
Καταυγασθείσα την ψυχήν φρυκτωρίαις του αναλάμψαντος ημίν εκ Παρθένου, εν αρεταίς διέλαμψας, πανεύφημε· πλούτον γαρ σκορπίσασα επί γην εφθαρμένον, εναπεθησαύρισας τον ουράνιον πλούτον και εν ασκήσει έλαμψας φαιδρώς. Όθεν, Μελάνη, σε πόθω γεραίρομεν.







Μπαίνοντας ως καλεσμένος, με το δεξί πόδι, θα είναι αυτός που θα 'κάνει το καλό ποδαρικό', κρατώντας το ρόδι στο χέρι.Στη συνέχεια, ρίχνει κάτω το ρόδι με δύναμη, ώστε να σπάσει και να πεταχτούν οι ρώγες-σπόροι του παντού, ενώ ταυτόχρονα λέει: "με υγεία , ευτυχία και χαρά το νέο έτος κι όσες ρώγες έχει το ρόδι, τόσες λίρες να έχει η τσέπη μας όλη τη χρονιά".
Το πρωί της Πρωτοχρονιάς η μπάντα του δήμου περνάει από όλα τα σπίτια και τραγουδάει καντάδες και κάλαντα: "Πάλιν ακούσατε άρχοντες πάλι να σας ειπούμε, ότι και αύριον εστί ανάγκη να χαρούμε και να πανηγυρίζουμε Περιτομήν Κυρίου, την εορτή του Μάκαρος Μεγάλου Βασιλείου".
Το χιόνι θεωρούνταν καλό σημάδι, καθώς συμβόλιζε την ευτυχία και ήταν προμήνυμα μιας καλής χρονιάς, εξού και η φράση «άσπρη μέρα, άσπρος χρόνος».Ο καθαρός ουρανός το πρωί της Πρωτοχρονιάς σήμαινε καθαρή χρονιά, δηλαδή χρονιά χωρίς αρρώστιες.
Ενα έθιμο που συνηθίζεται από τους νεαρούς κατοίκους της περιοχής είναι η συλλογή παλιών λάστιχων αυτοκινήτων για να τα κάψουνε την παραμονή των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς. Τα λάστιχα συλλέγονται όλο το χρόνο με ιδιαίτερο ζήλο και ενθουσιασμό. Μεγάλος αριθμός λάστιχων μαζεύεται και οι φωτιές κρατάνε ως το πρωί και γίνονται πολύ μεγάλες σε μέγεθος. Τα παιδιά παίζουνε διάφορα παιχνίδια γύρω από τη φωτιά όπως το πατροπαράδοτο σάλτο πάνω από τη φωτιά.
την παραμονή της Πρωτοχρονιάς έπαιζαν το «κουτσούκι»: τοποθετούσαν πεντάρες ή δεκάρες τη μια πάνω στην άλλη, με την ίδια όψη προς τα πάνω (κορώνα ή γράμματα). Στη συνέχεια με ένα μολυβένιο βαρίδι ο παίχτης χτυπούσε τα κέρματα προσπαθώντας να τα γυρίσει ανάποδα. ανάλογα με το πόσα τελικά γύριζε – το οποία έπαιρνε επίσης - καθοριζόταν και η τύχη του για όλη τη χρονιά.

Τη Βασιλόπιτα την έκαναν φυλλωτή. Έβαζαν γόμο (γέμιση) πλιγούρι και ανάμεσα στα φύλλα τον «παρά», το νόμισμα, και άλλα σημάδια. Η νοικοκυρά με τον παρά τη σταύρωνε τρεις φορές κι ύστερα τον έχωνε στο ζυμάρι, θα να βάλει πελεκούδι από την πόρτα ή κλαρί, για το σπίτι, κουκί στάρι για τα χωράφια, σταφίδα για το αμπέλι, κομματάκια τυρί για τα πρόβατα, άχερο για τα γελάδια... Στους λυπημένους που έστελναν πίτα, εκείνοι δεν την έκοβαν με το μαχαίρι αλλά ο καθένας έκοβε με το χέρι ένα κομμάτι. Την παραμονή το βράδυ έβαζαν στο τραπέζι εννιά ειδών φαγητά και πολλών ειδών οπωρικά, στη μέση τη βασιλόπιτα, τρία ψωμιά κι ένα κεράκι αναμμένο στο ένα ψωμί... Αφού έτρωγαν έκοβαν την πίτα. Σ' όποιον έπεφτε ο παράς, έλεγαν πως εκείνος «βασίλεψε». Τον «βασιλεμένο» παρά τον έριχναν μέσα σε ποτήρι με κρασί, έπιναν από λίγο και εύχονταν : «Και του χρόνου καλύτερα!». Τον παρά τον άφηναν στα Ο ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ ΣΤΗ ΘΡΑΚΗ
την πίτα που μπορεί νάναι και μπακλαβάς και με μια σβούρα, που κρατούν στο χέρι — ένα κλαδί από βάγια —σουρβίζουν τους νουνούς απαγγέλοντας ρυθμικά:
Αλλά και τα παιδιά όλα του λαού, όπως και τα Χριστούγεννα, γίνονται ομάδες στο πέσιμο του ήλιου και ξεκινούν στις συνοικίες να τραγουδήσουν τα πρωτοχρονιάτικα κάλανδα.
Τα δώρα αυτά τα μαζεύουν όλα σ' ένα μέρος, και τα μοιράζονται κατόπιν. Όταν έλθουν τα Θεοφάνεια —τα Φώτα— ομάδες παιδιών με σταυρό μέσα σένα δίσκο ανάμεσα σε λουλούδια γυρίζουν στα σπίτια του χωριού και ψάλλουν έξω από τα κάγκελα της αυλής το απολυτίκιο “Εν Ιορδάνη”. Τότε βγαίνουν οι ένοικοι του σπιτιού και με ευλάβεια χαιρετούν το σταυρό και προσφέρουν ό,τι έχουν. Τότε τα δώρα που μαζεύονται όλο το δωδεκαήμερο τα συγκεντρώνουν σένα σπίτι και διασκεδάζουν το βράδυ των Θεοφανείων. Το γλέντι αυτό είναι εξαιρετικά έυθιμο. Την άλλη μέρα αρχίζει ή δουλειά κι ανοίγουν τα σχολεία και η μελέτη. Τα γλέντια παύουν.




Αφού η οικογένεια θα είχε κόψει τη δική της πίτα, λίγο μετά τα μεσάνυχτα οι άντρες του σπιτιού πήγαιναν στη στάνη να κόψουν και την πίτα του τσομπάνου και μαζί του τραγουδούσαν και γελούσαν και χόρευαν ως το πρωί σε πασίχαρο γλέντι, που το σεκοντάριζαν τα βελάσματα των προβάτων και των κατσικιών. Στην πίτα εκείνη το νόμισμα δεν είχε καμιά σημασία. Αντ΄ αυτού έβαζαν ένα κουλουριασμένο ξυλάκι, που το έλεγαν “μαντρί” και το θεωρούσαν σαν κάτι ιερό . Γι αυτό κι όποιος το εύρισκε, το παράχωνε στη στάνη, σε μέρος που δεν θα το πατούσαν άνθρωποι και ζώα.

Στα Γρεβενά ένα κομμάτι καλάμι το οποίο σήμαινε για αυτόν που το τύχαινε ότι θα γίνει ΚΑΛΑΜΑΡΑΣ (γραφιάς, θα μάθει γράμματα δηλαδή).

τα μαζεμένα χρυσαφικά τα μισά να δοθούν στους φτωχούς ένα μικρό μέρος κράτησε για τις ανάγκες των ιδρυμάτων της Βασιλειάδος τα υπόλοιπα τα μοίρασε στους κατοίκους με ένα πρωτότυπο τρόπο, έδωσε εντολή να συμώσουν ψωμιά και σε κάθε ψωμί, έβαλε από ένα νόμισμα ή χρυσαφικό μέσα κατόπιν τα μοίρασε στα σπίτια, έτσι τρώγοντας οι κάτοικοι τα ψωμιά όλο και κάτι έβρισκαν μέσα. Ετσι, γεννήθηκε το έθιμο της πίτας που ονομάσθηκε βασιλόπιτα.



Οι προετοιμασίες στην Πορτογαλία ξεκινούν στις 8 Δεκεμβρίου, όταν φτιάχνουν τη φάτνη. Οι φιγούρες που σχηματίζουν το σκηνικό της γέννησης του Χριστού είναι πήλινες και συνήθως ανήκουν στην οικογένεια εδώ και πολλά χρόνια. Παράλληλα, ετοιμάζονται και τα παραδοσιακά γλυκά (π.χ. οι ραμπανάδες). Στις 24 Δεκεμβρίου, γύρω στις 23.30, το μποτιλιάρισμα στους δρόμους προς τις εκκλησίες είναι μεγάλο. Στη Missa Do Galo (Λειτουργία του Πετεινού) στην ύπαιθρο πηγαίνουν με τα πόδια, ανεξαρτήτως της αποστάσεως εμφανίζονται με δώρα στα χέρια (αβγά, ξηρούς καρπούς, κοτόπουλο κλπ.).




