Δευτέρα, 8 Αυγούστου 2011

O Άγιος Αιμιλιανός ο Ομολογητής, επίσκοπος Κυζίκου

Ο Απόστολος Παύλος θέλοντας να τονίσει τη μεγάλη σημασία της ομολογίας της πίστης μας προς το Χριστό, είπε: «Ἔχοντες οὒν ἀρχιερέα μέγαν διεληλυθότα τοὺς οὐρανούς, Ἰησοῦν τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ, κρατῶμεν τῆς ὁμολογίας». Αφού, δηλαδή, έχουμε μεγάλο Αρχιερέα, που έχει πλέον περάσει από τους ουρανούς και μπήκε στην αιώνια κατάπαυση, όπου μας περιμένει, που δεν είναι απλός άνθρωπος, αλλά είναι ο Υιός του Θεού, ας κρατάμε καλά την ομολογία της πίστης μας προς Αυτόν, τον Κύριο και Σωτήρα μας Ιησού Χριστό. Ένα τέτοιο παράδειγμα ομολογίας ήταν και ο Άγιος Αιμιλιανός, που έζησε μεταξύ 8ου και του 9ου αιώνα μ.Χ.
Ο Αιμιλιανός ήταν επίσκοπος Κυζίκου μετά το Νικόλαο, στα χρόνια 787 - 815 μ.Χ. Αγωνίστηκε με όλη τη δύναμη που του παρείχε ο Θεός για την τιμητική προσκύνηση των αγίων εικόνων, όταν αυτοκράτορας ήταν ο εικονομάχος Λέων ο Ε'. Αθλητής της Ορθοδοξίας, μιλούσε θερμότατα γι' αυτή και ενίσχυε τους πιστούς να υπομένουν καρτερικά τους ασεβείς διωγμούς. Υπέφερε πολλές κακοπάθειες και θλίψεις και πέθανε τελικά εξόριστος, σαν γνήσιος Ομολογητής της ορθής πίστης.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
Μαρτύρων ὁμότροπος, Ἱεραρχῶν καλλονή, ὁσίων ἀγλάϊσμα, Ὀρθοδοξίας φωστήρ, Αἰμιλανὲ πανσεβάσμιε· ἤλεγξας τοῦ τυράννου, τὴν ἀντίθεον πλάνην, ἄνωθεν ἠξιώθης, τῶν στεφάνων τῆς νίκης, καὶ πρεσβεύεις ἀπαύστως ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμών.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τῆς τοῦ Λόγου εἰκόνος διαγράψας τὴν ἔλλαμψιν, Αἰμιλιανὲ Ἱεράρχα διὰ βίου ὀρθότητας, τὴν ἔνσωμον Εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, ἐδίδαξας τιμάσθαι εὐσεβῶς, διὰ τοῦτο ὡς ποιμένα καὶ ἀθλητήν, τιμῶμεν σε κραυγάζοντες, δόξα τῷ παρασχόντι σοι Ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ δωρουμένῳ διὰ σοῦ, πάσι τὴν ἄφεσιν.

Κοντάκιον
Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἐν Κυζίκῳ Ἅγιε, ἱερουργὸς ἀνεδείχθης, τοῦ Χριστοῦ τὸ ποίμνιον, ἐν εὐσεβείᾳ ἐκθρέψας· τοῦτο γοῦν διαφυλάττων ἐκ τῶν κινδύνων, φρούρει τε καὶ σκέπε πάντας τοὺς ἀνυμνοῦντας, εὐσεβῶς καὶ Ὀρθοδόξως, Τριάδα μίαν, δημιουργὸν τοῦ παντός.

Κάθισμα
Ἦχος γ' Θείας πίστεως.
Θείῳ Πνεύματι πεφωτισμένος, ἀνεκήρυξας ἐν παρρησίᾳ, ὀρθοδοξίας παμμάκαρ τὰ δόγματα, καὶ βασιλέα κατῄσχυνας ἄνομον, ὑπερορίαις ἀδίκως στελλόμενος, Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Ὁ Οἶκος
Τὸ τῆς ἀσεβείας μένος κατ’ εἰκόνων καθορῶν Αἰμιλιανὸς ὁ θαυμάσιος, τῷ θείῳ ἀμφιέννυται ζήλῳ, καὶ ὡς ἄλλος Μωϋσῆς Φαραὼ τὸν νέον εὐθαρσῶς ἐλέγξας, βασάνους τε ὑπέστη καὶ ὑπερορίας μακράς· ἀλλ’ αὐτὸς ὥσπερ ἄκμων στεῤῥὸς ἀνήλατος διέμεινε, καὶ τὴν πλάνην ἐν μέσῳ συνόδου Πατέρων κατήργησεν, ἀνακηρύξας τρανῶς τὸ σέβας τῆς Χριστοῦ εἰκόνος, καὶ ὀρθοδόξως δογματίσας προσκυνεῖν προσώπων ἐν Τριάδι Θεὸν ἕνα, δημιουργὸν τοῦ παντός.