖς, ἀνήμεροι, ἀφιλάγαθοι,
Β Τιμ. 3,3 γυμνοί και από την στοιχειώδη στοργήν προς τους οικείους, αδιάλλακτοι και ασυμβίβαστοι, διαβολείς και συκοφάνται, άγριοι και σκληροί, χωρίς καμμίαν αγάπην προς το αγαθόν,

Β Τιμ. 3,4 προδόται, προπετεῖς, τετυφωμένοι, φιλήδονοι μᾶλλον ἢ φιλόθεοι,
Β Τιμ. 3,4 προδόται, παράφοροι και αυθάδεις, φουσκωμένοι και σκοτισμένοι από οίησιν, θα αγαπούν περισσότερον τας ηδονάς παρά τον Θεόν·

Β Τιμ. 3,5 ἔχοντες μόρφωσιν εὐσεβείας, τὴν δὲ δύναμιν αὐτῆς ἠρνημένοι. καὶ τούτους ἀποτρέπου.
Β Τιμ. 3,5 άνθρωποι που θα έχουν το εξωτερικόν σχήμα και την εμφάνισιν της ευσεβείας, θα έχουν όμως αρνηθή την δύναμίν της. Φεύγε μακρυά από αυτούς,

Β Τιμ. 3,6 ἐκ τούτων γάρ εἰσιν οἱ ἐνδύνοντες εἰς τὰς οἰκίας καὶ αἰχμαλωτίζοντες γυναικάρια σεσωρευμένα ἁμαρτίαις, ἀγόμενα ἐπιθυμίαις ποικίλαις,
Β Τιμ. 3,6 διότι άλλως υπάρχει κίνδυνος να εκμεταλλευθούν το κύρος σου). Επειδή από κάτι τέτοιους προέρχονται εκείνοι, που εισδύουν με δολιότητα εις τα σπίτια και σύρουν με το μέρος των σαν αιχμαλώτους γυναικάρια, που έχουν σωρόν αμαρτίες επάνω των και άγονται και φέρονται από ποικίλας επιθυμίας.

Β Τιμ. 3,7 πάντοτε μανθάνοντα καὶ μηδέποτε εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν δυνάμενα.
Β Τιμ. 3,7 Είναι αυταί, που πάντοτε ζητούν να μάθουν, δια λόγους περιεργείας και μόνον, αλλά δεν ημπορούν ποτέ να φθάσουν εις επίγνωσιν της αληθείας.

Β Τιμ. 3,8 ὃν τρόπον δὲ Ἰαννῆς καὶ Ἰαμβρῆς ἀντέστησαν Μωΰσεῖ, οὕτω καὶ οὗτοι ἀνθίστανται τῇ ἀληθείᾳ, ἄνθρωποι κατεφθαρμένοι τὸν νοῦν, ἀδόκιμοι περὶ τὴν πίστιν.
Β Τιμ. 3,8 Οπως δε οι μάγοι του Φαραώ, ο Ιαννής και ο Ιαμβρής, αντεστάθησαν κατά του Μωϋσέως, έτσι και αυτοί ανθίστανται εναντίον της αληθείας· άνθρωποι που έχουν χαλασμένον και διεστραμμένον τον νουν, απρόκοπτοι και αποτυχημένοι εις την πίστιν.

Β Τιμ. 3,9 ἀλλ᾿ οὐ προκόψουσιν ἐπὶ πλεῖον· ἡ γὰρ ἄνοια αὐτῶν ἔκδηλος ἔσται πᾶσιν, ὡς καὶ ἡ ἐκείνων ἐγένετο.
Β Τιμ. 3,9 Αλλά δεν θα προκόψουν περισσότερον, διότι η αμυαλωσύνη και πνευματική των γυμνότης θα γίνη ολοφάνερη εις όλους, όπως έγινε φανερή και η μωροκενοδοξία και γυμνότης των μάγων εκείνων.

Β Τιμ. 3,10 Σὺ δὲ παρηκολούθηκάς μου τῇ διδασκαλίᾳ, τῇ ἀγωγῇ, τῇ προθέσει, τῇ πίστει, τῇ μακροθυμίᾳ, τῇ ἀγάπῃ, τῇ ὑπομονῇ,
Β Τιμ. 3,10 Συ όμως έχεις παρακολουθήσει την διδασκαλίαν, την συμπεριφοράν και αναστροφήν μου, τας αγνάς μου διαθέσεις, την φωτισμένην και ζωντανήν πίστιν μου, την μακροθυμίαν μου, την αγάπην και την υπομονήν μου.

Β Τιμ. 3,11 τοῖς διωγμοῖς, τοῖς παθήμασιν, οἷά μοι ἐγένοντο ἐν Ἀντιοχείᾳ, ἐν Ἰκονίῳ, ἐν Λύστροις, οἵους διωγμοὺς ὑπήνεγκα! καὶ ἐκ πάντων με ἐῤῥύσατο ὁ Κύριος.
Β Τιμ. 3,11 Εχεις παρακολουθήσει ακόμη εκ του πλησίον και είδες τους διωγμούς και τα παθήματα, που μου έγιναν εις την Αντιόχειαν, στο Ικόνιον, εις τα Λυστρα. Ποσον φοβερούς διωγμούς υπέφερα τότε! Και όμως από όλους με εγλύτωσεν ο Κυριος!

Β Τιμ. 3,12 καὶ πάντες δὲ οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διωχθήσονται·
Β Τιμ. 3,12 Αλλά και όσοι θέλουν να ζουν με την ευσέβειαν, που διδάσκει και εμπνέει ο Ιησούς Χριστός, θα υποστούν διωγμούς.

Β Τιμ. 3,13 πονηροὶ δέ ἄνθρωποι καὶ γόητες προκόψουσιν ἐπὶ τὸ χεῖρον, πλανῶντες καὶ πλανώμενοι.
Β Τιμ. 3,13 Ανθρωποι δε κακοί και μοχθηροί, πλάνοι και απατεώνες θα προκόψουν στο χειρότερον πλανώντες τους άλλους, πλανώμενοι και οι ίδιοι.

Β Τιμ. 3,14 σὺ δὲ μένε ἐν οἷς ἔμαθες καὶ ἐπιστώθης, εἰδὼς παρὰ τίνος ἔμαθες,
Β Τιμ. 3,14 Συ όμως μένε σταθερός εις εκείνα, που έμαθες, και την αλήθειαν των οποίων την έχεις πλέον βεβαιωθή, έχων υπ' όψιν σου και από ποιόν διδάσκαλον εδιδάχθης αυτά.

Β Τιμ. 3,15 καὶ ὅτι ἀπὸ βρέφους τὰ ἱερὰ γράμματα οἶδας, τὰ δυνάμενά σε σοφίσαι εἰς σωτηρίαν διὰ πίστεως τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ.
Β Τιμ. 3,15 Και μη λησμονής, ότι από αυτήν ακόμη την πλέον απαλήν ηλικίαν σου γνωρίζεις τας Αγίας Γραφάς, αι οποίαι ημπορούν να σε κάμουν σοφόν και συνετόν εις τας αληθείας, που οδηγούν εις την σωτηρίαν, δια της πίστεως στον Ιησούν Χριστόν,

Β Τιμ. 3,16 πᾶσα γραφὴ θεόπνευστος καὶ ὠφέλιμος πρὸς διδασκαλίαν, πρὸς ἔλεγχον, πρὸς ἐπανόρθωσιν, πρὸς παιδείαν τὴν ἐν δικαιοσύνῃ,
Β Τιμ. 3,16 Ολη η Αγία Γραφή είναι θεόπνευστος, έχει γραφή με την έμπνευσιν του Αγίου Πνεύματος. Και επομένως είναι ωφέλιμη, δια να αποκαλύπτη και διδάσκη την αλήθειαν του Θεού, δια να φανερώνη και ελέγχη την πλάνην και την κακίαν, δια να διορθώνη και ανορθώνη τους παρεκτρεπομένους, δια να μορφώνη τους καλοπροαιρέτους εις κάθε αρετήν,

Β Τιμ. 3,17 ἵνα ἄρτιος ᾖ ὁ τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπος, πρὸς πᾶν ἔργον ἀγαθὸν ἐξηρτισμένος.
Β Τιμ. 3,17 ώστε να είναι έτσι ο άνθρωπος του Θεού τέλειος και ακέραιος, συγκροτημένος και ικανός δια κάθε καλόν έργον.



Β ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ 4


Β Τιμ. 4,1 Διαμαρτύρομαι οὖν ἐγὼ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ μέλλοντος κρίνειν ζῶντας καὶ νεκροὺς κατὰ τὴν ἐπιφάνειαν αὐτοῦ καὶ τὴν βασιλείαν αὐτοῦ,
Β Τιμ. 4,1 Σε εξορκίζω, λοιπόν, εγώ ενώπιον του Θεού και του Κυρίου Ιησού Χριστού, ο οποίος κατά την Δευτέραν αυτού Παρουσίαν και την ένδοξον βασιλείαν του μέλλει να κρίνη ζώντας και νεκρούς,

Β Τιμ. 4,2 κήρυξον τὸν λόγον, ἐπίστηθι εὐκαίρως ἀκαίρως, ἔλεγξον, ἐπιτίμησον, παρακάλεσον, ἐν πάσῃ μακροθυμίᾳ καὶ διδαχῇ.
Β Τιμ. 4,2 κήρυξε τον λόγον του Θεού· συμπαράστεκε και επίβλεπε με αγάπην και προσοχήν τους πιστούς όχι μόνο εις ευκαιρίας καταλλήλους, αλλά και εις περιστάσεις που φαίνονται απρόσφοροι, ελέγξε, επίπληξε, παρηγόρησε και ενίσχυσε με κάθε μακροθυμίαν και κατάληλον διδασκαλίαν.

Β Τιμ. 4,3 ἔσται γὰρ καιρὸς ὅτε τῆς ὑγιαινούσης διδασκαλίας οὐκ ἀνέξονται, ἀλλὰ κατὰ τὰς ἐπιθυμίας τὰς ἰδίας ἑαυτοῖς ἐπισωρεύσουσι διδασκάλους κνηθόμενοι τὴν ἀκοήν,
Β Τιμ. 4,3 Διότι θα έλθη καιρός, που οι άνθρωποι δεν θα ανέχωνται την υγιά και αγίαν διδασκαλίαν, αλλά σύμφωνα με τας κλίσεις και τας επιθυμίας της αμαρτωλής καρδίας των θα επισωρεύουν στον εαυτόν τους ποικίλους ψευδοδιδασκάλους, ώστε να ακούουν από αυτούς διάφορα και παράδοξα, που θα τέρπουν τα αυτιά των.

Β Τιμ. 4,4 καὶ ἀπὸ μὲν τῆς ἀληθείας τὴν ἀκοὴν ἀποστρέψουσιν, ἐπὶ δὲ τοὺς μύθους ἐκτραπήσονται.
Β Τιμ. 4,4 Και την μεν αλήθειαν δεν θα την προσέχουν, αλλά θα γυρίζουν αλλού τα αυτιά των. Θα εκτραπούν δε και θα στραφούν εις μυθολογίας και ψευδολογίας.

Β Τιμ. 4,5 σὺ δὲ νῆφε ἐν πᾶσι, κακοπάθησον, ἔργον ποίησον εὐαγγελιστοῦ, τὴν διακονίαν σου πληροφόρησον.
Β Τιμ. 4,5 Συ όμως πρόσεχε άγρυπνος εις όλα όσα διδάσκει ο Θεός και επιβάλλει το καθήκόν σου. Κοπίασε και ταλαιπωρήσουν εις την διακονίαν σου, κάμε έργον κήρυκος του Ευαγγελίου, εκπλήρωσε εις τέλειον βαθμόν την υπηρεσίαν, που ανέλαβες εν τη Εκκλησίᾳ.

Β Τιμ. 4,6 ἐγὼ γὰρ ἤδη σπένδομαι, καὶ ὁ καιρὸς τῆς ἐμῆς ἀναλύσεως ἐφέστηκε.
Β Τιμ. 4,6 Δεν θα είμαι πλέον εν τη ζωή, δια να σε καθοδηγώ, διότι εγώ χύνω τώρα το αίμα μου θυσίαν προς τον Θεόν και ο καιρός της εκδημίας μου από τον κόσμον αυτόν έχει πλησιάσει.

Β Τιμ. 4,7 τὸν ἀγῶνα τὸν καλὸν ἠγώνισμαι, τὸν δρόμον τετέλεκα, τὴν πίστιν τετήρηκα·
Β Τιμ. 4,7 Εχω αγωνισθή τον καλόν αγώνα δια το Ευαγγέλιον του Χριστού, έφθασα στο τέλος του δρόμου, που με έχει τάξει ο Κυριος, έχω τηρήσει κατά θεωρίαν και πράξιν την πίστιν.

Β Τιμ. 4,8 λοιπὸν ἀπόκειταί μοι ὁ τῆς δικαιοσύνης στέφανος, ὃν ἀποδώσει μοι ὁ Κύριος ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ, ὁ δίκαιος κριτής, οὐ μόνον δὲ ἐμοί, ἀλλὰ καὶ πᾶσι τοῖς ἠγαπηκόσι τὴν ἐπιφάνειαν αὐτοῦ.
Β Τιμ. 4,8 Λοιπόν μου επιφυλάσσεται ο στέφανος, που βραβεύει την δικαιοσύνην και την αρετήν, και τον οποίον ο Κυριος, που είναι ο δίκαιος κριτής, θα μου δώση ως ανταμοιβήν κατά την μεγάλην εκείνην ημέραν της Δευτέρας Παρουσίας. Και θα τον δώση όχι μόνον εις εμέ, αλλά και εις όλους όσοι έχουν αγαπήσει και ποθήσει με καθαράν και αγίαν καρδίαν την ένδοξον εμφάνισίν του.

Β Τιμ. 4,9 Σπούδασον ἐλθεῖν πρός με ταχέως·
Β Τιμ. 4,9 Προσπάθησε όσον ημπορείς να έλθης σύντομα προς εμέ.

Β Τιμ. 4,10 Δημᾶς γάρ με ἐγκατέλιπεν ἀγαπήσας τὸν νῦν αἰῶνα, καὶ ἐπορεύθη εἰς Θεσσαλονίκην, Κρήσκης εἰς Γαλατίαν, Τίτος εἰς Δαλματίαν·
Β Τιμ. 4,10 Διότι ο Δημάς με εγκατέλειψεν, αγαπήσας και στραφείς προς την ματαιότητα και τρυφήν του παρόντος κόσμου, και επήγεν εις την Θεσσαλονίκην. Ο Κρήσκης επήγεν εις την Γαλατίαν,·ο Τιτος εις την Δαλματίαν.

Β Τιμ. 4,11 Λουκᾶς ἐστι μόνος μετ᾿ ἐμοῦ. Μᾶρκον ἀναλαβὼν ἄγε μετὰ σεαυτοῦ· ἔστι γάρ μοι εὔχρηστος εἰς διακονίαν.
Β Τιμ. 4,11 Ο Λουκάς μόνος είναι μαζή μου. Ερχόμενος πάρε τον Μάρκον και φέρε τον μαζή σου, διότι μου είναι χρήσιμος εις εξυπηρέτησίν μου.

Β Τιμ. 4,12 Τυχικὸν δὲ ἀπέστειλα εἰς Ἔφεσον.
Β Τιμ. 4,12 Τον Τυχικόν έχω στείλει εις την Εφεσον.

Β Τιμ. 4,13 τὸν φαιλόνην, ὃν ἀπέλιπον ἐν Τρῳάδι παρὰ Κάρπῳ, ἐρχόμενος φέρε, καὶ τὰ βιβλία, μάλιστα τὰς μεμβάνας.
Β Τιμ. 4,13 Τον ταξιδιωτικόν μου μανδύαν, που αφήκα στο σπίτι του Καρπού εις την Τρωάδα, φέρε τον καθώς θα έλθης. Φερε δε και τα βιβλία, μάλιστα δε τας μεμβράνας.

Β Τιμ. 4,14 Ἀλέξανδρος ὁ χαλκεὺς πολλά μοι κακὰ ἐνεδείξατο· ἀποδῴη αὐτῷ ὁ Κύριος κατὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ·
Β Τιμ. 4,14 Ο Αλέξανδρος ο χαλκουργός μου επροξένησε πολλά κακά. Ας του αποδώση ο Κυριος σύμφωνα με τα έργα του.

Β Τιμ. 4,15 ὃν καὶ σὺ φυλάσσου· λίαν γὰρ ἀνθέστηκε τοῖς ἡμετέροις λόγοις.
Β Τιμ. 4,15 Από αυτόν να φυλάγεσαι και συ, διότι παρά πολύ αντέδρασε και επολέμησε τα λόγια του Θεού που κηρύττομεν ημείς.

Β Τιμ. 4,16 Ἐν τῇ πρώτῃ μου ἀπολογίᾳ οὐδείς μοι συμπαρεγένετο, ἀλλὰ πάντες με ἐγκατέλιπον· μὴ αὐτοῖς λογισθείη·
Β Τιμ. 4,16 Μαθε δε ότι κατά την πρώτην μου απολογίαν κανείς δεν μου συμπαραστάθηκε να καταθέση υπέρ εμού, αλλ' όλοι με εγκατέλειψαν. Είθε να μη τους το καταλογίση ο Κυριος.

Β Τιμ. 4,17 ὁ δὲ Κύριός μοι παρέστη καὶ ἐνεδυνάμωσέ με, ἵνα δι᾿ ἐμοῦ τὸ κήρυγμα πληροφορηθῇ καὶ ἀκούσῃ πάντα τὰ ἔθνη· καὶ ἐῤῥύσθην ἐκ στόματος λέοντος.
Β Τιμ. 4,17 Ομως ο Κυριος μου εστάθη στο πλευρόν μου και με ενεδυνάμωσε, ώστε δι' εμού και εκεί ενώπιον του δικαστηρίου να εκτεθή εις όλην του την πληρότητα το κήρυγμα του Ευαγγελίου και να το ακούσουν όλοι οι εθνικοί. Και εγλύτωσα από το στόμα του λέοντος.

Β Τιμ. 4,18 καὶ ῥύσεταί με ὁ Κύριος ἀπὸ παντὸς ἔργου πονηροῦ καὶ σώσει εἰς τὴν βασιλείαν αὐτοῦ τὴν ἐπουράνιον· ᾧ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν.
Β Τιμ. 4,18 Αλλά και στο μέλλον θα με γλυτώση ο Κυριος από κάθε πονηρόν έργον και θα με σώση εις την επουράνιον του βασιλείαν. Προς αυτόν ας είναι η δόξα στους αιώνας των αιώνων· αμήν.

Β Τιμ. 4,19 Ἄσπασαι Πρίσκαν καὶ Ἀκύλαν καὶ τὸν Ὀνησιφόρου οἶκον.
Β Τιμ. 4,19 Χαιρέτησε την Πρίσκαν και τον Ακύλαν και την οικογένειαν του Ονησιφόρου.

Β Τιμ. 4,20 Ἔραστος ἔμεινεν ἐν Κορίνθῳ, Τρόφιμον δὲ ἀπέλιπον ἐν Μιλήτῳ ἀσθενοῦντα.
Β Τιμ. 4,20 Ο Εραστος έμεινεν εις την Κορινθον· τον δε Τρόφιμον τον αφήκα ασθενή εις την Μιλητον.

Β Τιμ. 4,21 σπούδασον πρὸ χειμῶνος ἐλθεῖν. Ἀσπάζεταί σε Εὔβουλος καὶ Πούδης καὶ Λίνος καὶ Κλαυδία καὶ οἱ ἀδελφοὶ πάντες.
Β Τιμ. 4,21 Φρόντισε να έλθης προ του χειμώνος. Σε χαιρετά ο Εὔβουλος και ο Πούδης και ο Λινος και η Κλαυδία και όλοι οι αδελφοί.

Β Τιμ. 4,22 Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς μετὰ τοῦ πνεύματός σου. Ἡ χάρις μεθ᾿ ὑμῶν· ἀμήν.
Β Τιμ. 4,22 Ο Κυριος Ιησούς Χριστός είθε να είναι μετά του πνεύματός σου. Η χάρις του Κυρίου μας ας είναι μαζή σας. Αμήν.