Κυριακή, 25 Ιουλίου 2010

Προς Τίτον επιστολή Παύλου

ΠΡΟΣ ΤΙΤΟΝ 1


Τιτ. 1,1 Παῦλος, δοῦλος Θεοῦ, ἀπόστολος δὲ Ἰησοῦ Χριστοῦ κατὰ πίστιν ἐκλεκτῶν Θεοῦ καὶ ἐπίγνωσιν ἀληθείας τῆς κατ᾿ εὐσέβειαν
Τιτ. 1,1 Εγώ ο Παύλος, δούλος του Θεού, απόστολος δε του Ιησού Χριστού σύμφωνα με την ορθήν πίστιν, την οποίαν ο Θεός απεκάλυψεν στους εκλεκτούς του, και την πλήρη γνώσιν της αληθείας, που οδηγεί εις την ευσέβειαν,

Τιτ. 1,2 ἐπ᾿ ἐλπίδι ζωῆς αἰωνίου, ἣν ἐπηγγείλατο ὁ ἀψευδὴς Θεὸς πρὸ χρόνων αἰωνίων,
Τιτ. 1,2 και μας θεμελιώνει επάνω εις την ελπίδα της αιωνίου ζωής την οποίαν ο αψευδής και απολύτως αληθής Θεός έχει υποσχεθή προ πολλών αιώνων,

Τιτ. 1,3 ἐφανέρωσε δὲ καιροῖς ἰδίοις τὸν λόγον αὐτοῦ ἐν κηρύγματι ὃ ἐπιστεύθην ἐγὼ κατ᾿ ἐπιταγὴν τοῦ σωτῆρος ἡμῶν Θεοῦ,
Τιτ. 1,3 την εφανέρωσε δε εις καιρούς που ο ίδιος είχεν ορίσει με τον λόγον του, δηλαδή με το ευαγγέλιον, με το ευαγγελικόν κήρυγμα, το οποίον κατά διαταγήν του σωτήρος ημών Θεού είναι εμπιστευμένον ως πολύτιμος θησαυρός εις εμέ,

Τιτ. 1,4 Τίτῳ γνησίῳ τέκνῳ κατὰ κοινὴν πίστιν· χάρις, ἔλεος, εἰρήνη ἀπὸ Θεοῦ πατρὸς καὶ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν.
Τιτ. 1,4 στον Τιτον, γνήσιον κατά την κοινήν μας πίστιν πνευματικόν μου τέκνον, είθεν να είναι η χάρις, το έλεος, η ειρήνη από τον Θεόν Πατέρα και τον Κυριον Ιησούν Χριστόν, τον Σωτήρα μας.

Τιτ. 1,5 Τούτου χάριν κατέλιπόν σε ἐν Κρήτῃ, ἵνα τὰ λείποντα ἐπιδιορθώσῃ, καὶ καταστήσῃς κατὰ πόλιν πρεσβυτέρους, ὡς ἐγώ σοι διεταξάμην,
Τιτ. 1,5 Δια τούτο ακριβώς σε αφήκα, διερχόμενος από την Κρήτην, δια να οργανώσης καλύτερον και συμπληρώσης όσα εγώ βιαζόμενος να φύγω παρέλειψα, και να εγκαταστήσης εις κάθε πόλιν πρεσβυτέρους, όπως εγώ σε διέταξα.

Τιτ. 1,6 εἴ τίς ἐστιν ἀνέγκλητος, μιᾶς γυναικὸς ἀνήρ, τέκνα ἔχων πιστά, μὴ ἐν κατηγορίᾳ ἀσωτίας ἢ ἀνυπότακτα.
Τιτ. 1,6 Και προκειμένου να εκλέξης πρεσβύτερον, θα εξετάζης πρώτον, εάν κανείς είναι ανεπίληπτος και ακατηγόρητος, σύζυγος μιας γυναικός εις ενός γάμου κοινωνίαν, εάν έχη παιδιά πιστά στον Χριστόν, τα οποία δεν κατηγορούνται ως άσωτα η ανυπότακτα.

Τιτ. 1,7 δεῖ γὰρ τὸν ἐπίσκοπον ἀνέγκλητον εἶναι ὡς Θεοῦ οἰκονόμον, μὴ αὐθάδη, μὴ ὀργίλον, μὴ πάροινον, μὴ πλήκτην, μὴ αἰσχροκερδῆ,
Τιτ. 1,7 Διότι πρέπει ο επίσκοπος, υπό την ιδιότητά του ως επιστάτου εκ μέρους του Θεού, να είναι έμεμπτος και ακατηγόρητος, όχι αυθάδης ούτε ευερέθιστος και οργίλος, να μη είναι φίλος του κρασιού, να μη χειροδική, να μη επιδιώκη παράνομα και αισχρά κέρδη.

Τιτ. 1,8 ἀλλὰ φιλόξενον, φιλάγαθον, σώφρονα, δίκαιον, ὅσιον, ἐγκρατῆ,
Τιτ. 1,8 Αλλά να είναι φιλόξενος, φιλάγαθος, συνετός και φρόνιμος, δίκαιος, ευλαβής και σεμνός, εγκρατής,

Τιτ. 1,9 ἀντεχόμενον τοῦ κατὰ τὴν διδαχὴν πιστοῦ λόγου, ἵνα δυνατὸς ᾖ καὶ παρακαλεῖν ἐν τῇ διδασκαλίᾳ τῇ ὑγιαινούσῃ καὶ τοὺς ἀντιλέγοντας ἐλέγχειν.
Τιτ. 1,9 να κρατή καλά και να μένη προσηλωμένος στον αξιόπιστον λόγον, τον σύμφωνον με την διδαχήν του Κυρίου και των Αποστόλων, δια να είναι έτσι ικανός και δυνατός να νουθετή, να προτρέπη σύμφωνα με την ορθήν και αγίαν διδασκαλίαν, ακόμη δε και να αποστομώνη τους αντιλέγοντας, αποδεικνύων ανυπόστατα τα λόγια των.

Τιτ. 1,10 Εἰσὶ γὰρ πολλοὶ καὶ ἀνυπότακτοι, ματαιολόγοι καὶ φρεναπάται, μάλιστα οἱ ἐκ περιτομῆς,
Τιτ. 1,10 Διότι υπάρχουν και πολλοί ανυπόκτοι εις την αλήθειαν του Ευαγγελίου, άλλοι δε που διδάσκουν κούφια και επιβλαβή λόγια και παραπλανούν και σκοτίζουν τον νουν μερικών. Τετοιοι δε προπαντός είναι αυτοί που προέρχονται από τους Ιουδαίους.

Τιτ. 1,11 οὓς δεῖ ἐπιστομίζειν, οἵτινες ὅλους οἴκους ἀνατρέπουσι διδάσκοντες ἃ μὴ δεῖ αἰσχροῦ κέρδους χάριν.
Τιτ. 1,11 Αυτούς πρέπει ο επίσκοπος να τους αποστομώνη. Αυτοί είναι εκείνοι που αναστατώνουν ολοκλήρους οικογενείας, διδάσκοντες εκείνα, που δεν πρέπει, χάριν αισχρού κέρδους, ως ιεροκάπηλοι.

Τιτ. 1,12 εἶπέ τις ἐξ αὐτῶν ἴδιος αὐτῶν προφήτης· Κρῆτες ἀεὶ ψεῦσται, κακὰ θηρία, γαστέρες ἀργαί.
Τιτ. 1,12 Είπε δε κάποιος ιδικός των από αυτούς τους Κρητικούς, που τον θεωρούν ως προφήτην· “οι Κρήτες είναι πάντοτε ψεύστες, κακά και ανήμερα θηρία, αχόρταστες κοιλιές”.

Τιτ. 1,13 ἡ μαρτυρία αὕτη ἐστὶν ἀληθής. δι᾿ ἣν αἰτίαν ἔλεγχε αὐτοὺς ἀποτόμως, ἵνα ὑγιαίνωσιν ἐν τῇ πίστει,
Τιτ. 1,13 Η μαρτυρία αυτή είναι αληθινή. Δια τούτο έλεγχέ τους έντονα και ανοικτά, δια να κατορθώσουν έτσι να κρατήσουν ανόθευτον και υγιά την πίστιν,

Τιτ. 1,14 μὴ προσέχοντες Ἰουδαϊκοῖς μύθοις καὶ ἐντολαῖς ἀνθρώπων ἀποστρεφομένων τὴν ἀλήθειαν.
Τιτ. 1,14 χωρίς να δίδουν καμμίαν προσοχήν εις ιουδαϊκούς μύθους και εις εντολάς ανθρώπων, που αποστρέφονται την αλήθειαν.

Τιτ. 1,15 πάντα μὲν καθαρὰ τοῖς καθαροῖς· τοῖς δὲ μεμιαμμένοις καὶ ἀπίστοις οὐδὲν καθαρόν, ἀλλὰ μεμίανται αὐτῶν καὶ ὁ νοῦς καὶ ἡ συνείδησις.
Τιτ. 1,15 Να μη λαμβάνουν υπ' όψιν των όσα περί καθαρών και ακαθάρτων φαγητών διδάσκουν οι ψευδάδελφοι Ιουδαίοι. Διότι εις μεν τους καθαρούς κατά την καρδίαν είναι όλα καθαρά· εις δε τους μολυσμένους από την αμαρτίαν και απίστους τίποτε δεν είναι καθαρόν, αλλά έχει μολυνθή ο νους των και η συνείδησίς των.

Τιτ. 1,16 Θεὸν ὁμολογοῦσιν εἰδέναι, τοῖς δὲ ἔργοις ἀρνοῦνται, βδελυκτοὶ ὄντες καὶ ἀπειθεῖς καὶ πρὸς πᾶν ἔργον ἀγαθὸν ἀδόκιμοι.
Τιτ. 1,16 Ομολογούν με τα λόγια, ότι γνωρίζουν τον Θεόν, με τα έργα των όμως τον αρνούνται. Είναι δε έτσι βδελυροί και αποτρόπαιοι και απειθείς και δια κάθε καλόν έργον ανίκανοι και ανάξιοι.


ΠΡΟΣ ΤΙΤΟΝ 2


Τιτ. 2,1 Σὺ δὲ λάλει ἃ πρέπει τῇ ὑγιαινούσῃ διδασκαλίᾳ.
Τιτ. 2,1 Συ όμως δίδασκε εκείνα που πρέπει και ταιριάζουν εις την ορθήν και αγίαν διδασκαλίαν.

Τιτ. 2,2 Πρεσβύτας νηφαλίους εἶναι, σεμνούς, σώφρονας, ὑγιαίνοντας τῇ πίστει, τῇ ἀγάπῃ, τῇ ὑπομονῇ.
Τιτ. 2,2 Διδάσκε τους γέροντας να είνα προσεκτικοί και άγρυπνοι, σεμνοί, φρόνιμοι και συνετοί, υγιείς και ρωμαλέοι εις την ορθήν πίστιν, εις την αγάπην, εις την υπομονήν.

Τιτ. 2,3 Πρεσβύτιδας ὡσαύτως ἐν καταστήματι ἱεροπρεπεῖς, μὴ διαβόλους, μὴ οἴνῳ πολλῷ δεδουλωμένας, καλοδιδασκάλους,
Τιτ. 2,3 Επίσης τας ηλικιωμένας γυναίκας να είναι εις την εξωτερικήν των εμφάνισιν και ενδυμασίαν ιεροπρεπείς, (όπως ταιριάζει εις ευσεβείς ανθρώπους)· να μη παρασύρωνται εις διαβολάς και συκοφαντίας, να μην είναι υποδουλωμέναι στο πολύ κρασί, να διδάσκουν τα καλά και αληθινά,

Τιτ. 2,4 ἵνα σωφρονίζωσι τὰς νέας φιλάνδρους εἶναι, φιλοτέκνους,
Τιτ. 2,4 δια να νουθετούν και σωφρονίζουν τας νέας, ώστε αυταί να αγαπούν τους άνδρας των, να άγαπούν τα παιδιά των,

Τιτ. 2,5 σώφρονας, ἁγνάς, οἰκουρούς, ἀγαθάς, ὑποτασσομένας τοῖς ἰδίοις ἀνδράσιν, ἵνα μὴ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ βλασφημῆται.
Τιτ. 2,5 να είναι εγκρατείς, αγναί, νοικοκυρές, που θα φροντίζουν για τα σπίτια των, αγαθαί και καλόκαρδοι, που θα υποτάσσωνται στους άνδρας των, δια να μη βλασφημήται από αυτούς ο λόγος του Θεού.

Τιτ. 2,6 Τοὺς νεωτέρους ὡσαύτως παρακάλει σωφρονεῖν,
Τιτ. 2,6 Επίσης τους νεωτέρους να τους νουθετής και να τους προτρέπης να είναι εγκρατείς και σώφρονες,

Τιτ. 2,7 περὶ πάντα σεαυτὸν παρεχόμενος τύπον καλῶν ἔργων, ἐν τῇ διδασκαλίᾳ ἀδιαφθορίαν, σεμνότητα, ἀφθαρσίαν,
Τιτ. 2,7 προσφέρων τον ευατόν σου κατά πάντα παράδειγμα καλών έργων και φροντίζων, ώστε η διδασκαλία σου να είναι αγνή και καθαρά, να εμπνέη την σεμνότητα, να είναι σταθερή και απρόσβλητη από την φθοράν και αλλοίωσιν.

Τιτ. 2,8 λόγον ὑγιῆ, ἀκατάγνωστον, ἵνα ὁ ἐξ ἐναντίας ἐντραπῇ μηδὲν ἔχων περὶ ἡμῶν λέγειν φαῦλον.
Τιτ. 2,8 Να είναι λόγος υγιής και απηλλαγμένος από την ασθένειαν της αιρέσεως, άμεμπτος και ακατάκριτος, ώστε και ο πολέμιος να εντραπή, μη έχων κανένα κακόν να είπη εις βάρος μας.

Τιτ. 2,9 Δούλους ἰδίοις δεσπόταις ὑποτάσσεσθαι, ἐν πᾶσιν εὐαρέστους εἶναι, μὴ ἀντιλέγοντας,
Τιτ. 2,9 Πρότρεπε τους δούλους να υποτάσσωνται στους κυρίους των, να είναι προς αυτούς ευάρεστοι εις όλα, να μη αντιλέγουν,

Τιτ. 2,10 μὴ νοσφιζομένους, ἀλλὰ πίστιν πᾶσαν ἐνδεικνυμένους ἀγαθήν, ἵνα τὴν διδασκαλίαν τοῦ σωτῆρος ἡμῶν Θεοῦ κοσμῶσιν ἐν πᾶσιν.
Τιτ. 2,10 να μη κατακρατούν και κλέπτουν, αλλά να δείχνουν επάνω εις τα πράγματα πάντοτε κάθε αξιοπιστίαν και εντιμότητα, αγαθήν και σύμφωνον προς το θέλημα του Θεού, δια να στολίζουν έτσι εις όλα την διδασκαλίαν του σωτήρος ημών Θεού.

Τιτ. 2,11 Ἐπεφάνη γὰρ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἡ σωτήριος πᾶσιν ἀνθρώποις,
Τιτ. 2,11 Διότι εφανερώθη πλέον και εδόθη εις όλους, κυρίους και δούλους, η χάρις του Θεού, η σωτήριος δια τους ανθρώπους.

Τιτ. 2,12 παιδεύουσα ἡμᾶς ἵνα ἀρνησάμενοι τὴν ἀσέβειαν καὶ τὰς κοσμικὰς ἐπιθυμίας σωφρόνως καὶ δικαίως καὶ εὐσεβῶς ζήσωμεν ἐν τῷ νῦν αἰῶνι,
Τιτ. 2,12 Αυτή η χάρις μας διδάσκει και μας παιδαγωγεί να αρνηθώμεν την ασέβειαν και τας κοσμικάς αμαρτωλάς επιθυμίας και να ζήσωμεν εις την παρούσαν ζωήν με εγκράτειαν και σωφροσύνην, με δικαιοσύνην και αγάπην προς τους γύρω μας, με ευσέβειαν και υπακοήν προς τον Θεόν,

Τιτ. 2,13 προσδεχόμενοι τὴν μακαρίαν ἐλπίδα καὶ ἐπιφάνειαν τῆς δόξης τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ,
Τιτ. 2,13 περιμένοντες την απερίγραπτον μακαριότητα, που ελπίζομεν, και την φανέρωσιν της δόξης του μεγάλου Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού,

Τιτ. 2,14 ὃς ἔδωκεν ἑαυτὸν ὑπὲρ ἡμῶν, ἵνα λυτρώσηται ἡμᾶς ἀπὸ πάσης ἀνομίας καὶ καθαρίσῃ ἑαυτῷ λαὸν περιούσιον, ζηλωτὴν καλῶν ἔργων.
Τιτ. 2,14 ο οποίος παρέδωκε τον ευατόν του στον σταυρικόν θάνατον προς χάριν μας, δια να μας εξαγοράση από την ενόχην κάθε παραβάσεως του Νομου, να μας καθαρίση από κάθε μολυσμόν, ώστε να συγκρατήση δια τον ευατόν του λαόν εκλεκτόν, γεμάτον ζήλον δια καλά έργα.

Τιτ. 2,15 Ταῦτα λάλει καὶ παρακάλει καὶ ἔλεγχε μετὰ πάσης ἐπιταγῆς· μηδείς σου περιφρονείτω.
Τιτ. 2,15 Αυτά λέγε και πρότρεπε και έλεγχε με κάθε εξουσίαν. Κανείς ας μη σε περιφρονή.



ΠΡΟΣ ΤΙΤΟΝ 3


Τιτ. 3,1 Ὑπομίμνησκε αὐτοὺς ἀρχαῖς καὶ ἐξουσίαις ὑποτάσσεσθαι, πειθαρχεῖν, πρὸς πᾶν ἔργον ἀγαθὸν ἑτοίμους εἶναι,
Τιτ. 3,1 Υπενθύμιζε δε εις αυτούς να υποτάσσωνται εις τας αρχάς και τας εξουσίας, να πειθαρχούν και να είναι έτοιμοι δια κάθε καλόν έργον.

Τιτ. 3,2 μηδένα βλασφημεῖν, ἀμάχους εἶναι, ἐπιεικεῖς, πᾶσαν ἐνδεικνυμένους πρᾳότητα πρὸς πάντας ἀνθρώπους.
Τιτ. 3,2 Να μη κακολογον κανένα· να είναι αόργητοι και αφιλόνεικοι, επιεικείς και υποχωρητικοί, να δείχνουν και να φέρωνται με κάθε πραότητα προς όλους τους ανθρώπους.

Τιτ. 3,3 Ἦμεν γάρ ποτε καὶ ἡμεῖς ἀνόητοι, ἀπειθεῖς, πλανώμενοι, δουλεύοντες ἐπιθυμίαις καὶ ἡδοναῖς ποικίλαις, ἐν κακίᾳ καὶ φθόνῳ διάγοντες, στυγητοί, μισοῦντες ἀλλήλους·
Τιτ. 3,3 Διότι ήμεθα κάποτε και ημείς μωροί και αναίσθητοι, απειθείς, πλανώμενοι μακράν από τον Θεόν, δούλοι εις αμαρτωλάς επιθυμίας και διαφόρους ηδονάς, και επεράσαμεν τον καιρόν μας βυθισμένοι εις την κακίαν και το φθόνον, μισητοί από τους άλλους και μισούντες ο ένας τον άλλον.

Τιτ. 3,4 ὅτε δὲ ἡ χρηστότης καὶ ἡ φιλανθρωπία ἐπεφάνη τοῦ σωτῆρος ἡμῶν Θεοῦ,
Τιτ. 3,4 Οταν όμως εφανερώθηκε η αγαθότης και η φιλανθρωπία του σωτήρος ημών Θεού,

Τιτ. 3,5 οὐκ ἐξ ἔργων τῶν ἐν δικαιοσύνῃ ὧν ἐποιήσαμεν ἡμεῖς, ἀλλὰ κατὰ τὸν αὐτοῦ ἔλεον ἔσωσεν ἡμᾶς διὰ λουτροῦ παλιγγενεσίας καὶ ἀνακαινώσεως Πνεύματος Ἁγίου,
Τιτ. 3,5 όχι από τα έργα της δικαιοσύνης που τάχα εκάμαμε ημείς, αλλά σύμφωνα με το άπειρον έλεός του μας έσωσε δια μέσου του βαπτίσματος, του λουτρού αυτού της αναγεννήσεως και δια του ξεκαινουργώματος, που χαρίζει το Αγιον Πνεύμα,

Τιτ. 3,6 οὗ ἐξέχεεν ἐφ᾿ ἡμᾶς πλουσίως διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν,
Τιτ. 3,6 το οποίον ο Θεός έχυσε και έδωσεν εις ημάς πλουσίως δια του Ιησού Χριστού, του Σωτήρος μας.

Τιτ. 3,7 ἵνα δικαιωθέντες τῇ ἐκείνου χάριτι κληρονόμοι γενώμεθα κατ᾿ ἐλπίδα ζωῆς αἰωνίου.
Τιτ. 3,7 Και τούτο, δια να δικαιωθώμεν με την σωτήριον χάριν Εκείνου και να γίνωμεν κληρονόμοι της αιωνίου ζωής, σύμφωνα με την χαρμόσυνον ελπίδα, που ο ίδιος μας έχει δώσει.

Τιτ. 3,8 Πιστὸς ὁ λόγος· καὶ περὶ τούτων βούλομαί σε διαβεβαιοῦσθαι, ἵνα φροντίζωσι καλῶν ἔργων προΐστασθαι οἱ πεπιστευκότες τῷ Θεῷ. ταῦτά ἐστι τὰ καλὰ καὶ ὠφέλιμα τοῖς ἀνθρώποις·
Τιτ. 3,8 Αυτός δε ο λόγος, που σου γράφω, είναι κατά πάντα αληθινός και αξιόπιστος. Και περί αυτών των μεγάλων αληθειών θέλω να διαβεβαιώνης και να πείθης τους Χριστιανούς, δια να φροντίζουν, όσοι έχουν πιστεύσει στον Θεόν, να μη μένουν εις την απλήν πίστιν, αλλά να πρωτοστατούν με ζήλον εις τα καλά έργα. Αυτά δε που είπα παραπάνω είναι έργα τα καλά και τα ωφέλιμα στους ανθρώπους.

Τιτ. 3,9 μωρὰς δὲ ζητήσεις καὶ γενεαλογίας καὶ ἔρεις καὶ μάχας νομικὰς περιΐστασο· εἰσὶ γὰρ ἀνωφελεῖς καὶ μάταιοι.
Τιτ. 3,9 Να αντιπαρέρχεσαι δε και να αποφεύγης τας ανοήτους συζητήσεις και τας γενεαλογίας περί ευγενούς καταγωγής και τας φιλονεικίας και τας μάχας γύρω από τα ζητήματα του Ιουδαϊκού νόμου· διότι όλα αυτά είναι ανωφελή και μάταια.

Τιτ. 3,10 αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ,
Τιτ. 3,10 Αιρετικόν άνθρωπον, ο οποίος ύστερα από πρώτην και δευτέραν συμβουλήν μένει με πείσμα εις την πλάνην του, παράτησέ τον και μη συζητής πλέον μαζή του.

Τιτ. 3,11 εἰδὼς ὅτι ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος καὶ ἁμαρτάνει ὢν αὐτοκατάκριτος.
Τιτ. 3,11 Γνωρίζων, ότι ο τοιούτος έχει πλέον παρεκκλίνει από την αλήθειαν και διαστροφή και αμαρτάνει, ελεγχόμενος και καταδικαζόμενος από τον ίδιον τον ευατόν του, από την συνείδησίν του.

Τιτ. 3,12 Ὅταν πέμψω Ἀρτεμᾶν πρός σε ἢ Τυχικόν, σπούδασον ἐλθεῖν πρός με εἰς Νικόπολιν· ἐκεῖ γὰρ κέκρικα παραχειμάσαι.
Τιτ. 3,12 Οταν στείλω εις σε τον Αρτεμάν η τον Τυχικόν, φρόντισε με κάθε τρόπον να έλθης να με συναντήσης εις την Νικόπολιν, διότι εκεί έχω αποφασίσει να περάσω τον χειμώνα.

Τιτ. 3,13 Ζηνᾶν τὸν νομικὸν καὶ Ἀπολλὼ σπουδαίως πρόπεμψον, ἵνα μηδὲν αὐτοῖς λείπῃ.
Τιτ. 3,13 Τον Ζηναν τον νομικόν και τον Απολλώ να τους κατευοδώσης και να τους εφοδιάσης με πολλήν επιμέλειαν, ώστε να μη τους λείπη τίποτε στο ταξίδι των.

Τιτ. 3,14 μανθανέτωσαν δὲ καὶ οἱ ἡμέτεροι καλῶν ἔργων προΐστασθαι εἰς τὰς ἀναγκαίας χρείας, ἵνα μὴ ὦσιν ἄκαρποι.
Τιτ. 3,14 Ας φροντίζουν δε και όλοι οι ιδικοί μας να πρωτοστατούν εις τα καλά έργα και μάλιστα εις τας επειγούσας ανάγκας των αδελφών, δια να μη μένουν άκαρποι.

Τιτ. 3,15 Ἀσπάζονταί σε οἱ μετ᾿ ἐμοῦ πάντες. ἄσπασαι τοὺς φιλοῦντας ἡμᾶς ἐν πίστει. Ἡ χάρις μετὰ πάντων ὑμῶν· ἀμήν.
Τιτ. 3,15 Σε χαιρετούν όλοι όσοι είναι μαζή μου· χαιρέτησε όλους εκείνους, που μας αγαπούν δια της πίστεως του Χριστού. Η χάρις του Θεού, ας είναι με όλους σας. Αμήν.