Τετάρτη 8 Δεκεμβρίου 2010

Η Παρθένος Σήμερον

Η Παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίκτει,
και η γη το σπήλαιον τω απροσίτω προσάγει.

Αγγελοι μετά ποιμένων δοξολογούσι,
μάγοι δε μετά αστέρος οδοιπορούσι.

Δι' ημάς γαρ εγεννήθη παιδίον νέον,
ο προ αιώνων Θεός.

Τρίτη 7 Δεκεμβρίου 2010

Χριστουγεννιάτικα τραγούδια

Άγια νύχτα

Άγια νύχτα σε προσμένουν,
με χαρά οι Χριστιανοί,
και με πίστη ανυμνούνε,
το Θεό δοξολογούνε,
μ’ ένα στόμα μια φωνή,
ναι με μια φωνή.

Η ψυχή μας φτερουγίζει,
πέρα στ’ άγια τα βουνά,
όπου ψάλλουν οι αγγέλοι,
απ’ τα ουράνια θεία μέρη,
στο Σωτήρα ωσαννά,
ναι ωσαννά.

Στης Βηθλεέμ ελάτε όλοι,
τα βουνά τα ιερά,
και μ’ ευλάβεια μεγάλη,
κει που άγιο φως προβάλλει,
προσκυνήστε με χαρά,
ναι με χαρά.

Σαν παιδί φτωχό γεννιέται,
ο Χριστός μας ταπεινά,
κι όσοι θέλετε ευτυχία,
του Θεού την ευλογία,
δώστε δώστε στα ορφανά,
ναι στα ορφανά.

Ο μικρός τυμπανιστής

Μου ‘παν έλα να πάμε να δεις,
Χριστός γεννήθηκε στην άκρη της γης.
Κι εγώ γυρεύω απόψε στον ουρανό,
τ’ αστέρι ψάχνω να ‘βρω το φωτεινό.
Ρα παμ παμ παμ,
ρα παμ παμ παμ.
Να με πάει στο μικρό βασιλιά,
πέρα μακριά.

Μες στη νύχτα παιδί μοναχό,
τι δώρο να σου φέρω που ‘μαι φτωχό.
Φέρνω το τύμπανο που μόνο κρατώ,
τα κάλαντα να παίξω για το Χριστό.
Ρα παμ παμ παμ,
ρα παμ παμ παμ.
Το πιο ωραίο τραγούδι θα πω,
για το Χριστό.

Μες στη νύχτα τα ζώα ξυπνούν,
κι απ’ έξω ταπεινά βοσκοί προσκυνούν.
Στης Παναγιάς κρυμμένο την αγκαλιά,
χρυσό στεφάνι φως φορεί στα μαλλιά.
Ρα παμ παμ παμ,
ρα παμ παμ παμ.
Σα με βλέπει η καρδιά μου χτυπά,
και μου γελά.


Χιόνια στο καμπαναριό

Χιόνια στο καμπαναριό,
που Χριστούγεννα σημαίνει.
Χιόνια στο καμπαναριό,
ξύπνησε όλο το χωριό.

Ντιν-νταν-ντον!
Ντιν-νταν-ντον!
Ντιν-νταν-ντον!
Ντιν-νταν-ντον ντιν-ντον!

Εγεννήθηκες χωρίς,
στρωματάκι καλέ μας Χριστούλη.
Εγεννήθηκες χωρίς,
μια σκουφίτσα να φορείς.

Ντιν-νταν-ντον!
Ντιν-νταν-ντον!
Ντιν-νταν-ντον!
Ντιν-νταν-ντον ντιν-ντον!

Κι όλοι παν στην εκκλησιά,
το Χριστό να προσκυνήσουν.
Κι όλοι παν στην εκκλησιά,
λάμπει απόψε η Παναγιά.

Ντιν-νταν-ντον!
Ντιν-νταν-ντον!
Ντιν-νταν-ντον!
Ντιν-νταν-ντον ντιν-ντον!

Τέτοια νύχτα ήταν παιδιά,
που γεννήθηκε ο Χριστός μας.
Τέτοια νύχτα ήταν παιδιά,
κι είχαν χιόνια τα κλαδιά.

Ντιν-νταν-ντον!
Ντιν-νταν-ντον!
Ντιν-νταν-ντον!
Ντιν-νταν-ντον ντιν-ντον!

Τρίγωνα κάλαντα

Τρίγωνα κάλαντα σκόρπησαν παντού,
κάθε σπίτι μια φωλιά του μικρού Χριστού, έι!
Τρίγωνα κάλαντα μεσ’ τη γειτονιά,
ήρθαν τα Χριστούγεννα κι η πρωτοχρονιά.

Άστρο φωτεινό θα ‘βγει γιορτινό,
μήνυμα να φέρει απ’ τον ουρανό.
Μες στη σιγαλιά ανοίγει η αγκαλιά,
και κάνει η αγάπη στη καρδιά φωλιά.

Τρίγωνα κάλαντα στο μικρό χωριό,
και χτυπά Χριστούγεννα το καμπαναριό, έι!
Τρίγωνα κάλαντα σκόρπησαν παντού,
και μας φέρνουν μήνυμα του μικρού Χριστού.

Τρέχουν τα παιδιά μέσα στο χιονιά,
ήρθαν τα Χριστούγεννα κι η πρωτοχρονιά.
Μες στη σιγαλιά άνοιξ’ η αγκαλιά,
κι έκανε η αγάπη στη καρδιά φωλιά.

Τρίγωνα κάλαντα κέφι και χαρά
ήρθαν τα Χριστούγεννα κι η Πρωτοχρονιά, έι!
Τρίγωνα κάλαντα χρόνια σας πολλά
ήρθαν τα Χριστούγεννα κι η Πρωτοχρονιά.

Γιορτή στο τζάκι

Στη γωνιά μας κόκκινο τ' αναμμένο τζάκι,
τούφες χιόνια πέφτουνε στο παραθυράκι.

Όλο απόψε ξάγρυπνο μένει το χωριό,
και χτυπά Χριστούγεννα το καμπαναριό.

Έλα εσύ που Αρχάγγελοι σε υμνούν απόψε,
πάρε από την πίτα μας ευωδιά και κόψε.

Έλα κι η γωνίτσα μας καρτερεί να ‘ρθεις,
σού ‘στρωσα Χριστούλη μου για να κοιμηθείς.


Χριστούγεννα

Τα γιορτινά τους όλοι θα φορέσουν,
απόψε για να παν' στην εκκλησιά.

Χαρούμενα χτυπάνε οι καμπάνες,
χαρά Θεού Χριστούγεννα παιδιά.

Ντιν νταν ντιν νταν Χριστούγεννα παιδιά,
ντιν νταν ντιν νταν Χριστούγεννα παιδιά.

Κι η φτωχομάνα με το λιανοκέρι,
κι οι νιές με τις λαμπάδες τις λευκές.

Γονατιστές μπροστά στ' εικονοστάσι,
γλυκύτατες θα πούνε προσευχές.

Ντιν νταν ντιν νταν Χριστούγεννα παιδιά,
ντιν νταν ντιν νταν Χριστούγεννα παιδιά.

Και ο παππούς γερμένος στο ραβδί του,
ποιος ξέρει ίσως για στερνή φορά.

Ακολουθεί κι αυτός σκυφτός στο δρόμο,
στην εκκλησιά να φτάσει λαχταρά.

Ντιν νταν ντιν νταν Χριστούγεννα παιδιά,
ντιν νταν ντιν νταν Χριστούγεννα παιδιά.

Οι καμπάνες

Μας προσκαλούν οι καμπάνες,
στη φάτνη της Βηθλεέμ,
να προσκυνήσουμε όλοι το Βασιλιά της Εδέμ.

Μες στην ανάστερη κρύα νυχτιά,
μας περιμένει ζεστή εκκλησιά,
πάμε να μας αγκαλιάσει θείας στοργής ζεστασιά.

Στο θείο βρέφος οι Μάγοι,
φέρνουν αγάπης χρυσό,
και της ελπίδας τη σμύρνα και πίστης λιβανωτό.

Πάνω στη φάτνη αγγέλων χοροί,
σκύβουν και ψάλλουν γλυκά στο παιδί,
ψάλλουνε «Δόξα εν υψίστοις χαίρε ειρήνη στη γη».

Μη ξέρετε γιατί

Μη ξέρετε γιατί χαίρεται η καρδιά μας,
μη ξέρετε γιατί γελούν τα πρόσωπά μας;

Απόψε βράδυ βράδυ γεννήθηκ' ο Χριστούλης,
απόψε βράδυ βράδυ τον έστειλ' ο Θεούλης.

Μη ξέρετε γιατί χαίρεται η καρδιά μας,
μη ξέρετε γιατί γελούν τα πρόσωπά μας;

Χριστούγεννα σημαίνουν τα πιο καλά φοράμε,
Χριστούγεννα σημαίνουν στην εκκλησιά θα πάμε.

Να λοιπόν γιατί χαίρεται η καρδιά μας
Να λοιπόν γιατί γελούν τα πρόσωπά μας.

Απόψε βράδυ βράδυ γεννήθηκε ο Χριστούλης
απόψε βράδυ βράδυ τον έστειλ' ο Θεούλης.

Το μικρό παιδί

Ποιο να 'ναι αυτό το μικρό παιδί,
που η Παναγιά κρατάει,
το νανουρίζει το τραγουδεί,
και τρυφερά το κοιτάει.

Είναι ο μικρός Χριστός,
που ήρθε ανάμεσά μας,
αγάπη είναι και φως,
κι ελπίδα στην καρδιά μας.

Ποιο να 'ναι αυτό το μικρό παιδί,
που οι Μάγοι δώρα φέρνουν,
χρυσό, λιβάνι, μυρτιάς κλαδί,
και τα ουράνια γέρνουν.

Ποιο να 'ναι αυτό το μικρό παιδί,
που ήρθε ανάμεσά μας,
χαράς εσήμανε γιορτή,
κι ελπίδα στην καρδιά μας.

Ελάτε παιδάκια

Ελάτε παιδάκια παιδάκια καλά,
κοντά σε μια φάτνη στην άγια σπηλιά.

Και δείτε τι στέλνει μια τέτοια βραδιά,
ο Πλάστης μ' αγάπη σε μας τα παιδιά.

Γεννιέτ' ο Χριστούλης χαρείτε παιδιά,
χαρίστε μ' αγάπη σ' αυτόν την καρδιά.

Μικροί και μεγάλοι στη φάτνη κινούν,
κι εκεί το μικρούλη Χριστό προσκυνούν.
ΦΕΤΟΣ ΔΕΝ ΘΑ ΠΟΥΜΕ τα κάλαντα, μεγαλώσαμε έ; Του χρόνου βλέπεις τελειώνουμε το Γυμνάσιο! Κι όσο να το κάνεις, κοτζάμ μαντράχαλος μέχρις εκεί πάνω –ίσως και λίγο πιο κάτω, μα δεν πειράζει– να τραγουδάει, ξημερώματα, τα κάλαντα και μάλιστα φάλτσα έξω από μισάνοιχτες πόρτες, φαίνεται κομματάκι αστείο. Άσε που μπορεί να μας αρχίσουν στο δούλεμα!
Και –κοίταξε να δεις ατυχία!– πάνω που μεγάλωσες κι έχεις ανάγκη το χαρτζιλίκι.
Όμως –όχι στην παλαιολιθική εποχή, λίγο μόνο παλιότερα– μας ξεγελούσαν εύκολα. Είμαστε και πιο απονήρευτοι τότε ως παιδάκια, πιο ευκολόπιστοι. Σωστά χαζοπούλια. Αφού πιστεύαμε πως τα παιδιά τα φέρνει ο πελαργός!
Μας λέγανε πως τη νύχτα της Πρωτοχρονιάς θα έρθει ο αϊ-Βασίλης, φορτωμένος το σακούλι με τα δώρα. Από την καμινάδα θα κατέβαινε για να πέσει μες στις στάχτες του τζακιού, μα δεν είχε ανάγκη αυτός· τι άγιος ήταν!
Βάζαμε τα καλά παπούτσια, γυαλισμένα, αστραφτερά –λουστρίνια ήσαν τότε τα καλά– δίπλα στο παραγώνι και, περιμένοντας εναγωνίως το ξημέρωμα, μας έπαιρνε ο ύπνος. Άσε πού αποβραδίς γύρω στο τζάκι ακούγαμε ιστορίες ατελείωτες για τους καλικάτζαρους, τα παγανά, πού ανέβαιναν το δωδεκαήμερο στη γη και μας έλουζε κρύος ιδρώτας!
Ευτυχώς όταν ξανακατέβαιναν στον Άδη την Πρωτάγιαση, παραμονή των Φώτων που ο σταυρός θα αγίαζε τα νερά, σαν έβγαινε ο παπάς με την αγιαστούρα και το «Εν Ιορδάνη βαφτιζομένου Σου Κύριε…», τότε πια είχε θρέψει ξανά το δέντρο που στήριζε τη γη, τον πάνω κόσμο, έτσι ήθελε η παράδοση, και που οι καλικάντζαροι πριόνιζαν όλο το χρόνο για να γκρεμίσουν μαζί του τον κόσμο ολόκληρο. Γιατί ήσαν πλάσματα πού πάσχιζαν για το κακό και την καταστροφή· το προεξοφλούσε η δοξασία.
Δεν βαριέσαι! Παραμύθια! Μα παραμύθια που κάνουν την καθημερινότητα ανθρώπινη και γλυκειά, που συντηρούν την ελπίδα και που... Μα τέλος πάντων, εμείς θα καταργήσουμε έθιμα αιώνων;
Γι’ αυτό, καλού-κακού, βάλε τα καινούργια σου αθλητικά παπούτσια, εκείνα με τις τριπλές σόλες, δίπλα στην πόρτα το βράδυ της παραμονής. Πού ξέρεις τι έκπληξη θα σε περιμένει το πρωί! Έτσι εύκολα, νομίζεις, ξεχνάει ο αϊ-Βασίλης;

ΜΕΓΑΛΩΣΕΣ, ΔΕ ΛΕΩ! Τόσο που σου φαίνεται μακρινή η χρονιά πού έπαιξες τον Ιωσήφ σε κείνο το μικρό θεατρικό του Δημοτικού και την προηγούμενη ήσουν ένας απ’ τους μάγους με το στέμμα και το ραβδάκι, ντυμένος το μακρύ καφτάνι ραμμένο από παλιά κουρτίνα!
Τότε καμάρωνες, ας θύμωσες και κρέμασες τα μούτρα που σε παρατήρησε λίγο αυστηρά στην πρόβα ο δάσκαλος γιατί δεν ήσουν συγκεντρωμένος. Κι αυτός πια τέτοια μέρα διάλεξε να εξαντλήσει την αυστηρότητά του για να σου χαλάσει τη διάθεση· ήσαν μπροστά κι όλα τα κορίτσια της τάξης!
Μα θυμάσαι πως σε ολόκληρο το σχολείο κανείς δεν ήθελε να παραστήσει το βόδι πού θα ζέσταινε με το χνώτο του τη φάτνη με το Θείο βρέφος!
Και τα κορίτσια, δεν λέω, εκεί που παλιότερα σκοτώνονταν για το ποια θα παίξει την Παναγίτσα ή τα αγγελάκια με τις γαλάζιες φτερούγες καμωμένες από χαρτόνι, τώρα χαμογελούν ειρωνικά. Κι ύστερα βάζουν το cd με τα τραγούδια του Μιχάλη Χατζηγιάννη, άλλες πάλι πίσω από την πόρτα του δωματίου τους κρεμούν την καινούργια γιγαντοαφίσα του Σάκη Ρουβά, δώρο εκείνου του τηλεοπτικού περιοδικού.
Τα μελομακάρονα, οι κουραμπιέδες κι οι βασιλόπιττες, παραδοσιακά γλυκά των ημερών, δεν σας τρελαίνουν, κι αυτό το ξέρω· θα θέλατε κάτι άλλο. Μα μη ζητάτε ν’ αλλάξει το έθιμο.
Α, τότε τα κοιτάζαμε από το τζαμάκι της σερβάντας και ξερογλυφόμαστε γιατί μας έδιναν μονάχα ένα κάθε πρωί μετά το γάλα. Κουραμπιέδες και μελομακάρονα σχημάτιζαν πυραμίδα πάνω στην πιατέλα. Οι μεν ολόλευκοι, λαχταριστοί, να μοσχοβολούν φρέσκο βούτυρο, ραντισμένοι με ούζο και πασπαλισμένοι με ζάχαρη άχνη, τα δε βουτηγμένα στο σιρόπι και πάνω καρύδι τριμμένο και κανέλλα. Δυο πυραμίδες όνειρο.

ΨΑΧΝΟΝΤΑΣ ΠΡΟΣΕΧΤΙΚΑ στο συρτάρι του κομμού με τα παλιά περιοδικά, τα κουμπιά και τα σαρανταπεντάρια δισκάκια, βρίσκεις παλιές οικογενειακές φωτογραφίες και ευχετήριες κάρτες που σε φέρνουν δεκαετίες πίσω. Τότε που ήσαν οι δικοί σου παιδιά.
Κάρτες με την Γέννηση, μάγοι, βοσκοί, το άστρον λαμπρόν στην κορυφή. Χιόνια στο καμπαναριό, κόκκινες κορδέλλες σε ωραίους σχηματισμούς και τη φράση «Και επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία», καμπάνες, κεράκια, ο αϊ-Βασίλης καβάλα στο έλκηθρο, κι όλα πασπαλισμένα με χρυσόσκονη χριστουγεννιάτικου δέντρου.
Πίσω, καλλιγραφικά, μα πού και πού ανορθόγραφα, Ευχόμεθα ολοψύχως χαρούμενας εορτάς, Τρισόλβιον κι ευτυχές το νέον έτος, Ευτυχέστατον.
Και πολλές φωτογραφίες. Η οικογένεια μπροστά στο Χριστουγεννιάτικο δέντρο πλαισιωμένη από μακρινά παρακλάδια, τα παιδιά μόνα τους αγκαλιά με φουσκωμένα μπαλόνια, κι άλλες φωτογραφίες, από οικογενειακά τραπεζώματα αυτές.
Φαγητά πλουσιότατα, γλυκά, πιοτά, μάγουλο βερίκοκο ρίκο-ρίκοκο, χαμόγελα –μερικοί είχαν κι από ένα δόντι χρυσό, ο παππούς μασέλα από πορσελάνη– και πολλές ευχές. Να πεθάνει ο χάρος, Άσπρο πάτο, Όποιος πει κακό για μας... Εδώ λέγονταν διάφορα αθώα, κι άλλα που έκαναν τις χαμηλοβλεπούσες να κοκκινίζουν και τις ξεθαρρεμένες να κακαρίζουν ένα γέλιο γάργαρο.
Σε λίγο οι άντρες τσακώνονταν για τα πολιτικά –εποχή μεγάλων εντάσεων, μην κοιτάς σήμερα που όλα γίνανε σαν ρύζι λαπάς ένα πράγμα– νύφη και πεθερά διασταύρωναν πύρινες ματιές κι υπονοούμενα για τη μαγειρική η μια της άλλης, μανάδες με κοράκλες της παντρειάς δεν παύαν τα παινέματα. Που η μεγαλοκοπέλλα τους στόμα είχε κι από μιλιά τίποτα, που τέτοια χρυσοχέρα η φύση άλλη δεν γνώρισε. Στα μουλωχτά τη λέγανε τεμπελχανού και ακαμάτρα, της άστραφταν καμμιά ανάποδη που μέχρι να σηκώσει το ’να πόδι είχε βρωμίσει τ’ άλλο!
Τα παιδιά, σαν δεν είχε η ομήγυρις συνομήλικους να καυγαδίσουν γερά, βαριούνταν αφόρητα και τραβούσαν τους γονείς από το μανίκι, να φύγουν. Πλάνταζαν στο κλάμα, έφτυναν στο πάτωμα ό,τι τους έδιναν, κι αφού σερβίρονταν ο καφές και το γλυκό, όλοι φώναζαν Χρόνια πολλά, Πάντα τέτοια, Καλή λευτεριά στις γκαστρωμένες, Γερό να ’ναι κι ότι ’ναι, Στις χαρές τους οι ανύπαντρες· τότε πια φιλιούνταν σταυρωτά και πήγαιναν στην ευχή της Παναγίας. Και του χρόνου να περάσουμε το ίδιο καλά, φώναζαν από την πόρτα, Όρεξη που είχα τα μούτρα σας, μουρμούριζε η νύφη του σπιτιού, κάτι ανάλογο οι δικοί σας, κι από μακριά χαμογελούσαν ευτυχισμένοι για τούτον τον αποχωρισμό.
Αργότερα, γυμνασιόπαιδες πια, με το πηλήκιο σήμα κατατεθέν, έκαναν πως δεν βλέπαν τα αγωνιώδη νοήματα των γονιών. Με την τελευταία μπουκιά, πριν το φρούτο, τους παράταγαν σύξυλους και ξεπόρτιζαν...

ΤΡΕΙΣ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ περίπου μετά, λίγα έχουν αλλάξει. Μόνο που να... κάτι τρίχες εκεί στους κροτάφους γκριζάρισαν. Μα όλα τούτα μας αφορούν εξ ίσου.
Εκείνη τη χρονιά πάλι που όλοι σου φέρανε δώρο βιβλία, πραγματικά είχες θυμώσει. Κι έφταιγε η μάνα σου που όλη μέρα παινευόταν σε φίλες και θείες, πόσο καλός μαθητής είσαι και πόσο αγαπάς τα βιβλία. Αυτή ήταν η αλήθεια μέχρις ενός σημείου, μα και κείνη το παράκανε. Τόσο που ώρες - ώρες δεν ήθελες ν’ αντικρίσεις χαρτί γραμμένο στα μάτια σου. Τόσο υπερβολική.
Πήραν κι αυτές αμπάριζα, θείες, φίλες και γνωστές, και με την πρώτη ευκαιρία σου κολλούσαν στα μούτρα από ένα βιβλίο, είχες δεν είχες όρεξη για διάβασμα. Έτσι σε είχαν δεδομένο, ήξεραν τι σε ευχαριστούσε· έτσι τουλάχιστον νόμιζαν.
Τι Πηνελόπη Δέλτα, τι Χριστουγεννιάτικα και Παιδικά του Παπαδιαμά-ντη, τι Έκτορος Μαλώ, τι Ιουλίου Βερν, τι Ζαχαρία Παπαντωνίου, τι Αλεξάνδρου Δουμά πατρός και υιού.
Μικρά πακέτα, με κορδέλα ή χωρίς, που ήξερες από μακριά ότι πάααααλι βιβλίο!
Ε, παιδί ήσουν, ήθελες ένα παιχνίδι τέτοιες μέρες. Κι όταν έπρεπε να λες σ’ όλους ευχαριστώ και να δείχνεις ενθουσιασμένος με το δώρο τους –ώρες πριν σε δασκάλευαν– εσύ ήθελες να τα πετάξεις πέρα, να δώσεις μια κλωτσιά στο χριστουγεννιάτικο δέντρο, να σκορπίσεις όσο πιο μακριά γινόταν στολίδια, φωτάκια, φάτνες, χρυσοκλωστές, μπιχλιμπίδια, και να κλειστείς στο δωμάτιό σου.
ΟΤΑΝ ΟΜΩΣ ΤΟ ΒΡΑΔΥ ξεκίναγες να διαβάσεις, με κρύα καρδιά, τον Παπαδιαμάντη, ζεσταινόσουν στις πρώτες κιόλας αράδες, ξέχναγες τη γκρίνια κι έπαιρνες καλύτερη στάση στον καναπέ με τα κεντητά μαξιλάρια, σφίγγοντας στην αγκαλιά το βιβλίο της Αγκύρας ή του Αστέρος με το χοντρό εξώφυλλο. Η Μαυρομαντηλού και Η Σταχομαζώχτρα, Ο Αμερικάνος και Στο Χριστό στο Κάστρο.
Οι ήρωες όπως τους έδινε η μαγική γραφίδα του κυρ΄ Αλέξανδρου, σου μάθαιναν την απλότητα της ζωής, σε ταξίδευαν σ’ έρημα ξωκκλήσια, σε φτωχά φιλόξενα σπιτικά, σε καρτερικά σαν αγκαλιές λιμανάκια με την τράτα του Πανταρώτα, με το τρεχαντήρι του μπαρμπα-Διόμα.
Κι όταν μάθαινες πια γιατί τα εγγόνια της θεια-Αχτίτσας της Σταχομαζώχτρας φόρεσαν καινούργια παπούτσια εκείνη την παραμονή Χριστουγέννων και γιατί η Κυρατσώ η Μιχάλαινα έβαλε την καλή πολίτικη μαντήλα για ν’ ασπαστεί τα στέφανα της μονάκριβής της Μελαχρώς με τον Αμερικάνο και το πρωί φώναζε ψηλά από το παράθυρο Ελάτε παιδιά και σε μας να τραγ’δήστε!... Τότε σ’ έπαιρνε ο ύπνος γλυκά στον καναπέ, το βιβλίο κύλαγε στη φλοκάτη, κι ο πατέρας σε πήγαινε αγκαλιά μέχρι το κρεββάτι.
Το επόμενο βράδυ αγωνιούσες για το τάμα του παπα-Φραγκούλη, την αγωνία του Στάθη του Μπόζα να σώσει τα ζωντανά του, γιατί κλείστηκε γιορτινές μέρες το Ουρανιώ το Διόμικο, τι μυστικό ξεστόμισε κρατούσα τον φανόν η Νταραδήμαινα, γειτόνισσα λάλος καί φωνασκός, τις έγνοιες της Ντελησυφέρως, την προθυμία και την αφέλεια της θειας το Μαλαμώ, τον καυγά των παπάδων μέσα στο άϊ-βήμα για τα πρόσφορα...

ΟΣΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΘΙΜΟΤΥΠΙΚΕΣ επισκέψεις των ημερών, ξέρω, είδες κι έπαθες ν’ απαλλαγείς. Απόγευμα κι εσύ, μικρός, ακολουθούσες· ας έκανες κι αλλιώς. Ευχές για τον καινούργιο χρόνο, Να 'ναι καλός, να 'ναι χρυσός, να 'χει τις χάρες όλες, αγκαλιές, φιλιά, Καλέ, εμείς χαθήκαμε πια, σαν τα χιόνια, κι αμέσως ο δίσκος, στρωμένος κολλαριστό πετσετάκι, να καταφθάνει φορτωμένος μελομακάρονα, κουραμπιέδες, δίπλες, γαλατόπιττα.
Διστακτικά αφήνατε στο τραπέζι το πακέτο που σας έφεραν προχθές οι κουμπάροι –σοκολατάκια, φοντάν– κι ούτε που τ’ ανοίξατε. Κανείς δεν δίνει σημασία, μόνο Δεν ήταν ανάγκη, καί Φτου σου, φτου σου χρυσό μου! Καλέ, πώς μεγαλώνουν τα παιδιά!
Τα μικρά ποτηράκια γέμιζαν γλυκόπιοτο, μπανάνα, κουαντρώ, ή εκείνο πού έφτιαξε η γιαγιά με την πολίτικη συνταγή. Χαμόγελα πέρα για πέρα. Υγιαίνετε... Παν ό,τι καλόν!!!
Μόνο σε κείνη την επίσκεψη που λέρωσες τον καναπέ με το σοκολατάκι και την πορτοκαλάδα, κατέβασε τα μούτρα η οικοδέσποινα. Γούρι, γούρι, φώναξαν οι άλλοι. Γούρι, ξεγούρι, να δω πώς θα το βγάλω εγώ, είπε μουτρωμένη εκείνη και καταντράπηκε η μαμά. Στο δρόμο, μέσα στο κρύο, σου άστραψε δυο φούσκους που τους θυμάσαι ακόμα.
Ε, όσο μεγάλωνες και γκρίνιαζες, έπαψαν να σε κουβαλούν με το ζόρι στις επισκέψεις, η καλύτερή σου. Σε άφηναν πια μόνο στο σπίτι. Η αλήθεια είναι πως είχες ρίξει τους σχετικούς καυγάδες προκειμένου να συνειδητοποιήσουν ότι μεγάλωσες, η μάνα σου δυσκολεύτηκε λιγάκι περισσότερο. Μα σαν είδε πως δεν πέρναγε το δικό της, το δέχτηκε σιωπηλά και με σφιγμένα δόντια. Πάταγες πια τα δεκατέσσερα.
Τότε ήταν που την έπιασε το υστερικό της, όταν, επιστρέφοντας από επίσκεψη γρηγορότερα από το αναμενόμενο, βρήκε το τασάκι, που δεν πρόλαβες να κρύψεις, τίγκα στις γόπες. Κι ο πατέρας, ας σε μάλωσε τάχα αγριεμένος, για να την ηρεμήσει, να πάψει πια η γκρίνια της, κρυφοκαμάρωνε για τον κανακάρη που γινόταν άντρας. Το κατάλαβες απ’ τη ματιά του τη γελαστή.
Το κακό ήταν που ήθελε κι η μικρή τώρα πια να μένει μαζί σου στο σπίτι· και, όσο να 'ναι, ήταν ένα εμπόδιο. Χώρια που ήταν και μαρτυριάρα.

ΑΞΕΧΑΣΤΕΣ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΚΟΠΕΣ! Αλλάζει μόνο ο τρόπος που τις αντιμετωπίζεις μεγαλώνοντας.
Με τον ίδιο ρυθμό αντικαθίστανται κάθε χρονιά τα στολίδια του χριστουγεννιάτικου δέντρου, έτσι όπως σπάζουν οι μπάλες καθώς ανεβοκατεβαίνουν στο πατάρι μέχρι την επόμενη χρονιά, καθώς λύνονται και ξεφτίζουν οι φιόγκοι, σκορπίζει η ασημόσκονη και τρίβονται οι χρυσο-κλωστές στο πάτωμα...

Γι’ αυτό σου λέω, μην βιάζεσαι καθόλου να μεγαλώσεις! Οι χριστουγεννιάτικες διακοπές όσο χαρούμενες κι αν είναι για τα παιδιά, για τους μεγάλους είναι σκέτη μελαγχολία!...

Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου 2010

Ο Άγιος Νικόλαος

Ο Άγιος Νικόλαος γεννήθηκε στο τέλος του 3ου αιώνα στα Πάταρα της Λυκίας από ευσεβείς γονείς. Από μικρή κιόλας ηλικία ο Νικόλαος έδειξε ιδιαίτερο ζήλο και χειροτονήθηκε πρεσβύτερος. Μετά τον θάνατο των γονέων του ο Νικόλαος δώρισε όλη του την περιουσία στους φτωχούς. Με την χάρη του θεού ο Νικόλαος πραγματοποιούσε πολλά θαύματα, όντας εν ζωή. Ένα από αυτά, για το οποίο άλλωστε θεωρείται και προστάτης των ναυτικών, ήταν ότι γαλήνευσε την φουρτουνιασμένη θάλασσα στο ταξίδι του προς τους Αγίους Τόπους. Με θεϊκή παρέμβαση ο Άγιος έγινε επίσκοπος στα Μύρα της Λυκίας.
Επί Διοκλητιανού και Μαξιμιανού ο Άγιος φυλακίστηκε, αλλά συνέχισε το έργο του ακόμα και στη φυλακή. Όταν ο Μέγας Κωνσταντίνος έγινε αυτοκράτορας, ο Αγ. Νικόλαος απεκαταστάθη και έδωσε σκληρότατο αγώνα εναντίον της αίρεσης του Αρειανισμού. Ήταν δε τέτοιο ο πόθος του να σταματήσει την αίρεση του Άρειου ώστε, όταν κατά την διάρκεια της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου ήλθε πρόσωπο προς πρόσωπο με τον Άρειο, τον χαστούκισε και η πράξη του αυτή τον οδήγησε στη φυλακή, όπου όμως ο Κύριος με την εμφάνιση του μαζί με την Παναγία στο κελί του τον ενδυνάμωσαν και του έδωσαν τα άμφια του. Όταν μαθεύτηκε αυτό το θαυμαστό γεγονός , ο αυτοκράτορας τον αποφυλάκισε.
Πλήθος θαυμάτων μαρτυρούνται για τον Άγιο Νικόλαο. Έτσι, όταν ο Άγιος πέθανε, το ποίμνιό του φύλαξε τα οστά του σε ναό των Μύρων και αποτελούσαν ιδιαίτερη ευλογία. Οι Σταυροφόροι το 1087 μ.Χ. τα μετέφεραν στο Μπάρι της Ιταλίας, όπου και βρίσκονται μέχρι σήμερα.
Ο Άγιος Νικόλαος είναι ιδιαίτερα αγαπητός τόσο στον Ορθόδοξο όσο και στον Καθολικό κόσμο.

Απολυτίκιο Αγ. Νικολάου

Ήχος δ'

Κανόνα Πίστεως και εικόνα πραότητας, εγκράτειας Διδάσκαλον, άνεδειξέ σε τη ποίμνη σου, ή των πραγμάτων αλήθεια δια τούτο εκτήσω τη ταπεινώσει τα υψηλά, τη πτωχεία τα πλούσια, Πάτερ Ίεράρχα Νίκολαέ, πρέσβευε Χριστώ τω θεώ, σωθήναι τάς ψυχάς ημών.

Κοντάκιο Αγ. Νικολάου.

Ήχος γ

Εν τοις Μύροις, Άγιε, Ιερουργός ανεδείχθης, του Χριστού γαρ Όσιε, το Ευαγγέλιον πληρώσας, έθηκας την ψυχήν σου υπέρ λαού σου, έσωσας τους αθώους εκ του θανάτου, δια τούτο ηγιάσθης, ως μέγας μύστης, θεού της Χάριτος.

Μεγαλυνάριο

Ορφανών προστάτην σε και χηρών, πεινώντων τροφέα, πενομένων τε πλουτιστήν, αιχμαλώτων ρύστην, πλεόντων τε σωτήρα, κεκτήμεθα παμμάκαρ, σοφέ Νικόλαε.

Το βράδυ, πριν τον ύπνο

Όταν το βράδυ, με ευχάριστη καρδιά φτάσεις στο κρεβάτι σου για ύπνο, φέρνε στο νου σου τις ευεργεσίες και την πρόνοια του Θεού. Θα γεμίσεις τότε από αγαθές σκέψεις και θα ευφρανθεί πιο πολύ η ψυχή σου. Τότε ο ύπνος του σώματος γίνεται ξύπνημα πνευματικό της ψυχής · και το κλείσιμο των ματιών σου θα γίνεται αληθινή όραση του Θεού · και η σιωπή σου, γεμάτη από τα αγαθά αυτά δώρα, θα σου επιτρέψει με όλη τη δύναμη της ψυχής σου να προσφέρεις στο Θεό των όλων δυνατή και βαθιά δοξολογία. Διότι, όταν απουσιάζει η κακία από τον άνθρωπο, και μόνη η ευχαριστία και ευγνωμοσύνη αρέσει στο Θεό περισσότερο από οποιαδήποτε πολυτελή εξωτερική θυσία. Σ’ Αυτόν ανήκει η δόξα εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Δεν υπάρχει Θεός !

Κάνεις λάθος, φίλε μου! Ορθότερο θα ήταν, αν έλεγες: "Εγώ δεν έχω Θεό".
Διότι το βλέπεις, ότι υπάρχουν τόσοι άνθρωποι γύρω σου, που έχουν Θεό και γι' αυτό διακηρύττουν ότι υπάρχει Θεός. Λοιπόν, μη λες: "Δεν υπάρχει Θεός"!
Περιορίσου να λες: "Εγώ δεν έχω Θεό"!
Κάνεις λάθος! Μιλάς σαν τον άρρωστο, που λέει ότι δεν υπάρχει πουθενά υγεία!
Κάνεις λάθος! Μοιάζεις με τον τυφλό που λέει: "Δεν υπάρχει φως στον κόσμο". Όμως φως υπάρχει. Και είναι διάχυτο παντού. Αυτός ο δυστυχής δεν έχει το φως του. Και θα μιλούσε σωστά αν έλεγε: "Εγώ δεν έχω μάτια και δεν βλέπω φως".
Κάνεις λάθος! Μιλάς σαν το ζητιάνο, που λέει: "Δεν υπάρχει χρυσάφι στη γη". Μα χρυσάφι υπάρχει! Και επάνω στη γη! Και μέσα στη γη! Αυτός δεν έχει χρυσάφι! Το σωστό θα ήταν να έλεγε: "Εγώ δεν έχω χρυσό"!
Κάνεις λάθος! Μοιάζεις με τον παλιάνθρωπο που λέει: "Δεν υπάρχει καλοσύνη στον κόσμο". Ενώ θα έπρεπε να πει: "Εγώ δεν έχω ίχνος καλοσύνης μέσα μου".

Ή θεραπεία της συμπάθειας

Αγάπησε τους φτωχούς, ώστε να έπιτύχης μέσω αύτών το ελεος τοϋ Θεοϋ.
Μη πλησιάζης τους φιλόνικους, ώστε να μήν άναγκασθής να Βγης από τη γαλήνη σου.
Μην αποστραφής τη δυσωδία των αρρώστων, καί μάλιστα των φτωχών, γιατί και σύ φέρεις σώμα. Μην απελπίσης τους θλιμμένους, για να μη τιμωρηθης καί συ άπο τηδική τους δοκιμασία, και ζητήσης μάταια παρηγοριά. Μην έξευτελίσης ποτέ μισερο ανθρωπο, γιατί όλοι έξίσου θα πορευθοϋμεστον άδη. Άγάπησε τους άμαρτωλούς, και μίσησε τα εργα τους, και μη τους καταφρονήσης για τα έλαττώματά τους, ώστε να μη πειρασθής κι έσυ όπως έκεϊνοι. Θυμήσου ότι εισαι κοινωνος της γεηράς φύσεως, και κάνετο καλό προς Ολους. Μην έπιπλήττης έκείνουςπου χρειάζωνται την προσευχή σου, μήτενα τους στερήσης τα παρηγορητικά σου λόγια, γιατί, αν άπελπισθοϋν, θα ητηθoύν οί ψυχές τους απο τα χέρια σου. Άλλα να μιμήσαιτους Ιατρούς εκείνους της ψυχης, οί οποϊοιμε τα ψυχρότερα φάρμακα θεραπεύουν ταπιο θερμά πάθη, καί τα ψυχρότερα πάλι πάθηδια των αντιθέτων φαρμάκων.
Άγιος Ισαάκ ο Σύρος – Από το βιβλίο : ΤΟ ΘΕ’Ι’ΚΟ ΛΙΜΑΝΙ

Κυριακή 5 Δεκεμβρίου 2010

O Άγιος Σάββας


1. Παιδική Ηλικία του Αγίου Σάββα, και αποταγή του κόσμου. Ασκητικοί αγώνες εις την Μονήν των Φλαβιανών (439-456)

Ο Όσιος Πατήρ ημών Σάββας ο Ηγιασμένος εγεννήθη κατά το έτος 439 από της Χριστού Γεννήσεως υπό γονέων ευσεβών και πλουσίων, του Ιωάννου και της Σοφίας, εις την κώμην Μουταλάσκην της Καππαδοκίας. Ο πατήρ του, στρατιωτικός ων και αναγκασθείς να μεταβή μετά της συζύγου του Σοφίας εις την Αλεξάνδρειαν δια υπηρεσιακούς λόγους, ανέθεσε την ανατροφήν του μικρού Σάββα εις τον εκ μητρός θείον του Ερμίαν, ότε ο Άγιος ήτο πέντε μόλις ετών.
Μετ' ολίγον καιρόν, δυσαρεστηθείς ο Σάββας από την συμπεριφορά της συζύγου του θείου του και από την επακολουθήσαν διαμάχην μεταξύ των θείων του Ερμίου και Γρηγορίου δια την ανατροφήν του και την διαχείρισιν της περιουσίας των γονέων του περιφρόνησε τον κόσμον και ενετάγη εις μοναστήριον πλησιόχωρον της γενέτειράς του ονομαζόμενον «Φλαβιαναί». Εκεί επεδόθη αφ' ενός εις την εκμάθησιν του ψαλτηρίου και των μοναχικών υποχρεώσεων, αφ' ετέρου εις την άσκησιν των θεοειδών αρετών και διέπρεψεν εις την εγκράτειαν, την σωματικήν κακοπάθειαν, την ταπεινοφροσύνην και την υπακοήν, δια των οποίων εφάνη υπέρτερος πάντων των συμοναστών του, εξήκοντα ή και εβδομήκοντα τον αριθμόν. Θέλων δε ο Θεός να προμηνύση την αγιότητα, εις την οποίαν θα έφθανεν ο Σάββας, τον εχαρίτωσε με ακράδαντον και θαυματουργόν πίστην: κάποτε εισήλθεν εις ανημμένον φούρνον, αφού καθωπλίσθη δια του σημείου Σταυρού, και σώος και αβλαβής εξήγαγε αβλαβή τα ενδύματα, τα οποία ο αρτοποιός είχεν λησμονήσει.

2. Μετάβασις εις Παλαιστίνην. Άσκησις εις το κοινόβιον του Αγ. Θεοκτίστου και πλησίον του Μ. Ευθυμίου (456-473)

Έχων συμπληρώσει εν ταις Φλαβιαναίς δέκα έτη αγώνων, εζήτησε από τον Ηγούμενον ευλογίαν, δια να απέλθη οριστικώς εις την Αγίαν Πόλιν Ιερουσαλήμ, καθόσον επεθύμει να αναβαίνη διαρκώς από δόξης εις δόξαν, ησυχάζων εις την έρημον. Ο Ηγούμενος του παρέσχε την άδειαν έπειτα από θεϊκήν οπτασίαν, και ούτως ο Σάββας, εις ηλικίαν δεκαοχτώ ετών, αφίχθη εις Ιεροσόλυμα και εφιλοξενήθη εις την Μονήν του Αγίου Πασσαρίωνος, όπου και διήλθε τον χειμώνα του έτους 456 προς 457 μ.Χ. Παρά τας προτροπάς του Αρχιμανδρίτου Ελπιδίου και ετέρων αδελφών να μείνη πλησίον των, ο Σάββας είχε διαρκώς κατά νουν να συναριθμηθή με τους αναχωρητάς, οι οποίοι ησκούντο υπό την εποπτείαν του θαυματουργού και λάμποντος φωστήρος Ευθυμίου του Μεγάλου, δια τούτου δε έλαβε την ευλογία από τον Ελπίδιον και μετέβη προς συνάντησιν του Μ. Ευθυμίου.
Ο Ευθύμιος αρνήθη να κρατήση τον Σάββαν εις την Λαύραν του, αντιθέτως απέστειλεν αυτόν εις την Μονήν του Αββά Θεοκτίστου, μηνύων εις εκείνον να φροντίση τον Σάββαν, διότι ούτος θα εγίνετο διαπρεπής εις την μοναστικήν ζωήν, αυτό το έπραξεν ο Μ. Ευθύμιος, δια να δώση και εν υπόδειγμα εις τον Σάββαν να μη δέχηται νέους αγενείους, όταν θα ίδρυε την ιδικήν του περιφανή Λαύραν και θα καθίστατο νομοθέτης και αρχηγός πάντων των κατά Παλαιστίνην αναχωρητών. Ο νεαρός Σάββας εδέχθη την οδηγίαν του Μ. Ευθυμίου ως θέλημα θεού και εισελθών εις την υπακοήν του Αββά Θεοκτίστου ενέτεινε τους προτέρους του αγώνας, εις την νηστείαν, αγρυπνίαν, ταπεινοφροσύνην και υπακοήν προσέθεσε την αγάπην και επιτηδειότητα εις τας εκκλησιαστικάς ακολουθίας, την αποδοτικωτάτην διακονίαν και εξυπηρέτησιν των λοιπών μοναχών, εν γένει δε διαγωγήν παντελώς άψογον.
Με τοιάυτην θαυμαστήν πολιτείαν διήνυσεν ο Άγιος Σάββας δέκα έτη, μέχρι θανάτου του αγίου Θεοκτίστου, και ακόμη δύο, μέχρι της κοιμήσεως του διαδόχου του θεοκτίστου, Μάριδος. Από τον νέον Ηγούμενον Λογγίνον ο Άγιος εζήτησε να του επιτρέψη την ησυχαστικήν ζωήν, έχων ο Λογγίνος κατά νούν την υψηλοτάτην αρετήν του Σάββα, λαβών δε και την σύμφωνον γνώμην του Μ. Ευθυμίου του την επέτρεψεν, έκτοτε και επί πέντε έτη ο Άγιος Σάββας διέμενε κατά τας πέντε ημέρας της εβδομάδας νήστις εις εν σπήλαιον νοτίως της Μονής, εις το οποίον προσηύχετο και ειργάζετο, μόνον δε κατά τα Σάββατα και τας Κυριακάς επέστρεφεν εις την Μονήν, δια να μεταφέρη το προϊόν του εργοχείρου του και να λάβη μέρος εις τας κοινάς προσευχάς. Καθ' όλην την Τεσσαρακοστήν, ο Άγιος Σάββας διέμενε μετά του Μ. Ευθυμίου και του μακαρίου Δομετιανού, μαθητού εκείνου, εις την πανέρημον του Ρουβά, μεταξύ του χειμάρρου των Κέδρων και της Νεκράς θάλασσας, εν νηστεία, ολιγοποσία, προσευχή και αγρυπνία. Την συμήθειαν αυτήν διετήρησεν ο Άγιος και εις τα μετέπειτα έτη. Εις τας 20 Ιανουαρίου του 473 ο μέγας πατήρ ημών Ευθύμιος εκοιμήθη εν ειρήνη.



3. Απομόνωσις του Αγίου Σάββα εις την έρημον. Ίδρυσις της Ιεράς Λαύρας και ανάδειξις του Αγίου εις αρχηγών των αναχωρητών (473-493)

Τότε ο Άγιος Σάββας, κατά το τριακοστόν πέμπτον έτος της ηλικίας του, δεν ηθέλησε να επιστρέψη εις το κοινόβιον, άλλ' απήλθε προς την ανατολικήν έρημον του Ρουβά και Κουτυλά, την ιδίαν περίοδον κατά την οποίαν ο Άγιος Γεράσιμος ο Ιορδανίτης έλαμπεν εν τη ερήμω του Ιορδάνου. Εις την έρημον ταύτην, όπου συνεδέθη πνευματικώς και με τον Άγιον Θεοδόσιον τον Κοινοβιάρχην μέσω του μοναχού Άνθου, διέμεινεν ο Άγιος Σάββας τέσσερα έτη. Τότε εκέρδισε την κατά των δαιμόνων και των θηρίων πλήρη αφοβίαν, άλλα και το σέβας των βαρβάρων, χάρις εις την εις Θεόν πίστην του και την αρετήν του. Μετά ταύτα, προσταχθείς υπό αγγέλου επάνω εις το όρος της Ευδοκίας, μετώκησεν εις την ανατολικήν πλευράν του Χειμάρρου των Κεδρών, εις σπήλαιον, το οποίον εως σήμερον δείκνυται ως το Σπήλαιον του Άγίου Σάββα, έναντι της Λαύρας. Μετά πέντε έτη, ήρχισαν να συναθροίζονται πλησίον του οι ερημίται και αναχωρηταί, ως εβδομήκοντα τον αριθμόν, άνδρες ουράνιοι και χαριτοφόροι, οι οποίοι απετέλεσαν και την πρώτην συνοδείαν της Λαύρας, εν έτει 483. Μετά την πρώτην οργάνωσιν της Λαύρας και την ανάβλυσιν αγιάσματος θαυματουργικώς, διά της προσευχής του Αγίου, ο άγιος Σάββας είδεν εις την δυτικήν όχθην, απέναντι του σπηλαίου του, να υψώνεται εώς τον ουρανόν στύλος πυρός. Ερευνήσας τον τόπον του θαύματος αυτού την επόμενη ημέραν, ανεύρε το θεόκτιστον σπήλαιον, το οποίον είχε κατάλληλον μορφήν δια να γίνη ναός. Αυτόν κατέστησε κέντρον της Λαύρας ο Αγ. Σάββας, οργανώσας και τας υπολοίπους υπηρεσίας. Η συνοδεία του έφθανε τότε τους εκατόν πενήντα μοναχούς.
Θα ήτο όμως αδύνατον να μη ενταθώσιν οι πειρασμοί και τα σκάνδαλα του διαβόλου, εναντίον ενός τόσον Θεϊκού έργου. Ο Άγιος Σάββας υπέστη την περιφρόνησιν και συκοφαντίαν εκ μέρους ιδικών του μοναχών, οι οποίοι εζήτησαν από τον πατριάρχην Σαλλούστιον την αντικατάστασιν του εις την ηγουμενίαν. Ο πατριάρχης Σαλλούστιος αντ' αυτού, γνωρίζων την αγιότητα του Σάββα, τον εχειροτόνησε πρεσβύτερον, και ενεκαινίασε την Θεόκτιστον Εκκλησία την 12ην Δεκεμβρίου του 491.
Η επί γής ουράνιος πολιτεία του Αγ. Σάββα εσυνεχίζετο: η προσέλευσις μοναχών, και δή Αρμενίων, ελκόμενων από το παράδειγμα του Αγίου, ηύξανε, το ίδιον και η άσκησις και τα θαύματα του Αγίου, ο οποίος κατά τας Μ. Τεσσαρακοστάς διήνυε εις την πανέρημον ζωήν υπεράνθρωπον. Εις την Λαύραν προσήλθεν ο οσιώτατος Ιωάννης, επίσκοπος Κολωνίας, ως απλούς μοναχός, ο οποίος αργότερον κατέστη περιβόητος δια την αρετήν του. Το 492 ο Άγιος Σάββας ήλθεν εις το φρούριον του Καστελλίου, εν τη ερήμω βορειοανατολικώς της Λαύρας και αφού εξεδίωξε τους δαίμονας, οι οποίοι ενεφώλευον εκεί, ωκοδόμησε κοινόβιον και ετοποθέτησε μοναστικήν αδελφότητα. Μετ' ολίγον καιρόν ο πατριάρχης Σαλλούστιος ανέδειξε τον μέν Σάββαν άρχοντα και νομοθέτην πάντων των αναχωρητών και κελλιωτών, των υπαγομένων εις την Αγίαν Πόλιν, τον δε Θεοδόσιον τον Κοινοβιάρχην αρχηγόν και αρχιμανδρίτην πάντων των κοινοβίων. Δια τούτο ο Άγιος Σάββας έλεγε χαριέντως προς τον Θεοδόσιον ότι ο ίδιος ήτο «ηγούμενος ηγουμένων», ενώ ο Θεοδόσιος «ηγούμενος παιδίων», δηλαδή αρχαρίων.

4. Οικοδόμησις του Ναού του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Αποχώρησις του Αγίου εκ της Λαύρας (494-508)

Το έτος 494 μ.Χ. ήρχισαν και αι εργασίαι ανοικοδομήσεως της Μεγάλης Εκκλησίας της Θεοτόκου, της οποίας τα εγκαίνια εγένεντο αρκετά έτη αργότερον, την 1ην Ιουλίου του ε΄τους 502 μ. Χ., διότι ο Θεόκτιστος Ναός και ο μικρός ευκτήριος οίκος δεν επήρκουν δια τας λατρευτικάς αν'αγκας της Λαύρας.
Ωστόσο οι μαθηταί, που είχον προ ολίγων ετών κατηγορήσει τον Άγιον, εστασίασαν και πάλιν εις τοιούτον βαθμόν, ώστε ηναγκλασθη ο Άγ. Σάββας, διά να μη τους παροξύνη επί πλέον, να αποχωρήση από την Λαύραν. Η απουσία του διήρκησε πέντε έτη (503-508 μ.Χ.), κατά τα οποία συνέστησε δύο νέα κοινόβια εις τα Γάδαρα και Νικόπολιν, εις τόπους όπου προσήρχοντο προς αυτόν πιστοί, δια να μονάσουν κοντά του. Τελικώς η αποκατάστασις του εις την θέσιν του Ηγουμένου είχεν ως αποτέλεσμα την φυγήν των στασιαστών από την Μεγίστην και την εγκαταβίωσιν των εις την Νέαν Λαύραν. Και όμως ο ανεξίκακος Άγιος και εκεί τους βοήθησε να κτίσουν και διοργανώσουν την Λαύραν των, εγκατέστησε δε εις αυτούς και Ηγούμενον αγιώτατον, τον Ιωάννην.


5. Ίδρυσις νέων Μονών, πρώτη μετάβασις εις Κωνσταντινούπολιν και αγών κατά του Μονοφυσιτισμού (509-516)

Τα επόμενα έτη ο Άγιος επεδόθη εις την καλλιέργειαν των πνευματικών του τέκνων. Συνέστησε μέχρι θανάτου του άλλας δύο λαύρας, την του Επταστόμου (512 μ.Χ.) και την του Ιερεμίου (531μ.Χ.), και άλλα δύο κοινόβια, το του Σπηλαίου (509μ.Χ.) και το του Σχολαρίου (512μ.Χ.), πλήν των ως άνω αναφρθέντων. Την τελευταίαν εικοσαετίαν της ζωής του ελάμπρυναν όμως και άλλαι θαυμασταί πράξεις, αι οποίαι έσχον τεράστιαν σημασίαν δια την εκκλησιαστικήν άλλα και παγκόσμιαν ιστορίαν. Υπό την πίεσιν των μεθοδεύσεων του μονοφυσίτου αυτοκράτορος Αναστασίου (491-518) και των πρωτοστατών του Μονοφυσιτισμού «Ακεφάλων» Σευήρου, Φιλοξένου και Σωτήρχου αι Ορθόδοξοι Εκκλησίαι της Ανατολής περιήρχοντο σταδιακώς εις τας χείρας μονοφυσιτών επισκόπων. Ο Άγιος Σάββας, μετά από παρακίνησιν του Ορθοδόξου πατριάρχου Ιεροσολύμων Ηλία (494-516), μετέβη εις την Κωνσταντινούπολιν το 512, όπου κατώρθωσε διά της φήμης του άλλα και της αγιότητός του να πείσει τον αυτοκράτορα να αναστείλει την εξορίαν του Ηλία. Τότε το επόμενον έτος η εκτόπισης του Ορθόδοξου πατριάρχου ετέθη υπό του αυτοκράτορος εις εφαρμογήν, ο Άγιος Σάββας συνεκέντρωσεν εις Ιεροσόλυμα όλους τους μοναχούς της ερήμου, δια να προφυλάξη τον Ηλίαν, και αναθεμάτισε τους αιρετικούς απεσταλμένους του αυτοκράτορος. Παρόμοιαν κινητοποίησιν των ερημιτών εφήρμοσε τρία έτη αργότερον, το 516 μ. Χ., προκειμένου να στηρίξει εις την Ορθοδοξίαν τον νέον Πατριάρχην Ιεροσολύμων, Ιωάννην Γ' (516-524), βοηθούμενος υπό του Αγ. Θεοδοσίου του Κοινοβιάρχου. Η κινητοποίησις αυτή διεφύλαξε την Εκκλησίαν Ιεροσολύμων εν ορθή πίστη. Καθ' ήν στιγμήν αι Εκκλησίαι Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρίας και αντιοχείας είχον περιέλθει υπό μονοφυσίτας πατριάρχας. Μετ΄ολίγον η Ορθοδοξία αποκατεστάθη πανταχού.

6.Συνέχισης της οσιακής του Αγίου Σάββα ζωής. Συνάντησις μετά του Ιουστινιανού εν Κωνσταντινούπολει. Κοίμησις του Αγίου (516-532)

Η Δευτέρα μετάβασις του Αγίου Σάββα εις την Βασιλεύουσαν έλαβε χώραν περίπου είκοσιν έτη μετά την πρώτην, το 530 μ. Χ., όταν ο Άγιος ήτο ενενήκοντα ετών. Ο Άγιος επέτυχεν εκεί την απαλλαγήν της Παλαιστίνης από τα σκληρά μέτρα, τα οποία ο αυτοκράτωρ Ιουστινιανός ήθελε να επιβάλλει συνέπεια των ταραχών, τας οποίας είχε προκαλέσει η εξέγερσις Σαμαρειτών και Ιουδαίων (529). Ο Άγιος παρώτρυνε ακόμη τον ευσεβή βασιλέα, ο οποίος είχεν αντιληφθεί ο ίδιος δι' οπτασίας την αγιότητα του Σάββα, να προβεί εις δίωξιν των αιρέσεων Αρείου, Νεστορίου και Ωριγένους και εις κοινωφελή έργα εις την Παλαιστίνην, έναντι των οποίων θα απεκόμιζεν επέκτασιν της αυτοκρατορίας εις την Αφρικήν και Ιταλίαν. Πράγματι η προφητεία και ευλογία αυτή του Αγ. Σάββα εξεπληρώθη . Αι νίκαι των στρατηγών Βελισσαρίου και Ναρσή έφεραν και πάλιν τα δυτικά τμήματα της Αυτοκρατορίας υπό τον αυτοκράτορα της Πόλεως. Τοσαύτη ήτο η προφητική χάρις του Αγίου Σάββα.
Πόσα εκ των θαυμάτων του Αγίου δύναται κάποιος να διηγηθή και ποιόν να θαυμάσει πρώτον. Η χάρις του έφθασε και εώς του να λύση με την προσευχή του πενταετή ανοβρίαν εις Ιεροσόλυμα, την οποίαν είχε προκαλέσει η άδικος εκτόπισις του πατριάρχου Ηλία και η δι' αυτήν οργή του Θεού (520 μ.Χ.). Όμως η επιστροφή του εκ της Βασιλευούσης εσήμανε και την αρχήν του τέλους της επιγείου πολιτείας του. Ο Όσιος Πατήρ ημών Σάββας ο Ηγιασμένος ανεπαύθη εκ των κόπων του εν Κυρίω την 5ην Δεκεμβρίου του 532 μ. Χ. Είχε ζήσει εις το κοινόβιον των Φλαβιανών δέκα έτη, ως του 18ου έτους της ηλικίας του, δεκαεπτά έτη εις το κοινόβιον του Αγίου Θεοκτίστου εις την Παλαιστίνην, και πεντήκοντα εννέα έτη εις τας ερήμους και εις την Μεγίστην Λαύραν. Κατά το έτος 547 το τίμιον λείψανόν του ευρέθη εντός του μνήματος σώον και αδιάλυτον, μετεφέρθη δε εις Κωνσταντινούπολιν πολλούς αιώνας αργότερον και εκείθεν υπό τους Σταυροφόρους εις Ενετίαν το 1204. Το 1965 επεστράφη οριστικώς εις την Μεγίστην αυτού Λαύραν. Η πρωτοφανής απήχησις της ζωής του εις τους πιστούς έσχεν ως αποτέλεσμα την συγγραφήν του Βίου του υπό Κυρίλλου του Σκυθοπολίτου ήδη κατά το 557 μ. Χ.
Εφ΄όσον κατά τους αψευδείς λόγους του Κυρίου Ιησού Χριστού το ποιόν των ανθρώπων γνωρίζεται από τους καρπούς των, η περαιτέρω πορεία της Ιεράς και Μεγίστης του Οσίου Σάββα Λαύρας αποτελεί καρπόν της θεϊκής αρετής του Αγίου και απόδειξιν της δόξης και παρρησίας, ας εύρε πλησίον του Θεού, διά των οποίων σώζει άχρι τούδε το κυριότερον μοναστικόν καθίδρυμα της κατά Ιουδαίαν ερήμου. Αληθώς προκαλούν τον θαυμασμόν, όχι μόνο τα απειράριθμα θαύματα του Οσίου άλλα και η απήχησις της μοναστοκής ζωής της Λαύρας του, η οποία απετέλεσε πρότυπον και καθοριστικόν παράγοντα εις την διαμόρφωσιν της μοναχικής ζωής και της λατρευτικής τάξεως της ανά την Οικουμένην Εκκλησίας, εκτός του ότι πρόσφερε πληθύν αγίων ανδρών, γνωστών και αγνώστων, ανάμεσον των οποίων διαλάμπει ιδιαιτέρως ο μέγιστος θεολόγος του 8ου αι. Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Η τιμή του Αγίου Σάββα διεδόθη τάχιστα από την Ρώμην ως και τον Καύκασον Γεωργίαν. Οι διάδοχοί του εις την Ηγουμενίαν ανέδειξαν την Λαύραν προπύργιον της Ορθοδοξίας εις την Παλαιστίνην κατά του Ωριγενισμού, Μονοθελητισμού, Εικονομαχίας και Παπισμού με πανορθόδοξον εμβέλειαν. Μετά τους μέσους χρόνους η Λαύρα ανεδείχθη ακόμη και παιδευτήριον της Αγιοταφιτικής Αδελφότητος, τα μέλη της οποίας ελάμβανον εν τη Λαύρα προπαιδείαν της μοναχικής πολιτείας και πείραν των εκκλησιαστικών πραγμάτων. Πάντα ταύτα οφείλονται εις την πρεσβείαν και το παράδειγμα του Αγίου Σάββα: « Λαμπρά του πεφωτισμένου πατρός ημών Σάββα τα θεία χαρίσματα, η μέν πολιτεία ένδοξος, ο δε βίος ενάρετος και η πίστις ορθόδοξος. Και τούτο μέν εκ μέρους ήδη διά των ειρημένων απεδείχθη».

Σάββατο 4 Δεκεμβρίου 2010

H Αγία Βαρβάρα

H Αγία Βαρβάρα, ήταν θυγατέρα του φανατικού εθνικού Διόσκουρου, που το μίσος του για τους Χριστιανούς ήταν πολύ μεγάλο και τον οδηγούσε σε πράξεις εγκληματικές. Αντίθετα, η Βαρβάρα ήταν κρυφή Χριστιανή και όταν χρειάστηκε δεν δίστασε να φανερώσει το μυστικό της στον πατέρα της, αψηφώντας την οργή του. Φυσικά ο σκληρός και άπονος Διόσκουρους, τυφλωμένος από τον φανατισμό του και μη μπορώντας να την συγχωρέσει, την παρέδωσε στον έπαρχο για να την τιμωρήσει. Ο έπαρχος θαμπωμένος από την ομορφιά της αλλά και τον θαυμάσιο χαρακτήρα της νέας, θέλησε να την σώσει. Προσπάθησε να την κάνει να αλλάξει ιδέες, αλλά μάταια. Την βασάνισε αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Τότε την έστειλε πίσω στον πατέρα της. Αυτός τυφλωμένος από το μίσος του για τους χριστιανούς, δεν μπόρεσε πια να δει τη Βαρβάρα σαν κόρη του. Κατά την κρίση του, αφού ήταν Χριστιανή, ήταν άσπονδος εχθρός και έπρεπε να εξοντωθεί.
Έτσι αποφάσισε να αποκεφαλίσει με τα ίδια του τα χέρια την Βαρβάρα. Κατά την παράδοση, ενώ το ξίφος του πατέρα της έκοβε το κεφάλι της, η Θεία Δίκη, με μορφή κεραυνού έκαψε τον άσπλαχνο πατέρα. Αυτόν τον τιμωρό κεραυνό, συμβολίζουν τα πυρά του πυροβολικού μας, κι έχουν ως προστάτιδα την Αγία Βαρβάρα.
Επίσης η Αγία Βαρβάρα είναι προστάτιδα και των παιδιών και τα φυλάει από τις κακές παιδικές αρρώστιες, όπως την βλογιά και άλλες. Για να την "γλυκάνουν" σε πολλά μέρη του τόπου μας την ημέρα της γιορτής της προσέφεραν μελόπιτες ή κολυβόζουμο, που στην Θράκη τόλεγαν "ΒΑΡΒΑΡΑ". Το έθιμο πανάρχαιο και θυμίζει την πανσπερμία. Στους Χριστιανούς η παρασκευή της "Βαρβάρας" καθιερώθηκε από το εξής περιστατικό.
Ο σατανικός νους του Διόσκουρου, είχε συλλάβει ένα σατανικό και αποτρόπαιο σχέδιο για την εξόντωση των Χριστιανών της περιοχής του. Κάλεσε όλους τους αρτοποιούς της περιοχής του και τους έδωσε εντολή να βάλουν δηλητήριο στο ψωμί που θα παρασκεύαζαν και οι πωλητές τροφίμων στα τρόφιμα που θα πωλούσαν.
Το μυστικό αυτό το έμαθε η κόρη του η Βαρβάρα, και ειδοποίησε τους χριστιανούς να μην αγοράσουν ψωμί και τρόφιμα, και να πορευτούν με τα υπολείμματα που είχαν στα σπίτια τους. Έτσι κάθε Χριστιανική οικογένεια μαγείρεψε ότι πρόχειρο της βρέθηκε στο σπίτι. Επειδή όμως τα τρόφιμα που τους είχαν απομείνει ήταν πολύ λίγα και κάθε είδος από μόνο του δεν έφτανε για μια σωστή μαγειριά, έβαλαν στην κατσαρόλα λίγο από όλα. Δηλαδή, λίγο στάρι, μερικά φασόλια, κουκιά, σταφίδες και ότι άλλο σχετικό είχαν, κι όλα μαζί τα μαγείρεψαν. Ετσι χάρη στη Βαρβάρα σώθηκαν και από τότε σε ανάμνηση αυτού του περιστατικού καθιερώθηκε στη γιορτή της να μαγειρεύουν το παρασκεύασμα αυτό που είναι γλυκό και φαγητό μαζί και λέγεται"ΒΑΡΒΑΡΑ"

Στη Θράκη χρησιμοποιούν εννέα είδη για την παρασκευή της Βαρβάρας.

(σιτάρι, μύγδαλα, καρύδια, ρόδια, σταφίδες, κανέλα, σουσάμι, ταχίνη και φρούτα ψιλοκομμένα, κυρίως μήλα σκληρά) Στην περιοχή της Μακράς Γέφυρας και της Αδριανούπολης για γούρι έριχναν μέσα 3 εως 4 κουκιά και όποιος τα έβρισκε θεωρούταν καλότυχος.
Όπως κάθε χρόνο έτσι και φέτος την παραμονή της Αγίας Βαρβάρας, 3 Δεκεμβρίου το απόγευμα στο εξωκλήσι της Αγίας Βαρβάρας η ΘΡΑΚΙΚΗ ΕΣΤΙΑ Ν.ΣΕΡΡΩΝ θα διανέμει την πατροπαράδοτη "Βαρβάρα" που είναι φτιαγμένη με Θρακιώτικη συνταγή.
Να ‘μουν του σταύλου έν’ άχυρο, ένα φτωχό κομμάτι

την ώρα π’ άνοιγ’ ο Χριστός στον ήλιο του το μάτι.

Να ιδώ την πρώτη του ματιά και το χαμόγελό του,

το στέμμα των ακτίνων του γύρω στο μέτωπό του.

Να λάμψω από τη λάμψη του κι’ εγώ σαν διαμαντάκι

κι’ από τη θεία του πνοή να γίνω λουλουδάκι.

Να μοσκοβοληθώ κι’ εγώ από την ευωδία,

που άναψε στα πόδια του των Μάγων η λατρεία.

Να ‘μουν του σταύλου ένα άχυρο ένα φτωχό κομμάτι

την ώρα π’ άνοιγ’ ο Χριστός στον ήλιο του το μάτι.

Η Σιωπή των δακρύων


«Τα δάκρυα είναι ένας τρόπος γνώσης του εαυτού μας. Κλαίμε επειδή έχουμε χάσει την παραδεισιακή μας ταυτότητα, ή επειδή νοσταλγούμε έναν «χαμένο παράδεισο». Υπάρχει ένα έντονο στοιχείο νοσταλγίας σε αυτό τον όρο: «Ω, πόσο θα θυμούνται αυτοί στη φυλακή τις προηγούμενες επιτυχίες τους!» αναφωνεί ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακας, και αναφέρει τους ψαλμούς «εμνήσθημεν ημερών αρχαίων». Τα δάκρυα είναι ο τρόπος με τον οποίο το σώμα μας συμμετέχει στη μετάνοια, όπως ακριβώς συμμετέχει σε ολόκληρη την ανάβαση της πνευματικής ζωής, και όπως πράγματι είχε συμμετάσχει στην κάθοδο και στην πτώση μας.
Οι μοναχοί στη Συρία ονομάζονταν «πενθούντες» ή «πενθικοί». Για τον Ιωάννη της Κλίμακος, μια μέρα που περνά χωρίς δάκρυα είναι μια σπαταλημένη μέρα, μια μέρα δίχως μετάνοια, αν και ο Ιωάννης δεν θολώνει τη διάκριση ανάμεσα στα δάκρυα ή το πένθος και στη μετάνοια.
Αυτός που δεν κλαίει τον εαυτό του εδώ, θα τον κλαίει εκεί αιωνίως. Είναι αδύνατο να μην κλαύσει είτε εδώ εκουσίως, είτε εκεί με βάσανα».

Θέλεις να σώσεις την ψυχή σου ;

Θέλεις να σώσεις την ψυχή σου και να κερδίσεις την αιώνια ζωή; Αποφάσισε από τώρα να αλλάξεις πορεία. Υπερνίκησε την τεμπελιά σου, κάνε το σημείο του σταυρού και πες με θέρμη και πίστη: Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.
Δεν κατακτά κανείς την πίστη μόνο με ευσεβείς στόχους, αλλά κυρίως με αγωνιστική προσπάθεια. Δε μας μαθαίνουν οι λέξεις και οι θεωρίες τι είναι ο Θεός, αλλά η εμπειρία της πνευματικής ζωής. Πρέπει να ανοίξουμε το παράθυρο για να μπει μέσα ο δροσερός αέρας. Πρέπει να βγουμε έξω για να μας λούσει στο φως του ο ήλιος. Ποτέ δεν μπορούμε να φτάσουμε σε ένα σκοπό, αν καθόμαστε στην ησυχία μας και περιμένουμε, λένε οι άγιοι Πατέρες. Ας γίνει παράδειγμά μας ο άσωτος υιός. "Και αναστάς ήλθε προς τον πατέρα αυτού".
Μπορεί να 'σαι χωμένος στα γήινα πράγματα και αλυσοδεμένος με αυτά. Ποτέ δεν είναι αργά. Δε γράφτηκε χωρίς λόγο στην Αγία Γραφή, ότι ο Αβραάμ ήταν εβδομηνταπέντε χρονών όταν αναχώρησε από την πατρίδα του και ότι ο εργάτης που έρχεται την ενδέκατη ώρα, παίρνει το ίδιο μεροκάματο μ' αυτόν που έρχεται την πρώτη.
Ούτε πάλι είναι σωστό να νομίζεις πως είναι πολύ νωρίς. Μια πυρκαϊά σ' ένα δάσος δε σβήνεται στο πι και φι. Θα ήθελες αλήθεια να δεις την ψυχή σου να καταστρέφεται και να γίνεται παρανάλωμα της φωτιάς του κακού; Κινήσου λοιπόν με δραστηριότητα.
Από τότε που βαφτίστηκες, ανέλαβες την υποχρέωση να πολεμάς εναντίον των αόρατων εχθρών της ψυχής σου. Τον αγώνα αυτόν ανάλαβέ τον έστω και τώρα. Αρκετά δίστασες. Βυθισμένος στην αδιαφορία και στην τεμπελιά, άφησες πολύ καιρό πολύτιμο να πάει χαμένος. Γι' αυτό πρέπει να ξέρεις τούτο· την καθαρότητα που πήρες με το βάφτισμα την άφησες να ποδοπατηθεί και να λερωθεί με τον πιο οικτρό τρόπο.
Σήκω λοιπόν επάνω! Κάνε τό όμως γρήγορα, χωρίς αργοπορία. Μην αναβάλλεις την απόφασή σου "για τό απόγευμα" ή "για αύριο" ή "για τότε που, όπως λες, θα είμαι έτοιμος αφού τελειώσω προηγουμένως τη δουλειά που έχω". Το διάστημα που θα μεσολαβήσει μπορεί να είναι ολέθριο.
Όχι! Αυτή την ώρα, αυτή τη στιγμή που πήρες την απόφαση, οφείλεις να δείξεις έμπρακτα ότι απαρνήθηκες το παλιό εγώ σου και ότι άρχισες τώρα μια καινούρια ζωή, με καινούριους σκοπούς και νέα μορφή. Σήκω, λοιπόν, χωρίς φόβο και πες: Κύριε βοήθησέ με να αρχίσω τώρα. Βοήθησέ με! Γιατί αυτό που χρειάζεται πριν απ' όλα είναι η βοήθεια του Θεού.
Προχώρησε στην καινούρια σου απόφαση και μην κοιτάς ξανά πίσω. Το πάθημα της γυναίκας του Λωτ που έγινε στήλη άλατος αποτελεί για μας ένα σπουδαίο μάθημα. Έχεις "απεκδυθεί τον παλαιόν άνθρωπον". Άφησε καθετί το δικό του. Όπως ο Αβραάμ, άκουσες τη φωνή του Κυρίου: "Έξελθε εκ της γης σου και εκ της συγγενείας σου και εκ του οίκου του πατρός σου και δεύρο εις την γην, ην αν σοι δείξω"(Γεν. ιβ΄1). Προς αυτή τη χώρα πρέπει από δω και πέρα να κατευθύνεις όλη σου την προσοχή και κάθε ενέργειά σου.

Ανωνύμου μοναχού: Ευχή (από τον η΄ λόγο της "Νηπτικής Θεωρίας")

Αλλά, Κύριε, Κύριε, ο γλυκασμός και η ηδύτητα όλων των δούλων Σου που μνημονεύουν στην καρδιά με ευλάβεια το όνομά Σου το άγιο και θεϊκό, χάρισε, παρακαλώ, και σ' εμένα να αγαπώ το Όνομά σου με όλη μου την καρδιά και να το μνημονεύω με πολλή ευλάβεια, για να αισθανθεί κάποτε, όταν επιστρέψει η Χάρη Σου, και η δικη μου γλώσσα αυτήν την θεϊκή και υψηλή γλυκύτητα.
Διότι τότε, Κύριέ μου, είμαι πληροφορημένος ότι συγχρόνως με αυτήν την θαυμαστή γλυκύτητα, θα λάμψει και το άγιο φως της θεογνωσίας Σου μέσα στην καρδιά μου, από το οποίο θα φωτισθούν τα μάτια της διάνοιάς μου στην αληθινή και τέλεια κατανόηση των θεϊκών σου λόγων.
Όταν γίνει αυτό σ' εμένα, Κύριε, από Σε, τον δημιουργό και Θεό μου, αμέσως θα φανούν τα λόγια Σου γλυκά στον λάρυγγά μου και γλυκύτερα από μέλι στο στόμα μου. Ναι, ο γλυκύς μου Ιησούς, δέομαι και παρακαλώ την βασιλεία Σου, ράντισε και εμένα τον πολύ πικραμένο μία σταλαγματιά θεϊκής γλυκύτητος από την μεγάλη και ακατανόητη άβυσσο της δικής Σου θεϊκής και πνευματικής γλυκύτητος.
Διότι επόθησε η ψυχή μου αυτήν την πνευματική Σου θεία και θαυμαστή γλυκύτητα περισσότερο από χρυσάφι και τοπάζιο και περισσότερο από πολύτιμο λίθο, και γλυκαίνομαι ο δούλος Σου πνευματικώς όταν την σκέπτομαι, περισσότερο από μέλι και κηρήθρα.
Διότι Εσύ, Κύριέ μου, Κύριε, γλυκύτατε Ιησού μου, είσαι ο ανέκφραστος γλυκασμός ημών όλων των Χριστιανών και σοι την δόξαν αναπέμπωμεν εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Ανωνύμου μοναχού: Ευχή (από τον ιγ΄ λόγο της "Νηπτικής Θεωρίας")

Ενθυμήσου Κύριε, ότι για τον άνθρωπο έγινες άνθρωπος τέλειος, και σώσε με χάριν της φιλανθρωπίας Σου. Μην παραβλέψεις Δέσποτα την ορφανή μου δέηση για το όνομά Σου το πανάγιο, αλλά χάρισέ μου την παρηγορία Σου.
Για τον θρόνο της Θεότητάς Σου, Δημιουργέ μου, μην οργίζεσαι με εμένα τον άσωτο. Για την δόξα Σου την άρρητη, γλυκύτατε Θεέ μου, εξαπόστειλε και σ' εμένα τα ελέη Σου τα πλούσια.
Ράντισε ελέημων εξ αγίου κατοικητηρίου Σου την χάρην Σου πλουσίως και σ'εμένα, διότι μεγάλη θλίψη δοκιμάζω όταν στερούμαι την Χάρη Σου.
Μην οργίζεσαι με εμένα, Άγιε, επειδή πολυλογώ ενώπιόν Σου με τόσα λόγια. Διότι, Κύριε, Συ πολύ καλά το ξέρεις ότι αυτά τα λέγω από την πίκρα μου την μεγάλη, επειδή πικραίνομαι από την σκληρότητα της καρδιάς μου.
Άνες μοι, άφες, εύσπλαγχνε, πάντα τα παραπτώματά μου, όσα σου έσφαλλα από την νεότητά μου και λύπησα το Πνεύμα Σου το Άγιο και Εσένα τον γλυκύτατο Δεσπότη και Θεό μου. "Απόστρεψον", αμνησίκακε, "το πρόσωπόν σου από των αμαρτιών μου και πάσας τας ανομίας μου εξάλειψον. Καρδίαν καθαράν, κτίσον εν εμοί", Κύριέ μου, "και Πνεύμα ευθές εγκαίνισόν με εν τοις εγκάτοις μου. Μη απορρίψης με", Χριστέ μου, "από του προσώπου Σου, και το Πνεύμα σου το Άγιον μη αντανέλης απ' εμού". Διότι, Κύριε μου, όταν Εσύ με παρηγορήσης με το Πνεύμα Σου το Άγιο και γλυκαθώ από την Χάρη Σου, τότε θα έλθω στην δική Σου υπηρεσία με κάθε δύναμη και προθυμία.
Ναι! Βασιλεύ Ουράνιε, γλυκύτατε Ιησού μου! ο Κύριος της δόξης, "ο ενδοξαζόμενος εν βουλή αγίων", πάλι και πάλι σε ξαναπαρακαλώ, επάκουσόν μου και επίστρεψέ μου την Χάριν Σου και την αγαλλίαση του σωτηρίου Σου, που δικαίως μου αφαίρεσες εξαιτίας των αμέτρητων αμαρτιών μου.
Στήριξέ με Δέσποτα, δέομαι, με την χάρη του Παναγίου Σου Πνεύματος, για να μην προχωρήσει πια εκείνος που ποικιλοτρόπως πάντοτε με πολεμάει ωρυόμενος εναντίον μου σαν λιοντάρι αγριώτατο και καυχώμενο. Διότι σ' Εσένα, φιλάνθρωπε, αφιερώνω σαν παρακαταθήκη την ζωή μου όλη και την ελπίδα της σωτηρίας μου.
Διότι, Σε αινούσι πάσαι αι Δυνάμεις των ουρανών και Σοι την δόξαν αναπέμπουσιν εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Φωνή από το πετραχήλι

Σύγχρονός ιερομόναχος από την έρημο του Αγίου Όρους διηγείται:
Λειτουργούσα κάποτε, νεοχειροτονημένος ιερέας, σ’ ένα ερημικό παρεκκλήσι. Ο σεβαστός μας γέροντας και κάποιος αδελφός μοναχός αποτελούσαν όλο κι όλο το εκκλησίασμα.
Φτάνοντας στην εκφώνηση «Ειρήνη πάσι» κι έχοντας απέναντί μου το γέροντα, σκέφτηκα: Πώς λέω «Ειρήνη πάσι» και ευλογώ το γέροντα, αφού εγώ παίρνω τη χάρη από εκείνον;
Ακούω τότε μία φωνή από το πετραχήλι να μου λέει: «Δεν ευλογείς εσύ. Εγώ ευλογώ!».

Παρασκευή 3 Δεκεμβρίου 2010

Ο μακάριος Γέρων Αμβρόσιος ο Αγιορείτης (21/12/1912 – 02/12/2006)

Ο Ιερομόναχος Αμβρόσιος (κατά κόσμον Σπυρίδων Λάζαρης) εκοιμήθη στις 2 Δεκεμβρίου 2006 (ν.ημ.), σε ηλικία 92 ετών. Υπήρξε πνευματικός της Ιεράς Μονής Παναγίας Γαυριώτισσας Δαδίου και χιλιάδων χριστιανών από όλα τα μέρη της Ελλάδος. Ο π. Αμβρόσιος ήταν πηγή της Αγιορειτικής ευωδίας του Χριστού στον κόσμο και αποτελεί μία από τις άγιες σύγχρονες μορφές που στόλισαν της Εκκλησία. Είναι και αυτός καρπός της σαρκώσεως του Χριστού. Η Εκκλησία ανά τους αιώνες είναι εργοστάσιο παραγωγής αγίων, και μέχρι σήμερα συνεχίζει να δίνει το εμπόρευμά της.
Ο μακαριστός π. Αμβρόσιος γεννήθηκε στο χωριό Λαζαράτα της Λευκάδος από γονείς ευσεβείς, τον διδάσκαλο Παναγιώτη Λάζαρη και την Λουΐζα. Ήταν το τέταρτο τέκνο της πολύτεκνης οικογένειας του. Από την νηπιακή του ηλικία ο μικρός Σπυρίδων χαρακτηριζόταν από την ηρεμία του χαρακτήρα του και την αγάπη του προς την Εκκλησία. Το ήθος του σμίλευσε η ευλαβής μητέρα του, η οποία λόγω της απουσίας του συζύγου της στους πολέμους, είχε αναλάβει όλο το βάρος της ανατροφής των τέκνων. Ο Σπυρίδων τελείωσε μόνο δύο τάξεις του Δημοτικού Σχολείου, διότι εν τω μεταξύ έπρεπε να βοηθεί την μητέρα του στις αγροτικές εργασίες. Όταν ήλθε ο καιρός κατετάγη στις τάξεις του Στράτου και υπηρέτησε τρία χρόνια στα ανάκτορα ως εύζωνας, καθότι ήταν υψηλός, ευθυτενής και όμορφος νέος.
Σε ένα διάλογο, που είχα με τον μακαριστό γέροντα μου διηγήθηκε ότι μετά την στρατιωτική του θητεία (ήταν Τσολιάς στην ανακτορική φρουρά), ήθελε να πάει στο Άγιο Όρος. Δεν ήξερε, όμως, που και πως να πάει. Τότε του εμφανίστηκε ένας νέος περίπου 25 ετών και του είπε: «Γνωρίζω τους τόπους, έλα μαζί μου». Έτσι και έγινε.
Ξεκίνησαν μαζί, πήγαν στο λιμάνι και μπήκαν στο πλοίο. «Μου έδωσε μάλιστα», λέει, «και ψωμί και φάγαμε παρέα όλες τις ημέρες, που ήταν μαζί μου. Το όνομά του όμως δεν μου το είπε, άλλά κι εγώ δεν τον ρώτησα. Έτσι φθάσαμε στη Δάφνη και από κει περπατώντας προχωρήσαμε μέσα το Άγιο Όρος.
Όσο ήταν μαζί μου, αισθανόμουν μεγάλη ασφάλεια. Προχωρώντας μου έδειξε την Μονή Ξηροποτάμου, όπου τιμούν τους Αγίους 40 μάρτυρες. Με ρώτησε, αν ήθελα να προσκυνήσουμε και εγώ δέχτηκα. Μπήκαμε στον Ναό (στο καθολικό της Μονής) και ενώ ασπαζόμουν την εικόνα, μας περικύκλωσαν 40 νέοι άνδρες. Τότε ο νέος μου είπε ότι “είναι οι Σαράντα Άγιοι Μάρτυρες και χαίρονται γιατί θα γίνεις μοναχός”.
Από εκεί συνεχίσαμε το δρόμο και φτάσαμε στις Καρυές και κατόπιν στην Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου. Εδώ ο νέος σταμάτησε, μου έδειξε την Ιερά Μονή και μου είπε: “Εδώ, θα μείνεις, Σπύρο. θα γίνεις μοναχός, Θα κάνεις υπομονή και υπακοή στο γέροντα” … κι εξαφανίστηκε».
Φαίνεται ότι αυτός ήταν άγγελος Κυρίου, ο φύλακάς του άγγελος. Έμεινε σε αυτό το μοναστήρι ο Δόκιμος Σπυρίδων και σε ηλικία 25 ετών γίνεται μοναχός με το όνομα Χαρίτων.

Ένα βράδυ ο ηγούμενος λέει στον μοναχό Χαρίτωνα να διαβάσει την 9η στο νάρθηκα. Εκείνος, καθώς ήταν αγράμματος, προσπάθησε να διαβάσει, αλλά είχε μεγάλη δυσκολία. Ο ηγούμενος αγανάκτησε και τον έδιωξε λέγοντάς του ονειδιστικά να πάει στο κελλί του. Το ίδιο βράδυ, ενώ προσευχόνταν, του εμφανίστηκε η Παναγία και με τη χάρη της σε μία μόνο νύχτα έμαθε το ψαλτήρι από μνήμης. Κατέστη θεοδίδακτος και θυμίζει σε όλους τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, που είχε μεγάλη δυσκολία στη μάθηση όταν ήταν παιδάκι. Οι δικοί του του τον πήγαν σε κάποια Μονή, προσευχήθηκαν στην Παναγία και του υπέδειξαν να κάνει κάθε βράδυ τρεις μετάνοιες στην Παναγία και να την παρακαλεί να τον κάνει καλό μαθητή. Έγινε έτσι ο πρώτος μαθητής. Όποτε, όμως, ξεχνούσε τις μετάνοιές του, δεν έπαιρνε καλό βαθμό.
Ένα άλλο περιστατικό από τη ζωή στο Άγιον Όρος του Μοναχού Χαρίτωνα, του άνθρώπου του Θεού. Ήταν καλοκαίρι και ο π. Χαρίτων βρισκόταν στον κήπο για εργασίες. Βλέποντας μία συκιά και επειδή πεινούσε, ανέβηκε στο δένδρο, για να φάει σύκα. Στο Άγιον Όρος οι μοναχοί δεν επιτρέπεται να τρώνε τίποτε εκτός τραπέζης, γιατί θεωρείται λαθροφαγία δηλαδή σοβαρό παράπτωμα. Έφαγε μερικά σύκα, όμως γλίστρισε και έπεσε από το δέντρο. Έμεινε εκεί πεσμένος και βογκούσε από τους πόνους, γιατί έσπασε το πόδι του. Αν και είχε πέσει από το πρωί, οι άλλοι μοναχοί αφού τον αναζήτησαν, τον βρήκαν μόνο το απόγευμα στο περιβόλι πεσμένο κάτω να πονάει πολύ. Τον έβαλαν πάνω σε μια πόρτα και τέσσερα άτομα μαζί –ήταν και σωματώδης– τον μετέφεραν στο κελί του. Διηγείται ο ίδιος ο γέροντας Αμβρόσιος· «Ενώ βρισκόμουν στο κρεβάτι μου και πονούσα, απέναντι έβλεπα το παρεκκλήσι των Αγίων Αναργύρων και τους παρακαλούσα να με βοηθήσουν. Εμφανίζονται τότε δύο γιατροί με λευκές μπλούζες και προσπάθησαν να βάλουν το πόδι μου στην θέση του. “-Τράβα Κοσμά”, έλεγε ο ένας. “-Κράτα από εδώ Δαμιανέ”, έλεγε ο άλλος. Και σε πέντε λεπτά οι πόνοι εξαφανίστηκαν και έγινα καλά». Όταν οι συμμοναστές του τον είδαν εντελώς υγιή, δόξασαν το Θεό και τους Αγίους Αναργύρους.

Στη Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου βρίσκονταν πέντε νέοι μοναχοί και ένας ηλικιωμένος γέροντας. Κάποιοι από αυτούς σκέφτηκαν ότι θα ήταν καλό να αλλάξουν τον γέροντα. Το έμαθε ο γέροντας και αποφασίστηκε η απομάκρυνση των πέντε μοναχών. Συνοδεία αστυνομίας εκδιώχτηκε στην Μονή Χιλανδαρίου ο μοναχός Αμβρόσιος, τότε Χαρίτων. Εκεί είχε πάρα πολλές δυσκολίες και πέρασε αρρώστιες, που τον ανάγκασαν να έρθει στον κόσμο. Πήγε, λοιπόν, στον Γέροντα Πορφύριο, ο οποίος τον συμβούλευσε να πάει στην ερειπωμένη Μονή Δαδίου στη Φθιώτιδα. Στην ερειπωμένη αυτή Μονή βρήκε μόνο αρουραίους, φίδια και άγρια ζώα. Ο Γέροντας Πορφύριος του υπέδειξε: «Κάθισε εδώ, κάνε υπομονή και υπακοή και ο Θεός θα σε βοηθήσει».
Οι μακάριοι Γέροντας Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης (+ 02/12/1991) και Αμβρόσιος Αγιορείτης (+ 02/12/2006) μαζί με κάποιους λαϊκούς σε προσκυνηματική επίσκεψή τους
Ανασύστησε την ερειπωμένη Ιερά Μονή, η οποία έγινε στη συνέχεια γυναικεία. Ο τότε Μητροπολίτης Φθιώτιδος Αμβρόσιος εξετίμησε τον γέροντα και τον έκανε ιερομόναχο, δίνοντάς του, μάλιστα, το δικό του όνομα.
Κάποτε χτύπησε το πόδι του, πήγε στο νοσοκομείο, όπου του έβαλαν πλατίνα στο γοφό. Πονούσε, όμως, πολύ. Ο τότε Μητροπολίτης Ελβετίας Δαμασκηνός τον πήρε στην Ελβετία να τον δούνε εκεί οι γιατροί. Τον πήγε στο νοσοκομείο. Εκεί διαπιστώθηκε ότι στην πρώτη επέμβαση, του έβαλαν 1 εκατοστό πλατίνα μεγαλύτερη με αποτέλεσμα να χρειαστεί νέο χειρουργείο, για να μειώσουν την πλατίνα. Όταν έγινε αυτό και ετοιμαζόταν για εξιτήριο, του ζητήθηκαν γενικές εξετάσεις, τις οποίες έκανε. Τότε, βρέθηκε στον αριστερό του νεφρό πέτρα μεγάλη όσο ένα πορτοκάλι και έτσι παρέμεινε για νέα εγχείριση.
Διηγείται ο Γέροντας: «Ενώ ήμουν μόνος στο δωμάτιο, εμφανίστηκε ένας μοναχός. Βγήκαμε, λοιπόν, μαζί στο μπαλκόνι και καθίσαμε για να μιλήσουμε. Κάπου 15 λεπτά μιλούσαμε και του είπα για τα χειρουργεία και για τον λίθο στο νεφρό. Τότε ο μοναχός μου είπε: ’’Είμαι ο Άγιος Νεκτάριος και ήρθα να σε δώ. Ήμουν και εγώ φιλάσθενος και παρέδωσα την ψυχή μου στο «Αρεταίειο» νοσοκομείο. Άντεξα τις συκοφαντίες και την ασθένεια, κάνοντας υπομονή. Ο Θεός μου έδωσε χάρη μεγάλη για την υπομονή που έκανα’’. Μετά με άγγιξε και έφυγε. Όταν έφυγε ο Άγιος Νεκτάριος μου ήρθε διάθεση ούρησης και ούρησα σε ένα μικρό λεκανάκι Τότε βγήκε μαζί με τα ούρα και μία πέτρα σε μέγεθος μικρού πορτοκαλιού. Τότε με μία χαρτοπετσέτα την πήρα και την έβαλα στο συρτάρι του κομοδίνου.
Την επόμενη θα γινόταν η εγχείριση. Έρχεται ο Ελβετός γιατρός και μου λέει: «Ετοιμάσου για το χειρουργείο». Εγώ του απάντησα ότι δεν χρειάζομαι χειρουργείο. Άνοιξα το συρτάρι και του έδειξα την πέτρα. Όταν την είδε ο γιατρός, είπε· «Εσείς οι Ορθόδοξοι έχετε ζωντανή πίστη, εμείς την νοθεύσαμε”. Το χειρουργείο δεν έγινε και ή πέτρα παρέμεινε στο γραφείο του Ελβετού γιατρού, για χρόνια πολλά».
Αυτό που είδα εγώ στον Γέροντα, έκτος από τις αγιοφάνειες που είχε, oι οποίες ήταν πολύ έντονες και δύσκολα κανείς τις βρίσκει σε ανθρώπους σήμερα, είναι ότι ηταν άνθρωπος ο οποίος ζούσε σε πολλή αφάνεια εκεί στο Δαδί. Δεν του άρεσε το θεαθήναι, δεν του άρεσε να προβάλλεται, δεν του άρεσε να παρουσιάζεται. Και ίσως είναι και αυτός ο λόγος που δεν απέκτησε μεγάλη συνοδεία από μοναχές. Μια φορά που μιλούσαμε, μου λέει: «Εγώ έμεινα εδώ, ζούσα σε μία ασημότητα και ασχολήθηκα με την προσευχή, με τη Λειτουργία κ.λπ.». Δεν ήθελε να εμφανίζεται.
Αλλά ούτε στο χωριό, στο Δαδί, τον ήξεραν καλά-καλά. Και εκεί δεν κατέβαινε παρά σπάνια. Ήταν στο Μοναστήρι, έκανε πρακτικές εργασίες, ήταν ο εφημέριος της Μονής και ασχολήθηκε πολύ με την ευχή, απ΄ ότι μου έλεγε. Τον έβλεπα κι εγώ ότι, μόλις του έλεγα κάτι, αμέσως έμπαινε στον εαυτό του και προσευχόταν. Και έδινε πολύ καλές συμβουλές. Μου έλεγε μάλιστα πόσο τον βοηθάει η Χάρις του Θεού: «Εγώ αγράμματος άνθρωπος είμαι και έρχονται εδώ τόσοι άνθρωποι μορφωμένοι, καθηγητές πανεπιστημίου, και ανοίγει ο νους μου και τους λέω τόσα πράγματα, που απορώ πως τα λέω».

Ένα παιδί που πήγαινε στον Γέροντα, τον ρώτησε: «Τί θα κάνω;». Και του είπε ο Γέροντας: «Εσύ μοναχός θα γίνεις». Και αυτός, παρόλο που δεν το σκεφτόταν, ένιωσε μέσα του μια φωτιά και έγινε μοναχός. Δηλαδή, πλησίαζες αυτόν τον άνθρωπο στο μετόχι στην Αθήνα και έβλεπες ότι δεν ήταν από τον κόσμο αυτόν. Ήταν ένας ερημίτης. Κράτησε το πρόγραμμα του ως μοναχός. Σηκωνόταν νύχτα και προσευχόταν…

Εικόνα της Παναγίας Παραμυθίας. Αντίγραφο της θαυματουργής εικόνας η οποία φυλάσσεται ως πολύτιμος θησαυρός στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου. Αυτή η εικόνα βρισκόταν στο κελί του Γέροντα και ήταν η αγαπημένη του.
Αγαπούσε πολύ την Παναγία. Παρακάλεσε τότε και του πήγαμε την Αγία Ζώνη της Παναγίας μας. Πάρα πολύ αναπαύτηκε που είχε την Αγία Ζώνη στο Δαδί και με μεγάλη συντριβή και συγκλονισμό την υποδέχτηκε.
Την πρώτη φορά που τον είδα, μου είπε αυτά όλα με τον Άγιο Νεκτάριο, δηλαδή ότι πήγε και τον επισκέφτηκε στη Γενεύη και του είπε: «Πάμε να κάτσουμε εξω, που εχει δροσιά», κ.λπ. Και να βγει ο όγκος, που είχε στο νεφρό; Είναι φοβερό αυτό, δεν είναι δράμα. Δεν είναι εύκολα, είναι μεγάλα σημεία αυτά.
Ο Γέροντας Αμβρόσιος κοιμήθηκε την ίδια μέρα, ακριβώς 15 χρόνια μετά, που κοιμήθηκε ο Γέροντας Πορφύριος. Ήταν ένας άνθρωπος του Θεού. Ή Εκκλησία είναι το μυστικό σώμα του Χριστού.
Εμείς, όταν ερχόμασταν στην Αθήνα, πηγαίναμε και τον βλέπαμε.
Την ευχή του να έχουμε. Μετά την κοίμηση του, εγώ έβγαλα και μοναχό Αμβρόσιο στη μνήμη του.
Η ζωή του, παρουσία και μαρτυρία Χριστού, ο βίος του ενισχύει την πίστη μας.
Ας έχουμε την ευχή του!

Πέμπτη 2 Δεκεμβρίου 2010

Μην επιτρέπεις να πορευθώ σε ξένους δρόμους, που οδηγούν στο σκοτάδι

Γέροντος Σωφρονίου
Έτσι λοιπόν, μην ανησυχείς για την ανικανότητά σου να συγκεντρωθείς, όταν στέκεσαι στην προσευχή. Κράτησε πριν απ’ όλα τη μνήμη του Θεού και την ειρήνη της καρδιάς. Το τελευταίο είναι ιδιαίτερα σημαντικό για σένα, εφόσον δεν το κατέχεις ισχυρά. Πρόσεχε, μη δαπανάς χωρίς όφελος τις λίγες σωματικές σου δυνάμεις.
Για να βρεις τον σωστό δρόμο, είναι καλύτερο απ’ όλα να το ζητήσεις από τον ίδιο τον Θεό στην προσευχή:
«Κύριε, Συ ο ίδιος δίδαξε με τα πάντα… Δώσε μου τη χαρά της γνώσεως του θελήματός Σου και των οδών Σου… Δίδαξέ με να Σε αγαπώ αληθινά με όλο μου το είναι, όπως μας παρήγγειλες… Οικοδόμησε τη ζωή μου έτσι, όπως Εσύ ο Ίδιος την συνέλαβες στην προαιώνια βουλή Σου… Ναι, ακόμη και για μένα, γιατί Εσύ κανέναν δεν ξέχασες και κανέναν δεν έπλασες για απώλεια… Εγώ με αφροσύνη εκδαπάνησα τις δυνάμεις που μου έδωσες, αλλά τώρα, στο τέλος της ζωής μου, διόρθωσέ τα όλα Εσύ ο ίδιος, και ο ίδιος δίδαξε με τα πάντα… Αλλά έτσι, ώστε πραγματικά το θέλημά Σου να πραγματοποιηθεί στη ζωή μου, είτε εγώ το καταλαβαίνω είτε δεν το καταλαβαίνω μέχρι καιρού… Μην επιτρέπεις να πορευθώ σε ξένους δρόμους, που οδηγούν στο σκοτάδι… αλλά πριν παραδοθώ στον ύπνο του θανάτου, δώσε σε μένα την ανάξια να δω το Φως Σου, ω Φως του κόσμου».
Κι έτσι, με δικά σου λόγια, να προσεύχεσαι για όλα με τον ίδιο τρόπο. Θα περάσει κάποιος χρόνος και η δύναμη των λόγων αυτών θα εισχωρήσει στο εσωτερικό της υπάρξεώς σου, και τότε θα ρεύσει αυτομάτως ζωή, όπως ακριβώς θέλει ο Κύριος. Κρίνοντας όμως εξωτερικά δεν μπορούμε να αποφασίσουμε τίποτε.
Αλήθεια, όλο το νόημα της ζωής βρίσκεται στο να ζει ο νους και η καρδιά μας με τον Θεό· να γίνει ο Θεός η ζωή μας. Αυτό και μόνο ο ίδιος ζητά. Γι’ αυτό και δημιουργηθήκαμε, για να ζήσουμε τη ζωή Του, και μάλιστα σε όλη την απειρότητά της… Ο λόγος αυτός μπορεί να μας τρομάζει όταν βλέπουμε την τωρινή οικτρή κατάστασή μας, αλλά έτσι είναι, και δεν πρέπει να χάσουμε την πίστη αυτή. Ένας από τους μεγαλύτερους κινδύνους είναι να υποβιβάσουμε και να μειώσουμε την ιδέα του Θεού για τον άνθρωπο. Το κάθε πάθημά μας, ακόμη και το άδικο, το γνωρίζει ο Θεός. Γνωρίζει και συμπάσχει μαζί μας. Είναι απαραίτητο να δημιουργήσουμε “προσωπικές” σχέσεις μαζί Του, σχεδόν “ανθρώπινες”…Ελπίζω ότι με αντιλαμβάνεσαι. Καταλαβαίνεις ότι με τον όρο αυτό εννοώ τον εσωτερικό, ενδόμυχο σύνδεσμο με τον Θεό. Γιατί ο όλος άνθρωπος κλήθηκε για τη ζωή εν Αυτώ, δηλαδή όχι μόνο η ανώτερη ικανότητά του για θεωρία, το “πνεύμα”, αλλά και τα αισθήματα, η ψυχή, ακόμη και το σώμα… Να ακόμη μία προσευχή:
«Κύριε Ιησού Χριστέ, Μονογενές Υιέ του Ανάρχου Σου Πατρός, διάνοιξε τους οφθαλμούς της εσκοτισμένης ψυχής μου, για να δω συνετά Εσένα, τον Δημιουργό και Θεό μου.
»Σε παρακαλώ: Μη με απορρίψεις από το Πρόσωπό Σου, αλλά, παραβλέποντας όλη την αθλιότητά μου, όλην την ταπεινότητά μου, φανέρωσε μου το Φως Σου, ω Φως του κόσμου, και δος μου να γνωρίσω την αγάπη Σου προς τον άνθρωπο.
»Ω, γλυκύτατε Χριστέ, που εξαπέστειλες από τον Πατέρα στους αγίους μαθητές και Αποστόλους Σου το Πνεύμα το Άγιο, αυτό, Αγαθέ, κατάπεμψε και σε μας τους αναξίους και έτσι δίδαξέ μας τη γνώση Σου και φανέρωσέ μας τις οδούς της σωτηρίας Σου.
»Λάμψε σε μένα, ο Θεός, ο Θεός μου, το Φως Σου το αληθινό, για να δω και εγώ στο Φως Σου τη Δόξα Σου ως Μονογενούς παρά Πατρός, και να μορφωθεί μέσα μου η Εικόνα Σου η ακατάληπτη, σύμφωνα με την οποία δημιούργησες κατ’ αρχάς τον άνθρωπο.
»Ω, ο Θεός, ο Σωτήρας μου, το Φως του νου μου και το κραταίωμα της ψυχής μου, ας σκηνώσει σε μένα η αγαθό­τητά Σου, για να παραμένω και εγώ αδιάλειπτα σε Σένα, φέροντας παντοτινά μέσα μου το Πνεύμα Σου το Άγιο, ώστε να δώσει σε μένα να ομοιωθώ μαζί Σου, τον μόνο Κύριο μου, όπως ομοιώθηκαν μαζί Σου όλοι οι ανά τους αιώνες άγιοί Σου.
»Ναι, Κύριε Ιησού Χριστέ, κατά την αμετάθετη επαγγελία Σου, έλα μαζί με τον Πατέρα και το Πνεύμα το Άγιο και σκήνωσε μέσα μου».

Η δύναμη της ευχής "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με"

Διάλογος ενός υποτακτικού με τον γέροντά του, τον πατέρα Εφραίμ τον Κατουνακιώτη:
- Πάτερ Εφραίμ, γέροντά μου, λέω την ευχή, «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», αλλά δεν καταλαβαίνω τίποτα.
- Δεν καταλαβαίνεις εσύ που τη λες την ευχή, αλλά καταλαβαίνει ο διάβολος, και καίγεται, και φεύγει.
- Ε, καλά παιδί μου, θέλεις να δεις θαύμα, από την ευχή, απ’ την προσευχή;
- Και βεβαίως θέλω!
- Καλά, του λέει, θα προσευχηθώ στο Θεό να σου δείξει ένα θαύμα να καταλάβεις πόση δύναμη έχει η ευχή. Αυτό το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με» που στην οποίαν ευχή αναφέρονται όλα τα πατερικά μας βιβλία. Και ειδικότερα βέβαια η φιλοκαλία.
Έκανε προσευχή ο γέροντας, έκανε νηστεία, τριήμερο νηστεία, μόνο με λίγο νερό.
- Έλα δω παιδί μου τώρα, του λέει, ύστερα από τις τρείς ημέρες, του έδωσε ένα καλάθι – ξέρετε τι ήταν τα καλάθια; – και
- Πήγαινε να το γεμίσεις νερό.
- Γέροντα, λέει, με συγχωρείς. Τα μυαλά τα έχω. Το λογικό το έχω, πώς θα γεμίσει αυτό νερό; Γεμίζει το καλάθι νερό; Βρέχεται, ναι, αλλά να γεμίσει νερό;
- Καλά παιδί μου, του λέει, δεν ήθελες να δεις ένα θαύμα;
Λέει:
- Μάλιστα.

- Ε, και να δεις τι δύναμη έχει η ευχή; Το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με» τι δύναμη έχει; Γιατί την παντοδυναμία της ευχής την παίρνει απ’ τον παντοδύναμο Θεό, διότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός είναι και σωτήρας του κόσμου, αλλά είναι και Θεός αληθινός, εκ Θεού αληθινού. Δε θέλεις να τη δεις;
- Πώς, πώς, πώς!
- Ε, κάνε αυτό που λέω, αλλά θα λες την ευχή, όλο την ευχή. Θα πάς και θάρθεις χωρίς να την διακόψεις καθόλου. Θα λες συνέχεια «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με».
- Νά ‘ναι ευλογημένο.
Πάει λοιπόν στο δρόμο, περπατάει να πάει μέχρι την, εκεί που ήταν το νερό,
- «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με».
Και βάζει το καλάθι στη βρύση από κάτω.
Το νερό γεμίζει το καλάθι! Και το καλάθι δεν τρέχει!
Δεν βγάζει ούτε από τα πλάγια, ούτε από κάτω σταγόνα νερό. Συνέχεια όμως, δεν διακόπτει την ευχή και τη λέει.
- «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με».
Εννοείται βέβαια ότι ο γέροντας, ο Εφραίμ ο Κατουνακιώτης, στο κελάκι του προσηύχετο για να δείξει ο Θεός θαύμα στον παραγιό του. Το γέμισε το καλάθι. Μόλις το είδε, τρέχει λοιπόν, να το δείξει στον γέροντά του. Να του πει δηλαδή ότι «Γέροντα, το καλάθι γέμισε νερό, και δεν τρέχει».
Στον δρόμο λοιπόν πηγαίνοντας αυτά τα πενήντα μέτρα, φανερώνεται ο διάβολος, αλλά με ανθρώπινη μορφή. Σαν καλόγεροι, σαν καλόγερος. Του λέει:
- Καλόγερε, του λέει, πού πάς;
- Πάω στο γέροντά μου.
- Πώς σε λένε;
- Γεώργιο.
- Πόσα χρόνια έχεις εδώ;
Λέει «πέντε – έξι».
- Και τι δουλειά κάνεις; Τι διακόνημα έχεις;
- Φτιάχνουμε σφραγίδια.

Με τον διάλογο, αδειάζει το καλάθι και το νερό φεύγει από κάτω ολόκληρο. Έπιασε την αργολογία, άφησε την ευχή. Πήγε στο γέροντά του με άδειο το καλάθι.
- Τι συμβαίνει παιδί μου; Γιατί μου φέρνεις το καλάθι άδειο;
- Γέροντα έτσι και έτσι.
- Αααα. Άφησες την ευχή παιδί μου. Και έπιασες διάλογο και διάλογο με αυτόν που φαινόταν σαν καλόγερος αλλά δεν ήταν καλόγερος, αλλά ήταν ο διάβολος. Εάν δεν του μιλούσες, το καλάθι θα ήταν γεμάτο νερό. Τώρα όμως που μίλησες και άφησες την ευχή, έφυγε το νερό. Βλέπεις λοιπόν, όταν έλεγες και όσο έλεγες την ευχή το καλάθι κρατούσε το νερό. Όταν τη σταμάτησες και άρχισες την αργολογία σου, έφυγε το νερό. Η προσευχή, το κομποσκοίνι με το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», η ελεημοσύνη, η πνευματική, διότι το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με» είναι πνευματική ελεημοσύνη, νικά το έλεος του Θεού. Καμιά αμαρτία δεν είναι μεγαλύτερη απ’ αυτό το έλεος του Θεού [δηλ. το έλεος του Θεού μπορεί να σβήσει κάθε δική μας αμαρτία]. Το έλεος του Θεού είναι μεγάλο. Ο Γέρων Ιωσήφ, ο όσιος, μας είχε πει ότι όχι μόνον με τη Θεία Λειτουργία, αλλά και με το κομποσχοίνι, με τη λεγομένη νοερά προσευχή, «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», βγάζεις ψυχές απ’ την Κόλαση και τις βάζεις στον Παράδεισο. Προσευχότανε ο γέροντας Ιωσήφ αρκετόν καιρό, και στο τέλος, όπως μας είπε, είδε όραμα που η ψυχή του είπε «Μεγάλη μου η μέρα σήμερα, πηγαίνω στο καινούργιο μου σπίτι, και αυτό το οφείλω σε σένα». Έτσι λοιπόν πληροφορήθηκε ότι σώθηκε η ψυχή.