Τρίτη, 11 Μαΐου 2010

ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ ΙΩΑΝΝΟΥ (Mετάφρασις)

ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ 20

Αποκ. 20,1 Καὶ εἶδον ἄγγελον καταβαίνοντα ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, ἔχοντα τὴν κλεῖν τῆς ἀβύσσου καὶ ἅλυσιν μεγάλην ἐπὶ τὴν χεῖρα αὐτοῦ.
Αποκ. 20,1 Και είδα άγγελον να κατεβαίνη από τον ουρανόν, να κρατή το κλειδί της αβύσσου του Αδου και να έχη επάνω στο χέρι του μια μεγάλη αλυσίδα.
Αποκ. 20,2 καὶ ἐκράτησε τὸν δράκοντα, τὸν ὄφιν τὸν ἀρχαῖον, ὅς ἐστι Διάβολος καὶ ὁ Σατανᾶς ὁ πλανῶν τὴν οἰκουμένην, καὶ ἔδησεν αὐτὸν χίλια ἔτη,
Αποκ. 20,2 Και συνέλαβε τον δράκοντα, τον αρχαίον όφιν, που παρέσυρε εις την αμαρτίαν τους πρωτοπλάστους, και ο οποίος είναι ο διάβολος και ο σατανάς που έχει ως έργον του να συκοφαντή τον Θεόν και να παρασύρη εις την πλάνην την οικουμένην. Και τον έδεσε, δια να μένη αιχμάλωτος και ανίκανος να βλάψη επί ωρισμένην χρονικήν περίοδον, που συμβολίζεται με χίλια έτη.
Αποκ. 20,3 καὶ ἔβαλεν αὐτὸν εἰς τὴν ἄβυσσον, καὶ ἔκλεισε καὶ ἐσφράγισεν ἐπάνω αὐτοῦ, ἵνα μὴ πλανᾷ ἔτι τὰ ἔθνη, ἄχρι τελεσθῇ τὰ χίλια ἔτη· μετὰ ταῦτα δεῖ αὐτὸν λυθῆναι μικρὸν χρόνον.
Αποκ. 20,3 Και τον έρριψεν εις την άβυσσον του Αδου και έκλεισε και εσφράγισε ασφαλώς την σκοτεινήν φυλακήν επάνω από αυτόν, δια να μη παρασύρη πλέον εις τας πλάνας τα έθνη, μέχρις ότου συμπληρωθούν τα χίλια έτη. Μετά ταύτα πρέπει, σύμφωνα με την βουλήν του Θεού, να λυθή και να απολυθή αυτός δι' ολίγον χρόνον.
Αποκ. 20,4 Καὶ εἶδον θρόνους, καὶ ἐκάθησαν ἐπ᾿ αὐτούς, καὶ κρῖμα ἐδόθη αὐτοῖς, καὶ τὰς ψυχὰς τῶν πεπελεκισμένων διὰ τὴν μαρτυρίαν Ἰησοῦ καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, καὶ οἵτινες οὐ προσεκύνησαν τὸ θηρίον οὔτε τὴν εἰκόνα αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἔλαβον τὸ χάραγμα ἐπὶ τὸ μέτωπον αὐτῶν καὶ ἐπὶ τὴν χεῖρα αὐτῶν· καὶ ἔζησαν καὶ ἐβασίλευσαν μετὰ τοῦ Χριστοῦ χίλια ἔτη·
Αποκ. 20,4 Και είδα θρόνους και εκάθισαν επάνω εις αυτούς οι Απόστολοι, όπως τους είχεν υποσχεθή ο Χριστός, και οι άγιοι. Και εδόθη εις αυτούς από τον Θεόν δικαστική εξουσία. Και είδα τας ψυχάς αυτών, που είχαν πελεκηθή με τσεκούρια και θανατωθή με βασανιστικόν τρόπον δια την μαρτυρίαν και την ομολογίαν της πίστεώς των στον Ιησούν και δια τον λόγον του Θεού, και οι οποίοι δεν επροσκύνησαν το θηρίον ούτε την εικόνα αυτού, και δεν εδέχθησαν να πάρουν το χάραγμα της σφραγίδος του επάνω εις τα μέτωπά των και επάνω στο χέρι των. Και αυτοί έζησαν και εβασίλευσαν και εδοξάσθησαν μαζή με τον Χριστόν κατά το διάστημα αυτό, που συμβολίζεται με τα χίλια έτη.
Αποκ. 20,5 καὶ οἱ λοιποὶ τῶν νεκρῶν οὐκ ἔζησαν ἕως τελεσθῇ τὰ χίλια ἔτη. αὕτη ἡ ἀνάστασις ἡ πρώτη.
Αποκ. 20,5 Οι δε υπόλοιποι από τους νεκρούς, οι ασεβείς και αμετανόητοι, δεν ανέζησαν κατά την περίοδον αυτήν, μέχρις ότου συμπληρωθούν τα χίλια έτη. Αυτή η αναβίωσις των δικαίων δια τα χίλια αυτά έτη, είναι η πρώτη ανάστασις.
Αποκ. 20,6 μακάριος καὶ ἅγιος ὁ ἔχων μέρος ἐν τῇ ἀναστάσει τῇ πρώτῃ· ἐπὶ τούτων ὁ δεύτερος θάνατος οὐκ ἔχει ἐξουσίαν, ἀλλ᾿ ἔσονται ἱερεῖς τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ Χριστοῦ, καὶ βασιλεύσουσι μετ᾿ αὐτοῦ χίλια ἔτη.
Αποκ. 20,6 Μακάριος και άγιος είναι εκείνος που θα έχη μέρος εις την πνευματικήν αυτήν, την πρώτην ανάστασιν. Επάνω εις αυτούς δεν έχει καμμίαν εξουσίαν ο δεύτερος θάνατος, (ο πλήρης δηλαδή και αιώνιος χωρισμός από τον Θεόν), αλλά θα είναι ιερείς του Χριστού και του Θεού, και θα βασιλεύσουν μαζή με τον Χριστόν επί χίλια έτη.
Αποκ. 20,7 Καὶ ὅταν τελεσθῇ τὰ χίλια ἔτη, λυθήσεται ὁ σατανᾶς ἐκ τῆς φυλακῆς αὐτοῦ,
Αποκ. 20,7 Και όταν συμπληρωθή η μακρά περίοδος, που συμβολίζεται με τα χίλια έτη, θα λυθή ο σατανάς από την φυλακήν του·
Αποκ. 20,8 καὶ ἐξελεύσεται πλανῆσαι τὰ ἔθνη τὰ ἐν ταῖς τέσσαρσι γωνίαις τῆς γῆς, τὸν Γὼγ καὶ τὸν Μαγώγ, συναγαγεῖν αὐτοὺς εἰς τὸν πόλεμον, ὧν ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν ὡς ἡ ἄμμος τῆς θαλάσσης.
Αποκ. 20,8 και θα βγη, δια να πλανήση τα άγρια έθνη, τα οποία μακράν από τους πιστούς θα ζουν εις τας τέσσαρας γωνίας της γης, και τα οποία συμβολίζονται από τον Γωγ, τον σκληρόν βασιλέα, και τον Μαγώγ, τον βάρβαρον και άγριον λαόν του. Αυτούς τους αγρίους και αιμοχαρείς, των οποίων ο αριθμός θα είναι σαν την άμμον της θαλάσσης, θα τους συγκεντρώση ο σατανάς, δια να πολεμήσουν εναντίον του Χριστού.
Αποκ. 20,9 καὶ ἀνέβησαν ἐπὶ τὸ πλάτος τῆς γῆς, καὶ ἐκύκλευσαν τὴν παρεμβολὴν τῶν ἁγίων καὶ τὴν πόλιν τὴν ἠγαπημένην· καὶ κατέβη πῦρ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ καὶ κατέφαγεν αὐτούς·
Αποκ. 20,9 Και ανέβησαν, πράγματι, οι λαοί αυτοί και κατέκλυσαν την επιφάνεια της γης και περιεκύκλωσαν την παράταξιν των αγίων και την αγαπημένην πόλιν του Θεού, την νέαν Σιών, την στρατευομένην Εκκλησίαν. Και κατέβηκε φωτιά από τον ουρανόν και τους κατέφαγε.
Αποκ. 20,10 καὶ ὁ διάβολος ὁ πλανῶν αὐτοὺς ἐβλήθη εἰς τὴν λίμνην τοῦ πυρὸς καὶ τοῦ θείου, ὅπου καὶ τὸ θηρίον καὶ ὁ ψευδοπροφήτης, καὶ βασανισθήσονται ἡμέρας καὶ νυκτὸς εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Αποκ. 20,10 Και ο διάβολος, που τους παραπλανούσε στο ψεύδος και εις την κακίαν, ερρίφθη εις την λίμνην της φωτιάς και του θειαφιού, όπου ήσαν το θηρίον, δηλαδή ο αντίχριστος, και ο ψευδοπροφήτης. Και θα βασανισθούν εκεί ακατάπαυστα ημέραν και νύκτα στους αιώνας των αιώνων.
Αποκ. 20,11 Καὶ εἶδον θρόνον μέγαν λευκὸν καὶ τὸν καθήμενον ἐπ᾿ αὐτῷ, οὗ ἀπὸ προσώπου ἔφυγεν ἡ γῆ καὶ ὁ οὐρανός, καὶ τόπος οὐχ εὑρέθη αὐτοῖς.
Αποκ. 20,11 Και είδα θρόνον μεγάλον, ολόλευκον, και εκείνον, που εκάθητο επάνω εις αυτόν, τον Χριστόν, και από το πρόσωπον του οποίου έφυγε και εχάθηκε η φθαρτή ουσία και το προσωρινόν σχήμα της γης και του ουρανού, και δεν ευρέθη τόπος και τρόπος δια την παλαιάν των υπόστασιν, (διότι ο Χριστός θα αναδημιουργούσε τώρα νέους ουρανούς και νέαν γην).
Αποκ. 20,12 καὶ εἶδον τοὺς νεκρούς, τοὺς μεγάλους καὶ τοὺς μικρούς, ἑστῶτας ἐνώπιον τοῦ θρόνου, καὶ βιβλία ἠνοίχθησαν· καὶ ἄλλο βιβλίον ἠνοίχθη, ὅ ἐστι τῆς ζωῆς· καὶ ἐκρίθησαν οἱ νεκροὶ ἐκ τῶν γεγραμμένων ἐν τοῖς βιβλίοις κατὰ τὰ ἔργα αὐτῶν.
Αποκ. 20,12 Και είδα τους νεκρούς των αιώνων, τους μεγάλους και τους μικρούς, να στέκωνται εμπρός στον θρόνον του Χριστού. Και είδα ότι ηνοίχθησαν βιβλία, που είχαν γραμμένας τας πράξεις των ανθρώπων. Και άλλο βιβλίο ηνοίχθη, το οποίον είναι το βιβλίον της ζωής, διότι εις αυτό είναι γραμμένοι όσοι θα κληρονομήσουν την αιωνίαν ζωήν. Και από όσα είναι γραμμένα μέσα εις τα βιβλία εκρίθησαν όλοι οι νεκροί, σύμφωνα με τα έργα των.
Αποκ. 20,13 καὶ ἔδωκεν ἡ θάλασσα τοὺς νεκροὺς τοὺς ἐν αὐτῇ, καὶ ὁ θάνατος καὶ ὁ ᾅδης ἔδωκαν τοὺς νεκροὺς τοὺς ἐν αὐτοῖς, καὶ ἐκρίθησαν ἕκαστος κατὰ τὰ ἔργα αὐτῶν.
Αποκ. 20,13 Και έδωσεν η θάλασσα τους νεκρούς, που είχαν πνιγή εις αυτήν· και ο θάνατος και ο Αδης έδωσαν, επίσης, όλους τους νεκρούς. Και εκρίθησαν ο καθένας σύμφωνα με τα έργα των.
Αποκ. 20,14 καὶ ὁ θάνατος καὶ ὁ ᾅδης ἐβλήθησαν εἰς τὴν λίμνην τοῦ πυρός· οὗτος ὁ θάνατος ὁ δεύτερός ἐστιν.
Αποκ. 20,14 Και τότε ο θάνατος και ο Αδης ερρίφθησαν εις την λίμνην του πυρός, (δια να μη εξέλθουν ποτέ πλέον από εκεί. Θα έχουν καταργηθή δια παντός). Αυτός είναι ο δεύτερος θάνατος, ο αιώνιος δηλαδή χωρισμός από τον Θεόν, η φρικτή και ατελείωτος κόλασις.
Αποκ. 20,15 καὶ εἴ τις οὐχ εὑρέθη ἐν τῇ βίβλῳ τῆς ζωῆς γεγραμμένος, ἐβλήθη εἰς τὴν λίμνην τοῦ πυρός.
Αποκ. 20,15 Και οποίος δεν ευρέθηκε γραμμένος στο βιβλίον της ζωής ερρίφθη εις την λίμνην της φωτιάς.(συνεχίζεται)