Πέμπτη, 11 Μαρτίου 2010

Ο Άγιος Παύλος τσάρος της Ρωσίας

Ο Άγιος Παύλος (Πέτροβιτς), αυτοκράτορας της Ρωσίας, γεννήθηκε το έτος 1754 μ.Χ. Ήταν υιός του δολοφονηθέντος τσάρου Πέτρου Γ' και της Αικατερίνης Β', αλλά διατελούσε πάντοτε υπό την δυσμένεια του αυτοκράτορα, ο οποίος ουδέποτε αναγνώρισε αυτόν ως υιό του. Το έτος 1773 μ.Χ. νυμφεύθηκε την πριγκίπισσα της Έσσης - Δαρμστάτης και μετά τον θάνατό της, το 1776 μ.Χ., την πριγκίπισσα Δωροθέα της Βυρτεμβέργης.
Όταν στις 19 Νοεμβρίου 1796 μ.Χ. διαδέχθηκε την μητέρα του, άρχισε την βασιλεία του διά της ακυρώσεως του περί διαδοχής ουκαζίου του Μεγάλου Πέτρου και της αποκαταστάσεως της κληρονομικής αρχής κατά τάξιν πρεσβειών από άρρενος προς άρρενα. Επιχείρησε, επίσης, τη μεταρρύθμιση των δημοσίων οικονομικών, τα οποία είχαν διαταράξει οι διαρκείς πόλεμοι και η σπατάλη της αυλής. Οι διαταγές και αποφάσεις του είχαν δυσαρεστήσει την αυλή του, η δε Ρωσική αριστοκρατία αποδοκίμαζε την πολιτεία αυτού. Ο στρατιωτικός διοικητής της Αγίας Πετρουπόλεως κόμης Πάχλεν έγινε η ψυχή της συνωμοσίας. Μια νύχτα εισήλθαν στον κοιτώνα του τσάρου αξιωματικοί της φρουράς, οι οποίοι υπό την απειλή ξίφους απαίτησαν από τον Παύλο να υπογράψει πράξη παραιτήσεως. Ο αυτοκράτορας αρνήθηκε και στραγγαλίσθηκε.


Άγιος Ευθύμιος ο Θαυματουργός Αρχιεπίσκοπος Νόβγκοροντ

Ο Άγιος Ευθύμιος, κατά κόσμο Ιωάννης, ήταν υιός ενός ιερέα του Νόβγκοροντ, του Θεοδώρου και της Άννας. Καθώς είχε συλληφθεί μετά από χρόνια στειρότητας, οι γονείς του τον αφιέρωσαν στον Θεό πρωτού γεννηθεί. Ο νεαρός Ιωάννης μεγάλωσε με ευσέβεια, αφιερωμένος στην μελέτη και σε ηλικία δέκα πέντε ετών εισήχθη στη μονή του Αγίου Νικολάου στο Βγιαζίσκι, κοντά στο Νόβγκοροντ, όπου έλαβε το μοναχικό σχήμα και ονομάσθηκε Ευθύμιος.
Έπειτα ασκήτεψε ορισμένο χρονικό διάστημα στη μονή του Αγίου Βαρλαάμ του Τσυτύν. Νωρίς, ο Αρχιεπίσκοπος του Νόβγκοροντ Συμεών, θαυμάζοντας τα πνευματικά χαρίσματα του Αγίου, τον διορίζει γενικό οικονόμο και το έτος 1429 μ.Χ. επιλέγεται ως Αρχιεπίσκοπος της πόλεως. Συνέχισε, παρ' όλα αυτά, να ζει αυστηρή μοναστική ζωή προσευχής και μετάνοιας, παρέχοντας με αγάπη και συμπάθεια βοήθεια στους άπορους και επιδεικνύοντας καλλιτεχνική ευαισθησία με την ανέγερση και αγιογράφηση ναών, την αντιγραφή ιερών κωδίκων και βιβλίων.
Λίγο καιρό προτού πεθάνει έγραψε μία επιστολή στον Μητροπολίτη Μόσχας Ιωνά, επικαλούμενος τη συγχώρηση για τη «μεγάλη ανυπόφορη αδυναμία» του στον κόσμο και αποσύρθηκε στη μονή Βγιαζίσκι, όπου κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 1458 μ.Χ.
Η αγιοποίησή του έγινε το έτος 1547 μ.Χ. Το εικονογραφικό εγχειρίδιο τον απεικονίζει «γκριζομάλλη, με γενειάδα σαν του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, αλλά πιο αραιή, με τον σκούφο και την επισκοπική ενδυμασία, το ωμοφόριο και το Ευαγγέλιο».


Οι Άγιοι Τρόφιμος και Θαλλός που μαρτύρησαν στη Λαοδικεία

Οι Άγιοι αυτοί μαρτύρησαν στα χρόνια του Διοκλητιανού (284 - 305 μ.Χ.). Κατάγονταν από την πόλη Στρατονίκη ή Στρατονίκεια, που βρισκόταν στην επαρχία Καριάς της Μικράς Ασίας και σήμερα τούρκικα ονομάζεται Αϊδενελλί.
Τον καιρό λοιπόν εκείνο, κατά τον διωγμό εναντίον των χριστιανών, συνελήφθηκαν και οι Αγιοι αυτοί, επειδή ομολόγησαν τον Χριστό, και λιθοβολήθηκαν για αρκετή ώρα. Με ενέργεια της θείας χάριτος όμως, έμειναν αβλαβείς. Βλέποντας αυτό ο ηγεμόνας της Λαοδικείας Ασκληπιός, τους άφησε ελεύθερους. Αλλά αργότερα και πάλι τους συνέλαβαν και τους πίεζαν ν' αρνηθούν τον Χριστό. Αυτοί όμως, με ακόμα περισσότερο θάρρος ομολόγησαν την πίστη τους και μπροστά σ' όλους ενέπαιξαν τα είδωλα και τους προστάτες τους. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να ερεθίσει πολύ τον τύραννο και έδωσε διαταγή να τους δέσουν γυμνούς σε ξύλο και να σχίσουν τις σάρκες τους. Τελικά μαρτύρησαν με σταυρικό θάνατο και έτσι έλαβαν τα ένδοξα στεφάνια του μαρτυρίου.
Ευσεβείς χριστιανοί, πήραν τα άγια λείψανα τους και τα έθαψαν σε τόπο Ιερό. Τότε και η γυναίκα του άρχοντα Ασκληπιού, πήγε και ράντισε με μύρα τη θήκη των αγίων λειψάνων και άπλωσε πάνω σ' αυτό πολύτιμο σεντόνι. Τέλος, οι ευλαβείς και πιστοί χριστιανοί συμπατριώτες των Άγιων, Ζώσιμος και Αρτέμιος, πήραν τη θήκη των αγίων λειψάνων και τη μετέφεραν στην ιδιαίτερη πατρίδα τους Στρατονίκη, και την αποθησαύρισαν ένα μίλι έξω από την πόλη, στην τοποθεσία Λατομεία.


Ο Όσιος Γεώργιος ο Σιναΐτης

Ο Όσιος Γεώργιος έζησε στα χρόνια του βασιλιά Ιουστινιανού του Α' (527 - 565 μ.Χ.) και όταν Πατριάρχης Ιεροσολύμων ήταν ο Πέτρος ο Α' (524 - 552 μ.Χ.). Ο Γεώργιος μόναζε στο όρος Σινά και ήταν νηστευτής και πολύ ενάρετος.
Το Συναξάρι του του αναφέρει ότι κάποτε πεθύμησε να μεταλάβει στο ναό της Αναστάσεως του Χριστού στην Ιερουσαλήμ. Τότε, με θαυματουργικό τρόπο βρέθηκε αμέσως, από το Σινά, στη θεία Λειτουργία του ναού της Αναστάσεως, και κοινώνησε των αχράντων Μυστηρίων από τα χέρια του Πατριάρχη Πέτρου. Μετά την κοινωνία ο Πατριάρχης ρώτησε τον οικονόμο του Μηνά, πότε ήλθε αυτός ο Αββάς Σιναΐτης, διότι δεν τον είχε δει προηγουμένως. Αλλά και ο οικονόμος του δεν γνώριζε. Τότε ο Πατριάρχης είπε στον Μηνά να πει στον Αββά να καθίσει στο τραπέζι για να συμφάγουν. Ο οικονόμος προσκάλεσε τον Γεώργιο, αλλά αυτός, αφού προσευχήθηκε, βρέθηκε αμέσως πάλι στο κελί του στο Σινά. Ο Πατριάρχης θίχτηκε διότι ο Γεώργιος δεν παρακάθισε στο τραπέζι του και έστειλε γράμμα στους Πατέρες του Σινά για το συμβάν. Όταν όμως πληροφορήθηκε ότι ο Άγιος δεν βγήκε ποτέ από το κελλί του, τότε κατάλαβε ότι πρόκειται περί αγίου ανδρός και δόξασε τον Θεό.
Λέγεται ότι, ο Όσιος Γεώργιος και ο Πατριάρχης Πέτρος Α', απεβίωσαν ειρηνικά μαζί μετά από έξι μήνες, γεγονός που είχε προφητέψει ο Όσιος Γεώργιος.


Όσιος Γεώργιος ο Νεοφανής ο «ἐν Διϊπίῳ»

Ο Όσιος Γεώργιος έζησε κατά τον 10ο αιώνα μ.Χ. Κατά τον Παρισινό Κώδικα ήκμασε επί Ιωάννου Α' του Τσιμισκή (969 - 976 μ.Χ.), κατά δε τον Κώδικα της Βιέννης επί Ρωμανού και Κωνσταντίνου των Πορφυρογέννητων (956 - 963 μ.Χ.). Η μνήμη του αναφέρεται, επίσης, στον Λαυρεωτικό Κώδικα.
Ο Όσιος Γεώργιος είχε γυναίκα και παιδιά, τα οποία εγκατέλειψε και περιφερόταν από τόπο σε τόπο, από τις πόλεις στην έρημο, ταλαιπωρούμενος και κακουχούμενος. Κατά τις τελευταίες επτά ημέρες της ζωής του ήλθε στην Κωνσταντινούπολη και κατέφυγε στο ναό του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στο Διϊπίον, όπου και κοιμήθηκε με ειρήνη. Τότε εκείνοι που τον ευτρέπισαν για την ταφή, είδαν με έκπληξη ότι στο σώμα του είχε δεμένα βαρύτατα σίδερα, από τα οποία καταδαπανήθηκε όλο του το σώμα. Αφού κατενόησαν από αυτό, ότι πρόκειται περί ασκητού ανδρός, κατασκεύασαν λίθινη λάρνακα και τον ενταφίασαν στο νάρθηκα του ναού. Από τότε το μέρος εκείνο ανάβλυζε μύρο, που θεράπευε διάφορες ασθένειες και έκανε πολλά θαύματα.


Οι Άγιοι Πιόνιος ο Πρεσβύτερος και Σαβίνα

Ο Άγιος Μάρτυρας Πιόνιος έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Δεκίου (249 - 251 μ.Χ.) και ήταν πρεσβύτερος της Εκκλησίας της Σμύρνης. Έλεγχε τους Ιουδαίους και τους Εθνικούς και τους έπειθε από τις θείες Γραφές ότι ένας μόνο είναι ο Θεός ο αληθινός, ο Δημιουργός των πάντων και ο μονογενής Του Υιός Ιησούς Χριστός και το Πνεύμα το Άγιον και κήρυττε ότι όλοι οι αμαρτωλοί και οι άπιστοι θα τιμωρηθούν και θα παραδοθούν στο πυρ το αιώνιο. Έτσι συνελήφθη από τους ειδωλολάτρες μαζί με άλλους Χριστιανούς. Και πρώτα παραδόθηκε αλυσοδεμένος στον Πολέμωνα, τον ιερέα των ειδώλων και στον άρχοντα της πόλεως Ελπίδιο. Έπειτα οδηγήθηκε στον ηγεμόνα της χώρας, ανθύπατο Κοντυλιανό, ο οποίος έδωσε εντολή να τον βασανίσουν. Τον κτύπησαν ανηλεώς μέχρι θανάτου και αφού τον κρέμασαν σε ξύλο, κατέκαψαν τα πλευρά του με αναμμένες δάδες φωτιάς. Στην συνέχεια τον έριξαν μέσα σε καμίνι και ο Άγιος προσευχόμενος μέσα σε αυτό, τελείωσε μαρτυρικά τον βίο του.
Η Σύναξή του ετελείτο στο Λιθόστρωτο, όπου υπήρχε ναός αφιερωμένος στον Άγιο.
Η μνήμη της Αγίας Σαβίνας είναι άγνωστη στους Συναξαριστές. Η κοινή μνήμη των Αγίων αναφέρεται στον Βατοπαιδινό Κώδικα 1104 φ. 22ε. Φαίνεται ότι η Αγία Μάρτυς Σαβίνα συνεμαρτύρησε μετά του Αγίου Πιονίου.