Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2009

Το Ευαγγέλιο του Ιούδα












Μάρβιν Μάιερ
Η έκδοση του ευαγγελίου του Ιούδα, που περιλαμβάνεται στον Codex Tchacos, αποτελεί ένα εξαιρετικά σημαντικό γεγονός για τη μελέτη των θρησκειών και των πολιτισμών. Είναι πολύ σπάνιο να ανακαλυφθεί ένα μέχρι πρότινος άγνωστο χειρόγραφο ευαγγέλιο και μάλιστα ένα ευαγγέλιο για το οποίο έχουν υπάρξει αναφορές σε πρώιμες χριστιανικές πηγές. Αυτή είναι η περίπτωση του ευαγγελίου του Ιούδα. Το πρωτότυπο ευαγγέλιο του Ιούδα μπορεί να χρονολογηθεί με αρκετή βεβαιότητα γύρω στα μέσα του 2ου αι., ενώ οι πηγές στις οποίες βασίστηκε είναι ακόμα παλαιότερες. Το ευαγγέλιο λοιπόν αποτελεί μια πρώιμη πηγή για τις γνώσεις μας σχετικά με ένα σημαντικό κίνημα του γνωστικισμού που αναπτύχθηκε στους κόλπους του πρώιμου χριστιανισμού και ιουδαϊσμού, το σηθιανισμό. Επιπλέον, το κείμενο μας δίνει τη δυνατότητα να αξιολογήσουμε, ή και να επαναξιολογήσουμε, τον ιστορικό ρόλο του Ιούδα του Ισκαριώτη, ο οποίος δαιμονοποιήθηκε από το χριστιανισμό και αποτέλεσε μορφή-κλειδί στη διαμόρφωση του αντισημιτισμού. Εν κατακλείδι, το ευαγγέλιο του Ιούδα φωτίζει την ιστορία του χριστιανισμού εν τω γενάσθαι και μας υπενθυμίζει για μια ακόμα φορά τη μεγάλη ποικιλία απόψεων που χαρακτήριζε την πρώιμη Εκκλησία.
Κρεγκ Έβανς
Το ευαγγέλιο του Ιούδα φαίνεται ότι επιβεβαιώνει τη μαρτυρία του Ειρηναίου, που χρονολογείται στα τέλη του 2ου αι. Αυτή η ανακάλυψη ρίχνει φως στη φύση του γνωστικισμού, τον οποίον πολέμησαν οι Πατέρες και στοχαστές της πρώιμης χριστιανικής Εκκλησίας. Το ευαγγέλιο του Ιούδα μπορεί επίσης να αντικατοπτρίζει πρώιμους προβληματισμούς για τα κίνητρα που οδήγησαν τον Ιούδα στην προδοσία του Κυρίου του. Τα Ευαγγέλια της Καινής Διαθήκης τηρούν μια ανεξήγητη σιωπή γι’ αυτό το σημαντικό ζήτημα. Αν και τοποθετείται σ’ ένα γνωστικό πλαίσιο που απηχεί τις αντιλήψεις του 2ου αι, ο ισχυρισμός ότι ο Ιούδας ενήργησε κατ’ εντολή του Ιησού αποτελεί ένα ενδιαφέρον ζήτημα προς διερεύνηση. Μήπως αυτό το κείμενο του 2ου αι. ανακλά μια πρώιμη παράδοση, κατά την οποία οι ενέργειες του Ιούδα ήταν σύμφωνες με τις εντολές του Ιησού; Αρχικά, η θεωρία αυτή μπορεί να ακούγεται εξεζητημένη, αλλά οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι το ευαγγέλιο του Ιούδα ενδέχεται να διασώζει την πιο παλιά εκδοχή για τους λόγους που οδήγησαν τον Ιούδα στην πράξη αυτή.
Στίβεν Εμλ
Η ανακάλυψη ενός αρχαίου κώδικα που περιέχει κατά τα άλλα άγνωστα κείμενα της πρώιμης χριστιανικής γραμματείας προσφέρει σ’ εμάς τους μελετητές μια εκπληκτική ευκαιρία να διευρύνουμε τις γνώσεις μας σχετικά με τις απόψεις και τις αντιλήψεις των προγόνων μας. Ελπίζω ότι τελικά οι γνώσεις αυτές θα έχουν θετικό αντίκτυπο στο μέλλον της ανθρωπότητας: Γιατί μόνο αν κατανοήσουμε ορθά το παρελθόν μας μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα διαμορφώσουμε το μέλλον μας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Ο κοπτικός κώδικας που περιλαμβάνει το ευαγγέλιο του Ιούδα (καθώς και άλλα έργα της πρωτοχριστιανικής γραμματείας) ανακαλύφθηκε κατά τύχη, και μετά παραλίγο να ξαναχαθεί στο πέρασμα του χρόνου. Όλοι είμαστε ευγνώμονες προς την NGS για τις προσπάθειές της να διασώσει αυτό το μοναδικό εύρημα, για το καλό της επιστήμης και των επερχόμενων γενεών.
Φρανσουά Γκοντάρ
Όπως αν επρόκειτο για τα Αιγυπτιακά του Μανέθωνος ή για το δεύτερο βιβλίο της Ποιητικής του Αριστοτέλη, απλώς και μόνο η ανακάλυψη ενός τόσο σημαντικού κειμένου όπως είναι το ευαγγέλιο του Ιούδα, το οποίο θεωρούσαμε ότι είχε χαθεί για πάντα, αποτελεί συγκλονιστικό γεγονός. Όμως στην προκειμένη περίπτωση αυτή η ανακάλυψη αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία, καθώς το συγκεκριμένο κείμενο, αποκαθιστώντας τον Ιούδα, παρουσιάζοντάς τον ως το στενότερο μαθητή του Χριστού και ως αυτόν τον οποίο επέλεξε ο ίδιος για να τον «προδώσει» προκειμένου να εκπληρωθεί το θέλημα του Θεού, δεν αποτελεί μόνο σοβαρή πρόκληση για μια από τις βαθύτερα εδραιωμένες χριστιανικές πεποιθήσεις, αλλά επιπλέον ανατρέπει ένα από τα ισχυρότερα στερεότυπα του αντισημιτισμού.
Ντόναλντ Σίνιορ
Η ανακάλυψη του ευαγγελίου του Ιούδα είναι ένα συναρπαστικό αρχαιολογικό εύρημα που ανοίγει ένα νέο παράθυρο στον πρωτοχριστιανικό κόσμο. Κατά τη γνώμη μου, η σημασία του ευαγγελίου του Ιούδα δεν έγκειται στο ότι αυτό το γνωστικό κείμενο του 2ου αι. μάς δίνει συγκεκριμένες ιστορικές πληροφορίες για τον Ιούδα τον Ισκαριώτη και τη σχέση του με τον Ιησού της Ναζαρέτ. Ούτε είναι πιθανό να ανταγωνιστεί τα τέσσερα επίσημα Ευαγγέλια και τα κείμενα της Καινής Διαθήκης, όσον αφορά την ιστορική και θρησκευτική σημασία που έχουν για τους σημερινούς χριστιανούς. Πιστεύω ότι αυτό το αρχαίο κείμενο, που ανακαλύφθηκε πρόσφατα, θα βοηθήσει το σύγχρονο κόσμο να ανακαλύψει κάτι που οι πρώτοι χριστιανοί γνώριζαν από πρώτο χέρι: ότι δηλαδή κατά την πρωτοχριστιανική εποχή κυκλοφορούσαν πολλά ιερά κείμενα, γραμμένα από χριστιανικές ομάδες σε διάφορα μέρη του μεσογειακού κόσμου, οι οποίες προσπαθούσαν να διατυπώσουν τα διδάγματα του Ιησού Χριστού όπως τα κατανοούσαν οι ίδιες.
Έιμι-Τζιλ Λεβάιν
Το ευαγγέλιο του Ιούδα δεν καταλαμβάνει απλώς μια θέση ανάμεσα σε πολλά άλλα «μη κανονικά» (με την έννοια ότι δεν περιλαμβάνονται στα 27 κείμενα του Κανόνα της Καινής Διαθήκης) ευαγγέλια, πράξεις και επιστολές, αλλά επίσης δείχνει ότι οι πρώτοι οπαδοί του Ιησού δεν ένιωθαν δεσμευμένοι από τα κανονικά κείμενα που υποστήριζε η επικρατούσα εκκλησία. Εκείνοι που έγραψαν και αντέγραψαν το συγκεκριμένο κείμενο αμφισβητούσαν τον παραδοσιακό χαρακτηρισμό του Ιούδα ως φαύλου και πρόσφεραν μια εναλλακτική θεολογική ερμηνεία. Μ’ αυτό τον τρόπο μάς λένε πολλά για τις αντιλήψεις και τα ήθη του 2ου αιώνα, αλλά σχεδόν τίποτα για τον ίδιο το Ναζωραίο.
Ιλέιν Πέιγκελς
Η εκπληκτική ανακάλυψη του ευαγγελίου του Ιούδα –μαζί με το ευαγγέλιο του Θωμά, το ευαγγέλιο της Μαρίας της Μαγδαληνής και τα πολλά άλλα ευαγγέλια που ανακαλύφθηκαν πρόσφατα, αφού έμειναν κρυμμένα για σχεδόν 2.000 χρόνια– αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον πρώιμο χριστιανισμό. Αυτές οι ανακαλύψεις αποδεικνύουν πόσο μεγάλη ποικιλία απόψεων χαρακτήριζε το πρωτοχριστιανικό κίνημα και πόσο συναρπαστικό ήταν.
Μπαρτ Έρμιν
Η επανεμφάνιση του ευαγγελίου του Ιούδα θα καταχωριστεί στα σπουδαιότερα ευρήματα που έφτασαν σε μας από τη χριστιανική αρχαιότητα και είναι αναμφίβολα η σημαντικότερη αρχαιολογική ανακάλυψη των τελευταίων 60 χρόνων. Αυτό που θα κάνει διάσημο το ευαγγέλιο που ανακαλύφθηκε πρόσφατα, ή ενδεχομένως θα προκαλέσει την αποστροφή, είναι το γεγονός ότι παρουσιάζει τον Ιούδα πολύ διαφορετικά από οτιδήποτε ξέραμε προηγουμένως. Εδώ δεν είναι ο κακός, παρακινούμενος από το Διάβολο μαθητής του Ιησού, ο οποίος πρόδωσε το δάσκαλό του παραδίδοντάς τον στους εχθρούς. Αντίθετα, είναι ο πιο κοντινός μαθητής και φίλος του Ιησού, εκείνος που κατανόησε τα διδάγματά του καλύτερα από όλους, αυτός που παρέδωσε τον Ιησού στις αρχές επειδή ο Ιησούς το ήθελε. Αυτό το ευαγγέλιο αντιλαμβάνεται εντελώς διαφορετικά το Θεό, τον κόσμο, το Χριστό, τη σωτηρία, την ανθρώπινη ύπαρξη –εκτός φυσικά από τον ίδιο τον Ιούδα – απ’ ό,τι τα κείμενα που ενσωματώθηκαν στα χριστιανικά Σύμβολα της Πίστεως και στον Κανόνα. Θα ανοίξει καινούργιους ορίζοντες για την κατανόηση του Ιησού και του θρησκευτικού κινήματος το οποίο ίδρυσε.
Γκρέγκορ Βουρστ
Αν αποδειχθεί ότι το ευαγγέλιο του Ιούδα είναι όντως μια κοπτική μετάφραση του πρωτότυπου ελληνικού ευαγγελίου του Ιούδα, το οποίο ανέφερε ο επίσκοπος Ειρηναίος γύρω στο 180 μ.Χ. στο βιβλίο του Κατά των Αιρέσεων, τότε θα πρόκειται για ένα σημαντικό βήμα στη μελέτη του αρχαίου γνωστικισμού. Θα έχουμε για πρώτη φορά την ευκαιρία να ανιχνεύσουμε την ιστορία του σηθιανισμού πριν από την εποχή του Ειρηναίου. Θα εμπλουτίσει σημαντικά τις γνώσεις μας για τον πρώιμο χριστιανισμό.

Ὁ Ἅγιος Ταράσιος Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως

Ὁ Ἅγιος Ταράσιος γεννήθηκε, ἀνατράφηκε καὶ ἐκπαιδεύθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς καὶ εὐγενεῖς, τὸν Γεώργιο, κριτὴ καὶ πατρίκιο καὶ τὴν Εὐκρατία. Λόγω τῆς μεγάλης του μορφώσεως ἀνυψώθηκε στὸ ἀξίωμα τοῦ πρωτασηκρίτου.
Οἱ ἐκκλησιαστικὲς περιστάσεις τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἦταν ἀρκετὰ σοβαρές. Ὑπῆρχε ἀκόμα ὁ πόλεμος τῶν εἰκονομάχων, ἡ δὲ θέση τῶν Ὀρθοδόξων ἔγινε ἀκόμη πιὸ δύσκολη διὰ τοῦ θανάτου τοῦ Πατριάρχου Παύλου Δ’ τοῦ Κυπρίου (780-781 μ.Χ.). Ἡ βασίλισσα Εἰρήνη ἡ Ἀθηναία, ἡ ὁποία ἐπιτρόπευε τὸν ἀνήλικο υἱό της Κωνσταντῖνο ΣΤ’ (780-798 μ.Χ.), κατανόησε, ὅτι χρειαζόταν ἐκκλησιαστικὸς ἡγέτης μὲ εὐσέβεια, θεολογικὴ κατάρτιση καὶ διοικητικὴ ἱκανότητα, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ ἀνταποκριθεῖ στὶς περιστάσεις καὶ τὰ προβλήματα. Ἔτσι ἐξελέγη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ἀπὸ τοὺς λαϊκοὺς ὁ Ἅγιος Ταράσιος παρὰ τὶς ἐπίμονες ἀρνήσεις του, ἀφοῦ ἔλαβε ὑπόσχεση ἀπὸ τοὺς βασιλεῖς, ὅτι θὰ συγκληθεῖ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ποὺ θὰ ἀντιμετωπίσει τὰ διάφορα θεολογικὰ ζητήματα καὶ τὰ ἐκκλησιαστικὰ θέματα. Ἡ χειροτονία τοῦ νέου Πατριάρχου ἔγινε στὶς 25 Δεκεμβρίου 784 μ.Χ.Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς πατριαρχίας του ὁ Ἅγιος μερίμνησε γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τῶν σχέσεων μὲ τὴν Δυτικὴ Ἐκκλησία ἐπὶ Πάπα Ἀδριανοῦ Α’ (771-795 μ.Χ.) καὶ τὴν σύγκλιση τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τὸ ἔτος 787 μ.Χ., στὴ Νίκαια, ἡ ὁποία καταδίκασε τοὺς εἰκονομάχους καὶ ἀκύρωσε τὴν εἰκονομαχικὴ Σύνοδο τοῦ ἔτους 754 μ.Χ. θέτοντας ὡς βάση τοῦ δογματικοῦ καθορισμοῦ τὰ σχετικὰ συγγράμματα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ (τιμᾶται 4 Δεκμβρίου). Ἡ ὄγδοη συνεδρία τῆς Συνόδου ἔγινε στὴν Κωνσταντινούπολη, στὰ ἀνάκτορα, ὄποι οἱ βασιλεῖς Εἰρήνη καὶ Κωνσταντῖνος ὑπέγραψαν τοὺς Ὅρους τῆς Συνόδου.
Στὴν εὐσέβεια καὶ τὸ ἐκκλησιαστικὸ ἦθος τοῦ Ἁγίου ὀφείλεται καὶ ἡ μέριμνα ποὺ ἔλαβε ἡ Ἐκκλησία κατὰ τῆς σιμωνίας, τοῦ χρηματισμοῦ δηλαδὴ γιὰ τὴν ἀπόκτηση ἐκκλησιαστικῶν ἀξιωμάτων καὶ ἰδιαίτερα τῶν ἐπισκοπικῶν θέσεων. Παράλληλα ὁ Ἅγιος ἀνέπτυξε πλούσια φιλανθρωπικὴ καὶ κοινωνικὴ δράση καὶ διακρίθηκε γιὰ τὴν ἐλεημοσύνη του πρὸς τοὺς πτωχούς.Ἡ ἀγάπη του πρὸς τὸν μοναχισμὸ ἐκφράστηκε καὶ μὲ τὴν ἵδρυση Μονῆς στὸ στενὸ τοῦ Βοσπόρου, στὴν ὁποία καὶ ἐνταφιάσθηκε μετὰ τὴν ὀσιακὴ κοίμησή του τὴν Τετάρτη τῆς Α’ ἑβδομάδας τῶν Νηστειῶν, τὸ ἔτος 806 μ.Χ. Ὁ αὐτοκράτορας Μιχαὴλ Α’ ὁ Ραγκαβὲς (811-813 μ.Χ.) τὸν Μάρτιο τοῦ ἔτους 813 μ.Χ. ἐνέδυσε τὸν τάφο τοῦ Ἁγίου μὲ ἄργυρο, ἐπιδεικνύοντας ἔτσι καὶ αὐτὸς καὶ ἡ βασίλισσα Προκοπία τὸν σεβασμὸ τοὺς πρὸς τὴν μνήμη τοῦ Ἁγίου.
Ἡ Σύναξη τοῦ Ἁγίου Ταρασίου ἐτελεῖτο στὴ Μεγάλη Ἐκκλησία.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος γ'. Τὴν ὡραιότητα.
Βίου ὀρθότητι, καλλωπιζόμενος, φωστὴρ ὑπέρλαμπρος, ὤφθης τοῦ Πνεύματος, καὶ τὴν Εἰκόνα τοῦ Χρίστου, Συνόδω ἐν τὴ Ἕβδομη, προσκυνεὶν ἐκήρυξας, ὀρθοδόξως μακάριε, στῦλος καὶ ἑδραίωμα, Ἐκκλησίας γενόμενος, διὸ τοὺς σοὺς ἀγῶνας γεραίρει, Πάτερ Ἱεράρχα Ταράσιε.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ὥσπερ μέγας ἥλιος, ταὶς τῶν δογμάτων, καὶ θαυμά, τῶν λάμψεσι, φωταγωγεῖς διαπαντός, τῆς οἰκουμένης τὸ πλήρωμα, οὐρανομύστα, παμμάκαρ Ταράσιε

Ὁ Ἅγιος Ρηγίνος ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Σκοπέλου

Ὁ Ἅγιος Ρηγίνος γεννήθηκε στὴ Λεβάδεια τῆς Βοιωτίας στὶς ἀρχὲς τοῦ 4ου αἰῶνα μ.Χ. ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ ἐνάρετους γονεῖς, οἱ ὁποῖοι τὸν βοήθησαν νὰ λάβει τὴ θύραθεν παιδεία ἀλλὰ καὶ τὴν ὀρθόδοξη ἀγωγή. Ἡ ἀγάπη του γιὰ τὸν Κύριο καὶ ἡ πνευματική του πρόοδος τὸν μεταμόρφωσαν σὲ σκεῦος ἐκλογῆς καὶ σὲ ναὸ τῆς Ἁγίας Τριάδος.
Ὁ Ἅγιος ἔζησε τὴν ἐποχὴ ποὺ βασίλευσαν οἱ δυὸ υἱοὶ τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, ὁ μὲν Κωνστάντιος στὴν Κωνσταντινούπολη (Ἀνατολή), ὁ δὲ Κώνστας στὴ Ρώμη (Δύση). Καὶ οἱ δυὸ διάδοχοι τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου εἶχαν ἀνατραφεῖ μὲ τὶς ἀρχὲς τῆς χριστιανικῆς πίστεως, ἀλλὰ ὁ μὲν Κωνστάντιος εἶχε συνειδητὰ ἀποδεχθεῖ τὸν Ἀρειανισμό, ὁ δὲ Κώνστας παρέμεινε πιστὸς στὶς δογματικὲς ἀποφάσεις τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Καὶ οἱ δυὸ εἶχαν ὡς κοινὰ χαρακτηριστικὰ τῆς θρησκευτικῆς τους πολιτικῆς, ἀφ’ ἐνὸς μὲν τὴν καταπολέμηση τῆς ἐθνικῆς θρησκείας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν ὑπεράσπιση τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ ἐκκλησιαστική τους πολιτικὴ εἶχε ὡς συνέπεια ὄχι μόνο τὴ συντήρηση, ἀλλὰ καὶ τὴν διεύρυνση τῆς ἐκκλησιαστικῆς διασπάσεως μεταξὺ τῶν ὀπαδῶν καὶ τῶν ἀντιπάλων τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Οἱ συνεχεῖς παρεμβάσεις, αὐθαίρετες ἢ μή, στὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα ὑπῆρξαν πηγὴ ἐντάσεως στὶς ἀρειανικὲς ἔριδες τοῦ 4ου αἰῶνος μ.Χ.
Ἔτσι ὁ Ἅγιος ἀπεστάλη στὴ νῆσο Σκόπελο ἀπὸ τὸν θεῖο του Ἀχίλλειο (τιμᾶται 15 Μαΐου, πολιοῦχος τῆς πόλεως Λάρισας), γιὰ νὰ ἐνισχύσει τοὺς ἐξόριστους ποὺ βρίσκονταν ἐκεῖ καὶ νὰ τοὺς στερεώσει στὴν ὀρθόδοξη πίστη.
Σύμφωνα μὲ κάποιες πληροφορίες τοῦ Συναξαριστῆ τοῦ Ἁγίου Ἀχιλλείου, ὁ Ἅγιος Ρηγίνος παρακολούθησε τὶς ἐργασίες τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τὸ ἔτος 325 μ.Χ. μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Ἀχίλλειο. Ὅμως, μολονότι καταδικάσθηκε ὁμόφωνα ἀπὸ τοὺς θεοφόρους Πατέρες ἡ αἵρεση τοῦ Ἀρειανισμοῦ, οἱ ὀπαδοὶ τοῦ Ἀρείου δὲν ἐξέλιπαν καὶ συνέχισαν νὰ διαδίδουν τὶς αἱρετικὲς δοξασίες τους. Ἐπικράτησε ἐκ νέου μεγάλη ἀναταραχὴ στοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας, κρίση καὶ κατὰ συνέπεια χωρισμὸς σὲ δυὸ παρατάξεις, κάτι ποὺ ἀνησύχησε ἰδιαίτερα τοὺς δυὸ αὐτοκράτορες Κωνστάντιο καὶ Κώνστα. Τελικὰ οἱ δυὸ αὐτοκράτορες συμφώνησαν νὰ συγκληθεῖ στὴ Σαρδικὴ (Σόφια). Πράγματι, ἡ Σύνοδος συγκλήθηκε στὴ Σαρδική, τὸ ἔτος 343 μ.Χ. Στὴ Σύνοδο ἔλαβε μέρος καὶ ὁ Ἅγιος Ρηγίνος, ὁ ὁποῖος ἐξόντωσε ὅλες τὶς αἱρέσεις μὲ τὸ λόγο του καὶ τὴν τόλμη τῆς γνώμης του.
Μετὰ τὴ λήξη τῆς Συνόδου ὁ Ἅγιος Ρηγίνος ἐπέστρεψε στὴ Σκόπελο. Ἀλλὰ καὶ πάλι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ κλυδωνίσθηκε καὶ ταράχθηκε ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα τῆς Κωνσταντινουπόλεως Ἰουλιανὸ τὸν Παραβάτη (361-363 μ.Χ.), ὁ ὁποῖος θέλησε νὰ ἐπαναφέρει τὴ θρησκεία τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων.
Στὴ διάρκεια τῶν διωγμῶν ποὺ διέταξε ὁ βασιλέας, ἔφθασε στὴ Σκόπελο ὁ ἔπαρχος τῆς Ἑλλάδας καὶ τῶν Σποράδων. Ἀμέσως κάλεσε τὸν ποιμενάρχη τῆς Σκοπέλου καὶ τοῦ ὑπέδειξε νὰ ἀλλάξει πίστη καὶ νὰ ἀσπασθεῖ τὴν εἰδωλολατρία. Ὅμως ὁ Ἅγιος περιφρόνησε τὴν ὑπόδειξή του καὶ ἐνέμεινε μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία καὶ σταθερότητα στὴν πατρῴα εὐσέβεια. Στὶς 25 Φεβρουαρίου τοῦ 362 μ.Χ. ὁδηγήθηκε γιὰ τελευταῖα φορὰ ἐνώπιον τοῦ ἐπάρχου. Στὶς προτροπές του νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό, ὁ Ἅγιος δὲν ἔδωσε καμία ἀπάντηση. Ἔτσι ὁδηγήθηκε στὸ στάδιο τῆς νήσου, ὅπου ὑπέστη καὶ ἄλλα φρικτὰ βασανιστήρια καὶ ἀκολούθως στὴ θέση «Παλαὸ Γεφύρι», ὅπου ἀποκόπηκε ἀπὸ τὸν δήμιο ἡ τίμια κεφαλή του. Τὴν νύχτα οἱ Χριστιανοὶ παρέλαβαν τὸ τίμιο σκήνωμα τοῦ Ἁγίου καὶ τὸ ἐνταφίασαν μέσα στὸ δάσος τοῦ ὑπερκείμενου λόφου, ὅπου βρίσκεται μέχρι σήμερα ὁ τάφος του.

Ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος ὁ Μάρτυρας ὁ ἐν Δριζιπάρῳ τῆς Θρᾴκης

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Ἀλέξανδρος καταγόταν ἀπὸ τοὺς Ποτιόλους τῆς Ἰταλίας καὶ ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως Μαξιμιανοῦ (286-305 μ.Χ.) καὶ τοῦ ἡγεμόνος Τιβεριανοῦ. Ἀφοῦ συνελήφθηκε ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα, καταβλήθηκε προσπάθεια γιὰ νὰ κάνουν τὸν Ἅγιο νὰ προσκυνήσει τὰ εἴδωλα. Ὁ Ἅγιος ὅμως, ἀντὶ νὰ προσκυνήσει τὰ εἴδωλα, εἶπε πρὸς τὸν ἡγεμόνα: «Καὶ αὐτὰ εἶναι μάταια καὶ ἐσὺ ποὺ πιστεύεις σὲ αὐτὰ εἶσαι ἄθλιος καὶ ταλαίπωρος». Τότε τοῦ ἔδεσαν τὰ χέρια στὴν ἄκρη καὶ τὸν κρέμασαν, ἀφοῦ στὰ πόδια τοῦ ἔδεσαν βαριὰ πέτρα. Μετὰ ἀπὸ αὐτό, τὸν ὁδήγησαν στὸν Καρθαγένη, ὅπου ὑπέστη φρικτοὺς βασανισμούς. Ἀφοῦ δὲ τὸν ἔσυραν πάλι στὴ Μαρκιανούπολη τῆς Θρᾴκης, τοῦ ἔκαψαν τὸ πρόσωπο μὲ δᾴδες φωτιᾶς, ἀλλὰ ὁ Μάρτυς ὑπέμενε μὲ γενναῖο τρόπο. Στὸ τέλος τὸν ἀποκεφάλισαν διὰ ξίφους. Ἔτσι ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος ἀπέλαβε στεφάνι ἄφθαρτο καὶ ζωὴ αἰώνια ἀπὸ τὸν Χριστὸ τὸν Θεό μας.

Ὁ Ἅγιος Μάρκελλος ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Σόλων τῆς Κύπρου



Ἀπεβίωσε εἰρηνικά. Ὑπάρχει ὅμως ἀμφιβολία ἂν πράγματι ὑπῆρξε αὐτὸς ὁ ἐπίσκοπος καὶ αὐτὴ ἡ πόλη στὴν Κύπρο. Ἴσως συγχέεται μ' αὐτὸν τῆς Ἀπαμείας τῆς Συρίας (14 Αὐγούστου).





Ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος ὁ Μάρτυρας





Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Ἀντώνιος μαρτύρησε ὅταν τὸν ἔριξαν στὴν φωτιὰ ζωντανό. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν Βίο τοῦ Ἁγίου.

Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2009

Το έθιμο της Μπουμπούνας

Κάθε χρόνο το τελευταίο Σάββατο πριν την Καθαρά Δευτέρα αναβιώνει το έθιμο της Μπουμπούνας. Ένα έθιμο που οφείλει την προέλευση του στο ερχομό των προσφύγων από την Ανατολική Θράκη γύρω στο 1926. Το έθιμο έχει σαν σκοπό το καλωσόρισμα της Άνοιξης και την αρχή της σποράς της γης με ελπίδες για μια καλή σοδιά. Το έθιμο έχει ως εξής: μέρες πριν το Σάββατο, οι κάτοικοι συλλέγουν και συγκεντρώνουν στην πλατεία του χωριού παλιά ξύλα, στρώματα από άχυρο, ψάθες και άχρηστα τσουβάλια.
Το βράδυ του Σαββάτου βάζουν φωτιά σε αυτά τα υλικά και αρχίζει η μπουμπούνα. Στο έθιμο συμμετέχουν όλοι οι κάτοικοι αλλά κυρίως τα νέα παλικάρια που με τα άλματα πάνω από τη φωτιά προσπαθούν να εντυπωσιάσουν τις κοπέλες του χωριού. Μετά από τα άλματα ακολουθούν κυρίως Θρακιώτικοι χοροί γύρω από την φωτιά από τα χορευτικά συγκροτήματα του Πολιτιστικού Συλλόγου Φτελιάς αλλά και από πλήθος κόσμου. Ακολουθεί προσφορά σε όλους Θρακιώτικου λουκάνικου και κόκκινου κρασιού από τον πολιτιστικό σύλλογο Φτελιάς

Εὕρεση Τιμίας κεφαλῆς τοῦ Ἁγίου Προφήτου, προδρόμου καὶ βαπτιστοῦ Ἰωάννη

Ὅταν ἀποκεφαλίσθηκε ἀπὸ τὸν Ἡρῴδη, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, ἡ τίμια κεφαλὴ αὐτοῦ τοποθετήθηκε μέσα σὲ ἀγγεῖο ἀπὸ ὄστρακο καὶ κρύφθηκε στὴν οἰκία τοῦ Ἡρῴδη. Μετὰ ἀπὸ πολλὰ χρόνια, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης φανερώθηκε στὸ ὄνειρο δυὸ μοναχῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἀναχωρήσει γιὰ τὰ Ἱεροσόλυμα μὲ σκοπὸ νὰ προσκυνήσουν τὸν τάφο τοῦ Κυρίου, ἀγγέλλοντας σὲ αὐτούς, ποῦ βρίσκεται ἡ τίμια κεφαλή του. Καὶ ἐκεῖνοι, ἀφοῦ τὴν βρῆκαν, τὴν εἶχαν μὲ τιμές. Ἀπὸ αὐτοὺς τὴν παρέλαβε κάποιος κεραμεὺς καὶ τὴν μετέφερε στὴν πόλη τῶν Ἐμεσηνῶν. Ὅταν ὅμως πέθανε, τὴν κληροδότησε στὴν ἀδελφή του. Καὶ ἀπὸ τότε διαδοχικὰ περιῆλθε σὲ πολλούς, γιὰ νὰ καταλήξει στὰ χέρια κάποιου ἱερομονάχου ἀρειανοῦ ποὺ ὀνομαζόταν Εὐστάθιος καὶ φύλαξε τὴν τίμια κάρα σὲ σπήλαιο. Ἀπὸ ἐκεῖ μεταφέρθηκε, ἐπὶ Οὐάλεντος (364-378 μ.Χ.), στὸ Παντείχιον τῆς Βιθυνίας μέχρι ποὺ ὁ Θεοδόσιος ὁ Μέγας (379-395 μ.Χ.) ἀνεκόμισε αὐτὴ στὸ Ἕβδομο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὅπου ἀνήγειρε μέγα καὶ περικαλλέστατο ναό.
Βέβαια περὶ τῆς εὑρέσεως τῆς τιμίας κεφαλῆς τοῦ Προδρόμου ὑπάρχουν καὶ ἄλλες ἀντιφατικὲς παραδόσεις. Κατ’ ἄλλη ἐκδοχὴ ἡ τίμια κάρα εὑρέθηκε στὴν Ἔμεσα τὸ ἔτος 458 μ.Χ., ἐπὶ βασιλέως Λέοντος Α’ (457-474 μ.Χ.), ἐνῷ ἄλλοι δέχονται ὅτι αὐτὴ εὑρέθηκε τὸ ἔτος 760 μ.Χ. καὶ μεταφέρθηκε στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου στὴν Ἔμεσα. Ἀπὸ ἐκεῖ μετακομίσθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη, ἐπὶ βασιλείας Μιχαὴλ Γ’ (842-867 μ.Χ.) καὶ πατριαρχίας Ἰγνατίου.
Περὶ τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ Τιμίου Προδρόμου βρίσκουμε εἰδήσεις καὶ σὲ διάφορους χρονογράφους. Ὁ Ζωναρᾶς ἀναφέρει ὅτι τὸ ἔτος 968 μ.Χ. ὁ Νικηφόρος Φωκᾶς βρῆκε στὴν Ἔδεσσα τῆς Μεσοποταμίας «βόστρυχον τοῦ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου αἵματι περφυμένον», ποὺ μετακόμισε στὴν Κωνσταντινούπολη. Πέντε δὲ χρόνια νωρίτερα, κόμισε στὴν Κωνσταντινούπολη ἀπὸ τὴ Βέροια τῆς Συρίας, περὶ τὸν Ἀπρίλιο τοῦ ἔτους 963 μ.Χ., μέρος τοῦ ἱματίου τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Σύμφωνα μὲ ἄλλη μαρτυρία ὁ Νικηφόρος Φωκᾶς βρῆκε στὴν Κρήτη «τὸ ἔνδυμα τοῦ Προφήτου ἐκ τριχῶν καμήλου τυγχάνον καὶ περὶ τὸν τράχηλον ἠμαγμένον».
Ἡ Σύναξη τῆς εὑρέσεως τῆς Τιμίας Κεφαλῆς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου ἐτελεῖτο στὸ Προφητεῖο του, ποὺ βρισκόταν στὴν τοποθεσία τὴν ὀνομαζόμενη Φωρακίου.
Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ'. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ἐκ γῆς ἀνατείλασα, ἡ τοῦ Προδρόμου Κεφαλή, ἀκτῖνας ἀφίησι, τῆς ἀφθαρσίας πιστοὶς τῶν ἰάσεων ἄνωθεν συναθροίζει, τὴν πληθὺν τῶν Ἀγγέλων, κάτωθεν συγκαλεῖται, τῶν ἀνθρώπων τὰ γένη, ὁμόφωνον ἀναπέμψαι, δόξαν Χριστῷ τῷ Θεῷ.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Προφῆτα Θεοῦ, καὶ Πρόδρομε τῆς χάριτος, τὴν Κάραν τὴν σήν, ὡς ρόδον Ἱερώτατον, ἐκ τῆς γῆς εὐράμενοι, τᾶς ἰάσεις πάντοτε λαμβάνομεν, καὶ γὰρ πάλιν ὡς πρότερον, ἐν κόσμῳ κηρύττεις τὴν μετάνοιαν.

Ὁ Ὅσιος Ἔρασμος ἐκ Ρωσίας

Ὁ Ὅσιος Ἔρασμος γεννήθηκε στὴ Ρωσία ἀπὸ πλούσιους καὶ ἐπιφανεῖς γονεῖς. Ὅταν, μία μέρα, κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Θείας Λειτουργίας, ἄκουσε τὸν διάκονο νὰ προσεύχεται γιὰ ἐκείνους ποὺ ἀγαποῦν τὴν εὐπρέπεια τοῦ οἴκου τοῦ Κυρίου, διέθεσε ὁλόκληρη τὴν περιουσία του γιὰ τὴν εὐπρέπιση τοῦ ναοῦ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῶν Σπηλαίων τῆς Λαύρας τοῦ Κιέβου. Ἔπειτα ἔγινε καὶ ὁ ἴδιος μοναχὸς ἐκεῖ καὶ ἄρχιζε νὰ στολίζει τὸν ἑαυτό του μὲ τὶς ἀρετὲς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.Ὅμως ὁ διάβολος ἔστησε μία ὀλέθρια παγίδα στὸν Ὅσιο. Ὅταν πιὰ ὅλα τὰ πλούτη του εἶχαν χρησιμοποιηθεῖ γιὰ τὴν Ἐκκλησία τῆς Παναγίας, ὁ μακάριος Ἔρασμος σκέφθηκε ὅτι μάταια τὰ ξόδεψε γι’ αὐτὸ τὸν σκοπὸ καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ τὰ μοιράσει στοὺς πτωχούς. Ὁ Ὅσιος δὲν κατάλαβε πὼς οἱ λογισμοὶ αὐτοὶ ἦταν πειρασμικοί. Ἔπεσε σὲ ἀθυμία καὶ ἀπόγνωση. Οὔτε οἱ προσπάθειες τοῦ ἡγουμένου, οὔτε ἡ συμπαράσταση καὶ οἱ συμβουλὲς τῶν ἀδελφῶν στάθηκαν ἱκανὲς νὰ τὸν βοηθήσουν καὶ νὰ τὸν παρηγορήσουν. Ἄρχισε νὰ ζεῖ ἀπρόσεκτα γιὰ μοναχό. Σπαταλοῦσε τὸν χρόνο τοῦ μοναχικοῦ βίου του ἄσκοπα, χωρὶς πνευματικὸ ἀγῶνα, χωρὶς προσευχή, χωρὶς ὑπακοή, βυθισμένος στὴν ψυχόλεθρη ἀκηδία καὶ τὴν ἀμέλεια.Ὅταν εἶδαν οἱ πατέρες ὅτι τὰ λόγια τους ὄχι μόνο δὲν τὸν ὠφελοῦσαν, ἀλλὰ τὸν ἐρέθιζαν κιόλας, σταμάτησαν πιὰ νὰ τοῦ μιλοῦν καὶ ἄρχισαν νά προσεύχονται. Ὁ φιλάνθρωπος Κύριος δὲν ἄφησε νὰ πᾶνε χαμένοι οἱ προηγούμενοι κόποι καὶ οἱ ἀρετὲς τοῦ δούλου Του. Παρεχώρησε, λοιπόν, νὰ ἀσθενήσει. Ὁ Ὅσιος ἔφθασε στὰ πρόθυρα τοῦ θανάτου. Γιὰ ἑπτὰ ἡμέρες ἦταν ἀναίσθητος, μὴν μπορώντας νὰ πάρει τροφὴ ἢ νὰ ἐπικοινωνήσει μὲ κανένα. Τὴν ὄγδοη ἡμέρα ὁ ἡγούμενος κάλεσε ὅλη τὴν ἀδελφότητα γύρω στὴν κλίνη του. Ἐκείνη τὴν στιγμὴ ὅμως, ὁ ἑτοιμοθάνατος Ἔρασμος, συνῆλθε, ἀνασηκώθηκε, κάθισε στὸ κρεβάτι καὶ εἶπε πρὸς τοὺς πατέρες: «Ἀδελφοί, εἶμαι ἁμαρτωλὸς καὶ ἔζησα ρᾴθυμα. Ὁ θάνατος μὲ βρῆκε ἀμετανόητο. Ἐνῷ ὅμως ὁ διάβολος μὲ χαρὰ περίμενε τὸ τέλος μου, παρουσιάσθηκαν οἱ Ὅσιοι Πατέρες μας Ἀντώνιος καὶ Θεοδόσιος καὶ μοῦ εἶπαν ὅτι προσευχήθηκαν γιὰ μένα στὸν Κύριο. Καὶ Ἐκεῖνος, σὰν πολυεύσπλαχνος, μοῦ χάρισε καιρὸ μετανοίας. Μετὰ εἶδα καὶ τὴν Κυρία Θεοτόκο, ἡ ὁποία μοῦ εἶπε ὅτι, ἐπειδὴ στόλισα τὴν Ἐκκλησία της καὶ τὴν πλούτισα μὲ ὡραῖες εἰκόνες καὶ πολύτιμα σκεύη, μεσολάβησε γιὰ μένα στὸν Υἱό της καὶ σὲ τρεῖς ἡμέρες θὰ μὲ πάρει κοντά της, ἐπειδὴ ἀγάπησα τὴν εὐπρέπεια τοῦ οἴκου αὐτῆς».
Ἔτσι, μετὰ τρεῖς ἡμέρες ὁ Ὅσιος Ἔρασμος, τὸ ἔτος 1160, κοιμήθηκε εἰρηνικά.

Ὁ Ἅγιος Ἐθελμπέρτος βασιλιὰς τῆς Ἀγγλίας

Ὁ Ἅγιος Ἐθελμπέρτος ἦταν Ἀγγλοσάξονας βασιλεὺς τοῦ Κὲντ μὲ ἕδρα τὸ Καντέρμπουρυ ἡ σύζυγός του Μπέρθα ἦταν Χριστιανὴ καταγόμενη ἀπὸ τὴ Γαλλία. Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς βασιλείας του ἔφθασαν ἀπὸ τὴ Ρώμη οἱ Χριστιανοὶ Ἱεραπόστολοι ὑπὸ τὸν μοναχὸ Αὐγουστίνο. Ὁ βασιλέας τοὺς ὑποδέχθηκε καὶ τοὺς παρέσχε κάθε διευκόλυνση στὴν ἐπιτέλεση τοῦ ἔργου τῆς διαδόσεως τοῦ Θείου Λόγου. Τελικὰ καὶ ὁ ἴδιος βαπτίσθηκε Χριστιανός. Ἵδρυσε τὴν Ἐκκλησία τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου στὸ Ρότσεστερ, τοῦ Ἀποστόλου Παύλου στὸ Λονδίνο καὶ τὴν περίφημη μονὴ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου στὸ Καντέρμπουρυ. Ἐπίσης, συνετέλεσε τὰ μέγιστα στὸν ἐκχριστιανισμὸ τῶν Ἀνατολικῶν Σαξόνων ποὺ εἶχαν βασιλέα τὸν Σέμπερτ.
Ὁ Ἅγιος Ἐθελμπέρτος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 616 μ.Χ

Ὁ Ὅσιος Μποϊζὶλ ἐκ Σκωτίας

Ὁ Ὅσιος Μποϊζὶλ καταγόταν ἀπὸ τὴ Σκωτία καὶ ἀκολούθησε τὴν ὁδὸ τῆς μοναχικῆς πολιτείας. Ἐκάρη μοναχὸς στὴ μονὴ τοῦ Μελρός, ἡ ὁποία ἔκειτο κοντὰ στὸν ποταμὸ Τουίντ. Ἔφθασε διὰ τῆς θεοφιλοῦς ἀσκήσεώς του στὰ ὕψη τῶν ἀρετῶν. Προσευχόταν ἀδιάλειπτα ἐπικαλούμενος τὸ Ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ὁ Θεὸς τὸν εὐλόγησε μὲ τὸ προορατικὸ χάρισμα. Προαισθανόμενος τὸ τέλος του, κάλεσε τοὺς ἀδελφοὺς τῆς μονῆς καὶ τοὺς ἔδωσε τὶς τελευταῖες πνευματικὲς νουθεσίες: «Νὰ εὐχαριστεῖτε πάντοτε τὸν Θεό, ἰδίως γιὰ τὴν ἁγία σας κλήση στὸ μοναδικὸ βίο τοῦ μοναχοῦ. Νὰ ἀποφεύγετε τὴν φιλαυτία καὶ τὴν αὐτοδικαίωση σὰν τοὺς μεγαλύτερους ἐχθρούς σας. Νὰ προσεύχεσθε ἀδιάλειπτα. Νὰ ἀγωνίζεσθε, γιὰ νὰ ἀποκτήσετε τὴν καθαρότητα τῆς καρδίας. Διότι, μόνο ἔτσι μπορεῖτε νὰ φθάσετε στὴν τελειότητα».
Ὁ Ὅσιος Μποϊζὶλ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 664 μ.Χ

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Θεριστὴς ὁ ἐν Καλαβρίᾳ

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης γεννήθηκε περὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 10ου αἰῶνος μ.Χ. στὸ Πάνορμο τῆς Σικελίας. Ἡ μητέρα του ἦταν αἰχμάλωτη Ὀρθόδοξη Χριστιανὴ στὸ παλάτι τοῦ τοπικοῦ μουσουλμάνου ἄρχοντος, ποὺ τὴν εἶχε ὡς σύζυγό του καὶ ὀνομαζόταν Καλλίστη.
Ὁ Ὅσιος μεγάλωνε σύμφωνα μὲ τὰ ἤθη τῶν Σαρακηνῶν. Μόνο ἡ μητέρα του τοῦ μιλοῦσε μυστικὰ ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία γιὰ τὸν Χριστό. Ὅταν ἔφθασε σὲ ἡλικία 14 ἐτῶν, τοῦ φανέρωσε τὴν ἀληθινή του πατρίδα, τὴν Καλαβρία καὶ τὸν προέτρεψε νὰ μεταβεῖ ἐκεῖ γιὰ νὰ βαπτισθεῖ Ὀρθόδοξος. Στὴ συνέχεια ἡ εὐλαβὴς Καλλίστη ἀσπάσθηκε τὸ παιδί της καὶ τοῦ ἐπέδωσε τὸν Τίμιο Σταυρό, τὸν ὁποῖο φύλασσε κρυφὰ καὶ ἦταν ἡ μόνη της παρηγοριὰ στὶς θλίψεις τῆς ὁμηρίας. Ὁ Ὅσιος διέφυγε μὲ θαυμαστὸ τρόπο τὴν καταδίωξη τῶν Ἀγαρηνῶν καὶ ἀποβιβάσθηκε στὴν ἀκτὴ τοῦ Στύλου, ὅπου καὶ βαπτίσθηκε ὑπὸ τοῦ Ὀρθοδόξου Ἐπισκόπου Ἰωάννου, ὁ ὁποῖος τοῦ ἔδωσε τὸ ὄνομά του. Στὴ συνέχεια ἀκολούθησε τὸ μοναχικὸ βίο καὶ ἔφθασε σὲ ὑψηλὰ μέτρα ἀρετῆς καὶ ἁγιότητος.
Ὁ Ἰωάννης πήγαινε τακτικὰ στὴν Ἐκκλησία, προσκυνοῦσε τὸν Τίμιο Σταυρὸ καὶ ζητοῦσε ἐξηγήσεις γιὰ τὶς ἅγιες εἰκόνες ποὺ ἔβλεπε. Βλέποντας δίπλα στὸν Χριστὸ τὸν Ἅγιο Προφήτη καὶ Βαπτιστὴ Ἰωάννη, ἐρώτησε: «Ποιὸς εἶναι αὐτὸς ὁ Ἅγιος ποῦ εἶναι ντυμένος μὲ δέρμα καμήλας;». Τοῦ ἀπάντησαν: «Εἶναι ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, ὁ προφήτης ποὺ ἔζησε στὴν ἔρημο καὶ τρεφόταν μὲ ἀκρίδες καὶ ἄγριο μέλι. Εἶναι ἐκεῖνος ποὺ βάπτισε τὸν Χριστό μας στὸν ποταμὸ Ἰορδάνη. Νὰ τὸν μιμηθεῖς, γιατί ἔχεις τὸ ὄνομά του». Ἀκούγοντας τὸν βίο τοῦ Τιμίου Προδρόμου, ὁ Ἰωάννης γέμισε ὅλος ἀπὸ θεῖο πόθο καὶ παρακάλεσε τὸν Ἐπίσκοπο νὰ τοῦ δείξει ἕναν ἐρημικὸ τόπο ὅπου θὰ μποροῦσε νὰ σώσει τὴν ψυχή του. Ἐκεῖνος τότε τοῦ ὑπέδειξε ἕνα ἀρχαιότατο μοναστῆρι σὲ μία δασώδη κοιλάδα, ἀνάμεσα στοὺς ποταμοὺς Ἄσση καὶ Στύλαρο. Αὐτὸς πῆγε ἐκεῖ καὶ βρῆκε δυὸ Ἁγίους μοναχούς, τὸν Ἀμβρόσιο καὶ τὸ Νικόλαο. Ἐκεῖνοι στὴν ἀρχὴ ἦταν ἀρνητικοὶ καὶ τὸν ἄφησαν ἔξω ἀπὸ τὴν πόρτα τοῦ μοναστηριοῦ, μέχρι πού, θαυμάζοντας τὴν σταθερότητά του καὶ τὴν ἐπιμονή του, τὸν δέχθηκαν κοντά τους, γιὰ νὰ ἀρχίσει τὴν ἀγγελικὴ ζωὴ καὶ νὰ φθάσει σὲ ὕψη ἁγιότητος.
Κάποτε στὸ Ροβιάνο, ἀπὸ τὴ μεριὰ τοῦ Μοναστεράτσε, ἦταν ἕνας εὐεργέτης ποὺ κάθε χρόνο, μετὰ τὸ θερισμό, ἔδινε λίγο στὸ μοναστῆρι. Τὸν μῆνα Ἰούνιο ὁ Ἰωάννης πῆγε νὰ τὸν βρεῖ, παίρνοντας μαζί του κι ἕνα μικρὸ παγοῦρι κρασί. Καθὼς διάβαινε ἀνάμεσα στὰ χωράφια, οἱ χωρικοὶ ἄρχισαν νὰ τὸν περιπαίζουν, ἀλλὰ ὁ πρᾶος Ἰωάννης τοὺς πλησίασε καὶ ἔδωσε σὲ ὅλους νὰ φᾶνε καὶ νὰ πιοῦνε. Ὅλοι ἔτρωγαν τὸ ψωμὶ καὶ ἔπιναν κρασί, ἀλλὰ τὸ ψωμὶ δὲν τελείωνε, οὔτε ἄδειαζε τὸ παγοῦρι. Μόλις τὸ εἶδε αὐτὸ ὁ Ὅσιος γονατιστὸς εὐχαριστοῦσε τὸν Θεὸ ὅταν ξαφνικὰ σκοτείνιασε ὁ οὐρανός, ἐνῷ ἦταν μεσημέρι καὶ μία μπόρα ἔπεσε στὸν κάμπο. Οἱ θεριστὲς ἔτρεξαν νὰ προστατευθοῦν. Μόνο ὁ Ἰωάννης ἔμεινε ἐκεῖ προσευχόμενος. Μόλις κόπασε ἡ βροχή, γύρισαν οἱ θεριστὲς γιὰ τὴν δουλειά τους καὶ βρῆκαν θερισμένα ὅλα τὰ στάχυα, δεμένα στὴν σειρὰ δεμάτια καὶ στεγνά. Γι’ αὐτὸ καὶ ὀνομάσθηκε Θεριστής.
Ὁ Ὅσιος προεῖπε τὴν κοίμησή του, τὸ δὲ τίμιο λείψανο αὐτοῦ κατέστη πηγὴ θαυμάτων καὶ ἰάσεων παντοδαπῶν, ὥστε καὶ αὐτοὶ οἱ Φράγκοι κατακτητές, ἀνήγειραν μετὰ τοῦ πιστοῦ Ὀρθόδοξου λαοῦ μεγαλοπρεπῆ ναὸ πρὸς τιμήν του. Ἀπὸ τότε, ὅμως, ἄρχισε ὁ ἐκλατινισμὸς τῆς περιοχῆς καὶ ἔτσι οἱ τελευταῖοι Λατῖνοι μοναχοὶ ἐγκατέλειψαν τὴ μονὴ καὶ μετέβησαν στὸν Στῦλο φέρνοντας ἐκεῖ μαζί τους, ὅπου καὶ σῴζονται μέχρι σήμερα, τὰ τίμια λείψανα τοῦ Ὁσίου καὶ τῶν Ἁγίων Ἀμβροσίου καὶ Νικολάου, τῶν διδασκάλων αὐτοῦ.
Ἡ ἱστορία δὲν διέσωσε τὴν ἀκριβῆ ἡμερομηνία κατὰ τὴν ὁποία ὁ Ὅσιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη καὶ ἀναπαύθηκε στοὺς κόλπους τοῦ Ἀβραάμ. Ἡ παράδοση θέλει τὴν ἑορτὴ τῆς μνήμης τοῦ Ἁγίου αὐτὴ τὴν ἡμέρα, μαζὶ μὲ τὴν ἑορτὴ τῆς εὑρέσεως τῆς Τιμίας κεφαλῆς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, γιατί ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ἦταν ἕνας πρόδρομος τῆς σωτηρίας, ἕνας νέος πρόδρομος τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2009

Ὁ Ἅγιος Πολύκαρπος ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Σμύρνης

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Πολύκαρπος γεννήθηκε περὶ τὸ 80 μ.Χ. ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους γονεῖς, τὸν Παγκράτιο καὶ τὴ Θεοδώρα, ποὺ εἶχαν ἐγκλειστεῖ στὴ φυλακὴ γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, καὶ βαπτίσθηκε Χριστιανὸς σὲ νεαρὴ ἡλικία. Ὑπῆρξε μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Ἰγνάτιο τὸν Θεοφόρο μαθητὴς τοῦ Εὐαγγελιστῆ Ἰωάννη. Λίγο πρὶν ἀναχωρήσει ἀπὸ τὸν πρόσκαιρο αὐτὸ βίο ὁ Ἅγιος Βουκόλος, Ἐπίσκοπος Σμύρνης (τιμᾶται 6 Φεβρουαρίου), χειροτόνησε μετὰ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ὡς διάδοχό του, τὸν Ἅγιο Πολύκαρπο καὶ μετὰ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.
Ὁ Ἅγιος παρακολούθησε μὲ ἀγωνία καὶ προσευχὴ τὴ σύλληψη τοῦ Ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου, Ἐπισκόπου Ἀντιοχείας καὶ τὰ μαρτύρια αὐτοῦ. Ἡ ἀγάπη του πρὸς τὸν θεοφόρο Πατέρα μαρτυρεῖται καὶ ἀπὸ τὴν Ἐπιστολὴ τὴν ὁποία ἔγραψε πρὸς τοὺς Φιλιππησίους. Σὲ αὐτὴ τὴν ἐπιστολὴ τοὺς συγχαίρει γιὰ τὴν φιλοξενία, τὴν ὁποία παρεῖχαν στὸν Ἅγιο Ἰγνάτιο, ὅταν αὐτὸς διῆλθε ἀπὸ τὴν πόλη τους. Τὸ κείμενο αὐτὸ τοῦ Ἁγίου Πολυκάρπου διακρίνεται γιὰ τὸν ἀποστολικό, θεολογικὸ καὶ ποιμαντικὸ χαρακτῆρα του.
Ὁ Ἅγιος Πολύκαρπος, διακρινόταν γιὰ τὴν σωφροσύνη, τὴ θεολογικὴ κατάρτιση καὶ τὴν ἀφοσίωση στὴ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου, καθὼς μιλοῦσε πάντα σύμφωνα μὲ τὶς Γραφές. Ἦταν ὁ γνησιότατος ἐκπρόσωπος τῆς ἀποστολικῆς διδασκαλίας σὲ ὅλες τὶς Ἐκκλησίες τῆς Ἀσίας. Ὁ Ἅγιος Εἰρηναῖος παρέχει τὴν πληροφορία ὅτι ὁ Ἅγιος Πολύκαρπος μετέστρεψε πολλοὺς ἀπὸ τὶς αἱρέσεις τοῦ Βαλεντίνου καὶ τοῦ Μαρκίωνος στὴν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ. Διηγεῖται μάλιστα καὶ ἕνα ἐπεισόδιο ἀναφερόμενο στὴ στάση τοῦ Ἁγίου Πολυκάρπου ἔναντι τοῦ Μαρκίωνος. Ὅταν ὁ αἱρεσιάρχης αὐτὸς τὸν πλησίασε κάποτε καὶ τοῦ ἀπηύθυνε τὴν παράκληση: «ἐπεγίνωσκε ἠμᾶς», δηλαδὴ ἀναγνώρισέ μας, ὁ Ἅγιος ἀπάντησε: «ἐπιγινώσκω, ἐπιγινώσκω σὲ τὸν πρωτότοκον τοῦ Σατανᾶ».
Ἕνα ἄλλο ἐπεισόδιο ἀνάγεται στὴ γεροντικὴ ἡλικία τοῦ Ἁγίου Πολυκάρπου. Ὅπως εἶναι γνωστό, οἱ Ἐκκλησίες τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἑόρταζαν τὸ Πάσχα στὶς 14 τοῦ μηνὸς Νισσᾶν, σὲ ὁποιαδήποτε ἡμέρα καὶ ἂν τύχαινε αὐτό. Ἀντίθετα οἱ ἄλλες Ἐκκλησίες δὲν ἑόρταζαν καθόλου τὸ Πάσχα, ἀλλὰ ἀρκοῦνταν στὸν ἑβδομαδιαῖο κατὰ Κυριακὴ ἑορτασμὸ τῆς Ἀναστάσεως, τονίζοντας ἀσφαλῶς περισσότερο τὸν ἑορτασμὸ τῆς πρώτης Κυριακῆς μετὰ τὴν πανσέληνο τῆς ἐαρινῆς ἰσημερίας. Ἐπειδὴ λόγω τῆς διαφορᾶς αὐτῆς ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης τηροῦσε αὐστηρὴ στάση ἔναντι τῶν Μικρασιατῶν, ὁ Ἅγιος Πολύκαρπος ἀναγκάσθηκε νὰ μεταβεῖ στὴ Ρώμη, γιὰ νὰ διευθετήσει τὸ ζήτημα καὶ ἄλλα δευτερεύοντα θέματα, μὲ τὸν Ἐπίσκοπο Ρώμης Ἀνίκητο.Μετὰ τὴν ἐπιστροφή του ἀπὸ τὴν Ρώμη, ὑπέργηρος πλέον, συνέχισε τὴν ἀποστολικὴ δράση του μὲ τόση ἐπιτυχία, ὥστε προκάλεσε τὴν ὀργὴ τῶν εἰδωλολατρῶν. Αὐτὴ ἡ προδιάθεση ἦταν φυσικὸ νὰ προκαλέσει τὸ μαρτύριό του, ποὺ ἀκολούθησε τὴν ἑξῆς πορεία. Ὁ Κόιντος, ζηλωτὴς Χριστιανός, ὁ ὁποῖος ᾖλθε στὴ Σμύρνη ἀπὸ τὴ Φρυγία, παρακίνησε ὁμάδα Φιλαδελφέων Χριστιανῶν νὰ προσέλθουν στὸν ἀνθύπατο Στάτιο Κοδράτο, γιὰ νὰ δηλώσουν σὲ αὐτὸν τὴν ἰδιότητά τους καὶ τὴν πίστη τους στὸν Χριστό, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο φυσικὰ προοιώνιζε θάνατο. Τελικὰ μαρτύρησαν ὅλοι, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Κόιντο, ὁ ὁποῖος δειλιάσας τὴν τελευταία στιγμή, θυσίασε στὰ εἴδωλα. Ὁ ὄχλος, ἂν καὶ θαύμασε τὴν γενναιότητα τῶν Μαρτύρων, ἀπαιτοῦσε νὰ ἐκτελεσθοῦν οἱ «ἄθεοι» καὶ νὰ ἀναζητηθεῖ ὁ Ἅγιος Πολύκαρπος, ὁ ὁποῖος πιεζόμενος ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς εἶχε ἀναχωρήσει σὲ κάποιο ἀγρόκτημα. Τελικὰ ὁ Ἅγιος συνελήφθη τὸ ἔτος 167 καὶ ὁδηγήθηκε ἐνώπιον τοῦ ἀνθυπάτου.
Ὁ γηραιὸς Ἐπίσκοπος δὲν ταράχθηκε. Τὸ πρόσωπό του ἦταν γαλήνιο καὶ λαμπερό. Ὁ ἀστυνόμος Ἡρῴδης καὶ ὁ πατέρας του Νικήτας προσπάθησαν νὰ πείσουν τὸν Ἅγιο νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό. Ὁ Ἅγιος ὅμως, μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία ἀπάντησε ὅτι ὑπηρετεῖ τὸν Χριστὸ ἐπὶ 86 ἔτη χωρὶς καθόλου νὰ Τὸν ἐγκαταλείψει. Πῶς μποροῦσε λοιπὸν τώρα νὰ Τὸν βλασφημήσει καὶ νὰ Τὸν ἀρνηθεῖ; Ὁ ἀνθύπατος τότε διέταξε νὰ τὸν ρίξουν στὴν φωτιά. Ὁ Γέρων Πολύκαρπος ἀποδύθηκε μόνος τὰ ἱμάτιά του καὶ περίμενε προσευχόμενος λέγοντας: «Κύριε, ὁ Θεὸς ὁ Παντοκράτωρ, ὁ τοῦ ἀγαπητοῦ καὶ εὐλογητοῦ παιδός Σου Ἰησοῦ Χριστοῦ Πατήρ, δι’ Οὐ τὴν περὶ Σοῦ ἐπίγνωσιν εἰλήφαμεν, ὁ Θεὸς τῶν ἀγγέλων καὶ δυνάμεων, καὶ πάσης τῆς κτίσεως, καὶ παντὸς τοῦ γένους τῶν δικαίων, οἱ ζώσιν ἐνώπιόν Σου, εὐλογῶ Σε, ὅτι ἠξίωσας μὲ ἧς ἡμέρας καὶ ὥρας ταύτης τοῦ λαβεῖν μὲ μέρος ἐν ἀριθμῷ τῶν μαρτύρων Σου, ἐν τῷ ποτηρίῳ τοῦ Χριστοῦ Σου, εἰς ἀνάστασιν ζωῆς αἰωνίου, ψυχῆς τε καὶ σώματος, ἐν ἀφθαρσίᾳ Πνεύματος Ἁγίου, ἐν οἲς προσδεχθείην ἐνώπιόν Σου σήμερον ἐν θυσίᾳ πίονι καὶ προσδεκτή, καθὼς προητοίμασας καὶ προσεφανέρωσας καὶ ἐπλήρωσας ὁ ἀφευδὴς καὶ ἀληθινὸς Θεός. Διὰ τοῦτο καὶ περὶ πάντων αἰνῶ Σε, εὐλογῶ Σε, δοξάζω Σε, σὺν τῷ αἰωνίῳ καὶ ἐπουρανίω Ἰησοῦ Χριστό,…».Ἡ φωτιὰ σχημάτισε γύρω ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦ Ἁγίου Πολυκάρπου καμάρα χωρὶς νὰ τὸν ἀγγίζει. Τότε στρατιώτης ἐκτελεστὴς τελείωσε τὸν Ἅγιο Μάρτυρα διὰ τοῦ ξίφους. Ἔπειτα τὸ Ἱερὸ λείψανο ρίφθηκε στὴν φωτιά, οἱ δὲ πιστοὶ συνέλεξαν τὰ ἱερὰ λείψανα αὐτοῦ.
Ἡ Σύναξη τοῦ Ἁγίου Πολυκάρπου ἐτελεῖτο στὴ Μεγάλη Ἐκκλησία.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ'. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τὴν κλῆσιν τοὶς ἔρνοις σου, ἐπισφραγίσας σοφέ, ἔλαια κατάκαρπος, ὤφθης ἐν οἴκῳ Θεοῦ, Πολύκαρπε ἔνδοξε, σὺ γὰρ ὡς Ἱεράρχης, καὶ στερρὸς Ἀθλοφόρος, τρέφεις τὴν Ἐκκλησίαν, λογικὴ εὐκαρπία, πρεσβεύων Ἱερομάρτυς, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἠμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος α’. Χορὸς Ἀγγελικὸς.
Καρποὺς τοὺς λογικούς, τῷ Κυρίῳ προσφέρων, Πολύκαρπε σοφέ, ἀρετῶν δι' ἐνθέων, ἐδείχθης ἀξιόθεος, Ἱεράρχα μακάριε, ὅθεν σήμερον, οἱ φωτισθέντες σοὶς λόγοις, ἀνυμνοῦμέν σου, τὴν ἀξιέπαινον μνήμην, δοξάζοντες Κύριον

Οἱ Ὅσιοι Ζεβινᾶς, Πολυχρόνιος, Δαμιανὸς καὶ Μωυσῆς

Ὁ Ὅσιος Ζεβινᾶς ἔστησε τὸ ἀσκητήριό του σὲ ὄρος καὶ ἐκεῖ ἀσκήτεψε μὲ προσευχὴ καὶ νηστεία. Κοντά του προσῆλθε καὶ ὁ Ὅσιος Πολυχρόνιος, ὁ ὁποῖος μιμήθηκε τὸν Ὅσιο διδάσκαλό του στὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ καὶ ἐγκράτεια.
Οἱ Ὅσιοι Δαμιανὸς καὶ Μωυσῆς ὑπῆρξαν μαθητὲς τοῦ Ὁσίου Πολυχρονίου. Στὸ Συναξάρι ἀναφέρεται, ὅτι ὁ Ὅσιος Μωυσῆς κατοίκησε στὸ κελὶ τοῦ Γέροντός του, ἐνῷ ὁ Ὅσιος Δαμιανὸς πῆγε στὴν κωμόπολη Νιαρά, ὅπου κοντὰ στὰ ἁλώνια βρῆκε ἕναν ἔρημο οἰκίσκο καὶ ἔζησε σὰν ἐρημίτης.
Οἱ Ὅσιοι καὶ Θεοφόροι Πατέρες μας, κοιμήθηκαν μὲ εἰρήνη

Οἱ Ὅσιοι Ἰωάννης, Ἀντίοχος, Ἀντωνίνος καὶ Μωυσῆς

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ἦταν μαθητὴς τοῦ Ὁσίου Λιμναίου (τιμᾶται 22 Φεβρουαρίου) καὶ ἀσκήτεψε σὲ βουνὸ κοντὰ στὴν πόλη Τάργαλα. Διέμενε στὴν ὕπαιθρο καὶ ὑπέμενε τὸν καύσωνα τῆς ἡμέρας καὶ τὸ ψῦχος τοῦ χειμῶνα, περιζωσμένος μὲ σίδερα καὶ τρεφόμενος λιτότατα. Ἔτσι, ἀφοῦ ἔζησε, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.
Τὸν Ὅσιο Ἰωάννη, μιμήθηκαν στὴν ἄσκηση καὶ τὸν τρόπο ζωῆς καὶ ὁ Ὅσιοι Ἀντίοχος, Ἀντωνίνος καὶ Μωυσῆς. Διῆλθαν τὸ χρόνο τῆς ζωῆς τους μὲ αὐστηρὴ ἄσκηση, προσευχὴ καὶ νηστεία, στὴν ὑψηλὴ κορυφὴ τοῦ βουνοῦ τῆς πόλεως Ραμᾶς καὶ κοιμήθηκαν μὲ εἰρήνη.

Ἡ Ἁγία Γοργονία, ἀδελφὴ τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου

Ἡ Ἁγία Γοργονία, ἦταν νεότερη ἀδελφὴ τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καὶ κόρη τῆς εὐσεβοῦς Νόννας καὶ τοῦ Ἐπισκόπου Ναζιανζοῦ Γρηγορίου. Ἀναδείχθηκε δέ, ἰσάξια σὲ ἀρετὴ καὶ ἁγιότητα βίου καὶ μὲ τοὺς ἄλλους ἀδελφούς της. Διακρίθηκε γιὰ τὴν ὀξύνοιά της, τὴν προσήλωσή της στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ταπείνωσή της. Νυμφεύθηκε τὸν Ἀλύπιο καὶ ἀπέκτησε πέντε τέκνα, δυὸ ἀγόρια, τὰ ὁποῖα ἀφιερώθηκαν στὸν Θεό, καὶ τρεῖς θυγατέρες, τὴν Ἀλυπιανή, τὴν Εὐγενία καὶ τὴ Νόννα.Ἡ εὐσεβὴς Γοργονία προσβλήθηκε ἀπὸ σοβαρὴ ἀσθένεια καὶ παρὰ τὶς φροντίδες τῶν θεραπόντων ἰατρῶν ἔφθασε μέχρι τὸ θάνατο. Ξαφνικά, ὅμως, μὲ θεία ἐπέμβαση, θεραπεύθηκε, μετὰ ἀπὸ θερμότατη προσευχὴ τῆς ἰδίας στὸ ναό.
Ἡ Ἁγία Γοργονία κοιμήθηκε ὁσίως τὸ ἔτος 370 μ.Χ., σὲ ἡλικία 38 ἐτῶν

Οἱ Ἅγιοι Ἑβδομήντα Τρεῖς Μάρτυρες




Οἱ Ἅγιοι 73 Μάρτυρες μαρτύρησαν στὴν πόλη Σίρμιον, ἐπὶ Διοκλητιανοὺ (284-305 μ.Χ.) τὸ ἔτος 303 μ.Χ.






Ὁ Ἅγιος Κλήμης ὁ Μάρτυρας





Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Κλήμης μαρτύρησε διὰ ξίφους. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν Βίο τοῦ Ἁγίου.







Ἡ Ἁγία Θεὴ ἡ Μάρτυς




Ἡ Ἁγία Μάρτυς Θεὴ τελειώθηκε διὰ ξίφους. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν Βίο τῆς Ἁγίας.







Ὁ Ὅσιος Δαμιανὸς ὁ Ἐσφιγμενίτης





Ὁ Ὅσιος Δαμιανὸς ἔζησε κατὰ τὸν 13ο αἰῶνα μ.Χ. καὶ ἀσκήτεψε στὴ Μονὴ Ἐσφιγμένου Ἁγίου Ὄρους περὶ τὸ ἔτος 1280. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.






Ὁ Ὅσιος Μωυσῆς ἐκ Ρωσίας




Ὁ Ὅσιος Μωυσῆς ἔζησε περὶ τὰ τέλη τοῦ 15ου καὶ ἀρχὲς τοῦ 16ου αἰῶνα μ.Χ. καὶ ἀσκήτεψε στὴ Μονὴ Ἁγίας Τριάδος τῆς Λευκῆς Λίμνης τῆς Ρωσίας. Κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη.

Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2009

Ὁ Ἅγιος Ἀρίστων ὁ Θαυματουργὸς Ἐπίσκοπος Ἀρσινόης Κύπρου

Ἅγιος Ἀρίστων ἔζησε στὴν Κύπρο κατὰ τὰ τέλη τοῦ 4ου καὶ ἀρχὲς τοῦ 5ου αἰῶνα μ.Χ. Κατὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη στὴν ἐπαρχία τῆς Πάφου ὑπῆρχαν δυὸ Ἐπίσκοποι. Ἕνας στὴν περιοχὴ τῆς Πάφου μὲ ἕδρα τὴ Νέα Πάφο καὶ ὁ ἄλλος στὴν περιοχὴ τῆς Ἀρσινόης μὲ ἕδρα τὴν Ἀρσινόη, ἐκεῖ ποὺ βρίσκεται σήμερα ἡ πόλη τῆς Χρυσοχούς. Σύμφωνα μὲ ὅσα ἀναφέρει ὁ Ἅγιος Νεόφυτος ὁ Ἔγκλειστος (τιμᾶται 24 Ἰανουαρίου), ὁ Ἅγιος Ἀρίστων εἶναι ὁ δεύτερος κατὰ σειρὰ Ἐπίσκοπος Ἀρσινόης. Πρῶτος ἀναφέρεται κάποιος Νικόλαος. Ἀκολουθεῖ αὐτὸς καὶ ὕστερα οἱ Ἅγιοι Νίκων καὶ Ἀρκάδιος. Καὶ οἱ τρεῖς αὐτοὶ Ἅγιοι, Ἀρίστων, Νίκων καὶ Ἀρκάδιος, θεωροῦνται κατὰ τὸν Ὅσιο Νεόφυτο ἰσάξιοι τῶν τριῶν μεγάλων Πατέρων καὶ Ἱεραρχῶν τῆς Ἐκκλησίας μας, τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καὶ τοῦ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου.
Ὁ Ἅγιος Ἀρίστων καταγόταν ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς, οἱ ὁποῖοι φρόντισαν γιὰ τὴν κατὰ Θεὸν παιδεία καὶ ἀνατροφὴ τοῦ υἱοῦ τους. Ἡ ἀρετὴ καὶ ἡ κατὰ Χριστὸν πολιτεία ἦταν ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς τοῦ Ἁγίου Ἀρίστωνος. Ἡ ὁλοκληρωτικὴ αὐτοπαράδοσή του στὸν Κύριο τὸν βοήθησε νὰ ἀποκτήσει τὴν ἀρετὴ τῆς πραότητας καὶ τὴ βασιλίδα τῶν ἀρετῶν, τὴν ταπείνωση, καὶ ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἁγιότητα. Μὲ ἔργα καὶ λόγια ἔγινε φλογερὸς διδάσκαλος τῆς εὐσέβειας καὶ τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, προστάτης τῶν ὀρφανῶν, παρήγορος ἄγγελος τῶν πτωχῶν καὶ ἀσθενούντων, πατέρας στοργικὸς γιὰ ὅλους. Ὁ λόγος τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, «ὄσω μέγας εἰ, τοσούτω ταπεινοῦ σεαυτόν, καὶ ἔναντι Κυρίου εὐρήσεις χάριν», βρῆκε τὴ ἐφαρμογή του στὸ πρόσωπο τοῦ Ἁγίου. Ὁ Ἅγιος Θεὸς τὸν ἀξίωσε καὶ τοῦ χαρίσματος τῆς θαυματουργίας. Ἡ γραφίδα τοῦ Ὁσίου Νεοφύτου γράφει γιὰ τὸν Ἅγιο Ἀρίστωνα ὅτι ἦταν «κατὰ δαιμόνων ἄριστος ἀριστεύς».Ὁ Ἅγιος Ἀρίστων κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Ἀπολυτίκιο Ἦχος δ'. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τῆς ποίμνης σου ἄριστα ἱεραρχήσας, σοφέ, φωτὶ κατελάμπρυνας ταύτην Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, Ἀρίστων μακάριε- ὅθεν καὶ τὴν ψυχήν σου, θεῖοι ἄγγελοι ἦραν, ἶνα τὸ στέφος λαβῆς, ὡς πιστὸς οἰκονόμος, πρεσβεύων ἀκαταπαύστως ὑπὲρ τῶν τιμώντων σε.

Εὕρεση τῶν Ἱερῶν Λειψάνων τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Ἀνδρονίκου καὶ Ἰουνίας

Τὰ ἱερὰ λείψανα εὑρέθηκαν ἐπὶ βασιλείας τοῦ Ἡρακλείου (610-641 μ.Χ.) καὶ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Θωμὰ Α’ (607-610 μ.Χ.) κείμενα στὴ γῆ. Μετὰ δὲ ἀπὸ ἀρκετὸ χρόνο ἀποκαλύφθηκε μὲ θεία ἐπιφάνεια στὸν κληρικὸ Νικόλαο, ποὺ ἦταν καλλιγράφος, ὅτι τὰ ἱερὰ λείψανα ἀνῆκαν στοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους Ἀνδρόνικο καὶ Ἰουνία, τοὺς ὁποίους ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μνημονεύει στὴν πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολή του.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.
Ὡς ρόδα νοητά, καὶ χαρίτων ταμεῖα, ἐφάνησαν ἐκ γῆς, τὰ σεπτὰ ὑμῶν σκηνή, πανένδοξοι Μάρτυρες, Ἐκκλησίας ἑδραίωμα, διαπνέοντα, τῶν ἰαμάτων τὴν χάριν, καὶ παρέχοντα, ὀσμὴν ζωῆς τοὶς ἐκ πόθου, ὑμᾶς μακαρίζουσι.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐκ τῆς γῆς ἐκλάμψαντες, φωστῆρος δίκην, ἀσεβείας ἅπασαν, ἀπεμειώσατε ἀχλύν, καὶ τοὺς πιστοὺς ἐφωτίσατε, Μάρτυρες θεῖοι, Τριάδος ὑπέρμαχοι.

Οἱ Ἅγιοι Ἐννέα Μάρτυρες τῆς Κολὰ ἐν Γεωργίᾳ

Τὸ μαρτύριο τῶν ἐννέα παιδομαρτύρων ἔγινε τὸν 6ο αἰῶνα μ.Χ.στὴ Γεωργία.
Σὲ ἕνα μεγάλο χωριὸ τῆς νοτιοδυτικῆς Γεωργίας, στὴν πεδιάδα Κολά, ὅπου βρίσκονται οἱ πηγὲς τοῦ ποταμοῦ Κύρου, ζοῦσαν ἐλάχιστοι Χριστιανοί. Οἱ περισσότεροι κάτοικοι ἦταν ἀκόμη εἰδωλολάτρες. Τὰ παιδιὰ τῶν Χριστιανῶν ἔπαιζαν μὲ τὰ παιδιὰ τῶν εἰδωλολατρῶν καὶ μόλις ὁ ἱερεὺς κτυποῦσε τὴν καμπάνα γιὰ τὸν Ἑσπερινό, ἄφηναν τὸ παιχνίδι καὶ ἔτρεχαν στὴν Ἐκκλησία. Τὰ ἀκολουθοῦσαν ὅμως πάντοτε ἐννέα ἀπὸ τὰ παιδιὰ τῶν εἰδωλολατρῶν: ὁ Γουαράμ, ὁ Μπακάρ, ὁ Βάτσε, ὁ Μπατζίμι, ὁ Τάτσι, ὁ Τζουανσέρι, ὁ Ραμάζι καὶ ὁ Παρσμᾶν. Μὰ σὰν ἔφθασαν στὴν πύλη τοῦ ναοῦ, οἱ Χριστιανοὶ δὲν ἐπέτρεπαν σὲ αὐτὰ νὰ εἰσέλθουν στὸ ναό. Αὐτὸ ἔγινε ἀρκετὲς φορές. Τὰ παιδιὰ ἐπέμεναν καὶ ἀποφάσισαν νὰ βαπτισθοῦν Χριστιανοί.Ὁ ἱερεὺς τοῦ χωριοῦ, ἕνας σεβάσμιος καὶ ἅγιος λευΐτης, τὰ κατήχησε καὶ τὰ δίδαξε τὶς εὐαγγελικὲς ἐντολές. Δὲν τολμοῦσε ὅμως νὰ τὰ βαπτίσει τὴν ἡμέρα, διότι φοβόταν τοὺς εἰδωλολάτρες. Μία νύχτα, λοιπόν, τὰ πῆρε μαζί του καὶ τὰ ὁδήγησε στὸν ποταμό. Πολλοὶ Χριστιανοὶ τὸν ἀκολούθησαν. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη τὸ ποτάμι ἦταν παγωμένο. Μὰ μόλις τὰ παιδιὰ μπῆκαν μέσα, γιὰ νὰ βαπτισθοῦν, τὸ νερό, μὲ τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ, ἔγινε ζεστό. Τὸ ἐξαίσιο αὐτὸ θαῦμα τὸ ἀκολούθησε ἕνα ἄλλο θαυμαστὸ γεγονός: Ἄγγελοι ἀπὸ τὸν οὐρανὸ κατέβηκαν καὶ νὰ ἔνδυσαν μὲ λευκοὺς χιτῶνες.Τὴν ἑπόμενη ἡμέρα οἱ εἰδωλολάτρες γονεῖς ἀναζήτησαν τὰ παιδιά τους. Τὰ βρῆκαν στὰ σπίτια τῶν Χριστιανῶν καὶ πληροφορήθηκαν τί εἶχε συμβεῖ. Ἔγιναν ἔξαλλοι καὶ ὀργίσθηκαν. Ἄρχισαν νὰ τὰ κτυποῦν καὶ νὰ προσπαθοῦν νὰ τὰ πείσουν νὰ ἀρνηθοῦν τὸν Χριστό. Ἐκεῖνα ὅμως ὁμολογοῦσαν μὲ ἀθῳότητα καὶ ἀνδρεία τὴν πίστη τους στὸν Κύριο.
Ἔτσι ἀποφάσισαν νὰ τὰ φονεύσουν, πρὸς παραδειγματισμὸ καὶ τῶν ὑπολοίπων συγχωριανῶν τους. Μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν ἡγεμόνα πῆγαν κοντὰ στὸν ποταμὸ καὶ ἔσκαψαν ἕνα βαθὺ λάκκο, ὅπου ἔριξαν μέσα τους μικροὺς Ἁγίους. Ἤσαν ὅλοι ἀπὸ ἑπτὰ μέχρι ἐννέα χρόνων.

Ὁ Ὅσιος Βαραδάτος

Ὁ Ὅσιος Βαραδάτος καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια. Ἐπειδὴ ἀγάπησε τὸν μοναχικὸ βίο, ἐπέλεξε τὴν ἐρημικὴ ζωὴ γιὰ αὐστηρότερη ἄσκηση. Ἔτσι ἀνέβηκε στὴ ράχη ἑνὸς βουνοῦ κοντὰ στὴν Ἀντιόχεια καὶ ἔκτισε ἐκεῖ μικρὸ κελλί. Ἦταν δὲ τὸ κελλὶ αὐτὸ τόσο στενό, ὥστε δὲν μποροῦσε νὰ περιλάβει ὅλο τὸ σῶμα τοῦ Ὁσίου. Μὲ τὴ συμβουλὴ τοῦ Πατριάρχου Ἀντιοχείας Θεοδώρητου (κοιμήθηκε τὸ 797 μ.Χ.) κατῆλθε στὴν Ἀντιόχεια, ὅπου διακονοῦσε στὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας χωρὶς νὰ ἐγκαταλείψει τὴν ἄσκηση καὶ τὴν προσευχή.
Ὁ Ὅσιος Βαραδάτος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.