Τετάρτη 4 Μαρτίου 2009

Μονή Δαφνίου

Στις παρυφές του άλσους Χαϊδαρίου, αριστερά της Ιεράς Οδού, που εξακολουθεί από την αρχαιότητα να οδηγεί από την Αθήνα στην Ελευσίνα, και στη θέση πιθανότατα του αρχαίου ιερού του Δαφναίου ή Δαφνίου Απόλλωνα, βρίσκεται το οχυρωμένο μοναστήρι του Δαφνιού.Το μοναστήρι προστατεύεται από οχυρωμένο με πύργους και επάλξεις τετράγωνο περίβολο με δύο πύλες εισόδου, στην ανατολική και τη δυτική πλευρά. Παράλληλα προς τις τέσσερεις πλευρές του οχυρού περιβόλου, αλλά σε μικρή απόσταση από αυτές, διατηρούνται τα ερείπια κτισμάτων, ίσως των αρχικών κελλιών. Στο εσωτερικό του οχυρού δεσπόζει το Καθολικό, δηλαδή ο ναός της Μονής, ενώ βόρεια βρίσκονται τα ερείπια της τράπεζας (δηλαδή τραπεζαρίας). Στην νότια όψη του Καθολικού υπήρχε τετράγωνος αύλειος χώρος με τοξοστοιχίες, πτέρυγες κελλιών και βοηθητικά κτίσματα που ανακαινίστηκαν ή ανοικοδομήθηκαν αρκετές φορές μέσα στα χίλια χρόνια ύπαρξης του μνημείου, όπως έδειξαν παλαιότερες και πρόσφατες ανασκαφικές έρευνες.
Το Καθολικό χρονολογείται στον 11ο αι. και ανήκει στον οκταγωνικό τύπο, που υιοθετείται στους μεσοβυζαντινούς χρόνους από σειρά σπουδαίων μνημείων όπως τα καθολικά της μονής Οσίου Λουκά και της Νέας Μονής Χίου. Δεν έχει ακόμη διευκρινιστεί αν ο τύπος αυτός δημιουργήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Κύριο χαρακτηριστικό του είναι οι μεγάλες διαστάσεις του τρούλου και ο τρόπος στήριξής του, που αφήνουν ενιαίο και ελεύθερο τον κεντρικό χώρο. Σύγχρονος με το ναό είναι ο νάρθηκας στη δυτική πλευρά, ενώ λίγο αργότερα προστέθηκε εξωνάρθηκας ή προστώο με όροφο που κάλυπτε επίσης τον νάρθηκα και μέρος του κυρίως ναού. Στη διάρκεια της Φραγκοκρατίας, μετά από σοβαρές βλάβες που προκάλεσε σεισμός, οι Κιστερκιανοί μοναχοί που κατείχαν την μονή έκαναν εκτεταμένες ανακατασκευές στον εξωνάρθηκα, ενώ η κρύπτη που βρίσκεται κάτω από το νάρθηκα μετατράπηκε σε μαυσωλείο για την ταφή των δουκών της Αθήνας.
Δυτικά του εξωνάρθηκα προσκολλήθηκε στους όψιμους χρόνους της Τουρκοκρατίας παρεκκλήσι με την αψίδα του ιερού προς Βορρά.
Η εξαιρετικά φροντισμένη κατασκευή του καθολικού με δόμους περίκλειστους από σειρά τούβλων, η πλούσια κεραμοπλαστική διακόσμηση γύρω από τα παράθυρα και ο πολυτελής διάκοσμος στο εσωτερικό, με τα μοναδικής τέχνης επιτοίχια ψηφιδωτά, τις ορθομαρμαρώσεις και τον μαρμάρινο διάκοσμο, του οποίου δείγματα μόνον σώζονται, συνδέουν την ίδρυση του μνημείου με κύκλους της αυτοκρατορικής αυλής. Ο ψηφιδωτός διάκοσμος που καλύπτει τις ψηλότερες επιφάνειες, αποτυπώνει εικαστικά το δόγμα της εκκλησίας. Ακολουθείται το καθιερωμένο εικονογραφικό πρόγραμμα των μεσοβυζαντινών ναών με τον Παντοκράτορα στον τρούλο, πλαισιωμένο από προφήτες, την Παναγία στην κόγχη του ιερού με τη συνοδεία αρχαγγέλων, παραστάσεις του Ευαγγελισμού, της Γέννησης, της Βάπτισης και της Μεταμόρφωσης στα τέσσερα ημιχώνια κάτω από τον τρούλο, σκηνές από τη ζωή του Χριστού και της Παναγίας, αγίους και ιεράρχες. Οι μορφές, με άριστες αναλογίες και συγκρατημένες κινήσεις, καθώς προβάλλονται επάνω σε χρυσό βάθος μοιάζουν ανάγλυφες και θυμίζουν κλασικά και ελληνιστικά πρότυπα.
Η έκφραση στα πρόσωπα των αγίων χαρακτηρίζεται από υψηλό ήθος και ευγένεια, ενώ η απόδοση ιδιαίτερων χαρακτηριστικών γίνεται με σπάνια δεξιοτεχνία.
Ο Παντοκράτορας στον τρούλο, η μεγαλύτερη σε μέγεθος και κλίμακα παράσταση της μονής Δαφνίου, επιβάλλεται στον κεντρικό χώρο του ναού με την ιδιαίτερη αυστηρότητα αλλά και γλυκύτητα της έκφρασης που δεν είναι δυνατόν να αποδοθούν φωτογραφικά.
Κατά την μεταβυζαντινή περίοδο η μονή αποδόθηκε στους ορθόδοξους μοναχούς και φιλοτεχνήθηκαν οι αποσπασματικά σωζόμενες τοιχογραφίες στον κυρίως ναό που απεικονίζουν την Δέηση, την Θυσία του Αβραάμ, ολόσωμους αγίους, ιεράρχες και διακοσμητικά θέματα (17ος και 18ος αι.).
Μετά το 18ο αι. η μονή παρακμάζει σταδιακά διότι υφίσταται συχνά ληστρικές επιδρομές. Στον 19ο αι. για μικρό χρονικό διάστημα (1883-1885) στο μοναστήρι στεγάστηκε το Δημόσιο Ψυχιατρείο.
Οι εργασίες στερέωσης και αποκατάστασης του συγκροτήματος και συντήρησης του ψηφιδωτού διακόσμου του καθολικού άρχισαν από τα τέλη του 19ου αιώνα και συνεχίζονται κατά διαστήματα μέχρι σήμερα από την Αρχαιολογική Εταιρεία αρχικά και σε συνέχεια την Αρχαιολογική Υπηρεσία. Οι εργασίες συνολικής αποκατάστασης της μονής εντατικοποιήθηκαν μετά τον καταστροφικό σεισμό του 1999. Για το λόγο αυτό ο χώρος δεν θα είναι επισκέψιμος μέχρι την άνοιξη του 2007.
Το μνημείο περιλαμβάνεται στον Παγκόσμιο Κατάλογο Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO.

Ὁ Ὅσιος Γεράσιμος ὁ Ἰορδανίτης

Ὁ Ὅσιος Γεράσιμος ὁ Ἰορδανίτης γεννήθηκε στὴ Λυκία τὸν 5ο αἰῶνα μ.Χ., ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ ταπεινοὺς γονεῖς καὶ ἐκ βρέφους ἀφιερώθηκε στὸν Θεό. Σὲ νεαρὴ ἡλικία ἀσπάσθηκε τὴν αἵρεση τῶν Μονοφυσιτῶν παρασυρόμενος ἀπὸ τοὺς ὀπαδοὺς τοῦ αἱρετικοῦ ψευδοπατριάρχου Θεοδοσίου, φανατικοῦ μονοφυσίτου Αἰγυπτίου μοναχοῦ, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν ἀπουσία τοῦ Πατριάρχου Ἰουβεναλίου (422-453 μ.Χ.), βοηθούμενος καὶ ὑπὸ τῆς βασιλίσσης Εὐδοκίας, κατόρθωσε νὰ καταλάβει τὸν πατριαρχικὸ θρόνο τῶν Ἱεροσολύμων καὶ νὰ προβεῖ σὲ ἀνεκδιήγητες σκληρότητες ἐπὶ εἴκοσι μῆνες (451-453 μ.Χ.). Ἀκόμη καὶ αὐτὸς ὁ πανίερος ναὸς τῆς Ἀναστάσεως ἔγινε θέατρο ἀπερίγραπτων σκηνῶν καὶ ἐπὶ πλέον ἡ ταραχὴ ἐξαπλώθηκε ἀνὰ τὴν Παλαιστίνη.
Οἱ Μονοφυσῖτες δὲν παραδέχονται ὅτι στὸ Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἔχουν ἑνωθεῖ ἡ Θεία καὶ ἡ ἀνθρώπινη φύση «ἀτρέπτως, ἀσυγχύτως, ἀχωρίστως καὶ ἀδιαιρέτως», ἀλλὰ ἰσχυρίζονται, ὅτι ἡ Θεία φύση τοῦ Χριστοῦ ἀπορρόφησε τὴν ἀνθρώπινη φύση Του καὶ ἑπομένως ὁ Χριστὸς ἔχει μόνο μία φύση.
Γρήγορα ὅμως ὁ Ὅσιος Γεράσιμος κατάλαβε τὸ λάθος του, ἐπειδὴ ἦταν ἄνθρωπος μὲ καλῆ προαίρεση καὶ ταπεινὸ φρόνημα. Εἶχε τὴν καλὴ συνήθεια νὰ ἐπισκέπτεται καὶ νὰ συμβουλεύεται γιὰ πνευματικὰ θέματα ἁγιασμένους ἀνθρώπους. Ἀπὸ ἕναν λόγιο ἀσκητή, ποὺ ὀνομαζόταν Εὐθύμιος καὶ ἀσκήτευε στὴν ἔρημο τοῦ Ρουβᾶ, διδάχθηκε τὴν ἀλήθεια γιὰ τὶς δυὸ φύσεις τοῦ Χριστοῦ, κατάλαβε τὸ λάθος του καὶ ἐπέστρεψε καὶ πάλι στὴν Ἐκκλησία.
Στὴ συνέχεια ἐκάρη, τὸ ἔτος 451 μ.Χ., μοναχὸς στὴν ἔρημο τοῦ Ἰορδάνη, ὅπου ἀσκήθηκε μὲ ἡσυχία. Ἀργότερα, ὅταν συγκεντρώθηκαν γύρω του πολλοὶ μοναχοί, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσαν τὴ φωτισμένη καθοδήγησή του, ἵδρυσε κοινοβιακὴ μονὴ κοντὰ στὴν πόλη Βαϊθαγλά.
Ὁ Ὅσιος Γεράσιμος ἦταν αὐστηρός, ἀλλὰ μόνο στὸν ἑαυτό του. Στοὺς ἄλλους ἦταν εὐπροσήγορος καὶ ἐπιεικής. Ἔτρωγε λίγο, ὅσο χρειαζόταν γιὰ νά συντηρεῖται στὴ ζωὴ καὶ κοιμόταν, ἐπίσης, πολὺ λίγο. Μάλιστα δίδασκε ὅτι ὅποιος θέλει νὰ ζήσει περισσότερο πρέπει νὰ κοιμᾶται λιγότερο, διότι ὁ πολὺς ὕπνος κάνει τὸ σῶμα τρυφηλὸ καὶ ἄρα ἀνίσχυρο στοὺς κόπους καὶ εὐάλωτο στὶς ἀθένειες.
Ἡ διδασκαλία τοῦ Ὁσίου Γερασίμου γιὰ τὸν ὕπνο εἶναι οὐσιαστικὰ λόγος γιὰ τὴν ἄσκηση. Μὲ τὸν περιορισμὸ τοῦ ὕπνου καὶ μὲ τὴν ἐγκράτεια, συνηθίζει ἡ σάρκα (τὸ σαρκικὸ φρόνημα) νὰ ὑποτάσσεται στὸ πνεῦμα. Μὲ τὴν ἄσκηση καὶ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή, ἰδίως μὲ τὴ μονολόγιστη εὐχή, τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον με», ὁ νοῦς συγκεντρώνεται στὸ χῶρο τῆς καρδιᾶς, ποὺ εἶναι ἡ φυσική του θέση καὶ ἀποκτᾷ ἀδιάλειπτη μνήμη τοῦ Θεοῦ.
Τόσο πολὺ ἀπέκτησε τὴν οἰκείωση πρὸς τὸν Θεὸ ὁ Ὅσιος Γεράσιμος καὶ προστάτεψε τὸ «κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν» τῶν Ἁγίων, ὥστε δάμασε καὶ τὰ ἄγρια θηρία καὶ ἔκανε πολλὰ θαύματα. Ἀπέκτησε μάλιστα ὑπηρέτη καὶ ἕναν ὄνο, γιὰ νὰ μεταφέρει νερό, καθὼς τὸ νερὸ ἀπεῖχε μακριὰ ἀπὸ αὐτόν. Κάποτε, ἕνα λιοντάρι, ἔχοντας πληγωμένο ἀπὸ ἕνα ξύλο στὸ μάτι του, κατέβηκε ἀπὸ τὸ βουνὸ καὶ κατέφυγε στὸν Ὅσιο. Ἐκεῖνος, ἀφοῦ τὸ ἔκανε καλά, τοῦ ὅρισε νὰ ὁδηγεῖ πλέον τὸ ἴδιο τὸν ὄνο κατὰ τὴν βοσκή του καὶ τὴ μεταφορὰ τοῦ νεροῦ. Κάποια φορά, καὶ ἐνῷ τὸ λιοντάρι κοιμόταν, ἔμποροι ποὺ περνοῦσαν πῆραν τὸν ὄνο. Καὶ ἐπειδὴ ὁ Ὅσιος ὑποπτεύθηκε ὅτι τὸ λιοντάρι ἔφαγε τὸν ὄνο, τὸ καταδίκασε ἐκεῖνο τώρα νὰ μεταφέρει τὸ νερό. Ὥσπου μία μέρα, ὅταν ξαναπέρασαν οἱ ἔμποροι ἀπὸ τὸ ἴδιο σημεῖο, τὸ λιοντάρι ἀναγνώρισε τὸν κλεμμένο ὄνο καὶ τὸν ἐπέστρεψε σῶο στὸν Ὅσιο. Ἐκεῖνος τότε τὸ ἀπάλλαξε ἀπὸ τὸ ἔργο αὐτὸ καὶ τὸ ἄφησε νὰ γυρίσει στὸ βουνό. Καὶ ὅταν ὁ Ὅσιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, τὸ λιοντάρι ᾖρθε καὶ πέθανε πάνω στὸν τάφο του.
Ὅταν στὶς 19 Ἰανουαρίου τοῦ ἔτους 473 μ.Χ. κοιμήθηκε ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος ὁ Μέγας, ὁ Ὅσιος Γεράσιμος εἶδε σὲ ὅραμα, κατὰ τὴν στιγμὴ ποὺ προσευχόταν στὴ Λαύρα, τὸ τέλος τοῦ Ὁσίου. Αὐτὸ ἀναφέρεται στὴ διήγηση τοῦ Ἁγίου Κυριακοῦ τοῦ Ἀναχωρητοῦ, ὁ ὁποῖος συνόδευσε τὸν Ὅσιο Γεράσιμο στὴν κηδεία τοῦ μεγάλου Ἁγίου τῆς Ἐκκλησίας.
Δυὸ χρόνια μετὰ τὸ τέλος τοῦ Ὁσίου Εὐθυμίου, τὸ ἔτος 475 μ.Χ., ἐπὶ Πατριάρχου Ἱεροσολύμων Ἀναστασίου Α’ (458-478 μ.Χ.), ὁ Ὅσιος Γεράσιμος κομήθηκε μὲ εἰρήνη. Τὴν διαδοχὴ τῆς Λαύρας ἀνέθεσε στοὺς συνασκητὲς αὐτοῦ Στέφανο καὶ Βασίλειο.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Τῆς ἐρήμου οἰκήτωρ, Ἀσκητῶν ἀκροθίνιον, καὶ ἀγγελικῆς πολιτείας ἀναδέδειξαι ἔσοπτρον, τοῦ Πνεύματος τὴ αἴγλη λαμπρυνθεῖς, Γεράσιμε Ὅσιων καλλονὴ διὰ τοῦτο θεραπεύεις διαπαντός, τοὺς πίστει ἐκβοώντας σοι, δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργούντι διὰ σοῦ, πάσιν ἰάματα.

Ὁ Ὅσιος Γεράσιμος ἐκ Ρωσίας

Ὁ Ὅσιος Γεράσιμος τῆς Βολογκντᾶ γεννήθηκε στὴν Ρωσία τὸν 12ο αἰῶνα μ.Χ. Στὴν ἀρχὴ ἀσκήτεψε στὴ μονὴ τοῦ Γκλουσὲν καὶ ἀργότερα στὴ μονὴ τοῦ Γκλινέκ, κοντὰ στὸ Κίεβο. Στὶς 19 Αὐγούστου 1147 ᾖλθε στὴν περιοχὴ τῆς Βολογκντᾶ, ὅπου συνέχισε τὸ θεοφιλῆ καὶ ἀσκητικό του βίο.
Ὁ Ὅσιος Γεράσιμος, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1178.

Ὁ Ἅγιος Δανιὴλ ὁ Πρίγκιπας

Ὁ Ἅγιος Δανιὴλ γεννήθηκε στὴν πόλη τοῦ Βλαντιμὶρ τῆς Ρωσίας τὸ ἔτος 1261. ἦταν ὁ τέταρτος υἱὸς τοῦ Ἁγίου Ἀλεξάνδρου Νέφσκυ (τιμᾶται 30 Αὐγούστου καὶ 23 Νοεμβρίου) καὶ τῆς Βάσσης. Δυὸ χρόνια μετὰ τὴν γέννησή του ὁ πατέρας του πέθανε. Ὅταν ἀργότερα κοιμήθηκε ἡ μητέρα του Βάσσα, ἀνταφιάσθηκε στὸ ναὸ τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ τῆς μονῆς τοῦ Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου Βλαντιμὶρ καὶ οἱ πιστοὶ τὴν ἀποκαλοῦσαν «δίκαιη».
Ὁ Ἅγιος ἔφθασε στὴ Μόσχα τὸ ἔτος 1272 καὶ ἀμέσως οἰκοδόμησε ναὸ καὶ μονὴ πρὸς τιμὴν τοῦ προστάτου του Ἁγίου Δανιὴλ τοῦ Στυλίτου (τιμᾶται 11 Δεκεμβρίου).
Μετὰ ἀπὸ μάχες κατὰ τῶν Τατάρων καὶ ἐσωτερικὲς συγκρούσεις ὁ Ἅγιος Δανιήλ, ἄρρωστος πλέον, ἐκάρη μοναχὸς καὶ ἔλαβε τὸ ἀγγελικὸ σχῆμα στὴ μονὴ τοῦ Δανιήλ. Κοιμήθηκε τὸ ἔτος 1303

Μετακομιδὴ τῶν Ἱερῶν Λειψάνων τοῦ Ἁγίου Βιασεσλάβου Πρίγκιπα τῆς Ρωσίας


Ὁ Ἅγιος Βιασεσλάβος τιμᾶται στὶς 28 Σεπτεμβρίου.
Τὰ ἱερὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου Βιασεσλάβου, πρίγκιπα τῆς Τσεχίας, μετακομίσθηκαν ἀπὸ τὸν ναὸ τοῦ Ἁγίου Βίτου (τιμᾶται 15 Ἰουνίου) στὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου αὐτοῦ

Ὁ Ὅσιος Γρηγόριος Ἐπίσκοπος Ἄσσου

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος γεννήθηκε στὸ χωριὸ Ἀκόρνη τῆς Λέσβου ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ πιστοὺς γονεῖς, τὸν Γεώργιο καὶ τὴν Μαρία, οἱ ὁποῖοι γιὰ χρόνια παρακαλοῦσαν θερμὰ τὸν Θεὸ νὰ τοὺς χαρίσει ἕνα παιδί. Ὁ Θεὸς εἰσάκουσε τὶς προσευχές τους καὶ τοὺς χάρισε υἱό, ποὺ τὸν ὀνόμασαν Γεώργιο, τὸν ὁποῖο μεγάλωσαν μὲ τὰ νάματα τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καὶ ἀλήθειας. Ὅταν ὁ Γεώργιος ἐπισκέφθηκε τὴν Βασιλεύουσα γιὰ νὰ συμπληρώσει τὶς σπουδές του, γνώρισε τὸν Ἱερομόναχο Ἀγάθωνα, τὸν ὁποῖο ἀκολούθησε σὲ κάποιο μοναστῆρι τῆς Ἀνατολῆς, ὅπου ἦταν ἡγούμενος καὶ παρέμεινε ἐκεῖ γιὰ τρία χρόνια. Ἀργότερα, ἐπισκέφθηκε γιὰ προσκύνημα τὰ Ἱεροσόλυμα, ὅπου σὲ κάποιο ἡσυχαστήριο τοῦ Ἰορδάνη ποταμοῦ ἐκάρη μοναχὸς καὶ χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος μὲ τὸ ὄνομα Γρηγόριος.
Κατόπιν συστάσεως τοῦ Ἀγάθωνος, ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Ἄσσου τῆς Μυσίας. Ἡ Γρηγόριος ἀνέλαβε τὰ καθήκοντα τοῦ Ἐπισκόπου μὲ πολὺ ζῆλο καὶ ἐπιτέλεσε σπουδαῖο ἔργο, ὡς πολίτης ἄνω Σιῶν. Κατέληξε στὸ ὄρος Πρίαντος (Πριγιάμι) τῆς Λέσβου, ὅπου ἵδρυσε μονὴ στὴν ὁποία καὶ κοιμήθηκε ὀσιακά. Ὁ Ἅγιος πέθανε σὲ μεγάλη ἡλικία τὸ ἔτος 1150 ἢ τὸ 1185. Τὸ ἔτος 1935 ἔγιναν ὑπὸ τοῦ Μητροπολίτου Μυτιλήνης Ἰακώβου (Κλεομβρότου) ἀνασκαφὲς στὸν χῶρο τῆς ἀρχαίας μονῆς καὶ ἀποκαλύφθηκε ὁ δικιόνιος βυζαντινὸς ναὸς μὲ τὸν εὐρύχωρο νάρθηκα, ἡ τράπεζα τῆς μονῆς καὶ οἱ θεμέλιοι ἄλλων κτισμάτων.
Ἡ ἀνεύρεση τῶν λειψάνων καὶ τοῦ τάφου τοῦ Ἁγίου ἔδωσαν νέα ὤθηση στὴν τιμὴ τοῦ Ἁγίου. Στὶς 16 Νοεμβρίου τοῦ 1935 τὰ ἱερὰ λείψανα ἀνεκομίσθησαν καὶ ἀπετέθησαν στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Σκοπέλου τῆς νήσου Λέσβου.
Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας τιμᾷ τὴν ἱερὰ μνήμη του στὶς 10 Ἰουλίου, στὴν παλαιὰ μονὴ καὶ τὸ γεγονὸς τῆς μετακομιδῆς τῶν ἱερῶν λειψάνων αὐτοῦ τὴν πρώτη Κυριακὴ μετὰ τὶς 10 Νοεμβρίου.

Ὁ Ἅγιος Βασίλειος βασιλεὺς Ροστὼβ τῆς Ρωσίας

Ὁ Ἅγιος Βασίλειος γεννήθηκε στὶς 7 Δεκεμβρίου 1209 καὶ ἦταν υἱὸς τοῦ μεγάλου πρίγκιπα τοῦ Ροστὼβ Κωνσταντίνου Βσεβολόντοβιτς καὶ τῆς πριγκίπισσας Ἀγάθης – Ἄννας Μστισλάβοβνα. Μετὰ τὸ θάνατο τοῦ πατέρα του, ἡ μητέρα του εἰσῆλθε σὲ μονὴ καὶ ἔγινε μοναχή. Στὴ μονὴ αὐτὴ κοιμήθηκε στὶς 24 Ἰανουαρίου 1221.
Ὅταν τὸ ἔτος 1216 ὁ πατέρας του, Κωνσταντῖνος Βσεβολόντοβιτς, ἔγινε μεγάλος πρίγκιπας τοῦ Βλαδιμίρ, ἀνέθεσε τὰ καθήκοντα διακυβερνήσεως τοῦ Ροστὼβ στὸ μικρὸ πρίγκιπα Βασίλειο, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε τὰ καθήκοντά του μὲ αἰσθήματα δικαιοσύνης καὶ ἀγάπης ἔναντι τοῦ λαοῦ τοῦ Ροστώβ.
Ὅταν, στὶς 2 Φεβρουαρίου 1218, πέθανε ὁ πατέρας τοῦ Ἁγίου, ὁδηγὸς καὶ σύμβουλος τοῦ νεαροῦ πρίγκιπα ἀνέλαβε ὁ θεῖος του Ἅγιος Γεώργιος, πρίγκιπας τοῦ Βλαντιμὶρ (τιμᾶται 4 Φεβρουαρίου).
Κατὰ τὸ ἔτος 1219 ἔλαβε μέρος στὴ μάχη ποὺ ἔδωσαν οἱ κάτοικοι τοῦ Βλαντιμὶρ καὶ τῆς Σουζδαλίας κατὰ τῶν Βουλγάρων καὶ στὶς 16 Ἰουνίου 1223 στὴ μάχη κατὰ τῶν Μογγόλων στὸν ποταμὸ Κάλκα, ὅπου οἱ Ρώσοι νικήθηκαν. Ὁ Βασίλειος καὶ οἱ στρατιῶτες του ἐπέστρεψαν στὸ Ροστώβ.Λίγα χρόνια ἀργότερα ὁ Ἅγιος νυμφεύεται τὴ Μαρία, θυγατέρα τοῦ Ἁγίου Μιχαὴλ τοῦ Τσέρνιγκωφ (τιμᾶται 20 Σεπτεμβρίου) καὶ ἀποκτᾷ τὸν πρῶτο του υἱό, τὸν Μπόρις. Ὅμως τὰ σύννεφα ἄρχισαν νὰ σκεπάζουν τὸν οὐρανὸ τῆς Ρωσίας. Ἡ ἀπειλὴ τῶν Τατάρων ἦταν ὁρατή. Τὸ ἔτος 1236 οἱ Τάταροι εἶχαν καταλάβει ἕνα μεγάλο μέρος τῆς Ρωσικῆς γῆς. Ὁ Χάνῃς τῶν Τατάρων πρότεινε στὸν Ἅγιο Γεώργιο τὸν πρίγκιπα, εἰρήνη. Ἐκεῖνος ὅμως ἀπάντησε: «Μία ἔνδοξη μάχη εἶναι προτιμότερη ἀπὸ μία ἀτιμωτικὴ εἰρήνη». Στὶς 3 Φεβρουαρίου 1238 οἱ Τάταροι κύκλωσαν τὴν πόλη τοῦ Βλαντιμίρ. Οἱ κάτοικοι κατέφυγαν στὴν προστασία τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Ὁ Ἐπίσκοπος Μητροφάνης ἐνδυνάμωνε τοὺς ἀγωνιστές. Ἡ πόλη τελικὰ ἔπεσε στὰ χέρια τῶν ἐχθρῶν στὶς 7 Φεβρουαρίου. Ὁ Ἐπίσκοπος Μητροφάνης πέθανε μαζὶ μὲ χιλιάδες γυναῖκες καὶ παιδιά.
Στὶς 4 Μαρτίου 1238 οἱ Ρώσοι, μὲ ἐπικεφαλῆς τοὺς Ἁγίους Βασίλειο καὶ Γεώργιο, ἔδωσαν τὴν τελικὴ μάχη. Οἱ Τάταροι συνέλαβαν τὸν Ἅγιο Βασίλειο, ὁ ὁποῖος τοὺς εἶπε, ὅπως οἱ Μάρτυρες τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας: «Δὲν μπορεῖτε νὰ μοῦ πάρετε τὴν πίστη στὸν Χριστό». Μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὁμολογία πίστεως, οἱ βάρβαροι τὸν κρέμασαν στὸ δάσος Σερνσκ.
Ὁ Ἐπίσκοπος Κύριλλος συνέλεξε μὲ εὐλάβεια τὰ ἱερὰ λείψανα τῶν Ἁγίων καὶ τὰ ἐνταφίασε στὸν καθεδρικὸ ναὸ τοῦ Ροστώβ

Οἱ Ἅγιοι Βασίλειος τοῦ Μιρὼζ καὶ Ἰωάσαφ τοῦ Σνετνογκὸρκ οἱ Ὁσιομάρτυρες

Οἱ Ἅγιοι Ὁσιομάρτυρες Βασίλειος καὶ Ἰωάσαφ ἔζησαν κατὰ τὸν 13ο αἰῶνα μ.Χ. στὴν περιοχὴ τοῦ Πσκὼφ τῆς Ρωσίας.
Ὁ Ἅγιος Βασίλειος ἦταν ἡγούμενος τῆς μονῆς τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος τοῦ Μιρὼζ καὶ εἶχε ὡς πνευματικοὺς καθοδηγητὲς τὸν Ἅγιο Νήφωνα, Ἐπίσκοπο τοῦ Νόβγκοροντ (τιμᾶται 8 Ἀπριλίου) καὶ τὸν Ὅσιο Ἀβραὰμ τοῦ Μιρὼζ (τιμᾶται 24 Σεπτεμβρίου).
Ὁ Ἅγιος Ἰωάσαφ ἦταν ἡγούμενος στὴ μονὴ τοῦ Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου τοῦ ὄρους Σνάτνα.
Οἱ Ἅγιοι μαρτύρησαν κατὰ τὸ ἔτος 1299, ὅταν οἱ Γερμανοὶ ἐπιτέθηκαν ἐναντίων τοῦ Πσκὼφ καὶ τῶν μοναστηριῶν τῆς περιοχῆς.

Τρίτη 3 Μαρτίου 2009

Οἱ Ἅγιοι Βασιλίσκος, Εὐτρόπιος καὶ Κλεόνικος οἱ Μάρτυρες

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Βασιλίσκος, Εὐτρόπιος καὶ Κλεόνικος κατάγονταν ἀπὸ τὴν Ἀμάσεια τοῦ Πόντου καὶ ἔζησαν κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Μαξιμιανοῦ (286-305 μ.Χ.).
Ἦταν στρατιῶτες καὶ συγγενεῖς τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Τήρωνος. Ὡς Χριστιανοὶ διαβλήθηκαν στὸν ἡγεμόνα Ἀσκληπιόδοτο, ὁ ὁποῖος τοὺς συνέλαβε καὶ τοὺς βασάνισε σκληρά. Ὅμως οἱ Μάρτυρες, ἀφοῦ παρουσιάσθηκε σὲ αὐτοὺς ὁ Κύριος καὶ ὁ Ἅγιος Μεγαλομάρτυρας Θεόδωρος, ἔγιναν ὑγιεῖς.
Μέσα στὴ φυλακὴ οἱ τρεῖς νέοι δὲν ἔχασαν οὔτε τὸ θάρρος οὔτε τὴν πίστη τους. Ἀντιθέτως ἐξακολούθησαν νὰ λατρεύουν τὸν Ἕνα καὶ Ἀληθινὸ Θεό. Μὲ τὸ κήρυγμά τους καὶ τὸ παράδειγμα ποὺ προσέφερε τὸ ἦθος, ἡ ἀντοχὴ καὶ τὸ θάρρος τους, ὁδήγησαν πολλοὺς συγκρατούμενούς τους στὴν ἀληθινὴ πίστη. Ὁ Ἀσκληπιόδοτος πληροφορήθηκε τὴν Χριστιανικὴ δράση τῶν τριῶν κρατουμένων καὶ τὴν ἐπίδραση ποὺ ἀσκοῦσαν στοὺς φυλακισμένους εἰδωλολάτρες καὶ διέταξε νά τοὺς ὁδηγήσουν καὶ πάλι ἐνώπιόν του.
Ὁ ἡγεμόνας τότε ἄρχισε νὰ κολακεύει τὸν Ἅγιο Κλεόνικο, γιὰ νὰ ἀρνηθεῖ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, ὑποσχόμενος δῶρα καὶ τιμές. Ὁ Ἅγιος ὅμως ἀφοῦ γέλασε, χλεύασε τὴν ἀρρώστια τῶν εἰδώλων. Καὶ ἐνῷ ἐτελεῖτο θυσία, μὲ προσευχὴ κατέρριψε τὸ εἴδωλο τῆς Ἀρτέμιδος. Ἀμέσως ὁ ἡγεμόνας ἔδωσε ἐντολὴ νὰ βασανισθοῦν. Τότε ὁ Κύριος ἐμφανίσθηκε στοὺς τρεῖς νέους καὶ στὸ πλῆθος τῶν εἰδωλολατρῶν, οἱ ὁποῖοι παρακολουθοῦσαν τὸ μαστίγωμα τῶν Χριστιανῶν, ἔχοντας στὸ πλευρό Του τὸν Ἅγιο Μεγαλομάρτυρα Θεόδωρο. Οἱ τρεῖς Χριστιανοὶ ἀξιώθηκαν τῆς θαυματουργικῆς ἰάσεως τῶν τραυμάτων τους, ἐνῷ πολλοὶ εἰδωλολάτρες ποὺ εἶδαν τὸ θαῦμα, βαπτίσθηκαν Χριστιανοί. Ὁ Ἀσκληπιόδοτος ὅμως ὄχι μόνο δὲν ἄλλαξε στάση, ἀλλὰ διέταξε νὰ ἀποκεφαλισθοῦν ὅλοι οἱ νεοφώτιστοι Χριστιανοί. Ὁ Ἀσκληπιόδοτος καὶ οἱ εἰδωλολάτρες, τυφλοὶ ἀπὸ ὀργή, διέταξαν τοὺς δημίους νὰ περιχύσουν τοὺς τρεῖς Μάρτυρες μὲ καυτὴ πίσσα. Ὅμως, νέα θαυματουργικὴ ἐνέργεια ἀπὸ τὴ Θεία Χάρη δὲν ἐπέτρεψε οἱ πιστοὶ νέοι νὰ πάθουν τὸ παραμικρό, ἐνῷ ἡ καυτὴ πίσσα ἔπεσε καὶ κατέκαψε τοὺς δημίους.
Ὅμως, ὁ σκληρόκαρδος ἡγεμόνας δὲν μποροῦσε νὰ δεῖ τὴν ἀλήθεια, ἡ ὁποία παρουσιαζόταν μπροστὰ στὰ μάτια του. Ἔτσι, πρόσταξε τὴν σταυρικὴ καταδίκη τοῦ Εὐτροπίου καὶ τοῦ Κλεονίκου καὶ τὴ φυλάκιση τοῦ Βασιλίσκου. Οἱ δυὸ νέοι πέρασαν τὴν τελευταία νύχτα τῆς ζωῆς τους προσευχόμενοι. Καὶ πάλι ὁ Κύριος ἐμφανίσθηκε μπροστά τους, γιὰ νὰ τοὺς ἐνθαρρύνει.
Στὶς 3 Μαρτίου τοῦ 308 μ.Χ., ὁ Εὐτρόπιος καὶ ὁ Κλεόνικος κοσμήθηκαν μὲ τοὺς στέφανους τῆς ἁγιότητας καὶ τοῦ μαρτυρίου διὰ τοῦ σταυρικοῦ τους θανάτου. Ὁ Βασιλίσκος παρέμεινε ἔγκλειστος στὴ φυλακή, ὅπου καὶ πέθανε μετὰ ἀπὸ μερικὰ χρόνια, κερδίζοντας τὴν αἰώνια ζωή.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τὸ τρίστοιχον ἄθροισμα, τῶν Ἀθλητῶν τοῦ Χριστοῦ, Εὐτρόπιον μέλψωμεν, σὺν Βασιλίσκω ὁμού, τὸν θεῖον Κλεόνικον οὗτοι γὰρ τῆς Τριάδος, τὸ ὑπέρθεον κράτος, ἄθλοις ὑπερφυέσιν, ὠμολόγησαν πάσιν ἡ πάντοτε πρεσβεύουσι, σώζεσθαι ἅπαντας.

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Πατριάρχης Γεωργίας

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ἔζησε κατὰ τὸν 9ο αἰῶνα μ.Χ. καὶ πατριάρχευσε στὴ Γεωργία ἀπὸ τὸ 1033 μέχρι τὸ 1048. Πρὶν τὴν ἐκλογή του, ὡς Πατριάρχου, εἶχε μονάσει στὴ μονὴ τοῦ Καλίπου, στὴν Ἀντιόχεια τῆς Συρίας, ὅπου μόναζαν πολλοὶ Γεωργιανοὶ μοναχοί.
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1048.

Σύναξη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τοῦ Βολοκολὰμκ ἐν Ρωσίᾳ

Ἡ Ἱερὰ εἰκόνα τῆς Παναγίας τοῦ Βολοκολαμκ εἶναι ἀντίγραφο τῆς εἰκόνας τῆς Παναγίας τοῦ Βλαντιμὶρ καὶ φυλάσσεται στὸ ναὸ τῆς κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου τοῦ Κρεμλίνου. Τὴν εἰκόνα μετέφερε ἀπὸ τὴ μονὴ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου τοῦ Ζβενιγκόροντ ὁ Ὅσιος Ἰωσὴφ τοῦ Βολοκολὰμκ (τιμᾶται 9 Σεπτεμβρίου) στὶς 2 Μαρτίου τοῦ ἔτους 1572.

Ἡ Ὁσία Πιαμοῦν ἡ Παρθένος

Ἡ Ὁσία Πιαμοῦν, καταγόταν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο ὅπου ἔζησε τὸν 4ο αἰῶνα μ.Χ. Σὲ νεαρὴ ἡλικία ἔμεινε ὀρφανὴ ἀπὸ τὸν πατέρα της, ἀλλὰ ἡ Χριστιανὴ μητέρα της τὴν ἀνέθρεψε μὲ παιδεία καὶ νουθεσία Κυρίου. Ὅταν δὲ μεγάλωσε, ἐπιδόθηκε μαζὶ μὲ τὴν μητέρα της σὲ ἔργα ἐλεημοσύνης καὶ εὐσπλαχνίας. Δὲν ἦταν βέβαια πλούσιες, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ φτωχικό τους εἰσόδημα, συνέδραμαν τοὺς πτωχοὺς καὶ τοὺς ἀδύνατους ἀδελφούς τους. Ὅταν ἡ μητέρα της κοιμήθηκε, ἡ Ὁσία, μόνη της πλέον, ἐπιδόθηκε στὴ διακονία τῶν πασχόντων ἀδελφῶν της. ἐπισκεπτόταν τὰ σπίτια τους, τοὺς παρηγοροῦσε καὶ τοὺς στήριζε στὴν πίστη. Τόση φήμη ἀπέκτησε ἡ Πιαμοῦν, ὥστε ὅταν οἱ ἐχθροὶ πολιορκοῦσαν τὴν γενέτειρά της, ἀκούγοντας τὸ ὄνομά της ἔλυσαν τὴν πολιορκία καὶ ἔφυγαν.
Ἡ Ὁσία Πιαμοῦν κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Ὁ Ἅγιος Θεοδώρητος ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας

Ὁ Ἅγιος Θεοδώρητος ἦταν Πρεσβύτερος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀντιόχειας καὶ ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου (360-363 μ.Χ.).
Ὅταν ὁ θεῖος τοῦ αὐτοκράτορα, ποὺ ὀνομαζόταν καὶ αὐτὸς Ἰουλιανὸς καὶ ἦταν προηγουμένως Χριστιανὸς καὶ ἀναγνώστης τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀντιόχειας, ἔγινε εἰδωλολάτρης, στράφηκε κατὰ τῶν ἱερέων τῆς πόλεως καὶ κατέστρεψε τὰ ἱερὰ ἀναθήματα. Τότε συνελήφθη καὶ ὁ Πρεσβύτερος Θεοδώρητος, τὸν ὁποῖο κρέμασαν καὶ ξέσχισαν τὰ πλευρά του. Τὰ μαρτύρια δὲν λύγισαν τὴν πίστη τοῦ Ἁγίου, ὁ ὁποῖος συνεχῶς ὁμολογοῦσε τὴν πίστη του στὸν Χριστό. Οἱ εἰδωλολάτρες, ἀφοῦ ἀγωνίσθηκαν μάταια γιὰ νὰ μεταστρέψουν τὸ εὐσεβὲς φρόνημα αὐτοῦ, τὸν ἀποκεφάλισαν.
Ἔτσι ὁ Ἅγιος Θεοδώρητος ἔλαβε τὸ στέφανο τοῦ μαρτυρίου τῆς δόξας.

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2009

Κυρά Σαρακοστή

Την πρώτη μερα μετά το τέλος της Αποκριας ονομάζουμε Καθαρά Δευτέρα , γιατί απο εκείνη την ημέρα σταματα η κατανάλωση καθε αρτύσιμου φαγητου και αρχίζει η "κάθαρση" σωματικά και ψυχικά , με την νηστεία των 40 ημερών που ονομάζουμε Σαρακοστή.
Ενα εθιμο που εχει σχεδόν χαθεί ειναι αυτό της Κυρά Σαρακοστής. Την χρησιμοποιούσαν σαν ενα ιδιόμορφο ημερολόγιο για να μετράν τις βδομάδες της νηστείας (Σαρακοστής).
Η κυρά Σαρακοστή στις περισσότερες περιοχές ήταν μια χάρτινη ζωγραφιά. Απεικόνιζε μια γυναίκα με σταυρωμένα χέρια, λόγω προσευχής, χωρίς στόμα, λόγω νηστείας, και με εφτά πόδια που αναπαριστούσαν τις επτά εβδομάδες της Μεγάλης Σαρακοστής. Κάθε Σάββατο έκοβαν ένα πόδι και έτσι ήξεραν πόσες βδομάδες νηστείας απέμεναν μέχρι το Πάσχα. Το Μεγάλο Σάββατο, έκοβαν και το τελευταίο πόδι.
Αυτό το κομμάτι χαρτί το δίπλωναν καλά και το έκρυβαν σε ένα ξερό σύκο. Τοποθετούσαν το σύκο αυτό μαζί με άλλα, και σε όποιον το έβρισκε θεωρούνταν ότι του έφερνε γούρι.
Σε άλλα μέρη της Ελλάδας η Κυρά Σαρακοστή δεν ήταν φτιαγμένη από χαρτί, αλλά από ζυμάρι. Το ζυμάρι φτιαχνόταν με αλεύρι, αλάτι και νερό. Η διαδικασία ήταν κι εδώ η ίδια όπως και με την χάρτινη. Μια παραλλαγή του εθίμου της Κυράς Σαρακοστής είναι φτιαγμένη από πανί και γεμισμένη με πούπουλα.
Η Κυρά Σαρακοστή που έφτιαχναν στον Πόντο ήταν διαφορετική. Εκεί κρέμαγαν από το ταβάνι μια πατάτα ή ένα κρεμμύδι που πάνω του είχαν καρφωμένα εφτά φτερά κότας. Κι εδώ κάθε βδομάδα αφαιρούσαν ένα φτερό κι έτσι μέτραγαν το χρόνο μέχρι την Ανάσταση. Αυτό το «ημερολόγιο» το ονόμαζαν Κουκουρά.
Για την Κυρά Σαρακοστή εχουν γραφτεί και οι εξής στίχοι :

Την Κυρά Σαρακοστή
που 'ναι έθιμο παλιό
οι γιαγιάδες μας την φτιάχναν
με αλεύρι και νερό.

Για στολίδι της φορούσαν
στο κεφάλι εναν σταυρό
μα το στόμα της ξεχνούσαν
γιατι νήστευε καιρό.

Και τις μέρες της μετρούσαν
με τα πόδια της τα επτά.
Κόβαν ένα την βδομάδα
μέχρι 'νάρθει η Πασχαλιά.

Το βαγένι των δώδεκα μηνών

Στα πολύ παλιά χρόνια ο Μάρτης ήταν ο πρώτος μήνας του έτους.
Μια κατεργαριά όμως που έκαμε σε βάρος των αδερφών του, των άλλων μηνών, στάθηκε αιτία να του πάρει την πρωτοκαθεδρία ο Γενάρης.
Η σχετική παράδοση για το «βαγένι των δώδεκα μηνών» ή «το βουτσί» όπως λέγεται αλλού, έχει καταγραφεί από το Νικ. Πολίτη ως Κορινθιακή παράδοση και ο μύθος της έχει γίνει θέμα σατιρικής ποίησης. Μας λέει λοιπόν η παράδοση:
«Μια φορά κι έναν καιρό αποφασίσανε οι δώδεκα μήνες να βάν' νε κρασί σ' ένα βαγένι για να πίν' νε όποτε των έκανε όρεξη. Έτσι λοιπόν είπεν ο Μάρτης.
Εγώ θα ρίξω πρώτα στο βαγένι και ύστερα ρίχνετε και σεις.
Καλά, συ ρίξε, είπαν οι άλλοι. Και έτσι έγινε. Έρριξεν εκείνος στο βαγένι μούστο πρώτα και ύστερα οι άλλοι. Όταν λοιπόν εψήθη το κρασί είπε πάλι ο Μάρτης.
Εγώ έριξα πρώτα, πρώτα θ' αρχίσω και να πίνω.
Βέβαια, είπαν οι άλλοι. Έτσι λοιπόν ετρούπησε το βαγένι στο κάτου μέρος, και άρχισε και έπινε, ως που τόπιε ούλο και δεν άφηκε στάλα. Κατόπιν ήρθε η σειρά του Απρίλη να πάει στο βαγένι να πιάσει κρασί. Παγαίνει, το βρίσκει άδειο. Θυμώνει, το λέει στους άλλους. Τ' ακούνε εκείνοι θυμώνουνε, σκέφτουνται τι να κάνουνε. Τέλος μένουνε σύμφωνοι μεταξύ τους να τον τιμωρήσει ο Γενάρης για την κατεργαριά που τους έκανε. Τον πιάνει λοιπόν ο Γενάρης και του τραβάει ένα ξύλο που είπε αμάν. Του παίρνει και το υπούργημα άρχιζε δηλαδή πρώτα το νέο έτος από το Μάρτη και τώρ' αρχίζει από το Γενάρη. Αυτό είναι το υπούργημα που του πήρε. Όταν λοιπόν θυμάται το παιχνίδι που των έφτιαξε που ήπιε δηλαδή ούλο το κρασί, γελάει και ο καιρός ξαστερώνει. Όταν θυμάται πάλε το ξύλο πόφαγε κλαίει και βρέχει».
Η παράδοση, που με μικρές παραλλαγές τη συναντάμε και αλλού είναι αιτιολογική και σκοπεύει στην εξήγηση της ακασταστασίας του καιρού που συνήθως χαρακτηρίζει το Μάρτη.

Έθιμα παραμονής και δοξασίες του μήνα Μάρτη

Την πρώτη μέρα του Μάρτη συνηθιζόταν από τα παλιά χρόνια νέοι και νέες να βγαίνουν στα χωράφια και με τη δρόσο των σπαρτών έπλεναν το πρόσωπό τους για να μη μαυρίσουν. Απέφευγαν τη δρόσο των σπαρτών κριθαριού, γιατί αυτή φέρει σπυριά (κριθαρκά) κάτω από τα βλέφαρα.
Άλλο έθιμο ήταν να δένουν γύρω από τον καρπό του δεξιού χεριού τους και γύρω
από το λαιμό τους κλωστή από χρωματιστά νήματα στριμμένα, κόκκινα, λευκά και χρυσά. Καμμιά φορά στο μεγάλο δάχτυλο του ποδιού για να μη σκοντάφτουν.
Η κλωστή λέγεται «Μάρτη» ή «Μαρτιά» ή «Μαρτίτση» και όποιος τη φοράει δεν μαυρίζει από τον ήλιο του Μάρτη και φοριέται μέχρι το Πάσχα.
Στο Λιδωρίκι την πρώτη του Μάρτη φορούσαν στο χέρι ή το δάχτυλο τον «μάρτη», μια κόκκινη και μια λευκη κλωστή για το καλό του μήνα, και το έβγαζαν στο τέλος του μήνα, αφήνοντάς το πάνω στα δέντρα για να το πάρουν τα χελιδόνια για τις φωλιές τους. Αλλού πάλι το δένουν στις λαμπάδες της Λαμπρής για να καούν μαζί.
Στα χωριά της Στυμφαλίας (Δροσοπηγή πρώην Μπάσι) εκτός από τους μάρτηδες που φοράνε, πρωί - πρωί την πρώτη του Μάρτη η νοικοκυρά αντί για άλλο πρωϊνό φτιάχνει χυλό με μπομπότα και πετιμέζι και τρώνε όλοι για να μην τους πιάσει ο Μάρτης.
Τα παιδιά για περισσότερη προστασία βάζουν και λίγο και στη μύτη τους.
Σε άλλα μέρη έδιναν στα παιδιά τους αγόρια και κορίτσια να φάνε ένα μήλο
για να μη τους κάψει ο Μάρτης και για να έχουν γερά δόντια όλο το χρόνο.
Επίσης, τα μονοετή βρέφη λέγονταν πρωτομαρτούδκια και τα περιτυλίγουν με εφτά μάρτιδες, για να μείνουν άσπρα στη μορφή. Λέγανε ότι το παιδί που γεννιέται το Μάρτη είναι ευτυχισμένο. Μαρτούδκια λεγόντουσαν και τα τριχωτά σκουλήκια που γεννιούνται τον Μάρτη πάνω στα πεύκα σε αράχνες φωλιές και επειδή είναι επικίνδυνα οι άνθρωποι απέφευγαν το Μάρτιο τα πεύκα

Παροιμιες

Ο Μάρτης είναι ο πρώτος μήνας της άνοιξης και η φύση αρχίζει να ντύνεται στα γιορτινά της. Οι κάμποι είναι καταπράσινοι και γεμίζουν από πολύχρωμα λουλούδια του αγρού. Είναι ο μήνας της βλάστησης και λέγεται
«Από Μαρτιού πουκάμισο κι απ' Αύγουστο σεγκούνι»
«Ο Μάρτης έχει τ' όνομα κι ο Απρίλης τα λουλούδια»
«Ο Μάρτης με τα λούλουδα, ο Απρίλης με τα ρόδα».
Η αστρονομική έναρξη της Άνοιξης γίνεται στις 21 του Μάρτη με την «εαρινή ισημερία» που οι μέρες γίνονται ίσες με τις νύχτες και το καλοκαίρι τελειώνει στις 23 Σεπτέμβρη με την ισημερία φθινοπωρινή και η διαπιστωτική παροιμία επισημαίνει το φαινόμενο:
«Του Μάρτη και του Τρυγητή ίσα τα ημερόνυχτια».
Τον Μάρτιο παρατηρείται πολλές φορές ξηρασία και ανομβρία,γι αυτό λέγεται η φράση «τον Μάρτη ξύλα φύλαε μην κάψεις τα παλούκια».
Οι γεωργοί παρακαλούν τον Μάρτη να πέσουν έστω και λίγες βροχές, γι' αυτό και λένε: «Αν κάμει ο Μάρτης δυο νερά, ο Απρίλης άλλο ένα, αν δώσει και του Μάη και μυλλοψιχαλίσει, τότε να δει τ' αμπάρκα γεμισμένα»
«τότε να δει τη Μεσαρκά σιτάρι να γιωρκίσει
«Αν κάμει ο Μάρτης δυο νερά, ο Απρίλης ένα,
χαρά σε κείνον τον γεωργόν π' όχει πολλά σπαρμένα».
Επειδή τον Μάρτη κάνει βαρύ χειμώνα αλλά κάνει και ζέστες, που μπορεί να κάψουν και να μαυρίσουν την επιδερμίδα του προσώπου, λέγεται η φράση
«Απ' έχει κόρην όμορφην του Μάρτη δεν τη δείχνει».
Σχετικές με τις δοξασίες για τον Μαρτιάτικο ήλιο είναι και οι παροιμίες:
«το Μάρτη ο ήλιος βάφει και πέντε μήνες δεν ξεβάφει»
«Ο ήλιος του Μαρτιού τρουπάει κέρατο βοδιού»
«Τον Μάρτη οι αυγές με κάψανε του Μάη τα μεσημέρια»
«Το Μάρτη στον ήλιο να μην κοιμηθείς»
«Ο καλός Μάρτης στα κάρβουνα κι' ο κακός στον ήλιο».
Γενικά ο Μάρτης από απόψεως γεωργικής θεωρείται μήνας κλειδί. Οι σποραδικές βροχές του Μαρτίου συντελούν στην αύξηση και στο γέμισμα των σπαρτών.
Για τον Μάρτη λέγεται και η εξής φρασεολογία:
«Αν κάμει ο Μάρτης δυο νερά κι ούλος ο Απρίλης ένα, αν δώσει και του Μάη και ψιλοψυχαλίσει,κι εσέναν το αμάξι σου αφέντη τόσα αξίζει».
Ο Μάρτιος θεωρείται ο μήνας της αρχής του θέρους και λέγεται η φράση:
«από Μάρτη καλοκαίρι κι από Αύγουστο χειμώνας».
Οι γεωργοί προτιμάνε το Μάρτη βροχερό. Γιατί τότε η σοδειά τους θα είναι καλύτερη.
Άλλωστε το διαβεβαιώνουν και αρκετές παροιμίες:
«Μάρτης έβρεχε, θεριστής χαιρότανε»
«Κάλλιο Μάρτης στις γωνιές, παρά Μάρτης στις αυλές»
«Σαν ρίξει ο Μάρτης μια βροχή κι Απρίλης άλλη μία, να δεις κουλούρες στρογγυλές και πίττες σαν αλώνι».
Οι γεωργοί πιστεύουν ακόμα ότι το Μάρτη αρχίζουν τα σπαρτά να παίρνουν πάνω τους και να ψηλώνουν. Γι' αυτό και η παροιμία:
«Ο Μάρτης εδιαλάλησε μικρά μεγάλα απάνου».
Στην αστάθεια του Μαρτιάτικου καιρού και στην απότομη εναλλαγή ζέστης και κρύου, αναφέρονται και οι παροιμίες:
«Ο Μάρτης το πρωί το ψόφησε, και το βράδυ το βρόμισε».
«Ο Μάρτης ο πεντάγνωμος πέντε φορές εχιόνισε και
πάλι το μετάνοιωσε πως δεν εξαναχιόνισε».
και η συμβουλευτική:
«Κοίτα να μη σε γελάσει ο Μάρτης και χάσεις την ημέρα».

Οι γεωργοί για το μήνα Μάρτη

Από την καλοκαιρία ή την κακοκαιρία των ημερών του Μάρτη είχαν και τα αντίστοιχα προγνωστικά για την καλή ή την κακή σοδειά των φρούτων. Πίστευαν ότι οι μέρες αυτές έχουν τις φουρτούνες τους. Οι θαλασσινοί και οι ταξιδιώτες στη στεριά και στη θάλασσα είχαν το νου τους και φυλαγότανε.
Τις τελευταίες ημέρες του Μαρτίου ή τις πρώτες του Απριλίου γίνονται
μπόρες που συνηθέστερα τις έλεγαν «της γριάς οι μπόρες».
Σύμφωνα με τις λαϊκές δοξασίες σχετίζονται με την παρακάτω ιστορία:
Έπειτα από ένα βαρύ χειμώνα ήρθε ο Μάρτης και οι άνθρωποι ανάσαιναν - περισσότερο χάρηκε μια γριά, που χάιδεψε τα γιδοπρόβατά της λέγοντας "βγήκε ο Μάρτης τελείωσαν τα βάσανά μου εμπρός, πάμε στα παρχάρια".
Ο Μάρτης όμως θύμωσε υπερβολικά με τα περιφρονητικά της λόγια και παρεκάλεσε τον Φλεβάρη να του δανείσει τις τρεις πρώτες μέρες του, πράγμα που εκείνος δέχτηκε.
Τότε ο Μάρτης έκανε φοβερό κρύο και ανεμοθύελλες. Η γριά για να μην παγώσει πλησίαζε ολοένα τη φωτιά, ώσπου χώθηκε κάτω από το καζάνι της και κάηκε και φυσικά τα γιδοπρόβατά της σκόρπισαν.

Ὁ Ἅγιος Ἠσύχιος ὁ Συγκλητικὸς

Ὁ Ἅγιος Ἠσύχιος ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Μαξιμιανοῦ (286-305 μ.Χ.) καὶ κατεῖχε τὸ ἀξίωμα τοῦ Συγκλητικοῦ. Ὅταν διὰ διατάγματος τοῦ Μαξιμιανοῦ ξέσπασε ὁ διωγμὸς κατὰ τῶν Χριστιανῶν καὶ οἱ κατέχοντες ἀνώτερα ἀξιώματα Χριστιανοὶ ἀπαγορεύθηκε νὰ φέρουν ζώνη καὶ στολή, τότε ὁ Ἅγιος προτίμησε νὰ περιφρονήσει ὅλες τὶς τιμὲς τῆς πρόσκαιρης δόξας, ἀπέβαλε τὰ ἐνδύματα καὶ τὴ ζώνη τοῦ ἀξιωματικοῦ καὶ ἐνδύθηκε ταπεινὰ καὶ ἄσημα.Ὅταν ὁ αὐτοκράτορας ἔμαθε τί εἶχε γίνει ὀργίσθηκε καὶ διέταξε νὰ δέσουν στὸν λαιμὸ τοῦ Ἁγίου βαριὰ πέτρα καὶ ἂν τὸν ρίξουν στὸ ποτάμι.
Ἔτσι ὁ Ἅγιος Ἠσύχιος ἔλαβε τὸ στέφανο τῆς μακαρίας δόξας τοῦ Θεοῦ.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.
Ἄξιας κοσμικῆς, ἀπορρίψας τὸ κλέος, τὴν δόξαν τοῦ Χριστοῦ, ὠμολόγησας χαίρων, Ἠσύχιε πανένδοξε, Ἀθλητῶν ἐγκαλλώπισμα, ὅθεν ἔφερες, ὥσπερ τιμὴν τὴν αἰσχύνην, καὶ τὸν θάνατον, ἐν πνιγμονῇ τῶν ὑδάτων, δυνάμει τοῦ Πνεύματος.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’.
Ὁ Μάρτυς σου, Κύριε, ἐν τὴ ἀθλήσει αὐτοῦ, τὸ στέφος ἐκομίσατο τῆς ἀφθαρσίας ἐκ σοῦ τοῦ Θεοῦ ἠμῶν, ἔχων γὰρ τὴν ἰσχύν σου, τοὺς τυράννους καθεῖλεν, ἔθραυσε καὶ δαιμόνων τὰ ἀνίσχυρα θράση, Αὐτοῦ ταὶς ἰκεσίαις, Χριστὲ ὁ Θεός, σῶσον τᾶς ψυχᾶς ἠμῶν.

Ἡ Ἁγία Εὐθαλία ἡ Παρθενομάρτυς

Ἡ Ἁγία Μάρτυς Εὐθαλία καταγόταν ἀπὸ τὴ Σικελία καὶ ζοῦσε στοὺς Λεοντίνους. Ἡ μητέρα της, ποὺ ὀνομαζόταν καὶ αὐτὴ Εὐθαλία, ἔπασχε ἀπὸ αἱμορραγία. Μία μέρα φάνηκαν στὸν ὕπνο της οἱ Ἅγιοι Ἀλφειός, Φιλάδεφος καὶ Κυπρῖνος (τιμοῦνται 10 Μαΐου) καὶ εἶπαν σὲ αὐτήν, ὅτι θὰ θεραπευθεῖ μόνο ἐὰν πιστέψει στὸν Χριστὸ καὶ βαπτισθεῖ. Ἡ γυναῖκα πραγματικὰ πίστεψε καὶ βαπτίσθηκε. Ὁ εἰδωλολάτρης υἱὸς αὐτῆς Σιρμιλιανός, ὅταν τὸ ἄκουσε αὐτό, ἐπιτέθηκε κατὰ τῆς μητέρας του γιὰ νὰ τὴν πνίξει. Ἐκείνη ὅμως διέφυγε μὲ τὴν βοήθεια τῆς δούλης της. Τότε ἡ Μάρτυς Εὐθαλία ἔλεγξε μὲ δριμύτητα τὸν ἀδελφό της γιὰ τὴν πράξη του αὐτή. Ἐκεῖνος, μόλις ἄκουσε ὅτι καὶ αὐτὴ ἦταν Χριστιανή, τὴν παρέδωσε σὲ ἕναν ὑπηρέτη, γιὰ ἀτιμία καὶ στὴν συνέχεια μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια τὴν ἀποκεφάλισε.
Ἔτσι ἡ Μάρτυς Εὐθαλία εἰσῆλθε στὴ χαρὰ τοῦ Κυρίου της. ἦταν τὸ ἔτος 252 μ.Χ.

Ὁ Ἅγιος Θεόδοτος ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Κυρήνειας Κύπρου

Ἔζησε τὸν 4ο αἰῶνα μ.Χ. τότε ποὺ τὸ νησὶ τῆς Κύπρου βρισκόταν κάτω ἀπὸ τὴ βαριὰ Ρωμαϊκὴ σκλαβιά. Ὁ ἐπίσκοπος Θεόδοτος, ἄνθρωπος ταπεινὸς καὶ φλογερὸς στὴν πίστη, μὰ καὶ δραστήριος καὶ φιλάνθρωπος σὲ ὅλους, ἦταν ἕνα ἀληθινὸ δῶρο Θεοῦ γιὰ τὸ πολυβασανισμένο νησί. Οἱ χριστιανοὶ πολὺ τὸν ἀγαποῦσαν. Κι οἱ εἰδωλολάτρες ἐπίσης ἰδιαίτερα τὸν ἐκτιμοῦσαν. Στὸ ἱερὸ πρόσωπό του ἔβλεπαν ὅλοι τὸν στοργικὸ πατέρα καὶ τὸν ἀληθινὸ προστάτη. Μὲ τὰ λόγια του τὰ εὐαγγελικὰ ἁπάλυνε τὸν πόνο τοῦ λαοῦ του καὶ μὲ τὰ ἔργα του τὰ καθημερινά, ἔργα ἀγάπης καὶ καλοσύνης, ἀνακούφιζε τὴ δυστυχία ὅπου τὴν ἔβρισκε.Ἤρεμα κι ὄμορφα κυλοῦσε ἡ ζωὴ στὴν Κύπρο, μέχρι τὴ στιγμὴ ποὺ ξέσπασε ὁ νέος διωγμός. Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ προχωροῦσε ὁλοένα στὴ νίκη καὶ τὴ δόξα. Ἡ εἰδωλολατρία ἀντίθετα μέρα μὲ τὴ μέρα ἔφθινε. Βάδιζε πρὸς τὸν θάνατο. Δὲν τῆς ἔμενε παρὰ λίγη ζωή. Κι αὐτὴ τὴ στιγμὴ τὴν ὕστατη σὰν τὸ πληγωμένο θηρίο ὁ πονηρὸς συγκέντρωσε ὅση δύναμη μποροῦσε κι ὄρμισε γιὰ τὴν τελευταία μάχη: Γιὰ τὴν ἐξόντωση τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.
Ἡγεμόνας στὸ νησὶ ἦταν ὁ Σαβίνος.
Ἡ Ἱστορία τὸν περιγράφει σὰν ἄνθρωπο σκληρὸ κι ἀδίστακτο στὰ σχέδια καὶ τὶς ἐπιδιώξεις του. Φανατικὸς εἰδωλολάτρης ἐκμεταλλεύεται τὴν εὐκαιρία, γιὰ νὰ ἁρπάξει, νὰ φυλακίσει, νὰ ἐξορκίσει, νὰ θανατώσει κάθε ὀπαδὸ τοῦ Ναζωραίου Ἰησοῦ. Πόνος βαρὺς εἶχε πλακώσει τότε τὶς χριστιανικὲς καρδιές.
Οἱ πιστοὶ «διωκόμενοι, ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, ἐν ἐρημίαις πλανώμενοι καὶ ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ τοὶς ὀπαὶς τῆς γῆς" κινδυνεύουν νὰ ἀποκάμουν, νὰ κλονιστοῦν, νὰ πέσουν». Τὰ μαρτύρια εἶναι τρομερά. Πῶς νὰ τὰ ἀντέξουν;
Τὴ στιγμὴ αὐτὴ παρήγορος ἄγγελος προβάλλει ὁ ἱεράρχης τοῦ Θεοῦ. Ἀκούραστος, ἀτρόμητος, ἀλύγιστος τρέχει παντοῦ. Νὰ παρηγορήσει, νὰ τονώσει, νὰ ἐνισχύσει, νὰ ἀτσαλώσει τὴ θέληση γιὰ ἀγῶνα, νὰ ἐνθουσιάσει. Τῆς προσφορᾶς του αὐτῆς τὰ ἀποτελέσματα γίνονται σὲ λίγο παντοῦ αἰσθητά. Οἱ χριστιανοὶ μὲ τὸ χαμόγελο στὰ χείλη καὶ μὲ ψαλμῳδίες ἱερὲς βαδίζουν στὴν ὁμολογία, τὸ μαρτύριο, τὸν θάνατο. Οἱ εἰδωλολάτρες κατάπληκτοι μπροστὰ στὸ θάρρος τῶν χριστιανῶν καὶ τὴν παρρησία τους ὁμολογοῦν κι αὐτοὶ Θεὸ τοὺς τὸν Χριστὸ καὶ πεθαίνουν μὲ τ' ὄνομά του στὸ στόμα τους.
Ὁ Σαβίνος, ἄνθρωπος πονηρὸς κι ἔξυπνος, δὲν δυσκολεύεται νὰ ἀναγνωρίσει τὸν τροφοδότη αὐτοῦ τοῦ πνεύματος τῶν χριστιανῶν. Κι ἀποφασισμένος νὰ συντρίψει ὁπωσδήποτε τὴν πίστη τὴ χριστιανική, διατάζει νὰ συλλάβουν τὸν ἐπίσκοπο Θεόδοτο καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσουν μπροστά του.Σὲ λίγο ὁ πολιὸς ἱεράρχης σύρεται δέσμιος μπροστὰ στὸν σκληρὸ ἄρχοντα. Ἡ αἴθουσα εἶναι γεμάτη ἀπὸ εἰδωλολάτρες ἐπισήμους καὶ πάνοπλους στρατιῶτες. Σὲ λαμπρὸ θρόνο κάθεται ὁ ἡγεμόνας. Ἡ ματιά του σκληρὴ καὶ διαπεραστικὴ καρφώθηκε πάνω στὸν ἐπίσκοπο. Καὶ μία φωνὴ βαριὰ κι ἄγρια ἀκούεται νὰ τοῦ λέει:
Καιρὸς νὰ ξεκαθαρίσεις τὴ θέση σου, γέρο. Καιρὸς νὰ ἔρθεις μαζί μας καὶ νὰ προσφέρεις κι ἐσὺ θυσία στοὺς μεγάλους θεούς μας. Ἀλλιῶς...
Γαλήνιος ὁ ἅγιος ἐπίσκοπος σπεύδει νὰ δώσει τὴν ἀπάντησή του.
Ἄρχοντα, τὴν πίστη μου δὲν τὴν ἀρνοῦμαι. Τὸ χρυσάφι ποτὲ δὲν τὸ ἀνταλλάζει ἕνας μὲ τὸ χῶμα. Χρυσάφι ἄδολο εἶναι ἡ πίστη μου. Χῶμα ἄχρηστο τὰ εἴδωλα κι οἱ πέτρες ποὺ λατρεύετε σεῖς. Λίγος καιρὸς θὰ περάσει κι ἡ βασιλεία τῶν θεῶν σου θὰ ἐκλείψει ἀπὸ τὴ γῆ μας. Τοῦ Χριστοῦ μου ἡ βασιλεία ἄφθαρτος καὶ αἰωνία θὰ ξαπλωθεῖ σ' ὅλο τὸν κόσμο. Σ' αὐτὴ τὴ βασιλεία ὑπάρχει θέση καὶ γιὰ σένα καὶ γιὰ ὅλους. Ἐλᾶτε ὅλοι στὸν Χριστό...
Ἡ φωνὴ τοῦ γέροντα ἐπισκόπου, γλυκιὰ καὶ σταθερὴ βγαίνει ἀπ' τὰ στήθη του καὶ καταπλήσσει ὅσους τὸν ἀκοῦνε. Οἱ ἐπίσημοι, οἱ στρατιῶτες καὶ τὰ πλήθη ποὺ παρευρίσκονται τὰ ἔχουν χαμένα. Ποτὲ δὲν περίμεναν ἀπὸ ἕνα γέροντα ἱεράρχη τόσο θάρρος καὶ τόση ἀφοβία. Ὁ ἡγεμόνας σὰν πληρωμένο θεριὸ πετάχτηκε ἀπ' τὴ θέση του καὶ μὲ μανία διατάσσει.Στὰ βασανιστήρια. Ἐμπρός! Ἀρχίστε τὰ βασανιστήρια. Οἱ δήμιοι ξεσηκώνονται κι ἀρχίζουν. Μπροστὰ στὸν μαινόμενο ἡγεμόνα ἀφαιροῦν τὰ ἐνδύματα τοῦ ἐπισκόπου καὶ κτυποῦν μὲ τὰ μαστίγια τους. Τὸ γυμνὸ κορμὶ ξεσχίζεται. Τὸ αἷμα τρέχει ἄφθονο καὶ ποτίζει τὴ μαρτυρικὴ γῆ.Ὁ ἐπίσκοπος σιωπηλὸς κι ἀτάραχος δὲν ἀφήνει οὔτε ἕνα στεναγμὸ νὰ ξεφύγει ἀπ' τὸ στόμα του. Μὲ τὰ μάτια ὑψωμένα στὸν οὐρανὸ προσεύχεται καὶ παρακαλεῖ τὸν Θεὸ νὰ τὸν βοηθήσει. Τὰ λόγια τοῦ Κυρίου "μὴ φοβηθῆτε ἀπὸ τῶν ἀποκτεινάντων τὸ σῶμα τὴν δὲ ψυχὴν μὴ δυναμένων ἀποκτείναι" γίνονται γι' αὐτὸν ἀσπίδα καὶ "τεῖχος ἀπροσμάχητον". Ἀλύγιστος δέχεται τὰ κτυπήματα. Οὔτε ἕνα παράπονο δὲν βγαίνει ἀπ' τὰ στήθη του. Μὰ οὔτε κι ἕνα δάκρυ δὲν κυλᾷ ἀπὸ τὰ μάτια του.
Τὴν ἡρωικὴ αὐτὴ στάση του ὑπέροχα ψάλλει κι ὁ ὑμνογράφος τῆς Ἐκκλησίας μας μὲ τοῦτα τὰ λόγια!Καὶ βουνεύροις τυπτόμενος καὶ ἐν ξύλῳ τεινόμενος καὶ πικρῶς ξεόμενος, ἀξιάγαστε, καὶ φυλακὴ συγκλειόμενος, καὶ ἤλοις τοὺς πόδας σου καθηλούμενος δεινῶς πυρωθέντι κραββάτω τὲ προσκλινόμενος, ἀπερίτρεπτος ὤφθης τὸν ἐν πάσι, δυναμούντα σὲ δοξάζων, ἱερομάρτυς Θεόδοτε.
Ἡ σιωπὴ κι ἡ καρτερία τοῦ μάρτυρος ἐξοργίζει περισσότερο τὸν ἀνάλγητο ἡγεμόνα, ποὺ δίνει ἐντολὴ γιὰ δεύτερο βασανιστήριο.
Μὲ τρεμάμενα χέρια παίρνουν οἱ δήμιοι τὰ σιδερένια νύχια. Μὲ δυσκολία τὰ βυθίζουν στὸ σῶμα τοῦ ἁγίου καὶ τὸ ξεσχίζουν. Τὸ αἷμα τώρα τρέχει σὰν ποτάμι. Τὸ κορμὶ σφαδᾴζει. Οἱ πόνοι συγκλονίζουν τὸν μάρτυρα. Τὴν ἴδια στιγμὴ ἄλλοι δήμιοι μὲ λαμπάδες καῖνε τὶς ἀνοιγμένες πληγές. Τὰ πλήθη, ποὺ μὲ συγκρατημένη ἀναπνοὴ παρακολουθοῦν τὸ μαρτύριο, κλαίγουν καὶ θρηνοῦν.Ὁ ἅγιος καὶ πάλιν γενναῖος καὶ καρτερικὸς δὲν κάμπτεται. Κάποια στιγμὴ μονάχα ἀνοίγει τὸ στόμα του. Ὄχι γιὰ νὰ ὑβρίσει. Οὔτε καὶ νὰ καταραστεῖ. Αὐτά, οἱ ὕβρεις κι οἱ κατάρες, δὲν εἶναι γνωρίσματα τῶν μεγάλων ψυχῶν. Κι ὁ ἐπίσκοπος Θεόδοτος εἶναι μία μεγάλη ψυχή. Εἶναι ἕνα πιστὸ ἀντίγραφο τοῦ Πρωτομάρτυρας τοῦ Γολγοθά. Τί ἔκανε ὁ Κύριος, ὅταν ἦταν καρφωμένος στὸν σταυρό; Ἄνοιξε τὸ στόμα γιὰ νὰ πεῖ: "Πάτερ ἅφες αὐτοὶς οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιούσι".
Κι ὁ ἱεράρχης μας ἀνοίγει τὸ στόμα γιὰ νὰ ψελλίσει: "Κύριέ μου, συγχώρησέ τους..."
Τὰ λόγια τοῦ μάρτυρα συγκλονίζουν τὶς καρδιὲς τῶν δημίων. Ὁ λαμπάδες πέφτουν ἀπὸ τὰ χέρια τους. Μὲ δειλία στὴν ἀρχὴ μὲ ἐνθουσιασμὸ στὸ τέλος κραυγάζουν καὶ λένε: «Εἴμαστε κι ἐμεῖς χριστιανοί». «Κι ἐμεῖς», φωνάζουν κι ἄλλοι ἀπ' τὸ πλῆθος. Ὁ ἡγεμόνας χλωμὸς καὶ σαστισμένος βλέποντας τὸν λαὸ ἀγανακτισμένο κι ἕτοιμο νὰ ξεσπάσει σ' ἐπανάσταση φεύγει δειλά - δειλὰ δίνοντας ἐντολὴ νὰ κλείσουν τὸν καταπληγωμένο μάρτυρα στὴ φυλακή.
Ὁ ἐπίσκοπος στὴ φυλακή. Ἀνάμεσα στοὺς κακούργους. Ἀνάμεσα στοὺς κλέφτες καὶ τοὺς λῃστές. Μὲ τὸ κορμὶ ματωμένο καὶ πληγιασμένο. Μὰ μὲ τὸ πρόσωπο ὅλο καλοσύνη καὶ στοργὴ κι ἀγάπη. Ἀπὸ τὸ κελὶ τῆς φυλακῆς μία σιγανὴ μελῳδία ἀκούεται κάπου-κάπου. "Τί ἀνταποδώσωμεν τῷ Κυρίῳ περὶ πάντων, ὧν ἀνταπέδωκεν ἤμιν..."
Κι ὅταν ἡ βαριὰ πόρτα ἀνοίγει κι ὁ ἱεράρχης μὲ δυσκολία, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴ μορφὴ γαλήνια σέρνει τὰ πόδια του, γιὰ νὰ πλησιάσει τοὺς ἄλλους κρατουμένους νὰ τοὺς χαιρετήσει καὶ νὰ τοὺς μιλήσει, ἐκεῖνοι πρόθυμα τρέχουν κοντά του μὲ θαυμασμό, γιὰ ν' ἀκούσουν τὰ σωστικὰ λόγια του, Τοῦ Θεοῦ τὰ λόγια. Καὶ τὰ λόγια του αὐτὰ τὰ ἱερά, τοῦ Εὐαγγελίου τὰ λόγια πέτυχαν σὲ λίγες μέρες νὰ μεταλλάξουν τὴ φυλακὴ σὲ μία μικρὴ ἐκκλησία. Οἱ φωνὲς κι οἱ βρισιὲς κι οἱ βλαστήμιες ποὺ ἀκουόντουσαν ἐκεῖ μέσα ὡς τὴν ἥμερα ποὺ φυλακίστηκε ὁ ἅγιος, ἀντικαταστάθηκαν τώρα μὲ τὴν ἱεραποστολική του προσπάθεια. Μὲ προσευχές, ὑμνῳδίες κι ἱερὲς δοξολογίες.
Οἱ ἄγριες μορφὲς τῶν φυλακισμένων ἔχουν ἡμερέψει πιά. Οἱ καρδιὲς ἄνοιξαν στὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ καὶ μὲ συντριβὴ ζήτησαν τὴ συγχώρηση. Τὰ μάτια κλαῖνε ἀπ' τὴ χαρὰ καὶ τὴν εἰρήνη ποὺ ἔχει φέρει στὶς ψυχὲς ἡ ἀληθινὴ μετάνοια. Μία οἰκογένεια ἔχουν γίνει τώρα ὅλοι οἱ φυλακισμένοι. Μία ἀγαπημένη, μονιασμένη, εὐλογημένη οἰκογένεια. Ἀρχηγός της ὁ ἐπίσκοπος. Μέλῃ της οἱ φυλακισμένοι. Οἱ ἀναγεννημένοι κι ἐλεύθεροι αὐτοὶ κρατούμενοι.
Ἡ προσευχὴ ποὺ γίνεται μὲ ταπείνωση καὶ πίστη καὶ ἐπιμονὴ κατορθώνει κι ἐκεῖνα, ποὺ φαινομενικὰ παρουσιάζονται σὰν ἀκατόρθωτα. Αὐτὸ πέτυχαν κι οἱ χριστιανοὶ τῆς Κερύνειας. Ἀφοῦ μὲ τὶς φωνὲς καὶ τὶς διαμαρτυρίες τους ἔσωσαν τὸν ἱεράρχη τους, ὕστερα κατέφυγαν στὸ μέσο ποὺ τοὺς ἀπέμεινε: Τὴν προσευχή.
Καὶ νά! Ἡ ἀπάντηση τοῦ Θεοῦ δὲν ἄργησε νὰ ἔρθει. Μία μέρα τρανή, μία μέρα ἅγια καὶ κοσμοϊστορική, ἡ εἰδωλολατρία κτυπήθηκε.
Ο Μ. Κωνσταντῖνος, τῆς Ἁγίας Ἑλένης ὁ εὐλογημένος γιὸς κι ἰσαπόστολος, νίκησε τὸν εἰδωλολάτρη Λικίνιο κι ἀνακήρυξε ὡς ἐπίσημη θρησκεία τῆς ἀπέραντης ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας, τὴ χριστιανικὴ θρησκεία.
Τότε κι ὁ ἅγιος ἱερομάρτυρας Θεόδοτος ἀποφυλακίστηκε. Πόσο συγκινητικὴ ἦταν ἐκείνη ἡ στιγμὴ ποὺ οἱ ἄνθρωποι τῆς φυλακῆς κτύπησαν τὴν πόρτα γιὰ νὰ ἀνοίξουν. Ὁ ἅγιος γονατιστὸς προσευχόταν καὶ μὲ λαχτάρα περίμενε τὸν ἐρχομό τους. Περίμενε γιὰ τὴ συνέχεια τοῦ μαρτυρίου. Τὴν εὐλογημένη συνέχεια, ὅπως τὴν ὀνόμασε ὁ ἴδιος. Κι ὅταν οἱ δήμιοι μπῆκαν στὸ κελὶ καὶ τοῦ εἶπαν: «Γέρο, εἶσαι ἐλεύθερος. Τέλειωσαν τὰ βάσανά σου...» καὶ μὲ λίγα λόγια τοῦ ἐξήγησαν αὐτὸ ποὺ ἔγινε, ὁ ἀτρόμητος ἐργάτης τοῦ Χριστοῦ σήκωσε τὰ χέρια καὶ μὲ φωνὴ τρεμάμενη ἀπὸ συγκίνηση φώναξε:
Δοξασμένο τὸ Πανάγιο Ὄνομά σου, Ἰησοῦ μου! Δοξασμένο εἰς τοὺς αἰῶνας.
Καὶ μὲ δάκρυα στὰ μάτια καὶ φωνὴ χαμηλή, ψιθυριστά, πρόσθεσε:
- Καὶ τὸ εὐλογημένο μαρτύριο... Ἡ ἀπόλαυση ποὺ ἔνοιωθα, σὰν ὑπέφερα γιὰ τὴν ἀγάπη σου...
Ὕστερα ἀπ' τὴν ἀποφυλάκιση ὁ ζηλωτὴς ἐπίσκοπος γύρισε στὸ ποίμνιό του. Οἱ χριστιανοί του τὸν ὑποδέχθηκαν μὲ δάκρυα χαρᾶς καὶ δοξολογίες τοῦ Μεγάλου Θεοῦ. Δυὸ χρόνια ἔζησε κοντά τους. Πατέρας τους στοργικός, ἀκατάβλητος, φλογερός.
Οἱ κόποι ὅμως καὶ τὰ βάσανα τῆς φυλακῆς τὸν εἶχαν καταβάλει. Κάποιο δειλινὸ τοῦ ἔτους 315 μ.Χ., ἡ ἅγια ψυχή του πέταξε στὸν οὐρανό. Ἄγγελοι τὴν παρέλαβαν, γιὰ νὰ τὴν ὁδηγήσουν μπροστὰ στὸν θρόνο τοῦ Χριστοῦ. Οἱ χριστιανοὶ μ' εὐλάβεια κήδευσαν τὸ σῶμα του καὶ στὴ μνήμη τους διατήρησαν πάντα ἄσβηστη τὴν παρουσία του.

Ὁ Ἅγιος Τσὰντ ἐκ Σκωτίας

Ὁ Ἅγιος Τσὰντ ἦταν ἀδελφὸς τοῦ Ἁγίου Σέντ, Ἐπισκόπου Λονδίνου. Σπούδασε στὴ μονὴ Λίντισφερν, ὑπὸ τὴν καθοδήγηση τοῦ Ἁγίου Ἀϊδανοῦ. Κλήθηκε ἀπὸ τὸν ἀδελφό του νὰ τὸν βοηθήσει στὴν ἵδρυση τῆς μονῆς Λάστινγκχαμ, κοντὰ στὰ ὄρη τῆς Γιορκσάιρ. Μετὰ τὴν ἐκλογὴ τοῦ Ἁγίου Σὲντ ὡς Ἐπισκόπου Λονδίνου ἀνέλαβε ὁ ἴδιος τὴν ἡγουμενία τῆς μονῆς. Ὁ βασιλεὺς Ἄλσφριντ τὸν κάλεσε νὰ ἀναλάβει τὴν ἐπισκοπικὴ θέση τοῦ βασιλείου του καὶ ἡ χειροτονία ἔγινε ἀπὸ ἕνα μόνο Ἐπίσκοπο. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Καντουαρίας Θεόδωρος δὲν ἀνεγνώρισε τὴν ἐκλογὴ καὶ διέταξε νὰ ἐγκατασταθεῖ ἐκεῖ ὁ κανονικὸς Ἐπίσκοπος τῆς περιοχῆς. Ἐπειδὴ ὅμως ἐντυπωσιάσθηκε ἀπὸ τὴν ταπείνωση καὶ τὴν ἁγιότητα τοῦ βίου τοῦ Ἁγίου Τσάντ, τὸν ἐγκατέστησε ὡς Ἐπίσκοπο τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας τῆς Μερσία.
Ὁ Ἅγιος Τσὰντ κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη, τὸ ἔτος 673 μ.Χ. κατὰ τὴν διάρκεια μεγάλης ἐπιδημίας. Ἐνταφιάσθηκε στὸ ναὸ τῆς Παναγίας τοῦ Λίτσφιλτ καὶ ἐπὶ τοῦ τάφου του ἔγιναν πολλὰ θαύματα.

Ὁ Ὅσιος Ἀρσένιος ἐκ Ρωσίας


Ὁ Ὅσιος Ἀρσένιος γεννήθηκε στὴν πόλη Τβὲρ τῆς Ρωσίας καὶ ἔζησε κατὰ τὰ τέλη τοῦ 14ου καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 15ου αἰῶνα μ.Χ. Ἀσκήτεψε στὴν μονὴ τῆς Λάυρας τοῦ Κιέβου καὶ τὴ μονὴ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Ζελτίκοβο. Κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη.


Ὁ Ὅσιος Ἀβράμιος ἐκ Ρωσίας




Ὁ Ὅσιος Ἀβράμιος τοῦ Σπασκ ἔζησε καὶ ἀσκήτεψε στὴ Ρωσία κατὰ τὸν 16ο αἰῶνα μ.Χ. στὴ μονὴ τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ Κοργιαζέμ. Κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη.



Ὁ Ὅσιος Ἀρέθας ὁ Ἔγκλειστος


Ὁ Ὅσιος Ἀρέθας ἔζησε κατὰ τὰ τέλη τοῦ 14ου καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 15ου αἰῶνα μ.Χ. Καταγόταν ἀπὸ τὴν πόλη Τβὲρ τῆς Ρωσίας καὶ ἔγινε μοναχὸς στὴ Λαύρα τοῦ Κιέβου. Ἐξελέγη Ἐπίσκοπος, ἀλλὰ λίγο ἀργότερα ἀποσύρθηκε γιὰ νὰ ἀκολουθήσει τὴν ἡσυχαστικὴ ὁδὸ τοῦ ἐγκλείστου μοναχικοῦ βίου.
Ὁ Ὅσιος Ἀρέθας κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1409 καὶ ἡ ἀνακομιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων αὐτοῦ ἔγινε τὸ 1483

Οἱ Ὅσιοι Βαρσανούφιος, Σάββας, Σαββάτιος καὶ Εὐφρόσυνος ἐκ Ρωσίας

Οἱ Ὅσιοι Βαρσανούφιος, Σάββας, Σαββάτιος καὶ Εὐφρόσυνος ἔζησαν στὴ Ρωσία κατὰ τὸν 15ο αἰῶνα μ.Χ. καὶ ἀσκήτεψαν στὴν περιοχὴ Τβέρ.
Οἱ Ὅσιοι κοιμήθηκαν μὲ εἰρήνη.

Ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὁ Πλανᾶς

Ὁ Ἅγιος Νικόλαος γεννήθηκε στὴ νῆσο Νάξο τῶν Κυκλάδων τὸ ἔτος 1851 μ.Χ., ἀπὸ τὸν Ἰωάννη καὶ τὴν Αὐγουστίνα, τὸ γένος Μελισσουργοῦ. Οἱ εὐσεβεῖς γονεῖς του τὸν ἀνέθρεψαν μὲ παιδεία καὶ νουθεσία Κυρίου.
Ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία ἐξέφρασε τὴν ἔφεση καὶ τὴν ἀγάπη του πρὸς τὰ ὅσια καὶ τὰ ἱερά. Ἦταν φιλακόλουθος καὶ διακονοῦσε πάντοτε στὸ ἱερὸ τὸν παππού του ἱερέα Γεώργιο Μελισσουργό. Προορισμένος ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ γίνει λειτουργὸς τῶν ἁγίων μυστηρίων Αὐτοῦ μετεῖχε ἀδιάλειπτα στὴ λειτουργικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μὲ νηστεία, προσευχὴ καὶ ἀγρυπνία.
Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ πατέρα του ᾖλθε μὲ τὴν μητέρα του καὶ τὴν ἀδελφή του στὴν Ἀθῆνα, ὅπου ἔγινε προστάτης αὐτῶν. Νυμφεύθηκε, χήρευσε ὅμως νωρίς. Ἡ πρεσβυτέρα του ἀπεβίωσε μόλις γεννήθηκε τὸ παιδί τους, ὁ Γιαννάκης, ποὺ τὸ μεγάλωσε μόνος.
Ὁ Κύριος δὲν βράδυνε νὰ τὸν ἀναδείξει λειτουργὸ τῆς Ἐκκλησίας του καὶ τὸν κατέστησε εὔθετο καὶ εὔχρηστο στὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ. Χειροτονεῖται διάκονος στὶς 28 Ἰουλίου 1879, στὸ ναὸ Μεταμορφώσεως τῆς Πλάκας καὶ μετὰ ἀπὸ πέντε χρόνια, στὶς 2 Μαρτίου 1884, χειροτονεῖται Πρεσβύτερος στὸ ταπεινὸ ἐκκλησάκι τοῦ Ἁγίου Ἐλισσαίου, στὸ Μοναστηράκι. Διακονεῖ στὸ ἱερὸ θυσιαστήριο ἐπὶ πενήντα χρόνια περίπου (1884-1932), στοὺς ναοὺς καὶ τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, κοντὰ στὸν Ἰλισσὸ ποταμὸ καὶ τῆς ἀκόμη φτωχότερης καὶ ἀπόμερης τότε ἐκκλησίας τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου τοῦ λεγόμενου «Κυνηγοῦ», στὴ σημερινὴ ὁδὸ Βουλιαγμένης. Διακρίθηκε ὡς ὁ λειτουργικότερος ἱερεύς, ἄνθρωπος προσευχῆς, τοῦ ὁποίου ἡ ζωὴ ὑπῆρξε καὶ ἀναδείχθηκε συνεχὴς διακονία τοῦ Θυσιαστηρίου. Ἀπὸ «φυλακῆς πρωίας μέχρι νυκτός» παρέμενε στὸ ναό. Ἦταν ἀφιλάργυρος κατὰ τὸν τρόπο καὶ πλήρης ἔργων ἀγαθῶν καὶ ἐλεημοσύνης. Τοῦ ἀρκοῦσε γιὰ τροφὴ λίγο ψωμὶ καὶ λίγα χόρτα, τὰ ὁποῖα συνέλεγε ὁ ἴδιος καί, κάποιες φορές, λίγο γάλα ποὺ τοῦ πρόσφεραν βοσκοὶ στὴν ἐρημικὴ τότε περιοχὴ τῆς ἐνορίας του. Ἀλησμόνητες παρέμειναν οἱ ἀγρυπνίες τὶς ὁποῖες τελοῦσε στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἐλισσαίου Ἀθηνῶν. Ἀναφέρονται καὶ μαρτυρίες παιδιῶν, ὅτι τὸν ἔβλεπαν κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Θείας Λειτουργίας μεταρσιωμένο νὰ στέκεται ὑπεράνω τῆς γῆς. Μαρτυρίες δὲ περιφανῶν λογίων, ὅπως τοῦ Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη καὶ Ἀλέξανδρου Μωραϊτίδη, ποὺ ἔψαλλαν στὶς ἀγρυπνίες τὶς ὁποῖες τελοῦσε, ἐξαίρουν τὴν σπάνια καὶ ἁγία ἱερατικὴ αὐτοῦ προσωπικότητα.
Ὁ παπά-Νικόλας, ὁ λεγόμενος «ἁπλούς», ζοῦσε μέσα στὴν χαρὰ τῆς Θείας Εὐχαριστίας, τὴν ὁποία τελοῦσε ἀνελλιπῶς κάθε ἡμέρα, ὅπως τὴν ὅριζαν οἱ λειτουργικοὶ κανόνες καὶ τὴν παρέτεινε ἐπὶ πολλὲς ὧρες, γιὰ νὰ ἔχει τὴν πνευματική της ἀπόλαυση. Πάντα ἀνταποκρινόταν στὸ γνήσιο Ὀρθόδοξο φρόνημα καὶ τελοῦσε πανηγυρικὰ τὸ Μυστήριο τῆς ἐλεύσεως καὶ παρουσίας τοῦ Ἀναστημένου Κυρίου, ποὺ ἀποκαλύπτει τὸν ἑαυτό Του ὅπως τότε στὸ Μυστικὸ Δεῖπνο. Ἡ χαρὰ τῆς Ἀναστάσεως, ποὺ βρίσκεται στὴν καρδιὰ τῆς Εὐχαριστίας, γινόταν ὀντολογικὴ ἀναψυχὴ καὶ ἀγαλλίαση στὸν φλεγόμενο ἀπὸ θεία Ἀγάπη Γέροντα. Ἡ μέθεξή του στὴν πασχάλια χαρὰ τὸν συνέπαιρνε. Δὲν ἦταν γι’ αὐτὸν ἕνα ἁπλὸ ἐφημεριακὸ καθῆκον. Πρόφαση ἦταν τὸ ἐπὶ ὧρες παρατεινόμενο μνημόσυνο τῶν ζωντανῶν καὶ τῶν κοιμηθέντων, ἀπὸ τὸν ὄγκο τῶν σημειωμάτων ποὺ κρατοῦσε πάντα σὲ ἕνα δισκάκι. Στὴν πραγματικότητα δὲν ἤθελε νὰ διακόψει ποτὲ τὴν χαρὰ τῆς Τράπεζας τῆς Εὐχαριστίας, τὴ θέα τοῦ Ἀναστημένου Σώματος καὶ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ.
Ὁ ἀείμνηστος Γέροντας, ἀφοῦ ἔφθασε στὰ 82 τοῦ χρόνια καὶ ἔδωσε πρωτοφανῆ στὸν αἰῶνα μας μαρτυρία οὐρανίων χαρισμάτων, ὁσιότητος, ταπεινώσεως, ἁπλότητος, διακρίσεως, ἐλεημοσύνης, ἀσκήσεως καὶ κατὰ Θεὸν σοφίας, ἀφοῦ στάθηκε ὁ μοναδικὸς προστάτης χιλιάδων ὀρφανῶν καὶ πτωχῶν καὶ ἔφθασε σὲ ὕψος θείας τελειότητος, κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1932 μ.Χ.
Ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου ἱερέως Νικολάου τοῦ Πλανά, ὕστερα ἀπὸ ἀπόφαση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τιμᾶται κατὰ τὴν πρώτη Κυριακὴ τοῦ Μαρτίου, διὰ μεταθέσεως ἐκ τῆς κυριώνυμης ἡμέρας αὐτοῦ

Σύναξη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Ἐνθρόνου

Ἡ ἱερὰ εἰκόνα ἀνακαλύφθηκε στὶς 2 Μαρτίου 1917 στὸ χωριὸ Κολομσκόιυ, κοντὰ στὴν Μόσχα, κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς ἀναγκαστικῆς παραιτήσεως τοῦ Ἁγίου Νικολάου, τσάρου τῆς Ρωσίας.

Ὁ Ἅγιος Ἀμβρόσιος Πατριάρχης Γεωργίας

Ὁ Ἅγιος Ἀμβρόσιος (Τσελάια) γεννήθηκε τὸ ἔτος 1861 στὸ χωριὸ Μαρτβίλι τῆς ἐπαρχίας Σαμαγκρέλο τῆς Γεωργίας. Σπούδασε στὸ ἐκκλησιαστικὸ σεμινάριο τῆς Τυφλίδος καὶ στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἀκαδημία τοῦ Καζᾶν. Μόνασε στὴ μονὴ τοῦ Σελίσκι καὶ τὸ 1906 ἔγινε ἡγούμενος τῆς μονῆς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ. Στὶς 14 Ὀκτωβρίου 1921 ἐξελέγη Καθολικὸς Πατριάρχης Γεωργίας καὶ ποίμανε τὸ ποίμνιό του θεοφιλῶς.
Ὁ Ἅγιος Ἀμβρόσιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη στὶς 27 Μαρτίου 1927.

Ὁ Ὅσιος Ἰωακεὶμ ὁ Ἰθακήσιος

Ὁ Ὅσιος Ἰωακείμ, κατὰ κόσμο Ἰωάννης Πατρίκιος, γεννήθηκε στὸν οἰκισμὸ Καλύβια τῆς Ἰθάκης ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ ἐνάρετους γονεῖς, τὸν Ἄγγελο καὶ τὴν Ἁγνή.
Ὁ Ἰωάννης σὲ μικρὴ ἡλικία ἔχασε τὴν μητέρα του. Ὁ πατέρας του νυμφεύθηκε καὶ πάλι, ἀλλὰ ἡ μητριὰ τοῦ Ἰωάννου τὸν ταλαιπωροῦσε καὶ τὸν βασάνιζε. Ὁ Ἅγιος, τὰ δύσκολα αὐτὰ χρόνια, ἀσκήθηκε στὴν ὑπομονὴ καὶ τὴν ταπείνωση, βρίσκοντας καταφύγιο στὴν προσευχή, στὸ ἐκκλησάκι τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος καὶ στὴν μελέτη τῶν ἱερῶν βιβλίων.
Στὴν ἐφηβική του ἡλικία ἐργάσθηκε ὡς ναυτικὸς στὸ καΐκι τοῦ πατέρα του, προκαλώντας τὸν σεβασμὸ καὶ τὴν ἐκτίμηση τοῦ πληρώματος γιὰ τὶς ἀρετὲς καὶ τὸ ἦθος του.
Σὲ κάποιο ἀπὸ τὰ ταξίδια του βρῆκε καταφύγιο στὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἐκεῖ, στὴ Μεγίστη μονὴ Βατοπεδίου κείρεται μοναχὸς καὶ λαμβάνει τὸ ὄνομα Ἰωακείμ.
Μὲ τὴν ἔναρξη τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως ὁ ἡγούμενος τῆς μονῆς ἐπιλέγει τὸν Ὅσιο καὶ τὸν ἀποστέλλει ἱεροκήρυκα στὴν Πελοπόννησο. Ἐκεῖ ὁ Ἅγιος διδάσκει, καθοδηγεῖ, στηρίζει καὶ ἐνθαρρύνει τοὺς Ἕλληνες. Ἐπιπλέον, μὲ τὸ καΐκι τοῦ ἐκ Κεφαλληνίας παπά-Γιάννη Μακρή, μεταφέρει ἀπὸ τὴν Πελοπόννησο στὰ Ἐπτάνησα γέροντες καὶ γυναικόπαιδα, σώζοντάς τους ἀπὸ τὶς ἐπιδρομὲς τοῦ Ἰμπραήμ.
Περὶ τὸ 1827 ὁ Ὅσιος Ἰωακεὶμ φθάνει στὴν ἀγγλοκρατούμενη πατρίδα του Ἰθάκη. Γιὰ 49 χρόνια διακονεῖ μέσα στὸν κόσμο καὶ προφυλάσσει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, τὴν πλάνη, τὴν αἵρεση. Ἀναφέρονται περιπτώσεις ποὺ ὁ Ἅγιος προσευχόταν καὶ βρισκόταν ἐπάνω ἀπὸ τὸ ἔδαφος, πλημμυρισμένος ἀπὸ οὐράνιο φῶς. Ὁ Θεὸς τοῦ χαρίζει τὸ διορατικὸ χάρισμα καὶ ἔτσι γίνεται ὁ σύμβουλος, ὁ παιδαγωγὸς ἐν Χριστῷ καὶ ὁ ἰατρὸς τῶν Ἰθακησίων.
Ἔτσι ἀφοῦ ἔζησε ὁ Ὅσιος Ἰωακείμ, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1868

Ὁ Ἅγιος Ἀρσένιος Ἐπίσκοπος Τβὲρ τῆς Ρωσίας



Ὁ Ἅγιος Ἀρσένιος ἔζησε στὴν Ρωσία κατὰ τὰ τέλη τοῦ 14ου καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 15ου αἰῶνα μ.Χ. Ἀπὸ νωρὶς εἰσῆλθε στὴ μοναχικὴ πολιτεία τῆς Λαύρας τοῦ Κιέβου καὶ ἐξελέγη Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Τβέρ.
Ὁ Ἅγιος Ἀρσένιος κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη.

Οἱ Ἅγιοι Ἀνδρόνικος καὶ Ἀθανασία

Οἱ Ἅγιοι Ἀνδρόνικος καὶ Ἀθανασία ἦταν ἐνάρετοι σύζυγοι καὶ κατάγονταν ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια τῆς Συρίας. Ὁ Ἅγιος Ἀνδρόνικος, ποὺ ἀσκοῦσε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ἀργυραμοιβοῦ, καὶ ἡ Ἁγία σύζυγός του ζοῦσαν πάντοτε κατὰ Θεόν. Ὁ πλοῦτος ποὺ τοὺς εἶχε χαρίσει ὁ Κύριος δὲν εἶχε γεμίσει τὴν καρδιὰ τους ὑπερηφάνεια καὶ οἴηση. Ἀπέκτησαν ἀπὸ τὸν γάμο τους δυὸ παιδιά, τὰ ὁποία ὅμως πέθαναν. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ κατέθλιψε τοὺς Ἁγίους ποὺ ζήτησαν παρηγοριὰ στὸ προσκύνημά τους στοὺς Ἁγίους Τόπους. Ἀπὸ ἐκεῖ ἔφθασαν στὴν Αἴγυπτο, ὅπου μὲ κοινὴ ἀπόφαση εἰσῆλθαν σὲ μονὴ καὶ ἔγιναν μοναχοί. Ὁ μὲν Ὅσιος Ἀνδρόνικος στὴ μονὴ τοῦ Ἀββᾶ Δανιήλ, ἡ δὲ Ὁσία Ἀθανασία στὴ γυναικεία μονὴ τῶν Ταβεννησιωτῶν. Ἐκεῖ ἀφοῦ ἔζησαν θεοφιλῶς, κοιμήθηκαν μὲ εἰρήνη.
Ἡ Ἐκκλησία τιμᾷ τὴν μνήμη τους καὶ στὶς 9 Ὀκτωβρίου.

Ὁ Ἅγιος Κοΐντος ὁ Μάρτυρας, Ὁμολογητὴς καὶ Θαυματουργὸς

Ὁ Ἅγιος Μάρτυρας Κοΐντος ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Αὐρηλιανοῦ (270-275 μ.Χ.). Καταγόταν ἀπὸ τὴ Φρυγία καὶ γεννήθηκε ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους γονεῖς. Ἀπὸ μικρὸς ἀσκήθηκε στὴν ἐλεημοσύνη καὶ τὴν ἀγάπη πρὸς τοὺς πάσχοντες. Ὅταν ᾖλθε στὴν πόλη τῆς Αἰολίδος καὶ ἔγινε γνωστὸ στὸν ἡγεμόνα Ροῦφο ὅτι διαμοίραζε ἐλεημοσύνη στοὺς πτωχοὺς Χριστιανούς, συνελήφθη ἀπὸ αὐτὸν καὶ ἐκβιαζόταν νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα. Ἀλλὰ ἐπειδὴ ὁ Ἅγιος τὸν θεράπευσε ἀπὸ τὴν ἀσθένεια ποὺ εἶχε, τὸν ἄφησε ἐλεύθερο. Ἀπὸ ἐκεῖ μετέβη σὲ ἄλλη πόλη, τὴν Κύμη, ὅπου οἱ Ἐθνικοὶ τὸν συνέλαβαν καὶ τὸν ὁδήγησαν σὲ εἰδωλολατρικὸ ναό, πιέζοντας τὸν νὰ ἀρνηθεῖ τὴν πίστη του καὶ νὰ προσκυνήσει τὰ εἴδωλα. Ξαφνικὰ ὅμως ἔγινε μεγάλος σεισμὸς καὶ ὁ ναὸς κατέπεσε. Οἱ εἰδωλολάτρες ἔφυγαν ἔντρομοι καὶ ἄφησαν ἐκεῖ τὸν Ἅγιο. Σαράντα ἡμέρες μετὰ τὸν σεισμό, ὁ ἄρχοντας τῆς περιοχῆς Κλέαρχος, ἄνθρωπος δεισιδαίμονας καὶ σκληρός, ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τὸν συλλάβουν καὶ νὰ τοῦ συντρίψουν τὰ σκέλη. Μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ ὁ Ἅγιος ἔγινε καλὰ καὶ ἔζησε ἀκόμη δέκα χρόνια. Ὅλο αὐτὸν τὸν καιρὸ διερχόταν τὶς πόλεις καὶ τὰ χωριὰ θεραπεύοντας τοὺς ἀσθενεῖς καὶ ἐλεώντας τοὺς πτωχούς.
Ἔτσι ἀφοῦ ἔζησε ὁ Ἅγιος Κοΐντος, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Οἱ Ἅγιοι Νέστωρ καὶ Τριβιμίνος οἱ Μάρτυρες

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Νέστωρ καὶ Τριβιμίνος ἢ Τριβίμιος κατάγονταν ἀπὸ τὴν πόλη Πέργη τῆς Παμφυλίας, χώρα τῶν Κιβυρραιωτῶν καὶ ἔζησαν κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ ἀσεβοῦς βασιλιὰ Δεκίου (249-251 μ.Χ.). Ἐπειδὴ ἦταν Χριστιανοὶ καὶ κήρυτταν μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία τὸν Χριστό, κατηγορήθηκαν στὸν ἄρχοντα τῆς Πέργης. Αὐτός, ἀφοῦ ἀμέσως ἔστειλε πλῆθος στρατιωτῶν, τοὺς συνέλαβε καὶ τοὺς ὁδήγησε δεμένους στὸ δικαστήριο καὶ ἔθεσε ἐνώπιόν τους ὅλα τὰ ὄργανα τῶν βασανιστηρίων. Οἱ Μάρτυρες ὅμως περιφρονοῦσαν τὶς ἀπειλὲς καὶ ὁμολογοῦσαν μὲ γενναιότητα τὸν Χριστό. Γι’ αὐτὸ τοὺς γύμνωσαν καὶ τοὺς κτυποῦσαν μὲ σκληρὰ σχοινιὰ ἀπὸ νεῦρα βοδιῶν. Ἔπειτα τοὺς κρέμασαν, τοὺς καταξέσκισαν τὶς σάρκες καὶ τέλος τοὺς ἀποκεφάλισαν.
Ἔτσι, ἀφοῦ τελειώθηκε ὁ βίος τους, μὲ εὐχαρίστηση παρέλαβε τὶς ψυχὲς τους ὁ μισθαποδότης Κύριος

Ελληνικές Λαϊκές ονομασίες του μήνα Μάρτη

Ο Μάρτης λέγεται Βλάσταρος και Ανοιξιάτης, γιατί είναι ο μήνας που φέρνει την άνοιξη. Στις 21 Μαρτίου έχουμε την εαρινή ισημερία, δηλαδή ίση διάρκεια της ημέρας και της νύχτας.
Ο άστατος καιρός είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα του Μάρτη, του Γδάρτη και Παλουκοκαύτη, όπως έλεγαν το Μάρτιο τα παλιά χρόνια , που τα σπίτια ζεσταίνονταν με τζάκια και ξυλόσομπες.
Τον λέγανε και Δίγαμο: «Ο Μάρτης έχει δύο γυναίκες, τη μία πολύ όμορφη και φτωχή, την άλλη πολύ άσχημη και πολύ πλούσια. Ο Μάρτης κοιμάται στη μέση. Όταν γυρίζει από την άσχημη, κατσουφιάζει, μαυρίζει και σκοτιδιάζει όλος ο κόσμος, γι' αυτό παλουκοκαύτης. Όταν γυρίζει από την όμορφη, γελάει, χαίρεται και λάμπει όλος ο κόσμος».
Άλλοι υποστηρίζουν πως ο Μάρτης τη γυναίκα που παντρεύτηκε, από μπροστά ήταν πολύ άσχημη, ενώ από πίσω ήταν πολύ όμορφη! Όταν ο Μάρτης τη βλέπει κατά πρόσωπο κλαίει και ο καιρός χαλάει. Όταν την κοιτάζει από τις πλάτες ευχαριστιέται και ο καιρός καλοσυνεύει. Γι αυτό και η παροιμία λέει: «Ο Μάρτης πότε κλαίει και πότε γελάει». Επειδή είναι άστατος λέγεται πεντάγνωμος «Ο Μάρτης ώρα βρέχει και χιονίζει κι ώρα μαρτολουλουδίζε».
Με όλα αυτά ο Μάρτης είναι περισσότερο ανοιξιάτικος παρά χειμωνιάτικος μήνας για αυτό λέγεται και ανοιξιάτης. Ζευγαρωμένος με τον διάδοχο του, τον Απρίλη, ως Μαρτάπριλο ή Απριλομάρτη, μας φέρνουν τα λουλούδια και τα στάχυα
«Ο Μάρτης με τα λούλουδα και ο Απρίλης με τα στάχυα».
Τότε βγαίνουν τα μαρτολούλουδα ή μαρτιλάκια, μαρτοπούλια ή μαρτακούδια.
Ο Μάρτης έχει τα πρωτεία της άνοιξης αφού από τις εννέα του Μαρτίου τα φίδια ξεναρκώνονται για να χαρούν τη φύση.
Στον Πόντο τον θεωρούσαν σαν μην κακότροπο με τις κάθε τόσες κακοκαιρίες του, όπως λέει το παρακάτω γνωμικό:
«Ο Μάρτης φερ τα χελιδόνια
κελαηδούν και λυν΄ τα χόνε»
ή
«Ο Μάρτης όταν μαρτεύκεται, καλοκαιρίαν μυρίζει
κι΄ όταν παραχολάσχεται
τον Κούντουρου δαβαίνει».
Εκτός από τους παραπάνω στίχους, υπήρχε και η έκφραση: «Εγέλασεν και ο Μάρτης» αφορά ανθρώπους δύσθυμους, που έχουν πάντα τα μπουρίνια τους και ευδοκούν καμία φορά να γελάσουν και να αστειευθούν. Τους τέτοιους συνήθως τους ονόμαζαν
«ο αγέλαστον ο Μάρτ΄ς».
Τον θεωρούσανε για μήνα που φέρνει διάφορες αρρώστιες και πολλούς θανάτους. Ιδιαίτερα ξεκαθάριζε τους φυματικούς:
«Ο Μάρτ΄ς χωρίζ΄ κ σετσεύ΄ τ΄ ανθρώπ΄ς
Ας πέραν αποπάν - ατ ο Μάρτ΄ς κ΄επεκεί ελέπομε».
Επίσης ονομάζεται Βαγγελιώτης λόγω της γιορτής του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου.
Η λαϊκή φαντασία του έδωσε ένα σωρό παρατσούκλια, όπως κλαψομάρτης, πενταγιόματος και άλλα δηλωτικά της φυσιογνωμίας του,
που έχουν σχέση με ιδιότητες ή πράξεις που του αποδίδονται.
Στην ορεινή Πελοπόννησο το Μάρτη τον λένε πεντεγιόματο.
Το παρωνύμιο γίνεται από το πέντε και «γιόμα» που σημαίνει γεύμα. Ίσως επειδή η ημέρα του Μάρτη μεγαλώνει πολύ και οι ξωμάχοι που παλιά δούλευαν από τα χαράματα μέχρι το σούρουπο, ήθελαν να τρώνε πέντε φορές την ημέρα.
Λέγεται άλλωστε στα χωριά της ορεινής Κορινθίας το ανέκδοτο ότι κάποιος χτίστης Βαρβαρίτης (από την Αγία Βαρβάρα Καλαβρύτων) στη συμφωνία που έκλεισε με κάποιο νοικοκύρη για να του χτίσει το σπίτι, έβαλε μέσα και τα πέντε «γιόματα».
Και για να μη βαρυφανεί του νοικοκύρη του τόφερνε πιο απαλά:
«θα μας ταΐζεις λίγο το πρωί, μετά λίγο κολατσιό, το μεσημέρι θα τρώμε καλά, το απόγεμα θα τσιμπάμε κάτι λίγο και μετά θα ματατρώμε το βράάάδι πάλι, με τις τριφτάδες μαζί μια κι όξω».
Εκτός από το «λίγο» μ' εκείνο το μακρόσυρτο «βράάάδι» ήθελε να δείξει ότι του έκανε και χάρη που θα αργούσαν τόσο να ξαναφάνε.

Μήνας Μάρτιος ή Μάρτης

Ο Μάρτης είναι ο τρίτος κατά σειρά μήνας του χρόνου του πολιτικού έτους κατά το Γρηγοριανό Hμερολόγιο και έχει 31 ημέρες. Πήρε το όνομά του από το Ρωμαίο θεό του πολέμου Mars δηλ. τον Άρη. Όπως λέει η ρωμαϊκή ιστορία οι ιδρυτές της Ρώμης, Ρώμος και Ρωμύλος, ονόμασαν αυτόν τον πρώτο μήνα Μάρτιο, προς τιμή του πατέρα τους και γενάρχη των Ρωμαίων του θεού Άρη. Για τούτο και κατά τον Πλούταρχο
(Βίος Νουμά, 19) αναφέρεται πως ο Μάρτιος απεικονίζεται ως άνδρας ενδεδυμένος με δέρμα λύκαινας. Επίσης τον πρώτο μήνα της άνοιξης οι Ρωμαίοι άρχιζαν τις πολεμικές επιχειρήσεις.
Κατά τους χρόνους όμως της «ελεύθερης ρωμαϊκής πολιτείας» ο μήνας αυτός ήταν αφιερωμένος στον θεό Ερμή. Κατά την υπό του Νουμά όμως διαρρύθμιση μετακινήθηκε σαν τρίτος μήνας και πρώτος ο προς τιμή του ειρηνικού θεού Ιανού. Για άλλους η μετατόπιση αυτή έγινε μετά το 153 π.Χ. από τους υπάτους εξακολουθώντας να παραμένει ο Μάρτιος πρώτος μήνας του θρησκευτικού έτους.
Αττικός μήνας: ΕΛΑΦΗΒΟΛΙΩΝ 21 Μαρτίου-19 Απριλίου
Στην αρχαιότητα τα ιερά Ελαφηβόλια τα γιόρταζαν προς τιμήν της Αρτέμιδος.
Η αντιστοιχία του Μαρτίου με το αρχαίο αττικό ημερολόγιο είναι κατά το πρώτο 15νθήμερο με τον 8ο μήνα τον Αθεστηριώνα, κατά δε το 2ο 15νθήμερο με τον 9ο
τον Ελαφηβολιώνα.
Ετυμολογία: Μήνας των ελαφοκυνηγών (ως Ελαφηβολιών).

Κυριακή 1 Μαρτίου 2009

Ἡ Ἁγία Εὐδοκία ἡ Μάρτυς

Ἡ Ἁγία Μάρτυς Εὐδοκία καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἠλιούπολη, τῆς ἐπαρχίας Λιβανησίας Φοινίκης καὶ ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Τραϊανοῦ (98-117 μ.Χ.). Στὸν πρότερό της βίο ζοῦσε ζωὴ ἀκόλαστη μέσα στὰ πάθη καὶ τὴν ἁμαρτία. Ὅμως ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ φώτισε τὴν καρδιά της καὶ μὲ τὶς νουθεσίες κάποιου γέροντος μοναχοῦ, ποὺ ὀνομαζόταν Γερμανός, μετανόησε. Στὴν συνέχεια, ἀφοῦ εἶδε ὀπτασία, προσῆλθε στὸν Ἐπίσκοπο Θεόδοτο καὶ βαπτίσθηκε. Ἡ ὀπτασία ἦταν ἡ ἑξῆς: Παρατηροῦσε Ἄγγελο Θεοῦ νὰ ὁδηγεῖ αὐτὴν πρὸς τὸν οὐρανὸ καὶ ἄλλους Ἀγγέλους νὰ τὴ συγχαίρουν, ἐνῷ τὴν ἴδια στιγμὴ κάποιος μαῦρος οὔρλιαζε καὶ ἔλεγε ὅτι ἀδικεῖται πάρα πολύ, ἐπειδὴ ἡ Εὐδοκία ἔγινε Χριστιανή.
Μετὰ τὴν πνευματικὴ ἀναγέννησή της καὶ τὴν καλὴ ἀλλοίωσή της, διαμοίρασε τὰ πλούτη της στοὺς πτωχοὺς καὶ κατέφυγε σὲ μοναστῆρι, ὅπου σχόλαζε στὰ ἔργα τῆς ἀρετῆς.
Ὅμως κατηγορήθηκε ἀπὸ τοὺς πρώην ἐραστές της ὡς Χριστιανὴ καὶ συνελήφθη. Ὁδηγήθηκε στὸ βασιλέα Αὐρηλιανό, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ὁμολόγησε τὴν πίστη της στὸν Χριστὸ καὶ τιμωρήθηκε. Ἀλλὰ ἀφοῦ ἀνέστησε μὲ τὴν προσευχή της τὸν υἱὸ τοῦ βασιλέως, ποὺ εἶχε πεθάνει, τὸν ἔπεισε νὰ πιστέψει στὸν Κύριο. Καὶ τότε ἀπελευθερώθηκε. Ἀργότερα ὅμως συνελήφθη ἀπὸ τὸν ἄρχοντα τῆς Ἠλιουπόλεως Βικέντιο καὶ ἀποκεφαλίσθηκε.
Ἔτσι ἡ Ἁγία Μάρτυς Εὐδοκία ἔλαβε τὸν ἀμάραντο στέφανο τῆς δόξας καὶ εἰσῆλθε στὴ χαρὰ τοῦ Κυρίου της.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Φόβον ἔνθεον, ἀναλαβοῦσα, κόσμου ἔλιπες, τὴν εὐδοξίαν, καὶ τῷ Λόγῳ Εὐδοκία προαέδραμες, οὐ τὸν ζυγὸν τὴ σαρκί σου βαστάσασα, ὑπερφυῶς ἠγωνίσω δι' αἵματος. Μάρτυς ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.

Ἡ Ἁγία Ἀντωνίνα ἡ Μάρτυς

Ἡ Ἁγία Μάρτυς Ἀντωνίνα καταγόταν ἀπὸ τὴν πόλη Νίκαια τῆς Βιθυνίας καὶ ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Μαξιμιανοῦ (286-305 μ.Χ.). Ὄντας Χριστιανή, φανερώθηκε στὸν Μαξιμιανό, ὅταν ἀναχώρησε γιὰ τὴν Νίκαια καὶ ὁμολόγησε μὲ τόλμη γνώμης τὸν Χριστό. Γι’ αὐτὸ βασανίσθηκε καὶ ὁδηγήθηκε στὴ φυλακή. Ἀφοῦ τὴν ἔβγαλαν ἀπὸ τὴ φυλακή, τὴν πίεσαν μὲ τὴν βία νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό. Ἡ Ἁγία δὲν δέχθηκε καὶ παρέμενε σταθερὴ στὴν πίστη της. Τότε οἱ δήμιοι τὴν κρέμασαν καὶ τῆς ἔγδαραν τὰ πλευρά. Ἔπειτα τὴν τοποθέτησαν πάνω σὲ πυρακτωμένη σχάρα, ἀλλὰ καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ μαρτύριο ἡ Ἁγία παρέμεινε ἀβλαβής.
Στὴ συνέχεια, ἀφοῦ τὴν ἔβαλαν σὲ σάκο, τὴν ἔριξαν στὴ λίμνη τῆς Νίκαιας, στὴν ὁποία βρῆκε τὸ μαρτυρικὸ θάνατο καὶ ἔλαβε τὸ στέφανο τοῦ μαρτυρίου.

Ὁ Ἅγιος Δαβὶδ Ἀρχιεπίσκοπος καὶ Προστάτης τῆς Οὐαλίας

Ὁ Ἅγιος Δαβὶδ καταγόταν ἀπὸ τὴν Οὐαλία καὶ ἀνατράφηκε μὲ παιδεία καὶ νουθεσία Κυρίου. Ἀπὸ νεαρὰ ἡλικία ἀκολούθησε τὸ μοναχικὸ βίο καὶ ἐκάρη μοναχός. Ἀποσύρθηκε στὴ νῆσο τοῦ Οὐάιτ, καθοδηγούμενος ἀπὸ τὸν Γέροντα Παυλίνο. Κήρυξε πρὸς τοὺς Βρετανοὺς καὶ ἀνοικοδόμησε ναὸ στὴν πόλη Γκλαστένμπουρυ, ὅπου κατὰ τὴν παράδοση κήρυξε ὁ Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας ποὺ εἶχε, κατὰ τὴν παράδοση, μαζί του τὸ Ποτήριον τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου καὶ τὸν Ἀκάνθινο Στέφανο τοῦ Κυρίου.
Ὁ Ἅγιος Δαβὶδ ἵδρυσε δώδεκα μοναστήρια στὰ ὁποῖα ἐπέβαλε τοὺς κανόνες τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας. Οἱ μοναχοὶ μιλοῦσαν σπάνια καὶ ὡς κύριο ἔργο τοὺς εἶχαν τὴν προσευχή.
Ὁ Ἅγιος ἔλαβε μέρος σὲ δυὸ Συνόδους κατὰ τοῦ Πελαγιανισμοῦ, ποὺ ἔγιναν στὴν πόλη Μπρέβυ τὸ 512 ἢ 519 μ.Χ. καὶ στὴν πόλη Βικτόρια λίγο ἀργότερα. Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Συνόδου ἐξελέγη Ἀρχιεπίσκοπος Οὐαλίας, ἀλλὰ ἀποδέχθηκε τὴν ἐκλογή του μετὰ ἀπὸ πολλὲς πιέσεις.
Ὁ Ἅγιος Δαβὶδ κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 544 μ.Χ.

Ὁ Ὅσιος Μαρτύριος ἐκ Ρωσίας

Ὁ Ὅσιος Μαρτύριος τοῦ Ζελένκ, κατὰ κόσμο Μηνᾷς, γεννήθηκε στὴν πόλη Βελίκι Λοῦκι τῆς Ρωσίας κατὰ τὸν 16ο αἰῶνα μ.Χ. ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους, τὸν Κοσμᾶ καὶ τὴν Σταφανίδα, οἱ ὁποῖοι πέθαναν δέκα χρόνια μετὰ τὴν γέννησή του. Τὴν κατὰ Θεὸν διαπαιδαγώγησή του καὶ φροντίδα τοῦ μικροῦ Μηνᾷ ἀνέλαβε ἕνας πνευματικὸς καὶ ἀγαθὸς λευίτης τοῦ ναοῦ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς γενέτειράς του, ποὺ λίγο ἀργότερα ἔγινε μοναχὸς στὴ μονὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ ὀνομάστηκε Βογολέπιος. Ὁ Ὅσιος ἐπισκεπτόταν τακτικὰ τὸν γέροντά του καὶ λίγο ἀργότερα, ἰκανοποιώντας τὸν πόθο τῆς ψυχῆς του, κείρεται μοναχὸς καὶ λαμβάνει τὸ ὄνομα Μαρτύριος. Μετὰ ἀπὸ ἑπτὰ χρόνια ἀσκήσεως καὶ προσευχῆς ὁ Ὅσιος, μὲ τὴν εὐλογία τοῦ πνευματικοῦ του, πῆρε μαζί του τὴν εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τοῦ Τιχβὶν καὶ ᾖλθε στὴ νῆσο Βέρντε, κοντὰ στὴν περιοχὴ Ζελένκ, ὅπου καὶ ἀσκήτευε. Ἐκεῖ ἔκτισε ἕνα μικρὸ ναὸ πρὸς τιμὴν τοῦ Κυρίου καὶ τῆς Θεοτόκου.
Ἕνα βράδυ, μετὰ τὴν προσευχή του, εἶδε ξαφνικὰ στὸ ὄνειρό του τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας νὰ ἐπιπλέει πάνω στὸ νερό. Ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριὴλ κάλεσε τὸν Ὅσιο νὰ πάει νὰ βρεῖ τὴν ἱερὴ εἰκόνα. Πράγματι, ὁ Ὅσιος Μαρτύριος κατέβηκε στὴν λίμνη καὶ εἶδε τὴν εἰκόνα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου νά ἐπιπλέει ἐπάνω στὸ νερό. Τότε τὴν πῆρε μὲ εὐλάβεια καὶ δέος καὶ τὴν μετέφερε στὸν τόπο τῆς ἀσκήσεώς του.
Τὸ ἔτος 1570, ὁ Ὅσιος χειροτονήθηκε πρεσβύτερος ἀπὸ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο τοῦ Νόβγκοροντ καὶ διορίσθηκε ὡς ἡγούμενος τὸ ἔτος 1582.
Ὁ Ὅσιος Μαρτύριος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1603. Παραδίδοντας τὴν ἁγία ψυχή του στὸν Κύριο ἀνέπεμψε τὴν τελευταία ἐπὶ γῆς ἱκεσία του: «Κύριε, χάρισε τὴν εἰρήνη σὲ ὅλους τοὺς Ὀρθόδοξους Χριστιανούς».

Ὁ Ὅσιος Λουκᾶς ὁ ἐκ Σικελίας

Ὁ Ὅσιος Λουκᾶς, κατὰ κόσμο Λέων, γεννήθηκε στὴν Κορλεόνε τῆς Σικελίας κατὰ τὸν 10ο αἰῶνα μ.Χ. ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους γονεῖς, τὸν Λέοντα καὶ τὴ Θεοκτίστη, οἱ ὁποῖοι τὸν ἀνέθρεψαν μὲ παιδεία καὶ νουθεσία Κυρίου. Ὅταν οἱ γονεῖς του πέθαναν, ἐκεῖνος κατέφυγε στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Φιλίππου στὴν Ἄγκυρα. Ὅμως, λόγω τῶν ἐπιδρομῶν τῶν Σαρακηνῶν, ἔφυγε ἀπὸ ἐκεῖ καὶ ᾖλθε στὴν Καλαβρία, στὴ μονὴ τοῦ ὄρους Μουλά, κοντὰ στὸ Κασσίνο, ὅπου ἐκάρη μοναχός. Ἐκεῖ ἔμεινε ἕξι χρόνια.
Στὴ συνέχεια, μαζὶ μὲ τὸν ἡγούμενο τῆς μονῆς Χριστόφορο, πῆγαν στὴν περιοχὴ τοῦ Μερκουρίου. Ἐκεῖ βρῆκαν ἕνα νέο μοναστῆρι στὸ ὁποῖο ἔζησαν ἀσκητικὰ ἐπὶ ἑπτὰ χρόνια, γιὰ νὰ συνεχίσουν ἀργότερα τὸν πνευματικό τους ἀγῶνα καὶ σὲ ἄλλο μοναστικὸ τόπο ἐπὶ δέκα χρόνια.
Ὁ Ἅγιος Θεὸς χάρισε στὸν Ὅσιο Λουκᾶ τὸ χάρισμα τῆς θαυματουργίας. Πλῆθος πιστῶν συνέρεε στὸν Ἅγιο ἀσκητή, γιὰ νὰ λάβει τὴν εὐλογία του καὶ νὰ θεραπευθεῖ.
Λίγο ἀργότερα, μετὰ τὸν θάνατο τοῦ ἡγουμένου Χριστόφορου, ἀναλαμβάνει τὴν ἡγουμενία τῆς μονῆς στὸ ὄρος Μουλά. Ἐδῶ ἀρχίζουν νέοι ἀσκητικοὶ ἀγῶνες. Ὁ Ὅσιος θεραπεύει ἀσθενεῖς, ἀποδιώκει τοὺς δαίμονες, ἐγείρει παραλυτικούς, καθοδηγεῖ πρὸς τὴν ὁδὸ τῆς σωτηρίας τοὺς χαμένους. Προσεύχεται ἀδιάλειπτα. Μένει ἔξω στὸ κρύο ἐπὶ εἴκοσι ἡμέρες, γιὰ νὰ ἐντείνει τὸν ἀσκητικό του ἀγῶνα.
Σὲ βαθὺ γῆρας καλεῖ πιὰ κοντά του τοὺς μοναχοὺς καὶ τοὺς προλέγει τὸ τέλος του. Ἀναθέτει τὰ καθήκοντα τοῦ προεστῶτος τῆς μονῆς στὸν μοναχὸ Θεόδωρο καὶ ὁρίζει βοηθό του τὸν πρεσβύτερο Εὐθύμιο. Ὁ Ὅσιος Λουκᾶς, ἀφοῦ κοινώνησε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη καὶ ἐνταφιάσθηκε στὸ ναὸ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου.

Οἱ Ἅγιοι Ἀντώνιος, Μάρκελλος, Σιλβέστρος καὶ Σωφρόνιος οἱ Μάρτυρες

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ἀντώνιος, Μάρκελλος, Σιλβέστρος καὶ Σωφρόνιος συνελήφθησαν, ἐπειδὴ ἦταν Χριστιανοὶ καὶ παρέστησαν στὸν ἄρχοντα τῆς Παλαιστίνης, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ὁμολόγησαν μὲ θάρρος τὸν Χριστὸ καὶ ἀνακήρυξαν τὴν πίστη τους στὸν ἀληθινὸ Θεό. Γι’ αὐτὸ φυλακίσθηκαν καὶ βασανίσθηκαν σκληρά. Τοὺς ἄφησαν ἄσιτους, τοὺς τέντωσαν ἀπὸ τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια, τοὺς κατέφλεξαν τὰ σκέλη, τοὺς ἔσκισαν τὶς σάρκες καὶ τέλος τοὺς ἀποκεφάλισαν.
Ἔτσι οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες εἰσῆλθαν στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Ἡ Ὁσία Δομνίνα ἡ Νέα

Τὸ βίο τῆς Ὁσίας Δομνίνας συνέγραψε ὁ Θεοδώρητος Κύρου στὴ Φιλόθεο Ἱστορία του.
Ἡ Ὁσία Δομνίνα γεννήθηκε στὴν πόλη Κῦρο τῆς Ἀντιόχειας ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους γονεῖς. Ἀπὸ μικρὴ ἡλικία ζήλωσε τὸ βίο τῶν Ἀσκητῶν καὶ μιμήθηκε τὸν Ὅσιο Μάρωνα (τιμᾶται 14 Φεβρουαρίου) κτίζοντας στὸν γονικὸ κῆπο αὐτῆς καλύβα, ὅπου ἀσκήτευε καθημερινά, τὴ δὲ νύχτα μετέβαινε στὴν ἐκκλησία, γιὰ νὰ προσευχηθεῖ καὶ νὰ δοξολογήσει τὸ Ὄνομα τοῦ Θεοῦ.
Ἔτσι ἡ Ὁσία Δομνίνα, ἀφοῦ ἔζησε μὲ αὐστηρὴ ἄσκηση, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Ὁ Ἅγιος Παρασκευᾶς ὁ Νεομάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Παρασκευᾶς καταγόταν ἀπὸ τὴν Τραπεζούντα καὶ ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς προύχοντες τῆς πόλεως. Μαρτύρησε τὸ ἔτος 1659 στὴν Τραπεζούντα δι’ ἀπαγχονισμοῦ. Τὸ ἱερὸ λείψανο αὐτοῦ ἐνταφιάσθηκε στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἀνακομίσθηκε στὴ μηνὴ Θεοσκεπάστου Τραπεζοῦντος





Ὁ Ὅσιος Ἀγάπιος


Ὁ Ὅσιος Ἀγάπιος ἀσκήτεψε στὴ Σκήτη τῆς Ἁγίας Τριάδος κοντὰ στὰ ὅρια τῆς μεγίστης Μονῆς Βατοπαιδίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ συνελήφθη ἀπὸ τοὺς Σαρακηνούς. Ἀφοῦ ὁδηγήθηκε στὴ Μαγνησία τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, κήρυξε σὲ αὐτοὺς τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, τοὺς κατήχησε καὶ τοὺς βάπτισε. Στὴ συνέχεια ἀφέθηκε ἐλεύθερος καὶ τελειώθηκε μὲ εἰρήνη στὸ Ἅγιον Ὄρος.




Οἱ Ἅγιοι Γερβάσιος καὶ Λέων οἱ αὐτάδελφοι καὶ Μάρτυρες





Οἱ Ἅγιοι Γερβάσιος καὶ Λέων μαρτύρησαν κατὰ τὸν 2ο αἰῶνα μ.Χ. Ὁ Ἅγιος Λέων ἦταν Ἀπόστολος τῶν Βάσκων.






Ὁ Ἅγιος Σιλβέστρος




Ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου Σιλβέστρου ἀναγράφεται στὸ Ἱεροσολυμιτικὸ Κανονάριο ὡς ἀκολούθως: «Ἐν τὴ Ἀναστάσει, τοῦ ἁγίου πατριάρχου Σιλβέστρου». Ἡ Σύναξη αὐτοῦ ἐτελεῖτο στὸ ναὸ τῆς Ἀναστάσεως.