Σάββατο, 17 Απριλίου 2010

ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ ΙΩΑΝΝΟΥ (Μετάφρασις)

ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ 3

Αποκ. 3,1 Καὶ τῷ ἀγγέλῳ τῆς ἐν Σάρδεσιν ἐκκλησίας γράψον· τάδε λέγει ὁ ἔχων τὰ ἑπτὰ πνεύματα τοῦ Θεοῦ καὶ τοὺς ἑπτὰ ἀστέρας· οἶδά σου τὰ ἔργα, ὅτι ὄνομα ἔχεις ὅτι ζῇς, καὶ νεκρὸς εἶ.
Αποκ. 3,1 Και στον επίσκοπον της Εκκλησίας των Σαρδεων γράψε τα εξής· Αυτά λέγει εκείνος που έχει το Αγιον Πνεύμα με τα αναρίθμητα αυτού χαρίσματα και τους επτά αστέρας, τους επτά δηλαδή επισκόπους της Εκκλησίας. Γνωρίζω καλά τα έργα σου και εξ αιτίας αυτών των ατελών έργων σου σου λέγω, ότι όνομα μόνον έχεις που δηλώνει ότι ζης, και όμως είσαι νεκρός.
Αποκ. 3,2 γίνου γρηγορῶν, καὶ στήρισον τὰ λοιπὰ ἃ ἔμελλον ἀποθνήσκειν· οὐ γὰρ εὕρηκά σου τὰ ἔργα πεπληρωμένα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ μου.
Αποκ. 3,2 Γινε άγρυπνος και προσεκτικός, και στήριζε τους υπολοίπους πιστούς, οι οποίοι ολίγον έλειψε να αποθάνουν· διότι μέχρι σήμερα δεν ευρήκα τα έργα σου ως επισκόπου πλήρη και τέλεια ενώπιον του Θεού, ο οποίος κατά το ανθρώπινον είναι και ιδικός μου Θεός.
Αποκ. 3,3 μνημόνευε οὖν πῶς εἴληφας καὶ ἤκουσας, καὶ τήρει καὶ μετανόησον. ἐὰν οὖν μὴ γρηγορήσῃς, ἥξω ἐπὶ σὲ ὡς κλέπτης, καὶ οὐ μὴ γνώσῃ ποίαν ὥραν ἥξω ἐπὶ σέ.
Αποκ. 3,3 Να ενθυμήσαι λοιπόν, με ποίον ζήλον έχεις παραλάβει και ήκουσες το κήρυγμα του Ευαγγελίου και φυλάττε αυτό που ήκουσες, και μετανόησε δια την μέχρι σήμερον ραθυμίαν και αμέλειάν σου. Εάν όμως δεν εξυπνήσης και δεν γίνης προσεκτικός απ' εδώ και πέρα, θα έλθω εις σε έξαφνα, εις ώραν που δεν περιμένεις, όπως έρχεται ο κλέπτης, και δεν θα γνωρίσης ποίαν ώραν θα έλθω να σε παραλάβω δια του θανάτου.
Αποκ. 3,4 ἀλλὰ ἔχεις ὀλίγα ὀνόματα ἐν Σάρδεσιν, ἃ οὐκ ἐμόλυναν τὰ ἱμάτια αὐτῶν, καὶ περιπατήσουσι μετ᾿ ἐμοῦ ἐν λευκοῖς, ὅτι ἄξιοί εἰσιν.
Αποκ. 3,4 Εχεις όμως μερικούς πιστούς εις τας Σαρδεις, οι οποίοι δεν εμόλυναν τα ενδύματά των με τον ρύπον της αμαρτίας. Και θα περιπατήσουν μαζή μου ντυμένοι ολόλευκα (εις συμβολισμόν της αγνότητός των) διότι τους αξίζει να είναι μαζή μου.
Αποκ. 3,5 Ὁ νικῶν οὗτος περιβαλεῖται ἐν ἱματίοις λευκοῖς, καὶ οὐ μὴ ἐξαλείψω τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐκ τῆς βίβλου τῆς ζωῆς, καὶ ὁμολογήσω τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐνώπιον τοῦ πατρός μου καὶ ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων αὐτοῦ.
Αποκ. 3,5 Οποιοσδήποτε, που δια μέσου των αιώνων θα νικά, θα περιβάλλεται έτσι ολόλευκα λαμπρά ενδύματα, και δεν θα σβήσω ποτέ το όνομα του από το βιβλίον της ζωής και θα διαλαλήσω το όνομά του εμπρός στον Πατέρα μου και εμπρός στους αγγέλους, διακυρήσσων τας αρετάς του και την πίστιν του προς εμέ.
Αποκ. 3,6 Ὁ ἔχων οὖς ἀκουσάτω τί τὸ Πνεῦμα λέγει ταῖς ἐκκλησίαις.
Αποκ. 3,6 Εκείνος που έχει τα αυτιά της ψυχής του ανοικτά, ας ακούση τι λέγει το Πνεύμα το Αγιον εις τας Εκκλησίας.
Αποκ. 3,7 Καὶ τῷ ἀγγέλῳ τῆς ἐν Φιλαδελφείᾳ ἐκκλησίας γράψον· τάδε λέγει ὁ ἅγιος, ὁ ἀληθινός, ὁ ἔχων τὴν κλεῖν τοῦ Δαυΐδ, ὁ ἀνοίγων καὶ οὐδεὶς κλείσει, καὶ κλείων καὶ οὐδεὶς ἀνοίξει·
Αποκ. 3,7 Και στον επίσκοπον της Εκκλησίας, που είναι εις την Φιλαδέλφειαν, γράψε· Αυτά λέγει ο απολύτως άγιος, ο απολύτως αληθινός Κυριος, ο οποίος έχει την μεσσιανικήν εξουσίαν και βασιλείαν, όπως προεικονίσθη και προανηγγέλθη δια του κατά σάρκα προγόνου του Δαυΐδ. Και με την εξουσίαν αυτήν, σαν με άλλο κλειδί, ανοίγει την θύραν της βασιλείας των ουρανών και κανείς δεν ημπορεί να την κλείση· την κλείει και κανείς δεν ημπορεί να την ανοίξη.
Αποκ. 3,8 οἶδά σου τὰ ἔργα· -ἰδοὺ δέδωκα ἐνώπιόν σου θύραν ἀνεῳγμένην, ἣν οὐδεὶς δύναται κλεῖσαι αὐτήν·- ὅτι μικρὰν ἔχεις δύναμιν, καὶ ἐτήρησάς μου τὸν λόγον καὶ οὐκ ἠρνήσω τὸ ὄνομά μου.
Αποκ. 3,8 Γνωρίζω τα έργα σου· ιδού έχω δώσει εμπρός σου θύραν ανοικτήν, (ελευθερίαν και τα μέσα να εργασθής χωρίς εμπόδια). Και αυτήν την θύραν κανείς δεν ημπορεί να την κλείση. Εγώ σου άνοιξα την θύραν, διότι συ έχεις μικράν δύναμιν, και εν τούτοις ετήρησες το θέλημά μου και δεν ηρνήθης την πίστιν στο όνομά μου κατά τον καιρόν του διωγμού.
Αποκ. 3,9 ἰδοὺ δίδωμι ἐκ τῆς συναγωγῆς τοῦ σατανᾶ τῶν λεγόντων ἑαυτοὺς Ἰουδαίους εἶναι, καὶ οὐκ εἰσίν, ἀλλὰ ψεύδονται· ἰδοὺ ποιήσω αὐτοὺς ἵνα ἥξουσι καὶ προσκυνήσουσιν ἐνώπιον τῶν ποδῶν σου, καὶ γνῶσιν ὅτι ἐγὼ ἠγάπησά σε.
Αποκ. 3,9 Iδού, σου δίδω τώρα μερικούς από την συναγωγήν του σατανά, από εκείνους οι οποίοι λέγουν με κομπασμόν δια τον ευατόν των ότι είναι Ιουδαίοι, ενώ εις την πραγματικότητα δεν είναι, αλλά ψεύδονται. Ιδού, θα τους κατευθύνω και θα τους κάμω να έλθουν και να προσκυνήσουν εμπρός εις τα πόδια σου, ως προς άξιον επίσκοπον της Εκκλησίας μου και να μάθουν ότι εγώ σε έχω αγαπήσει.
Αποκ. 3,10 ὅτι ἐτήρησας τὸν λόγον τῆς ὑπομονῆς μου, κἀγώ σε τηρήσω ἐκ τῆς ὥρας τοῦ πειρασμοῦ τῆς μελλούσης ἔρχεσθαι ἐπὶ τῆς οἰκουμένης ὅλης, πειράσαι τοὺς κατοικοῦντας ἐπὶ τῆς γῆς.
Αποκ. 3,10 Και τούτο, διότι συ ετήρησες τον λόγον μου, που ομιλεί περί της υπομονής εις τας θλίψεις και τους διωγμούς. Και εγώ θα σε προφυλάξω από την ώραν του πειρασμού και της ταλαιπωρίας, που μέλλει να έλθη και να απλωθή εις όλην την οικουμένην, δια να θέση εις δοκιμασίαν αυτούς, που κατοικούν εις την γην.
Αποκ. 3,11 ἔρχομαι ταχύ· κράτει ὃ ἔχεις, ἵνα μηδεὶς λάβῃ τὸν στέφανόν σου.
Αποκ. 3,11 Ερχομαι γρήγορα· κράτει καλά και σταθερά τον θησαυρόν της αληθείας και της πίστεως, που έχεις, δια να μη πάρη κανείς τον στέφανον της νίκης σου.
Αποκ. 3,12 Ὁ νικῶν, ποιήσω αὐτὸν στῦλον ἐν τῷ ναῷ τοῦ Θεοῦ μου, καὶ ἔξω οὐ μὴ ἐξέλθῃ ἔτι, καὶ γράψω ἐπ᾿ αὐτὸν τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ μου καὶ τὸ ὄνομα τῆς πόλεως τοῦ Θεοῦ μου, τῆς καινῆς Ἱερουσαλήμ, ἣ καταβαίνει ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ μου, καὶ τὸ ὄνομά μου τὸ καινόν.
Αποκ. 3,12 Εκείνον που νικά τους πειρασμούς της αμαρτίας και τας θλίψεις των διωγμών, θα τον κάμω στύλον εις την Εκκλησίαν, που είναι ναός του Θεού και δεν θα βγη ποτέ πλέον έξω από την μακαρίαν αυτήν περιοχήν. Και θα γράψω επάνω εις αυτόν το όνομα του Θεού μου και το όνομα της πόλεως του Θεού μου, της νέας Ιερουσαλήμ, η οποία ολόλαμπρος κατεβαίνει από τον ουρανόν του Θεού μου. Και θα γράψω ακόμη εις αυτόν το νέον μου όνομα (του Θεανθρώπου λυτρωτού και Μεσσίου, δια να φαίνεται στους αιώνας των αιώνων ότι αυτός είναι ιδικός μου).
Αποκ. 3,13 Ὁ ἔχων οὖς ἀκουσάτω τί τὸ Πνεῦμα λέγει ταῖς ἐκκλησίαις.
Αποκ. 3,13 Εκείνος που έχει τα αυτιά της ψυχής του ανοικτά, ας ακούση τι λέγει το Πνεύμα το Αγιον εις τας Εκκλησίας.
Αποκ. 3,14 Καὶ τῷ ἀγγέλῳ τῆς ἐν Λαοδικείᾳ ἐκκλησίας γράψον· τάδε λέγει ὁ ἀμήν, ὁ μάρτυς ὁ πιστὸς καὶ ἀληθινός, ἡ ἀρχὴ τῆς κτίσεως τοῦ Θεοῦ·
Αποκ. 3,14 Και στον επίσκοπον της Εκκλησίας της Λαοδικείας γράψε· Αυτά λέγει ο Αμήν, ο απολύτως αξιόπιστος και αληθινός μάρτυς, η άναρχος και δημιουργική αιτία και αρχή της ορατής και αοράτου δημιουργίας του Θεού.
Αποκ. 3,15 οἶδά σου τὰ ἔργα, ὅτι οὔτε ψυχρὸς εἶ οὔτε ζεστός· ὄφελον ψυχρὸς ἦς ἢ ζεστός.
Αποκ. 3,15 Γνωρίζω καλά τα έργα σου, τα ολίγα, τα ατελή και χλιαρά. Αυτά και μαρτυρούν, ότι ούτε ψυχρός είσαι ως προς την πίστιν, ούτε θερμός. Είθε να ήσουν ψυχρός (διότι υπήρχεν ελπίς να μετανοήσης και θερμανθής) η να ήσουν ζεστός και θερμός.
Αποκ. 3,16 οὕτως ὅτι χλιαρὸς εἶ, καὶ οὔτε ζεστὸς οὔτε ψυχρός, μέλλω σε ἐμέσαι ἐκ τοῦ στόματός μου.
Αποκ. 3,16 Ετσι επειδή είσαι χλιαρός και δεν είσαι ούτε ζεστός ούτε ψυχρός, πρόκειται να σε εμέσω από το στόμα μου, (να σε αποδοκιμάσω και σε αποκόψω από την Εκκλησίαν μου).
Αποκ. 3,17 ὅτι λέγεις ὅτι πλούσιός εἰμι καὶ πεπλούτηκα καὶ οὐδενὸς χρείαν ἔχω, -καὶ οὐκ οἶδας ὅτι σὺ εἶ ὁ ταλαίπωρος καὶ ὁ ἐλεεινὸς καὶ πτωχὸς καὶ τυφλὸς καὶ γυμνός,-
Αποκ. 3,17 Διότι παρά την πνευματικήν σου πτωχείαν, λέγεις ότι είμαι πλούσιος εις αρετάς και έχω πλουτήσει εις πνευματικούς θησαυρούς και δεν έχω ανάγκην από τίποτε. Και δεν γνωρίζεις ότι εις την πραγματικότητα συ είσαι ο ταλαίπωρος και ο ελεεινός και ο πτωχός εις πνευματικότητα και ο τυφλός εις την επίγνωσιν της αληθείας και ο γυμνός εις τα έργα της αρετής.
Αποκ. 3,18 συμβουλεύω σοι ἀγοράσαι παρ᾿ ἐμοῦ χρυσίον πεπυρωμένον ἐκ πυρὸς ἵνα πλουτήσῃς, καὶ ἱμάτια λευκὰ ἵνα περιβάλῃ καὶ μὴ φανερωθῇ ἡ αἰσχύνη τῆς γυμνότητός σου, καὶ κολλύριον ἵνα ἐγχρίσῃ τοὺς ὀφθαλμούς σου ἵνα βλέπῃς.
Αποκ. 3,18 Σε συμβουλεύω να προμηθευθής από εμέ ολοκάθαρον χρυσίον, που έχει λυώσει και καθαρισθή στο καμίνι της φωτιάς, τον πνευματικόν δηλαδή πλούτον, δια να γίνης έτσι πλούσιος εις την αρετήν. Να προμηθευθής ακόμη από εμέ αγνότητα και καθαρότητα ψυχής, που σαν ολόλευκα ενδύματα να περιβληθής, ώστε να μη γίνη φανερά η εντροπή της πνευματικής σου γυμνότητος. Να προμηθευθής και το φως της διδασκαλίας μου, δια να χρίσης, σαν με κολλύριον, τα μάτια της ψυχής σου, ώστε να βλέπης την κατάστασίν σου και τον δρόμον, που πρέπει να ακολουθήσης.
Αποκ. 3,19 ἐγὼ ὅσους ἐὰν φιλῶ, ἐλέγχω καὶ παιδεύω· ζήλευε οὖν καὶ μετανόησον.
Αποκ. 3,19 Σου απευθύνω αυτούς τους ελέγχους από αγάπην, διότι εγώ όσους αγαπώ τους ελέγχω δια τα σφάλματα των και τους παιδαγωγώ δια την πνευματικήν των μόρφωσιν. Προσπάθησε, λοιπόν, να έχης ζήλον και μετανόησε.
Αποκ. 3,20 ἰδοὺ ἕστηκα ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω· ἐάν τις ἀκούσῃ τῆς φωνῆς μου καὶ ἀνοίξῃ τὴν θύραν, καὶ εἰσελεύσομαι πρὸς αὐτὸν καὶ δειπνήσω μετ᾿ αὐτοῦ καὶ αὐτὸς μετ᾿ ἐμοῦ.
Αποκ. 3,20 Ιδού, έχω σταθή έξω από την θύραν και κτυπώ δυνατά. Εάν κανείς ακούση την φωνήν μου και ανοίξη την θύραν της καρδίας του, τότε εγώ θα εισέλθω εις αυτόν και με πολλήν αγάπην και οικειότητα θα φάγω μαζή του και εκείνος θα φάγη μαζή μου (και θα χαρώμεν και οι δύο δια την επιστροφήν και σωτηρίαν του).
Αποκ. 3,21 Ὁ νικῶν, δώσω αὐτῷ καθίσαι μετ᾿ ἐμοῦ ἐν τῷ θρόνῳ μου, ὡς κἀγὼ ἐνίκησα καὶ ἐκάθισα μετὰ τοῦ πατρός μου ἐν τῷ θρόνῳ αὐτοῦ.
Αποκ. 3,21 Εις εκείνον που νικά, θα του δώσω το ανεκτίμητον δικαίωμα και δώρον να καθίση μαζή μου στον ολόλαμπρον θρόνον μου, όπως και εγώ, όταν σαν άνθρωπος ενίκησα τον πονηρόν, εκάθισα μετά την ανάληψίν μου μαζή με τον Πατέρα μου στον ένδοξον θρόνον του.
Αποκ. 3,22 Ὁ ἔχων οὖς ἀκουσάτω τί τὸ Πνεῦμα λέγει ταῖς ἐκκλησίαις.
Αποκ. 3,22 Εκείνος που έχει ανοικτά τα αυτιά της ψυχής του, ας ακούση τι λέγει το Πνεύμα το Αγιον εις τας Εκκλησίας. (συνεχίζεται)