Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2009

Κυπριακά κάλαντα Θεοφανείων












Καλήν εσπέραν,άρχοντες,αν είναι ορισμός σας,
Χριστού την θείαν βάπτισιν να πω'ς τ'αρχοντικό σας.
Σήμμερον έρχετ'ο Χριστός,ο του παντός δεσπότης,
προς Ιορδάννην ποταμόν,σκιρτά η ανθρωπότης.
Τον Ιωάννην Πρόδρομον κράζει να τον βαπτίση,
με την αγίαν χείραν του να τον χειροθετήση.
Του λέγει,"έλα Πρόδρομε,και βάπτισμ΄επι τέλους,
δια να σώσω τον Αδάμ εκ της φθοράς του γένους.
Απόθες φόβον άπαντα κι εκτείνον σου την χείραν,
'ς σάρκαν φθοράς,ανθρώπινον,της ιδικής σ'όμοίαν''.
Τότε λοιπόν ο Πρόδρομος με άκραν του δειλίαν,
προσπίπτει και παρακαλεί αυτού την δεσποτείαν.
Του λέγει,"πώς ο δούλος σου εγώ για να τολμήσω,
εσέν τον παντοδύναμον,και πώς να σε βαπτίσω;
Όπου αυτοί οι άγγελοι στέκονται εμπροσθέν σου,
με έκπληξιν και θαυμασμόν,και φόβον ψέλλοντες σου
ύμνον τον επινίκιον και την δοξολογίαν,
δεικνύοντες δε εις ημάς την πάντοδυναμείαν!
Μάλιστα εγώ χρειάζομαι να βαπτισθώ από σένα,
και πως συ καταδέχεσαι να έλθης εις εμένα;
Με όλον τούτον, Βασιλεύ,είμαι στον ορισμό σου,
και θέλω γίνει βάπτιστής,στο σώμαν το δικόν σου".
Τότε λιπόν ο Πρόδρομος έντρομος τον βαπτίζει,
αυτόν τον αναμάρτητον,στον ποταμόν βυθίζει.
Ο Ιορδάνης ποταμός προς τα οπίσω στράφην,
τα ρειθρά,τ'αναχαίτισεν και όλος ενεστάθην.
Οι ουρανοί αννοίγονται,το πνεύμαν κατεβαίννει,
ωσάν λευκή περιστερά στην κορυφήν του μένει.
Αγγέλοι και αρχάγγελοι χίλιοι παραστέκουν,
με έκπληξιν και θαυμασμόν ίστανται και τον βλέπουν.
Φωνή δε του γεννήτορος εις όλους ενηχείται,
και μαρτυρία αψευδής εις πάντας εισηγείται.
"Ούτος ο Βαπτιζόμενος είν΄ ο αγαπητός μου,
εις όν εγώ ηυδόκησα την λύτρωσιν του κόσμου.
Στον κόσμον όθεν σήμμερον γέγονεν σωτηρίαν,
χαρά και αγαλλίασις,και πανευδαιμονία''.

Οι Άγιοι Θεόπεμπτος και Θεωνάς - Παραμονή των Θεοφανείων(Νηστεία εκ πάντων)


Ό Άγιος Θεόπεμπτος μας διδάσκει πώς πρέπει να είμαστε πρωτοπόροι, αν θέλουμε να κερδίσουμε την αιώνια δόξα και όχι αυτή την προσωρινή του κόσμου.
Ό Άγιος ήταν επίσκοπος στα χρόνια του αυτοκράτορα Διοκλητιανού, πού στις 23 Ιανουαρίου 303 υπέγραψε διάταγμα ανελέητου διωγμού κατά των χριστιανών.
Τότε, ό πρώτος πού ομολόγησε Χριστόν Έσταυρωμένον και ήλεγξε τον Διοκλητιανό για την πλάνη του, ήταν ό επίσκοπος Θεόπεμπτος. Βέβαια, αμέσως μετά ήξερε τί τον περίμενε. Και πράγματι, υποβάλλεται σε μια σειρά σκληρών βασανιστηρίων, πού συγχρόνως συνοδεύονται από θαύματα.
Πρώτα τον βάζουν σε φούρνο αναμμένο για να καεί, αλλά θαυματουργικά βγαίνει ζωντανός και αβλαβής. Έπειτα, του βγάζουν το ένα μάτι και, αμέσως μετά, του επιβάλλουν να πιει θανατηφόρα δηλητήρια. Επειδή, όμως, φυλάχτηκε από τη Χάρη του Θεού αβλαβής, τον αποκεφαλίζουν.
Άλλα ή ανδρεία, ή ασάλευτη πίστη, ή έξοχη καρτερία και ή ηθική λάμψη πού φώτιζαν τη φυσιογνωμία του μάρτυρα Θεοπέμπτου, μίλησαν πειστικά και νικηφόρα στην καρδιά του ειδωλολάτρη μάγου Θεωνά, πού παρασκεύαζε τα φάρμακα. Και, ενώ ακόμα ή λουσμένη στα αίματα κεφαλή του μάρτυρα ήταν κατά γης, ομολόγησε κι αυτός το Χριστό.
Μανιασμένοι τότε οί ειδωλολάτρες από την απρόσμενη αύτη ομολογία, τον θάβουν ζωντανό, στο χώμα. Έτσι ό Θεωνάς βρήκε ένδοξο θάνατο και ή ψυχή του μαζί μ' αυτήν του Αγίου Θεοπέμπτου, ανέβηκαν στον αθλοθέτη και στεφανοδότη Θεό.

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2009

Καλικάντζαροι και ονομασία

Ο καθένας από τους καλικάντζαρους έχει και κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που τον κάνει να ξεχωρίζει . Από αυτό το χαρακτηριστικό ο λαός μας τους έδωσε και τα ονόματά τους . Είναι ως επί το πλείστον λέξεις σύνθετες και αστείες .
ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΜΑΛΑΓΑΝΑΣ






Ο Μαλαγάνας θέλει πολύ προσοχή γιατί ξεγελάει τα παιδιά με γλυκόλογα και έτσι καταφέρνει να τους παίρνει τα γλυκά .


ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΤΡΙΚΛΟΠΟΔΗΣ

Ο Τρικλοπόδης έχει χταποδίσιο χέρι που το χώνει παντού και σκουντουφλάνε πάνω του οι άνθρωποι . Του αρέσει πολύ να μπερδεύει τις κλωστές από το πλεχτό της γιαγιάς .







ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΠΛΑΝΗΤΑΡΟΣ

Ο Πλανήταρος πλανεύει τους ανθρώπους γιατί μπορεί να μεταμορφώνεται σε ζώο ή σε κουβάρι .








ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΜΑΛΑΠΕΡΔΑΣ
Του Μαλαπέρδα του αρέσει να κατουράει και στα φαγητά την ώρα που μαγειρεύονται . Γι’ αυτό όσες νοικοκυρές τον ξέρουν φροντίζουν να κλείνουν καλά το καπάκι της κατσαρόλας τους.








ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΜΑΓΑΡΑΣ
Ο Μαγάρας έχει μια κοιλιά σαν τούμπανο και αφήνει βρομερά αέρια πάνω στα φαγητά των ανθρώπων .









ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΒΑΤΡΑΚΟΥΚΟΣ

Ο Βατρακούκος είναι θεόρατος και ολόιδιος βάτραχος .









ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΚΑΤΑΧΑΝΑΣ - ΠΕΡΙΔΡΟΜΟΣ

Ο Καταχανάς τρώει διαρκώς και τα πάντα . Ρεύεται και βρομάει απαίσια .
Ο Περίδρομος είναι ο άλλος φαταούλας της παρέας .


ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΚΟΥΛΟΧΕΡΗΣ

Ο Κουλοχέρης είναι σαραβαλιασμένος , μ’ ένα χέρι κοντό κι ένα μακρύ , κι όλο μπερδεύεται και πέφτει κάτω.








ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΠΑΡΩΡΙΤΗΣ

Ο Παρωρίτης έχει μύτη σαν προβοσκίδα και πολύ μαλακή . Εμφανίζεται λίγη ώρα πριν λαλήσει ο πετεινός , αξημέρωτα , κι έχει μανία να παίρνει τις φωνές των ανθρώπων .







ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΓΟΥΡΛΟΣ

Ο Γουρλός έχει τα μάτια του τεράστια σαν αυγά και πεταμένα έξω . Φυσικά δεν του ξεφεύγει τίποτα .







ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΚΟΨΟΜΕΣΙΤΗΣ

Ο Κοψομεσίτης είναι κουτσός κα καμπούρης και πιο πολύ απ’ όλους τους άλλους καλικάντζαρους του αρέσουν οι τηγανίτες με το μέλι .







ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΣΤΑΒΟΛΑΙΜΗΣ
Το χαρακτηριστικό του Στραβολαίμη είναι ότι στριφογυρνάει διαρκώς σα σβούρα το κεφάλι του .




ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΚΟΨΑΧΕΙΛΗΣ

Του Κοψαχείλη τα δόντια είναι τεράστια και κρέμονται έξω από τα χείλη του . Του αρέσει να κοροϊδεύει τους παπάδες και γι αυτό φορά συνήθως ένα ψεύτικο καλυμμαύκι .




ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΚΩΛΟΒΕΛΟΝΗΣ

Ο Κωλοβελόνης είναι μακρύς σαν μακαρόνι κι έτσι μπορεί εύκολα να περνάει από τις κλειδαρότρυπες κι από τις τρύπες του κόσκινου . Είναι ιδιαίτερα σβέλτος και γρήγορος στις κινήσεις του . Λένε πως ίσως ο Κωλοβελόνης να έχει ουρά που καταλήγει σε βέλος .



ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΜΑΝΤΡΑΚΟΥΚΟΣ

Μαντρακούκος ή Πρώτος ή Κουτσός .
Αυτός ο αρχικαλικάντζαρος την ημέρα κρύβεται στις μάντρες και τη νύχτα βγαίνει και πειράζει τις γυναίκες που περπατούν στο δρόμο . Είναι κοντόχοντρος , τραγοπόδαρος , καραφλός , ασχημομούρης , πιο πολύ απ’ τους άλλους και πολύ επικίνδυνος .




ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΠΑΓΑΝΟΣ

Παγανός ή Πρώτος ή Μεγάλος .
Η αφεντιά του είναι κουτσός . Λένε μάλιστα πως τον κούτσανε μια κλωτσιά από το γαϊδούρι της Μάρως , μιας χωριατοπούλας που την κυνηγούσε κάποτε ο Παγανός για να την κάνει γυναίκα του , αλλά αυτή κρύφτηκε στα σακιά με το αλεύρι που είχε φορτωμένα στο γαϊδούρι της και κατάφερε να του ξεφύγει . Ο Παγανός έτρεξε μανιασμένος κοντά στο γαϊδούρι και την έψαχνε . Το ζωντανό τότε τρόμαξε τόσο πολύ που άρχισε να κλωτσάει . Μια δυνατή φαίνεται πως έφαγε ο Παγανός και σακατεύτηκε . Ο Παγανός λατρεύει τη στάχτη και γι’ αυτό τρυπώνει από τις καμινάδες . Φοβάται όμως πιο πολύ απ’ όλους τους Καλικάντζαρους τη φωτιά και γι’ αυτό οι νοικοκύρηδες φροντίζουν να μη σβήσει κατά τη διάρκεια του δωδεκαήμερου . Ρίχνουν μάλιστα και αλάτι που κάνει θόρυβο όταν πέσει στη φωτιά , για να τον τρομάξουν ακόμα περισσότερο.


ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΔΑΡΟΣ

Κατσικοπόδαρος ή Κατσιποδιάρης ή Μέγας Καλικάντζαρος .
Η μεγαλειότητά του είναι φαλακρός και κασιδιάρης κι έχει ένα κατσικίσιο ποδάρι . Είναι κακορίζικος , ελεεινός και γρουσούζης. Όπου βάλει το κατσικίσιο του ποδάρι φέρνει καταστροφή .





ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΙ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ
Λένε πως η αρχή των μύθων που είναι σχετικοί με τους καλικάντζαρους βρίσκεται στα πολύ παλιά χρόνια. Οι Αρχαίοι πίστευαν πως οι ψυχές σαν έβρισκαν την πόρτα του Άδη ανοιχτή, ανέβαιναν στον απάνω κόσμο και τριγύριζαν παντού χωρίς έλεγχο και περιορισμούς.
Οι Βυζαντινοί, γιόρταζαν το Δωδεκαήμερο με μουσικές, τραγούδια και μασκαρέματα. Οι άνθρωποι, έχοντας κρυμμένα τα πρόσωπά τους, έκαναν με πολύ θάρρος και χωρίς ντροπή ό,τι ήθελαν. Πείραζαν τους ανθρώπους στους δρόμους, έμπαιναν απρόσκλητοι σε ξένα σπίτια κι αναστάτωναν τους νοικοκύρηδες: ζητούσαν λουκάνικα και γλυκά για να γλιτώσουν απ' αυτούς έκλειναν πόρτες και παράθυρα. Οι μασκαρεμένοι όμως έβρισκαν πάντα κάποιους τρόπους να εισβάλλουν στα ξένα σπίτια, ακόμα κι από τις καμινάδες. Κι όλα αυτά για δώδεκα μέρες, ως την παραμονή των Φώτων, οπότε με το Μεγάλο Αγιασμό όλα σταματούσαν κι οι άνθρωποι ησύχαζαν.
Με το πέρασμα του χρόνου όλα αυτά τα παράξενα φερσίματα, τα μασκαρέματα και οι φόβοι των ανθρώπων έμειναν ζωντανά στη μνήμη του λαού μας κι η πλούσια φαντασία του γέννησε σιγά σιγά τα μικρά, αλαφροΐσκιωτα πλάσματα που τα ονόμασε καλικάντζαρους ή παγανά ή καλιοντζήδες ή τσιλικρωτά...

Η Σύναξη των Αγίων 70 Αποστόλων


Για τους Αποστόλους αυτούς μας πληροφορεί το κατά Λουκάν Ευαγγέλιο στο δέκατο κεφάλαιο.
Τους εξέλεξε ο Χριστός ύστερα από τους Δώδεκα για να βοηθούν το έργο Του, πηγαίνοντας αυτοί πρωτύτερα σε κάθε πόλη και τόπο, όπου θα πήγαινε κατόπιν ο Ίδιος. Στον αγώνα αυτό, έπρεπε να καταβάλουν όλη τους τη δραστηριότητα, χωρίς να χάνουν ούτε στιγμή.
Γι' αυτό τους είπε, ότι ώφειλον να μη σταματούν και να μη χαιρετούν κανένα εις τον δρόμον. Αυτό δε, αποτελεί μάθημα για μερικούς πνευματικούς εργάτες, πού χάνουν άσκοπα ώρες και μέρες φλυαρώντας αντί να διδάσκουν, και σκανδαλίζοντας αντί να οικοδομούν.
Ό Κύριος παρήγγειλε τους εβδομήκοντα Αποστόλους, μήτε βαλάντιο να έχουν μαζί τους, μήτε δισάκιο, ούτε υποδήματα να κρατάνε. Γιατί; Για να φανεί, ότι οι στρατιώτες του Χριστού πρέπει να έχουν αυταπάρνηση και να εξοικειώνονται με όλες τις στερήσεις. Και να δειχθεί ότι ο Θεός με μηδαμινά μέσα κατορθώνει τα μεγαλύτερα και δυσκολότερα έργα. Οι Εβδομήκοντα εξετέλεσαν την αποστολή τους με όλη την ακρίβεια και την πειθαρχία, όταν ο Χριστός ήταν στη γη. Αλλά και υστέρα από την ανάληψή Του και το σχηματισμό της Εκκλησίας Του, έκαναν με ζήλο και αυταπάρνηση όλο το καθήκον τους.
Αυτοί δε ήταν:
Ιάκωβος, ο αδελφός του Κυρίου και υιός Ιωσήφ του μνήστορος.
Σίμων, ο και Συμεών και Κλεόπας υιός Ιωσήφ, αδελφός Ιακώβου και δεύτερος επίσκοπος Ιεροσολύμων.
Ματθίας, ο αντί του προδότου συγκαταριθμηθείς τοις αποστόλοις.
Ιάκωβος, Αλφαίου, ο και αδελφός Ματθαίου.
Ιούδας, ο παρά μεν τω Λουκά Ιακώβου Ιούδας επονομαζόμενος, παρά δε τω Ματθαίω και Μάρκω θαδδαίος και Λεββαίος, αδελφός κατά σάρκα του Χριστού.
Βαρνάβας, ο και Ίωσης, ο οικειοχείρως γράψας το κατά Ματθαίον ευαγγέλιο και εν Κύπρω τελειωθείς.
Φίλιππος, ο εκ Καισαρείας της Παλαιστίνης, ο βαπτίσας τον Αιθίοπα.
Ανανίας, ο γινόμενος επίσκοπος Δαμασκού, ο και τον Παύλον βαπτίσας.
Ιωσήφ και Ιούοτος και Βαρνάβας, ο σύμψηφος γενόμενος Ματθίου.
Στέφανος, ο πρωτομάρτυς και διάκονος ο λιθοβοληθείς.
Πρόχορος, ο επίσκοπος Νικομήδειας.
Νικάνωρ.
Σίμων, ο επίσκοπος γενόμενος Βόστρων (της Αραβίας).
Παρμένος.
Τίμων, επίσκοπος Βόστρων.
Επαινετός, επίσκοπος Καρθαγένης.
Λουκάς, ουχί ο τας Πράξεις γράψας, αλλά ο Λαοδικείας γενόμενος επίσκοπος.
Αρίσταρχος, επίσκοπος Απαμείας της εν Συρία.
Μάρκος, όν έλεγον Ιωάννην, επίσκοπος εν Βιθλοπόλει.
Ζήνων, επίσκοπος γενόμενος εν Διοσπόλει.
Αριστόβουλος, επίσκοπος Βρετανίας.
Απελλής, επίσκοπος Σμύρνης.
Νάρκισσος, επίσκοπος Αθηνών.
Ηρωδίων, επίσκοπος Ταρσού.
Αγαβος, προφήτης.
Ρούφος, επίσκοπος Θηβών.
Ασύγκριτος, επίσκοπος Υρκανίας.
Φλέγων, επίσκοπος Μαραθώνας.
Ερμής, επίσκοπος Δαλματίας.
Πατροβάς, επίσκοπος Ποτιόλου.
Ερμάς, επίσκοπος Φίλιππουπόλεως.
Αίνος, επίσκοπος Ρώμης.
Γάϊος, επίσκοπος Εφέσου.
Φιλόλογος, επίσκοπος Σινουπόλεως.
Ολυμπάς.
Ηρωδίων.
Αρίσταρχος.
Πούδης.
Τρόφιμος. Οι πέντε ούτοι εμαρτύρησαν μετά του Παύλου εν Ρώμη.
Λούκιος, επίσκοπος Λαοδικείας της Συρίας.
Ιάσων, Επίσκοπος Ταρσού.
Σίλας, επίσκοπος Κορίνθου.
Σιλουανός, επίσκοπος Θεσ/νίκης.
Ανδρόνικος, επίσκοπος Πανονίας.
Κρίσκης, επίσκοπος Καρχηδόνος.
Αμπλίας, επίσκοπος Οδησσού.
Ουρβανός, επίσκοπος Μακεδονίας.
Βαρσαβάς, επίσκοπος Ηράκλειας.
Στάχυς, επίσκοπος Βυζαντίου,
Σωσίπατρος, επίσκοπος Ικονίου.
Έραστος, επίσκοπος Πανεάδος.
Κουάρτος, επίσκοπος Βηρυτού.
Τερέντιος, επίσκοπος Ικονίου.
Απολλώ, επίσκοπος Καισαρείας.
Σωσθένης, επίσκοπος [Κο]λοφωνίας.
Επαφρόδιτος, (ή Επαφράς), επίσκοπος Ανδριάκης (ή Αδριάνης).
Καίσαρ, επίσκοπος Δυρραχίου.
Τυχικός, επίσκοπος Κολοφωνίας.
Μάρκος, ο ανεψιός Βαρνάβα, επίσκοπος Απολλωνιάδος.
Ιούστος, επίσκοπος Ελευθερουπόλεως.
Αρτέμων, επίσκοπος Λύστρας.
Κλήμης, επίσκοπος Σαρδανείας.
Ονησιφόρος, επίσκοπος Κορώνης.
Τυχικός, επίσκοπος Καρχηδόνος
Καρπός, επίσκοπος Βερροίας της Θράκης.
Εύοδος, επίσκοπος Αντιοχείας.
Ζηνάς, επίσκοπος Διοσπόλεως.
Φιλήμων, επίσκοπος Γάζης.
Φορτουνάτος.
Αχαϊκός.
Στεφανάς.

Απολυτίκιο. Ήχος γ'.

Θείας πίστεως, τω αμφιβλήστρω, εζωγρήσατε, εθνών αγέλας, εβδομήκοντα Κυρίου Απόστολοι, προς ευσέβειας την θείαν επίγνωοιν, ως δεδεγμένοι την χάριν του Πνεύματος. Μύσται ένθεοι, Χριστώ τω Θεώ πρεσβεύσατε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.

Καλικάντζαροι

ΙΣΤΟΡΙΕΣ - ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ

Οι καλικάντζαροι είναι μια παλιά παράδοση στην πατρίδα μας. Και σε κάθε τόπο, και πιο πολύ στα χωριά, υπάρχουν χίλιοι θρύλοι και έθιμα γύρο από αυτούς. Εμφανίζονται κάθε Χριστούγεννα. Μερικοί λένε ότι είναι πνεύματα, άλλα καλά και άλλα κακά. Άλλοι πάλι πιστεύουν ότι είναι παράξενα όντα, μαλλιαρά και ότι τρυπώνουν στα σπίτια από τις καμινάδες. Τις νύκτες πηγαίνουν και κλέβουν τα φαγητά που βρίσκουν και πιο πολύ τα σύκα γιατί τους αρέσουν πολύ. Όταν τελειώσουν το φαγητό τους αρχίζουν να χορεύουν.
Όλοι οι χωρικοί, όταν πλησιάζει βράδυ, φοβούνται να ξεμυτίσουν από το σπίτι τους, προπάντων τα μικρά παιδιά, ως ότου έρθει η γιορτή των Φώτων, που ρίχνουν το σταυρό και οι καλικάντζαροι εξαφανίζονται. Τότε πάνε και ζούνε κάτω από τη γη. Και εμφανίζονται πάλι τα άλλα Χριστούγεννα.
Σε πολλά χωριά ρίχνουνε αναμμένα κάρβουνα στα πηγάδια, για να μην μαγαρίσουν οι καλικάντζαροι.Δεν μπορώ να σας εξηγήσω καλύτερα, τι είναι ένας Καλικάντζαρος. Νομίζω πως μπόρεσα να σας δώσω να καταλάβετε περίπου τι είναι.
Σε άλλους είναι συμπαθητικοί και σε άλλους αντιπαθητικοί. Θα ήθελα πολύ να έβλεπα ένα Καλικάντζαρο, αλλά νομίζω πως δεν θα το κατορθώσω. Απλούστατα : γιατί δεν υπάρχουνΟι καλικάντζαροι είναι μαυριδεροί, τριχωτοί, με ουρά και μακριά χέρια. Ζουν στα έγκατα της γης και με ένα μεγάλο πριόνι αγωνίζονται να κόψουν τον τεράστιο ξύλινο στύλο που κρατά στη θέση της τη γη. Ο στύλος όμως είναι πολύ χοντρός και γι αυτό χρειάζεται μεγάλη και μακρόχρονη προσπάθεια.Τις παραμονές των Χριστουγέννων τα έχουν σχεδόν καταφέρει και το στήριγμα της γης είναι έτοιμο να κοπεί και να πέσει. Χαρούμενοι που τα κατάφεραν επιτέλους, οι καλικάντζαροι βγαίνουν επάνω τη γη για να πειράξουν τους ανθρώπους και για να μην σωριαστεί η γη στα κεφάλια τους.Οι καλικάντζαροι είναι χιλιάδες και ξετρυπώνουν στην επιφάνειά της από κάθε τρύπα. Φοβούνται πολύ το φως και γι' αυτό τη μέρα κρύβονται. Βγαίνουν όμως από τους κρυψώνες τους τη νύχτα και πειράζουν τους ανθρώπους. Μικρά και ευκίνητα, καθώς είναι, μπαίνουν στα σπίτια απ' όπου βρουν. Από τις καμινάδες, τις κλειδαρότρυπες, τις χαραμάδες των πορτών και των παραθυριών.
Τους αρέσει να πλατσουρίζουν μέσα στα δοχεία που έχουν οι νοικοκυρές το λάδι, στα τηγάνια, στα τσουκάλια, στα πιάτα. Λερώνουν τα φαγητά με τα ακάθαρτα νύχια τους και αφήνουν τις ακαθαρσίες τους όπου βρουν. Τίποτε βέβαια δεν κλέβουν, αλλά αναστατώνουν τόσο πολύ το σπίτι που το κάνουν αγνώριστο.
Η ονομασία Καλικάντζαροι προέρχεται από το επίθετο «καλός» και από το «κάνθαρος». Η αρχή των μύθων που είναι σχετικοί με τους καλικάντζαρους βρίσκεται στην αρχαιότητα.
Οι Αρχαίοι πίστευαν πως οι ψυχές σαν έβρισκαν την πόρτα του ‘Aδη ανοιχτή, ανέβαιναν στον απάνω κόσμο και τριγύριζαν παντού χωρίς έλεγχο και περιορισμούς.
Πολύ αργότερα οι Βυζαντινοί, γιόρταζαν το Δωδεκαήμερο με μουσικές, τραγούδια και μασκαρέματα. Οι άνθρωποι, έχοντας κρυμμένα τα πρόσωπά τους, έκαναν με πολύ θάρρος και χωρίς ντροπή ό,τι ήθελαν. Πείραζαν τους ανθρώπους στους δρόμους, έμπαιναν απρόσκλητοι σε ξένα σπίτια κι αναστάτωναν τους νοικοκύρηδες: ζητούσαν λουκάνικα και γλυκά για να γλιτώσουν απ' αυτούς έκλειναν πόρτες και παράθυρα. Οι μασκαρεμένοι όμως έβρισκαν πάντα κάποιους τρόπους να εισβάλλουν στα ξένα σπίτια, ακόμα κι από τις καμινάδες. Κι όλα αυτά για δώδεκα μέρες, ως την παραμονή των Φώτων, οπότε με το Μεγάλο Αγιασμό όλα σταματούσαν κι οι άνθρωποι ησύχαζαν.

Ετσι και σήμερα, οι καλικάντζαροι εξαφανίζονται τα Φώτα με τον αγιασμό των νερών. Φεύγουν τότε λέγοντας: «Φεύγετε να φεύγουμε κι έφτασε ο τουρλόπαπας με την αγιαστούρα του και με τη βρεχτούρα του...»
Τα «αβάφτιστα» νερά και οι καλικάντζαροι

Επειδή από τα Χριστούγεννα μέχρι τα Φώτα ο Χριστός είναι ακόμη αβάφτιστος, είναι και «τα νερά αβάφτιστα». Έτσι βρίσκουν ευκαιρία οι καλικάντζαροι ν' αλωνίζουν τον κόσμο. Ας δούμε όμως πρώτα πώς τους φαντάζεται και τι πιστεύει γι' αυτούς ο ελληνικός λαός. Οργιάζει κυριολεκτικά η λαϊκή φαντασία σχετικά με την εμφάνισή τους: «είναι σαν τους ανθρώπους, όμως μαύροι κι άσκημοι και πολύ ψηλοί και φορούν σιδεροπάπουτσα», πιστεύουν μερικοί. Για άλλους είναι «μαυριδεροί με κόκκινα μάτια, τράγινα πόδια, με χέρια σαν της μαϊμούς και με τριχωτό όλο το σώμα». Άλλοι πάλι τους θέλουν «κουτσούς, στραβούς, μονόμματους, μονοπόδαρους και πολύ κουτούς... Η θροφή τους είναι σκουλήκια, βαθράκια, φίδια κ.ά. Μπαίνουν στα σπίτια απ' την καπνοδόχο και κατουρούν τη φωτιά, καβαλικεύουν στους ώμους τους διαβάτες, τους πιάνουν στο χορό».
Τα ονόματά τους
Τα ονόματα που τους έχουν δώσει είναι ποικίλα, ανάλογα με τον τόπο: λυκοκάντζαροι, καρκαντζόλοι, καψιούρηδες, καλιοντζήδες, μνημοράτοι, (π)αρωρίτες, κολοβελόνηδες, πλανητάροι, τσιλικρωτά, παγανά, είναι μερικά απ' αυτά.
Το δέντρο της γης
Όλο το χρόνο οι καλικάντζαροι ζουν κάτω απ' τη γη και προσπαθούν να κόψουν το δέντρο που τη βαστάει, είτε πελεκώντας το με τσεκούρια είτε ροκανίζοντάς το με τα μακριά και σουβλερά τους δόντια. Μα εκεί που λίγο θέλει να πέσει το δέντρο, να γκρεμιστεί μαζί του κι η γη, να σου και φτάνουν τα Χριστούγεννα. Τότε οι καλικάντζαροι ξεχύνονται στον Απάνω Κόσμο μέχρι τα Φώτα. Όταν ξαναγυρίζουν στα σπλάχνα της γης, βρίσκουν το δέντρο ακέραιο πάλι και ξαναρχίζουν το ροκάνισμα μέχρι τα επόμενα Χριστούγεννα.
Τα καμώματα των καλικαντζάρων

Και τι δεν κάνουν οι καλικάντζαροι, σαν ξεπροβάλουν ένας ένας απ' τις τρύπες τους πάνω στη γη• έτσι και νυχτώσει, αρχίζουν να τριγυρίζουν στην εξοχή και στους μύλους, κατεβαίνουν στο χωριό μήπως και μπουν στα σπίτια. Αλίμονο σ'όποιον συναντήσουν νυχτιάτικα! Δεν τον αφήνουν σε χλωρό κλαρί, που λέμε. Τον τραβολογούν, τον πειράζουν, καβαλικεύουν στους ώμους του, χορεύουν ολόγυρά του κι άλλα πολλά. Μανία τους να πειράζουν προπάντων τις κακόμοιρες τις γριές. Στα σπίτια μπαίνουν απ' την καπνοδόχο και σαν πατήσουν το πόδι τους, αρχίζουν ν' ανακατεύουν και να μπερδεύουν ό,τι βρουν μπροστά τους, μα το πιο πολύ που θέλουν είναι να μαγαρίσουν τα φαγητά των ανθρώπων.
Πώς να τους διώξεις

Ωστόσο κανένα κακό δε στάθηκε στον κόσμο, που ο άνθρωπος να μην προσπάθησε να βρει την γιατρειά του. Έτσι και δώ. Η καλή νοικοκυρά θα συμμαζέψει πρώτα μέσα στο σπίτι ό,τι αγγεία βρίσκονται έξω. Θα βάλει στο άνοιγμα της καπνοδόχου ή πίσω από την πόρτα του σπιτιού ένα κόσκινο. Ο καλικάντζαρος και περίεργος είναι και «μπιτ για μπιτ κουτός». Μόλις το δει, στέκεται κι αρχίζει να μετράει τις τρύπες του• ένα δύο! Ένα δύο! Ένα δύο! Παρακάτω δεν ξέρει να μετρήσει, γιατί μπερδεύεται ή δεν τολμάει να πει το «τρία». Έτσι χάνει την ώρα του, γιατί έχει πια ξημερώσει και σαν λαλήσει ο πρώτος πετεινός πρέπει να εξαφανιστεί. Δεν είναι ο μόνος τρόπος το κόσκινο• μπορούν να κρεμάσουν το κατωσάγωνο ενός χοίρου στην καπνοδόχο, να κάψουν αλάτι ή ένα παλιοπάπουτσο στη φωτιά κι ο καπνός κι οι κρότοι απ' το αλάτι θα διώξουν μακριά τους καλικάντζαρους. Άλλοι δένουν στο χερούλι της πόρτας ένα σκουλί (τούφα) λινάρι. Ώσπου να μετρήσει ο καλικάντζαρος τις ίνες του λιναριού, έφτασε το ξημέρωμα κι όπου φύγει φύγει.Τους πιάνουν και με το καλό προσφέροντάς τους γλυκά και τηγανίτες, που τα πετάνε στην καπνοδόχο. Στην Κύπρο τους ρίχνουν ξεροτήγανα την τελευταία μέρα του Δωδεκάμερου.
Ο φόβος τους για τη φωτιά
Όμως εκείνο που τρέμουν και φοβούνται περισσότερο -το πιο σίγουρο μέσο για να γλιτώσεις απ' τους καλικάντζαρους- είναι η φωτιά. Αυτή τους διώχνει μακριά. Μέρα και νύχτα λοιπόν όλο το Δωδεκάμερο η φωτιά δε σβήνει στην οικογενειακή εστία. Ο νοικοκύρης του σπιτιού έχει ξεδιαλέξει ένα χοντρό ξύλο από αγκαθερό δέντρο, γιατί τ' αγκάθια διώχνουν τα δαιμόνια.
Οι Αράπηδες στη Δράμα
Η λαϊκή φαντασία έχει αφιερώσει πολλές ιστορίες σχετικές με τους Καλικάντζαρους, οι οποίοι πιστεύεται ότι κατέβαιναν από τις καμινάδες και δημιουργούσαν ζημιές στα σπίτια. Οι κάτοικοι των χωριών τους περίμεναν την περίοδο από την ημέρα των Χριστουγέννων, μέχρι την ημέρα των Θεοφανίων, όταν δηλαδή τα νερά είναι "αβάπτιστα". Η όψη τους τρομακτική, οι σκανδαλιές τους απερίγραπτες και ο μεγάλος φόβος τους η φωτιά.
Θέλοντας να φοβίσουν και να διώξουν τα κακά αυτά πνεύματα, οι κάτοικοι των χωριών Μοναστηράκι και Βόλακας της Δράμας, αναπαριστούν τις ημέρες των Θεοφανίων και του Αη-Γιάννη, στις 6 και 7 Ιανουαρίου αντίστοιχα, το έθιμο των αράπηδων.Οι αράπηδες είναι πρόσωπα που έχουν βάψει τα χέρια και το πρόσωπό τους με στάχτη, ενώ στην πλάτη τους φέρουν καμπούρα από άχυρα. Στη μέση φορούν μια ζώνη με κουδούνια και κρατούν ξύλινο μπαστούνι. Με το σώμα σκυφτό και κάνοντας πλάγιες κινήσεις στηριζόμενοι στο μπαστούνι τους, κινούνται αυτοσχεδιαστικά και δημιουργούν δυνατό ήχο με τα κουδούνια τους, διώχνοντας έτσι τους καλικάντζαρους και μαζί τους και την κακοτυχία.
Καλικάντζαροι στην Αντίπαρο
Οι καλικάντζαροι είναι μικρά πλάσματα (σαν διαβολάκια), που τρώνε όλα τα γλυκά των Χριστουγέννων. Έτσι, λένε και στην Αντίπαρο πως... Στο κάστρο έβγαιναν καλικάντζαροι και χόρευαν όλο το βράδυ. Κατόπιν περνούσαν στο Σιφνέικο μέσα σε μια σπηλιά και έμεναν εκεί. Κατά διαστήματα μεταμορφώνονταν σε γουρούνες μαζί με τα μικρά τους και πήγαιναν στη βρύση του χωριού. Εκεί στη βρύση ήταν μια συκιά, που έκανε πολλά σύκα. Κάτω από τη συκιά έμεναν οι γουρούνες με τα γουρουνάκια. Οι καλικάντζαροι ήταν ο φόβος και ο τρόμος των παιδιών της Αντιπάρου. Μια φορά ήταν ένας και πήγαινε στο μύλο. Εκεί λοιπόν, σε ένα αλώνι είδε κάτι καλικάντζαρους. Είχε συνεννοηθεί με το μυλωνά να έχει το στάρι έξω απ' το μύλο. Μόλις αντίκρισε τους καλικάντζαρους, από το φόβο του έριζε κάτω το στάρι κι άρχισε το χορό. Καθώς χόρευε, έκραξε ένας κόκορας και οι καλικάντζαροι είπαν: «Έκραζε κόκορας, ξημέρωσε, να φύγουμε.» Ένας άλλος όμως καλικάντζαρος είπε: «Όχι, αυτός ο κόκορας είναι άσπρος.» Μετά κράζει άλλος κόκορας, λέει ένας άλλος καλικάντζαρος: «Αυτός ο κόκορας είναι κόκκινος» Αργότερα έκραξε ένας μαύρος κόκορας και είπαν όλοι οι καλικάντζαροι: «Τώρα πια είναι μέρα. Θα φύγουμε, ξημερώνει.» Κάνουν ένα «φρου» και ο άνθρωπος έμεινε μόνος του στο αλώνι, τρόμαξε και έπεσε κάτω.

Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2009

Ο Προφήτης Μαλαχίας


Ό Απ. Παύλος, στην προς Εβραίους έπιστολή του, τονίζει ότι "οί άγγελοι είναι υπηρετικά πνεύματα, πού δεν ενεργούν με δική , τους πρωτοβουλία, αλλά αποστέλλονται από το Θεό να υπηρετήσουν εκείνους πού θα κληρονομήσουν την αιώνια ζωή".
Ένας τέτοιος απεσταλμένος άγγελος, επίγειος όμως, ήταν και ό προφήτης Μαλαχίας, ένας από τους 12 μικρούς λεγόμενους προφήτες. Γεννήθηκε από τη φυλή του Λευΐ, εν Σοφαϊς κατά τους χρόνους πού επέστρεψαν οί Εβραίοι στην Ιερουσαλήμ από την αιχμαλωσία της Βαβυλώνας.
Πήρε το όνομα Μαλαχίας - πού ελληνικά σημαίνει άγγελος για τρεις λόγους: Πρώτον, διότι, όσα προφήτευε, αμέσως τα επιβεβαίωνε στο λαό θείος άγγελος. Και το παράδοξο ήταν ότι τον άγγελο δεν τον έβλεπαν οί ανάξιοι, αλλά μόνο οί άξιοι, τη φωνή του, όμως, την άκουγαν και οί άξιοι και ο'ι ανάξιοι. Ό δεύτερος λόγος γι' αυτή του την ονομασία ήταν ότι ή όλη σωματική του εμφάνιση είχε τέλεια αρμονία και μεγαλοπρέπεια. Ό τρίτος λόγος και σπουδαιότερος ήταν ότι, από νέος ακόμα, έκανε ζωή ενάρετη και ηθικά άμεμπτη. Αυτό το απέδειξε, όταν βρέθηκε στη θέση να ελέγξει και, πραγματικά, ήλεγξε με σφοδρότητα τον ϊδιο του το λαό και τους Ιερείς ακόμα του Ισραήλ, για τίς ανομίες και τίς ασέβειες τους.
Ό Θεός αξίωσε τον προφήτη Μαλαχία να προφητεύσει και τον ερχομό του Προδρόμου του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, για την προπαρασκευή του έργου Του. "Ετσι, ή ζωή του προφήτη μας δείχνει πώς κάποιος μπορεί να γίνει επίγειος άγγελος, με τη χάρη του Θεοϋ. Ό προφήτης Μαλαχίας πέθανε ειρηνικά, σχετικά νέος, και τάφηκε στο τόπο των πατέρων του.

Ο Άγιος Γόρδιος ο Μάρτυρας


Ο Άγιος Γόρδιος είναι μάρτυρας της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Καταγόταν από την Καισάρεια της Καππαδοκίας και ήταν αξιωματικός του Ρωμαϊκού στρατού, διοικώντας εκατό στρατιώτες. Κατά την περίοδο που αυτοκράτορας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ήταν ο Λικίνιος και συγκεκριμένα το έτος 314 μη μπορώντας να βλέπει την ζωή των ειδωλολατρών, και να ακούει τους ενάντιους λόγους τους κατά των Χριστιανών, εγκατέλειψε τα εγκόσμια και ανεχώρησε για τα βουνά, όπου μόναζε μαζί με τα άγρια ζώα. Εκεί έπειτα από πολύ προσευχή και άσκηση ενδυνάμωσε την πίστη του και νοιώθοντας έτοιμος για το μαρτύριο, πήγε πίσω στην πόλη και στάθηκε στην μέση της αγοράς μπροστά στο άρχοντα της περιοχής. Εκεί ομολόγησε με παρρησία τον Χριστό ενώπιον όλων. Ο ηγεμόνας της περιοχής θυμωμένος από την στάση αυτή του Αγίου Γορδίου, διέταξε και τον αποκεφάλισαν. Η μνήμη του εορτάζεται στις 3 Ιανουαρίου.

Η Αγία ΘΩΜΑΪΣ η Λεσβία


Η αγία Θωμαΐς ήταν άγνωστη σαν αγία στην Λέσβο, την πατρίδα της. Μόλις το 1961 έγινε γνωστή με σειρά άρθρων, που δημοσίευσε γι’ αυτήν, έπειτα από επιστημονική έρευνα, ο καθηγητής κ. Ιωάννης Μ. Φουντούλης.
Από τις πληροφορίες που μας δίνει η σειρά των άρθρων αυτών, μαθαίνομε ότι η αγία Θωμαΐς γεννήθηκε στη Λέσβο, άγνωστο όμως σε ποιο ακριβώς σημείο του νησιού. Οι γονείς της, Μιχαήλ και Καλή, ήταν ευσεβέστατοι, έντιμοι, ευκατάστατοι και αποτελούσαν ζεύγος, που οι σύγχρονοι το χαρακτήριζαν «ζεύγος χρυσούν, ζεύγος τρισευδαίμον και μακάριον». Ο πατέρας της χαρακτηρίζεται «τον τρόπον χρηστός, το φρόνημα σταθερός...» και η μητέρα της «το ήθος καλλίστη, καλλίων δε την ψυχήν».
Τη στέρηση παιδιού την αντιμετώπιζαν «πενθούντες και σκυθρωπάζοντες», αλλά και με την ελπίδα ότι θα αποκτούσαν παιδί και για τούτο δεν έπαυαν να προσεύχονται. Τέλος, η Παναγία με θείο όνειρο προειδοποίησε την Καλή ότι όχι μόνο θα αποκτούσε παιδί, αλλά ότι τούτο θα ξεχώριζε σε πλούτο χαρισμάτων και αγιότητα.
Πραγματικά, απόκτησαν κόρη, που την ονόμασαν Θωμαΐδα, που καθώς μεγάλωνε ξεχώριζε για τα χαρίσματα που είχε και την ομορφιά της. Όπως αναφέρεται στα βιβλία: «Ξυμπάσας τας λεσβίδας κάλλει και μεγέθει διαφερόντως υπερελάσασα» ξεπέρασε δηλαδή, όλες τις κοπέλες της Λέσβου στην ομορφιά και στο ανάστημα. Παρουσίαζε «αρμονία αρίστη σωματική και πνευματική».
Αν και δεν είχε καμιά διάθεση για γάμο αλλ’ απ’ εναντίας θαύμαζε τη μοναστική ζωή, πειθαρχώντας στη θέληση και επιθυμία των γονιών της, παντρεύτηκε σε ηλικία 24 ετών κάποιον Στέφανο, που έγινε γι’ αυτήν «ακάνθινος στέφανος» για όλη τη ζωή της.
Ενώ αυτή ήταν τόσο καλή, τόσο ενάρετη, ώστε την ήξεραν όλοι σαν υπόδειγμα συζύγου, υπέφερε φοβερά από τη βάναυση συμπεριφορά του βαρβάρου συζύγου της, που καθημερινά εύρισκε ευκαιρία να την πληγώνει στο σώμα και στη ψυχή με ξυλοδαρμούς, ραπίσματα, κλωτσιές ακόμα και στο στόμα της, να την καίει, να της ανοίγει πληγές σ’ όλο της το σώμα. Από τη Μυτιλήνη έφυγαν και κατοίκησαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου φαίνεται, για να ακολουθήσουν την κόρη τους, μετακόμισαν και οι γονείς της, εγκαταλείποντας εδώ τη μεγάλη περιουσία τους και αντιμετωπίζοντας εκεί πολλές στερήσεις.
Μετά το θάνατο του πατέρα της, η μητέρα της πήγε στο μοναστήρι, το γνωστό με το όνομα «Τα μικρά Ρωμαίου», έγινε μοναχή και αργότερα έγινε και ηγουμένη.
Το δράμα της Θωμαΐδος κορυφώθηκε. Η συμπεριφορά του συζύγου της γινότανε από μέρα σε μέρα χειρότερη. Και η Θωμαΐς αντιμετώπιζε όλη αυτή τη μαρτυρική κατάσταση με την προσευχή, την υπομονή και την αγαθοεργία. Μέρα και νύχτα ύφαινε, έραβε και μοίραζε φορέματα και τρόφιμα, «ορφανοίς τα σίτα (τρόφιμα) προσνέμουσα, τοις απόροις προς το ζην αναγκαίους πόρους παρέχουσα».Η αρετή της Θωμαΐδος έδινε το καλό παράδειγμα και σε άλλες γυναίκες, που αντιμετώπιζαν δύστροπους και βάναυσους συζύγους.
Πολύ σύντομα η πίστη και η αγιότητα της Θωμαΐδος ευλογήθηκε από το Θεό, που της έδωκε τη χάρη να κάνει και θαύματα, όταν ζητούσε με τις θερμές προσευχές της τη βοήθειά Του για ανθρώπους πού υπέφεραν.Αναφέρονται δεκατέσσερα θαύματα που έγιναν με την προσευχή της αγίας Θωμαΐδος στην Κωνσταντινούπολη. Θεραπεύει έναν δαιμονιζόμενο, έναν παράλυτο, έναν άρρωστο με καρκίνο και άλλους.
Έπειτα από δέκα τριών ετών μαρτυρική συζυγική ζωή, πέθανε η Θωμαΐς σε ηλικία τριάντα οκτώ ετών.
Την έθαψαν στο μοναστήρι που είχε ταφή και η μητέρα της. Ο τάφος της και το σεπτό λείψανό της πριν ακόμα περάσουν σαράντα ημέρες από το θάνατό της έγιναν πηγή θαυμάτων. Κάποιος διαμονιζόμενος Κωνσταντίνος, που πλησίασε τον τάφο της, θεραπεύεται. Κάποιος παράλυτος Ευτυχιανός ονομαζόμενος, που προσευχήθηκε και άγγισε τον τάφο της στάθηκε στα πόδια του. Κάποια μοναχή με φοβερούς πόνους στο κεφάλι θεραπεύεται και άλλος με επιληψία επίσης βρίσκει την υγεία του. Κάποιος ψαράς βρίσκει τα χαμένα δίχτυα του στη θάλασσα γεμάτα ψάρια. Κάποια γυναίκα με φοβερούς πόνους στα σπλάγχνα της θεραπεύεται και από ευγνωμοσύνη χτίζει πάνω στον τάφο της αγίας μεγαλοπρεπή αψίδα. Σαν τελευταίο θαύμα αναφέρεται η θεραπεία του συζύγου της, που μετά το θάνατό της «προσέκρουσε δαίμονι χαλεπώ», έγινε, δηλαδή, δαιμονιζόμενος. Τον έδεσαν με αλυσίδες και τον οδήγησαν στον τάφο της αγίας και θεραπεύτηκε.
Το σεπτό λείψανο της αγίας Θωμαΐδος βρισκότανε στην Κωνσταντινούπολη ακέραιο μέχρι που και οι πληγές από τους ξυλοδαρμούς φαίνονταν καθαρά στο δέρμα, μέχρι το 1204, που έγινε η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους. Κατόπιν δεν γνωρίζουμε τι απέγινε.Πότε έζησε η αγία Θωμαΐς; Από τις πληροφορίες που δίνουν τα βιβλία, φαίνεται ότι η αγία γεννήθηκε στη Λέσβο μεταξύ των ετών 910-913, ότι ήλθε σε γάμο μεταξύ των ετών 934-937. Έτσι φαίνεται ότι έζησε τις πρώτες δεκαετίες του δεκάτου αιώνος.
Η μνήμη της εορτάζεται στις 3 Ιανουαρίου

Ὁ ὅσιος Ἀκάκιος


Ἐξέχουσα ἀσκητική μορφή ὁ ὅσιος Ἀκάκιος, ἐνσάρκωσις τῆς ἀρετῆς καί τῆς ἁγιότητος, παραμένει πάντοτε εἰς τήν πρώτην γραμμήν τοῦ νεωτέρου ἀσκητισμοῦ εἰς τό Ἅγιον Ὄρος.
Νεώτατος ἀγάπησε τήν Ἐκκλησία καί ἐνωρίς ἀκολούθησε τήν μοναχικήν ζωήν. Διέλαμψε περί τό τέλος τῆς 17ης καί τάς ἀρχάς τῆς 18ης ἑκατονταετηρίδος καί ὡς ἀστήρ νεόφωτος κατελάμπρυνε τό στερέωμα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.
Ἔχει συνδέσει τό ὄνομά του μέ τήν ἵδρυσιν, τήν συγκρότησιν καί τήν ἐξέλιξιν τοῦ μικροῦ, ἀλλά περιφήμου ἀσκητικοῦ κέντρου τῶν Καυσοκαλυβίων εἰς τό Ἅγιον Ὄρος, ὅπου καί ὁ ἴδιος ἔζησε τό μεγαλύτερον μέρος τῆς ἀσκητικῆς του ζωῆς, ὡς ἀξιομίμητον παράδειγμα ὅλων τῶν μοναχῶν.
Ἄκακος, πρᾶος καί ταπεινός ἀνεδείχθη κορυφαῖος τῶν ἀσκητῶν καί θεοφόρων Πατέρων τό καύχημα.
Ἔζησε ὡς ἐπίγειος ἄγγελος καί ἀξιώθηκε μέ θαυματουργικήν δύναμιν, μέ πολλές θεῖες δωρεές καί μέ τό προορατικόν χάρισμα.

Όσιος Πέτρος ο Σημειοφόρος


Ο Όσιος Πέτρος ήταν ασκητής στα ανατολικά μέρη της Προποντίδας, όπου βρισκόταν και η Ατρώα. Δεν υπάρχει σχετικό υπόμνημα στα Μηνιαία για τον Άγιο. Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης εικάζει, ότι πρόκειται περί του Αγίου Πέτρου, Επισκόπου Άργους, αλλά αυτό θεωρείται απίθανο, διότι εκείνος δεν μαρτυρείται στις πηγές ότι μόνασε στην Ατρώα.

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2009

Ιερές Μονές Αργολίδας

Μονή Ζόγκα Έλληνικού

Μονή Καλαμίου Αδάμι

Μονή Αγίου Δημητρίου (Καρακαλά)

Μονή Αγίου Θεοδοσίου Παναρίτη Αργολίδας

Μονή Αυγού

Μονή Αγνούντος Ν.Επίδαυρος

Μονή Αγών Ταξιαρχών Επίδαυρος

Οσίου Σεραφείμ του Σάρωφ


Ο Όσιος Σεραφείμ γεννήθηκε στο Κουρσκ της Ρωσίας στις 19 Ιουλίου 1759 και ονομάσθηκε Πρόχορος . Οι γονείς του, Ισίδωρος και Αγάθη Μοσνίν, ήσαν ευκατάστατοι έμποροι. Ο πατέρας του είχε εργοστάσια πλινθοποιίας και παράλληλα ανελάμβανε την ανέγερση πέτρινων οικοδομημάτων, ναών και σπιτιών. Κάποτε άρχισε να χτίζει στο Κουρσκ ένα ναό προς τιμή του Οσίου Σεργίου του Ραντονέζ, του Θαυματουργού, αλλά ξαφνικά, το 1762, πεθαίνει, αφήνοντας στη σύζυγό του τη μέριμνα για την ολοκλήρωση του ναού. Ο Πρόχορος κληρονόμησε τις αρετές των γονέων του και ιδίως την ευσέβειά τους. Σε ηλικία δέκα ετών άρχισε να μαθαίνει με ζήλο τα ιερά γράμματα, αλλά αρρώστησε ξαφνικά βαριά χωρίς ελπίδα αναρρώσεως. Στην κρισιμότερη καμπή της ασθένειας είδε στον ύπνο του την Παναγία, η οποία υποσχέθηκε ότι θα τον επισκεφθεί και θα τον θεραπεύσει. Πράγματι, έτυχε μια μέρα να γίνεται λιτανεία και να περνά έξω από την οικία του αρρώστου παιδιού η θαυματουργή εικόνα της Θεοτόκου. Τη στιγμή εκείνη έπιασε δυνατή βροχή. Η λιτανεία σταμάτησε και η εικόνα μεταφέρθηκε στην αυλή της οικίας του Πρόχορου, μέχρι να περάσει η μπόρα. Τότε η μητέρα του Αγάθη κατέβασε το άρρωστο παιδί της και το πέρασε κάτω από την εικόνα. Από την ημέρα εκείνη η υγεία του βελτιώθηκε, μέχρι που αποκαταστάθηκε τελείως.
Νέος ακόμη εγκαταλείπει το πατρικό του σπίτι, στην πόλη Κουρσκ, και έρχεται να μονάσει στη μονή του Σάρωφ . Η δοκιμασία του προκειμένου να γίνει μοναχός διαρκεί οχτώ χρόνια. Στις 13 Αυγούστου 1786 κείρεται μοναχός με το όνομα Σεραφείμ. Σε δύο μήνες χειροτονείται διάκονος. Περιφρουρούμενος με το ταπεινό φρόνημα ο διάκονος Σεραφείμ ανέρχεται στην πνευματική ζωή «εκ δυνάμεως εις δύναμιν ». Ως διάκονος παραμένει όλη την ημέρα στο μοναστήρι, διακονεί στις Ακολουθίες, τηρεί με ακρίβεια τους μοναστηριακούς κανονισμούς και εκτελεί τα διακονήματά του. Το βράδυ όμως απομακρύνεται στο δάσος, στο ερημικό του κελλί, όπου διέρχεται τις νυχτερινές ώρες με προσευχή, και πολύ πρωί επιστρέφει πάλι στο μοναστήρι.
Στις 2 Σεπτεμβρίου 1793 χειροτονείται ιερεύς και αποδύεται με μεγαλύτερο ζήλο και αγάπη στον πνευματικό αγώνα. Τώρα πλέον δεν τον ικανοποιεί ο βαρύς για τους άλλους μόχθος της κοινοβιακής ζωής, δηλαδή η κοινή προσευχή, η νηστεία, η υπακοή, η ακτημοσύνη. Μέσα του φουντώνει η δίψα για πιο υψηλές πνευματικές ασκήσεις. Εγκαταλείπει λοιπόν, με την ευλογία του ηγουμένου, τη μονή και αποσύρεται μέσα στο πυκνό δάσος του Σάρωφ . Περνά εκεί δεκαπέντε χρόνια σε τέλεια απομόνωση, με αυστηρή νηστεία, αδιάλειπτη προσευχή, μελέτη του θείου λόγου και σωματικούς κόπους. Για χίλιες ημέρες και χίλιες νύχτες μιμείται τους παλαιούς στηλίτες της Εκκλησίας. Ανεβασμένος σε μια πέτρα και με τα χέρια υψωμένα στον ουρανό προσεύχεται: «Ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ ».
Τελειώνοντας την αναχωρητική ζωή επανέρχεται στη μονή του Σάρωφ και κλείνεται σαν σε μνήμα στην απομόνωση για άλλα δεκαπέντε χρόνια. Για τα πρώτα πέντε βάζει τον εαυτό του στον κανόνα της σιωπής. Με την αδιάλειπτη προσευχή φωτίζεται ολόκληρος από τη θεία χάρη και αξιώνεται να ζήσει πνευματικές αναβάσεις και να δει θεϊκά οράματα.
Μετά τον εγκλεισμό, ώριμος πλέον στη πνευματική ζωή και γέροντας στην ηλικία, αφιερώνεται στη διακονία του πλησίον, του ελάχιστου αδελφού. Με την αυστηρή ασκητική ζωή του και τη φωτεινή μορφή του είχε προσελκύσει γύρω του πλήθος Χριστιανών, που τον αγαπούσαν και τον πίστευαν ακράδαντα στη θαυματουργική δύναμη των αγίων του προσευχών. Πλούσιοι και φτωχοί, διάσημοι και άσημοι συνέρρεαν καθημερινά στο κελλί του, για να λάβουν την ευλογία του και την πνευματική καθοδήγηση για τη ζωή τους. Τους δεχόταν όλους με αγάπη και όταν έβλεπε τα πρόσωπα τους αναφωνούσε: «Χαρά μου!». Εξομολογούσε πολλούς, εθεράπευε ασθενείς, ενώ σε άλλους έδιδε να ασπασθούν το σταυρό που είχε κρεμασμένο στο στήθος του ή την εικόνα που είχε στο τραπέζι του κελλιού του. Σε πολλούς προσέφερε ως ευλογία αντίδωρο, αγίασμα ή παξιμάδια, άλλους τους σταύρωνε στο μέτωπο με λάδι από καντήλι, ενώ μερικούς τους αγκάλιαζε και τους ασπαζόταν λέγοντας: «Χριστός ανέστη!».
Την 1 η Ιανουαρίου 1833, ημέρα Κυριακή, ο Όσιος ήλθε για τελευταία φορά στο ναό του νοσοκομείου των Αγίων Ζωσιμά και Σαββατίου . Άναψε κερί σε όλες τις εικόνες και τις ασπάσθηκε. Μετέλαβε των Αχράντων Μυστηρίων και μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας εζήτησε συγχώρεση από όλους τους αδελφούς, τους ευλόγησε, τους ασπάσθηκε και παρηγορητικά τους είπε: «Ζώζεσθε, μην ακηδιάτε, αγρυπνείτε και προσεύχεσθε . Στέφανοι μας ετοιμάζονται».
Ο μοναχός Παύλος πρόσεξε ότι ο Όσιος εκείνη την ημέρα πήγε τρεις φορές στον τόπο που είχε υποδείξει για τον ενταφιασμό του. Καθόταν εκεί και κοίταζε για αρκετή ώρα στη γη. Το βράδυ τον άκουσε να ψάλλει στο κελλί του πασχαλινούς ύμνους: «Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι ...», «Φωτίζου, φωτίζου η νέα Ιερουσαλήμ...», «Ω Πάσχα, το μέγα και ιερώτατον, Χριστέ...».
Ο Όσιος εκοιμήθηκε με ειρήνη στις 2 Ιανουαρίου 1833. Οι μοναχοί τον είδαν με τον λευκό ζωστικό, γονατιστό σε στάση προσευχής μπροστά στην εικόνα της Θεοτόκου, ασκεπή, με το χάλκινο σταυρό στο λαιμό και με τα χέρια στο στήθος σε σχήμα σταυρού. Ενόμιζαν ότι τον είχε πάρει ο ύπνος.
Τα ιερά λείψανά του εξαφανίσθηκαν κατά την περίοδο της Οκτωβριανής επαναστάσεως και ξαναβρέθηκαν το 1990 στην Αγία Πετρούπολη. Το 1991 επέστρεψαν στη μονή Ντιβέγιεβο .

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2009

Καλή Χρονιά

Σας δίνω μόνο δυο ευχές για τον καινούργιο χρόνο πάμπλουτοι να 'στε στη χαρά και πάμφτωχοι στον πόνο!

Ὁ Ἅγιος Βασίλειος ὁ Μέγας


Ὁ Μέγας Βασίλειος, μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες μορφὲς τῆς Ἐκκλησίας, γεννήθηκε περὶ τὸ 330 μ.Χ. στὴν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας. Ὁ πατέρας του Βασίλειος ἦταν ρήτορας, ἐγκατεστημένος στὴ Νεοκαισάρεια τοῦ Πόντου καὶ ἦταν υἱὸς τῆς Μακρίνης, ἡ ὁποία ὑπέστει πολλὰ μετὰ τοῦ συζύγου της κατὰ τὸν διωγμὸ τοῦ Μαξιμίνου γιὰ τὴν πίστη τους στὸν Χριστό.
Ἡ Μακρίνα ἦταν μαθήτρια τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θαυματουργοῦ καὶ διετέλεσε ἡ πρώτη στὴν πίστη διδάσκαλος τοῦ ἐγγονοῦ της Βασιλείου.
Ἡ μητέρα τοῦ Μεγάλου Βασιλείου ὀνομαζόταν Ἐμμέλεια, καταγόταν ἀπὸ τὴν Καππαδοκία, ἦταν θυγατέρα Μάρτυρος, εὐλαβέστατη καὶ πολὺ φιλάνθρωπη. Ἀπὸ τὸν γάμο της μὲ τὸν Βασίλειο γεννήθηκαν ἐννέα παιδιά, ἀπὸ τὰ ὁποία τὰ τέσσερα ἦταν ἀγόρια. Τὸ πρωτότοκο παιδὶ τους ἦταν ἡ Μακρίνα, ἡ ὁποία μετὰ τὸν θάνατο τοῦ μνηστῆρα της, ἐπιδόθηκε στὴν ἄσκηση. Ἀπὸ τὰ τέσσερα ἀγόρια, τρεῖς ἔγιναν Ἐπίσκοποι, ὁ Βασίλειος στὴν Καισάρεια, ὁ Γρηγόριος στὴ Νύσσα καὶ ὁ Πέτρος στὴ Σεβαστεία. Ὁ Ναυκράτιος πέθανε νέος, σὲ ἡλικία 27ἐτῶν. Πρὸ τοῦ Πέτρου γεννήθηκε ἡ Θεοσεβία.
Ὁ Μέγας Βασίλειος ἔλαβε τὴν πρώτη χριστιανικὴ διαπαιδαγώγησή του ἀπὸ τὴ μητέρα καὶ τὴ γιαγιά του καὶ διδάχθηκε τὰ πρῶτα γράμματα ἀπὸ τὸν πατέρα του στὴν πατρίδα του. Σπούδασε στὶς σχολὲς τῆς Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας καὶ τοῦ Βυζαντίου, ὅπου «ηὐδοκίμει σοφιστῶν τε καὶ φιλοσόφων τοὶς τελειοτάτοις», καὶ τέλος «εἰς τᾶς χρυσᾶς Ἀθήνας», ποὺ τότε ἦταν τὸ κέντρο τῆς ρητορικῆς καὶ στὴν ὁποία ἤκμαζαν οἱ σοφιστὲς Ἰμέριος, Προαιρέσιος καὶ ἄλλοι καὶ ὅπου συνέρρεαν ἀπὸ παντοῦ μαθητές, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ μετέπειτα αὐτοκράτορας Ἰουλιανός, τὸν ὁποῖον ὁ ὑπέρμετρος θαυμασμός του πρὸς τὴν ἐθνικὴ σοφία παρέσυρε στὸν πόλεμο κατὰ τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἐκεῖ βρισκόταν ἤδη καὶ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός, μετὰ τοῦ ὁποίου συνδέθηκε μὲ στενὴ φιλία. Εἶναι χαρακτηριστικοὶ οἱ λόγοι τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου γιὰ τὸν ἱερό του σύνδεσμο μὲ τὸν Μέγα Βασίλειο : «Τὰ πάντα ἦμεν ἀλλήλοις, ὁμόστεγοι, ὁμοδίαιτοι, συμφυεῖς… ἴσαι μὲν ἐλπίδες ἦγον ἠμᾶς, πράγματος ἐπιφθωνοτάτου τοῦ λόγου, φθόνος δὲ ἀπήν, ζῆλος δὲ ἐσπουδάζετο, ἀγὼν δ’ ἀμφοτέροις, οὒχ ὅστις αὐτὸς τὸ πρωτεῖον ἔχοι, ἀλλ’ ὅπως τῷ ἐτέρῳ τούτου παραχωρήσειεν. Μία μὲν ἀμφοτέρους ἐδόκει ψυχή, δυὸ σώματα φέρουσα, ἐν δ’ ἀμφοτέροις ἔργον: ἡ ἀρετὴ καὶ τὸ ζῆν πρὸς τᾶς μελλούσας ἐλπίδας, πρὸς ὃ βλέποντες καὶ βίον καὶ πρᾶξιν ἅπασαν ἀπηυθύνομεν».
Ὁ Βασίλειος διδάχθηκε στὴν Ἀθῆνα ρητορική, φιλοσοφία, ἀστρονομία, γεωμετρία καὶ ἰατρική. Ἐπέστρεψε στὸν Πόντο, περὶ τὸ 356 μ.Χ., καὶ βαπτίσθηκε Χριστιανὸς ὑπὸ τοῦ Ἐπισκόπου Καισαρείας Διανίου.
Στὴν συνέχεια μετέβη στὴν Αἴγυπτο, Μεσοποταμία, Παλαιστίνη καὶ Συρία, γιὰ νὰ γνωρίσει τοὺς ἀσκητὲς καὶ καθηγητὲς τῆς ἐρήμου. Τότε, ἀφοῦ διένειμε καὶ αὐτὸς τὰ ὑπάρχοντά του στοὺς πτωχούς, μόνασε στὸν Πόντο, κοντὰ στὸν Ἴρι ποταμό, ἀσκούμενος στὴ μελέτη καὶ τὴν προσευχή.
Ἀργότερα τὸ 362 μ.Χ., χειροτονήθηκε πρεσβύτερος ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο Καισαρείας Εὐσέβιο, ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ λίγο ἀναγκάστηκε νὰ φύγει στὸν Πόντο, λόγω τοῦ φθόνου τοῦ Ἐπισκόπου Εὐσεβίου. Ὁ Γρηγόριος συμβίβασε τὰ πράγματα μεταξὺ τῶν δυὸ ἀνδρῶν καὶ ὁ Μέγας Βασίλειος ἐπέστρεψε τὸ 365 μ.Χ., γιὰ νὰ βοηθήσει τὸν Ἐπίσκοπο Εὐσέβιο στὸν ἀγῶνα του κατὰ τῶν Ἀρειανῶν. Ἔγινε ἔτσι «σύμβουλος ἀγαθός, παραστάτης δεξιός, τῶν θείων ἐξηγητής, τῶν πρακτέων καθηγητής, γήρως βακτηρία, πίστεως ἔρεισμα».
Τὸ ἔτος 370 μ.Χ., μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Εὐσεβίου, ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Καισαρείας, παρὰ τὶς σφοδρὲς ἀντιδράσεις τῶν Ἀρειανῶν. Σὲ καιρὸ λιμοῦ προσέφερε στοὺς πάσχοντες κάθε εἴδους βοήθεια. Ἀγκάλιασε τοὺς γέροντες, τὰ παιδιά, τὶς γυναῖκες καὶ τοὺς ἄνδρες, τοὺς ἀσθενεῖς καὶ φρόντιζε καθημερινὰ γιὰ τὴν τροφή τους. Οἰκοδόμησε κοντὰ στὴν Καισάρεια ἕνα συγκρότημα πτωχοκομείου καὶ νοσοκομείου, τὴ Βασιλειάδα, ποὺ ἔγινε τὸ ταμεῖο τῆς εὐσέβειας καὶ τῆς ἀγάπης.
Κατὰ τὰ χρόνια τῆς ἐπισκοπικῆς του διακονίας εἶχε νὰ ἀντιπαλέψει κατὰ πολλῶν δυσχερειῶν. Ὁ αὐτοκράτορας Οὐάλης ἐαποφάσισε νὰ εἰσάγει μὲ τὴν βία στὴν Καππαδοκία τὸν Ἀρειανισμό. Γι’ αὐτό, τὸ 372 μ.Χ., ἔστειλε τὸν ἔπαρχο Μόδεστο, γιὰ νὰ πείσει τὸν Ἅγιο νὰ δεχθεῖ τὶς κακοδοξίες τῶν αἱρετικῶν. Μάταια προσπάθησε νὰ πείσει τὸν Μέγα Βασίλειο μεταχειριζόμενος κάθε μέσο: δήμευση τῆς περιουσίας, ἐξορία, βασανιστήρια, θάνατο. Ὁ Βασίλειος σὲ ἀπάντηση δήλωσε, ὅτι δὲν φοβᾶται ἀφοῦ περιουσία δὲν εἶχε, παρὰ μόνο λίγα παλαιὰ ἐνδύματα καὶ λίγα βιβλία, ἐξορία δὲν φοβᾶται, διότι ἡ γῆ ποὺ κατοικεῖ δὲν εἶναι ἰδιοκτησία του καὶ στὸν κόσμο αὐτὸ εἶναι πάροικος καὶ παρεπίδημος, τὰ βασανιστήρια δὲν τὸν πτοοῦν, διότι τὸ ἀσθενικό του σῶμα δὲν μπορεῖ νὰ ἀντέξει σὲ αὐτά, τὸ δὲ θάνατο θεωρεῖ ὡς εὐεργέτη, διότι αὐτὸς θὰ τὸν ὁδηγήσει νωρίτερα κοντὰ στὸν Θεό. Ὁ Μόδεστος ἐξεπλάγη ἀπὸ τὴν Πνευματικὴ γενναιοψυχία τοῦ Ἁγίου καὶ ἐπέστρεψε ἄπρακτος. Ἀκόμη καὶ ὁ ἴδιος ὁ αὐτοκράτορας Οὐάλης, ὅταν ᾖλθε στὴν Καισάρεια καὶ ἀντιλήφθηκε τὸ μεγαλεῖο τοῦ Βασιλείου, τὸν ἄφησε ἀνενόχλητο στὸν ἐπισκοπικό του θρόνο. Στὸ σημεῖο αὐτὸ ἀξίζει νὰ ἀναφέρουμε τὴν μαρτυρία τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου γιὰ τὸν Μέγα Βασίλειο: Ἦταν ἡμέρα τῶν Θεοφανείων. Πέλαγος λαοῦ ἐγέμιζε τὸν ναό. Ἡ ψαλμῳδία καὶ ἡ εὐκοσμία τοῦ βήματος ἦταν ἀγγελικὴ μᾶλλον, παρὰ ἀνθρώπινη. Καὶ ὁ Μέγας Βασίλειος προτεταγμένος τοῦ λαοῦ, ὄρθιος, ἀκλινὴς κατὰ τὸ σῶμα καὶ τὴν ὄψη καὶ τὴν διάνοια, «ἐστλωμένος τῷ Θεῷ καὶ τῷ βήματι». Καὶ ὁ αὐτοκράτορας Οὐάλης μπροστὰ στὸ θέαμα αὐτὸ καὶ στὸ ἄκουσμα «κατεβροντήθη».
Μὲ τὸν ἀνεκτίμητο αὐτὸ πλοῦτο τῶν ἀρετῶν του καθοδήγησε τὸ ποίμνιο τοῦ Χριστοῦ καὶ κοσμημένος μὲ αὐτὲς ἐξεδήμησε πρὸς Κύριον, τὸ 378 μ.Χ., λίγο μετὰ τὸν θάνατο τοῦ αὐτοκράτορα Οὐάλεντος, σὲ ἡλικία 48 ἐτῶν.
Ὅταν πλησίαζε ἡ ὥρα νὰ παραδώσει τὴν ἁγία του ψυχὴ στὸν Θεό, προσῆλθαν στὴν κλίνη του ὅλοι σχεδὸν οἱ Χριστιανοὶ τῆς πόλεως. Ἐκεῖνος τοὺς δίδασκε καὶ τοὺς εὐλογοῦσε. Προσευχόμενος στὸν Κύριο εἶπε: «Εἰς χεῖρας Σου Κύριε, παραθήσομαι τὸ πνεῦμα μου», καὶ κοιμήθηκε. Στὴν ἐξόδιο ἀκολουθία συμμετεῖχαν μυριάδες λαοῦ καὶ τόσος ἦταν ὁ συνωστισμός, ὥστε πολλοὶ πέθαναν «ἐκ τῆς τοῦ ὠθισμοῦ βίας καὶ συγκλονήσεως». Ἡ Σύναξη τοῦ Μεγάλου Βασιλείου ἐτελεῖτο στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας (Μεγάλη Ἐκκλησία). Ναὸς ἀφιερωμένος στὸν Ἅγιο Βασίλειο ὑπῆρχε στὸ παλάτι τῶν Βυζαντινῶν αὐτοκρατόρων κατὰ τὸν 10ο αἰῶνα καὶ σὲ αὐτὸν ἐκκλησιαζόταν ὁ αὐτοκράτορας τὴν 1η Ἰανουαρίου μέχρι τῆς ἀπολύσεως τοῦ Εὐαγγελίου. Ὁ ἀδελφὸς τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης, παραβάλλει αὐτὸν πρὸς τὰ πρόσωπα τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τὸν Προφήτη Ἠλία καὶ τὸν Σαμυήλ, τὸν Ἀπόστολο Παῦλο καὶ τὸν Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο.

Ὁ Μέγας Βασίλειος κατέλιπε πλῆθος σπουδαιοτάτων συγγραμμάτων, ἀπὸ τὰ ὁποία, εὐτυχῶς, τὰ περισσότερα διασώθηκαν μέχρι σήμερα. Γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία τὸ μεγαλύτερο ἔργο τοῦ Μεγάλου Βασιλείου εἶναι ἡ Θεία Λειτουργία αὐτοῦ, ποὺ τελεῖται καὶ σήμερα σὲ καθορισμένες ἡμέρες τοῦ λειτουργικοῦ ἔτους: τὴν ἡμέρα τῆς μνήμης τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, τὶς παραμονὲς τῶν τριῶν μεγάλων Δεσποτικῶν ἑορτῶν, Χριστουγέννων, Θεοφανείων καὶ Πάσχα (Μέγα Σάββατο), τὶς πέντε Κυριακὲς τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς καὶ τὴ Μεγάλη Πέμπτη. Κατὰ παλαιότερη διάταξη, ἡ Θεία Λειτουργία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου ἐτελεῖτο καὶ κατὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Πεντηκοστῆς καὶ κατὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ.
Τὸ πρῶτο δογματικὸ ἔργο, τὸ ὁποῖο συνέγραψε ὁ Ἅγιος, ἔχει τὸν τίτλο «Ἀνατρεπτικὸς τοῦ ἀπολογητικοῦ τοῦ δυσσεβοὺς Εὐνομίου». Περίφημα εἶναι καὶ τὰ ἀσκητικά, τὰ δογματικά, τὰ παιδαγωγικὰ συγγράμματα τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ὡς καὶ τὰ κηρύγματα, οἱ ὁμιλίες καὶ οἱ ἐπιστολὲς αὐτοῦ. Μέσα ἀπὸ αὐτὰ καταδεικνύεται ὅτι ὁ Μέγας Βασίλειος ἦταν στὴν πραγματικότητα ὀργανωτὴς τῆς κοινωνικῆς καὶ ἠθικῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας, στηρίζοντας τὴν ἠθικὴ δεοντολογία του, κυρίως στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ εἰδικότερα στὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Ἡ Ἁγία Γραφὴ γιὰ τὸν Μέγα Βασίλειο ἦταν τὸ ὑπέρτατο δογματικὸ κριτήριο καὶ ἀποτελοῦσε καθ’ ἑαυτὴν μυστήριο θείας οἰκονομίας καὶ ἀνθρώπινης σωτηρίας. Γι’ αὐτὸ καὶ θεωροῦσε τὴν Ἁγία Γραφὴ ὡς θεόπνευστο βιβλίο, προερχόμενο ἐκ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ κατὰ συνέπεια θεωροῦσε ἀπαραίτητο γιὰ τὴν ὀρθὴ κατανόηση τοῦ περιεχομένου αὐτῆς τὸ χάρισμα τῆς πνευματικῆς διακρίσεως. Ἡ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς, κατὰ τὸν Μέγα Βασίλειο, πρέπει νὰ γίνεται μὲ βαθειὰ πίστη καὶ μέσα στὴν κοινότητα τῶν πιστῶν. Ἡ ἑρμηνεία δὲ αὐτῆς ἀπέβλεπε κυρίως στὴν οἰκοδομὴ τῶν πιστῶν καὶ τὴ σωτηρία αὐτῶν. Γι’ αὐτὸ ἡ παράδοση τῆς πίστεως, ὅπως αὐτὴ παραδόθηκε ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους, ἦταν ἀπαραίτητος ὁδηγὸς στὴν ἑρμηνεία καὶ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος α’.

Εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος σου, ὡς δεξαμένην τὸν λόγον σου· δι' οὗ θεοπρεπῶς ἐδογμάτισας, τὴν φύσιν τῶν ὄντων ἐτράνωσας, τὰ τῶν ἀνθρώπων ἤθη κατεκόσμησας. Βασίλειον ἱεράτευμα, Πάτερ Ὅσιε· πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.

Ὥφθης βάσις ἄσειστος τῇ Ἐκκλησίᾳ, νέμων πᾶσιν ἄσυλον, τὴν κυριότητα βροτοῖς, ἐπισφραγίζων σοῖς δόγμασιν, Οὐρανοφάντορ Βασίλειε Ὅσιε.



Μεγαλυνάριον.

Τὸν οὐρανοφάντορα τοῦ Χριστοῦ, μύστην τοῦ Δεσπότου, τὸν φωστῆρα τὸν φαεινόν, τὸν ἐκ Καισαρείας, καὶ Καππαδόκων χώρας, Βασίλειον τὸν μέγαν, πάντες τιμήσωμεν