Τρίτη, 31 Μαΐου 2011

Για το ότι πρέπει να επιδιώκουμε την «ησυχία» με κάθε δυνατό τρόπο (Μέγα Γεροντικό A', B')

Τόμος Α' Κεφάλαιο Β'
1. Όταν ο αββάς Αντώνιος ασκήτευε στην έρημο, έπεσε κάποτε σε ακηδία και σε μεγάλη σύγχυση των λογισμών του και έλεγε στον Θεό:
“Κύριε, θέλω να σωθώ αλλά δεν μ΄ αφήνουν οι λογισμοί μου.
Τι να κάνω με τη θλίψη μου αυτή; Πώς να σωθώ;”
Κάποια φορά λοιπόν βγήκε λίγο προς τα έξω και βλέπει κάποιον σαν τον εαυτό του να κάθεται και να κάνει εργόχειρο.
Μετά από λίγο άφηνε το εργόχειρο, σηκωνόταν και προσευχόταν,
και ξανά καθόταν και συνέχιζε να πλέκει το σχοινί του.
Ύστερα πάλι σηκωνόταν για προσευχή.
Ήταν άγγελος Κυρίου που είχε σταλεί για να διορθώσει τον Αντώνιο και να του δώσει σιγουριά και άκουσε τον άγγελο να του λέει: “Κάνε κι εσύ το ίδιο και θα σωθείς”.
Και ο Αντώνιος όταν τ΄ άκουσε, πήρε μεγάλη χαρά και κουράγιο. Και έτσι κάνοντας προχωρούσε στο έργο της σωτηρίας του.
16. Κάποτε κάποιοι Γέροντες πήγαν στον αββά Αρσένιο και τον παρακάλεσαν θερμά να τους μιλήσει για τους ερημίτες μοναχούς, και μάλιστα γι αυτούς που δεν έχουν συναπαντήματα με άλλους ανθρώπους.
Τότε ο Γέροντας είπε:
“Όταν η παρθένος μένει στο σπίτι του πατέρα της, πολλοί ζητούν να τη μνηστευθούν, όταν όμως παντρευθεί, δεν αρέσει σε όλους, άλλοι τη βρίσκουν ψεγάδια και άλλοι την επαινούν, και δεν τιμάται, όπως πρώτα, όταν ήταν κρυμμένη.
Το ίδιο και με τα θέματα της ψυχής, από τη στιγμή που κοινοποιούνται, δεν μπορούν να ικανοποιήσουν όλους”.17.Ο αββάς Βιτίμης διηγήθηκε το εξής:
“Κάποτε καθώς κατέβαινα στη Σκήτη, κάποιοι μου έδωσαν λίγα μήλα, για να τα μεταφέρω στους Γέροντες.
Και εγώ κτύπησα την πόρτα του κελιού του αββά Αχιλλά, για να του τα δώσω.
Μου είπε τότε εκείνος:
“Αλήθεια, αδελφέ μου, δεν θα ήθελα τούτη την ώρα να μου κτυπήσεις την πόρτα, κι αν ακόμη μου μετέφερες το μάννα.
Μην πάς και σε κανένα άλλο κελί”.
Εγώ τότε ανεχώρησα για το κελί μου και πρόσφερα τα μήλα στην εκκλησία”.
11. Κάποιος αδελφός ρώτησε τον αββά Ησαϊα:
“Πώς πρέπει να ησυχάζει κανείς μέσα στο κελί; ”
Και αποκρίθηκε ο Γέροντας:
“Το να ησυχάζει κανείς στο κελί σημαίνει να εκθέτει συνεχώς τον εαυτό του ενώπιον του Θεού και να επιστρατεύει όλη του τη δύναμη για να αντιστέκεται σε κάθε λογισμό που σπέρνει ο εχθρός, γιατί αυτό σημαίνει αναχώρηση από τον κόσμο”.
Και είπε ο αδελφός:
“Τι σημαίνει κόσμος; ”
- “Κόσμος είναι -απάντησε ο Γέροντας- το να διασπάται κανείς σε πολλές και διάφορες υποθέσεις.
- Κόσμος είναι το να ενεργούν οι άνθρωποι τα αντίθετα προς την ανθρώπινη φύση και να ικανοποιούν τα σαρκικά τους θελήματα.
- Κόσμος είναι το να νομίσει κανείς ότι μένει παντοτινά στη ζωή αυτή.
- Κόσμος είναι να φροντίζει για το σώμα προς βλάβην της ψυχής και να καυχιέται γι αυτά που αφήνει πίσω του.
Κι αυτά δεν τα είπα από μόνος μου, αλλά ο Ιωάννης ο Απόστολος είναι που τα λέει:
Μην αγαπάτε τον κόσμο μήτε όσα είναι του κόσμου”.
23.Ένας αδελφός τον ρώτησε:
“Τι χρειάζεται να κάνει ο ησυχαστής; ”
Κι αυτός είπε:
“Ο ησυχαστής είναι ανάγκη να κάνει τις τρεις αυτές εργασίες:
- να έχει φόβο Θεού συνεχώς,
- να ζητάει υπομονετικά
- και να μη χαλαρώσει στην καρδιά του η μνήμη του Θεού”.
28.Είπε η αμμάς Θεοδώρα:
“Καλό πράγμα είναι η ζωή της ησυχίας, ο συνετός άνθρωπος ησυχάζει, αληθινά, είναι σπουδαίο να ζει τον ησύχιο βίο η μοναχή ή ο μοναχός και προπάντων οι νέοι. Να ξέρεις όμως ότι, αν κάποιος έχει την πρόθεση να ζήσει τη ζωή της ησυχίας, έρχεται αμέσως ο πονηρός και βαρύνει την ψυχή με ακηδία, με αδιαφορία, με λογισμούς, βαρύνει και το σώμα με αρρώστιες,
με ατονία, με λύσιμο των γονάτων και όλων των μελών, γενικά παραλύει τη δύναμη της ψυχής και του σώματος, οπότε λέει κανείς “είμαι άρρωστος και δεν μπορώ να κάνω την ακολουθία μου”. Όμως αν είμαστε νηφάλιοι, όλα αυτά διαλύονται.
Ήταν ένας μοναχός που μόλις άρχιζε να κάνει την ακολουθία του, τον έπιανε ρίγος και πυρετός, πονούσε το κεφάλι του και τότε έλεγε στον εαυτό του: “Να, είμαι άρρωστος και κάποια ώρα μπορεί να πεθάνω, λοιπόν ας σηκωθώ πριν πεθάνω και ας κάνω την ακολουθία μου”. Με αυτόν τον λογισμό πίεζε τον εαυτό του και έκαμνε την ακολουθία του και μόλις σταματούσε η προσευχή, σταματούσε και ο πυρετός, και πάλι την ώρα της ακολουθίας ερχόταν ο πυρετός, και πάλι την ώρα της ακολουθίας ερχόταν ο πυρετός, και ξανά μ΄ αυτόν τον λογισμό αντιστεκόταν ο αδελφός και έκαμνε την ακολουθία του και τελικά νίκησε τον αρνητικό λογισμό”.
30. Ένας αδελφός ζούσε σε κοινόβιο, κρατώντας αυστηρή άσκηση.
Όταν μερικοί αδελφοί της Σκήτης άκουσαν γι αυτόν, ήρθαν να τον δουν και μπήκαν στον τόπο, όπου ο ίδιος εργαζόταν.
Εκείνος αφού τους ασπάστηκε, στράφηκε πίσω και άρχισε να εργάζεται.
Οι αδελφοί βλέποντας αυτό που έκανε του λένε:
“Ιωάννη, ποιος σου έδωσε το σχήμα ή ποιος σε έκανε μοναχό και δεν σου δίδαξε να παίρνεις απ΄ τους αδελφούς το επανωφόρι και να τους λες:
ευχηθείτε ή καθίστε; ”
Τους απαντά:
“Ο Ιωάννης ο αμαρτωλός δεν ευκαιρεί γι αυτά”.
32. Ζούσε κάποτε στην Αλεξάνδρεια ένας μορφωμένος άνθρωπος που τον έλεγαν Κοσμά. Ήταν αξιοθαύμαστος και πολύ ενάρετος, με ταπεινό φρόνημα, σπλαχνικός, εγκρατής, παρθένος, άνθρωπος της ησυχίας, φιλόξενος, φίλος των φτωχών.
Επειδή εγώ του είχα μεγάλη οικειότητα, μια φορά του λέω:
“Κάνε αγάπη, πόσο χρόνο ζεις τη ζωή της ησυχίας; ”
Επειδή σώπαινε και δεν μου έδινε κα μια απάντηση, πάλι του λέω:
“Για χάρη του Κυρίου πες μου”.
Κι εκείνος, αφού για λίγο κρατήθηκε, μου λέει:
“Έχω τριάντα τρία χρόνια”.
Πάλι του λέω:
“Κάνε τέλεια την αγάπη, γιατί ξέρεις πολύ καλά ότι για ωφέλεια της ψυχής σε ρωτώ, πες μου, τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα της ησυχαστικής σου ζωής τι κατόρθωσες;”
Εκείνος, αφού αναστέναξε από τα βάθη της καρδιάς, μου λέει:
“Ένας άνθρωπος κοσμικός τι μπορεί να κατορθώσει και μάλιστα τη στιγμή που κάθεται στο σπίτι του;”
Όμως εγώ τον παρακαλούσα:
“Για χάρη του Κυρίου πες μου και ωφέλησέ με”.
Και επειδή τον πίεσα πολύ, είπε:
“Συγχώρεσέ με, αυτά τα τρία ξέρω ότι κατόρθωσα: να μη γελώ, να μην ορκίζομαι και να μη λέω ψέματα”.
Εγώ όταν τ΄ άκουσα, δόξασα τον Θεό ”.
36. Είπε ο αββάς Ησαϊας στον αββά Μακάριο:
“Πες μου έναν λόγο”.
Και ο Γέροντας του λέει:
“Να αποφεύγεις τους ανθρώπους”.
Τον ρωτάει ο αββάς Ησαϊας:
“Τι σημαίνει να αποφεύγει κανείς τους ανθρώπους; ”
Και ο Γέροντας του απαντά:
“Σημαίνει να καθίσεις στο κελί σου και να κλάψεις τις αμαρτίες σου”.
38. Ένας αδελφός επισκέφτηκε στη Σκήτη τον αββά Μωυσή και του ζήτησε να του πει κάποιον λόγο.
Και ο Γέροντας του λέει:
“Πήγαινε, κάθισε στο κελί σου, και το κελί σου θα σου τα διδάξει όλα”.
45. Ο αββάς Ιωσήφ λέει στον αββά Νισθερώο:
“Τι να κάνω με τη γλώσσα μου, που δεν μπορώ να τη συγκρατήσω; ”
Του λέει ο Γέροντας:
“Βρίσκεις ανάπαυση, αν μιλήσεις; ”
“Όχι”, του απαντά.
Τότε λέει ο Γέροντας:
“Αφού δεν έχεις ανάπαυση, γιατί μιλάς; Καλύτερα να σιωπάς και, αν γίνεται συζήτηση, προτιμότερο πολλά να ακούς παρά να λες”.
60. Διηγήθηκε κάποιος ότι τρεις φιλόπονοι άνθρωποι, φίλοι μεταξύ τους, έγιναν μοναχοί.
Ο πρώτος διάλεξε σαν έργο του να ειρηνεύει τους ανθρώπους, που είχαν εχθρικές σχέσεις μεταξύ τους, σύμφωνα με τον Ευαγγελικό λόγο:
“Μακάριοι οι ειρηνοποιοί”.
Ο δεύτερος να επισκέπτεται τους αρρώστους και ο τρίτος έφυγε για να ησυχάσει στην έρημο.
Ο πρώτος λοιπόν, αν και κόπιασε για να σταματήσει τις διαμάχες των ανθρώπων, δεν μπόρεσε να τους θεραπεύσει όλους και, επειδή έπεσε σε ακηδία, πήγε σ΄ αυτόν που υπηρετούσε τους αρρώστους και τον βρήκε κι αυτόν να παραμελεί το έργο του, καθώς δεν επαρκούσε να εφαρμόσει πλήρως την εντολή.
Συμφώνησαν λοιπόν και οι δύο και πήγαν να δουν τον ερημίτη.
Του εξέθεσαν τη θλίψη τους και τον παρακάλεσαν να τους πει τι κατόρθωσε αυτός.
Εκείνος, αφού έμεινε αμίλητος για λίγο, έριξε κατόπιν νερό στη λεκάνη και τους λέει:
“Προσέξτε το νερό”.
Ήταν βέβαια ταραγμένο.
Μετά από λίγο τους λέει πάλι:
“Προσέξτε και τώρα πώς έγινε το νερό”.
Και μόλις πρόσεξαν το νερό, βλέπουν σαν σε καθρέπτη τα πρόσωπά τους.
Τους λέει λοιπόν τότε:
“Έτσι είναι κι αυτός που ζει ανάμεσα σε ανθρώπους.
Εξαιτίας της ταραχής δεν βλέπει τα σφάλματά του.
Όταν όμως ησυχάσει και προπαντός στην έρημο, τότε βλέπει τα ελαττώματα του εαυτού του”.
62. Είπε ένας Γέροντας:
“Όπως ακριβώς σ΄ έναν δρόμο, όπου πηγαινοέρχονται πολλοί πεζοί, ποτέ δεν φυτρώνει χορτάρι ούτε κι αν το σπείρεις, γιατί πατιέται το χώμα, έτσι συμβαίνει και με μας.
Παραιτήσου από κάθε φροντίδα και θα δεις να φυτρώνουν αυτά, που δεν γνώριζες, ότι βρίσκονταν μέσα σου, επειδή πάνω σ΄ αυτά περπατούσες”.
65. Ένας Γέροντας είπε:
“Εκείνος που αμάρτησε στον Θεό, οφείλει να ξεκόψει τον εαυτό του από κάθε ανθρώπινη αγάπη, έως ότου πληροφορηθεί ότι ο Θεός έγινε φίλος του.
Γιατί η αγάπη των ανθρώπων μας εμποδίζει από την αγάπη του Θεού”.