Κυριακή 8 Μαρτίου 2009

Ὁ Ὅσιος Θεοφύλακτος

Ὁ Ὅσιος Θεοφύλακτος καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ καὶ ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Λέοντος τοῦ Δ’ (775-780 μ.Χ.). Λόγω τῆς μεγάλης του παιδείας καὶ πρὸς συνέχιση τῶν σπουδῶν του ᾖλθε στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου γρήγορα ἀπέκτησε φήμη σοφοῦ καὶ δημιούργησε φιλικὲς σχέσεις μὲ ἀνώτερους κρατικοὺς λειτουργοὺς καὶ ἀξιωματούχους, καθὼς καὶ μὲ τὸν μετέπειτα Πατριάρχη Ταράσιο, ποὺ ἦταν τότε πρωτοσηκρίτης.
‘Όταν τὸ ἔτος 784 μ.Χ. ἐξελέγη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ὁ Ταράσιος, εἰς διαδοχὴ τοῦ Πατριάρχου Παύλου, ὁ Ὅσιος Θεοφύλακτος μαζὶ μέ τὸν Μιχαήλ, ποὺ ἀργότερα ἔγινε Ἐπίσκοπος Συνάδων, ἀπεστάλησαν ἀπὸ τὸν Ταράσιο σὲ κάποια μονὴ τοῦ Εὔξεινου Πόντου. Λίγο ἀργότερα, πιθανὸν περὶ τὸ ἔτος 800 μ.Χ., ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Νοκομήδειας. Ἀπὸ τὴ θέση αὐτὴ ὁ Ὅσιος Θεοφύλακτος διέπρεψε σὲ ἔργα ἐκκλησιαστικῆς φιλανθρωπίας καὶ κοινωνικῆς πρόνοιας. Ἀνήγειρε ναούς, τὸ μέγα νοσοκομεῖο τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων Κοσμᾶ καὶ Δαμιανοῦ, γηροκομεῖα, πτωχοκομεῖα καὶ δημιούργησε λογία γιὰ τὶς ἄπορες χῆρες καὶ τὰ ὀρφανά. Μάλιστα δὲ ὁ ἴδιος διακονοῦσε καὶ περιποιόταν τοὺς πάσχοντες ἀδελφούς του.
Ὅταν πέθανε ὁ Πατριάρχης Ταράσιος, ἐξελέγη στὸν Πατριαρχικὸ θρόνο ὁ Ἅγιος Νικηφόρος Α’ (806-815 μ.Χ.). Στὴ βασιλεία ὑπερίσχυσε ὁ Λέων Ε’ ὁ Ἀρμένιος (813-820 μ.Χ.), ὁ ὁποῖος κινήθηκε κατὰ τῶν ἁγίων εἰκόνων. Τότε παρέλαβε ὁ Ἅγιος Νικηφόρος τὸν Ὅσιο Θεοφύλακτο, τὸν Ἅγιο Αἰμιλιανὸ Κυζίκου, τὸν Ἅγιο Εὐθύμιο Σάρδεων, τὸν Εὐδόξιο Ἀμορίου, τὸν Ἅγιο Μιχαὴλ Συνάδων καὶ τὸν Ἅγιο Ἰωσὴφ Θεσσαλονίκης, ἀνέβηκε στὸ παλάτι καὶ ἔλεγξε μὲ εἰκονογραφικὰ χωρία τὸν αὐτοκράτορα γιὰ τὰ δυσσεβὴ διδάγματα καὶ τὴν εἰκονομαχική του διάθεση. Ἐπειδὴ ὁ ἀτοκράτορας ἔμενε ἀμετάπειστος, ὁ Ὅσιος Θεοφύλακτος ἔλαβε τὸν λόγο καὶ τοῦ εἶπε μὲ παρρησία: «Γνωρίζω ὅτι καταφρονεῖς τὴν ἀνοχὴ καὶ μακροθυμία τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ θὰ ἔλθει σὲ σένα ξαφνικὰ ὄλεθρος καὶ ἡ καταστροφὴ θὰ εἶναι ὅμοια μὲ καταιγίδα».
Ὁ αὐτοκράτορας ἐξαγριώθηκε καὶ τοὺς καταδίκασε ὅλους σὲ ἐξορία. Τὸν μὲν Πατριάρχη Νικηφόρο στὴ Χρυσούπολη, τοὺς ἄλλους Ἀρχιερεῖς σὲ διαφορετικὰ μέρη καὶ τὸν Ὅσιο Θεοφύλακτο στὸ Στρόβιλο, ὅπου ἐπὶ τριάντα ἔτη παρέμεινε μὲ καρτερία καὶ ἐκεῖ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 845 μ.Χ.
Μετὰ τὴν κατάπαυση τοῦ διωγμοῦ, ἐπὶ τῆς εὐσεβεστάτης βασιλίσσης Θεοδώρας (842-857 μ.Χ.) καὶ τοῦ Πατριάρχου Μεθοδίου (842-846 μ.Χ.), τὸ ἱερὸ σκήνωμα αὐτοῦ ἀνακομίσθηκε στὴ Νικομήδεια, τὸ ἔτος 846 μ.Χ. καὶ ἐναποτέθηκε στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων Κοσμᾶ καὶ Δαμιανοῦ, ποὺ ὁ ἴδιος εἶχε οἰκοδομήσει.
Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ἀποκαλεῖ τὸν Ὅσιο Θεοφύλακτο στῦλο ἀληθείας, Ὀρθοδοξίας ἑδραίωμα, φύλακα τῆς εὐσεβείας, στήριγμα τῆς Ἐκκλησίας.
Μικρὸς ναὸς τοῦ Ὁσίου Θεοφύλακτου ἀνεγέρθη στὸ παλάτι κατὰ τὸν 10ο αἰῶνα μ.Χ. ἴσως ἐπὶ αὐτοκράτορα Ρωμανοὺ Α’ τοῦ Λεκαπηνοῦ (920-944 μ.Χ.), πατέρα τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Θεοφυλάκτου (931-956 μ.Χ.).

Οἱ Ὅσιοι Λάζαρος καὶ Ἀθανάσιος ἐκ Ρωσίας




Οἱ Ὅσιοι Λάζαρος καὶ Ἀθανάσιος ἔζησαν μεταξὺ 14ου καὶ 15ου αἰῶνα μ.Χ. στὴ Ρωσία καὶ ἀσκήτεψαν στὴν περιοχὴ Μούρμανκ. Κοιμήθηκαν ὁσίως μὲ εἰρήνη.

Σύναξη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τοῦ Σημείου ἐν Κοὺρκ τῆς Ρωσίας



Πρόκειται γιὰ ἀντίγραφο τῆς εἰκόνας τῆς Θεοτόκου τοῦ Σημείου στὸ Κοὺρκ τῆς Ρωσίας. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸ γεγονός.

Ὁ Ἅγιος Ἑρμῆς ὁ Ἀπόστολος

Ὁ Ἀπόστολος Ἑρμῆς μνημονεύεται στὴν πρὸς Ρωμαίους Ἐπιστολὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Κατὰ τὴν παράδοση ἔγινε Ἐπίσκοπος Δαλματίας. Στὸ Συναξάριον τῆς Κωνσταντινουπόλεως καλεῖται Ἔρμυλος. Στὸν Παρισινὸ Κώδικα ἡ μνήμη αὐτοῦ ἀναφέρεται στὶς 8 Ἀπριλίου μετὰ τῶν Ἀποστόλων Ἀγάβου, Ἀσυγκρίτου, Ἐπαφρᾶ, Ἠρωδίωνος, Ρούφου καὶ Φλέγοντος.


Ὁ Ἅγιος Κύριλλος ὁ Ἱερομάρτυρας


Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυρας Κύριλλος, σύμφωνα μὲ τὸ Ρωμαϊκὸ Μαρτυρολόγιο, ἦταν Ἐπίσκοπος καὶ μαρτύρησε στὴν Ἀφρικὴ κατ’ ἄγνωστο χρόνο.



Οἱ Ἅγιοι Φηλικίτη, Ἐρένια, Ρογάτος, Φίλιξ, Ρογάτος, Βεάτος, Οὐρβανός, Σιλβάνος καὶ Μαμμίλος οἱ Μάρτυρες


Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ μάρτυρες, ποὺ ἀναφέρονται στὸ Ρωμαϊκὸ Μαρτυρολόγιο, μαρτύρησαν κατ’ ἄγνωστο χρόνο στὴν Ἀφρική.




Ὁ Ἅγιος Δίων ὁ Μάρτυρας


Ὁ Ἅγιος Μάρτυρας Δίων τελειώθηκε διὰ μάχαιρας. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν Βίο τοῦ Ἁγίου Μάρτυρα.


Ὁ Ὅσιος Δομέτιος


Ὁ Ὅσιος Δομέτιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 363 μ.Χ. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν Βίο τοῦ Ὁσίου.

Σάββατο 7 Μαρτίου 2009

Οἱ Ἅγιοι Ἀγαθόδωρος, Αἰθέριος, Βασιλέας, Ἐλπίδιος, Εὐγένιος, Ἐφραὶμ καὶ Καπίτων οἱ Ἱερομάρτυρες

Ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ αὐτοκράτορα Διοκλητιανοῦ (284-305 μ.Χ.) ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Ἔρμων (300-314 μ.Χ.) ἀπέστειλε στὴ Σκυθία τὸν Ἐπίσκοπο Ἅγιο Ἐφραὶμ καὶ στὴ Χερσώνα τὸν Ἐπίσκοπο Ἅγιο Βασιλέα, μὲ σκοπὸ τὴν διάδοση τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ὁ Ἅγιος Βασιλέας ἐπειδὴ κήρυττε τὸν Χριστό, ἐκδιώχθηκε ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες. Ὅμως καὶ πάλι προσκλήθηκε ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα τοῦ τόπου καὶ ἀνέστησε, κατὰ τὸν Συναξαριστή, τὸν υἱό του. Ἀπὸ τὸ γενόμενο θαῦμα καὶ ὁ ἄρχοντας καὶ πλῆθος λαοῦ πίστεψαν στὸν Χριστὸ καὶ βαπτίσθηκαν. Οἱ εἰδωλολάτρες ὅμως ἐξεμάνησαν καὶ τὸν συνέλαβαν. Τὸν ἔδεσαν καὶ τὸν ἔσυραν ἀπὸ τὰ πόδια, καὶ συρόμενος πέθανε.
Ἀλλὰ καὶ ὁ Ἅγιος Ἐφραίμ, ἐνῷ δίδασκε τὸ Εὐαγγέλιο, συνελήφθη ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες καὶ ἀποκεφαλίσθηκε.
Μετὰ τὸν μαρτυρικὸ θάνατο τοῦ Ἁγίου Βασιλέως ἀπεστάλησαν στὴ Χερσώνα οἱ Ἐπίσκοποι Ἀγαθόδωρος, Ἐλπίδιος καὶ Καπίτων ὡς κήρυκες τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῆς πίστεως, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ φονεύθηκαν ἀπὸ τοὺς ἄπιστους.
Στὴν συνέχεια ἀπεστάλη ὑπὸ τοῦ Πατριάρχη Ἱεροσολύμων ὁ Ἐπίσκοπος Αἰθέριος, ὁ ὁποῖος μόλις εἶδε τὸν ἐθνικὸ λαὸ ἐξαγριωμένο, κατέφυγε στὸν Μέγα Κωνσταντῖνο καὶ ζήτησε τὴν ἀπέλαση τῶν εἰδωλολατρῶν ἀπὸ τὴ Χερσώνα, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο ἔγινε. Ἀφοῦ δὲ ὁ Ἅγιος ἀνήγειρε ἐκεῖ ναό, μετέβη στὸν βασιλέα, γιὰ νὰ τὸν εὐχαριστήσει. Ὅμως κατὰ τὴν ἐπιστροφή του τὸν συνέλαβαν καὶ τὸν ἔπνιξαν στὸν ποταμὸ Δνείπερο.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ'. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ἐπτάριθμος σύλλογος, Ἱεραρχῶν ἱερῶν, ἀγώσιν ἀθλήσεως, τὴν Ἐκκλησίαν Χριστοῦ, ἐνθέως ἐφαίδρυναν, Εὐγένιος Βασιλεὺς τε, σὺν Ἐφραὶμ Αἰθερίω, Ἐλπίδιος καὶ Καπίτων, Ἀγαθόδωρος ἅμα. Αὐτῶν Χριστὲ ἰκεσίαις, πάντας ἐλέησαν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’.
Τὰ θαύματα τῶν ἁγίων σου Μαρτύρων, τεῖχος ἀκαταμάχητον ἠμὶν δωρησάμενος, Χριστὲ ὁ Θεός, ταὶς αὐτῶν ἰκεσίαις βουλᾶς ἐθνῶν διασκέδασον, τῆς βασιλείας τὰ σκῆπτρα κραταίωσον, ὡς μόνος ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος

Ὁ Ὅσιος Λαυρέντιος ἐκ Μεγάρων

Ὁ Ὅσιος Λαυρέντιος, κατὰ κόσμον Λάμπρος Κανέλλος, γεννήθηκε στὰ Μέγαρα ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους γονεῖς, τὸν Δημήτριο καὶ τὴν Κυριακή. Τὸ ἐπάγγελμά του ἦταν γεωργὸς καὶ οἰκοδόμος. Νυμφεύθηκε τὴν Βασιλικὴ καὶ ἀπὸ τὸν γάμο του ἀπέκτησε δυὸ υἱούς, τὸν Ἰωάννη καὶ τὸν Δημήτριο. Κάποιος βράδυ, στὸ χωριὸ Μάντρον, ὁραματίσθηκε τὴν Θεοτόκο, ἡ ὁποία τοῦ ὑπέδειξε νὰ πάει στὴν Σαλαμῖνα, ὅπου βρῆκε τὴν ἱερὰ εἰκόνα της καὶ νὰ ἀνακαινίσει τὸν ἐρειπωμένο ναὸ αὐτῆς. Ἔτσι, τὸ ἔτος 1862, ὁ Ὅσιος ἀνήγειρε νέα μονή, τὴν γνωστὴ ἕως σήμερα μονὴ τῆς Φανερωμένης. Ἐκεῖ ἀργότερα ὁ Ὅσιος ἐκάρη μοναχὸς καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα Λαυρέντιος. Μοναχὴ ὅμως ἔγινε καὶ ἡ σύζυγός του, ἡ ὁποία μετονομάσθηκε σὲ Βασσιανή. Γιὰ τὰ πολλά του πνευματικὰ χαρίσματα καὶ τὴν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς του ἔλαβε ἀπὸ τὸν Θεὸ τὸ χάρισμα τῆς θαυματουργίας.
Ὁ Ὅσιος Λαυρέντιος, σύμφωνα καὶ μὲ σχετικὸ χειρόγραφο σημείωμα, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1707. Ἡ τιμία κάρα του, ποὺ φέρει ἀργυρὸ περίβλημα, ἀπόκειται σὲ προσκύνηση στὸ ναΰδριο τοῦ Ἁγίου Νικολάου.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τῶν Μεγάρων τὸν γόνον, Ἀσκητῶν τὸν ὁμότροπον, καὶ φρουρὸν Μονῆς Σαλαμῖνος, θεοφόρον Λαυρέντιον, τιμήσωμεν προφρόνως ἀδελφοί, ὡς μέτοχον τῆς δόξης τοῦ Χρίστου, ἶνα τούτου ταὶς πρεσβείαις πάσης ὀργῆς, ρυώμεθα κραυγάζοντες, δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ χορηγούντι διὰ σοῦ, ἠμιν Πάτερ τὰ πρόσφορα.

Σύναξη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου «τῆς τῶν Ἁμαρτωλῶν Ἐγγυήσεως» ἐν Ρωσίᾳ

Ἡ ἱερὰ εἰκόνα τῆς Παναγίας «Ἡ τῶν Ἁμαρτωλῶν Ἐγγύησις» βρισκόταν παλαιότερα στὴ μονὴ τοῦ Ὀρντίσκ τῆς ἐπαρχίας Ὀρλώφ, ὅπου καὶ ἔγινε ὀνομαστὴ γιὰ τὰ θαύματα ποὺ ἐπιτελοῦσε.
Ἕνα ἀντίγραφο αὐτῆς τῆς ἱερᾶς εἰκόνος φυλασσόταν στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Νικολάου Χαμώνβικ τῆς Μόσχας. Ἡ εἰκόνα κάθε βράδυ ἀκτινοβολοῦσε ἀπὸ θεϊκὸ φῶς. Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ ἐπιγραφὴ ποὺ εἶχε χαραχθεῖ στὴν εἰκόνα: «Ἐγὼ εἶμαι ἡ ἐγγύηση τῶν ἁμαρτωλῶν πρὸς τὸν Υἱό».
Ἡ Εἰκόνα τῆς Παναγίας ἑορτάζει, ἐπίσης, στὶς 29 Μαΐου.

Ὁ Ὅσιος Παῦλος ὁ Ἁπλὸς

Ὁ Ἅγιος Παῦλος ἔζησε κατὰ τὸν 4ο αἰῶνα μ.Χ. καὶ ἐκλήθη Ἁπλός, διότι ἦταν ἀγράμματος γεωργὸς ἀλλὰ συγχρόνως ἄκακος καὶ ἁπλοϊκὸς στὸ ἦθος. Ἡ σύζυγός του ἦταν ὡραία μὲν στὴ μορφή, κακότροπη δὲ στὴν ψυχή. Αὐτὴ μοιχευμένη μὲ ἄλλους, συνελήφθη κάποια μέρα ἀπὸ τὸν Ὅσιο, ὅταν αὐτὸς ἐπέστρεφε ἀπὸ τοὺς ἀγρούς. Ἔτσι ὁ Ὅσιος ἄφησε τὴν γυναῖκα του καὶ τὰ παιδιά του στὴν φροντίδα τοῦ μοιχοῦ καὶ κατέφυγε στὴν Αἰγυπτιακὴ ἔρημο, στὸ κελὶ τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου, ζητώντας νὰ γίνει μοναχός. Ὅταν τὸν εἶδε ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος, τοῦ εἶπε ὅτι ἕνας ἄνθρωπος ἑξήντα χρονῶν εἶναι γέροντας καὶ δὲν δύναται νὰ ὑπομείνει τοὺς πειρασμούς. Ἔτσι τοῦ ἔκλεισε τὴν θύρα τοῦ κελιοῦ. Ὁ Ὅσιος Παῦλος ἔμεινε ἔξω ἀπὸ τὸ κελὶ τοῦ μεγάλου καθηγητοῦ τῆς ἐρήμου ἐπὶ τρεῖς ἡμέρες ἄσιτος, χωρὶς τροφὴ καὶ νερό. Ἡ ὑπομονὴ τοῦ Ὁσίου Παύλου ἔκαμψε ἔτσι τὸ ἀνένδοτο τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου, ὁ ὁποῖος τὸν κράτησε κοντά του καὶ καθημερινὰ τὸν παιδαγωγοῦσε καὶ τὸν δοκίμαζε, μὲ σκοπὸ νὰ τὸν ἀναγκάσει νὰ μεταβεῖ σὲ κοινόβιο, ὅπου ὁ ἀσκητικὸς βίος θὰ ἦταν πιὸ ἄνετος γιὰ τὸν Ὅσιο, λόγω τῆς ἡλικίας του. Ὅμως ὁ Ὅσιος Παῦλος παρέμεινε κοντὰ στὸν Ἅγιο Ἀντώνιο μὲ ὑπακοή, ἐργαζόμενος καθημερινὰ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ.
Τόσο πολὺ πρόκοψε στὴν ἀρετὴ καὶ στὴν εὐσέβεια ὁ Ἁπλοὺς Παῦλος, ὥστε ὅταν καθόταν ἔξω ἀπὸ τὸ ναὸ καὶ ἔβλεπε τοὺς ἀδελφοὺς νὰ εἰσέρχονται σὲ αὐτόν, μποροῦσε νὰ διακρίνει σὲ ποιὰ ψυχῆ ἀναπαυόταν ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι ἔβλεπέ τούς ἀδελφοὺς λαμπροὺς στὴν ὄψη καὶ φαιδροὺς στὸ πρόσωπο, τὸν δὲ Ἄγγελο ἑκάστου νὰ χαίρει μαζί του. Κάποια φορὰ εἶδε ἕναν μοναχὸ μαῦρο στὴν ὄψη καὶ ζοφώδη καὶ γύρω του δαίμονες ποὺ τὸν περιέβαλλαν, ἐνῷ ὁ φύλακας Ἄγγελός του τὸν ἀκολουθοῦσε ἀπὸ μακριὰ λυπημένος. Μόλις ὁ Ὅσιος Παῦλος εἶδε τὸ θέαμα αὐτὸ ἄρχισε νὰ κλαίει καὶ νὰ χτυπᾷ μὲ τὰ χέρια τὸ στῆθος του. Βλέποντας οἱ μοναχοὶ τὴν ἀθρόα μεταβολὴ τοῦ Ὁσίου καὶ τὸ κατώδυνο πένθος, προσῆλθαν καὶ ρωτοῦσαν νὰ μάθουν τὴν αἰτία καὶ τὸν παρακαλοῦσαν νὰ ἔλθει στὴ σύναξη. Ἐκεῖνος παρέμεινε ἔξω καὶ ὅταν οἱ μοναχοὶ ἀπελύθησαν ἀπὸ τὴν σύναξη καὶ ἔβγαιναν ἔξω, βλέπει καὶ πάλι τὸν μοναχὸ ἐκεῖνο ποὺ πρὶν ἦταν ζοφώδης καὶ περικυκλωμένος ἀπὸ δαίμονες, νὰ ἐξέρχεται μὲ λαμπρὸ τὸ πρόσωπο καὶ λευκὸ τὸ σῶμα, τὸν δὲ Ἄγγελό του νὰ εἶναι κοντά του καὶ νὰ χαίρει μαζί του. Τότε ὁ Ὅσιος εὐχαρίστησε καὶ εὐλόγησε τὸ Ὄνομα τοῦ Θεοῦ λέγοντας: «Ὢ τῆς ἀφάτου τοῦ Δεσπότου ἠμῶν φιλανθρωπίας καὶ ἀγαθότητος!». Καὶ ἀφοῦ ἀνῆλθε σὲ σημεῖο ὑψηλὸ φώναζε λέγοντας: «Δεῦτε καὶ ἰδέτε τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ, ὡς φοβερὰ καὶ πάσης ἐκπλήξεως γέμοντα».
Ὁ Ὅσιος ἐξήγησε στὸν ἀδελφὸ πῶς τὸν εἶχε δεῖ πρὶν τὴν εἴσοδό του στὸ ναὸ καὶ πῶς τὸν εἶδε μετά. Τότε ὁ μοναχὸς ἐκεῖνος μὲ εἰλικρίνεια ἄρχισε νὰ ὁμολογεῖ ὅτι ἦταν ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς καὶ ζοῦσε στὴν ἁμαρτία τῆς πορνείας. Μόλις δὲ εἰσῆλθε στὸ ναὸ ἄκουσε τὴ φωνὴ τοῦ Προφήτη Ἠσαΐα, μᾶλλον δὲ τοῦ Θεοῦ λαλοῦντος διὰ αὐτοῦ, νὰ λέγει: «Λούσασθε καὶ καθαροὶ γίνεσθε. Ἀφέλετε τᾶς πονηρῖας ἀπὸ τῶν ψυχῶν ὑμῶν ἀπέναντι τῶν ὀφθαλμῶν μου, παύσασθε ἀπὸ τῶν πονηριῶν ὑμῶν, μάθετε καλὸν ποιείν… καὶ ἐὰν ὦσιν αἳ ἁμαρτίαι ὑμῶν ὡς φοινικοῦν, ὡς χιόνα λευκανῶ. Καὶ ἐὰν θέλητε καὶ εἰσακούσητέ μου, τὰ ἀγαθὰ τῆς γῆς φάγεσθε». Αὐτά, ἀφοῦ ἄκουσε, κατανύγηκε ἡ καρδία του, ἀναστέναξε ἐκ βάθους καρδίας καὶ εἶπε πρὸς τὸν Θεό: «Δέσποτα, Κύριε ὁ Θεός, ποὺ ᾖλθες στὸν κόσμο νὰ σώσεις τούς ἁμαρτωλούς, χάρισέ μου αὐτὰ ποὺ ἄκουσα διὰ τοῦ Προφήτου ἐγὼ ὁ ἀνάξιος καὶ ἁμαρτωλός. Καὶ νά, δίδω τὸν λόγο στὸν καρδιογνώστη Θεό, ὅτι ἀποτάσσομαι κάθε παρανομία καὶ αἰσχρὰ πράξη, ποὺ μέχρι τώρα δούλευα καὶ δὲν θὰ προσθέσω ἄλλες στὸν βίο μου. Ἀλλὰ θὰ δουλεύω σὲ Σένα, Κύριε, μὲ ὅλη τὴν ἰσχύ μου καὶ ὅλη μου τὴ διάνοια». Καὶ ἀναφώνησε τότε ὁ Ἁπλοὺς Παῦλος, ὅτι ὅπως ὁ κασσίτερος μαυρίζει καὶ γίνεται πάλι λαμπρός, ἔτσι καὶ οἱ πιστεύοντες, ποὺ ἂν ἁμαρτήσουν μαυρίζουν τὴν ψυχή τους, ὅταν μετανοοῦν λαμπρύνονται ἀπὸ τὰ ἔργα τῆς πίστεως καὶ τῆς μετάνοιας.
Ἔτσι ἀφοῦ διήνυσε μὲ εὐσέβεια καὶ ἄσκηση τὸν βίο του, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη σὲ βαθὺ γῆρας

Ὁ Ἅγιος Ἐφραὶμ Πατριάρχης Ἀντιόχειας

Ὁ Ἅγιος Ἐφραίμ, ὁ ὁποῖος καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἄμιδα, ὑπῆρξε πρῶτα κόμης τῆς Ἀντιόχειας ἐπὶ αὐτοκράτορα Ἰουστίνου Α’ τοῦ Θρακὸς (518-527 μ.Χ.). Ἀπὸ τὴν τάξη τῶν λαϊκῶν, μὲ τὴν ἐπίνευση τοῦ αὐτοκράτορα, ἀνῆλθε στὸν θρόνο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀντιόχειας, τὸ ἔτος 526 μ.Χ.Ἔχοντας ὁ Ἅγιος Ἐφραὶμ τὶς λεγόμενες νεοχαλκηδονικὲς πεποιθήσεις κατέστη ἀπὸ τοὺς σπουδαιότερους συμβούλους τοῦ αὐτοκράτορα, οἱ ὁποῖοι τὸν παρέσυραν σὲ μετριοπάθεια ἔναντι τῶν Μονοφυσιτῶν. Δέχθηκε χωρὶς ἀντιρρήσεις τὸ διάταγμα τοῦ Ἰουστινιανοῦ κατὰ Ὠριγένους (543 μ.Χ.) καὶ μὲ ἀντιρρήσεις τὸ διάταγμα κατὰ τῶν Τριῶν Κεφαλαίων (544 μ.Χ.), τὸ ὁποῖο καταδικάζοντας μεταξὺ ἄλλων καὶ τὰ συγγράμματα τοῦ Θεοδωρήτου Κύρου, φαινόταν ἀντιτιθέμενο πρὸς τῆς Ἀποφάσεις τῆς Συνόδου τῆς Χαλκηδόνος. Ὅμως ὡς Πατριάρχης ἀνέπτυξε μεγάλη δραστηριότητα καὶ ἀγωνίσθηκε κατὰ τῶν αἱρετικῶν Μονοφυσιτῶν, ποὺ λυμαίνονταν τὴν Ἐκκλησία του. Ὅπως δὲ ἀναφέρει ὁ Ἱερὸς Φώτιος (τιμᾶται 6 Φεβρουαρίου) στὴ Μυριόβιβλο, ὁ Ἅγιος Ἐφραὶμ συνέγραψε καὶ πολλὰ συγγράμματα κατ’ αὐτῶν.Ὁ Ἅγιος ἐπανέφερε στὴν ὀρθὴ πίστη καὶ κάποιο μοναχὸ στυλίτη, ποὺ ἦταν φανατικὸς Μονοφυσίτης καὶ ἀσκήτευε στὴν Ἱεράπολη, μὲ θαῦμα πού, μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἐπιτέλεσε.Ἀφοῦ ποίμανε τὸ ποίμνιό του θεοφιλῶς, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τ ἔτος 546 μ.Χ.

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Ἐπίσκοπος Ὑόρκης

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης (Μπεβερλέι) γεννήθηκε στὴ Βόρειο Ἀγγλία καὶ μαθήτευσε στὴν περίφημη σχολὴ τοῦ Αὐγουστίνου Καντουαρίας. Μετὰ τὸ πέρας τῶν σπουδῶν του ἐκάρη μοναχὸς στὴ μονὴ τῆς Ἁγίας Χίλντας στὸ Οὐΐντμπυ. Ἐξελέγη Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Ἔξμαμ καὶ διακρίθηκε γιὰ τὴν ὁσιότητα τοῦ βίου του. Μετὰ ἀπὸ λίγο ἀναγκάστηκε νὰ παραιτηθεῖ καὶ νὰ ἀποσυρθεῖ στὴν ἔρημο, προκειμένου νὰ εἰρηνεύσει ἡ τοπικὴ Ἐκκλησία μετὰ ἀπὸ ἀπαιτήσεις τοῦ Ἐπισκόπου τῆς γειτονικῆς περιοχῆς, ὁ ὁποῖος διεκδικοῦσε τὴν κανονικὴ δικαιοδοσία τῆς ἐπαρχίας τοῦ Ἁγίου.
Ὕστερα ἀπὸ λίγο χρόνο ὁρίσθηκε Ἀρχιεπίσκοπος Ὑόρκης, ἀλλὰ καὶ πάλι παραιτήθηκε, γιὰ νὰ ἀφιερωθεῖ στὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἄσκηση, τηρώντας μὲ ἀκρίβεια τὰ μοναχικὰ καθήκοντά του.
Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 721 μ.Χ.

Οἱ Ἅγιοι Αἰμιλιανός, Ἰάκωβος καὶ Μαριανὸς οἱ Μάρτυρες

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Αἰμιλιανὸς ὁ Ρωμαῖος, Ἰάκωβος καὶ Μαριανός, μαρτύρησαν στὴ Ρώμη τὸ ἔτος 259 μ.Χ., εἰ αὐτοκράτορα Οὐαλεριανοὺ (253-259 μ.Χ.)






Οἱ Ἅγιοι Ἀρκάδιος καὶ Νέστορας Ἐπίσκοποι Τριμυθοῦντος Κύπρου


Ἀπὸ ἀναφορὰ στὸ Λαυρεωτικὸ Κώδικα, ὅτι οἱ Ἅγιοι ἀγωνίσθηκαν κατὰ τῶν εἰδώλων καὶ βάπτισαν Χριστιανοὺς πολλοὺς εἰδωλολάτρες, προκύπτει ὅτι θὰ πρέπει νὰ ἤκμασαν κατὰ τοὺς πρώτους Χριστιανικοὺς αἰῶνες

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2009

Α' Χαιρετισμοί

Άγγελος πρωτοστάτης, ουρανόθεν επέμφθη,
ειπείν τή Θεοτόκω το Χαίρε· (εκ γ')
καί συν τή ασωμάτω φωνή, σωματούμενόν σε
θεωρών Κύριε, εξίστατο καί ίστατο, κραυγάζων
πρός αυτήν τοιαύτα·
χαίρε δι ης η χαρά εκλάμψει
χαίρε δι' ης η αρά εκλείψει
χαίρε του πεσόντος Αδάμ η ανάκλησις
χαίρε των δακρύων της Εύας η λύτρωσις
χαίρε ύψος δυσανάβατον ανθρωπίνοις λογισμοίς
χαίρε βάθος δυσθεώρητον καί Αγγέλων οφθαλμοίς
χαίρε ότι υπάρχεις Βασιλέως καθέδρα
χαίρε ότι βαστάζεις τόν βαστάζοντα πάντα
χαίρε γαστήρ ενθέου σαρκώσεως
χαίρε δι' ης νεουργήται η κτίσις
χαίρε δι' ής βρεφουργείται ο Κτίστης
Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε.

Βλέπουσα η Αγία, εαυτήν εν αγνεία,
φησί τω Γραβριήλ θαρσαλέως·
το παράδοξόν σου της φωνής, δυσπαράδεκτόν μου τή ψυχή φαίνεται·
ασπόρου γαρ συλλήψεως, τήν κύησιν πώς λέγεις κράζειν·
Αλληλούϊα.

Γνώσιν άγνωστον γνώναι, η Παρθένος ζητούσα,
εβόησε πρός τόν λειτουργούντα·
εκ λαγόνων αγνών,
Υιόν πώς εστι τεχθήναι δυνατόν; λέξον μοι·
πρός ην εκείνος έφησεν εν φόβω, πλην κραυγάζων ούτω·
χαίρε βουλής απορρήτου μύστις
χαίρε σιγής δεομένων πίστις
χαίρε των θαυμάτων Χριστού το προοίμιον
χαίρε των δογμάτων αυτού το κεφάλαιον
χαίρε κλίμαξ επουράνιε δι' ής κατέβει κατέβη ο Θεός
χαίρε γέφυρα μετάγουσα τους εκ γης πρός ουρανόν
χαίρε το των Αγγέλων πολυθρύλητον θαύμα
χαίρε το των δαιμόνων πολυθρήνητων τραύμα
χαίρε το φώς μηδένα διδάξασα
χαίρε σοφών υπερβαίνουσα γνώσιν
χαίρε πιστών καταυγάζουσα φρένας
Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε.

Δύναμις του Υψίστου, επεσκίασε τότε,
πρός σύλληψιν τή Απειρογάμω·
καί τήν εύκαρπον ταύτης νηδύν, ως αγρόν υπέδειξεν ηδύν άπασι,
τοις θέλουσι θερίζειν σωτηρίαν, εν τω ψάλλειν ούτως·
Αλληλούϊα.

Έχουσα θεοδόχον η Παρθένος τήν μήτραν,
ανέδραμε πρός τήν Ελισάβετ,
το δε βρέφος εκείνης ευθύς, επιγνόν τόν ταύτης ασπασμόν, έχαιρε!
Καί άλμασιν ως άσμασιν, εβόα πρός τήν Θεοτόκον.·
χαίρε βλαστού αμαράντου κτήμα
χαίρε γεωργόν γεωργούσα Φιλάνθρωπον
χαίρε φυτουργόν της ζωής ημών φύουσα
χαίρε άρουρα βλαστάνουσα ευφορίαν οιοκτιρμών
χαίρε τράπεζα βαστάζουσα ευθηνίαν ιλασμών
χαίρε ότι λειμώνα της τρυφής αναθάλλεις
χαίρε ότι λιμένα των ψυχών ετοιμάζεις
χαίρε δεκτόν πρεσβείας θυμίαμα
χαίρε παντός του κόσμου εξίλασμα
χαίρε Θεού πρός θνητούς ευδοκία
χαίρε θνητών προς Θεόν παρρησία
Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε.

Ζάλην ένδοθεν έχων, λογισμών αμφιβόλων,
ο σώφρων Ιωσήφ εταράχθη, πρός τήν άγαμόν σε θεωρών,
καί κλεψίγαμον υπονοών άμεμπτε·
μαθών σε σου τήν σύλληψιν εκ Πνεύματος Αγίου έφη·
Αλληλούϊα

Μνήμη Εὑρέσεως Τιμίου Σταυροῦ μετὰ τῶν Τιμίων Ἥλων ὑπὸ τῆς Ἁγίας Ἑλένης

Ἡ Ἁγία Ἑλένη (247-328 μ.Χ.), μητέρα τοῦ πρώτου Χριστινανοῦ αὐτοκράτορα Κωνσταντίνου Α’ τοῦ Μεγάλου (280/288-337 μ.Χ.), τὸ ἔτος 326 μ.Χ. πῆγε στὴν Ἱερουσαλήμ, ὅπου «μὲ μέγαν κόπον καὶ πολλὴν ἔξοδον καὶ φοβερίσματα ηὖρεν τὸν τίμιον σταυρὸν καὶ τοὺς ἄλλους δυὸ σταυροὺς τῶν λῃστῶν», ὅπως γράφει ὁ Κύπριος Χρονογράφος Λεόντιος Μαχαιρᾶς. Κατὰ τὴν παράδοση, ὕστερα ἀπὸ τὴν πληροφορία κάποιου Ἑβραίου, μὲ τὸ ὄνομα Ἰούδας, ὑποδείχθηκε ἡ θέση ὅπου ἔγινε ἡ ἀνασκαφή, κατὰ τὴν ὁποία βρέθηκαν τρεῖς σταυροί, ἤτοι τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν δυὸ λῃστῶν. Ἐπειδή, ὅμως, δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ ἀναγνωρισθεῖ ποιὸς ἀπὸ τοὺς τρεῖς σταυροὺς ἦταν τοῦ Κυρίου, ἡ Ἁγία Ἑλένη παρακάλεσε νὰ τεθεῖ διαδοχικὰ ἐπάνω στοὺς σταυροὺς ἕνας νεκρὸς ποὺ τὸν πήγαιναν γιὰ ἐνταφιασμό. Μόλις λοιπὸν ὁ νεκρὸς ἐτέθη ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ τοῦ Κυρίου ἀναστήθηκε. Ἡ Ἁγία Ἑλένη ἔθεσε τότε τὰ θεμέλια τοῦ Ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως, τὴν ἀνέγερση τοῦ ὁποίου διέταξε ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, ὅταν πληροφορήθηκε τὴν εὕρεση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ.
Ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος τὸ μὲν ἥμισυ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ τὸ ἄφησε στὰ Ἱεροσόλυμα, ὅπου μεγάλο μέρος φυλάσσεται μέχρι σήμερα, τὸ δὲ ἄλλο ἥμισυ μετὰ τῶν ἥλων (καρφιῶν) τὸ μετακόμισε στὴν Κωνσταντινούπολη.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος α’.
Σῶσον Κύριε τὸν λαόν σου, καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν σου, νίκᾳς τοὶς Βασιλεύσι, κατὰ βαρβάρων δωρούμενος, καὶ τὸ σὸν φυλάττων, διὰ τοῦ Σταυροῦ σου πολίτευμα.

Οἱ Ἅγιοι Ἀέτιος, Βασσόης, Θεόδωρος, Θεόφιλος, Κάλλιστος, Κωνσταντῖνος καὶ ἄλλοι 36 Μάρτυρες

Οἱ 42 Ἅγιοι Μάρτυρες ἔζησαν στὰ χρόνια τῆς βασιλείας τοῦ Θεοφίλου τοῦ εἰκονομάχου (829-842 μ.Χ.) καὶ ἦταν στρατηγοὶ καὶ ταξιάρχες, πλούσιοι καὶ εὐγενεῖς. Ὁ Ἅγιος Θεόφιλος ἦταν στρατηγὸς καὶ πατρίκιος, ὀΆγιος Ἀέτιος στρατηγός, ὁ Ἅγιος Βασσόης δρομεύς, ὁ Ἅγιος Θεόδωρος πρωτοσπαθάριος, ὁ Ἅγιος Κάλλιστος τουρμάρχης καὶ ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος δρουγγάριος.
Ἐκεῖνο τὸν καιρό, ἀφοῦ βγῆκε ἀπὸ τὴν Συρία ὁ Ἀμηρᾶς μὲ ἀναρίθμητο στρατό, κατὰ τῶν ἀνατολικῶν μερῶν τῆς ἐπικράτειας τῶν Ρωμαίων, ἀπεστάλησαν ἀπὸ τὸν βασιλέα στρατιῶτες, γιὰ νὰ προστατέψουν τὴν πόλη τοῦ Ἀμορίου, πρωτεύουσας τῆς Φρυγίας. Καὶ ὅταν εἶδαν τὸ ἄπειρο πλῆθος τῶν Σαρακηνῶν, εἰσῆλθαν στὸ ἐσωτερικὸ μέρος τοῦ κάστρου ἀγωνιζόμενοι μὲ καρτερία. Ἐκεῖ, ἀφοῦ συνελήφθησαν, τὸ ἔτος 838 μ.Χ., ἀπὸ τὸν χαλίφη Μοτασέμ, ὁδηγήθηκαν εἰς Σάμαρα τῆς Μεσοποταμίας καὶ κλείσθηκαν στὴ φυλακή. Ὁ χαλίφης τοὺς ὑποσχέθηκε νὰ τοὺς ἀποκαταστήσει στὰ ἀξιώματά τους, ἐὰν ἀλλαξοπιστήσουν καὶ γίνουν Μωαμεθανοί. Ὅμως οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες ἀρνήθηκαν μὲ γενναιότητα καὶ ὁμολόγησαν τὴν πίστη τους στὸν Χριστό. Καὶ ἀφοῦ ὑπέστησαν πολλὲς ταλαιπωρίες καὶ ἀπάνθρωπα βασανιστήρια, ἀποκεφαλίσθηκαν, τὸ ἔτος 842 μ.Χ. καὶ ἔτσι σφράγισαν τὴν ὁμολογία τους γιὰ τὸν Χριστὸ μὲ τὸ αἷμα τους.
Ναὸ ἐπ’ ὀνόματι τῶν Ἁγίων τεσσαράκοντα δυὸ τούτων Μαρτύρων ἀνήγειρε στὸ παλάτι τῶν Πηγῶν ὁ αὐτοκράτορας Βασίλειος Β’ (976-1025).

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Τὴν θεοσύλλεκτον, τοῦ Λόγου φάλαγγα, τοὺς Τεσσαράκοντα καὶ δυὸ Μάρτυρας, τοὺς ἐν μίᾳ πάντας σπουδή, ἀθλήσαντας τιμήσωμεν οὗτοι γὰρ τῆς πίστεως, ἡνωμένοι τὴ χάριτι , δῆμον ἀκαθαίρετον, ἱερῶς συνεκρότησαν, καὶ ὤφθησαν Χριστοῦ κληρονόμοι, ξίφει τμηθέντες τοὺς αὐχένας.

Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Κρατερὸς ὁ Μάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Θεόδωρος ὁ Κρατερὸς ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς 42 Μάρτυρες ποὺ μαρτύρησαν τὸ ἔτος 842 μ.Χ. Ἦταν εὐνοῦχος κουβικουλάριος στὴν αὐλὴ τοῦ βασιλέως τοῦ Βυζαντίου Θεοφίλου (829-842 μ.Χ.), ἄριστος ἱππέας καὶ δεξιότατος χειριστὴς τῶν ὅπλων






Ὁ Ἅγιος Μελισσηνὸς ὁ Μάρτυρας


Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Μελισσηνὸς συμμετεῖχε στὴν ἄμυνα τοῦ Ἀμορίου κατὰ τῶν Ἀράβων, τὸν Αὔγουστο τοῦ ἔτους 838 μ.Χ., καὶ ὑπέστη μαρτυρικὸ θάνατο, τὸ 842 μ.Χ., μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους Ἁγίους Μάρτυρες.




Ὁ Ἅγιος Εὐφρόσυνος ὁ Μάρτυρας


Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Εὐφρόσυνος μαρτύρησε μέσα σὲ καυτὸ νερό. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν Βίο τοῦ Ἁγίου.








Ὁ Ὅσιος Ἀρκάδιος


Ὁ Ὅσιος Ἀρκάδιος ἀσκήτεψε στὴν Κύπρο κατὰ τὸν 4ο αἰῶνα μ.Χ. καὶ ἦταν «ὀσφὺν νοητὴν ἀρεταὶς ἐζωσμένος». Ἔκανε πολλοὺς ἀγῶνες στὰ χρόνια τῆς βασιλείας τοῦ Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου καὶ ὠφελοῦσε πολλούς, , ὄχι μόνο μὲ τὸν βίο καὶ τὴν ἀρετή, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴ διδασκαλία καὶ τὴ συμβουλή. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.





Οἱ Ἅγιοι Ἰουλιανὸς καὶ Εὔβουλος οἱ Μάρτυρες


Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ἰουλιανὸς καὶ Εὔβουλος ὁ ἰατρός, ἦταν μαθητὲς τοῦ Ὁσίου Ἀρκαδίου. Ἐρχόμενοι πρὸς αὐτὸν καὶ στηριζόμενοι στὰ λόγια του φρόντιζαν γιὰ τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν κατὰ Θεὸν αὔξησή τους.
Συνελήφθησαν ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες κατὰ τὴν βασιλεία τοῦ ἀσεβοῦς Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου (361-363 μ.Χ.) καὶ ἀφοῦ βασανίσθηκαν ὑπερβολικά, ἀποκεφαλίσθηκαν.
Ὅταν ἔμαθε τὰ γενόμενα ὁ Ὅσιος Ἀρκάδιος λυπήθηκε, εὐχαρίστησε ὅμως τὸν Θεό, ὁ Ὁποῖος τὰ οἰκονόμησε ἔτσι.



Ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁσιομάρτυρας


Ὁ Ἅγιος Ὁσιομάρτυς Μάξιμος τελειώθηκε διὰ λιθοβολισμοῦ. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν Βίο τοῦ Ἁγίου








Ὁ Ἅγιος Ἀρκάδιος Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου


Ὁ Ἅγιος Ἀρκάδιος συγκαταριθμεῖται ὑπὸ τοῦ Λεοντίου Μαχαιρὰ μεταξὺ τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου. Διετέλεσε Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.








Ὁ Ὅσιος Ἠσύχιος ὁ Θαυματουργὸς


Ὁ Ὅσιος Ἠσύχιος καταγόταν ἀπὸ τὴν ἀρχαία πόλη Ἄνδραπα τῆς Γαλατίας. Σὲ νεαρὴ ἡλικία, φλεγόμενος ἀπὸ πόθο γιὰ τὴ μοναχικὴ πολιτεία, ἐγκατέλειψε τὴν πατρίδα του καὶ κατέφυγε στὰ πρὸς τὴν θάλασσα μέρη τῆς Ἀρδανίας, πρὸς τὸ ὄρος τοῦ Μαΐωνος, ὅπου ἔκτισε καλύβα καὶ διέμενε καλλιεργώντας τοὺς ἔρημους ἀγροὺς ποὺ βρίσκονταν γύρω ἀπὸ τὸ κελί του. Γιὰ τὸ ἄνυδρο τοῦ τόπου κατέβηκε στοὺς πρόποδες τοῦ βουνοῦ, ὅπου βρῆκε πηγὴ νεροῦ καὶ ἐκεῖ ἔκτισε ναὸ ἀφιερωμένο στὸν Ἀπόστολο Ἀνδρέα. Ἔζησε αὐστηρὸ ἀσκητικὸ βίο καὶ ὁ Θεὸς τοῦ δώρισε τὸ χάρισμα τῆς θαυματουργίας.
Ὁ Ὅσιος Ἠσύχιος κοιμήθηκε σὲ βαθὺ γῆρας μὲ εἰρήνη καὶ ἐνταφιάσθηκε ἐντὸς τοῦ ναοῦ, ποὺ εἶχε οἰκοδομήσει, πλησίον τῆς δεσποτικῆς πύλης καὶ μέσα σὲ λίθινη λάρνακα. Κατὰ τὸ ἔτος 781 μ.Χ., ὁ Ἐπίσκοπος Ἀμασείας Θεοφύλακτος μετέφερε τὸ ἱερὸ λείψανο αὐτοῦ στὴν Ἀμάσεια καὶ ἀπέθεσε αὐτὸ στὸ δεξιὸ μέρος τοῦ Θυσιαστηρίου.


Ἀνακομιδὴ τῶν Ἱερῶν Λειψάνων τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρα Ἀβρααμίου τοῦ ἐκ Βουλγαρίας


Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Ἀβραάμιος τιμᾶται τὴν 1η Ἀπριλίου.Ἡ Ἀνακομιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων αὐτοῦ ἔγινε στὶς 6 Μαρτίου τοῦ ἔτους 1230 ἀπὸ τὸ μεγάλο πρίγκιπα τοῦ Βλαντιμὶρ Γεώργιο (τιμᾶται 4 Φεβρουαρίου), ὁ ὁποῖος τὰ ἐναπέθεσε στὸν ἱερὸ ναὸ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου τῆς μονῆς τοῦ Κνυατζινίν.



Ὁ Ὅσιος Ἰὼβ ὁ Ἐρημίτης


Ὁ Ὅσιος Ἰώβ, κατὰ κόσμον Ἰωάννης, γεννήθηκε στὴν Μόσχα τὸ ἔτος 1635. στὶς 3 Ἀπριλίου 1701 ἐκάρη μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Ἰὼβ στὴ μονὴ τοῦ Σολόφσκι καὶ ἄρχισε τοὺς πνευματικοὺς ἀγῶνες ὑπὸ τὴν καθοδήγηση τοῦ στάρετς Ἰωνά. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1720.

Σύναξις τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Τσζεστόκοβα ἐν Ρωσίᾳ

Σύναξις τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Καρδίας ἐν Σελτομέζᾳ τῆς Ρωσίας

Σύναξις τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Οὐρανίου Χαρᾶς ἐν Μόσχᾳ

Ἡ ἱερὰ εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς «Οὐρανίου Χαρᾶς» φυλάσσεται στὸ παρεκκλῆσι τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαὴλ στὸν καθεδρικὸ ναὸ τοῦ Κρεμλίνου. Ἡ εἰκόνα βρισκόταν ἀρχικὰ στὸ Σμολὲνκ καὶ τὴ μετέφερε στὴν Μόσχα ἡ Σοφία, θυγατέρα τοῦ Λιθουανοῦ πρίγκιπα Βίτοβτ.

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2009

Ιερές Μονές-Μοναστήρια-Ηλείας

Ιερά Μονή της Δίβρης
Ενα από τα σπουδαιότερα Μοναστήρια της Ηλείας και της Ελλάδος ίσως είναι η Ιερά Μονή της Δίβρης.
Στην είσοδο του γραφικού χωρίου με τα όμορφα πετρόχτιστα σπίτια βρίσκεται το ένα τμήμα του η Κάτω Μονή Δίβρης.
Ο ναός της Μονής, αφιέρωμα στη Κοίμηση της Θεοτόκου είναι του 18ου αιώνα μ.Χ. και έχει τις πιο καλοδιατηρημένες τοιχογραφίες και ένα αριστουργηματικό ξυλόγλυπτο τέμπλο.
Μονή Σεπετού
Μπορεί να την επισκεφθεί κανείς είτε ακολουθώντας τη διαδρομή από Ανδρίτσαινα, είτε από Αρχ. Ολυμπία και Δαφνοΰλα που είναι πιο δύσκολη αλλά και πιο εντυπωσιακή.
Κτισμένη από τον 11ο αιώνα μ.Χ. σε απόκρημνο βράχο πάνω ακριβώς από τον Τρίτωνα ποταμό, παραπόταμο του Αλφειού. Πολλές απόψεις υπάρχουν για τη προέλευση της ονομασίας της Μονής. Σεπτός = ρηματικό επίθετο του σέβομαι, ή από το σλαβικό "sopot" = καταρράκτης -υπάρχει στους πρόποδες του Μοναστηριού- ή από το "σε πετώ" = "σε χαρίζω".
Μεγάλη ήταν η συνεισφορά της Μονής στους πιστούς της περιοχής τα δύσκολα χρόνια της τουρκοκρατίας και επίσης μεγάλη η προσφορά της στην Ελληνική Επανάσταση
Παναγία Καθολική της Γαστούνης

Στην άκρη της πόλεως της Γαστούνης στέκεται για πάνω από χίλια χρόνια ένα Βυζαντινό αριστούργημα ο Ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου, η Καθολική της Γαστούνης με το ομώνυμο Μοναστήρι. Η ονομασία αυτή μαρτυρεί το χρόνο που κτίστηκε (920 μ.Χ.), επειδή έτσι συνηθιζόταν να ονομάζονται τότε οι Ελληνικές Εκκλησίες.
Η βυζαντινή εκκλησία της Παναγίας της Καθολικής στη Γαστούνη Ηλείας ανήκει στον τύπο του δικιόνιου σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού και χρονολογείται στον 12ο αιώνα. Έχει ημιεξαγωνική αψίδα. Οι τοίχοι, κτισμένοι με πλινθοπερίκλειστο σύστημα και χρήση διπλών πλίνθων στους αρμούς, ζωογονούνται με λιτό κεραμοπλαστικό διάκοσμο, κυρίως οδοντωτές ταινίες, και με την ένθεση εφυαλωμένων σκυφίων. Μοναδική φραγκική επίδραση (του 14ου αιώνα.) το οξυκόρυφο τόξο, της σφραγισμένης σήμερα, βόρειας θύρας. Η μεταγενέστερη προσθήκη εξωνάρθηκα και τα νεώτερα μεγάλα θυραία ανοίγματα συνιστούν τις μόνες μείζονες επεμβάσεις στην αρχική του μορφή.
Στο εσωτερικό διατηρούνται δύο στρώματα τοιχογραφιών. Το δεύτερο, σύμφωνα με επιγραφή χρονολογείται το 1702 και έγινε με δαπάνες του επισκόπου Ωλένης Ιωαννικίου. Μία δεύτερη επιγραφή της ίδιας εποχής, που αναφέρει τους κτήτορες του ναού και ως έτος ανεγέρσεως το 1279, αντιγράφει, πιθανόν, την παλαιότερη κτητορική επιγραφή.
Εκείνο που περισσότερο θαυμάζει κανείς είναι η βυζαντινή εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου. Στον ωραιότατο θρόνο της στέκει για αιώνες παρηγοριά και ελπίδα των πιστών.

Ὁ Ὅσιος Κόνων ἐκ Κύπρου

Ὁ Ὅσιος Κόνων ἔζησε περὶ τὸν 4ο αἰῶνα μ.Χ. Γεννήθηκε στὴν περιοχὴ τοῦ Ἀκάμα τῆς Κύπρου, λίγα χρόνια μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Ὁσίου Ἰλαρίωνος τοῦ Μεγάλου (τιμᾶται 21 Ὀκτωβρίου), ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους γονεῖς. Ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία ἀγάπησε τὴν ἐγκράτεια, τὴν ἄσκηση καὶ τὴν ἀρετή. Ἔτσι ἀποφάσισε νὰ ἐγκαταλείψει τὸν κόσμο καὶ νὰ ἐγκατασταθεῖ σὲ ἕνα σπήλαιο μακριὰ ἀπὸ τὸ χωριό του.
Ἐκεῖ ὁ Ὅσιος ἀγωνιζόταν τὸν καλὸ ἀγῶνα καὶ προέκοπτε στὴν κατὰ Χριστὸν ζωή. Σιγὰ – σιγὰ γύρω του συγκεντρώθηκε μία ὁμάδα νέων ἀνθρώπων καὶ ἔτσι δημιουργήθηκε μία μοναστικὴ ἀδελφότητα.
Τὰ χρόνια ἦταν δύσκολα. Ἡ φτώχεια καὶ οἱ ἀσθένειες ταλαιπωροῦσαν τοὺς ἀνθρώπους. Ἔτσι ὁ Ὅσιος, τὸν ὁποῖο χαρακτήριζε ἡ φιλοθεΐα καὶ ἡ φιλανθρωπία, φρόντισε νὰ ἱδρύσει γύρω ἀπὸ τὴ μονὴ ἕνα νοσοκομεῖο, τὸ γνωστὸ Πτωχεῖο, γιὰ νὰ βρίσκουν ἐκεῖ ἐλπίδα καὶ καταφύγιο οἱ ἀσθενεῖς καὶ οἱ πτωχοί.
Ὁ Ὅσιος Κόνων, ἀφοῦ ἀγωνίσθηκε θεοφιλῶς μὲ τέλεια ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη σὲ βαθὺ γῆρας. Ἱερὰ λείψανά του φυλάσσονται στὶς μονὲς Κύκκου καὶ Μαχαιρὰ τῆς Κύπρου

Ὁ Ἅγιος Κόνων ὁ Ἴσαυρος

Ὁ Ἅγιος Κόνων γεννήθηκε περὶ τὰ τέλη τοῦ 1ου αἰῶνα μ.Χ. στὴ Βαδινή, χωριὸ τῆς Ἰσαυρίας τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ ἔζησε στοὺς Ἀποστολικοὺς χρόνους. Οἱ γονεῖς του, Νέστωρ καὶ Νάδα ἦταν ἀρχικὰ εἰδωλολάτρες. Σὲ νεαρὴ ἡλικία ἔγινε Χριστιανὸς καὶ ὅταν οἱ γονεῖς του τὸν πίεσαν νὰ νυμφευθεῖ, συμφώνησε μὲ τὴ σύζυγό του νὰ ζοῦν ὡς ἀδελφοὶ ἀφιερωμένοι στὸν Θεό.
Στὸ Συναξάρι ἀναφέρεται, ὅτι τὸν Ἅγιο καθοδηγοῦσε ὁ Ἀρχιστράτηγος Μιχαήλ, ὁ ὁποῖος καὶ τὸν βάπτισε, τοῦ δίδαξε τὸ Ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος, μετέδωσε τὰ Θεία Μυστήρια σὲ αὐτόν, μέχρι τέλους τῆς ζωῆς του, τοῦ συμπαραστεκόταν καὶ τοῦ χορήγησε μάλιστα καὶ τὴ χάρη τῶν παράδοξων θαυμάτων.
Ὁ Ἅγιος Κόνων ὁδήγησε στὴν Χριστιανικὴ πίστη καὶ τοὺς γονεῖς του, ὁ δὲ πατέρας του Νέστωρ μαρτύρησε γιὰ τὸν Χριστό. Ἀλλὰ καὶ τοὺς Ἕλληνες, ποὺ ἀντιστέκονταν σὲ αὐτὸν καὶ ἔλεγαν ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλος Θεὸς ἐκτὸς τῶν εἰδώλων, τοὺς ἔπεισε καὶ τοὺς προετοίμασε νὰ ὁμολογήσουν μὲ μεγάλη φωνὴ τὸν Χριστὸ καὶ νὰ βαπτισθοῦν. Μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, ὁ Ἅγιος ὑπέταξε καὶ τοὺς δαίμονες καὶ ἄλλοι μὲν μὲ ἐντολή του προστάτευαν τοὺς ἀγρούς, ἄλλοι δὲ ἐγκλείστηκαν σὲ πιθάρια.
Ὅμως οἱ εἰδωλολάτρες συμπολῖτες του ἀντιμετώπιζαν μὲ μεγάλη δυσαρέσκεια τὴν ἱεραποστολικὴ δραστηριότητα τουκαι τὴν ἐπιρροὴ ποὺ ἀσκοῦσε πάνω στοὺς Ἐθνικούς. Κάποια μέρα ὁ Ἅγιος ἐπισκέφθηκε ἕναν εἰδωλολατρικὸ ναό, ὅπου προσευχήθηκε θερμὰ στὸν Κύριο. Ἀποτέλεσμα ἦταν νὰ γίνουν κομμάτια ὅλα τὰ εἴδωλα τοῦ ναοῦ. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ συνελήφθη ἀπὸ τὸν ἄρχοντα Μάγνο καὶ βασανίσθηκε. Ὅταν ἀφέθη ἐλεύθερος, οἱ Χριστιανοὶ τὸν περιέθαλψαν καὶ τὸν περιέβαλαν μὲ τὸ σεβασμό τους.
Μετὰ ἀπὸ δυὸ χρόνια, ὁ Ἅγιος Κόνων κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη παραδίδοντας τὴν ἁγία του ψυχὴ στὸν Θεό.
Ἴσως στὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου Κόνωνος νὰ ὑπῆρχε ναός, ὁ ὁποῖος ἔκειτο πέραν τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ ἀναφέρεται ὡς μονὴ κατὰ τὰ χρόνια τῆς βασιλείας τοῦ αὐτοκράτορα Ἰουστινιανοῦ Α’ (527-565 μ.Χ.).

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τὴν χάριν τοῦ Πνεύματος, ἐνδεδυμένος σοφέ, τὸ κράτος διέλυσας, τῆς ἀσεβείας στερρῶς. Ἐκλάμπων τοὶς θαύμασιν ὅθεν πεφοινιγμένος, ταὶς ροαὶς τῶν αἱμάτων. Κόνων Ὁσιομάρτυς, τὸν Δεσπότην δοξάζεις, τὸν παρέχοντα ἠμὶν διὰ σοῦ, χάριν καὶ ἔλεος

Ὁ Ἅγιος Νέστωρ ὁ Μάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Νέστωρ ἦταν πατέρας τοῦ Ἁγίου Κόνωνος τοῦ Ἰσαύρου. Σύζυγός του ἦταν ἡ Νάδα. Στὴν ἀρχὴ ἦταν εἰδωλολάτρες. Ὅμως μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, ὁ υἱός του Ἅγιος Κόνων τοὺς ὁδήγησε στὴν Χριστιανικὴ πίστη καὶ τοὺς βάπτισε.
Ὁ Ἅγιος Νέστωρ μαρτύρησε λαμβάνοντας τὸ στέφανο τῆς δόξης τοῦ Κυρίου.


Ὁ Ἅγιος Θεόφιλος ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Καισαρείας


Ὁ Ἅγιος Θεόφιλος ἦταν Ἐπίσκοπος Καισαρείας τῆς Παλαιστίνης. Ἔλαβε μέρος σὲ Σύνοδο ποὺ συγκλήθηκε στὴν Παλαιστίνη γιὰ τὸν καθορισμὸ τῆς ἡμέρας τοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα. Μαρτύρησε ἐπὶ αὐτοκράτορα Κομμόδου (180-192 μ.Χ.)

Ὁ Ἅγιος Κόνων ὁ Κηπουρὸς

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Κόνων καταγόταν ἀπὸ τὴ Ναζαρὲτ τῆς Γαλιλαίας καὶ ἔζησε κατὰ τὰ χρόνια τῆς βασιλείας τοῦ Δεκίου (249-251 μ.Χ.). Ἀφοῦ ᾖλθε στὴν χώρα τῆς Παμφυλίας καὶ διάλεξε μικρὸ τόπο, τὸν μετασκεύασε σὲ κῆπο φυτεύοντας λάχανα, ἀπὸ τὰ ὁποία προμήθευε τὸν ἑαυτό του καὶ τοὺς πτωχοὺς ξένους μὲ τροφή. Ἦταν στὸ χαρακτῆρα ἁπλός, ὥστε καὶ αὐτοὺς ἀκόμα ποὺ ἐπρόκειτο νὰ τὸν συλλάβουν καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσουν στὸν ἄρχοντα, γιὰ νὰ τιμωρηθεῖ ἐπειδὴ ἦταν Χριστιανός, ὅταν τὸν ἀσπάσθηκαν μὲ περιπαικτικὸ τρόπο, καὶ ἐκεῖνος τοὺς ἀνταπέδωσε τὸν ἀσπασμό. Καὶ ὅταν τοῦ εἶπαν, ὅτι σὲ καλεῖ ὁ ἡγεμόνας, ἀποκρίθηκε: «Γιατί; Ποιὰ ἀνάγκη ἔχει ἐκεῖνος ἀπὸ μένα καὶ περισσότερο ποῦ εἶμαι Χριστιανός;». Οἱ στρατιῶτες τὸν ἔδεσαν καὶ τὸν ὁδήγησαν ἐνώπιον τοῦ ἡγεμόνος. Ἐκεῖνος τὸν προέτρεψε νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα. Ὁ Ἅγιος τότε εἶπε πρὸς τὸν ἡγεμόνα μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία: «Μακάρι, ἡγεμόνα καὶ ἐσὺ νὰ μποροῦσες νὰ ἀπαρνηθεῖς τὰ εἴδωλα καὶ νὰ προσέλθεις στὸν Χριστό». Τότε ὁ ἡγεμόνας ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τὸν βασανίσουν. Τοῦ τρύπησαν τοὺς ἀστραγάλους, τὸν καθήλωσαν μὲ σιδερένια καρφιὰ καὶ τὸν ἀνάγκασαν νὰ τρέχει μπροστὰ ἀπὸ ἅρμα ἀλόγων.
Ἔτσι μαρτύρησε ὁ Ἅγιος Κόνων καὶ εἰσῆλθε στὴ χαρὰ τοῦ Κυρίου του.

Οἱ Ἅγιοι Ἀρχέλαος, Κύριλλος, Φώτιος καὶ οἱ σὺν αὐτῶν Μάρτυρες



Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες ἀριθμοῦνται στὰ Μηναῖα σὲ 142, στοὺς δὲ Συναξαριστὲς σὲ 152.
Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸν Βίο καὶ τὸ Μαρτύριο τῶν Ἁγίων.





Ὁ Ἅγιος Εὐλάμπιος ὁ Μάρτυρας



Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Εὐλάμπιος μαρτύρησε στὴν Παλαιστίνη διὰ ξίφους

Ὁ Ἅγιος Εὐλόγιος ὁ Μάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Εὐλόγιος καταγόταν ἀπὸ τὴν Παλαιστίνη καὶ ἦταν υἱὸς πλούσιων εἰδωλολατρῶν γονέων. Ὁ ἴδιος, ἀφοῦ ἐπέστρεψε στὸν Χριστὸ καὶ βαπτίσθηκε, μετὰ τὸν θάνατο τῶν γονέων του, διαμοίρασε τὰ πλούτη του στοὺς πτωχοὺς καὶ περιερχόταν σὲ ὅλη τὴν πόλη καὶ τὴ χώρα, διδάσκοντας στοὺς εἰδωλολάτρες τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ καὶ βαπτίζοντας πολλοὺς ἀπὸ αὐτοὺς στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος.
Ὅμως κατηγορήθηκε ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες στὸν ἄρχοντα τῆς χώρας, ὁ ὁποῖος ἔδωσε ἐντολὴ ἂν τὸν συλλάβουν καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσουν ἐνώπιόν του. Ὁ Ἅγιος μὲ θάρρος καὶ παρρησία ὁμολόγησε τὴν πίστη του στὸν Χριστὸ καὶ ἀρνήθηκε νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα. Ἀμέσως ἄρχισαν τὰ βασανιστήρια. Ἀφοῦ τὸν ἔγδυσαν, τὸν κτύπησαν βίαια μὲ σκληρὲς χορδὲς ἀπὸ νεῦρα βοδιῶν καὶ στὴν συνέχεια ἀπέκοψαν τὴν τίμια κεφαλὴ αὐτοῦ.
Ἔτσι ὁ Ἅγιος Εὐλόγιος ἔλαβε τὸ ἁμαράντινο στέφανο τῆς δόξας καὶ εἰσῆλθε στὴν οὐράνια ζωὴ τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Ὅσιος Μᾶρκος ὁ Ἀθηναῖος

Ὁ Ὅσιος Μᾶρκος ἦταν Ἀθηναῖος καὶ ἔζησε τὸν 4ο αἰῶνα μ.Χ. Ἀφοῦ ἔλαβε ἀξιόλογη μόρφωση, ἐγκατέλειψε τὴν Ἀθῆνα καὶ πῆγε στὴν Ἀντιόχεια, ὅπου μαθήτευσε κοντὰ στὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο. Ἀργότερα ἐκάρη μοναχὸς καὶ ἀφιέρωσε τὸν ἑαυτό του στὴν μελέτη τῶν Θείων Γραφῶν καὶ ἔφθασε στὸν ὕψιστο βαθμὸ τῆς ἀρετῆς. Φανερὲς ἀποδείξεις καὶ οἱ λόγοι ποὺ ἐγράφησαν ἀπὸ αὐτὸν γιὰ τὴν ὠφέλεια καὶ τὴν ἐνέργεια τῶν θαυμάτων. Γιατί κάποτε, ἐνῷ ἡσύχαζε, πλησίασε αὐτὸν μία ὕαινα ποὺ εἶχε τὸ παιδί της τυφλό, μὲ ταπεινὴ στάση σὰν νὰ παρακαλοῦσε νὰ τὴν εὐσπλαχνισθεῖ γιὰ τὴν τύφλωση τοῦ μικροῦ της. Καὶ ὁ Ὅσιος, ἀφοῦ κατάλαβε, ἔπτυσε στὰ μάτια τοῦ ζῴου καὶ αὐτὸ βρῆκε τὴν ὅρασή του. Μετὰ ἀπὸ ἡμέρες ᾖλθε πάλι ἡ ὕαινα στὸν Ἅγιο, μεταφέροντάς του τὸ δέρμα ἐνὸς μεγάλου κριαριοῦ ὡς ἀνταπόδοση γιὰ τὴν θεραπεία. Αὐτὸς ὅμως δὲν δεχόταν νὰ τὸ λάβει, προτοῦ τὸ θηρίο ὑποσχεθεῖ νὰ μὴν βλάπτει πιὰ τὰ πρόβατα τῶν πτωχῶν.
Ὁ Ὅσιος εἶχε φθάσει σὲ τέτοια ὕψη ἀρετῆς, ὥστε ὁ πρεσβύτερος τῆς μονῆς ἔλεγε ὅτι ποτὲ αὐτὸς δὲν μετέδωσε Θεία Κοινωνία στὸν Ὅσιο, ἀλλὰ τὴν παρεῖχε σὲ αὐτὸν χέρι Ἀγγέλου.
Ὁ Ὅσιος Μᾶρκος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη σὲ βαθὺ γῆρας. Ἀπὸ τὰ ἔργα του σῴζονται μόνο μερικοὶ λόγοι, ἐπιστολὲς καὶ συμβουλευτικὲς πραγματεῖες

Οἱ Ὅσιοι Ἀδριανὸς καὶ Λεωνίδας οἱ Μάρτυρες ἐκ Ρωσίας

Ὁ Ὅσιος Ἀδριανὸς τοῦ Ποσεσόνε ἔζησε στὴ Ρωσία κατὰ τὸν 16ο αἰῶνα μ.Χ. Ἀρχικὰ μόνασε στὴν μονὴ τοῦ Ἁγίου Κορνηλίου τῆς περιοχῆς Κομέλ, ὅταν τὸ 1540 εἶδε σὲ ὅραμα ἕνα γηραιὸ μοναχὸ μὲ τὸ ὄνομα Βεστούζ, ποὺ τὸν καλοῦσε νὰ ἱδρύσει ἕνα καινούργιο μοναστῆρι.
Μὲ τὴν εὐλογία τοῦ ἡγουμένου, ποὺ τοῦ παρέδωσε μία εἰκόνα τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, ὁ Ὅσιος Ἀδριανὸς καὶ ὁ μαθητής του Ὅσιος Λεωνίδας, ἄφησαν τὴ μοναστικὴ κοινότητά τους.
Φθάνοντας στὰ βάθη ἐνὸς δάσους, οἱ δυὸ μοναχοὶ τοποθέτησαν τὴν εἰκόνα πάνω σὲ μία ψηλὴ βελανιδιὰ καὶ ἀπομακρύνθηκαν, γιὰ νὰ διαλέξουν τὸ νέο τόπο τῆς ἀσκήσεώς τους. Πέρασαν ὅμως ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ σημεῖο κάποιοι ψαράδες καὶ βλέποντας τὴν εἰκόνα προσπάθησαν νὰ τὴν πάρουν. Μία μυστικὴ δύναμη ὅμως τοὺς ἀπωθοῦσε. Τρομαγμένοι ἀπὸ τὸ θαυμαστὸ γεγονὸς ἄφησαν ψωμὶ καὶ ψάρια κάτω στὸ δένδρο. Οἱ μοναχοὶ εὐχαρίστησαν τὸν Θεὸ γιὰ τὸ θεόσταλτο αὐτὸ δῶρο καὶ κατάλαβαν ὅτι ἐκεῖνο ἦταν τὸ μέρος ποὺ τοὺς παραχωρήθηκε γιὰ νὰ οἰκοδομήσουν τὸ νέο μοναστῆρι, πρὸς τιμὴν τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου.
Ὁ Ὅσιος Λεωνίδας, ἀφοῦ ἀσκήτεψε θεοφιλῶς, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1549.
Δέκα χρόνια μετὰ τὴν ἵδρυση τῆς μονῆς, στὶς 5 Μαρτίου 1550, μία συμμορία λῃστῶν λεηλάτησε τὸ μοναστῆρι, βασάνισε καὶ φόνευσε τὸν ἡγούμενο Ὅσιο Ἀδριανό.
Τὰ ἱερὰ λείψανα τοῦ Ὁσίου Ἀδριανοῦ εὑρέθησαν τὸ ἔτος 1626 καὶ μὲ εὐλάβεια, κατόπιν ἐντολῆς τοῦ Πατριάρχου Φιλάρετου, μετεκομίσθησαν στὸ μοναστῆρι ποὺ ὁ ἴδιος ἵδρυσε στὴν πόλη τοῦ Ποσεσόνε

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Νεομάρτυρας ἐκ Βουλγαρίας

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Ἰωάννης καταγόταν ἀπὸ τὴ Βουλγαρία καὶ ἦταν ὡραῖος στὴν ὄψη καὶ ἐγγράμματος. Κάποτε ἐνεπλάκη σὲ μία περιπέτεια καὶ ἀρνήθηκε τὸν Χριστό. Αἰσθανόμενος ὅμως τύψεις γιὰ τὴν ἀποστασία του, ἔφυγε ἀπὸ τὴ Βουλγαρία καὶ ᾖλθε στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου ἔκανε ὑπακοὴ σὲ κάποιον ἀνάπηρο κατὰ τὸ ἕνα χέρι μοναχὸ στὴ Λαύρα τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου. Σὲ ἡλικία 18 ἐτῶν ἀναχώρησε ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ᾖλθε στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἐκεῖ ἐνδύθηκε τουρκικὰ ἐνδύματα καὶ εἰσῆλθε στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας, ποὺ εἶχε μετατραπεῖ σὲ τέμενος (τζαμί). Ἐνώπιον τῶν Τούρκων ἔκανε τὸν σταυρό του καὶ προσκύνησε στὸ ναὸ χριστιανοπρεπῶς.
Οἱ Τοῦρκοι ἀμέσως τὸν συνέλαβαν καὶ τὸν πίεσαν νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία ὁμολόγησε τὴν πίστη του στὴν πατρῴα εὐσέβεια. Ἔτσι τὸν ἀποκεφάλισαν στὴν αὐλὴ τοῦ ναοῦ τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας τὸ ἔτος 1784

Ἀνακομιδὴ τῶν τιμίων Λειψάνων τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Πρίγκιπος καὶ τῶν υἱῶν αὐτοῦ Δαβὶδ καὶ Κωνσταντίνου





Ἡ μνήμη τοὺς τιμᾶται στὶς 19 Σεπτεμβρίου. Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸ γεγονὸς τῆς ἀνακομιδῆς τῶν Ἱερῶν Λειψάνων τους.

Ὁ Ἅγιος Νικόλαος Ἐπίσκοπος Ἀχρίδος καὶ Ζίτσης

Ὁ Ἅγιος Νικόλαος γεννήθηκε στὶς 23 Δεκεμβρίου 1880 στὸ χωριὸ Λέλιτς τῆς κεντροδυτικῆς Σερβίας. Ἦταν τὸ πρῶτο ἀπὸ τὰ ἐννέα τέκνα τῶν εὐσεβῶν ἀγροτῶν Δραγομίρου καὶ Αἰκατερίνης. Ἀσθενικὸς στὴν σωματική του διάπλαση καὶ κράση, ἐπέδειξε ἀπὸ μικρὸς τὴν εὐφυΐα του, τὴ μεγάλη του ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν κλίση πρὸς τὸν μοναχικὸ βίο. Σπούδασε, παρὰ τὸ γεγονὸς τῆς μεγάλης πτωχείας τῆς οἰκογένειάς του, στὴ θεολογικὴ σχολὴ Βελιγραδίου, ἀνακηρύχθηκε διδάκτωρ τῆς Θεολογίας στὴ Βέρνη τῆς Ἐλβετίας (1908), διδάκτωρ στὴν Ὀξφόρδη τῆς Ἀγγλίας (1909) καὶ τὸ Χάλλε τῆς Γερμανίας (1911). Γνώριζε ἑπτὰ γλῶσσες, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὴν ἑλληνική.
Ὁ Νικόλαος λάτρευε τὸν Θεὸ ἐξ ὅλης τῆς καρδίας, ἰσχῦος καὶ διανοίας αὐτοῦ, καὶ ὁ Θεὸς τοῦ ἔδωσε στόμα καὶ σοφία ἀσυναγώνιστο καὶ ἀκαταγώνιστο. Ἐκάρη μοναχὸς καὶ χειροτονήθηκε πρεσβύτερος στὴ μονὴ Ρακόβιτσα, κοντὰ στὸ Βελιγράδι, τὸν Δεκέμβριο τοῦ ἔτους 1909. Εἶχε ἀρρωστήσει βαριὰ ἀπὸ δυσεντερία καὶ ἔταξε, ἐὰν ὁ Κύριος τὸν θεραπεύσει, νὰ Τοῦ ἀφιερωθεῖ διὰ βίου μὲ ὅλη του τὴν ὕπαρξη, ὅπως καὶ ἔγινε.
Κατὰ τὴν περίοδο 1915-1919 ἀπεστάλη στὴν Ἀμερικὴ καὶ στὴν Ἀγγλία, γιὰ νὰ συντρέξει καὶ νὰ ἐνισχύσει τὸν πολύπαθο Σερβικὸ λαό. Τὸ ἔτος 1919 ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Ζίτσης στὴν κεντρικὴ Σερβία καὶ τὸ ἔτος 1920 μεταφέρθηκε στὴν Ἀχρίδα, ὅπου ἀνέπτυξε ἕνα τεράστιο ἱεραποστολικό, ποιμαντικό, κοινωνικὸ καὶ φιλανθρωπικὸ ἔργο.
Ὁ Ἐπίσκοπος Νικόλαος, παρὰ τὴν τεράστια μόρφωσή του καὶ τὰ πολλά του χαρίσματα, διακρινόταν γιὰ τὴν ἁπλότητα τοῦ ἤθους του, τὴν καλοσύνη καὶ τὴν ἀγάπη του. Ἡ ἀρετή, ἡ ὁποία κατ’ ἐξοχὴν τὸν στόλιζε, ἦταν ἡ ταπείνωση. Ἡ μελέτη τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ συναναστροφή του μὲ Ἁγιορεῖτες Πατέρες πλούτιζαν τὴν πνευματικότητά του. Μὲ τὰ συγγράμματά του καὶ τὴν πνευματική του καθοδήγηση ὁ λαὸς ἀναγεννιέται πνευματικὰ καὶ ὁ μοναχισμὸς ἀνθίζει.Τὸ 1941 οἱ ἀρχὲς κατοχῆς τῆς χώρας του, οἱ Γερμανοί, τὸν συλλαμβάνουν, τὸν περιορίζουν καὶ τὸ 1944 τὸν στέλνουν στὸ στρατόπεδο συγκεντρώσεως τοῦ Νταχάου στὴ Γερμανία, ὅπου ὑπέστη πάνδεινα βασανιστήρια. Ὁ δοῦλος τοῦ Κυρίου βάσταζε τὰ στίγματα τοῦ μαρτυρίου στὸ σῶμα του, ποὺ ὅλο εἶχε γίνει μία πληγή. Μάλιστα δέρμα στὴν πλάτη καὶ στὰ πέλματα δὲν ὑπῆρχε.Μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσή του, τὸ Μάιο τοῦ 1945, δὲν θέλησε πλέον νὰ ἐπιστρέψει στὴν πατρίδα του. Τὸ τότε καθεστὼς τὸν θεωροῦσε ἀνεπιθύμητο πρόσωπο. Πῆγε, λοιπόν, στὴν Ἀμερικὴ καὶ παρὰ τὴν κλονισμένη ὑγεία του συνέχισε τὸ φιλανθρωπικὸ καὶ ἱεραποστολικὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ. Δίδαξε στὴν ἱερατικὴ σχολὴ τῆς μονῆς τοῦ Ἁγίου Σάββα στὸ Λίμπερτβιλ τοῦ Ἰλλινόις καὶ ἀπὸ τὸ 1951 ἐγκαταστάθηκε στὴ Ρωσικὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Τύχωνος στὴν Πενσυλβάνια, ὅπου καθοδηγοῦσε τοὺς μοναχοὺς καὶ διηύθυνε τὸ θεολογικὸ σεμινάριο τῆς μονῆς. Οἱ δυσκολίες καὶ τὰ προβλήματα δὲν τὸν ἀποθάρρυναν ποτέ. Αἰσθανόταν ἔντονα τὴν παρουσία τῆς Θείας Πρόνοιας στὸ βίο του καὶ αὐτὸ τοῦ ἔδινε δύναμη, ἀνδρεία καὶ χαρά.Ἡ προσευχή του ἦταν ἀδιάλειπτη καὶ ἔρεε ὡς ποταμὸς τοῦ παραδείσου. Πενθοῦσε ἀβίαστα καὶ ἔχυνε δάκρυα μετάνοιας, παρακλήσεως, μεσιτείας καὶ δοξολογίας. Προσευχόμενος τὸ πρωὶ τῆς Κυριακῆς τοῦ ἔτους 1956 στὸ ταπεινὸ κελί του καὶ προετοιμαζόμενος νά λειτουργήσει, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Ὁ Ἅγιος Γεώργιος ὁ Νεομάρτυρας ἐκ Ραψάνης

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Γεώργιος ἀνῆκε σὲ ἀνώτερη κοινωνικὰ καὶ οἰκονομικᾶ οἰκογένεια τῆς Ραψάνης. Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Χατζηλάσκαρης καὶ ἦταν υἱὸς τοῦ Ἀναστασίου Ψάλτου. Δὲν εἶναι γνωστὸ ὅμως ἂν τὸ Ψάλτου εἶναι ἐπώνυμο ἢ ἰδιότητα τοῦ Ἀναστασίου. Ἡ μητέρα τοῦ Νεομάρτυρα εἶχε τὸ ὄνομα Σμαράγδα καὶ ἦταν θυγατέρα τοῦ Θεόδωρου Σακελλαρίδου. Σὲ κωνικὸ πῶμα παλαιᾶς – πρὶν τὸ 1900 – ἀργυρῆς λειψανοθήκης, ἡ ὁποία ἀντικατέστησε ἀκόμη παλαιότερη πρόχειρη καὶ ἁπλὴ κατασκευή, εἶναι χαραγμένα μὲ κεφαλαῖα γράμματα ἀκριβῶς τὰ ἑξῆς:
Ο ΕΝΔΟΞΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
ΑΘΛΗΣΑΣ ΕΝ ΤΥΡΝΑΒΩ ΚΑΤΑ ΤΟ ΕΤΟΣ
1818 ΕΠΙ ΒΑΛΗ ΠΑΣΙΑ ΥΙΟΥ ΑΛΗ ΠΑΣΙΑ
ΗΤΟΝ ΥΙΟΣ ΧΑΤΖΗ ΛΑΣΚΑΡΕΩΣ ΥΙΟΥ
ΑΝΑΣΤΑΣΕΙΟΥ ΨΑΛΤΟΥ ΚΑΙ ΜΗΤΡΟΣ
ΣΜΑΡΑΓΔΑΣ ΘΥΓΑΤΡΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ
ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΔΟΥ.
Δὲν εἶναι γνωστὸ ἂν εἶχε ἢ πόσα ἀδέλφια εἶχε ὁ Νεομάρτυς. Ὅμως ἡ παράδοση ὁμόφωνα παρουσιάζει τὸν Γεώργιο νὰ συνδέεται συγγενικὰ μὲ τὸ λογιότατο κληρικὸ τῆς Ραψάνης «παπὰ κὺρ Χριστόδουλον» Καραζήση, ποὺ ἦταν οἰκονόμος.
Ἕνα πωλητήριο ἔγγραφο τοῦ 1852, τὸ ὁποῖο βρέθηκε μαζὶ μὲ ἄλλα ἔγγραφα στὴν παλαιὰ βιβλιοθήκη ποὺ φυλασσόταν στὴν παλαιὰ καὶ ἀρχοντικὴ οἰκία Καραβασίλη, εἶναι ἀρκετὰ διαφωτιστικό. Σὲ αὐτὸ παρουσιάζεται «ὁ ἐλάχιστος ἱερεὺς καὶ οἰκονόμος (Χριστόδουλος) υἱὸς Χατζηβασιλείου Καραζήση καὶ Κερασίνης θυγατρὸς παπὰ Ἀθανασίου Γεροπασχάλη» νὰ πωλεῖ «πρὸς ἀνεψιὸν αὐτοῦ Βασίλειον Χαδούλη Γογούρα» κτήματα, τὰ ὁποία στὸ ἑξῆς «ὑπάρχουσιν… ἰδιοκτησίαι τοῦ ρηθέντος ἀνεψιοῦ αὐτοῦ Βασιλείου ἀναπόσπαστοι τὲ καὶ ἀναφαίρετοι παρὰ παντὸς ἑτέρου κληρονόμου αὐτοῦ καὶ τῆς μακαρίτιδος συζύγου αὐτοῦ Μαρίας Α. Χατζηλασκάρεως…».
Ἀπὸ αὐτὸ συνεπάγεται τὸ συμπέρασμα ὅτι ὁ Νεομάρτυς εἶχε τουλάχιστον μία ἀδελφή, τὴ Μαρία, τὸν δὲ παπὰ κὺρ Χριστόδουλο Καραζήση, γαμπρὸ ἀπὸ τὴν ἀδελφή του. Ἀξίζει νὰ ὑπογραμμισθεῖ ὅτι τὴν ἐξ ἀγχιστείας αὐτὴ συγγένεια συμπλήρωσε ἡ πνευματική, γιατί ὁ Χριστόδουλος ὑπῆρξε διδάσκαλος τοῦ Γεωργίου. Μόνο δὲν γνωρίζουμε ἀκριβῶς ποιὰ ὑπῆρξε πρώτη ἢ ἐὰν ἡ μία συγγένεια προκάλεσε τὴν ἄλλη.
Ὁ Γεώργιος παρουσιάζεται ἀπὸ τὴν παράδοση ὡς τρόφιμος καὶ ἀπόφοιτος τῆς ἀνωτέρου ἐπιπέδου Σχολῆς Ραψάνης, στὴν ὁποία χρημάτισε διδάσκαλος καὶ ὁ κὺρ Χριστόδουλος Καραζήσης. Σύμφωνα μὲ τὶς ὑπάρχουσες πληροφορίες, ἡ ὀρεινὴ κωμόπολη τῆς Ραψάνης ἄκμαζε οἰκονομικᾶ τὸν 18ο αἰῶνα, ὅπως καὶ ὁ Τύρναβος καὶ τὰ Ἀμπελάκια. Εἶχε βιομηχανία, ἔκανε ἐξαγωγὴ ἐξαίρετου κρασιοῦ καὶ ἀποτελοῦσε πόλο ἕλξεως γιὰ τὰ γύρω χωριὰ τοῦ κάτω Ὀλύμπου.Ἐνῷ λοιπὸν ὑπῆρχαν οἱ οἰκονομικὲς προϋποθέσεις, ὁ λογιότατος καὶ ἰδιαίτερα δραστήριος Ἐπίσκοπος Πλαταμῶνος καὶ Λυκοστομίου Διονύσιος, ὁ ὁποῖος θεμελίωσε καὶ προστάτευσε καὶ τὴ σπουδαία Σχολὴ στὰ Ἀμπελάκια, προέβη στὴν ἵδρυση καὶ τῆς ἐν λόγῳ Σχολῆς στὴ Ραψάνη τὸ ἔτος 1767. Ὀνομαστὸ ὑπῆρξε τὸ πνευματικὸ αὐτὸ Ἵδρυμα. Στὴν ἀκμή του συγκρινόταν μὲ τὶς Σχολὲς τῶν Μηλέων, τῆς Ζαγορᾶς, τῶν Ἀμπελακίων, τοῦ Τυρνάβου κ.ἅ. Σὲ αὐτὴ μαθήτευσαν καὶ ὁ Βασίλειος ὁ Ραψανιώτης, ἕνας ἀπὸ τοὺς ἄριστους μαθητὲς στὴν Ἀθωνιάδα Ἀκαδημία (1753-1758) τοῦ Εὐγενίου Βούλγαρη καὶ ὁ Ἰωνὰς Σπερμιώτης, ἕνας ἀπὸ τοὺς διακεκριμένους δασκάλους ἐκείνης τῆς ἐποχῆς καὶ περιζήτητος γι’ αὐτὸ στὴ Μακεδονία καὶ στὴ Θεσσαλία καὶ ἄλλοι. Κατὰ τὴν Ἐπανάσταση καὶ λίγο πρὶν ἀπὸ αὐτή, σταμάτησε νὰ λειτουργεῖ ἡ Σχολὴ καὶ ἐπαναλειτούργησε τὸ 1830.
Μὲ τὸ δεδομένο ὅτι ὁ Νεομάρτυς ἄθλησε τὸ 1818, θὰ πρέπει νὰ συμπεράνουμε μὲ ἀσφάλεια ὅτι ἀποφοίτησε ἀπὸ τὴ Σχολὴ τὸ 1815-16. Ἀφοῦ ἀποφοίτησε ὁ Γεώργιος ἀπὸ τὴ Σχολή, ἀσκοῦσε στὴν γενέτειρά του τὸ ἐπάγγελμα τοῦ γραμματοδιδασκάλου μὲ ζῆλο ἔνθεο καὶ νεανικὸ σφρῖγος, ἐμπνέοντας τοὺς νεαροὺς μαθητές του καὶ δημιουργώντας στὶς ἀδιαμόρφωτες ψυχὲς τοὺς ζωηρὰ ἱερὰ καὶ ἐθνικὰ βιώματα.
Ἀναφέραμε πρὶν ὅτι ἡ Ραψάνη ἀποτελοῦσε πόλο ἕλξεως γιὰ τὰ χωριὰ τοῦ κάτω Ὀλύμπου. Αὐτὸ συνέβαινε γιὰ πολλὲς δεκαετίες μέχρι καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰῶνα. Καὶ βέβαια ὄχι μόνο γιὰ τὴν ὑλικὴ εὐπορία καὶ τὴν ἐμπορικὴ καὶ βιομηχανική της κίνηση, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν πνευματική της ἄνθηση καὶ καλλιέργεια τῶν γραμμάτων, ὅπως ἐλέχθη. Ἀποτελοῦσε ἀφορμὴ καυχήσεως γιὰ ἕνα γονέα νὰ ἀποστέλλει γιὰ σπουδὲς τὸν υἱό του στὴ Ραψάνη. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, γιὰ τὴν ὁποία κάνουμε λόγο, τὰ παραποτάμια χωριὰ τῆς περιοχῆς κατοικοῦνταν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀπὸ Ὀθωμανούς, ποὺ συναλλάσσονταν, μέχρι καὶ συνδέονταν ἀκόμη σὲ περιορισμένη βέβαια κλίμακα, μὲ Ἕλληνες Χριστιανούς.
Ἕνας ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανούς, κάτοικος τῆς κωμοπόλεως Δερελὶ (Γόννοι) καὶ οἰκογενειάρχης, ἐπιθυμώντας ὁ υἱός του νὰ τύχει ἀξιόλογης παιδείας, τὸν ἀπέστειλε οἰκότροφο σὲ φίλο του ποὺ διέμενε στὴ Ραψάνη. Ἄρχισε ἔτσι τὸ τουρκόπουλο νὰ παρακολουθεῖ καὶ νὰ μαθαίνει τὰ στοιχειώδη γράμματα μαζὶ μὲ τὰ ἑλληνόπουλα, στὰ πόδια τοῦ γραμματοδιδάσκαλου Γεωργίου.
Ὁ μικρὸς Ἀγαρηνὸς προσαρμόστηκε σύντομα στὸ κλίμα τοῦ σχολείου καὶ συναγωνιζόταν τοὺς συμμαθητές του, ἐνθαρρυνόμενος καὶ ἀπὸ τὸν διδάσκαλό του, ἴσως τυγχάνοντας ἀπὸ ἐκεῖνον καὶ ἰδιαίτερης φροντίδας.
Μὲ τὸ δεδομένο ὅτι αἰῶνες πρὶν ἡ Ἑλληνικὴ παιδεία μὲ δυσκολία διαχωριζόταν ἀπὸ τὴ χριστιανικὴ κατήχηση, ὁ μικρὸς ἀλλοεθνής, συγχρόνως πρὸς τὴν ἑλληνικὴ ἐκπαίδευση, λίγο – λίγο ἀλλὰ σταθερὰ ἐπηρεαζόταν ἀπὸ τὴ χριστιανικὴ πίστη καὶ ζωή. Σὲ αὐτὸ ἀσφαλῶς καὶ ἀποφασιστικὰ συνέβαλε καὶ ἡ προσωπικότητα τοῦ δασκάλου του. Συνέβαλε ὅμως καὶ ἡ γοητεία τῶν ἐκκλησιαστικῶν Ἀκολουθιῶν, τὶς ὁποῖες ὡς αὐτοπρόβλητος κατηχούμενος παρακολουθοῦσε.Ἀλλὰ ἡ σημειούμενη ἀλλαγὴ τοῦ μικροῦ Ἀγαρηνοῦ, στὰ φρονήματα, τὶς πεποιθήσεις καὶ τὰ ἤθη, δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ μείνει ἀπαρατήρητη. Ἀρχικὰ στὸ οἰκογενειακό του περιβάλλον, κάθε φορὰ ποὺ μετέβαινε γιὰ διακοπὲς στὸ Δερελί, καὶ στὴ συνέχεια στὸ συγγενικὸ καὶ εὐρύτερο κύκλο γινόταν αἰσθητὴ ἡ μεταβολή, κάτι ποὺ δημιουργοῦσε ἀνησυχίες καὶ ἐρέθιζε τοὺς Ὀθωμανούς. Ἀλλὰ ἡ πρόκληση ἔγινε μεγαλύτερη καὶ ἡ δυσφορία τῶν Ἀγαρηνῶν ἀφόρητη, ὅταν μὲ τὸν καιρὸ ὁ μικρὸς καὶ αὐθόρμητος προσήλυτος ὄχι μόνο ἐκφραζόταν μὲ ἐκτίμηση γιὰ τὰ ἱερὰ τῶν Ρωμιῶν, ἀλλὰ καί, ἀντιδιαστέλλοντας αὐτὰ πρὸς τὰ ἀντίστοιχα τῶν ὁμοεθνῶν του, ὑποτιμοῦσε τὰ ἱερὰ τῶν Μωαμεθανῶν καὶ τὰ περιφρονοῦσε.
Ὅπως ἦταν ἑπόμενο, ὅσοι ἐξοργίσθηκαν ἀναζήτησαν τὸν ἔνοχο τῆς «προσβολῆς». Τὸν ἐντόπισαν στὸ σχολεῖο τῆς Ραψάνης. Τὸν ἔσυραν δέσμιο γιὰ τὰ περαιτέρω στὸν Τύρναβο, ὅπου ἀπὸ τὸ 1811 εἶχε ἕδρα του ὁ διορισμένος Σατράπης τῆς Θεσσαλίας, Βελὴ Πασάς, υἱὸς τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ τοῦ Τεπελενλῆ, ἀφοῦ ἡ Ὑψηλὴ Πύλη τὸν μετέθεσε ἐκεῖ ἀπὸ τὴν Πελοπόννησο.
Ἡ κατηγορία ἐναντίων τοῦ κατηγορουμένου ἦταν συγκεκριμένη, σαφὴς καί, σύμφωνα μὲ ὅσα ἴσχυαν στοὺς Ὀθωμανούς, βαρύτατη: ἀπόπειρα ἐκχριστιανισμοῦ μουσουλμανόπαιδος. Αὐτὸ καὶ μόνο, ἀνεξάρτητα τοῦ ἀποτελέσματος τῆς προσπάθειας, συνεπαγόταν ἀνελέητη καταδίκη σὲ μαρτυρικὸ θάνατο.Στὸν Τύρναβο εἶχε τὴν ἕδρα του Στρατοδικεῖο. Δὲν εἶναι, ἐν τούτοις, γνωστὸ ἂν τὸν Γεώργιο τὸν δίκασε στρατοδίκης, προσωπικὰ ὁ Βελὴ Πασάς, κάποιος ἄλλος μουλᾶς (δικαστής) ἢ δικαστήριο μὲ πολυμελῆ σύνθεση, ὅπως καὶ στὴν περίπτωση τοῦ Γεδεῶν, ποὺ μαρτύρησε τὸ ἴδιο ἔτος στὸν Τύρναβο.
Γνωστὸ εἶναι ὅτι ἡ διδασκαλία ἦταν σύντομη καὶ τελεσίδικη. Ἡ ἀπόφαση δὲν ἦταν ἡ προβλεπόμενη καὶ ἡ συνηθισμένη σὲ παρόμοιες ἀφορμές: ἐκτέλεση διὰ βασανισμοῦ. Συγκεκριμένα ὁ Νεομάρτυς Γεώργιος ἀποκεφαλίσθηκε, ἀφοῦ προηγουμένως ὑπέστη πολλὰ καὶ ποικίλα ὀδυνηρότατα μαρτύρια.Τὸν ἔκλεισαν σὲ πυρακτωμένο λουτρό, γυμνὸ ἀπὸ τὸ κεφάλι μέχρι τὰ πόδια. Τὸν τρύπησαν μὲ σιδερένια νύχια. Τοῦ κάρφωσαν τὰ πόδια σὲ πέταλα. Τὸν διαπόμπευσαν σὲ ὅλο τὸν Τύρναβο. Τὸν κάρφωσαν σὲ τετράγωνο στῦλο ἴσο στὸ ὕψος μὲ τὸν Μάρτυρα καὶ ἀφοῦ τὸν περιτύλιξαν μὲ σχοινιὰ βουτηγμένα στὴν πίσσα, στὴ νάφθα (ἀκάθαρτο πετρέλαιο) καὶ σὲ ἄλλα ἐλαιώδη καὶ οἰνοπνευματώδη ὑγρά, τὸν παρέδωσαν στὴ φωτιά. Ὅμως μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ, πρὸς ἐνίσχυση τοῦ Ἁγίου, ὁ Μάρτυρας δὲν ἔπαθε τίποτα.
Στὶς ἱστορήσεις τῶν εἰκόνων παρουσιάζονται συμπληρωματικὰ καὶ ἄλλες σκηνὲς βασανισμῶν. Στραγγαλισμοί, ἐξαρθρώσεις, κτυπήματα μὲ τὸ σπαθί, μέχρι καὶ τοποθέτηση πυρακτωμένου σιδερένιου στεφανιοῦ πάνω στὸ γυμνὸ σῶμα τοῦ Νεομάρτυρος.
Στὶς ἱστορήσεις τῶν εἰκόνων, ἐπίσης, παρουσιάζεται ὁ ἀθλητὴς τῆς πίστεως Γεώργιος, ἔχοντας τὸ κεφάλι στοὺς ὤμους, νὰ μεταφέρεται πρὸς ἐνταφιασμό, παρουσία κάποιου ἱερέα ὀνόματι Δημητρίου ποὺ θυμιάζει καὶ ὁ ὁποῖος εἶχε προσκληθεῖ καὶ διαταχθεῖ εἰδικὰ γιὰ τὸ λόγο αὐτό. Σύμφωνα μὲ ἄλλη παράδοση ὁ Νεομάρτυς ἀποκεφαλίζεται προτοῦ προλάβει νὰ πεθάνει ἀπὸ τὰ μαρτύρια ποὺ ἤδη εἶχαν γίνει. Σὲ αὐτὸ συνηγορεῖ καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι μεταξὺ τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ Ἁγίου δὲν ὑπάρχει ἡ ἁγία του κάρα, ἀφοῦ ἐξαφανίσθηκε ἀπὸ τοὺς Ἀγαρηνούς.Τὸ ἔτος τῆς ἀθλήσεως τοῦ Νεομάρτυρα Γεωργίου εἶναι τὸ 1818. Τότε ὁ Ἅγιος βρισκόταν στὸ εἰκοστό, τουλάχιστον, ἔτος τῆς ἡλικίας του.
Ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντα στοιχεῖα ὑποδηλώνεται ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ μαρτυρίου ἔγινε σὲ κάποιο διοικητικὸ κτίριο στὸν Τύρναβο. Ἴσως, ὅπως καὶ τοῦ Ὁσιομάρτυρα Γεδεῶν, «εἰς τὸ τοῦ Ἡγεμόνος Παλάτιον». Ἀκολούθως καὶ «ἐπειδὴ τοὶς ἀνωτέρω βασάνοις οὐκ ἐνέδωκε (ὁ Γεώργιος), δι’ ἐπιταγῆς τοῦ Βαλῆ πασιᾶ, δι’ ὤλου τοῦ Τυρνάβου πομπευθεῖς καὶ τοῦ ποταμοῦ (Τιταρησίου) περαιωθεῖς…», ὁδηγήθηκε στὴ δεύτερη καὶ σκληρότερη φάση τῶν βασανιστηρίων του. Γι’ αὐτὸ καὶ ἦταν ἄλλοι δήμιοι ἐκεῖ, ὁ Ἀγὰ Σεβράνι καὶ κάποιος Φράγκος.Ἀπὸ τὰ παλαιότατα χρόνια μέχρι καὶ σήμερα, ἀπὸ τὴ μεριὰ τοῦ Τιταρησίου (ἢ Σαλαμπριᾶ ἀποκαλούμενου) ποταμοῦ, ὑπῆρχαν στρατῶνες. Ἐκεῖ λοιπὸν καὶ κοντὰ στὴ μακρὰ γέφυρα, ἄθλησε καὶ ἐνταφιάσθηκε ὁ Νεομάρτυς Γεώργιος. Ἡ ἄποψη αὐτὴ ἐνισχύεται καὶ ἀπὸ τὸ λόγο ὅτι καὶ στὶς δυὸ ἱστορήσεις στὶς ἅγιες εἰκόνες, στὰ πόδια τοῦ Ἁγίου εἰκονίζεται ἡ ἐν λόγῳ γέφυρα.Τὴν πρώτη ἤδη ἐκείνη νύχτα εἶδαν οἱ Τοῦρκοι σκοποὶ τῶν στρατώνων «οὐρανομήκη» στήλη φωτός, ποὺ σημάδευε τὸν τάφο τοῦ Νεομάρτυρα. Τὴν ἑπόμενη ἐνημέρωσαν γι’ αὐτὸ τοὺς προϊσταμένους τους. Ἐκεῖνοι καὶ μὲ τὰ ἴδια τὰ μάτια τους διαπίστωσαν τὴν φωτοφάνεια καὶ κατὰ τὴν δεύτερη νύχτα καὶ ἀνέφεραν σχετικὰ τὴν ἑπόμενη στὸν Βελὴ πασά, τὸν ὁποῖο καὶ προκαλοῦσαν, ἐὰν ἐπιθυμοῦσε, νὰ διαπιστώσει καὶ προσωπικὰ τὸ ἐξαίσιο φαινόμενο.Ἐκεῖνος ὁ ὑπερφίαλος, ἀφοῦ ἀπαξίωσε νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ τὸ συγκεκριμένο γεγονός, διέταξε νὰ προσκληθοῦν τὸ συντομότερο στὴ Ραψάνη οἱ συγγενεῖς τοῦ Νεομάρτυρα, νὰ ξεθάψουν καὶ νὰ παραλάβουν τὸ ἱερὸ σκήνωμά του, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο καὶ ἔγινε.Μετὰ ἀπὸ λίγο καιρό, μὲ πολλὴ εὐλάβεια καὶ κατάνυξη, τὰ ἅγια λείψανα μετακομίσθηκαν ἀπὸ τὸ κοιμητήριο τῆς Ραψάνης, τὸ ὁποῖο ἦταν στὸ χῶρο γύρω ἀπὸ τὸ ναὸ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, στὴν εὐρύχωρη ἀρχοντικὴ οἰκία Καραζήση ποὺ βρισκόταν κοντά.
Ἐκεῖ βρίσκονται μέχρι σήμερα θησαυρισμένα σὲ εἰδικὰ γι’ αὐτὸ τὸν σκοπὸ ἀφιερωμένο δωμάτιο, τὸ ὁποῖο φωτίζεται ἀπὸ ἄσβεστο καντῆλι μὲ ἱλαρὸ φῶς καὶ εἶναι προσιτὸ σὲ κάθε εὐλαβῆ προσκυνητή.Πραγματικά, ἐφαρμόστηκαν πλήρως καὶ οἱ λόγοι τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, τοὺς ὁποίους ἔγραψε στὸ Νέο Μαρτυρολόγιο καὶ τοὺς ἀπηύθυνε πρὸς τοὺς Νεομάρτυρες: «Τὰ τίμια λείψανά σας θέλει δοξάσει (ὁ Θεός) ἐδῶ κάτω εἰς τὴν γῆν ἢ μὲ τὴν ἐπιφάνεια τοῦ Φωτός του ἢ καὶ μὲ ἄλλα σημεῖα καὶ θαύματα, καθὼς ἤθελε κρίνει ἡ θεία δικαιοσύνη Του, ἢ τὸ ὀλιγώτερον ὀλιγώτερον θέλει τὰ τιμήση μὲ τὴν παρὰ τῶν Χριστιανῶν προσκύνησιν καὶ εὐλάβειαν…»

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2009

Μονή Οσίου Λουκά

Η Μονή Οσίου Λουκά βρίσκεται στη δυτική πλαγιά του Όρους Ελικών, κάτω από την ακρόπολη του Αρχαίου Στείριου. Η απαρχή της μοναστικής δραστηριότητας στην περιοχή ξεκινάει από τον ίδιο τον Όσιο Λουκά, όταν ασκήτευσε εκεί στα τελευταία χρόνια της ζωής του, από το 946 έως το 953. Ιστορικά στοιχεία για το μοναστήρι μας παρέχουν δύο αξιόπιστα κείμενα: ο Βίος του Οσίου και οι Ακολουθίες της Κοιμήσεως και της Ανακομιδής του λειψάνου του. Από το Βίο του Οσίου Λουκά, κείμενο αγνώστου συγγραφέα γραμμένο δέκα περίπου χρόνια μετά το θάνατο του Οσίου, πληροφορούμαστε πως ο Όσιος, γόνος προσφύγων από την Αίγινα, γεννήθηκε στο χωριό Καστρί Φωκίδας το 896. Ο Όσιος σε νεαρότατη ηλικία επιλέγει τη μοναστική ζωή. Κατά τα τέλη του 910 ή στις αρχές του 911 ζει ως μοναχός στην Αθήνα, στη μονή της Μεγάλης Παναγίας, και κατόπιν σε διάφορα μοναστήρια ή ησυχαστήρια της Φωκίδας και της απέναντι κορινθιακής ακτής. Οι μετακινήσεις του υπαγορεύονταν από την ανάγκη να αποφύγει τον κίνδυνο από τις επιδρομές των Βουλγάρων του Συμεών που τα χρόνια εκείνα ταλάνιζαν την περιοχή. Μετά από συνολικά 35 έτη μοναστικού βίου, το 946/7 εγκαταστάθηκε στην τοποθεσία όπου βρίσκεται σήμερα το μοναστήρι, στο Στείρι της Φωκίδος, όπου και πεθαίνει σε ηλικία 56 ετών.
Ο Όσιος ήταν γνωστός και αγαπητός όσο ζούσε, θεράπευε ασθενείς, συμβούλευε τους ανθρώπους σε διαφόρων ειδών προβλήματα και ήταν προικισμένος, τέλος, με την ικανότητα να προφητεύει το μέλλον. Στο κείμενο του Βίου αναφέρεται με έμφαση πως, όσο ζούσε, σε μια εποχή αλλεπάλληλων προσπαθειών ανακαταλήψης της Κρήτης από τους Άραβες, εκείνος προέβλεψε είκοσι χρόνια πριν γίνει την επιτυχημένη επιχείρηση του στρατηγού Νικηφόρου Φωκά στα χρόνια της βασιλείας του Ρωμανού Β'. Το Στείρι ήταν πολύ κοντά στην έδρα του Θέματος της Ελλάδος, τη Θήβα, σημαντικό στρατηγικό και οικονομικό κέντρο της εποχής.Από το κείμενο του Βίου πληροφορούμαστε πως η σχέση του με το λαό, αλλά και με τους υψηλά ισταμένους τοπικούς αξιωματούχους, καθώς και η μετά θάνατον φήμη του, έκαναν την περιοχή του τελευταίου του ασκητηρίου κέντρο προσκυνηματικού ενδιαφέροντος: ο στρατηγός του Θέματος του Ελλάδος Κρηνίτης, χρηματοδότησε την οικοδόμηση μιας εκκλησίας όσο ζούσε ο Όσιος, το 946, αφιερωμένη στην Αγία Βαρβάρα. Το χτίσιμό της ολοκληρώθηκε μετά το θάνατο του οσίου, το 953, από τους μοναχούς. Ο Όσιος τάφηκε στο δάπεδο του κελίου του, ενώ έξι μήνες μετά, ο μοναχός Κοσμάς, προσκυνητής προερχόμενος από την Παφλαγονία, περιέφραξε το μνήμα με κιγκλίδωμα και τοποθέτησε πάνω σε αυτό επίστρωση πήλινων πλακών. Δύο έτη μετά το θάνατο του οσίου, δηλαδή στα 955, οι μοναχοί, που φαίνεται πως ήδη εμόναζαν κοντά στον άγιο, έκτισαν σταυροειδές ευκτήριο γύρω από τον τάφο του και οικοδόμησαν τα πρώτα κελιά μίας οργανωμένης μοναστικής κοινότητας.
Από την Ακολουθία της ανακομιδής του λειψάνου του οσίου, εορτή που τιμάται στις 3 Μαΐου, πληροφορούμαστε πως μία νέα εκκλησία κατασκευάστηκε για να τιμήσει το ιερό λείψανο. Η ανακομιδή του λειψάνου, η οποία σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη έλαβε χώρα το 1011, και η ανέγερση του νέου καθολικού έγινε από τον ηγούμενο Φιλόθεο, πρόσωπο άγνωστο από άλλες πηγές.
Το μοναστήρι είναι τόσο ισχυρό ώστε ήδη στα 1014 έχει δύο μετόχια στην Εύβοια, στο Αλιβέρι και στα Πολιτικά, Μετόχι της μονής υπάρχει και στην κοντινή περιοχή της Αντίκυρας, όπου κτίζεται ένας οκταγωνικός ναός, ενώ στο δεύτερο τέταρτο του 12ου αι. κτίζεται ένα μικρό καθολικό στο μετόχι της στον Άγιο Νικάλαο στα Καμπία της Βοιωτίας.Κατά την Φραγκοκρατία, μετά το 1204 στο μοναστήρι εγκαθίστανται Λατίνοι κληρικοί. Στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας το μοναστήρι επανήλθε στους 'Ελληνες μοναχούς.